Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εικαστικοί’

 

Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι,  να υποδέχονται ξένα πλοία.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Read Full Post »

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 


  

 Η Διοικητική Επιτροπή του Μουσείου Μπενάκη και το Διοικητικό Συμβούλιο του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος σας προσκαλούν την Τρίτη 23 Μαρτίου 2010 και ώρα 8.00 μ.μ. στα εγκαίνια της έκθεσης: 

 «Ενδύεσθαι» 

για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

  

Η έκθεση βασίζεται στην ενδυματολογική συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Βασίλειος Παπαντωνίου», που αποτελείται από μεγάλη γκάμα μουσειακών ενδυμάτων από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αριστουργήματα σχεδιαστών παγκόσμιας εμβέλειας, όπως των Mariano Fortuny, Jeanne Lanvin, Christian Dior, Jean-Paul Gaultier, Issey Miyake κ.ά., αλλά και Ελλήνων σχεδιαστών με διεθνή ακτινοβολία, όπως των Γιάννη Ευαγγελίδη, Jean Dessès, του James Galanos, Γιάννη Τσεκλένη, Σοφίας Κοκοσαλάκη κ.ά.  

Με την παρουσίαση της μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα συλλογής αυτής η έκθεση φιλοδοξεί να αναδείξει την ανάγκη δημιουργίας ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό η έκθεση, πέρα από την παρουσίαση συλλεκτικών ενδυμάτων, θίγει το θέμα των διαφορετικών λειτουργιών του ενδύματος και των διαφορετικών ερμηνειών του από την επιστήμη της ενδυματολογίας. 

  

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

 
 


 

  

Ενδυματολογία είναι η μελέτη των ενδυμάτων από ιστορική, οικονομική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και κατασκευαστική σκοπιά. Ένδυμα είναι καθετί με το οποίο σκεπάζουμε το σώμα, ενώ ενδυμασία το σύνολο των εξωτερικών κυρίως ενδυμάτων. Πηγές της ενδυματολογικής έρευνας είναι: τα ενδύματα αυτά καθαυτά, τα γραπτά μνημεία, ο προφορικός λόγος, οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις, τα κάθε λογής σχέδια και, τα κάθε είδους φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα. 

Πριν εκατομμύρια χρόνια τα ανθρώπινα όντα λες και βγήκαν από το δοσμένο φυσικό τους περίβλημα για να μεταμορφωθούν σε αφύσικα όντα και να δώσουν  όψη, σε μια υπερφύση, που θα εξέφραζε την αντίληψη του εαυτού τους ως δαιμόνια, ως πνεύματα, ως αγγέλους. (Karl Gröning, “Decorated Skin”, Thames & Hudson Ltd., London, 1997). 

Κάποτε ο άνθρωπος ζωγράφισε το κορμί του για να γίνει ένα με το περιβάλλον και να κρυφτεί σ’ αυτό. Ταυτίστηκε με τ’ άγρια ζώα σκοτώνοντάς τα και μπαίνοντας στο πετσί τους. Όλα αυτά τα εξωράισε και τα μετέτρεψε κάποια στιγμή σε τέχνημα, σε στολίδι. 

Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που με τη δική του απόφαση μπορεί ν’ αλλάξει την όψη του. 

Το θέμα της έκθεσης αφορά το ένδυμα από όλες τις οπτικές γωνίες που θα μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει: 

·  Γιατί ντύθηκε ο άνθρωπος; Πότε έγινε αυτό;
·  Τι έπαιξε ρόλο; Η αιδώς ή ο τονισμός της σεξουαλικότητας; Ο στολισμός ή η προστασία;
·  Τι αναλογεί στον κάθε πολιτισμό; 

Ένα κομμάτι ύφασμα μπορεί να τυλιχτεί με πολλούς τρόπους γύρω από το σώμα. Στην Αρχαία Ελλάδα ο τρόπος που οι γυναίκες κυρίως τύλιγαν αυτό το κομμάτι ύφασμα γύρω από το σώμα τους, εμπνέει ακόμα και σήμερα τα μεγάλα ονόματα στο χώρο της μόδας. 

Κάποια στιγμή αυτό το κομμάτι ύφασμα κόπηκε στο κέντρο, από κει πέρασε το κεφάλι, για να κρεμαστεί ελεύθερα από τους ώμους. Από τη στιγμή εκείνη ανοίχτηκαν χιλιάδες δρόμοι στην κοπή και τελικά τη σύνθεση ενδυμάτων με περισσότερα του ενός κομμάτια υφάσματος. 

Μετά την απογείωση της καλαισθησίας στη δεκαετία του 1930, σήμερα βρισκόμαστε στην υπερβολή του μη φορέσιμου, όπου οι σχεδιαστές μόδας χρησιμοποιούν το σώμα με τον ίδιο τρόπο που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον πηλό, το καναβάτσο ή κάποιο άλλο υλικό για να παράγει τέχνη. 

Από τη σωματογραφία,  μέχρι το μη φορέσιμο, σε μία ελεύθερη εγκατάσταση, αυτό πραγματεύεται η έκθεση «ΕΝΔΥΕΣΘΑΙ». Αφορμή για τη δημιουργία ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος. 

 
Ιωάννα Παπαντωνίου
Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος
 

Πρόεδρος ΠΛΙ  

   

Συνέδριο  

 
 


 

Στα πλαίσια της έκθεσης, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα και η Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας οργανώνουν ενδυματολογικό συνέδριο με θέμα:  «Ενδύεσθαι», Ιστορικές, κοινωνιολογικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις. 9-11 Απριλίου 2010, Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο οδού Πειραιώς). 

Το ένδυμα είναι μια μορφή έκφρασης που χαρακτηρίζει και ταυτόχρονα προσδιορίζει πρόσωπα, τόπους, κοινωνικές ομάδες, τρόπους σκέψης, χρονικές περιόδους, θρησκείες, πολιτισμούς ακόμη και εθνότητες.  

Στόχος του Συνεδρίου είναι η διερεύνηση των πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ενδυμασίας τόσο από άποψη ιστορική και καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική και κοινωνική. 
Ως επιμέρους θεματικές του συνεδρίου έχουν ορισθεί οι ακόλουθες:  

1. Ιστορία του ενδύματος 
Ειδικές αναφορές στην ιστορία του ενδύματος, πηγές της ενδυματολογικής έρευνας. 
2. Κοινωνιολογία του ενδύματος 
Μόδα και ιδεολογία, ένδυμα και σημειολογία, ενδυματολογία και ταυτότητα, το ένδυμα ως διακριτικό στοιχείο ηλικίας, καταγωγής / προέλευσης, κοινωνικής τάξης, θρησκείας, σωματογραφία και σωματική μόδα (body art), κ.λπ. 
3. Αναθεωρήσεις και νέες προσεγγίσεις 
Θεωρητικές και εννοιολογικές τοποθετήσεις ως προς την ενδυματολογία, μεθοδολογικές προσεγγίσεις, διδακτική της ενδυματολογίας.  

Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, τηλ. 210 3453111

Read Full Post »

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του.

 


  

Άρχιμ. Γεωργίου Αθ. Χώρα († 4.8.2005)

Δρος Θεολογίας

Άγιος Αναστάσιος

Ο Άγιος Αναστάσιος, γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ήταν κατά το επάγγελμα ζωγράφος και μάλιστα «επιτήδειος εις την Τέχνην». Ήδη από τα προηγούμενα του Αναστάσιου χρόνια είναι γνωστοί οι επώνυμοι Ναυπλιώτες και Αργείοι  αγιογράφοι, οι οποίοι εργάζονται καλλιτεχνικώς ανά την Πελοπόννησον κατά τον 17ον και τον επόμενον αιώνα: Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, Νατάλιος ο Αργείος, Μανουήλ ιερεύς Ανδρώνος, Γεώργιος Μάρκου και οι συγγενείς Ναυπλιώτες ζωγράφοι:  Δημήτριος, Θεοδόσιος, Θεόδουλος, και Μαρίνος Κακαβάς και ο καταγόμενος από την ευρύτερη του Ναυπλίου περιοχή, ο έξ Αδαμίου ιερομόναχος Ιερεμίας.

Ο Αναστάσιος με αναγνωρισμένη την καλλιτεχνική του ιδιότητα, δικαιούμεθα να υποστηρίξωμεν ότι μετέχει της αγιογραφικής αυτής παραδόσεως του Ναυπλίου αλλά και των λοιπών πνευματικών κύκλων της γενέτειράς του, περί των οποίων γνωρίζωμεν εξ’ άλλων, πέραν του συναξαρίου, πηγών:

Υπενθυμίζομεν ενδεικτικώς τους παλαιοτέρους του Αναστασίου λογίους της οικογένειας Μαλαξού και τους Ζυγομαλάδες τους λογίους και αντιγραφείς κωδικών όπως ο Μιχαήλ Σουλάνδρος, τους διακινούμενους μεταξύ Ναυπλίου και Βενετίας λογίους, εμπορευομένους και ναυτικούς με επώνυμα επιβατηγά πλοία τακτικού νηολογίου, τις υπάρχουσες περί αυτών μαρτυρίες και περί των καθολικών στο Ναύπλιο Σχολείων και μοναχικών  ταγμάτων, περί Εβραίων εμπορευομένων και άλλων ξένων, ακόμη και περί των Σιναϊτών και Αγιοταφιτών Πρωτοσύγκελλων, συνδέσμων των Μονών τους μετά των περί το Ναύπλιον μονών.

Ο Άγιος Αναστάσιος, με την ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια, την οποία  ως   καλλιτέχνης διέθετε, επωφελήθη έκ της καλής γειτονιάς μετά των κύκλων ως προαναφέραμε και ο ίδιος, ως χαρισματική ψυχή, εκαλλιέργησε ευατόν μέχρι του μαρτυρικού τέλους του, την 1η Φεβρουαρίου1655, μέσα στην γενέτειρα του πόλη, το Ναύπλιον.

Προηγουμένως είχε περιέλθει ο Αναστάσιος σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έξ αφορμής ατυχούς γεγονότος της συναισθηματικής προσωπικής του ζωής, το οποίον και κατονομάζεται και λεπτομερέστερα σχολιάζεται στο σωζόμενο συναξάριον του Αγίου, ως κατωτέρω δημοσιεύεται. Έκτοτε περιεπλάκη μέχρι σημείου να έλθη σε στενώτερη επικοινωνία με φανατικούς Οθωμανούς του κάστρου τ’ Αναπλιού, το «Ανάμπολιν», όπως έλεγαν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι της περιοχής από το 1540, όταν η πόλη παρεχωρήθη από τους Βενετούς διά συνθήκης μετά των Τούρκων.

Ο Αναστάσιος πάντως, « εβγήκε», κατά το συναξάριον, «από τον νούν του και επεριπάτει ένθεν κακείθεν». «Ευρισκόμενος εν αναισθήτω κατάστασει», κατά τον χαρακτηρισμόν του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, εξισλαμίσθη υπό των Τούρκων.

Την συνέχεια μαθαίνουμε από το Συναξάρι: « ο Αναστάσιος ερχόμενος εις εαυτόν βλέπει ότι είναι Τούρκος  και εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι˙ και παρευθύς το έρριψεν εις την γήν και ήρχισε να βοά με μεγάλην βοήν παρρησία μέσα εις το πλήθος των Τούρκων :’’Εγώ χριστιανός ήμουν και  χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να είμαι’’».

Αυτά, λοιπόν, συνέβησαν  τον χειμώνα του έτους 1655 (Φεβρουαρίου πρώτη) μέσα στο καλά οχυρωμένο Ναύπλιον, το οποίον και συνεκδοχικώς «Φρούριον» απεκαλείτο. Και είχε συνεπίκουρα δύο ακόμη φρούρια από ξηράς, νότια μεν το ‘Ιτς-Καλέ, δηλαδή την Ακροναυπλία, ανατολικά δε το φοβερό Παλαμήδι ή όπως ένας περιηγητής το ονομάζει:  «το Γιβραλτάρ αυτό της Πελοποννήσου», από δε το βόρειο  μέρος πάλι υψηλό τείχος, κατά μήκος της θαλάσσης με το επιθαλάσσιο φρούριο «το Μπούρτζι». Μια δε αλυσίδα ασφάλιζε το φυσικό λιμάνι της πόλεως εις τον μυχόν του Αργολικού κόλπου από πειρατικά  ή άλλα ανεπιθύμητα πλοία.

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, στο περιορισμένον άλλωστε χώρο του Ναυπλίου, το κράτος της εξουσίας ήταν  πολύ αισθητό. Ο δε Αναστάσιος, προφανώς στον χώρο της πλατείας, μπροστά στο λεγόμενο «μικρό» τζαμί, όπου  τα καφενεία, και ο χώρος  των δημοσίων εκδηλώσεων ομολόγησε τον Χριστόν, κατά το Συναξάριον, «μέσα εις το πλήθος των Τούρκων» και απεδοκίμασε το Ισλάμ. Μεγάλη, πράγματι, πρόκληση γενικώς, αλλά ιδιαίτερα διά το επικρατούν κοινωνικό κλίμα της εποχής.

Τοπικοί ιστορικοί υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι η Τουρκική Διοίκηση της πρώτης Τουρκοκρατίας του Ναυπλίου (1540-1686), κατά την οποίαν έλαβε χώραν το μαρτύριον του Αγίου, ήταν ηπία. Αυτό δεν φαίνεται  να απέχη της πραγματικότητος. Διότι, ένα έτος μετά την παράδοσιν του Ναυπλίου, υπό των Βενετών εις τους Τούρκους ανασυνεστήθη η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου, η οποία μέχρι τότε, επί Βενετοκρατίας, διοικείτο από πρωτοπαπάδες.

Επίσης εν μέσω Τουρκοκρατίας, της λεγομένης πρώτης, η δεύτερη (1715-1821). Διεδέχθη την Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), παρέμενε σε λειτουργία το ιερόν παλλάδιον του Ναυπλίου, η Αγία Μονή Αρείας, ανατολικά σε οπτική απόσταση από της πόλεως και ήταν μάλιστα κέντρον λογίων ανδρών- αντιγραφέων κωδίκων, ιδρυμένη από το 1149 επί Κομνηνών Αυτοκρατόρων, υπό Λέοντος  του  Αντζά, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου. Και της οποίας Μονής τα κανονικά δικαιώματα είχαν διαμφισβητηθεί επί της προηγούμενης Ά Βενετοκρατίας, επί δόγη fancisco Foscari, προς τον οποίον κατέφυγον οι ημέτεροι διά την διατήρησιν των κεκτημένων.

Το δε 1616 συνεστήθη η Μονή Καλαμίου, ανατολικά του Ασκληπιείου Επιδαύρου, ενώ διετηρείτο σε λειτουργία η Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου, (από του ΙΕ΄αιώνως), η γειτονική Μονή Αγνούντος και το ασκηταριό της Πολεμάρχας στην Β.Α. παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου, πόλοι αυτή πνευματικής ζωής αλλά και ελληνικής παιδείας, σημάδια Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Το Ναύπλιον είχε τότε 6.000 κατοίκους με πληθυσμών ημιαστικόν. Υπήρχαν και Εβραίοι εμπορευόμενοι και μερικοί ξένοι Γάλλοι και Ραγκουσαιοί (Φράγκοι όπως τους έλεγαν) και καπουκίνοι από το 1641, ιδρυτές μετέπειτα σχολείου όπου σύμφωνα με σωζόμενη έκθεση φοιτούσαν και Ναυπλιωτόπουλα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα.

Το έτος όμως του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου (1655) ήταν κρίσιμο, διότι το Ναύπλιον, ως επίκαιρη θέση  με λιμάνι στην γνωστή πορεία διακινήσεως πλοίων από της προηγουμένης  Βενετοκρατίας μεταξύ  Βενετιάς – Κέρκυρας – Μονεμβασίας – Κυθήρων -Ναυπλίου εμπλέκεται στον γνωστό ενετοτουρκικό πόλεμο (1645-1699). Ο πόλεμος αυτός διαρκεί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια και είχε θλιβερές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές και κόστισε, κατά μόνην την πολιορκία του Χάνδακος – Ηρακλείου Κρήτης, εις μεν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας 30.000 θύματα, εις δε την Οθωμανική τότε Αυτοκρατορίαν 100.000, εις δε το Ναύπλιον μας τον Άγιον Αναστάσιον και άλλα τινά.

Ο αγώνας ήταν για την κυριαρχία στην Μεσόγειο, με αντιπάλους τας δυνάμεις που προαναφέραμε. Το Ναύπλιον, στα χέρια των Τούρκων, διέθετε ενισχυμένη τουρκική φρουρά και είχε πυκνή και δυναμική παρουσία Τούρκων Αγάδων, βαθμοφόρων στρατιωτικών με διακίνησιν πολλών οπλιτών. Διετέλεσε διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού των κρατούντων Τούρκων και των μαχομένων κατά των Βενετών της Κρήτης. Όπως ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καθαρά το λέει: «Μ’ από τ’ Ανάπλι έβγαινε καθημερινό λεσκέρι,/ τση λόντρες κι εφορτόνασι στην Κρήτη να τούς φέρη».

Εντός, λοιπόν, της περιορισμένης γαιοφυσικής περιοχής του Ναυπλίου, συνωστίζοντο και διακινούντο καθημερινώς οπλοφόροι στρατιώτες και αξιωματούχοι με όλη εκείνη την γνωστή ψυχολογία του πολέμου και με την μέθη της κατακτητικής μανίας. Στόχος είπαμε ήταν η Κρήτη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επαυξάνεται η καχυποψία των Τούρκων κατά των χριστιανών, επομένως και εκείνων του Ναυπλίου, με αφορμή μάλιστα τις πολεμικές αποτυχίες των Τούρκων, διαρκούντος του πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι ένα πολεμικό επεισόδιο, που έγινε στο Ναύπλιον, τον Ιούνιον του 1647, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν από το μαρτύριο του Αγίου, με θύμα πάλιν έναν, θα λέγαμε με σύγχρονη έκφραση, «αντιστασιακό» τολμηρό Ναυπλιώτη: Τότε ο ενετικός στόλος με ναύαρχο τον Ιωάννη– Βαπτιστή Grimani συνάντησε στην  ανοιχτή θάλασσα τον Οθωμανικό στόλο, που κατευθύνετο στην Κρήτη και τον κατεδίωξε μέχρις Ευβοίας, Βόλου, Χίου, Μυτιλήνης, από όπου τελικά κατέφυγε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί τα τουρκικά τηλεβόλα από τα φρούρια της πόλεως, πού προαναφέραμε, απέκλεισαν τον καταδιωκτικό στόλο των Βενετών να εισέλθη στον μυχό του Αργολικού Κόλπου. Κατά την διάρκεια του αποκλεισμού αυτού ένας έλληνας Ναυπλιώτης είχε την τολμηρή ιδέα να πυρπόληση μία νύχτα τον τουρκικό στόλο. Συνελήφθη όμως κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος του. Προσήχθη ενώπιον του Οθωμανού ναυάρχου, ωμολόγησε την πράξη του και εθανατώθη μετά από σκληρά βασανιστήρια. ‘Έτσι έγινε ο ηρωικώς αυτός Ναυπλιώτης πρόδρομος του Αγίου Αναστασίου, εθνομάρτυς.  Άλλωστε δεν δεχόμεθα ότι οι νεομάρτυρες είναι εν ταυτώ και εθνομάρτυρες;

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την νευρικότητα των πολεμικών παρασκευών και επιχειρήσεων ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημα του. Ήλθε ανοιχτά, δυναμικά και απότομα αντιμέτωπος με τον τουρκικόν όχλον, του οποίου προεκάλεσε τον φανατισμόν, αφού προσέβαλε το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Οθωμανών. Ποιος; – Αυτός ο υποτελής, ο γκιαούρ (ο άπιστος).

Τα ανωτέρω προκύπτουν από το Συναξάρι του Αγίου: «οι δε Αγαρηνοί, ως τον είδον πώς μετενόησεν, έτρεξαν επάνω του με ορμήν και δέροντες και σπρώχνοντες τον έφεραν εις τον κριτήν, όστις έπασχε με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύοντας και πότε απειλούντας να τον χωρίση της πίστεως των χριστιανών, άλλ’ ο μάρτυς εις ουδέν ταύτα ελογίαζεν και έστηκε ακλόνητος…». Ο κριτής, μετά συνοπτική διαδικασία, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, «αλλ’ οι Αγαρηνοί δεν τον ήκουσαν, αλλ΄ευθύς όταν τον έβγαλαν από το κριτήριον, ώρμησαν κατ΄ επάνω του, ώσποτε οι Ιουδαίοι εις τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, και άλλοι με ξύλα, άλλοι με ξίφη, άλλοι με μαχαίρας, εκατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, έως ότου τον εκατέκοψαν εις λεπτά κομμάτια και ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος Αναστάσιος…».    

Άρα, ο Άγιος Αναστάσιος αποτόλμησε, έξι ζών, ό,τι οι πολλοί απέφευγαν: έγινεν εκφραστής της χριστιανικής πίστεως. Η φωνή του (η ομολογία του) ήταν σαν κραυγή διαμαρτυρίας μέσα στην νύχτα της σκλαβιάς, σαν φως που έλαμψε και εφάνη το χάσμα, δηλαδή όλη η σιωπώσα μανία των κρατούντων εναντίον των υποτελών, τελούντων έστω, ως παραδίδεται, υπό ηπία διοίκηση, η οποία είναι μάλλον παραπλανητική, γιατί σε αποκοιμίζει. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Άγιος παρέμεινε προ και κατά την διάρκεια της δίκης μόνος του, όπως παραπονείται ο Δαβίδ λέγων: « οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. λζ’).

Το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου δεν κάνει λόγο για κανένα συμπαραστάτη ή πνευματικό σύμβουλο ή και συγγενή του, ή για την επίσημη εκκλησιαστική Αρχή της περιοχής Ναυπλίου και Άργους.

  

O σύγχρονος του Αγίου Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Θεοφάνης.

 

Μητροπολίτης τότε Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεοφάνης επί οικουμενικού πατριάρχου Παϊσίου (δευτέρα πατριαρχεία του: Μάρτιος 1645 – Μάρτιος 1655). ’Εξ άλλων πηγών γνωρίζουμε ότι από του προηγουμένου του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου έτους είχε παυθή τρεις μόλις μήνες προ του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου «με καθαίρεσιν τελείαν δι’ ωμοφορίου και επιτραχηλίου και είχεν εξωσθή του θρόνου και της Μητροπόλεως Ναυπλίου, Θεοφάνης μοναχός καλούμενος από του νύν…», διά συνοδικής πράξεως του μηνός Οκτωβρίου 1654, με την κατηγορία ότι δεν κατέβαλεν εις το ακέραιον την οφειλόμενη συνεισφορά του εις το κοινόν Ταμείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εποχή μάλιστα ανέχειας, όπως ρητώς σημειώνεται στην μνημονευθείσα συνοδική πράξη.

Εκεί διαβάζουμε: «…πάντων δε των αρχιερέων, μητροπολιτών φημί, αρχιεπισκόπων τε και επισκόπων, πληρούντων ευγνωμόνως και πειθηνίως και μετά χαράς, ει και τυχόν βαρείαν ούσαν και μικράν υπέρ δύναμιν αυτών, την πατριαρχικήν ζητείαν, κατά την περίληψιν του συνοδικού καταστίχου και της αποφάσεως της αρχιερατικής, μόνος ο Ναυπλίου Μητροπολίτης Θεοφάνης απεσκίρτησε και απεκόπη βουλήσει,  γνώμη και προαιρέσει της ομηγύρεως και σειράς των αρχιερέων, μήτε τη καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλη εκκλησία υποταττόμενος, ο παχύς την ψυχήν και την καρδίαν, ο βαρβαρογένει τεθραμμένος, μήτε τοίς αρχιερεύσι και τη συνόδω συμφωνών, μήτε τοίς αδυνάτοις αδελφοίς σπλαχνιζόμενος, πλούτω βρύων ο ασυνείδητος και ανοία και αγροικία συζών, ουδέποτε γάρ έφθασε πληρώσαι το κατ’αναλογίαν της ζητείας αυτού μέρος…».

Στην χηρεύσασα θέση, μετά την κατά τα ανωτέρω καθαίρεση του Θεοφάνους, διωρίσθη ταυτόχρονα ο ιερομόναχος Μακάριος, επιλεγείς υπό της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ των τριών τότε προταθέντων υποψηφίων δια την Μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους.

Δεν γνωρίζομε εάν εν τω μεταξύ ο Μακάριος είχε φθάσει στο Ναύπλιον και πότε ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γεγονός είναι ότι το ίδιο έτος του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου, επί πατριαρχείας Ιωαννικίου (β’ πατριαρχεία 1655-1656), διαδόχου του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου, με συνοδική πράξη του μηνός Νοεμβρίου 1655, δηλαδή μετά εξάμηνον από το μαρτύριον του Αγίου, ηθωώθη ο τιμωρηθείς το προηγούμενον έτος Ναυπλίου Θεοφάνης, διότι «…έλθων εν ευατώ ο διαληφθείς Θεοφάνης, οδόν ανίσας, ήλθεν είς Κωνσταντινούπολιν˙δις δε και τρίς παραστάς τη συνόδω επί παρουσία ιερωτάτων αρχιερέων κληρικών και αρχόντων ανήγγειλε τα αυτώ συνοίσοντα και ωφελούντα, αγωγήν κινήσας, δεόμενος της συνόδου έλεον χέαι κατ’ αυτού και αντιλαβέσθαι αυτόν, παιδευθέντα ές ικανόν…».

Κατά την συνοδικήν απόφασιν έγινε δεκτόν, «συγκαταθέσει και των ιερώτατων αρχιερέων…, ίνα ο ιερώτατος μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους κύρ Θεοφάνης και υπέρτιμος εν αγίω πνεύματι αγαπητός ημών αδελφός και συλλειτουργός είη εκτελών ακωλύτως άπαντα τα τοίς αρχιερεύσι προσήκοντα, ός λαβών τελείως την λύσιν της παιδείας και την συγχώρησιν, παρά πάντων τιμώμενος και αγαπώμενος και διευλαβούμενος, παρ’ ουδενός το παράπαν  εναντιούμενος ή εμποδιζόμενος ιερωμένου και λαϊκού, εν αργία ασυγγνώστω και αφορισμώ αλύτω ούτως απεφηνάμεθα…».

Μετά την κατά τα ανωτέρω αθώωσιν και αποκατάστασιν του Θεοφάνους εις τον θρόνον της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, από τον οποίον είχε πρόσφατα εκπεσθή, είναι γνωστή η τύχη του διαδόχου του Μακαρίου. Ούτος ετοποθετήθη είς την Μητρόπολιν Μηθύμνης, είς αντικατάστασιν του γέροντος Μητροπολίτου Μηθύμνης Ανθίμου υπό την εξής μεθόδευσιν: Προηγήθη την 2αν Αυγούστου 1656 η παραίτησις του Ανθίμου «διά τα ανυπόφορα χρέη της επαρχίας του» υπέρ του Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Ο Μακάριος, όπως και γραπτώς είχεν υποσχεθή, θα ανελάμβανε τα χρέη της Μητροπόλεως Μηθύμνης και θα έδειδε στον παραιτηθέντα ‘Aνθιμον «τα σημφωνηθέντα»».

Με αυτούς τους όρους επηκολούθησεν η εκλογή σε Μητροπολίτη Μεθύμνης, κατά τον αυτόν μήνα Αύγουστον 1656, του πρώην Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Έτσι ο Θεοφάνης παρέμεινεν αδιαφιλονίκητος Μητροπολίτης Ναυπλίου όχι όμως μέχρι τέλους.

Επισημαίνουμε ότι ο αυτός Θεοφάνης, ο αποκατασταθείς κατά τα ανωτέρω εις την Μητρόπολιν Ναυπλίου και Άργους, μετά δεκαετίαν ακριβώς από της κατά τα ανωτέρω αθωώσεως του κατεδικάσθη εκ νέου επί οικονομικού πατριάρχου Παρθενίου Δ’ (β΄ πατριαρχεία 1665-1667) πάλιν εις καθαίρεσιν «και εις το εξής έν τάξει διάγειν ιδιώτου και Θεοφάνην μοναχόν λέγεσθαι, αμέτοχον της τε τιμής των αρχιερέων και των εισοδημάτων της μητροπόλεως…τη δέ  ιερά  των αρχιερέων συνόδω δέδοται η άδεια, κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν, διά ψήφων κανονικών εκλέξαι τον αξίως προστησόμενον ταύτης της μητροπόλεως, χηρευούσης προστάτου, επί τω χειροτονηθήναι γνήσιον εν αυτή…».

Ο Θεοφάνης έχασε και πάλιν τον αρχιερατικόν θρόνον του Ναυπλίου, με το κατηγηρητήριον ότι  ήταν « εκ φύσεως ανεπιτηδειότητα κεκτημένος αλλά και εκ προαιρέσεως αχρείος … άτε βαρβαροήθης  και της κατά ποιμαντικήν παιδείας τελείως αμέτοχος, εστερημένος πάμπαν εφάνη του ουσιώδους τούτου και συστατικού της ποιμαντικής ιδιώματος, εβούλετο γάρ ποιμήν και μητροπολίτης λέγεσθε της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, ου μην φροντίζειν της επισκέψεως των χριστιανών και της των ψυχών αυτών διοικήσεως …αλλά το μέν βαλάντιον ηύξε χρημάτων πεπληρωκώς… αυτός δε ουδόλως εξήρχετο, ουδέ περιέρχετο  την εμπιστευθείσαν αυτώ μητρόπολιν επισκεπτόμενος επί ψυχών σωτηρία, αλλά νυκτοκόρακος δίκην, έν παραβίστω που ήμενεν, μόλις κατά τινάς επισήμους ημέρας εφαίνετο και τούτο δι’ αισχροκέρδειαν ίσως…ήρξατο και τους κειμένους της Εκκλησίας νόμους αθετείν και υπέρ τα εσκαμμένα πηδάν, τετραγαμίας δηλονότι συγχωρείν και τους εν εβδόμω βαθμώ εξ αίματος συνάπτειν εν γνώσει και άλλα παμπόνηρα κατατολμάν, δι’ ανεβλάβειαν παντελή, ού ποιμένος αλλά σχήμα υποδυόμενος λύκους, εν προβάτου δορά τυχόν και διά γήρας υπερβάλλον σέσεισθαι τάς φρένας και διά τούτο χείρονα των εν τη νεότητι εργαζόμενος , ότε και παιδεία καθυπεβληθή πρός  σωφρονισμόν, είτα και συγχωρήσεως έτυχε διά μετανοίαν, αλλά το εκ φύσεως και προαιρέσεως συνημμένον κακκόν ούκ αφίσταται.’Οθεν αυτός μέν και χείρων εγένετο, οί δε έν τη επαρχία ταύτη ευρισκουμένοι κληρικοί, ιερείς τε και γέροντες, τοίς ατοπήμασι αυτού πυρούμενοι και αρχιερατικής επισκέψεως υστερούμενοι, τα μέν ανήκοντα ποιμένι δικαιώματα εκπληρούντες, ποιμένος δε ουδαμώς απολαύοντες, δι΄υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών, ταύτα ημίν προστήσαντο…».

Τις παραλήψεις, λοιπόν, του Θεοφάνους ανέφεραν εις το Πατριαρχείον, «δι’ υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών» οι τρομαγμένοι από το μαρτύριον του Αγίου και ταυτόχρονα απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του ποιμένος τους «οι εν τη επαρχία ταύτη (Ναυπλία) κληρικοί, ιερείς και γέροντες».

Όπως είναι φανερόν, δεν υπήρχε τότε στο Ναύπλιον εκκλησιαστική ηγεσία, ικανή διά να μεριμνήση περί του Αναστασίου, τούτου έτι ζώντος  η μετά το μαρτυρικό τέλος του, πλέον του ότι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων’ η σκλαβιά». Έτσι δεν γνωρίζομε ούτε τον τάφον του ούτε την τύχη του λειψάνου του. Ίσως ερρίφθη εις την θάλλασαν.

Οι μετέπειτα όμως Μητροπολίται Αργολίδος ετίμησαν τον νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα. Η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον ιστορικό ναό της Παναγίας Ναυπλίου, όπου στεγάζεται και η μεγάλη επάργυρη εικόνα του Αγίου Αναστασίου και εκεί η μνήμη του επιβιώνει.

Ο δε νύν Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Ιάκωβος Παχής είναι εκείνος ο οποίος είχε την πρωτοβουλίαν εξοφλήσεως του προς τον Άγιον οφειλουμένου χρέους των Ναυπλιωτών: ανήγειρε σε συντομώτατο χρονικό διάστημα επιβλητικόν προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως ναόν, τον οποίον ονόμασε και προσκυνηματικόν. Εκεί ψάλλεται η Ακολουθία του Αγίου, σύνθεσις του εις Άγιον Όρος εφησυχάσοντος Μητροπολίτου πρώην Κάσου και Καρπάθου Νείλου Σμυρνιωτόπουλου, κατά παραγγελίαν του τότε «Αρχιεπισκόπου» Αργολίδος Νικάνδρου (1882-1912).

Υπάρχει και η Ακολουθία  του Αγίου, ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, εκδοθείσα προνοία του Μητροπολίτου Αργολίδος (1945-1965), μετέπειτα Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταλβαδωράκη (1965-1975) και επιμελεία Άρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Μητροπολίτου μετέπειτα και αυτού Αργολίδος (1965-1985).

Από δε του έτους 1935 με το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935, υπογραφόμενον, εν ονόματι του Βασιλέως υπό του Γεωργίου Κονδύλη και επί Υπουργού Εργασίας Γεωργίου Καρτάλη, απεφασίσθη και διετάχθη, όπως  «κατά την 1ην Φεβρουαρίου, εορτήν του Αγίου Αναστασίου, τα παντοπωλεία, κουρεία, υποδηματοποιεία και σανδαλοποιεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, λαχανοπωλεία, ραφεία, φανοποιεία και υδραυλικά καταστήματα, φαρμακεία, εμπορικά καταστήματα, σιδηρουργεία και επιπλοποιεία της πόλεως Ναυπλίου παραμένουν κλειστά καθ’ όλην την ημέραν, καθιερουμένης της ως άνω τοπικής εορτής, ως  εορτασίμου ημέρας. Κατά την αυτήν ως άνω εορτάσιμον ημέραν τα  καφενεία, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια της αυτής πόλεως παραμένουν  κλειστά μόνον κατά τας ώρας της περιφοράς της εικόνος…».

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου, νεομάρτυρος του Ναυπλιέως, εορτάζεται πανηγυρικά και στην Αθήνα μεταξύ των εν Αθήναις Ναυπλιωτών, με προτοβουλία του Συλλόγου των απανταχού Ναυπλιωτών  «Ο Ναύπλιος» στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, όπου έχομε από πεντηκοταετίας και φορητή εικόνα του Αγίου.

Εξ όσων γνωρίζω δεν διηγούνται στο Ναύπλιον για θαύματα του Αγίου Αναστασίου. Έν τούτοις η μνήμη του επιβιώνει επί τριακόσια και πλέον χρόνια και μας συγκινεί. Το μεγάλο Του θαύμα είναι η καλή αλλοίωση, που φέρνει στις ψυχές μας η ανάμνηση κάθε χρονιά του μαρτυρίου του, η θερμή πίστη και η αυταπάρνησή του. Η επικοινωνία με τον κόσμο  του Πνεύματος, που κάνει  ο καθένας μας, με μυστικόν συνομιλητήν μας τον  νέον εκείνον Ναυπλιώτη ζωγράφο, τον Άγιον Αναστάσιον του έτους 1655 μ.χ., ο οποίος από το ικρίωμα του μαρτυρίου του (σώζεται η εληά, που λέγεται ότι εκρεμάσθη ο Άγιος) πέρασε με την θυσία του στην αιωνιότητα, απ’ όπου μας στέλνει μηνύματα πίστεως και ομολογίας.

Τελειώνοντας επισημαίνομεν ότι το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του Αγίου, στο οποίο και ανεφέρθημεν, επιβεβαιώνει την αφελή διήγησιν του Συναξαρίου του.

Σημειωτέον ακόμη το ηθικόν δίδαγμα πού δίδει η αντιφατική εικόνα της εκκλησιαστικής διοικήσεως μέσα στο Τουρκοκρατούμενο Ναύπλιον, κατά την χρονική στιγμή του μαρτυρίου του Αγίου: Τον χειμώνα του 1655 ζουν μέσα στο ασφυκτικά οχυρωμένο Ναύπλιον δύο χριστιανικά πρόσωπα. Το ένα ηλικιωμένο με ανευθυνότητα και με χλιαρότητα, το άλλο πρόσωπο νέο και με πνευματικές αναζητήσεις, ενθουσιασμό και πίστη πολλή.

Το γεγονός θυμίζει την παραβολή περί της βασιλείας των ουρανών, ως σαγήνης (Ματθ.ιγ’,47). Εκεί καθαρά φαίνεται ότι ο Θεός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που ζητεί να μας μαζέψη στην βασιλεία των ουρανών. Το δίχτυ του Αλιέως των ψυχών συλλαμβάνει και μικρά και μεγάλα ψάρια, ακόμη και φύκια και σαπρά. Το χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να εκκολαφθούμε πνευματικά μέσα στην σαγήνη του θεού, «όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Ιακώβου α’,26). Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Θεό, ο οποίος στέλνει πάντα τους ανθρώπους του, άλλοτε οδηγητές, άλλοτε τιμητές, άλλοτε μόνον σιωπηλούς συμπαραστάτες, διδάσκοντες μόνον με τα καλά  τους έργα. Και είδαμε πώς ο Άγιος Αναστάσιος επαρηγόρησε τους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ποια μηνύματα πίστεως και πιστότητος στέλνει από την υψηλή του πνευματική περιωπή και θα συνεχίζει να εμπνέη τους «αναθεωρούντας την έκβασιν της ευατού αναστροφής».

  

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εις γραπτήν μορφήν, το κύκνειον άσμα του αειμνήστου συγγραφέως, ήτοι ανακοίνωσιν αναγνωσθείσαν την 12.11.2000 εν Ύδρα εις το διορθόδοξον επιστημονικόν συνέδριον με θέμα: «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους», το διοργάνωθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης

Read Full Post »

Γιαννόπουλος Τάσος (1942-2005)


 

Γιαννόπουλος Τάσος

Ο Τάσος Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πυργέλλα Άργους το 1942.  Είχε σπουδάσει στην ΑΣΟΕΕ και είχε παρακολουθήσει ελεύθερα μαθήματα ζωγραφικής. Μιλούσε γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά. Κατά το διάστημα 1960-75 διετέλεσε υπάλληλος σε εμπορικές – ασφαλιστικές επιχειρήσεις με παράλληλη απασχόληση στη ζωγραφική.

Από το 1976 παρουσίασε έργα του σε ιδιωτικές γκαλερί, δημοτικές πινακοθήκες, μουσεία, και σε  ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος. Έφυγε από τη ζωή το 2005.

 

Read Full Post »

Εικαστικό Φθινόπωρο 2009


Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

Πρόσκληση

Στον καθιερωμένο πλέον χώρο του θεάτρου ΤΡΙΑΝΟΝ στο Ναύπλιο, η Μαρκέλλα Καπογιάννη εγκαινιάζει την έκθεσή της, την Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου στις 8.00 το βράδυ.

 

Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

 

Η έκθεση περιλαμβάνει 56 έργα τα οποία πραγματεύονται ως κύριο θέμα τη Φύση. Τοπία και εικόνες της φύσης, αποδίδονται όχι ρεαλιστικά αλλά με αφαιρετική και  ρομαντική διάθεση, χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο έκφρασης την απλότητα των γραμμών και το παιχνίδι των χρωμάτων. Τα έργα βασίζονται σε μια ποικιλία τεχνικών και υλικών με κυριότερα από αυτά το κάρβουνο, το παστέλ, το λάδι και τη γάζα και  έχουν φιλοτεχνηθεί πάνω σε ξύλο, καμβά και χαρτί.

Αρκαδικής καταγωγής η Μαρκέλλα Καπογιάννη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο. Πηγή έμπνευσης της ζωγράφου αποτελεί η ονειρική προσέγγιση της φύσης.  Τα χρώματα, το φως και τις σκιές, τα αντιλαμβάνεται ως παράθυρα της ψυχής, την οποία προσπαθεί να αποτυπώσει  μέσα από τις αφαιρετικές εικόνες της.

 Έχοντας παρακολουθήσει περιορισμένα μαθήματα και σεμινάρια ζωγραφικής, η Μαρκέλλα Καπογιάννη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτοδίδακτη δημιουργός. Οι σπουδές της στην παιδαγωγική και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ωστόσο, έχουν διευρύνει σημαντικά τους  δρόμους της εικαστικής έμπνευσής της.

Η είσοδος είναι ελεύθερη και η πρόσκληση απευθύνεται σε όλους τους φίλους των εικαστικών.

        

Διάρκεια έκθεσης : 7 – 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ώρες  λειτουργίας : 11.00 – 14.00 & 19.00 – 23.00

 

Read Full Post »

Abraham Oretlius:  Graecia Sophiani, 1584   


Fine old color example of Ortelius’ decorative map of Greece, Turkey and Asia Minor, with neighboring islands, from the Latin edition of Ortelius’ Theatrum. (Antwerp 1584)

 

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

 

Ένας έξοχος ιστορικός χάρτης της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Μικράς Ασίας και των γειτονικών νησιών,  από την λατινική έκδοση του Abraham Ortelius, Theatrum Orbis Terrarum .   H λατινική έκδοση βασίζεται στην πρωτότυπη έκδοση του Έλληνα χαρτογράφου της Αναγέννησης που έζησε στην Βενετία, Νικολάου Σοφιανού*  (1500-1560) ο όποιος καταγόταν από την Κέρκυρα.

 

*Ο Νικόλαος Σοφιανός είναι μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες των Ελλήνων λογίων με ευδιάκριτο το αποτύπωμά του στην ιστορία της Αναγέννησης. Είναι ο πρώτος που καινοτόμησε στη χαρτογραφική αποτύπωση του ελληνικού χώρου· ο πρώτος που επιχείρησε να συντάξει Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας· ο πρώτος που μετέφρασε στα Νέα Ελληνικά φιλοσοφικό κείμενο της ελληνικής αρχαιότητας, την αποδιδόμενη στον Πλούταρχο λαϊκοφιλοσοφική πραγματεία «Περί παίδων αγωγής».
Η αναβίωση του παιδαγωγικού στοχασμού των ελληνιστικών χρόνων, που αντικατοπτρίζεται στο έργο αυτό, επιτρέπει να ξαναδούμε τις αναγεννησιακές τάσεις της νεοελληνικής λογιοσύνης, να ξαναπιάσουμε το στημόνι της νεωτερικότητας στις χειμαζόμενες ελληνικές κοινωνίες του βενετοκρατούμενου και του οθωμανοκρατούμενου χώρου και να αναλογιστούμε ξανά τις προωθητικές δυνατότητες της ελληνικής παιδείας.
 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »