Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαίδευση’

Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Θηλέων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900-1915) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Εισαγωγή

 

Η αρχή του 20ου αιώνα βρίσκει το Κρανίδι να έχει ένα «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο για τα κορίτσια, ενώ στο Φ.Ε.Κ. 246/16 Οκτωβρίου 1903 αναδημοσιεύτηκε και η σύσταση του δεύτερου «κοινού διτάξιου Δημοτικού Σχολείου Θηλέων». Έτσι το σύνολο των μαθητών και των δυο σχολείων ήταν κατά τι λιγότερο του 10% του πληθυσμού της πόλης.

 

1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων

 

Οι διδασκάλισσες

 

  • Δέσποινα Οικονόμου, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Υπουργείο στις 10 Ιανουαρίου 1895 και απολύθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 με την υπ’ αριθμ. 32919 Υπουργική Πράξη.
  • Αθανασία Χαλκιοπούλου, πρωτοβάθμια. Διορίστηκε από το Υπουργείο στις 25 Σεπτεμβρίου 1895 και απολύθηκε «ως μη δυναμένη να εργάζεται επωφελώς εις Κρανίδιον» μετά από εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου. Πράξη Υπουργού 1832/25 Ιανουαρίου 1906, Φ.Ε.Κ. 24/27 Ιανουαρίου 1906.
  • Κυριακούλα Καθήκουρη, δευτεροβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1902, μετά την παραίτηση, με αίτησή της, από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Άνω Βόλου, με την Υπουργική απόφαση 22582/13 Δεκεμβρίου 1902, Φ.Ε.Κ. 310/16 Δεκεμβρίου 1902 και είχε τότε 12 /ετή υπηρεσία. Στη συνέχεια πήρε μετάθεση «εις το 1οΔημοτικό Σχολείο Θηλέων Ύδρας» σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 14270 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.203/9 Σεπτεμβρίου 1908. Από το παραπάνω σχολείο απολύθηκε «δι’ ανεπάρκειαν περί την εκπλήρωσιν των εαυτής καθηκόντων», με την υπ’ αριθμ. 10960 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 89/18 Μαΐου 1912.
  • Μαρία Φωστίνη, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε με εισήγηση του Δημοτικού Συμβουλίου και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 397/26 Ιανουαρίου 1906 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας Σ. Βάρβιογλη «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου». Στις 22 Σεπτεμβρίου 1913 πήρε απόσπαση από το 1Ο 3/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου.
  • Ελένη Μίληση, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου σύμφωνα με την υπ’αριθμ.4455 απόφαση της Νομαρχίας στις 23 Οκτωβρίου 1908.
  • Α(ν)δριανή Αντώνιζα, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε στο Σχολείο με μετάθεση στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 σύμφωνα με την 32959 Υπουργική Πράξη.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Δημοτικού Συμβουλίου, πρότεινε με την από 11 Νοεμβρίου 1902 πράξη του τον διορισμό στο (1ο) πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου της διδασκάλισσας Ελένης Γκιώνη, η οποία ήταν η πρώτη διδασκάλισσα του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Διδύμων. Η ανωτέρω εκπαιδευτικός υπηρετούσε τότε στην Κορινθία (Αθίκια και Άσσο).

 

Μαρία Β. Φωστίνη

 

Γεννήθηκε στο Κρανίδι στις 4 Απριλίου 1886. Ήταν η τέταρτη κόρη της εξαμελούς οικογένειας ευσεβών γονέων του καπετάν Βασίλη Φωστίνη και της Μαρίνας, κόρης του Αναγνώστη Παπαδία. Περάτωσε τις βασικές της σπουδές στην ιδιαίτερη πατρίδα της και φοίτησε στη συνέχεια στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Με την υπ’αριθμ.397/26 Ιανουαρίου 1906 πράξη του Νομάρχη Αργολίδας διορίζεται στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου».

Τη σχολική χρονιά 1913-1914 τοποθετήθηκε με απόσπαση στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου. Όπως πληροφορηθήκαμε ζήτησε την απόσπαση, προκειμένου να βρίσκεται κοντά με την αδελφή της η οποία ήταν παντρεμένη και διέμενε στο Πορτοχέλι. Αργότερα επανήλθε στο Κρανίδι. Ήταν αδελφή του μεγάλου Ιεράρχη, μακαριστού Παντελεήμονα Φωστίνη, τον οποίο ακολούθησε στη Μητρόπολή του φεύγοντας από το Κρανίδι. Υπήρξε η πρώτη πρόεδρος της «Φιλοπτώχου αδελφότητος Κυριών Κρανιδίου ο Άγιος Παντελεήμων» με τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία το Δεκέμβριο του 1976.[1] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Αρρένων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900 – 1915) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Εισαγωγή

 

Η αρχή του 20ου αιώνα βρίσκει το Κρανίδι να έχει δύο Δημοτικά Σχολεία για τα αγόρια ένα πλήρες (τετρατάξιο) και ένα κοινό (διτάξιο), ενώ η πόλη είχε τότε τρεις χιλιάδες τετρακοσίους εξήντα οκτώ (3.468) κατοίκους. Έτσι το σύνολο των μαθητών (άρρενες) και των δύο σχολείων ήταν το 10% και πλέον του πληθυσμού της πόλης.

 

1ο (πλήρες) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων

 

Οι δημοδιδάσκαλοι

  • Ιωάννης Στρίγκος, πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με πρώτο διορισμό στο Κρανίδι στις 7 Σεπτεμβρίου 1886. Η απόλυσή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 297/12 Δεκεμβρίου 1914.
  • Δ. Τσαμαδός, πρωτοβάθμιος με διορισμό από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 20 Οκτωβρίου 1901, ενώ λίγο αργότερα απεβίωσε.
  • Γεώργιος Παπαπροκοπίου, πρωτοβάθμιος, με μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων «εις το εν Κρανιδίω πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων προς το συμφέρον της εκπαιδεύσεως και τη συγκατεθέσει του αρμοδίου Δημοτικού Συμβουλίου». Φ.Ε.Κ.234/29 Ιουλίου (ή Σεπτεμβρίου) 1900/Πράξη Υπουργού 17272/29 Ιουλίου 1900.

Με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από την τοποθέτησή του το Εποπτικό Συμβούλιο στη νθ’ (59) πράξη της 28ης Σεπτεμβρίου 1902 εξετάζει την αναφορά του Διευθυντή του Σχολείου Κρανιδίου Ιωάννη Στρίγκου, ο οποίος περιέγραψε τη γενική εικόνα και συμπεριφορά του εριστικού και απρόσεχτου δημοδιδασκάλου Γεωργίου Παπαπροκοπίου. Έτσι ο ανωτέρω με την Υπουργική Πράξη 2179/4 Δεκεμβρίου 1902 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.299/5 Δεκεμβρίου 1902 απολύεται από το Δημοτικό Σχολείο Κρανιδίου καθώς «ανωμαλίας περί τα οικονομικά του ιδιωτικού του βίου και το γόητρον αυτού εν Κρανιδίω κατέρριψαν και εις διάστασιν αυτόν προς τους συναδέλφους του περιήγαγον και εις ασέβειαν προς τας προϊσταμένας του αρχάς ώθησαν».

  • Βασίλειος Σκλιάς, δευτεροβάθμιος. Με την υπ’ αριθμ. λζ΄(37) πράξη της 6ης Σεπτεμβρίου 1900 παρ.3 το Εποπτικό Συμβούλιο αποφάσισε τη μετάθεση του δημοδιδασκάλου από το πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου «εις το κοινό» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Η μετάθεση δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.227/22 Σεπτεμβρίου 1900 και η σχετική με αρ. 16563 Υπουργική απόφαση τού κοινοποιήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1900.
  • Ανδρέας Αδαμόπουλος, πρωτοβάθμιος. Μετάθεση από το πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο κοινό Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου (Φ.Ε.Κ.276/18 Νοεμβρίου 1900). Η νέα μετάθεση από το 2ο (κοινό) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων στο 1ο (πλήρες) μετά από πρόταση του Επιθεωρητή, δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.140/23 Ιουνίου 1912 κα του κοινοποιήθηκε με την υπ’αριθμ.17264 Υπουργική απόφαση, που υπέγραφε ο αντιβασιλεύς Κωνσταντίνος.
  • Σ. Γεωργακόπουλος, δευτεροβάθμιος. Διορισμός από το Υπουργείο στις 17 Φεβρουαρίου 1898 με προϋπηρεσία 6 έτη, 7 μήνες, 11 ημέρες. Μέχρι το 1913 υπηρετεί το σχολείο.
  • Δ. Αντωνόπουλος, δευτεροβάθμιος. Διορισμός από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 29 Ιανουαρίου 1903. Είχε τότε προϋπηρεσία 1 έτος, 6 μήνες, 3 ημέρες.
  • Ιωάννης Παπούλιας. Διορίστηκε από το Υπουργείο στις 27 Ιανουαρίου 1914 και παραιτήθηκε με την υπ’αριθμ.22284 Υπουργική Πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1916.
  • Αθανάσιος Βήχος, τριτοβάθμιος. Διορίστηκε από τη Νομαρχία με την υπ’αριθμ.1990 πράξη του Νομάρχη στις 6 Φεβρουαρίου 1915 και η παραίτησή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 165/29 Αυγούστου 1917.
  • ; Γερασίμου, πρωτοβάθμια. Διορίστηκε από τη Νομαρχία με την υπ’ αριθμ. 19003 πράξη στις 30 Νοεμβρίου 1915 και η απόλυσή της δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 247/5 Νοεμβρίου 1916. Η Γερασίμου, καθώς φαίνεται, ήταν η πρώτη γυναίκα εκπαιδευτικός που διορίστηκε στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

 

Ιωάννης Αντ. Στρίγκος

 

Αντώνιος Στρίγκος

Τον ανωτέρω δημοδιδάσκαλο θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως το κεντρικό πρόσωπο της εκπαιδευτικής ζωής του Κρανιδίου εκείνων των χρόνων. Ήταν το πρώτο από τα εννέα παιδιά, πέντε αγόρια (Γιάννης, Γιώργος, Ανδρέας, Νίκος, Παναγιώτης και τέσσερα κορίτσια (οι δίδυμες Βενετσιάνα – Σταματίνα, Μαρίκα, Μαρία) του ιερέα και διδασκάλου Αντωνίου Ιωαν. Στρίγκου και της Αικατερίνης, το γένος Πουλή.

Γεννήθηκε στο Κρανίδι τη 10/ετία του 1860 και για δυόμιση χρόνια φοίτησε στην Ιατρική Σχολή. Η μητέρα, όμως, πάντα του έλεγε ότι τα χρόνια είναι πολλά και έπρεπε να δουλέψει, για να βοηθήσει την πολυμελή οικογένεια. Έτσι αναγκάστηκε να αφήσει την ιατρική και να γίνει δάσκαλος. Διορίστηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1886 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του. Το 1892 με την υπ’ αριθμ. 23556/20 Οκτωβρίου 1892 Υπουργική Πράξη του ανατέθηκε η διεύθυνση του Σχολείου. Απολύθηκε μετά από 28 χρόνια υπηρεσίας κατόπιν εισήγησης του Εποπτικού Συμβουλίου (Πρακτικό 5ο/18 Οκτωβρίου 1914, Πράξη 3), επειδή ασθένησε σοβαρά και έπαιρνε συχνές άδειες. Τη σχετική γνωμάτευση «ότι πάσχει εκ χρονίας βρογχίτιδος και λαρυγγίτιδος… με σωματική εξάντλησιν» υπογράφουν οι γιατροί Κρανιδίου Π. Δέδες και Δ. Τσαμαδός. Έτσι απολύθηκε από την υπηρεσία και η απόλυσή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.297/12 Δεκεμβρίου 1914. Παλαιοί Κρανιδιώτες ομολογούν πως ο εκπαιδευτικός αυτός «ανέστησε» και διαπαιδαγώγησε γενεές ολόκληρες παιδιών του Κρανιδίου. Για τον λόγο αυτό όλη η πόλη γνώριζε «τον Γιάννη το δάσκαλο» και ιδιαίτερα τον σέβονταν και τον αγαπούσαν, αλλά και ο ίδιος με κάθε τρόπο και μέσο που διέθετε εκδήλωνε την αγάπη και το ενδιαφέρον προς τους συμπολίτες του. Τη γυναίκα του τη φώναζαν «δασκαλίνα» και ήταν φίλη της γιαγιάς του παπα – Γκίκα. Είχαν ένα γιο τον Αντώνη που απεβίωσε το 1979. Το σπίτι τους ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα. Και μία τελευταία λεπτομέρεια: Ο Γιάννης Στρίγκος ήταν πρώτος ξάδελφος της μητέρας του δασκάλου Μιχαήλ Παπαβασιλείου.

 

Οι μαθητές (ενδεικτικά):

 

  • Σχολικό έτος: 1904-1905

Εγγραφέντες: Α΄ εξήντα επτά (67), Β΄ πενήντα (50), Γ΄ σαράντα εννέα (49), Δ΄ τριάντα (30), Ε΄ εννέα(9)

Φοιτήσαντες: Α΄ εξήντα δυο (62), Β΄ πενήντα (50), Γ΄ σαράντα οκτώ (48), Δ΄ είκοσι εννέα (29),Ε΄ εννέα (9)

Σύνολο: 205/198

  • Σχολικό έτος: 1905-1906

Φοιτώντες: Α΄ εβδομήντα τρεις (73), Β΄ πενήντα τέσσερις (54), Γ΄ σαράντα τρεις (43), Δ΄ τριάντα πέντε (35), Ε΄ τέσσερις (4)

Εξετασθέντες: Α΄ ογδόντα ένας (81), Β΄ πενήντα έξι (56), Γ΄ τριάντα έξι (36), Δ΄ τριάντα τέσσερις(34), Ε΄ τρεις (3)

Σύνολο: 209/210

  • Σχολικό έτος: 1906-1907

Φοιτώντες: Α΄ ογδόντα εννέα (89), Β΄ εξήντα επτά (67), Γ΄ σαράντα έξι (46), Δ΄ σαράντα ένας (41), Ε΄ δώδεκα (12)

Εξετασθέντες: Α΄ εβδομήντα πέντε (75), Β΄ πενήντα επτά (57), Γ΄ σαράντα (40), Δ΄ είκοσι εννέα (29), Ε΄ τρεις (3)

Σύνολο: 245/204

  • Σχολικό έτος: 1907-1908

Φοιτώντες: Α΄ εκατόν πέντε (105), Β΄ σαράντα εννέα (49), Γ΄ τριάντα επτά (37), Δ΄ είκοσι τρεις (23)

Εξετασθέντες: Α΄ εκατόν έξι (106), Β΄ πενήντα πέντε (55), Γ΄ σαράντα δύο (42), Δ΄ τριάντα δύο (32)

Σύνολο: 214/235

Γενικά ο Μέσος Όρος των μαθητών κατά την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα κυμάνθηκε από 190/235 μαθητές. Επίσης, σύμφωνα με την έρευνά μας, σώζονται, μεταξύ άλλων βιβλίων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, το Μαθητολόγιο και ο Γενικός Έλεγχος έτους 1904.

 

Το διδακτήριο

 

Το Σχολείο στεγαζόταν στην Καποδιστριακή Σχολή της πόλης -περιοχή «Τερψιθέα»[1]– στη θέση που σήμερα βρίσκεται το 1ο Δημοτικό Σχολείο. Φαίνεται, ακόμη, ότι επειδή το διδακτήριο δεν επαρκούσε για τη στέγαση των μαθητών, νοικιαζόταν, για κάποια χρόνια, και μια ιδιωτική οικία ιδιοκτησίας Σπύρου Γεωργακόπουλου (Γεωργόπουλου) με μηνιαίο μίσθωμα εξήντα δραχμές (60 δρχ.).

 

Ο εξοπλισμός (όργανα και σκεύη)

 

Σύμφωνα με την απογραφή των τελευταίων ετών της 10/ετίας το σχολείο είχε:

  1. Θρανία: επτά + δεκαπέντε (7+15)
  2. Έδρες: τρεις (3)
  3. Τραπέζι: ένα (1)
  4. Μαυροπίνακες: τέσσερις (4)
  5. Οκρίβαντες: δύο (2) (τρίποδο υποστήριγμα)
  6. Χάρτες: τέσσερις + ένας (4+1)

 

 2ο (κοινόν) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων

 

Οι δημοδιδάσκαλοι

 

  • Ανδρέας Αδαμόπουλος, πρωτοβάθμιος. Τοποθετήθηκε με μετάθεση από το «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στις 18 Νοεμβρίου 1900 και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια.
  • Βασίλειος Σκλιάς, δευτεροβάθμιος. Τοποθετήθηκε με μετάθεση από το «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου/Φ.Ε.Κ. 227/22 Σεπτεμβρίου 1900.

Οι ως άνω δημοδιδάσκαλοι φαίνεται ότι ήσαν οι πρώτοι που τοποθετήθηκαν στο «Κοινό» 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου με τη σύστασή του.

  • Αλ. Κυριακόπουλος, πρωτοβάθμιος. Διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 8534 πράξη της Νομαρχίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1912 έχοντας προϋπηρεσία 7 έτη και 10 μήνες.
  • Μαρία Τακούση, (προσωρινή), τριτοβάθμιος. Διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 20209/3 Σεπτεμβρίου 1915 πράξη της Νομαρχίας. Απελύθη με την υπ’ αριθμ. 28350/1 Σεπτεμβρίου 1916 πράξη του Υπουργείου;

 

Οι μαθητές (ενδεικτικά):

 

  • Σχολικό έτος: 1904-1905

Εγγραφέντες: Α΄ πενήντα δύο (52), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τέσσερις (24), Δ΄ δέκα εννέα (19)

Φοιτήσαντες: Α΄ πενήντα δύο (52), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τρεις (23), Δ΄ δεκαέξι (16)

Σύνολο:129/125

  • Σχολικό έτος: 1905-1906

Φοιτώντες: Α΄ σαράντα πέντε (45), Β΄ τριάντα εννέα (39), Γ΄ είκοσι επτά (27), Δ΄ είκοσι (20)

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα ένας (44), Β΄ σαράντα (40), Γ΄ είκοσι επτά (27), Δ΄ δέκα εννέα(19)

Σύνολο:131/131

  • Σχολικό έτος: 1906-1907

Φοιτώντες: Α΄ σαράντα τρεις (43), Β΄ τριάντα έξι (36), Γ΄ τριάντα ένας (31), Δ΄ δέκα έξι (16)

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα ένας (41), Β΄ τριάντα τρεις (33), Γ΄ είκοσι οκτώ (28), Δ΄ δέκα (10)

Σύνολο: 126/112

  • Σχολικό έτος: 1907-1908

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα τέσσερις (44), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τρεις (23), Δ΄ δεκατρείς(13)

Εγγραφέντες: Α΄ πενήντα (50), Β΄ τριάντα εννέα (39), Γ΄ είκοσι τέσσερις (24), Δ΄ δεκαέξι (16)

Σύνολο:114/129

Γενικά ο Μέσος Όρος των μαθητών κατά την πρώτη 10/ετία κυμάνθηκε από 125/129 μαθητές. Επίσης, σύμφωνα με την έρευνά μας, σώζονται, μεταξύ άλλων υπηρεσιακών βιβλίων του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, το Μαθητολόγιο και ο Γενικός Έλεγχος έτους 1900.

 

Το διδακτήριο

 

Το σχολείο, σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες, στεγαζόταν για μια πενταετία, από τις 5 Σεπτεμβρίου 1902 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 1907) στην ιδιωτική οικία του Κυριάκου Σκρεπετού με μηνιαίο μίσθωμα πενήντα δραχμές (50 δρχ.).

Εν τούτοις ακολουθώντας τη βιβλιογραφία και τις γραπτές μαρτυρίες το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – τύπου Καλλία (Συγγρού), του οποίου η πρώτη μειοδοτική δημοπρασία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1900, φαίνεται να ολοκληρώθηκε το 1905 και να πρωτολειτούργησε το σχολικό έτος 1906-1907. Σύμφωνα με έντυπο[2] (1910) του Υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Υ.Ε.Δ.Ε.) του Γραφείου Αρχιτεκτόνων το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου είναι 2/τάξιο, χωρητικότητας διακοσίων επτά (207) μαθητών, με δαπάνη κατασκευής είκοσι έξι χιλιάδες τριακόσιες πενήντα δύο δραχμές (26.352 δρχ.). Το οικόπεδο αγοράστηκε πέντε χιλιάδες (5.000 δρχ.), ενώ το ενοίκιο που θα καταβαλλόταν θα ήταν τριακόσιες εξήντα δραχμές (360 δρχ.) κατ’ έτος. Την ανακοίνωση έκανε ο Υπουργός (Σπ. Στάης) στη Βουλή, όπου υπέβαλλε και τον σχετικό πίνακα.

 

Ο εξοπλισμός (όργανα και σκεύη)

 

Σύμφωνα με την απογραφή των τελευταίων ετών της 10/ετίας το σχολείο διέθετε:

  1. Θρανία: είκοσι τρία (23)
  2. Τραπέζι: ένα (1)
  3. Έδρα: μία (1)
  4. Μαυροπίνακες: δύο (2)

 

Οι επιθεωρητές

 

Από το 1900 έως το 1911 επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων Αργολίδας ήταν ο Ιωάννης Μεγαρεύς. Από το σχολικό έτος 1911-1912 στη θέση του τοποθετήθηκε ο Δημήτριος Μαυροκέφαλος. Τέλος από το σχολικό έτος 1915-1916 επιθεωρητής αναλαμβάνει ο Αθανάσιος Παπαϊωάννου.

 

Υποσημειώσεις


[1]Η περιοχή «Τερψιθέα», σύμφωνα με την περιγραφή παλαιών Κρανιδιωτών, ήταν μια όμορφη τοποθεσία που φύτρωναν αγριοπιπεριές και αγριοτρανταφυλλιές.

[2]Το αναφερόμενο έντυπο του Υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Υ.Ε.Δ.Ε.) του Γραφείου Αρχιτεκτόνων περιελάμβανε πίνακες με τις δαπάνες ανέγερσης διδακτηρίων σύμφωνα με τον νόμο ΒΤΜΘ΄(2349) του 1895.

 

Πηγές


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, «Υλικό αταξινόμητο».
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας, «Μητρώον Εκπαιδευτικών».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα (1900-1909) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Η ανατολή του 20ου αιώνα βρίσκει τα Δίδυμα να έχουν δύο Δημοτικά Σχολεία ένα για τα αγόρια κι ένα για τα κορίτσια. Στεγάζονταν σε δύο διδακτήρια «τύπου Συγγρού», των Αρρένων ως 2/τάξιο (1900) και των Θηλέων ως μονοτάξιο (1901).

 

Διδάσκαλοι

 

  • Γεώργιος Παπαπροκοπίου: Πρωτοβάθμιος διδάσκαλος. Μετατέθηκε «προς το συμφέρον της εκπαιδεύσεως και τη συγκαταθέσει του αρμοδίου Δημοτικού Συμβουλίου» με την υπ’ αριθμ. 17272/29 Σεπτεμβρίου 1900 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.234/29 Σεπτεμβρίου 1900 στο Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου ήταν εκπαιδευτικός ιδιόρρυθμος εξαιρετικά εριστικός και τακτικά απασχολούσε την υπηρεσία με την συμπεριφορά του. Για τον λόγο αυτό ήταν συχνές οι απολύσεις και οι δυσμενείς μετακινήσεις του.
  • Γεώργιος Τζινιέρης: Φαίνεται πως διορίστηκε στο σχολείο το 1901 μετά τον Γεώργιο Παπαπροκοπίου. Ο Γεώργιος Τζινιέρης απολύθηκε από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων τον μεθεπόμενο χρόνο, 1903, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Ξγ΄(63)/10 Σεπτεμβρίου 1903 πράξη του Εποπτικού Συμβουλίου.
  • Δημήτριος Παπαδήμας: Διδάσκαλος «Γ΄ τάξεως». Τοποθετήθηκε με την υπ’ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του Υπουργείου που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894 και κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 3 Σεπτεμβρίου 1894. Αφού διορίστηκε στο σχολείο της Κουνουπίτσας Μεθάνων ζήτησε μετάθεση «δι’ άλλο σχολείον» για λόγους υγείας. Μετατέθηκε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων και παρέμεινε μέχρι τις 15 Ιουνίου 1908, οπότε, σύμφωνα πάντα με το σχετικό έγγραφο, απεβίωσε. Από τις έρευνές μας διαπιστώσαμε ότι ο Δημ. Παπαδήμας το σχολικό έτος 1888-1889 απολύθηκε με βαθμό «λίαν καλώς» 8 από την Γ΄ τάξη του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου. Ήταν τότε 14 χρόνων, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, με Σχολάρχη τον Βαρθολομαίο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος υπογράφει και το απολυτήριό του. Τέλος, σύμφωνα με πληροφορία που μας έδωσε ο αγαπητός φίλος Θανάσης Τσατσαρός, διδάσκαλος, ο Δημήτριος Παπαδήμας ήταν αδελφός της γιαγιάς του, Όλγας Χατζίκου.

Για τους ανωτέρω διδασκάλους το Εποπτικό Συμβούλιο με την υπ’ αριθμ. Νη΄(58η)/30 Ιουνίου 1902 αποφαίνεται ότι: Η εργασία των δύο διδασκάλων των Διδύμων, σύμφωνα με την αναφορά του επιθεωρητή Ιωάννη Μεγαρέα, του μεν Δημητρίου Παπαδήμα, δεν ήταν καλή και «ιδίως εν τη αναγνώσει της Α΄ τάξεως». Οι μαθητές με μεγάλη δυσκολία μπορούν να ενώσουν σε συλλαβάς τα γράμματα ακόμη και στις ανώτερες τάξεις. Αλλά ούτε και του άλλου διδασκάλου, Γεωργίου Τζινιέρη, η εργασία που παρουσίασε κρίνεται ικανοποιητική. «Δια τούτο μόνον απόλυσις του ταιριάζει». Τελικά ο Γεώργιος Τζινιέρης απολύθηκε, ενώ ο Δημήτριος Παπαδήμας συνέχισε να εργάζεται και τα επόμενα χρόνια με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία.

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

  • Χρήστος Δήμας: Πρωτοβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε με πρώτο διορισμό στο Σχολείο από το Εποπτικό Συμβούλιο στις 19 Σεπτεμβρίου 1903. Απολύθηκε με την υπ’ αριθμ. 2039/30 Ιανουαρίου 1907 Υπουργική πράξη, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.25/8 Φεβρουαρίου 1907 που του κοινοποιήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1907. Η απόλυση έγινε με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου με την υπ’ αριθμ. Πθ΄(89)/15 Ιανουαρίου 1907 πράξη του, «διότι κατετάχθην εν τω Στρατώ».
  • Γεώργιος Πέτρου: Δευτεροβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε «εις το εν Διδύμοις πλήρες Δημοτικόν Σχολείον αρρένων επί βαθμώ και μισθώ καθορισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου». Η τοποθέτηση έγινε με την υπ’ αριθμ. 7577/23 Δεκεμβρίου 1906 πράξη του Νομάρχη Αργολίδας που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.17/2 Ιανουαρίου 1907 και του κοινοποιήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1907. Είχε τότε προϋπηρεσία 5 έτη, 11 μήνες, 11 ημέρες.
  • Δημήτριος Πετράκης: Τριτοβάθμιος διδάσκαλος. Τοποθετήθηκε στο σχολείο με πρώτο διορισμό στις 19 Φεβρουαρίου 1908 και εισήγηση του Δημοτικού Συμβουλίου.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σχολεία «Συγγρού» ή «Τύπου Καλλία» στον Δήμο Ερμιονίδας


 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που περιέχονται στο «Τμήμα των Αρχείων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που βρίσκεται κατατεθειμένο στις Τεχνικές Υπηρεσίες της Νομαρχίας Αργολίδας» από τα δεκαέξι σχολεία «Συγγρού» που κατασκευάστηκαν στον Νομό την περίοδο 1898 – 1910, τα τέσσερα ανήκουν στην επαρχία Ερμιονίδας. Πρόκειται για τα διδακτήρια:[1]

 

  • Διδύμων (Διτάξιο, 1900)
  • Διδύμων (Μονοτάξιο, 1901)
  • Ερμιόνης (Διτάξιο, 1903)
  • Κρανιδίου (Διτάξιο, 1905)

 

Ειδικότερα στα σχετικά Φ.Ε.Κ. αλλά κυρίως στο έντυπο του «Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως- Γραφείον Αρχιτεκτόνων» που περιλαμβάνει τους πίνακες που εμφανίζουν «την δαπάνην των προς ανέγερσιν διδακτηρίων της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1897-1909» και σύμφωνα με τον νόμο ΒΤΜΘ΄ (2349)/1895 αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία για τα σχολεία της επαρχίας μας.[2]

 

  • Δήμος Διδύμων

 

Διδύμων Αρρένων: Διτάξιο (τύπου Γ΄), χωρητικότητα 102 μαθητές, δαπάνη κατασκευής δεκαοκτώ χιλιάδες εννιακόσιες πενήντα πέντε δραχμές (18.955 δρχ.), ετήσιο ενοίκιο «όπερ θα επλήρωνεν ο Δήμος» διακόσιες πενήντα δραχμές (250 δρχ.), «πληρωτέον ποσόν» γι’ αγορά οικοπέδου εκατόν είκοσι έξι δραχμές και πέντε λεπτά (126,05 δρχ.) Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Λαογραφικό Κέντρο των Διδύμων.

 

Σχολείο Διδύμων Αρρένων, σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Κέντρο των Διδύμων.

 

Διδύμων Θηλέων: Μονοτάξιο (τύπου Δ΄), χωρητικότητα 70 μαθήτριες, δαπάνη κατασκευής δεκαέξι χιλιάδες είκοσι πέντε δραχμές (16.025 δρχ.), ετήσιο ενοίκιο που θα πλήρωνε ο Δήμος τριακόσιες εξήντα δραχμές (360 δρχ.), ενώ η παραχώρηση του οικοπέδου έγινε δωρεάν. Ο μειοδοτικός διαγωνισμός της κατασκευής του διδακτηρίου έγινε σύμφωνα με την υπ΄αρ.4067/18 Οκτωβρίου 1901 Υπουργική απόφαση. Το μονοτάξιο διδακτήριο των Διδύμων, όπως και τα άλλα δύο του Νομού Αργολίδας της παλαιάς Επιδαύρου και του Λυγουριού, κατεδαφίστηκε λόγω κακής κατάστασης το 1939 – 1940. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πολιτισμική γενοκτονία του ελληνισμού του Πόντου 1908-1923: μία άλλη πτυχή του διωγμού των Ελλήνων – Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος


 

Ο όρος γενοκτονία είναι ένας όρος αρκετά γνωστός καθώς τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και συχνότερα αναφορά σε αυτόν για εγκλήματα που διενεργηθήκαν κατά εθνών τον 20ο αι. με πιο γνωστά αυτά κατά των Αρμενίων το 1915 από τους νεοτούρκους και κατά των Εβραίων από τους ναζί. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι είναι σαφές στους περισσότερους το ακριβές περιεχόμενό του. Η συνήθης ερμηνεία που δίνεται είναι ότι γενοκτονία είναι η ολοκληρωτική εξόντωση ενός έθνους ή μίας εθνοτικής ομάδας.

Σύμφωνα όμως με τη «Συνθήκη περί Γενοκτονίας», που υπεγράφη στον ΟΗΕ στις 9 Δεκεμβρίου 1948, ως γενοκτονία νοείται η εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου ενεργειών με σκοπό την καταστροφή των θεμελιωδών στοιχείων διαβιώσεως των εθνικών, φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων τα οποία επιφέρουν και την εξόντωσή τους ολική ή μερική. [1] Αυτοί που διενεργούν τη γενοκτονία δεν εξοντώνουν μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι.

Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, εξοντώθηκαν μαζικά και οργανωμένα επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Αξιοσημείωτο είναι πως σύμφωνα με τη συνθήκη η απώλεια της ζωής δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τον ορισμό μίας γενοκτονίας. Αυτό μάλιστα αποτελεί τη χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ της γενοκτονίας και του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Πρόκειται για ένα έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση μόνο με πολεμικές συγκρούσεις αλλά μπορεί να λάβει χώρα και σε καιρό ειρήνης. Η γενοκτονία αποτελεί βαριά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως το δικαίωμα στη ζωή, στη σωματική ακεραιότητα στην προσωπική ελευθερία και στην οικογενειακή εστία, δηλ. περιλαμβάνονται στη γενοκτονία και ο εκτοπισμός, οι καταστροφές των σπιτιών και η βίαιη αλλαγή της θρησκείας. Οποιαδήποτε παραβίαση των ανωτέρω δικαιωμάτων αποτελεί υπό κάποιες προϋποθέσεις γενοκτονία.[2]

Υπάρχουν όμως και άλλα δικαιώματα που θεωρούνται ζωτικά. Ο Ραφαήλ Λέμκιν, εισηγητής του όρου, αρχικά υποστήριξε ότι υπάρχουν οκτώ είδη γενοκτονίας: η φυσική, η βιολογική, η πολιτιστική, η πολιτική, η κοινωνική, η θρησκευτική, η ηθική και η οικονομική. Αυτές, στη συνέχεια, συνοψίστηκαν σε τρεις: τη φυσική, τη βιολογική και την πολιτιστική, που περιέλαβε την πολιτική, την κοινωνική, την θρησκευτική, την ηθική και την οικονομική.[3]

Στο προσχέδιο της Συνθήκης ως Πολιτιστική Γενοκτονία οριζόταν: α) η αναγκαστική μεταφορά παιδιών σε άλλη ομάδα (έγινε δεκτή η περίπτωση αυτή μετά από αγώνα της ελληνικής αντιπροσωπείας), στην οποία περιλαμβάνεται και η περίπτωση της βίαιης αλλαγής της θρησκείας τους, όπως και η κατήχηση κατά του έθνους τους προκειμένου να το μισήσουν, β) η βίαιη και συστηματική απομάκρυνση των αντιπροσωπευτικών μορφωτικών στοιχείων της ομάδας, όπως οι πνευματικοί, πολιτικοί και οικονομικοί ταγοί της, γ) η απαγόρευση της χρήσης της εθνικής γλώσσας ακόμη και στις ιδιωτικές σχέσεις, δ) η συστηματική καταστροφή βιβλίων στην εθνική γλώσσα ή θρησκευτικών έργων ή απαγόρευσης έκδοσης νέων, όπως και η καταστροφή εγγράφων και ε) η συστηματική καταστροφή ή απαγόρευση χρήσης σχολείων, εκκλησιών, βιβλιοθηκών και ιδρυμάτων, αλλά και θρησκευτικών, ιστορικών, καλλιτεχνικών κ. ά. μνημείων, όπως και αντικειμένων προορισμένων για τη λατρεία και ιστορικών εγγράφων. Ουσιαστικά δηλ. καθορίζονταν όλες εκείνες οι ενέργειες που τείνουν στην καταστροφή των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών μίας ομάδας. Όμως επειδή υπήρχαν διαφωνίες εάν η πολιτιστική γενοκτονία έπρεπε να περιληφθεί στις περιπτώσεις γενοκτονίας, τελικώς απορρίφθηκε η πρόταση αυτή με την επισήμανση ότι θα εξασφαλιζόταν η αναγνώριση της πολιτιστικής γενοκτονίας στην παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[4]

Η διάσταση αυτή, της πολιτισμικής δηλ. Γενοκτονίας, απουσιάζει γενικώς ως ξεχωριστό αντικείμενο έρευνας από την έρευνα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου καθώς τις περισσότερες φορές αναφέρονται παρεπιπτόντως και δευτερευόντως στις περιπτώσεις αυτές. Και είναι αναμενόμενο καθώς η μεγάλη σε έκταση και ένταση γενοκτονία των Ποντίων της κύριας περιόδου διώξεώς τους, δηλ. της περιόδου 1916-1923, επισκιάζει την πολιτισμική γενοκτονία που επιτελέσθηκε παράλληλα, αλλά και νωρίτερα αυτής της περιόδου. Αρκετοί ερευνητές πάντως εντάσσουν την περίοδο από την επικράτηση των νεοτούρκων το 1908 έως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ή έως την έναρξη των μαζικών διωγμών των Ελλήνων στον Πόντο, δηλ. έως το 1916, στην περίοδο της γενοκτονίας θεωρώντας την ως την πρώτη φάση της γενοκτονίας, βασιζόμενοι όμως κυρίως σε στοιχεία που στοιχειοθετούν πολιτισμική γενοκτονία στις περισσότερες περιπτώσεις. Δηλ. στα μέτρα που έλαβε η νεοτουρκική κυβέρνηση κατά των ελληνικών σχολείων, της διοικούσας εκκλησίας και της οικονομικής και πολιτικής υπόστασης των Ελλήνων, καθώς και οι διώξεις Ελλήνων και ο βίαιος εξισλαμισμός, κυρίως Ελληνίδων και παιδιών.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας.

 

Οι νεότουρκοι αμέσως μετά την επικράτηση του κινήματος τους έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκτουρκισμού της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά τα όσα θεωρητικά διακήρυσσαν έως τότε περί ισότητας και αδελφοσύνης των εθνών της Αυτοκρατορίας. Το αρχικό σχέδιο που εφάρμοσαν είχε ως στόχο τον εκτουρκισμό της χώρας με έμμεσο σε ένα βαθμό και όχι τόσο μαζικά βίαιο τρόπο προκειμένου να μην προκαλέσει την αντίδραση και των ίδιων των εθνών της αυτοκρατορίας, αλλά και των ομοεθνών κρατών τους και των Μ. Δυνάμεων.

Η εκτουρκιστική πολιτική, που σε αυτή τη φάση είχε ως κύριο στόχο τους Έλληνες επιδιώκοντας τη συνολική αποδυνάμωσή τους (πολιτική, οικονομική και πληθυσμιακή), επιχειρούνταν να επιτευχθεί και νομιμοφανώς μέσω της κατάργησης των προνομίων πρωτίστως με τη μείωση της δυνατότητας της πολιτικής τους αντιπροσώπευσης, με την υποβάθμιση και εντέλει κατάργηση του πολιτειακού ρόλου του Οικουμενικού Πατριάρχη ως εκπροσώπου των Ρωμιών και κυρίως με τις παρανομίες στις εκλογές που ακύρωσαν την πιθανότητα αναλογικής εκπροσώπευσής τους στην οθωμανική πολιτική ζωή, με τον ανθελληνικό εμπορικό αποκλεισμό και με τη στρατολόγηση και δευτερευόντως με την παρέμβαση στην εκπαίδευση, με την απαγόρευση ίδρυσης εθνικών συλλόγων και με ποικίλες διώξεις και βιαιότητες.[5]

Οι νεότουρκοι πολύ νωρίς, από τον Αύγουστο του 1908, φανέρωσαν τους εκτουρκιστικούς τους σκοπούς όχι μόνο ορίζοντας στο νέο σύνταγμα την τουρκική ως επίσημη γλώσσα, αλλά επιβάλλοντάς την ως υποχρεωτική στην κατώτερη και μέση εκπαίδευση, σε αντίθεση με τις διακηρύξεις τους περί οθωμανικής εθνότητας, την οποία υποτίθεται ότι αυτή η επιβολή υπηρετούσε. [6] Σε αυτή την πρώτη φάση έδωσαν ιδιαίτερη βάση στο ρόλο της εκπαίδευσης στο εκτουρκιστικό τους σχέδιο, καθώς το Σεπτέμβριο του 1908 έλαβαν απόφαση για «εθνική ισοπέδωση», για αφομοίωση δηλ., όλων των λαών κάτω από την «εθνική ιδέα της οθωμανικής (βλ. τουρκικής) πατρίδας έναντι των θρησκευτικών διαφορών», μέσω των σχολείων. [7] Αυτή η πολιτική σύντομα τέθηκε σε σταδιακή εφαρμογή με την κατάργηση των προνομίων στην εκπαίδευση, γεγονός που αποξένωνε το Πατριαρχείο από την εκπαίδευση των Ελλήνων και το οποίο είχε ως συνέπεια την επιβολή της τουρκικής γλώσσας και στα ελληνικά σχολεία, τον απ’ ευθείας έλεγχο των σχολείων από το υπουργείο Παιδείας, παρακάμπτοντας τις κατά τόπους αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές, και την εκδίωξη των δασκάλων Ελληνικής Υπηκοότητας. Η άμεση παρέμβαση των οθωμανικών αρχών στα εκπαιδευτικά ζητήματα σήμαινε και τη συνεχή και αδικαιολόγητη έγερση εμποδίων στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων.[8]

 

Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος. Φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα που απεικονίζει το κτήριο που στέγασε το Φροντιστήριο Τραπεζούντας κατά την τελευταία περίοδο λειτουργίας του (1902-1921).

 

Έτσι, από την αρχή του σχολικού έτους 1908-9 το υπουργείο Παιδείας παρακάμπτοντας τις κατά τόπους εκκλησιαστικές αρχές απευθύνθηκε κατ’ ευθείαν στα σχολεία ζητώντας στατιστικά στοιχεία.[9] Παράλληλα άρχισαν να επιθεωρούν τα σχολεία επιθεωρητές του Υπουργείου Παιδείας, δίχως άδεια, απαιτώντας περισσότερες πληροφορίες άμεσα από το διευθυντή, ενώ παράλληλα απαγορεύθηκε η περιοδεία των κοινοτικών επιθεωρητών στα σχολεία. Επειδή όμως οι διευθυντές των σχολείων αρνούνταν να δώσουν πληροφορίες, ψηφίστηκε νόμος το 1910 που προέβλεπε την τιμωρία τους σε τέτοια περίπτωση. Με το νόμο αυτό αφαιρέθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα ελέγχου από το Πατριαρχείο και τις εφορείες και δόθηκε στο υπουργείο Παιδείας, στους επιθεωρητές και στα τοπικά εκπαιδευτικά συμβούλια, παραμένοντας μόνο θεωρητικά το δικαίωμα της ίδρυσης και διεύθυνσης των σχολείων από τις εθνικές κοινότητες, σαν να ήταν ιδιωτικά και όχι κοινοτικά. Το Πατριαρχείο περιορίστηκε μόνο στην εποπτεία του μαθήματος των Θρησκευτικών και οι εφορείες επωμίστηκαν την ευθύνη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για τη συντήρηση των σχολείων. Οι επιθεωρητές ήλεγχαν τους δασκάλους ως προς την επάρκεια και το ήθος τους και τους τιμωρούσαν μέχρι και με κλείσιμο του σχολείου. Ο νόμος επέβαλλε επιπλέον την υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας στα σχολεία των εθνοτήτων, με την επισήμανση ότι η τουρκική γλώσσα έπρεπε να διδάσκεται όπως στα κυβερνητικά σχολεία, δηλ. ως εθνική γλώσσα και όχι ως ξένη. Παράλληλα προβλεπόταν ότι οι μη Τούρκοι μαθητές, που οι γονείς τους δεν τους είχαν γράψει στα μειονοτικά σχολεία ή ήταν υπεράριθμοι λόγω έλλειψης χώρου στα σχολεία τους, θα στέλνονταν στα κυβερνητικά, όπου όμως δεν θα διδάσκονταν τη μητρική γλώσσα. Μόνο στα χριστιανικά χωριά που δεν είχαν σχολείο θα ιδρύονταν κυβερνητικά και θα γινόταν η διδασκαλία στη μητρική γλώσσα, κατά το πρόγραμμα όμως των κυβερνητικών και με παράλληλη διδασκαλία της τουρκικής.[10] Όλα αυτά τα μέτρα έδειχναν ότι οι νεότουρκοι επιδίωκαν να εφαρμόσουν με αυστηρότητα την απόφασή τους για εξαφάνιση των υπολοίπων γλωσσών προκειμένου έτσι να εκτουρκίσουν τους υπόλοιπους πληθυσμούς.[11]

 

Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, μαθητές και καθηγητές της σχολής, 1911.

 

Η εφαρμογή του εκπαιδευτικού νόμου του 1910, όπως φανερώνουν τα πολυάριθμα προξενικά έγγραφα, ήταν άμεση σε όλα τα σχολεία του Πόντου και αφορούσε όλα τα σημεία του νόμου δηλ. τον έλεγχο των σχολείων με την παράκαμψη εκκλησιαστικών αρχών, τη συλλογή πληροφοριών και στατιστικών στοιχείων και την τιμωρία δασκάλων που αρνούνταν να συμμορφωθούν. Στο πρώτο τρίμηνο του 1911 η επιθεώρηση των ελληνικών σχολείων της Τραπεζούντας από κρατικούς επιθεωρητές προκάλεσε την αντίδραση του μητροπολίτη που υπερασπίστηκε τα εκπαιδευτικά προνόμια τα οποία όμως είχαν παρακαμφθεί με τον νόμο του 1910.[12] Ανάλογη περίπτωση έχουμε την ίδια εποχή και στην Αμισό και στην Πάφρα στις οποίες παρά τις αντιδράσεις, αναγκάστηκαν τελικά να δεχτούν και την επιθεώρηση και να παρέξουν τα στατιστικά στοιχεία που τους ζητήθηκαν.[13] Η προσπάθεια άμεσου ελέγχου της ελληνικής εκπαιδεύσεως παρουσιάστηκε και στην απόφαση για επικύρωση των πτυχίων των ελληνικών σχολείων από το υπουργείο Παιδείας και όχι από το Πατριαρχείο. Έτσι, ουσιαστικά δεν αναγνωρίζονταν ως έγκυρες οι διαδικασίες απόκτησης πτυχίου σε ελληνικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση ασκούσε άμεσο έλεγχο στην απονομή πτυχίων. Η υποβάθμιση των πτυχίων επιτάθηκε με το νομοσχέδιο του 1912, κατά το οποίο απαιτούνταν εξετάσεις, και μάλιστα στην τουρκική, για την εισαγωγή στο Οθωμανικό Πανεπιστήμιο, τη στιγμή που οι απόφοιτοι των Ελληνικών Γυμνασίων της αυτοκρατορίας γίνονταν δεκτοί στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.[14]

Απολυτήριο Γυμνασίου του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, 1916.

Σημαντικότερο πρόβλημα προέκυψε με την επικύρωση των διπλωμάτων των δασκάλων των ελληνικών σχολείων, δικαίωμα που μέχρι τότε είχε μόνο το Πατριαρχείο. Η επικύρωση των διπλωμάτων ήταν και ένας τρόπος εκδίωξης των ήδη υπαρχόντων δασκάλων μη οθωμανικής υπηκοότητας καθώς από το 1909 είχαν απαγορέψει την πρόσληψη αλλοδαπών δασκάλων σε όλα τα σχολεία, θεωρώντας ότι θα έπλητταν καίρια τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων, αφού δεν υπήρχε ικανοποιητικός αριθμός δασκάλων οθωμανικής υπηκοότητας για να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες, και ότι παράλληλα θα περιοριζόταν η επαφή των υπόδουλων σχολείων με τα ελλαδικά.

Αρχικά οι οθωμανικές αρχές επέβαλαν την επικύρωση αυτή έμμεσα, ως συμπληρωματική στην κύρια επικύρωση του Πατριαρχείου, προκειμένου να απαλλαγούν οι δάσκαλοι οθωμανικής υπηκοότητας από τη στρατιωτική θητεία. Κατόπιν όμως επέβαλαν την επικύρωση ως υποχρεωτική, προκειμένου να δοθεί άδεια άσκησης του διδασκαλικού λειτουργήματος, επί τη απειλή μάλιστα της διακοπής των μαθημάτων και της αποπομπής των δασκάλων. Καθώς πολλοί μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπακούσουν στο νέο καθεστώς πολλοί δάσκαλοι παύθηκαν.[15] Στην Αμισό, όπου εφαρμόσθηκε το μέτρο το 1911, παρά την αρχική αντίδραση και του μητροπολίτη και των κατοίκων, αποδέχτηκαν τελικά τα νέα μέτρα προκειμένου να μην δημιουργηθούν περισσότερα προβλήματα.[16]

Έντονα προβλήματα δημιουργήθηκαν σε σχέση και με τις άδειες ανεγέρσεως και λειτουργίας ελληνικών σχολείων και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Αρχικά ανεστάλη η έκδοση φιρμανίων για την ανέγερση ή επισκευή σχολείων και ναών, ενώ αργότερα προβάλλονταν πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες, πολύ μεγαλύτερες από αυτές που υπήρχαν παλαιότερα και οι οποίες μπορούσαν, τουλάχιστον, να ξεπεραστούν με την παρέμβαση του Πατριαρχείου ή του ενδιαφερομένου μητροπολίτη.

Όσα σχολεία και ναοί δεν είχαν φιρμάνι ανεγέρσεως και λειτουργίας σταματούσαν τη λειτουργία τους, ενώ αφαιρούνταν και διδακτήρια διά της βίας ή μετατρέπονταν, βάσει του νόμου, σε κυβερνητικά από κοινοτικά, με αίτηση της πλειοψηφίας του χωριού ή της συνοικίας της πόλης. Επιχορήγηση μπορούσαν να λάβουν μόνο όσα σχολεία ιδρύονταν σε μη μουσουλμανικές περιοχές ως κυβερνητικά και όχι ως κοινοτικά. Με το νόμο δε του 1910 επιβλήθηκε η υποχρέωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων στη συμμετοχή στα έξοδα για ίδρυση και συντήρηση των κρατικών δηλ. τουρκικών σχολείων. Από το Σεπτέμβριο του 1913 τα κοινοτικά σχολεία θεωρούμενα ως ιδιωτικά, απώλεσαν οριστικά την εποπτεία τους από τις μητροπόλεις και ο έλεγχός τους ανατέθηκε στους κυβερνητικούς επιθεωρητές, ενώ οι δάσκαλοι διορίζονταν απ’ ευθείας από την κυβέρνηση. Επιπλέον αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας της τουρκικής, η οποία έγινε υποχρεωτική και στα παρθεναγωγεία, ενώ η ιστορία και η γεωγραφία θα διδάσκονταν στα τουρκικά, μέτρα που θα ίσχυαν και στα Γυμνάσια αρρένων και θηλέων. [17] Οι Έλληνες αντέδρασαν το 1910 και το 1911 μέσω των υπομνημάτων του Πατριαρχείου και των Ελλήνων βουλευτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. [18] Ιδιαίτερη κινητικότητα σε σχέση με την υποστήριξη των αιτημάτων του Πατριαρχείου παρουσιάσθηκε στον Πόντο το καλοκαίρι του 1911 με διαδηλώσεις και ψηφίσματα διαμαρτυρίας.[19]

Ανάμεσα στα προνόμια που κατήργησαν οι νεότουρκοι με το πρόσχημα της εκκοσμικεύσεως του οθωμανικού κράτους ήταν και οι αρμοδιότητές των εκκλησιαστικών αρχών σε ζητήματα εκκλησιαστικής δικαιοσύνης των χριστιανών (όπως γάμοι, διαθήκες, διαζύγια) και της συμμετοχής τους στην τοπική αυτοδιοίκηση. [20] Παράλληλα όμως η νεοτουρκική κυβέρνηση άρχισε να αναμιγνύεται και σε εσωτερικά θέματα της εκκλησίας, ενώ παρουσιάστηκαν πολλά φαινόμενα περιφρόνησης του ορθόδοξου κλήρου, παρεμπόδισης του έργου του από τις οθωμανικές αρχές ακόμη και φυλάκιση και προσαγωγή σε δίκη δίχως τη μεσολάβηση των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών και με ανυπόστατες κατηγορίες αλλά και παρεμβάσεις ιεροδικών σε διαθήκες και σε διαφορές συζύγων σε διαζύγια. Επιπλέον το νεοτουρκικό κράτος αμφισβήτησε με ψεύτικους τίτλους εκκλησιαστικές, μοναστηριακές και κοινοτικές ιδιοκτησίες τις οποίες επιχείρησε και πέτυχε σε ορισμένες περιπτώσεις είτε το ίδιο είτε μουσουλμάνοι ιδιώτες να τις κατάσχουν παράνομα ακόμη και μέσω δικαστικών αποφάσεων, [21] ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις καταστροφής εκκλησιών.[22]

Αυτές οι ενέργειες εντάσσονταν σε μία κλιμακούμενη ανθελληνική δράση των νεοτούρκων στον Πόντο σε όλα τα επίπεδα όπως η απαγόρευση εράνων και εισφορών προς την ανέγερση και επισκευή κοινοτικών σχολείων και εκκλησιών, η καταπάτηση ελληνικών περιουσιών [23] και η επιβολή μόνο στους χριστιανούς νέων φόρων, όπως ο φόρος επιτηδεύματος, ελαιοτριβείων ή ο φόρος 2% της αξίας των γεωργικών προϊόντων υπέρ του οθωμανικού στόλου που έως τότε ήταν προαιρετική συνεισφορά και υποχρεωτικών εισφορών κάθε είδους μόνο στους χριστιανούς,[24] και υποχρεωτικές εισφορές κάθε είδους, όπως αυτή για την κατασκευή των στρατιωτικών υποδημάτων. [25] Ιδίως ο φόρος επιτηδεύματος που επιβλήθηκε μόνο στους εμπόρους ελληνικής υπηκοότητας από το 1909 δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα, παράλληλα με τον οικονομικό αποκλεισμό που υφίσταντο.

 

Κερασούντα: Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων, 1910.

 

Οι Έλληνες έμποροι της Τραπεζούντας για να αποφύγουν τα εναντίον τους μέτρα, δέχτηκαν να καταβάλουν αυτόν τον φόρο αλλά τους ζητήθηκε να πληρώσουν για πολλά χρόνια, ως καθυστερημένους, αυτούς τους φόρους και με ποσά δυσανάλογα σε σχέση με εκείνα που πλήρωναν οι Οθωμανοί υπήκοοι, που έφταναν στο πενταπλάσιο ή και εξαπλάσιο ποσό. [26] Παρά τη δυσχερή οικονομική τους κατάσταση σχεδόν κανένας δεν άλλαξε την ελληνική του υπηκοότητα σύμφωνα με τον πρόξενο Τραπεζούντας και της Αμισού, όπου και εκεί δέχθηκαν να καταβάλλουν τον φόρο μολονότι ήταν εξισωμένοι με τους πολίτες των ευρωπαϊκών δυνάμεων βάσει των υπαρχουσών συνθηκών και πρωτοκόλλων.[27]

Τα οικονομικά αυτά μέτρα εντάσσονταν σε μία συνολικότερη πολιτική διωγμού των Ελλήνων ελληνικής υπηκοότητας. Έτσι, πέρα από τους Έλληνες δασκάλους που είδαμε παραπάνω, προχώρησαν σε απελάσεις και άλλων επαγγελμάτων Ελλήνων, όπως γιατρών, δημοσιογράφων, γαιοκτημόνων, εμπόρων και βιομηχάνων, επειδή δεν δέχθηκαν να αλλάξουν την ελληνική τους υπηκοότητα. Υπήρξαν συλλήψεις, παραπομπές σε δίκες, έρευνες χωρίς δικαιολογίες και χωρίς την ενημέρωση των ελληνικών προξενικών αρχών, κατάσχεση περιουσιών και κάθε είδους δυσχέρειες στο ζήτημα της υπηκοότητας, κυρίως των παιδιών των Ελλήνων υπηκόων. Οι περισσότεροι βέβαια ήταν μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, που είχαν πάρει την ελληνική υπηκοότητα για οικονομικούς λόγους. [28] Οι νεότουρκοι ενέτειναν τις πιέσεις το 1911 μην αφήνοντας στα προξενεία περιθώρια προστασίας των Ελλήνων υπηκόων. Έτσι, στην Αμισό οι οθωμανικές αρχές ζήτησαν από το υποπροξενείο, όπως και από όλα τα ελληνικά υποπροξενεία, κατάλογο των Ελλήνων υπηκόων που υπήρχαν στην περιφέρειά του. Ο υποπρόξενος, μολονότι προσπάθησε να καθυστερήσει την έκδοσή του, αναγκάστηκε τελικά να δώσει τον κατάλογο των 500 Ελλήνων υπηκόων. [29] Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών προκειμένου να αντιμετωπίσει σε κάποιο βαθμό την κατάσταση έδωσε οδηγίες στα προξενεία το Σεπτέμβριο του 1911 να κρατήσουν τα ονόματα των Ελλήνων που έχασαν με αυτόν τον τρόπο την υπηκοότητά τους ώστε όταν τελείωνε ο εμπορικός αποκλεισμός να αποκτούσαν και πάλι την ελληνική υπηκοότητά τους.[30]

 

Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων στις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Ιδιαίτερη περίπτωση πιέσεων αποτελούσαν οι βιασμοί γυναικών, συνήθως με την πρόφαση της έρευνας για λιποτάκτες και φυγόστρατους, [31] και οι περιπτώσεις εξισλαμισμών που αν και δεν είχαν λάβει ακόμη την έκταση που θα έχουν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο είχαν αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν. [32] Συνήθως αφορούσαν ανήλικες γυναίκες μέσω απαγωγών και εκβιασμών. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπήρχε και ειδικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του κράτους για τους εξισλαμισμούς. Το Πατριαρχείο, λόγω των αυξανόμενων συμβάντων, προχώρησε σε επανειλημμένες διαμαρτυρίες προς την κυβέρνηση με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος στις 25 Μαΐου 1913 που καθόριζε ως κατώτατο όριο εξισλαμισμού μιας γυναίκας το εικοστό έτος της ηλικίας της. Η απόφαση αυτή όμως δεν υλοποιήθηκε και το Πατριαρχείο συνέχισε τις διαμαρτυρίες.[33]

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους στον Πόντο το νεοτουρκικό καθεστώς προχώρησε, βάσει του σχεδίου οικονομικής αποδυνάμωσης των Ελλήνων, σε επιτάξεις μόνο από αυτούς ζώων, τροφίμων, ενδυμάτων και ό,τι άλλο ήταν ωφέλιμο για το στρατό, αλλά και σε αρπαγή χρημάτων. Όσοι αντιστέκονταν, ξυλοκοπούνταν και φυλακίζονταν. [34] Κατ’ εντολή του νομάρχη Τραπεζούντας επιτάχθηκαν το ελληνικό παρθεναγωγείο, εκκλησίες και ενορίες. [35] Παράλληλα το ζήτημα των εράνων, όπως είχε γίνει και πριν από τους Βαλκανικούς, εξελίχθηκε σε ένα ακόμη μέτρο οικονομικής αφαίμαξης των Ελλήνων καθώς προσέλαβε μόνο για αυτούς υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αφορούσε κυρίως την ενίσχυση του οθωμανικού στόλου και μαρτυρούνται περιπτώσεις εράνων και στην Τραπεζούντα και στην Αμισό.[36]

Μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε με την υποχρεωτική εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια σε ελληνικά χωριά στον Πόντο και την αρπαγή ελληνικών κτημάτων σε μία προσπάθεια αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής. [37] Σε μία τέτοια περίπτωση δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο το Μάιο του 1913 σε χριστιανικά χωριά γύρω από την Αμισό, όπου με κυβερνητική διαταγή επιχειρήθηκε να εγκατασταθούν περίπου 2.500 Τουρκαλβανοί, που προέρχονταν από τη Βόρεια Ήπειρο, στους οποίους διατάχθηκε να δώσουν τροφή και να παραχωρήσουν χωράφια. Η βίαιη αντίδραση των κατοίκων και η παρέμβαση του μητροπολίτη Γερμανού στο νομάρχη, είχε μόνο πρόσκαιρα αποτελέσματα καθώς δεν αποτράπηκε η εγκατάσταση ενώ συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν οι επικεφαλής των Ελλήνων. [38] Το σχέδιο αφελληνισμού της περιοχής περιελάμβανε και προτάσεις για αλλαγή των ελληνικών ονομάτων περιοχών, πόλεων και χωριών.[39]

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η ήδη δυσχερής θέση των Ελλήνων στον Πόντο επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Έχοντας ως στόχο την παραπέρα οικονομική αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου οι νεότουρκοι προχώρησαν σε καθολικές επιτάξεις κάθε είδους από τα ελληνικά καταστήματα και σπίτια πολλές φορές άσχετων με οποιαδήποτε στρατιωτική χρήση, όπως οικιακά έπιπλα, κοσμήματα ακόμη και γυναικεία ενδύματα, καπέλα και εσώρουχα! Αντιθέτως από τους μουσουλμάνους επίτασαν ελάχιστα, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα επέστρεφαν ύστερα από λίγο. Επιπλέον έγιναν επιτάξεις εμπορικών οίκων κοινοτικών κτιρίων, σχολείων, ορφανοτροφείων, βιβλιοθηκών, φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, ακόμη και εκκλησιών. [40] Τον ίδιο σκοπό είχε και η Επιτροπή κατά της αισχροκέρδειας, που δημιουργήθηκε για να προστατέψει, υποτίθεται, τους πολίτες από τυχόν αισχροκέρδεια των εμπόρων, αλλά κατ’ ουσίαν ήταν ένα ακόμη μέτρο κατά των Ελλήνων εμπόρων καθώς τους επιβάλλονταν για υποτιθέμενες παρανομίες υπέρογκα πρόστιμα και προχωρούσαν σε κατασχέσεις εμπορευμάτων ή κλείσιμο των καταστημάτων τους. Ο έλεγχος των τιμών περιοριζόταν μόνο στους Έλληνες εμπόρους, ενώ οι μουσουλμάνοι μπορούσαν να πωλούν σε όποιες τιμές ήθελαν. Απαγορεύονταν στους μουσουλμάνους να συναλλάσσονται με Έλληνες, στην περίπτωση δε που το έκαναν κινδύνευαν με ξυλοδαρμό και καταστροφή του προϊόντος που αγόραζαν. Επιπλέον οι κατά τόπους αρχές ζήτησαν από τις ξένες επιχειρήσεις να απολύσουν τους Έλληνες και να τους αντικαταστήσουν με μουσουλμάνους. Νέοι αναγκαστικοί έρανοι για τον οθωμανικό στόλο, τους μουσουλμάνους πρόσφυγες κ. ά. αλλά και φόροι επιβλήθηκαν μόνο στους Έλληνες και στους Αρμενίους, ενώ αυξήθηκαν οι απελάσεις Ελλήνων με ελληνική υπηκοότητα με παράλληλη δήμευση των περιουσιών τους.[41]

Στην εκπαίδευση προχώρησαν τον Ιούλιο του 1915 σε οριστική κατάργηση των προνομίων και στον πλήρη εκτουρκισμό της καθώς επέβαλαν το πρόγραμμα των τουρκικών σχολείων, απαγορεύοντας τη διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας και περιορίζοντας τη χρήση της ελληνικής γλώσσας μόνο στα γλωσσικά μαθήματα. Επιπλέον καταργήθηκαν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια όπως και η κοινοτική αυτοδιοίκηση, ενώ όλα τα ιδρύματά της δημεύτηκαν με νόμο στις 14 Αυγούστου 1916. Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε και η απαγόρευση παρέμβασης του Πατριαρχείου σε περιπτώσεις εξισλαμισμού με νόμο στις 28 Ιουλίου 1915 σε μία περίοδο που όλο και συχνότερα υπήρχαν καταγγελίες για βίαιο εξισλαμισμό. Οι εξισλαμισμοί έγιναν πιο οργανωμένοι με την ίδρυση ειδικών ορφανοτροφείων για ελληνόπουλα που οι γονείς τους είτε είχαν δολοφονηθεί είτε εκτοπισθεί ή απελαθεί ή είχαν απαχθεί διά της βίας. Στα παιδιά αυτά παρεχόταν μόνο μουσουλμανική εκπαίδευση στην τουρκική γλώσσα με στόχο τον εξισλαμισμό και παράλληλα ή εκ των υστέρων τον εκτουρκισμό τους.[42]

Ο Αντισυνταγματάρχης Τουρκικής πολιτοφυλακής Topal Osman.

Κατά την υποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων μπροστά στη ρωσική προέλαση την άνοιξη του 1916 υπήρξαν πολλά έκτροπα στον ανατολικό Πόντο, ανάμεσα στα οποία λεηλασίες και καταστροφές σπιτιών, εκκλησιών και σχολείων, όπως στην περίπτωση των χωριών της Αργυρούπολης,[43] και κυρίως στοχευμένες καταστροφές μοναστηριών. Έτσι, αρχικά λεηλατήθηκε στις 19 Απριλίου η Παναγία Σουμελά χωρίς να καταστραφεί μετά από παρέμβαση Οθωμανού αξιωματικού αραβικής καταγωγής και στις 23 Απριλίου καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους η I. Μ.  Βαζελώνος, ένα από τα τρία μεγάλα μοναστήρια του Πόντου, ενώ λίγο αργότερα καταστράφηκαν και δύο γυναικεία μοναστήρια. Παράλληλα υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις βιασμών Ελληνίδων όπως στην περιοχή της Αργυρούπολης, όπου κάποιες προκειμένου να μην ατιμασθούν προτίμησαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στο ποτάμι, και μάλιστα γυναικών μοναχών όπως στην περίπτωση της μονής Σιμικλή. Μετά την πτώση της Τραπεζούντας ο Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα προχώρησε σε διώξεις πλουσίων Ελλήνων, βιασμούς γυναικών και δολοφονίες ιερέων. [44] Όλα αυτά αποτέλεσαν το «προανάκρουσμα» των καθολικών διωγμών που ακολούθησαν στον δυτικό Πόντο το επόμενο διάστημα.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Η κατάσταση βέβαια έγινε πραγματικά δραματική με την έναρξη των εκτοπισμών των ελληνικών πληθυσμών του δυτικού Πόντου που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1916[45] και έλαβαν χώρα κυρίως από τον Νοέμβριο του 1916 έως την άνοιξη του 1917. Αρχικά στράφηκαν κατά των προκρίτων, των δασκάλων, των ιερέων, των εύπορων και των μορφωμένων της κάθε ελληνικής κοινότητας τους οποίους κατά περίπτωση τους εκτόπιζαν ή τους εκτελούσαν λεηλατώντας στη συνέχεια την περιουσία τους. Παράλληλα προχώρησαν σε δηώσεις και καταστροφές πολλών σχολείων και εκκλησιών των περιοχών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την επιστροφή τους οι επιζήσαντες εκτοπισμένοι κατά το τέλος του πολέμου βρήκαν σε αρκετές περιπτώσεις κατεστραμμένα μόνο το σχολείο και την εκκλησία του χωριού τους. Πέρα από τις καταστροφές οι βεβηλώσεις των ιερών ναών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο όπως και η διαπόμπευση ιερέων με ξυλοδαρμό, ξύρισμα και διάφορους άλλους εξευτελισμούς.[46]

 

Αμισός. Η Αμισός ή Σαμισός (σήμερα Σαμψούντα) ήταν ο αμέσως μετά την Σινώπη ακμαιότερος ελληνικός λιμένας στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου.

 

Ο εκτοπισμός αρχικά μόνο των ανδρών άφηνε απροστάτευτα τα παιδιά και τις γυναίκες με αποτέλεσμα οι περιπτώσεις απαγωγών και βίαιων εξισλαμισμών να πολλαπλασιαστούν. Κυρίως όμως κατά την περίοδο των καθολικών εκτοπισμών οι μαρτυρίες βιασμών, βίαιων εξισλαμισμών και απαγωγής μικρών παιδιών ακόμη και βρεφών υπό το πρόσχημα της προστασίας αυτών είναι πάρα πολλές και αφορούν όλες τις περιοχές του δυτικού Πόντου. Δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις γυναικών που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να αλλαξοπιστήσουν. Αρκετά από τα ελληνόπουλα που είχαν απαχθεί με τη μέθοδο του παιδομαζώματος μέσω της Εταιρείας της Ερυθράς Ημισελήνου εντάχθηκαν σε ειδικά ορφανοτροφεία που είχε ιδρύσει ο Ταλαάτ με σκοπό να τα εκτουρκίσει.[47]

Με την ανακατάληψη του ανατολικού Πόντου από τον οθωμανικό στρατό τον Φεβρουάριο του 1918 οι δύο γυναικείες μονές που είχαν επαναλειτουργήσει ερημώθηκαν και πάλι ενώ στην Παναγία Σουμελά και στον Αγ. Γεώργιο Βαζελώνος απέμειναν ελάχιστοι μοναχοί. Οι μουσουλμάνοι προχώρησαν και πάλι σε καταστροφές εκκλησιών και σχολείων, όπως στην περιοχή της Ριζούντας, ενώ κατασχέθηκαν από την κυβέρνηση ή από ιδιώτες μουσουλμάνους μοναστηριακά, εκκλησιαστικά και κοινοτικά κτήματα σχεδόν εξ ολοκλήρου πέρα από ιδιωτικά κτήματα και οικίες που μετά πωλήθηκαν σε μουσουλμάνους.[48]

 

Άποψη της Ριζούντας, λιμάνι 60 χιλιόμετρα ανατολικά της Τραπεζούντας, πρωτεύουσα της επαρχίας του Λαζιστάν. Φωτογραφία των Αδελφών Κακούλη, δεκαετία 1890. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Μία μικρή ανάπαυλα μερικών μηνών υπήρξε μεταξύ του τέλους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της έναρξης του κεμαλικού κινήματος που σήμανε μία νέα περίοδο μαζικών και ολοκληρωτικών διωγμών από το καλοκαίρι του 1919 έως την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αρχικά οι διώξεις δεν ήταν μαζικές σε όλο τον Πόντο αλλά εντοπίζονταν σε κάποιες περιοχές.[49] Μέσα στο πλαίσιο της ανθελληνικής του πολιτικής ο Κεμάλ ως ένα ακόμη μέσο έμμεσης εξόντωσης των Ελλήνων με σκοπό την αφαίρεση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων ορθοδόξων ίδρυσε τη λεγάμενη «τουρκοορθόδοξη εκκλησία» στην οποία έθεσε ως επικεφαλής της τον Παπαευθύμ. Το εγχείρημα παρά τις προσπάθειες του Κεμάλ απέτυχε ολοκληρωτικά μολονότι συνέχισε να υφίσταται αυτή η «εκκλησία» και μετά την Καταστροφή.[50]

Η κύρια περίοδος των μαζικών εκτοπισμών και εξόντωσης ήταν το καλοκαίρι του 1921 αν και κλιμακώνονταν συν τω χρόνω οι σφαγές των Ελλήνων σε όλο τον Πόντο. Και σε αυτή την περίπτωση επαναλήφθηκαν οι ίδιες πρακτικές με καταστροφές εκκλησιών και σχολείων,[51] καταλήστευση ελληνικών περιουσιών, βίαιους εξισλαμισμούς που έφτασαν να αφορούν ολόκληρα χωριά, απαγωγή ελληνόπουλων και βιασμούς γυναικών, παιδιών αλλά ακόμη και νέων αγοριών. Πολλά κορίτσια και παιδιά αυτοκτόνησαν μετά από την τραυματική αυτή εμπειρία, όπως στην Οινόη, ή τρελάθηκαν όπως στην περίπτωση του Καβάκ ή ακόμη οι ίδιοι οι γονείς τους τα σκότωσαν.[52]

Των εκτοπισμών αυτών είχε προηγηθεί η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων της Αμισού το Νοέμβριο του 1920 και η φυλάκιση στην Αμάσεια τον Ιανουάριο του 1921 επιφανών Ελλήνων της Αμισού, της Πάφρας και του Αλάτζαμ. Η σύλληψη και άλλων Ελλήνων της θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας του ελληνισμού του Πόντου με την κατηγορία ότι ενέχονται στο ζήτημα της Δημοκρατίας του Πόντου και η καταδίκη τους σε θάνατο τον Σεπτέμβριο του 1921 από το «Δικαστήριο Ανεξαρτησίας» φανέρωσε την απόφαση της κεμαλικής ηγεσίας για ολοκληρωτική εξόντωση του ελληνισμού.[53]

 

Χάρτης που επισημάνει τη Ριζούντα, την Τραπεζούντα και το Βατούμ.

 

Η ίδια πρακτική συνεχίστηκε και το 1922 όπως φανερώνουν οι πολλές, αμερικανικές κυρίως, μαρτυρίες. Η Ethel Thompson, μέλος αμερικανικής ιεραποστολής περίθαλψης προσφύγων, ήταν μάρτυρας ύπαρξης ειδικού ορφανοτροφείου στη νοτιοανατολική Μ. Ασία που είχε περισσότερα από 300 ελληνόπουλα συγκεντρωμένα.

Η ίδια αναφέρει ότι κατά τον εκτόπισμά των Ελλήνων μουσουλμάνοι άρπαζαν στη διαδρομή ανενόχλητοι τα ωραιότερα κορίτσια και τα έβαζαν σε χαρέμια. Κάποιες από τις κοπέλες μάλιστα είχαν παραμορφώσει το πρόσωπό τους με την ελπίδα να μην τις πάρουν.[54] Άλλη αμερικανική μαρτυρία αναφέρει την πυρπόληση εκκλησιών στην περιοχή της Μερζιφούντας και το κάψιμο ιερέων των οποίων πρώτα είχαν βουτήξει τα ράσα σε κηροζίνη.[55] Σύμφωνα με τον Γκίμπονς στην Τραπεζούντα τον Μάιο του 1922 όλα τα παιδιά 2 έως 14 ετών είχαν απομακρυνθεί από τις οικογένειές τους και είχαν συγκεντρωθεί σε ειδικό χώρο από τις κεμαλικές αρχές. Τα δε ελληνικά σχολεία σε όλο τον Πόντο είχαν κλείσει από τον Ιούνιο του 1921.[56]

Ακόμη και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή όταν ήταν προδιαγεγραμμένο το τέλος της παρουσίας του ελληνισμού εκεί υπήρξε νέος γύρος δολοφονιών και βιαιοτήτων στον Πόντο με νέες περιπτώσεις εξισλαμισμών γυναικών και παιδιών αλλά και καταστροφής εκκλησιών και μοναστηριών με χαρακτηριστικότερο ίσως αυτό της Παναγίας Σουμελά. Ο κίνδυνος εξισλαμισμού ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου παρέμενε μεγάλος καθώς στην έκθεση που συνέταξε η επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών στην Πόλη για το ζήτημα αναφέρεται ότι 300.000 γυναίκες και παιδιά, από όλο τον ελληνισμό της Μικρός Ασίας είχαν εκτοπιστεί και κρατούνταν από μουσουλμάνους. Χιλιάδες Ελληνίδες που τις είχαν πάρει οι Τούρκοι στα χαρέμια τους όλο αυτό το διάστημα και τις εξισλάμισαν παρέμειναν εκεί.[57] Η πολιτισμική γενοκτονία όμως συνεχίστηκε και μετά τη φυγή των Ελλήνων του Πόντου. Ο Νηλ Άσερσον στο βιβλίο του Μαύρη Θάλασσα. Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας επισημαίνει για την Παναγία Σουμελά: «Παντού υπάρχουν ερείπια. Αλλά τα ερείπια αυτά είναι ερείπια μίσους κι όχι ερείπια του χρόνου. Επαγγελματίες κλέφτες χρησιμοποίησαν ειδικά εργαλεία για να αποσπάσουν τμήματα του μωσαϊκού, τα οποία κατέληξαν σε δημοπρατήρια του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης».[58]

 

Summary

  

Immediately after the successful conclusion of the Young Turks movement in 1908, their Committee of Union and Progress (CUP) put in practice a plan for the transformation of the multinational Ottoman Empire into a Turkish national state. The plan of turcification at the beginning included mainly measures for not violated attack against the no Turkish nations and especially the Christians. So in August of 1908, using as a pretext the strengthening of Ottomanism, they started taking away the privileges of the millets. By this way they tried with indirect methods to destroy the education of the Greeks and to restrict the role of the orthodox bishops upon the Greeks. In Pontus the Young Turk government interfere with the internal issues of the orthodox church, in which the government always took the side of the opponents of the topical bishop, and in the ecclesiastical justice of the orthodox such as in matters of marriages, testaments, and divorces, obstructed the ecclesiastical act of the Greek priests, persecuted and imprisoned priests with unfounded accusations, obstructed the travel of the bishops in their area etc. Also later, Kemal interfere with internal affairs of the Oikoumenical Patriarchate with the establishment of the pseudo Turkish-orthodox patriarchate putting as a head of it the Greek orthodox priest from Pontus papa-Efthym.

In the area of education the Young Turks imposed the Turkish language in all schools as obligatory despite their declarations and they decided from September 1908 to impose the ottoman idea through the schools. The main goal was the weakening and the control of the powerful Greek education through the abolition of this responsibility from the patriarchate. So they imposed the teaching of the Turkish language as metrical and of the Turkish history in the Greek schools, they restricted the Greek Schools, they tried, especially in the hinterland of Pontus where the muslims were more from the Greeks, to enlist the Greek pupils to the Turkish schools, which established in great nmnbers from the Young Turks since 1908, they closed Greek schools with different pretexts for supposed irregularities, they restrained the permits for building or repair for the Greek Schools, they deported Greek teachers, scientists and journalists, etc.

During the period of the genocide of the Pontian Greeks (1914-1923) the muslims advanced to destructions of Greek churches and seizures of Greek schools without reasons, which they did not return even after the end of the 1st WW. Especially during the second period of genocide (1919-1923) the attack against the elite of the Pontian Greeks was total as in September of 1921 the verdict of the so-called “Independence Courts”, that Kemal had created in an attempt to have a legal pretext for the execution of noted Greeks (bishops, teachers, journalists, doctors, traders) in Pontus through a parody of trials, sent to death 450 Greeks. The violent islamization of Greeks, especially women and orphans, which have been increased after 1908, became major problem for the Greeks, besides the others, during the period 1914-1924. Even after the Asia Minor destruction and in spite of the Lausanne Agreement (January 30, 1923) the kemalists continued the islamizations of Greeks and the attacks against the church. But even after the expulsion of Greeks the Turks tried to destroy characteristic monuments which reminded the Greek presence in Pontus (for example monaster of Panagia Soumela), suppressed the possibility of the revealing of the islamized Greeks and cryptochrisitans and put in pursuing Greek-speaking Muslims in Pontus.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ήδη με τις συμβάσεις της Χάγης του 1907 είχαν τεθεί οι βάσεις για τη νομική αντιμετώπιση των εγκλημάτων πολέμων. Η εξόντωση των Αρμενίων το 1915 από τους νεοτούρκους προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και την προειδοποίηση από την πλευρά της Αντάντ ότι θα τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι της οθωμανικής κυβερνήσεως και όσοι αναμίχθηκαν στην εξόντωση. Επισήμους τότε έγινε για πρώτη φορά χρήση του όρου εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στη Συνθήκη των Βερσαλλιών κατόπιν γίνεται λόγος για τα εγκλήματα πολέμου, αλλά δεν ελήφθησαν μέτρα είτε τιμωρίας είτε ποινικός καθορισμός των εγκλημάτων αυτών. Πρώτη φορά ο όρος genocide (από την ελληνική λέξη «γένος» και την λατινική caedere (= αποκτείνω, σκοτώνω) εισήχθη από τον Αμερικανό πολωνοεβραϊκής καταγωγής Ραφαήλ Λέμκιν (R. Lemkin), καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου του Γέιλ, στο έργο του Axis rule in occupied Europe, Law of Occupation. Analysis of Government proposals for readers, Washington 1944. Η Ελλάδα από την αρχή υπέγραψε τη διεθνή σύμβαση περί γενοκτονίας ενώ η Τουρκία το 1965. Για το ιστορικό του όρου βλ. Απόστολος I. Παπασλιώτης, Το έγκλημα της Γενοκτονίας, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 9, 15, 31, 136.

[2] Γενοκτονία θεωρείται και ο Αργός Θάνατος, δηλ. οι τελέσεις ενεργειών που διά εσκεμμένων παραλείψεων συνεπάγονται την έμμεση εξόντωση της ομάδας, όπως η περίπτωση των εκτοπίσεων των Ελλήνων του Πόντου. Παπασλιώτης, ά π., σ. 30, 32-3, 39- 40.

[3] Στη βιολογική γενοκτονία εμπίπτει και η υποχρεωτική διαμονή και εργασία σε απομακρυσμένα μέρη συνδυαζόμενη με χωρισμό των μελών της οικογένειας. Παπασλιώτης, o. π., σ. 32, 41, 53.

[4] Παπασλιώτης, ό. π., σ. 35, 42-3, 54-8.

[5] Ν. Βλάχος Ιστορία των κρατών της Χερσονήσου του Αίμου 1908-1914, Ο.Ε.Δ.Β., τ. 1, Αθήνα 1954, σ. 152-3, A. X. Χαμουδόπουλος, Ελληνισμός και Νεότουρκοι. Εθνική Δράσις του υποδούλου Ελληνισμού κατά την νεοτουρκικήν περίοδον 1908-1912, Θεσσαλονίκη 1926, σ. 9-10.

[6] F. Ahmad, «Unionist Relations with the Greek, .Armenian and Jewish Communities of the Ottoman Empire, 1908-1914», Christians and Jews in the Ottoman Empire, τ. 1, επιμ. B. Braude-B .Lewis, Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1982, σ. 403-6.

[7] Μ. Ροδάς, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμόν της Τουρκίας, Αθήνα 1978 (1η εκδ. 1916), σ. 25, 27, συνέντευξη Ναζήμ Μπέη, όπου και υπόσχεση για προσωρινή διατήρηση των προνομίων.

[8] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία. 19ος αχ.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 1997, σ. 462-3, Βλάχος, ό.π., σ. 112, 114.

[9] ΑΥΕ/1911/ΒΓ/39, Έντυπο στατιστικής του υπουργείου Παιδείας του σχολικού έτους 1909 -10.

[10] Αναγνωστοπούλου, ό.π., σ. 463 – 464, 506, σημ. 30, Βλάχος, ό.π., σ. 118 – 127.

[11] Οι Times του Λονδίνου στις 3 Οκτωβρίου 1911 δημοσίευσαν το νεοτουρκικό πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο οι υπόλοιπες εθνότητες μπορούσαν να τη θρησκεία αλλά όχι τις γλώσσες τους. Βλάσης Αγτζίδης, «Η γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας», εφ. Η Καθημερινή, 18 Φεβρουάριου 2001, σ. 37.

[12] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 227, προξ. Τραπεζούντος προς υπουργείο Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), Τραπεζούς, 24 Μαρτίου 1911.

[13] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 89, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 9 Μαρτίου 1911.

[14] Βλάχος, ό.π., σ. 118-9, 124.

[15] Ο Γολγοθάς του εν Τουρκία ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 26, X. Σολδάτος, Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του ελληνισμού της Μ. Ασίας 1800-1922, τ. 3, Αθήνα 1991 σ. 81, 107, 114-5, 119.

[16] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 397, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 12 Σεπτεμβρίου 1911.

[17] Πανάρετος, Αρχιμανδρίτης Τοπαλίδης Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα 1927 και 1929, σ. 146, 165, Σολδάτος, ό. π., τ. 3, σ. 111, 114-5.

[18] Βλάχος, ό. π., σ. 118-123, 204, 209-211, 213-4, Χαμουδόπουλος, ό.π., σ. 34, 36-9.

[19] ΑΥΕ/1911/Β 39, αρ. πρ. 358 υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 17 Αυγούστου 1911.

[20] Αναγνωστοπούλου, ό.π., 457, 461, 465, Γολγοθάς, ό.π., σ. 21-7 και Βλάχος, ό.π., σ. 116-7, 126-7.

[21] Πανάρετος, ό. π. , σ. 145-6.

[22] ΑΥΕ/1911/Β 53, αρ. πρ. 503, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 4 Νοεμβρίου 1911.

[23] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 476, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 31 Αυγούστου 1912.

[24] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 123, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 12 Μαρτίου 1912, όπου ο πρόξενος τονίζει ότι ούτε επί τουρκοκρατίας (!) δεν γίνονταν αυτά.

[25] Αναγνωστοπούλου, ό. π., σ. 496, Βλάχος, ό. π., σ. 133, 134.

[26] ΑΥΕ/1909/Κωνσταντινουπόλεως Πρεσβεία, αρ.πρ. 158, προξ. Τραπεζ. Προς πρεσβ. Κων/πόλεως, Τραπεζούς, 28 Νοεμβρίου 1909, όπου αίτημά τους για παρέμβαση της πρεσβείας στην οθωμανική κυβέρνηση.

[27] ΑΥΕ/1910/Α 21, αρ. πρ. 238, προξεν. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 26 Νοεμβρίου 1910, αρ. πρ. 443, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 9 Νοεμβρίου 1910.

[28] Βλάχος, ό. π., σ. 257-8.

[29] ΑΥΕ/1911/Β 43, αρ. πρ. 82, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 2 Μαρτίου 1911.

[30] ΑΥΕ/1911/Α 21, αρ. πρ. 16012, ΥΠΕΞ προς πρεσβ. Κων/πόλεως, Αθήνα, 8 Σεπτεμβρίου 1911.

[31] ΑΥΕ/1911/Β/53, αρ. πρ. 236, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός 30 Μαΐου 1911, για βιασμούς Ελληνίδων στην Έρμπαα, Κωσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, τ. 5, (Θεσσαλονίκη 2002), σ. 50, 55-6, Θ. Παπαθεοδωρίδης, Μαρτυρολόγιον του εν Πόντω Ελληνισμού, σ. 7-8, σ. 572.

[32] ΑΥΕ/1912/25.3, αρ. πρ. 207 και 473, προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 27 Απριλίου και 28 Αυγούστου 1912 αντίστοιχα, Φωτιάδης, Γενοκτονία, τ. 1, σ. 389 από εφ. Φάρος της Ανατολής, Τραπεζούντα, 6 Ιουλίου 1911.

[33] Βλάχος, ό.π., σ. 133, Γολγοθάς, ό.π., σ. 46-50, Χαμουδόπουλος, ό.π., σ. 45.

[34] Χρήστος Σαμουηλίδης, Μαύρη Θάλασσα. Χρονικό από την τραγωδία του Πόντου, Αθήνα 19943, σ. 29-30.

[35] ΑΥΕ/1912/25.3, χ. αρ. πρ., προξ. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Βατούμ, 15 Οκτωβρίου 1912.

[36] ΑΥΕ/1911/Β 53, αρ. πρ. 577, προξεν. Τραπεζ. προς ΥΠΕΞ, Τραπεζούς, 30 Νοεμβρίου 1911, /1912/25.3, αρ. πρ. 446, ό. π., 10 Αυγούστου 1912, /1912/24.3, αρ. πρ. 110, υποπροξ. Αμισού προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 5 Μαρτίου 1912.

[37] Γ. Κ. Σκαλιέρης, Πολιτικαί σελίδες. Τα δίκαια των εθνοτήτων εν Τουρκία (1453-1921), Τροχαλία, Αθήνα 1997, σ. 23.

[38] ΚΜΣ, Χρήστος Γεωργιάδης, Παράλιος Πόντος 32, Αμισός, σ. 6-17, Σαμουηλίδης, Μαύρη, σ. 35-43.

[39] Αναφορά εγγράφου Αυστριακού προξένου Τραπεζούντας Μόριτς το Νοέμβριο του 1913 όπου λόγος μουσουλμάνου κατά Ελλήνων και ελληνικών ονομάτων: Πολύχρονης Ενεπεκίδης, «Το ολοκαύτωμα, του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Οι πρώτοι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου, όπως αποκαλύπτονται από τα αρχεία Βιέννης-Βερολίνου», Λ’ Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 7-14 Ιουλίου 1985, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 276.

[40] ΑΥΕ/1915/Α/4/15, αρ. πρ. 1, υποπροξ. Αποστολόπουλος προς ΥΠΕΞ, Αμισός, 11 Ιανουάριου 1915 και /1917/Β/38, χ. στ., 15 Δεκεμβρίου 1916, για επιτάξεις στην Κερασούντα στις αρχές του πολέμου. Βλ. και Γ. Κ. Βαλαβάνης, Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου, Θεσσαλονίκη 1986 (1η εκδ. 1925), σ. 60-62, 65-66, Γολγοθάς, ό. π., σ. 68-70, 92, 123-126, Σ. Ιοοακειμίδης, Συμβολή εις την γενικήν ιστορίαν του Πόντου, Αθήνα 1970, σ. 64-9, Πανάρετος, ό. π., σ. 175, Φιοτιάδης, Γενοκτονία, σ. 9, σ. 143-144, 148-149, 176-177.

[41] Αναγνωστοπούλου, ό.π., σ. 528-530, Οι ανθελληνικοί διωγμοί εν Τουρκία από της κηρύξεως του Ευρωπαϊκού Πολέμου (κατά τας επισήμους εκθέσεις των πρεσβειών και προξενικών αρχών), Αθήνα 1917, σ. 27-30, Γολγοθάς, ό. π., σ. 92-3,1. Σαλτσής, «Χρονικά Κοτυώρων», Χρονικά του Πόντου, 14 (1945), 325-6 και Ahmad, ά π., σ. 418.

[42] Ανθελληνικοί, ά. π., σ. 16-20, 31, Ιωακειμίδης, ά. π., 62, Πανάρετος, ά π., σ. 174-5, Στάθης Πελαγίδης, Ο ηρωικός Πόντος. Αλησμόνητες πατρίδες του Ελληνισμού, τ. 9, Θεσσαλονίκη (1999), σ . 100-103 και Σαλτσής, ό.π. σ. 325-6.

[43] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 1573, Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, 30 Αυγούστου 1916 από

έκθεση μητροπολίτη Ροδοπόλεως Κυρίλλου 10 Αυγούστου 1916 για λεηλασίες σπιτιών, καταστροφές εκκλησιών, βιασμούς και εξισλαμισμούς από τον Μάρτιο του 1916 κατά την οπισθοχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων.

[44] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 11848, ΥΠΕΞ προς πρεσβεία Κωνσταντινούπολης από τηλεγρ. Πετρούπολης για απαγωγή Ελλήνων Βαζελώνος και εντολή να μεριμνήσει ο Πατριαρχείο, Απρίλιος 1916, αρ. πρ. 824 Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, Μάιος 1916, για εγκατάλειψη Μονών Σουμελάς και Βαζελώνος και απαγωγή 150 Ελλήνων από Τούρκους, αρ. πρ. 1573, Πανάς προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη, 30 Αυγούστου 1916, Έκθεση περί της θέσεως των Ελλήνων της Τραπεζούντος και της περιφερείας αυτής κατά τους τελευταίους μήνες της τουρκοκρατίας υπό του Αρχιμανδρίτου Βαζελώνος Παναρέτου, Πετρούπολη 28/8/1916 προς πρεσβεία Πετρούπολης, Πανάρετος, ό. π., σ. 186-7 για Βαζελώνος: διαρπαγή κινητής περιουσίας και θησαυροφυλακίου, αποτέφρωση αρχειοφυλακείου με όλα τα κειμήλια, χρυσόβουλα, κώδικες και βιβλία, διαρπαγή βιβλιοθηκών, σύληση ναού, βιασμούς εντός της μονής και μετά αποκεφαλισμός, και εξευτελισμός μοναχών που εδάρησαν και τους έβαλαν σε πορεία γυμνούς, Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918), Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 224, 242-5, 253-5, 266-7, 269-270, 271-2.

[45] ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 7100, ΥΠΕΞ προς πρεσβεία Kωv/πολης, Αθήνα, 4 Αυγούστου 1916 για εκκένωση Αμάσειας και Ινέμπολης και εξισλαμισμούς Ελλήνων.

[46] Μαύρη, ό. π., σ. 239, σ. 392, 300-304, 310-316, όπου έκθεση του μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Πολυκάρπου, Πελαγίδης, ό. π., σ. 105, Σαμουηλίδης, Θάλασσα, σ. 90 και ΑΥΕ/1917/35, 38, 45, 59, αρ. πρ. 5153, Κακλαμάνος προς ΥΠΕΞ, Πετρούπολη 23 Ιουλίου 1917, για δολοφονία 40 προκρίτων των Κοτυώρων.

[47] Ανθελληνικοί, ό. π., σ. 49, 51, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 83, Μαύρη, ό. π., σ. 236, 238-240.

[48] Πανάρετος, ό. π., σ. 189, 225, Μαύρη, ό. π., σ. 276-7.

[49] Βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Ανδρεάδης, «Πώς έζησα τη σφαγή», εφ. Αγγελιοφόρος, 16 Μαΐου 2010 για βιασμό Ελληνίδων στα Σούρμενα και δολοφονίας τους στη συνέχεια με βασανιστήρια και για δήωση του σχολείου με αποτέλεσμα να καούν όλοι όσοι, ήταν μέσα τον Ιούνιο του 1920.

[50] Αλέξης Αλεξανδρής, «Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», ΔΚΜΣ, 4 (1983), 172, Γεώργιος Ανδρεάδης, Από το μύθο στην έξοδο. Ο ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 87-91 και Νίκος Φωτιάδης, Στο Κεσκίν-Μαδέν με τον Παπαευθύμ, το Ρασπουτίν του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1982, σ. 74-5, 100-112, 115.

[51] ΑΥΕ/1921/6.7, αρ. πρ. 196, Πρόεδρος της εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως προς ΥΠΕΞ, Αθήνα

20 Φεβρουάριου 1921 για καταστροφή εκκλησίας στην Αμισό.

[52] Black Book, The Tragedy of Pontus 1914-1922, Αθήνα 1922, σ. 21-2, 26, William H. King, Turkish Atrocities in Asia Minor, Ουάσιγκτον 1922, σ. 5-6, Βαλαβάνης, ό. π., σ. 214-5, Αντώνιος I. Γαβριηλίδης,, Σελίδες έκτης μαύρης εθνικής συμφοράς του Πόντου, (Θεσσαλονίκη 1992) (=1η έκδ. Αθήνα 1924), σ. 52-53, Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε…Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Θράκης και της Μικράς Ασίας, μέσα από τα γαλλικά αρχεία, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 203., Δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας «Daily Telegraph» της 6ης Ιουνίου του 1921, που περιλαμβάνει μαρτυρίες του Αμερικανού Murray, κυβερνήτη του USS Overton.

[53] Βαλαβάνης, ό. π., σ. 232, 254, Γαβριηλίδης, ό. π., σ. 46-9, 80-84, 182-192, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 108, 112-3.

[54] Φωτιάδης, Γενοκτονία, τ. 11, σ. 542-3, King, ό. π., σ. 8, ΕΛΙΑ/Αρχείο Γ. Στρέιτ/ 18.5/Rapport Officiel du Capitaine F. D. Yowell, σ. 1, 22-25 και/18.5/Rapport du Docteur Mark H. Ward, σ. 30-32.

[55] TNA/FO 371/7877, Report of G. W. Rendel, 17 Μαΐου 1922.

[56] Άδαμς Χέμπερτ Γκίμπωνς, «Από την τραγωδίαν του Πόντου», κατά μετάφρασιν εκ της εφημερίδος «Μόνιτορ», εφ. Αθηναϊκή, 26 Ιουνίου 1922 (το πρωτότυπο άρθρο στην εφημερίδα The Christian Science Monitor, 3 Μαΐου 1922 Boston), TNA/FO 371/7877, Herbert Gibbons, Τραπεζούντα, 7/20 και 21 Μαΐου 1922. Βλ. και Σαλτσής, ό. π., 19-20 (1946), 457-8: όταν έκλεισαν όλα τα σχολεία, ένας χότζας Κρητικός πήγε στον διευθυντή των σχολείων της Τραπεζούντας και του είπε ότι ξέρει ελληνικά και πως μπορεί να διδάξει τα ελληνόπουλα.. Τότε αυτός του απάντησε: «Εμείς θέλουμε να τους καταστρέψουμε και εσύ θέλεις να τους σώσεις;».

[57]Everett P. Wheeler, “The Expelled Greeks”, The New York Times, 9 Δεκεμβρίου 1922, Ιωακειμίδης, ό. π., σ. 186-9, 205.

[58] Νηλ Άσερσον, Μαύρη Θάλασσα. Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας, μετ. Λεωνίδας Καρατζάς, Αθήνα 2003, σ. 351-2.

 

Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος*

ΛΑ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 28-30 Μαΐου 2010, Θεσσαλονίκη. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 2011.  

*Ο Ευριπίδης Γεωργανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969 και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α. Π. Θ. και στη συνέχεια έλαβε μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο σπουδών από το ίδιο πανεπιστήμιο με ειδίκευση στη Νεώτερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα «Το νεοτουρκικό κίνημα και οι επιπτώσεις του στον ελληνισμό του Πόντου 1908-1914», ενώ η διδακτορική του διατριβή είχε τίτλο «Οι προσπάθειες των Ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση 1916-1921». Έχει κάνει ανακοινώσεις σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και έχει γράψει άρθρα κυρίως για την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου κατά τον 19ο και 20ο αι. Παράλληλα έχει συμμετάσχει στη δημιουργία λογισμικών ιστορίας για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εργάζεται ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» την εικοσαετία 1838 -1858  &  1859-1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Με το υπ. αρ.11737/16 Απριλίου 1837 έγγραφο τού «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» διορίζεται, ως δημοδιδάσκαλος, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος από τη Χαλκίδα.

Γεώργιος Γλαράκης (1789-1855). Γεννήθηκε στη Xίο και σπούδασε ιατρική στη Γοττίγγη και τη Bιέννη. Αναμίχτηκε στον Αγώνα και διετέλεσε πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, υπουργός Nαυτικών, Eξωτερικών, Eσωτερικών, και Παιδείας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δύο, σχεδόν, χρόνια αργότερα ο Υποδιοικητής Σπετσών και Ερμιονίδος στέλνει την υπ’ αριθμ. 37/8 Φεβρουαρίου 1839 αναφορά του προς τη Γραμματεία «Περί διαγωγής του δημοδιδασκάλου του Διδύμου». Ο Γραμματέας (Υπουργός), Γεώργιος Γλαράκης, επιστρέφει την αναφορά του στον Διοικητή Αργολίδας με την εντολή να λάβει σαφείς και ακριβείς πληροφορίες για τη διαγωγή του δημοδιδασκάλου και να αναφέρει σχετικά. Στις 26 Αυγούστου 1839 ο Διοικητής Αργολίδας ενημερώνει για τις ενέργειές του λέγοντας ότι η αναφορά του Υποδιοικητή Σπετσών «Περί καλής διαγωγής του δημοδιδασκάλου» δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες και την υπόνοια ότι ο Υποδιοικητής έχει επηρεασθεί από την αναφορά του Ειρηνοδίκη.

Γεγονός είναι ότι τα κομματικά πάθη τροφοδότησαν και μεγένθυναν τις όποιες κατηγορίες. Έβλαψαν, όμως, και την τοπική κοινωνία με αποτέλεσμα από τους εβδομήντα (70) μαθητές που φοιτούσαν στο Σχολείο, να παραμείνουν είκοσι (20) και στις εξετάσεις να εμφανιστούν μόνο τέσσερις (4) μαθητές. Μετά από έντονες διαμαρτυρίες και αλλεπάλληλες αναφορές του Υποδιοικητή Σπετσών, του Δημάρχου Ερμιόνης και των κατοίκων του Διδύμου ο Γραμματέας μετέθεσε τον δημοδιδάσκαλο Κωνσταντίνο Πιπινόπουλο στη Δρυόπη Τροιζηνίας, ενώ με το από 20 Απριλίου 1843 έγγραφό του ενημέρωνε για τη μετάθεση του ανωτέρω δημοδιδασκάλου τον Υποδιοικητή Σπετσών και Ερμιονίδας.

Με το πέρας των ως άνω γεγονότων στο Σχολείο διορίστηκε, ως δημοδιδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης από τις Μυκήνες. [1] Ωστόσο ο διορισμός του στο Δίδυμο κατόπιν των όσων είχαν συμβεί, δεν ήταν γι’ αυτόν ιδιαίτερα ευχάριστος. Μετά από έναν χρόνο παραμονής του στο χωριό, στις 16 Νοεμβρίου 1844, αιτήθηκε από τον Γραμματέα μετάθεση στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Πιστεύουμε πως η αίτηση μετάθεσης του Κωνσταντίνου Δημητριάδη δεν ικανοποιήθηκε άμεσα και ότι παρέμεινε στο Δίδυμο για μια τετραετία, περίπου, μέχρι το 1848. Τότε πήρε μετάθεση για την Ελευσίνα (1848) και κατόπιν για την πατρίδα του, τις Μυκήνες, όπου παρέμεινε μόνο 6 μήνες, γιατί με το υπ’ αριθμ.13187/28 Δεκεμβρίου 1849 έγγραφο του Γραμματέα μετατέθηκε στην Πυργέλα Αργολίδας (1849). [2] Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πυργέλα ζήτησε, με αναφορά του, άδεια σύστασης ιδιωτικού σχολείου στο Άργος, η οποία και του χορηγήθηκε. Στη συνέχεια υπηρέτησε στον Αχλαδόκαμπο (1851) και την Επίδαυρο (1852). Ως εκ τούτου το Σχολείο του Διδύμου παρέμεινε τουλάχιστον για 2 ή 3 χρόνια κλειστό. Αυτό αποτυπώνεται και στον στατιστικό πίνακα «των κατά το 1849 Δημοτικών Σχολείων του Κράτους» που υποβλήθηκε στον Υπουργό το 1850, όπου Δημοτικό Σχολείο Διδύμου δεν εμφανίζεται. [3]

Με την υπ’ αρ. 4324/15 Ιουνίου 1849 αναφορά του προς το Υπουργείο «επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» ο Νομάρχης Αργολίδας ζητεί τον διορισμό δημοδιδασκάλου στο Σχολείο του Διδύμου. Είχε προηγηθεί και η αναφορά των κατοίκων του χωριού προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος, όπου σημειώνεται ότι με την έλλειψη δημοδιδασκάλου βλάπτεται ανεπανόρθωτα η νεολαία του χωριού, ενώ το διδακτήριο το οποίο είχε παραχωρηθεί από τον Κυβερνήτη για την πολυετή στέγαση του Σχολείου, βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Επίσης στην αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας σημείωνε ότι, σύμφωνα με τα όσα ο Έπαρχος αναφέρει σε αυτόν, οι κάτοικοι του Διδύμου είχαν φροντίσει να προμηθευτούν και τα απαραίτητα βιβλία για τις ανάγκες του Σχολείου. Στο Σχολείο, όμως, καθώς φαίνεται, δημοδιδάσκαλος δεν διορίστηκε.

Με την υπ’ αριθμ. 2751/10 Μαΐου 1850 αναφορά του προς το Υπουργείο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ζήτησε από τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου τον διορισμό του δημοδιδασκάλου Κωνσταντίνου Πιπινόπουλου, προσώπου αποδεκτού από τους κατοίκους του Διδύμου. Προσκάλεσε, μάλιστα, τον Δήμαρχο να πληρώσει τον δημοδιδάσκαλο από το Δημοτικό Ταμείο, αλλά αυτός αρνήθηκε κατηγορώντας τον δημοδιδάσκαλο ως «ραδιούργο». Αλλά και η απόφαση της εφορευτικής επιτροπής «ουδόλως διαφέρει εκείνης του Δημάρχου», αφού ήταν «υποκινούμενη» από εκείνον.

Ακολούθησαν δύο ακόμα αναφορές του Νομάρχη Αργολίδας, η υπ’ αριθμ. 3210/17 Μαΐου 1850 και η υπ’ αριθμ. 4376/22 Ιουνίου 1850 προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για το ίδιο θέμα, αλλά λύση, σύμφωνα με τα έγγραφα που μελετήσαμε, δεν δόθηκε. [4]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Με την εκλογή νέας Δημοτικής Αρχής και επί Δημαρχίας Δημητρίου Νικολάου ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος επανήλθε στη θέση του, καθώς οι αντιστάσεις είχαν πλέον καμφθεί. Υπογράφει, ως δημοδιδάσκαλος Διδύμου, δυο αναφορές (την από 1 Οκτωβρίου 1850 και την από 19 Δεκεμβρίου 1851), αιτούμενος απλήρωτους μισθούς παρελθόντων μηνών. Στο Σχολείο του Διδύμου φαίνεται να παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της 10/ετίας του 1950.

Να σημειώσουμε ότι με το υπ’ αριθμ. 651/21 Ιουνίου 1851 έγγραφό του ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ζήτησε τον αριθμό, το είδος και το κόστος των βιβλίων της βιβλιοθήκης του Σχολείου του Διδύμου. Υποβλήθηκε η παρακάτω ανυπόγραφη κατάσταση με το συνολικό κόστος των βιβλίων να ανέρχεται στις 46,60 δραχμές. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι τα βιβλία αυτά ήσαν τα εξής:

 

 

Τέλος ο Γενικός Επιθεωρητής ζήτησε από τον Έπαρχο Σπετσών να διατάξει «τα δέοντα προς ασφαλή αποστολή των εισηγμένων βιβλίων» απαντώντας στο υπ’ αρ. 151/3 Μαΐου 1851 έγγραφό του.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την εικοσαετία

1859-1879

 

 

Εισαγωγικά

 

Όπως είναι γνωστό με το Β.Δ. της 24ης -12-1841 έγινε συγχώνευση των Δήμων Ερμιόνης και Διδύμου σε έναν Δήμο με την ονομασία «Δήμος Ερμιόνης». Έτσι το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμου, για μια 15/ετία, ήταν το 2ο Δημοτικό Σχολείο του Δήμου Ερμιόνης. Με νέο Β.Δ. στις 20 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του Δήμου Ερμιόνης…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 60/29-8-1866, ο ενιαίος Δήμος διασπάστηκε εκ νέου σε δυο Δήμους ήτοι Ερμιόνης και Διδύμων.

 

Στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου

 

Το σχολικό έτος 1859-1860, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο (1860) της 1ης τριμηνίας, το Σχολείο Διδύμων είχε τον Ιανουάριο πενήντα πέντε (55) μαθητές, τον Φεβρουάριο πενήντα πέντε (55) και τον Μάρτιο πενήντα πέντε (55). Λειτούργησε σε κλάσεις, ενώ υπήρχε και συνδιδακτικό τμήμα, όπου φοιτούσαν δέκα (10) μαθητές. Οι μαθητές του σχολείου «φιλοτιμούνται εις την μάθησιν» είναι «εύτακτοι και ευπηθείς» και διδάσκονται Γραφή, Ανάγνωση, Αριθμητική και Χριστιανική διδασκαλία.

Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος, Γ΄ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών και ο μισθός του ανερχόταν στις εξήντα (60) δραχμές μηνιαίως. Το διδακτήριο, ενώ βρισκόταν σε καλή γενικά κατάσταση, παρουσίαζε και πολλές ελλείψεις. Σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, που την υπογράφει ο πάρεδρος Α. Αντωνόπουλος και τα μέλη της παπα-Δημήτριος Μπάρδης και Αναγνώστης Αντ. Αντωνόπουλος, δεν υπάρχει το γραφείο της έδρας του διδασκάλου, λείπουν οι σανιδοπίνακες και τα παράθυρα χρειάζονται επισκευή. Ο αριθμός των μαθητών κάθε χρόνο αυξάνεται, ενώ ο διδάσκαλος εκτελεί με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του. Για τους ανωτέρω λόγους η επιθεωρητική επιτροπή παρακαλεί τον Δήμαρχο Ερμιόνης Ιωάννη Γ. Οικονόμου, να φροντίσει για την ευπρέπεια του περιβάλλοντα χώρου του Σχολείου.

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1860-1861, το Σχολείο είχε κατά τι λιγότερους μαθητές. Έτσι, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (1861), τον Απρίλιο ενεγράφησαν πενήντα (50) μαθητές, τον Μάιο πενήντα (50) και τον Ιούνιο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου παρέμεινε ο ίδιος, με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμές, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία της λειτουργίας του Σχολείου παρέμειναν αμετάβλητα. Το τριμηνιαίο δελτίο έχει ημερομηνία 1 Ιουλίου 1861.

Κατά το σχολικό έτος 1861-1862 το Σχολείο λειτούργησε κανονικά σύμφωνα με την έκθεση της επιθεωρητικής επιτροπής, οι ελλείψεις, ωστόσο, παραμένουν. Οι εγγραφέντες μαθητές για την 3η τριμηνία (1862), σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο, είναι για τον Ιούλιο σαράντα (40), τον Αύγουστο σαράντα (40) και τον Σεπτέμβριο σαράντα (40). Δημοδιδάσκαλος και πάλι ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το σχολικό έτος 1864-1865 ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε κατά δέκα (10) και ανέρχονταν κατά τη 2η τριμηνία (1865) σε πενήντα πέντε (55) τον Απρίλιο, πενήντα πέντε (55) τον Μάιο και πενήντα οκτώ (58) τον Ιούνιο.

Η σχολική χρονιά 1865-1866 είναι η τελευταία που το Σχολείο υπαγόταν στον Δήμο Ερμιόνης και είχε τότε σαράντα πέντε (45) μαθητές (τριάντα πέντε -35- αγόρια και δέκα -10- κορίτσια). Δημοδιδάσκαλος ήταν ο Δημήτριος Παπασωτηρίου, Γ’ τάξεως, απόφοιτος του Β΄ Διδασκαλείου Αθηνών. [6] Για το σχολικό έτος 1868-1869 στον τριμηνιαίο έλεγχο της 2ης τριμηνίας (Απρίλιος – Ιούνιος) με ημερομηνία υποβολής την 17η Ιουλίου 1869, δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών, ενώ δημοδιδάσκαλος παραμένει ο Δημήτριος Παπασωτηρίου.

Στην 4η τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1870-1871 ενεγράφησαν τον Οκτώβριο οκτώ (8) μαθητές, τον Νοέμβριο δέκα (10) και τον Δεκέμβριο δέκα τρεις (13) σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο. Δημοδιδάσκαλος είναι ο Δημήτριος Παπασωτηρίου και ο μηνιαίος μισθός του εξήντα (60) δραχμές. Το διδακτήριο και το υλικό του Σχολείου βρίσκονται σε μέτρια κατάσταση. Φανερά μειωμένος είναι ο αριθμός των εγγραφών με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς (Δ΄ τριμηνία), για άγνωστους λόγους.

Ως σημαντικό γεγονός για το σχολικό έτος 1875-1876 καταγράφεται η συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1876 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διδύμων για την ίδρυση Δημοτικού Σχολείου Θηλέων, έναν μήνα μετά το σχετικό έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1876 του Υπουργού Γεωργίου Ιωαν. Μίληση. Ωστόσο πληροφορίες για τη λειτουργία του Σχολείου τα επόμενα πέντε χρόνια δεν εντοπίσαμε.

Το σχολικό έτος 1876-1877 ενεγράφησαν στο Σχολείο εξήντα επτά (67) μαθητές, φοίτησαν εξήντα (60), εξετάσθηκαν πενήντα δύο (52), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν δέκα τρεις (13), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1877 και τον υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Παπασωτηρίου. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο ιερέας Ιωάννης Παπαδημητρίου και ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 φοίτησαν πενήντα οκτώ (58) μαθητές, εξετάσθηκαν πενήντα (50), απολύθηκαν δύο (2) και αρίστευσαν οκτώ (8), σύμφωνα με τον «Γενικό Έλεγχο» του Σχολείου που κλείνει με ημερομηνία 29 Ιουλίου 1879 και υπογράφεται από τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Παπασωτηρίου. Στην εξεταστική επιτροπή συμμετείχε ο ιερέας Αντώνης Ιωάν. Αντωνόπουλος.

 

Γενικές παρατηρήσεις

  • Ο αριθμός των μαθητών που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν κατώτερος του στόχου του 10% που είχε θέσει το Υπουργείο επί του συνολικού πληθυσμού. Τότε ο πληθυσμός του Διδύμου αριθμούσε τους εννιακοσίους (900) κατοίκους.
  • Τα κορίτσια που φοιτούσαν στο Σχολείο ήταν περίπου το ¼ των αγοριών, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα.
  • Το Σχολείο στεγαζόταν στο «παραχωρηθέν εθνικόν οσπίτιον κείμενον εν τω χωρίω» από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος με καταγωγή από τη Χαλκίδα διορίστηκε το 1837 στο Δίδυμο, όπου και παντρεύτηκε. Η κόρη του, Σταματίνα, παντρεύτηκε κάποιον Δραπανιώτη. Ο γιος τους, Δημήτριος, υιοθετήθηκε από τον παππού του – από μητέρα- και έφερε το επίθετό του (Πιπινόπουλος). Σπούδασε Νομικά και δικηγορούσε στη Λάρισα. Η κόρη του, Μαρίκα, παντρεύτηκε τον Γεώργιο Σωτηρίου, καθηγητή Θεολογίας και Ακαδημαϊκό, από τις Σπέτσες.

Δημήτριος Παπασωτηρίου

Ο Δημήτριος Παπασωτηρίου καταγόμενος από την Τροιζήνα, διορίστηκε στα Δίδυμα, παντρεύτηκε την κόρη του Γεωργίου Αντωνόπουλου και παρέμεινε στα Δίδυμα, όπου δίδαξε για πολλά χρόνια. Ο τιμώμενος δημοδιδάσκαλος είναι προπάππος του Διδυμιώτη διδασκάλου Δημητρίου Σερέτη.[7]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Α΄, «Διδύμου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων», Φακ. 1532-1533.

[2] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Παύσεις Μεταθέσεις…», Φακ. 132.

[3] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Οργανισμός λειτουργίας…», Φακ. 133.

[4] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάσταση των εκπαιδευτηρίων», Φακ. 175.

[5] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Βιβλιοθήκαι των Δημοτικών Σχολείων», Φακ. 171.

[6] Περισσότερα στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου για το έτος 1865-1866 δημοσιεύονται στο υπό έκδοση βιβλίο μας «Τα Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Ερμιόνης, 1863-1899».

[7] Τις πληροφορίες για τους δύο δημοδιδασκάλους έδωσε ο πολυμαθέστατος, αγαπητός φίλος και εκλεκτός Νομικός-Δικηγόρος Κύριος Δημήτριος Αντωνόπουλος. Φαίνεται πως την 20/ετία αυτή (1859-1879) δύο μόνο δημοδιδάσκαλοι δίδαξαν στο Σχολείο: Ο Κωνσταντίνος Πιπινόπουλος (1859-1864) και ο Δημήτριος Παπασωτηρίου (1865-1879).

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859 & 1860 -1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το έτος 1847 υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου ο Ιωάννης Πάνος. Με την από 4 Ιουνίου 1847 αναφορά του ζητούσε να του καταβληθούν οι μισθοί των προηγουμένων μηνών, ειδάλλως θα υποχρεωνόταν να υποβάλλει την παραίτησή του. [1] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Ιωάννης Πάνος παρέμεινε και τον επόμενο χρόνο (1848) στη θέση του, ενώ στη συνέχεια πήρε μετάθεση για τον Πόρο.

Την ίδια περίοδο προβλήματα είχε και το διδακτήριο του Σχολείου. Με την υπ’ αριθμ. 7408/28 Δεκεμβρίου 1848 αναφορά του προς τον Υπουργό ο Νομάρχης Αργολίδας, αναφέρει ότι «το διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου μετά και την προτροπή σας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλ’ έκτοτε εχειροτέρευσεν. Η δε δημοτική αρχή Κρανιδίου, απροκαλύπτως ομολογούσης ως οικτράν την κατάστασιν αυτήν, μέχρις ότου νέα πρόσωπα αντικαταστήσωσι τα μέχρι τούδε διέποντα τα του Δήμου. Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως δεν δυνάμεθα να γνωμοδοτήσωμεν περί του διορισμού δημοδιδασκάλου καθότι το διδακτήριο είναι ετοιμόροπον».[2]

Για τα θέματα εξάλλου της μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων ο Νομάρχης Αργολίδας με την από 23 Οκτωβρίου 1848 αναφορά του είχε διατυπώσει προς τον Υπουργό το παράπονο όλων σχεδόν των δημοδιδασκάλων, καθώς το ήμισυ των μισθών τους που καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο, δεν το είχαν λάβει εδώ και αρκετούς μήνες.[3]

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. 522/18 Φεβρουαρίου 1849 έγγραφό του ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέας πληροφορεί τον Νομάρχη Αργολίδας ότι:

«Αν και επανειλημμένως σας προσκαλέσαμεν να μας ενημερώσετε περί της καταστάσεως του Σχολείου Μάσητος και να προτείνετε τον διορισμόν δημοδιδασκάλου εις αυτό το Σχολείον εισέτι όμως δεν ελάβομεν ουδεμίαν απάντησιν, έχοντας υπ’ όψιν την υπ’ αριθμ. 9 πράξιν του Επαρχιακού Συμβουλίου διορίζομεν ως δημοδιδάσκαλον τον Δημήτριον Αντωνάκην δημοδιδάσκαλον Θυρέας».

Ο διορισμός έγινε με την υπ’ αριθμ. 238/17 Φεβρουαρίου 1849 πράξη. [4] Αιτιολογώντας την καθυστέρηση που επέδειξε ο Νομάρχης Αργολίδας ανέφερε στον Υπουργό με το υπ’ αριθμ. 1391/7 Μαρτίου 1849 έγγραφό του ότι η Δημοτική Αρχή αδυνατεί να γνωμοδοτήσει για τον διορισμό δημοδιδασκάλου, καθώς το κτήριο που στεγάζεται το σχολείο κρίνεται ακατάλληλο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του.

Έναν χρόνο, σχεδόν, μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 5 Μαΐου 1850, ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Αντωνάκης αναφέρει στο Υπουργείο «τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των χρηματικών ενταλμάτων για την μισθοδοσία του».[5]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1850 επανέρχεται με νέα αναφορά του και ενημερώνει τον Υπουργό ότι λαμβάνει την μισθοδοσία την εκ μέρους της Κυβέρνησης μόνον και όχι από τον Δήμο. Εδώ και είκοσι μήνες «δεν έλαβον ούτε οβολόν απέναντι της εκ του Δήμου μισθοδοσίας μου», αναφέρει. [6]

Με το υπ’ αριθμ. 4375/24 Ιουλίου 1850 έγγραφό του ο Νομάρχης Αργολίδας στέλνει προς έγκριση στο Υπουργείο την επιτροπή των εξετάσεων αποτελούμενη από τους: Αναγνώστη Γουζούαση, Ανδρέα Πέπα, Αναγνώστη Π. Φασιλή, Βασίλειο Χαρακόπουλο και τον ιερέα Ιωάννη Σακελλαρίδη, η οποία και εγκρίθηκε από τον Υπουργό. [7]

Με την υπ’ αριθμ. 6173/2 Σεπτεμβρίου 1850 αναφορά του ο Νομάρχης Αργολίδας αποστέλλει τον πίνακα των θερινών εξετάσεων του Σχολείου στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα. Αυτός με το από 16 Σεπτεμβρίου 1850 έγγραφό του εκφράζει τις ευχαριστίες του και την ευαρέσκειά του προς τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Αντωνάκη. Πραγματικά ο Δημήτριος Αντωνάκης ήταν ένας εργατικός και τίμιος δημοδιδάσκαλος, γι΄ αυτό και οι κάτοικοι του Κρανιδίου τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.[8]

Τον επόμενο χρόνο (1851) ο Δ. Αντωνάκης φαίνεται πως μετατίθεται στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πόρου, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Πάνος μετατίθεται για δεύτερη φορά στο Κρανίδι.[9]

Στις 27 Οκτωβρίου 1851 ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος στέλνει αναφορά προς το Υπουργείο γράφοντας τα εξής:

«Με λύπη μου εδέχθην την άνευ λόγου μετάθεσίν μου εις Κρανίδιον. Μόλα ταύτα προθυμοποιούμαι να υπακούσω την διαταγήν του Σου Υπουργείου. Εις την θέσιν ταύτην και προ χρόνων υπηρέτησα δια δύο έτη, αλλά δεν πληρωνόμουν από τον Δήμον, αλλά ούτε οι προ εμού υπηρετήσαντες που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Προβλέπω δε ότι ούτε τώρα θα πληρωθώ».

Φαίνεται πως ο Δήμος Κρανιδίου δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους δημοδιδασκάλους και γενικότερα προς τα θέματα της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό ούτε αποδιδόταν στους δημοδιδάσκαλους ο μισθός τους, ούτε διατίθονταν χρήματα για τις επισκευές του διδακτηρίου και την αγορά των απαραιτήτων μέσων διδασκαλίας. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Ο Υπουργός προβληματισμένος από την αναφορά του Ιωάννη Πάνου εισηγήθηκε με το από 15 Δεκεμβρίου 1851 έγγραφό του τη μετάθεσή του στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ύδρας. Δημοδιδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ύδρας ήταν ο Γεώργιος Μαρινιώτης, ο οποίος είχε μετατεθεί στην Ύδρα από τις Βρασιές, με το υπ’αριθμ.10991/11 Αυγούστου 1848 έγγραφο του Υπουργείου, αντί του Δημητρίου Καλκάνη, που ήταν απασχολημένος στην Κόρινθο με την μισθοδοσία του και καθυστέρησε να αναλάβει υπηρεσία. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

Έτσι ο δημοδιδάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ύδρας Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Κρανίδι. Με τις ενέργειες του ανωτέρω δημοδιδασκάλου (οι από 19 Φεβρουαρίου 1852 και από 20 Απριλίου 1852 σχετικές αιτήσεις του) και επί Δημαρχίας Βασιλείου Νόνη δόθηκαν από το Υπουργείο στον βουλευτή Ερμιονίδας Ανδρέα Πέπα βιβλία για τις ανάγκες των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Κρανιδίου.[10]

 

 

Στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο,

με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο

από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση

στο Δημόσιο σχολείο της πόλης δεν ήταν εύκολη

 

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι και το ακόλουθο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8002/15 Νοεμβρίου 1852 αναφορά του Νομάρχη Αργολίδος προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για την κατάσταση των εκπαιδευτηρίων της Νομαρχίας αναφέρεται ότι στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο, με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση στο Δημόσιο σχολείο της πόλης (απόσταση 20 λεπτών) δεν ήταν εύκολη. Εκτός, όμως, από αυτό, όπως ισχυρίζονταν οι γονείς των μαθητών, ο διδάσκαλος, ο οποίος διέμενε στην ίδια γειτονιά με τους μαθητές, τους «παιδαγωγούσε» στον ελεύθερο χρόνο τους. Το έτος ίδρυσης/κατάργησης του ανωτέρω Γραμματοσχολείου παραμένει άγνωστο.

Τον κατάλογο των εκατόν έξι μαθητών (106) του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου που εξετάσθηκαν κατά τις θερινές εξετάσεις της 14ης Αυγούστου 1853, υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Άγγελος Γουζούασης, Ιωάννης Ζέρβας και ο ιερέας Ιωάννης Σακελλαρίδης.

Στο από 4 Σεπτεμβρίου 1853 έγγραφο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης επέδειξε επιμέλεια και ο μισθός του ανέρχεται στις ογδόντα δραχμές (80 δρχ.) πληρωτέος «εξ ημισείας» από το Δημοτικό και Δημόσιο ταμείο.

Να σημειώσουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1852-1853, σύμφωνα με τον πίνακα των εγγραφών της 19ης Αυγούστου 1853, ενεγράφησαν στο σχολείο εκατόν ενενήντα επτά (197) μαθητές. Τότε το Κρανίδι αριθμούσε τους επτά χιλιάδες (7.000) κατοίκους.[11]

Το έτος 1854 στο υπ’ αριθμ. 10345/27 Νοεμβρίου 1854 έγγραφο του Νομάρχη Αργολίδας προς τον Υπουργό αναγράφονται προς έγκριση τα ονόματα της εξεταστικής επιτροπής αποτελούμενης από τους: Γεώργιο Δέδε, Λογοθέτη Ζέρβα, Χρήστο Φασιλή, Σπηλιώτη Κρέστα, Κοσμά Τσαμαδό και Χρήστο Βενέτη. Δήμαρχος ήταν τότε ο Άγγελος Γουζούασης.

Τον επόμενο χρόνο, 1855, ο Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Τρίπολης. Απεβίωσε 21 χρόνια αργότερα στις 4 Σεπτεμβρίου 1876.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν γνωρίζουμε ονόματα δημοδιδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, ούτε εντοπίσαμε έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία του. Το 1859 δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ανέλαβε ο Ιωάννης Γλύνης.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου

κατά την περίοδο 1860 -1879

 

 

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου ήταν ο Ιωάννης Μ. Γλύνης, Β΄ τάξεως, που αποφοίτησε από το Β΄ Διδασκαλείο Αθηνών. Κατά την Α΄ τριμηνία (1861) ενεγράφησαν στο σχολείο τον Ιανουάριο τριακόσιοι οκτώ (308) μαθητές, τον Φεβρουάριο τριακόσιοι (300) και τον Μάρτιο τριακόσιοι τρεις (303), ενώ κατά τη Β΄ τριμηνία (1861), τελευταία του σχολικού έτους 1860 – 1861, ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι είκοσι (220) μαθητές, τον Μάιο διακόσιοι δώδεκα (212) και τον Ιούνιο διακόσιοι εβδομήντα εννέα (279). Το Κρανίδι αριθμούσε τότε έξι χιλιάδες εξακόσιους δεκαεννέα (6.619) κάτοικους.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το υπ’ αριθμ. 2585/16 Ιουνίου 1861 έγγραφο του Επάρχου Σπετσών και Ερμιονίδος προς τη Νομαρχία Αργολίδος «Περί της καταστάσεως των Δημοτικών Σχολείων της Επαρχίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

Δεν αναπληρώθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις, όπως αναφέρθηκαν στους ελέγχους της Α΄ τριμηνίας στα σχολεία Κρανιδίου και Ερμιόνης. Στον μεν δήμο Κρανιδίου εξαιτίας της αμέλειας και της ανικανότητας της δημοτικής αρχής αλλά και στην όχι καλή διαχείριση των δημοτικών πόρων. Στον δε δήμο της Ερμιόνης εξαιτίας της έλλειψης δημοτικού εισπράκτορα ώστε να εισαχθούν χρήματα στο Δημοτικό Ταμείο.

Νικόλαος Σκλιάς

Το επόμενο σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδάσκαλος παρέμεινε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ’ τριμηνίας (1861) στο σχολείο, «χωρητικότητας» τετρακόσιων (400) μαθητών, ενεγράφησαν τον Οκτώβριο τριακόσιοι σαράντα οκτώ μαθητές (348), τον Νοέμβριο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) και τον Δεκέμβριο τριακόσιοι σαράντα εννέα (349). Τη Β΄ τριμηνία (1862) ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι δεκατρείς (213), τον Μάιο διακόσιοι δύο (202) και τον Ιούνιο διακόσιοι δεκαπέντε (215) μαθητές. Είναι φανερό ότι κατά τη Β΄ τριμηνία ο αριθμός των  εγγραφέντων μαθητών ήταν λιγότερος κατά εκατόν τριάντα (130). Το σχολικό έτος 1862-1863 καθήκοντα δημοδιδασκάλου ασκούσε ο Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας, εξαιρετικά προσεκτικός και καλλιγράφος, βοηθούμενος από τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Νίκα.

Το σχολείο λειτουργούσε με τρία (3) συνδιδακτικά τμήματα και οκτώ (8) κλάσεις αλληλοδιδακτικών τμημάτων. Οι μαθητές που φοιτούσαν αριθμούσαν τους τριακόσιους εξήντα τέσσερις (364), από τους οποίους εξετάσθησαν οι τριακόσιοι τριάντα δύο (332). Η κατανομή των μαθητών ανά τμήμα/κλάση είχε ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα δύο (32)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: έντεκα (11)
  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι εννέα (29)
  • Η΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα τέσσερις (34)
  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα ένας (31)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι πέντε (25)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: σαράντα πέντε (45)

Οι υπόλοιποι εκατόν πενήντα εννέα (159) μαθητές φοιτούσαν στις άλλες τέσσερις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων, όπως αναγράφεται, συνοπτικά, στον κατάλογο των ετησίων εξετάσεων. Τριάντα (30) μαθητές εκρίθησαν ικανοί να δώσουν εξετάσεις και να φοιτήσουν στο Ελληνικό Σχολείο, σύμφωνα με το πρακτικό της 27ης Ιουλίου 1863, που υπογράφεται ως εξής:

 

Δημοδιδάσκαλος Δήμαρχος
Νικόλαος Σκλιάς Πέτρος Γουζούασης
Εξεταστική Επιτροπή
Ιωάννης Λουκάς ιερέας Πέτρος Γουζούασης

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδάσκαλος του σχολείου παρέμεινε ο Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον «κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων»[12] της 19ης Ιουλίου 1865 στο σχολείο φοιτούσαν οι μαθητές κατά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα επτά (37)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα εννέα (19)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 1ο δεκαοκτώ (18), Τμήμα 2ο είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι επτά (27)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δεκαεπτά (17)

Ο αριθμός των μαθητών των άλλων κλάσεων δεν αναγράφεται στο έγγραφο. Η εξεταστική επιτροπή έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Ευστάθιο ή Γεώργιο Υφαντίδη, ο οποίος από τη σύσταση του σχολείου βοηθούσε στην εύρυθμη λειτουργία του. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κοσμά Τσαμαδό και Ιωάννη Ζέρβα, ευελπιστεί ότι η σπουδαιότητα του ανωτέρω εγγράφου θα ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και θα τιμήσει δεόντως τον Υφαντίδη.

Το επόμενο σχολικό έτος 1865-1866 δημοδιδάσκαλος του σχολείου ήταν πάλι ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 27ης Ιουλίου 1866 το σχολείο λειτούργησε με μαθητές ανά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι πέντε (25)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι τέσσερις (24)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 2ο : πενήντα (50), Τμήμα 1ο : οκτώ (8)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι τέσσερις (24)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δεκαέξι (16)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Δ΄: δώδεκα (12)

Για τις υπόλοιπες (Γ΄, Β΄, Α΄) κλάσεις δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών. Την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής υπογράφουν: Ο Α΄ δημαρχεύων πάρεδρος Αντώνιος Σκρεπετός και οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Άγγελος Γουζούασης, Πέτρος Γουζούασης, Κ. Ζέρβας και Εμμανουήλ Μίλησης.

Κατά τη Β΄ τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1869-1870 στο σχολείο ενεγράφησαν τον Απρίλιο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) μαθητές, τον Μάιο τριακόσιοι σαράντα (340) και τον Ιούνιο τριακόσιοι σαράντα (340). Δημοδιδάσκαλος εκ νέου ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

 

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο

ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος

 

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1870-1871, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ΄ τριμηνίας (1870), στο σχολείο ενεγράφησαν τον Οκτώβριο διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τον Νοέμβριο διακόσιοι πενήντα δύο (252) και τον Δεκέμβριο διακόσιοι πενήντα τρεις (253) με δημοδιδάσκαλο τον ιερέα Νικόλαο Σκλιά.

Αντώνιος Στρίγκος

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 25ης Ιουλίου 1873, στο συνδιδακτικό τμήμα φοιτούσαν τριάντα (30) μαθητές χωρισμένοι σε δύο «κλάσεις». Στη Β΄ κλάση φοιτούσαν έντεκα (11) μαθητές και στην Α’ δεκαεννέα (19). Και η Η΄ κλάση του αλληλοδιδακτικού τμήματος ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα. Στο Β΄ τμήμα φοιτούσαν πενήντα επτά (57) μαθητές και στο Α΄ δεκατρείς (13). Στις υπόλοιπες κλάσεις οι εγγεγραμμένοι μαθητές κατανέμονταν ως εξής:

 

  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: επτά (7)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκαέξι (16)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δέκα (10)
  • Δ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκατρείς (13)
  • Γ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι οκτώ (28)

Στη σημείωση του σχετικού εγγράφου αναφέρεται πως άλλοι εκατόν είκοσι έξι (126) μαθητές ανήκουν στις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων Β΄ και Α΄. Το σύνολο των μαθητών ανέρχεται στους τριακόσιους (300). Από τους έντεκα (11) μαθητές της Β΄ κλάσης του συνδιδακτικού τμήματος εννέα (9) προετοιμάσθηκαν για τις εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Στη σχετική κατάσταση αναγράφεται η βαθμολογία των μαθητών ως εξής:

Πέντε (5) μαθητές είχαν βαθμολογία α΄ (άριστα)

Τρεις (3) μαθητές είχαν βαθμολογία β΄ (λίαν καλώς)

Ένας (1) μαθητής είχε βαθμολογία γ΄ (καλώς)

Δύο (2) μαθητές είχαν βαθμολογία δ΄ (σχεδόν καλώς)

Μηδέν(0) μαθητές είχαν βαθμολογία ε΄ (μετρίως)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Αριστείδης Ι. Ζέρβας, Νικόλαος Βασιλείου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σπύρος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Τσούτσας, ιερέας.

Το σχολικό έτος 1876-1877 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα (240). Οι εξετασθέντες διακόσιοι (200), οι απολυθέντες οκτώ (8) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60).

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (2 και 3 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι δεκατρείς (213). Οι εξετασθέντες εκατόν ογδόντα εννέα (189), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες σαράντα επτά (47). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Βασίλειος Βασιλείου. Ράλλης Πάππας, Ελληνοδιδάσκαλος, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος, Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (25 και 26 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι πενήντα τέσσερις (254). Οι εξετασθέντες εκατόν εβδομήντα (170), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Α. Βαλληνδάς, Ν. Α. Βασιλείου και Δ. Γιαλούρης.

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (27 και 28 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα τρεις (243). Οι εξετασθέντες διακόσιοι τριάντα τρεις (233), οι απολυθέντες διακόσιοι (200) και οι αριστεύσαντες εβδομήντα οκτώ (78). Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Μ. Βλαβιανός, Γ. Α. Νικολάου, Ν. Λέκκας και Μ. Μπιρμπίλης.

Η σύνταξη του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής έγινε στις 30 Ιουλίου 1879.

 

Υποσημειώσεις


  

[1]Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.

[2]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.177.

[3]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[4]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.176.

[5]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[6] όπ. π.

[7]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξεταστικαί επιτροπαί», Φ. 152.

[8] όπ. π.

[9]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Διορισμοί…», Φ. 138.

[10]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Περί βιβλίων», Φ. 172.

[11]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξετάσεις Δημοτικών Σχολείων», Φ. 168.

[12] Στον κατάλογο εκτός από το ονοματεπώνυμο του μαθητή αναγραφόταν η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η θρησκεία και η βαθμολογία, 4 =Άριστα, 3=Λίαν καλώς, 2= μέτριος.

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄, Φακ. 345 (1855-1886).

 

 Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Το Διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1899)


 

Από την αρχή της σύστασής του (1858) το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στεγάστηκε σε δημοτικό οίκημα που βρισκόταν σε μια ρεματιά. Ήταν εντελώς ακατάλληλο για σχολείο και μετά την εγκατάλειψή του (1890) μετατράπηκε σε ελαιοτριβείο.

Σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε στις 24 Ιουνίου 1883 ο τότε Δήμαρχος Κρανιδίου Πέτρος Γουζούασης το κτήριο αυτό είχε ένα μικρό προαύλιο, δύο απώπατους, τον ένα σε καλή κατάσταση «και ουδέν δωμάτιον πλην των δύο συνδιδακτικών τμημάτων». Την ίδια περιγραφή έχουμε και στο από 10 Νοεμβρίου 1888 έγγραφο του δημάρχου της πόλης Π. Παπαδημητρίου «Περί της καταστάσεως των διδακτηρίων Δημοτικής Εκπαιδεύσεως του Δήμου Κρανιδίου». Λίγο νωρίτερα, την 1η Αυγούστου 1888, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ο τότε Νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου (επιθεωρητής) Θεοδ. Ν. Λύρας σημείωνε:

 

«Το οίκημα του σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο καθόσον είναι στενό και μόνο η μία του αίθουσα έχει πάτωμα ενώ η άλλη έχει χώμα. Πάνω στο χώμα υπάρχουν σανίδες που κάθονταν οι μαθήτριες. Τον χειμώνα το κρύο είναι ανυπόφορο και το νερό τρέχει από την οροφή. Ρωτήσαμε διαφόρους και μας είπαν ότι με σαράντα (40) δραχμές ενοίκιο το μήνα μπορεί να βρεθεί άλλη οικία, κανείς όμως, μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί να προσφέρει ένα τέτοιο σπίτι για να στεγαστεί το σχολείο».

 

Τελικά, στις αρχές του 1890, το σχολείο στεγάστηκε στη νοικιασμένη ιδιωτική οικία της Ελένης, χήρας Αντωνίου Σκρεπετού. Η ενοικίαση της οικίας ήταν διετής, το μίσθωμα ανερχόταν σε τριάντα πέντε (35) δραχμές μηνιαίως και το συμβόλαιό της έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1892.

Στη συνέχεια, όταν ο χρόνος ενοικίασης τελείωσε και ενώ η ίδια είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, έκανε εκ νέου αίτηση για επανανοικίαση της οικίας της. Ανάφερε, μάλιστα, ότι δεν προσφέρεται στο Κρανίδι παρόμοια οικία για στέγαση του Σχολείου. Το Υπουργείο συνέστησε επιτροπή προς έγκριση της καταλληλότητας της οικίας, η οποία απάντησε ότι «η Ελένη Σκρεπετού διαμένει πλέον στον Πειραιά και όσες φορές την επισκεφθήκαμε δεν ήτο εκεί». Απ’ ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε η οικία είναι παντελώς ακατάλληλη να νοικιασθεί για σχολείο και μάλιστα Θηλέων «καθόσον δύο μόνον εκ των υπαρχόντων εξ παραθύρων έχουσιν υαλοστάτην και υαλοπίνακας. Τα λοιπά εισίν ερμητικώς κεκλεισμένα ελλείψει τούτων. Εκ τούτου ελάχιστον φως εισέρχεται εν τη αιθούσι».

Ο ειρηνοδίκης Μάσητος

Σ. Τυπάλδος

Εν Κρανιδίω τη 7 Ιουνίου 1893

Στο έγγραφο αναφέρονται και άλλα προβλήματα της οικίας που την έκριναν ακατάλληλη προς ενοικίαση Σχολείου Θηλέων. Φαίνεται, ωστόσο, πως ο Υπουργός, για άγνωστους λόγους, είχε εγκρίνει την ενοικίαση της οικίας πριν παραλάβει την έκθεση της επιτροπής.

Στις 12 Ιανουαρίου 1893 ο Ιωάννης Κοντοβράκης ενημερώνει, με αίτησή του, ότι διαθέτει δική του οικία για την ενοικίαση και στέγαση του σχολείου Θηλέων, που αποτελείται από τέσσερα (4) ευρύχωρα δωμάτια, με ενοίκιο σαράντα (40) δραχμές τον μήνα. Τελικά, στις 9 Φεβρουαρίου 1893, ο αρμόδιος Υπουργός ανακάλεσε, εγγράφως, την απόφασή του «και ενέκρινεν την ενοικίασιν της οικίας του Ιωάννου Κοντοβράκη».

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄: «Μισθώσεις Σχολείων», Θ.204, Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση των κοριτσιών στο Κρανίδι (1830-1879) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Τα πρώτα στοιχεία

 

Την πρώτη μαρτυρία για τη λειτουργία σχολείου Θηλέων στο Κρανίδι τη βρίσκουμε στην υπ’αρ. 410/Ιουλίου 1832 αναφορά – έκθεση «Περί των διδακτικών καταστημάτων» του Διοικητικού Τοποτηρητή της περιφέρειας του Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) Λογοθέτη Ζέρβα «Προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματείας».[1] Σ’ αυτή αναφέρει ότι στο Κρανίδι [2] εκτός των άλλων σχολείων λειτουργεί και ένα «ιδιαίτερον» στο οποίο «διδάσκεται παρά τινος γυναικός εκ Κρήτης η αλληλοδιδακτική μέθοδος την οποίαν όμως δεν επίσταται καλώς η διδάσκουσα· δύναται δε να χρησιμεύση ως δάσκαλος των κορασίων μόνον». Ορισμένοι όμως «φιλόκαλοι πολίται», συνεχίζει, στέλνουν τα παιδιά τους σ’ εκείνο το σχολείο «πληρούντες έκαστος εξ ιδίων την διδάσκουσαν κατά μήναν». Σύμφωνα με τα σημειούμενα στην αναφορά το σχολείο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιδιωτικό σχολείο. Εντυπωσιάζει ωστόσο η άποψη του Διοικητή πως η διδασκάλισσα με τις ελάχιστες γνώσεις της «περί την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον» κρίνεται ικανή να διδάσκει μόνο κορίτσια και όχι αγόρια!

Άλλες πληροφορίες για εκείνο το «Παρθεναγωγείον» δεν διασώθηκαν και δε γνωρίζουμε το έτος της κατάργησής του. Επίσης δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, καμία μαρτυρία αν για τα επόμενα δεκαέξι (16) χρόνια (1832 – 1858) λειτούργησε στην πόλη κάποιο άλλου είδους σχολείο Θηλέων. Αλλά και σε κατάλογο των Δημοτικών Σχολείων της χώρας που δημοσιεύτηκε το 1857, Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου δεν αναφέρεται.[3] Παρ’ όλα αυτά μικρός αριθμός κοριτσιών φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων από τις αρχές της 10/ετίας του 1840 και για τα επόμενα χρόνια. Έτσι το σχολικό έτος 1840-1841 σε σύνολο εκατόν εβδομήκοντα τεσσάρων (174) μαθητών, εκατόν εξήκοντα οκτώ (168) ήσαν αγόρια και έξι(6) κορίτσια. Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Δημήτριος Μητσόπουλος. Το Κρανίδι είχε τότε τέσσερις χιλιάδες επτακοσίους (4.700) κατοίκους.

 

Η σύσταση και η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1879)[4]

 

Όπως έχουμε ξαναγράψει το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων (Κορασίων) ή Παρθεναγωγείο συστάθηκε και λειτούργησε το σχολικό έτος 1858-1859. Η πρώτη δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου απόφοιτη της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκειο) και με μισθό εξήντα (60) δραχμές τον μήνα. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο (των ενιαυσίων εξετάσεων του Σχολείου) που έγιναν στις 15 και 16 Ιουλίου 1859, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν ογδόντα μία (181) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαεννέα (19)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν τριάκοντα έξι (136)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Ρομπότης ιερέας, Δημήτριος Τσαμαδός, ενώ του τρίτου μέλους το όνομα είναι δυσανάγνωστο.

Το επόμενο σχολικό έτος 1859-1860 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η ίδια, ενώ σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «Κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 24 και 25 Ιουλίου 1860 στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εβδομήκοντα επτά (177) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος τριάκοντα επτά (37)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν είκοσι πέντε (125)

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου ενώ το σύνολο των μαθητριών ήταν κατά τι λιγότερο. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο του Σχολείου την πρώτη τριμηνία ενεγράφησαν στο Σχολείο τον Ιανουάριο εκατόν σαράντα (140) μαθήτριες, τον Φεβρουάριο εκατόν σαράντα μία (141) και τον Μάρτιο εκατόν τριάντα δυο (132), ενώ την δεύτερη τριμηνία, τον Απρίλιο εκατόν είκοσι (120), τον Μάιο εκατόν είκοσι έξι (126) και τον Ιούνιο εκατόν ογδόντα (180).

Το σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε για έναν ακόμη χρόνο η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου. Στο Σχολείο κατά το Β΄ τρίμηνο ενεγράφησαν τον Απρίλιο εκατόν τριάντα τρεις (133) μαθήτριες, τον Μάιο εκατόν εβδομήντα πέντε (175) και τον Ιούνιο εκατόν εβδομήντα έξι (176). Είναι φανερή η αύξηση των εγγραφών τους δυο τελευταίους μήνες.

Το σχολικό έτος 1862-1863 δημοδιδασκάλισσα του σχολείου ήταν η Αγγελική Α. Κοκκίνου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εξήντα (160) μαθήτριες ενώ λειτούργησε και τρίτη κλάση συνδιδακτικού τμήματος.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε(15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαοκτώ (18)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν επτά (107)

Οι ετήσιες εξετάσεις του έτους έγιναν στις 25 Ιουλίου 1863, όπως ο σχετικός κατάλογος αναφέρει. Ο μισθός της δημοδιδασκάλισσας ήταν εξήντα (60) δραχμές τον μήνα.

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδασκάλισσα είναι η ίδια. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 17 Ιουλίου 1865, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν είκοσι οκτώ (128) μαθήτριες, αρκετά λιγότερες από τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως στο

Αλληλοδιδακτικό τμήμα.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δώδεκα (12)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα ογδόντα μία (81)

Είναι φανερή η απροθυμία των γονέων να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο Ιωάννης Λοτής, ιερέας και ο Αρ. Ζέρβας. Στην έκθεση της επιτροπής, η οποία στάλθηκε μέσω του Επάρχου στο Υπουργείο Παιδείας, καταγράφονται μεταξύ άλλων η επίδοση της διδασκάλισσας αλλά και οι ανάγκες του σχολείου.

Στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου τη διετία 1866 – 1868 δεν βρέθηκαν. Το σχολικό έτος 1868 – 1869 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Μαριγώ Γ. Βάσσου, απόφοιτη «του εν Αθήναις Παρθεναγωγείου. Ο μηνιαίος μισθός της ήταν εξήντα (60) δραχμές. Οι εγγραφές των μαθητριών σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο ήσαν ως εξής: Απρίλιος διακόσιες τριάντα οκτώ (238), Μάιος διακόσιες δέκα οκτώ (218), Ιούνιος διακόσιες τριάντα (230).

Το επόμενο σχολικό έτος 1869 – 1870 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χρυσή Ιωάννου. Στις 10 Οκτωβρίου 1870 διορίζεται στο Σχολείο για το έτος 1870 – 1871 η δημοδιδασκάλισσα Α(ν)δριανή Γερακιώτου με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμών. Η Χρυσή Ιωάννου μετατέθηκε στο Επαρχιακό Δημοτικό Σχολείο Κορασίων Λεωνιδίου με μηνιαίο μισθό εκατό (100) δραχμών και απολύεται η δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου Βασιλική Κατσαούνη. Το σχετικό έγγραφο που περιείχε και τις τρεις υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμός, μετάθεση, απόλυση) έγραφε για τη Βασιλική Κατσαούνη· «επιφυλασσόμενοι να σε επαναφέρομεν προσεχώς εις αυτήν (υπηρεσία) τοποθετούντες σε καταλλήλως». Όλα τα παραπάνω έγιναν «αυθημερόν».

Σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο στο Σχολείο κατά την Δ΄ τριμηνία ενεγράφησαν τον Οκτώβριο εκατόν σαράντα μία (141) μαθήτριες, τον Νοέμβριο εκατόν πενήντα έξι (156) και τον Δεκέμβριο εκατόν εβδομήντα τέσσερις (174).

Το σχολικό έτος 1876-1877 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου είναι η Αδριανή Δέδε ενώ στο σχολείο φοιτούν διακόσιες (200) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο των ετήσιων εξετάσεων που έγιναν στις 4 και 5 Αυγούστου 1877 εξετάσθηκαν εκατόν ογδόντα (180), απολύθηκαν εννέα (9) και αρίστευσαν ογδόντα (80) μαθήτριες. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι Λουκάς Ρομπότης ιερέας, Ράλλης Πάππας, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο και τελευταίο σχολικό έτος 1878-1879 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν και πάλι η Αδριανή Δέδε. Στο Σχολείο φοίτησαν διακόσιες πενήντα (250) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 29 και 30 Ιουλίου 1879 εξετάσθηκαν διακόσιες δέκα μαθήτριες(210), απολύθηκαν τέσσερις (4) και αρίστευσαν ογδόντα πέντε (85). Την 5/μελή εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: ; Βασιλείου, Σπ. Γεωργόπουλος, ; Καλομπούρης, ιερέας, Δημ. Φασιλής και υπογραφή δυσανάγνωστη.

 

Υποσημείωσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ.51, Σχολικά, αρ. 21033.

[2] Το Κρανίδι είχε τότε οκτακόσιες εξήκοντα τρεις (863) οικογένειες και τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιες δεκατρείς (4.813) κατοίκους.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, καταλ. Δ΄, κυτ.55.

[4] Γ.ΑΚ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Φακ.345, 1855 – 1886.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η αναστολή λειτουργίας του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» το 1832 και η επαναλειτουργία του το 1837 | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27-9-1931) είναι γνωστό ότι επικράτησε χάος στη χώρα και η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη με πολύ δυσάρεστες εξελίξεις εξαιτίας, κυρίως, των κομματικών συγκρούσεων. Τα τραγικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, όπως ήταν φυσικό, είχαν δυσμενείς επιπτώσεις και στην εκπαίδευση γι’ αυτό πολλά Αλληλοδιδακτικά Σχολεία διέκοψαν τη λειτουργία τους, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Έτσι από τα εβδομήντα ένα (71) Αλληλοδιδακτικά Σχολεία που λειτουργούσαν το 1830, στα μέσα του 1832 λειτουργούσαν εξήντα (60) και στις αρχές του 1834 μόλις είκοσι έως τριάντα (20-30).

Μεταξύ των σχολείων που διέκοψαν τη λειτουργία τους ήταν κι εκείνο «του Διδύμου». Με το υπ’ αριθμ. 410/1 Ιουλίου 1832 έγγραφό του ο Διοικητικός Τοποτηρητής του Κάτω Ναχαγέ Λογοθέτης Ζέρβας από το Κρανίδι αναφέρει «Προς τον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» ότι το Δημοτικό Σχολείο Διδύμου έπαυσε να λειτουργεί πριν από τρεις μήνες, γιατί ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Βλαχογιάννης αναγκάσθηκε να «αναχωρήση εκείθεν», επειδή δεν λάμβανε τους μισθούς του από το Εθνικό Ταμείο και «το σχολείον δεν είχε ιδιαιτέρους πόρους».

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Το σχολείο ονομαζόταν «Ελληνοαλληλοδιδακτικόν», καθώς εκτός της αλληλοδιδακτικής ο δημοδιδάσκαλος «παρέδιδεν και αρχάς Ελληνικών» και φοιτούσαν σ’ αυτό τριάντα (30) μαθητές, Φαίνεται να παρέμεινε κλειστό για 5 χρόνια. Έτσι στην κατάσταση που υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 1837 ο Ιωάννης Κοκκώνης, Γενικός Διευθυντής Δημοτικών Σχολείων, στον επί «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» για τα σχολεία που λειτουργούσαν στη χώρα, το σχολείο του Διδύμου δεν αναφέρεται.

Με το υπ’αριθμ.16/7 Δεκεμβρίου 1836 έγγραφο, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης του Διδύμου ψηφίζει τον δημότη της Ερμιόνης Γ. Δ. Πανούτζο «επιφορτισμένον τα συμφέροντα της επαρχίας Ερμιονίδος» να υποστηρίζει «παρά τη Βασιλική Κυβερνήσει» και να εκπροσωπεί σ’ αυτή ως επίτροπος και τον Δήμο του Διδύμου. Παρακαλεί δε τον δήμαρχο του Διδύμου Αν. Αντωνόπουλο να κοινοποιήσει την απόφαση στον ενδιαφερόμενο, το οποίο και έγινε με το υπ’ αριθμ. 193/9 Δεκεμβρίου 1836 έγγραφο του δημάρχου.

Από τις πρώτες ενέργειες του επιτρόπου Γ. Δ. Πανούτζου, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου του Διδύμου, ήταν η επαναλειτουργία του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της πόλης. Έτσι ο Γ. Δ. Πανούτζος, ως επίτροπος της επαρχίας Ερμιονίδος και Τροιζηνίας «γνωστός υπήκοος», υποβάλλει αναφορά τον Μάρτιο του 1837 «υπόψιν της Α.Μ. του Βασιλέως και την ικεσίαν ενός Δήμου της επαρχίας Ερμιονίδος περί αντιμισθίας διδασκάλου».

Μεταξύ άλλων στην αναφορά του σημείωνε: «…χρεωστών να φανώ χρήσιμος δια τους συμπολίτας μου, ενώπιον του αγαθοεργού Βασιλέως μας τολμώ ν’ αναφέρω… την ανάγκην ενός των Δήμων της επαρχίας… να συστήση το Δημοτικόν Σχολείον το οποίον δια της βοηθείας της Σεβαστής Κυβερνήσεως το 1830 είχεν συσταθεί…». Στη συνέχεια αναφέρει στον Βασιλέα, «επικαλούμενος την ευεγερτικήν και πατρικήν του διάθεσιν», να μεριμνήσει να αποσταλεί δημοδιδάσκαλος μισθοδοτούμενος από το κράτος, ενώ ό,τι άλλο χρειάζεται για τη λειτουργία του Σχολείου, αναφέρει, θα το αναλάβει ο Δήμος.

Στην αναφορά του Γ. Δ. Πανούτζου προς τον Βασιλιά Όθωνα απάντησε ο Γραμματέας (Υπουργός) «επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» με το υπ.αριθμ.11737/27 Μαρτίου 1837 έγγραφό του ανακοινώνοντας ότι «η Α.Μ. ηυδόκησεν να εγκρίνη την μισθοδοσίαν του διδασκάλου όστις θέλει διορισθή κατά τον ερχόμενον μήνα. Προς τούτο θέλετε ειδοποιήσετε τους δημότας Διδύμων να προετοιμάσωσιν έως τότε το σχολείον…».

 Ο ίδιος ο Γραμματέας στέλνει το υπ’αριθμ.11737/16 Απριλίου 1837 προς τον Διοικητή Αργολίδας και τον ενημερώνει ότι «η Α.Μ. ο Σος  ημών Άναξ ηυδόκησεν να εισακούση την αίτησιν των κατοίκων των Διδύμων και να διορίση δημοδιδάσκαλον εκ του Εκκλησιαστικού Ταμείου…». Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Πιπινόπουλο, δημοδιδάσκαλο Γ΄ τάξεως, «όστις και απήλθεν εις Δίδυμον δια να επιστατήση την του σχολείου επισκευήν».

Στη συνέχεια του εγγράφου παρακαλεί τον Διοικητή Αργολίδας να φροντίσει για την τοποθέτηση του δημοδιδασκάλου και να προτρέψει τη δημοτική αρχή της πόλης να επισπεύσει τις επισκευές του σχολείου. Με παρόμοιο έγγραφο που έχει τα ίδια στοιχεία με το προηγούμενο (υπ’αριθμ.11737/16 Απριλίου 1837) προς τον δημοδιδάσκαλο Κ. Πιπινόπουλο ο Υπουργός Α. Πολυζωϊδης [1] τον ενημερώνει για τον διορισμό του ως δημοδιδασκάλου στο Δημοτικό Σχολείο Διδύμου με μισθό πενήντα (50) δραχμές τον μήνα, που ανερχόταν στις επτακόσιες (700) δραχμές τον χρόνο με τα δώρα.

Τρεις μήνες αργότερα με το υπ’ αριθμ.14148/18 Ιουλίου 1837 ο αρμόδιος Γραμματέας ζητάει από τον Διοικητή Αργολίδας να πληροφορηθεί, γιατί έχουν αργήσει να αποσταλούν τα σχετικά έγγραφα (ανάληψη υπηρεσίας, πρωτότυπο, πρωτόκολλο ορκοδοσίας κ.λπ.) του «διορισθέντος δημοδιδασκάλου του δήμου Διδύμου».

Ο Διοικητής Αργολίδος με το υπ’ αριθμ. 3838-5574/13 Αυγούστου 1937 έγγραφό του προς τον Γραμματέα απάντησε, ότι η καθυστέρηση οφείλεται, σύμφωνα με την ενημέρωση από τον Υποδιοικητή Ερμιονίδας – Τροιζηνίας, στην έλλειψη του αναλόγου χαρτοσήμου και παρακαλεί τον Γραμματέα «να διατάξη την έκδοσιν του απαιτουμένου χρηματικού εντάλματος», για την αγορά του.

 

[1] Α. Πολυζωϊδης: διετέλεσε Υπουργός Παιδείας κατά το χρονικό διάστημα 12 Απριλίου 1837-12 Νοεμβρίου 1837, διαδεχθείς τον Ρίζο Νερουλό.

 

Πηγές


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Α’ Φακ.1531 (Διδύμου Δημοτικόν Σχολείον)
  • Οθωνικό αρχείο
  • Υπουργείο Θρησκείας Φ.51

 

Βιβλιογραφία


  • Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Η Εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο 1829-1862», Β΄ έκδοση, συμπληρωμένη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »