Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαίδευση’

Το Σχολείο Συγγρού Ερμιόνης – © Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Ανδρέας Συγγρός (1828 – 1899)

1896: Χρονιά σημαδιακή για το ελληνικό κράτος: Τρία χρόνια μετά την πτώχευση πεθαίνει στη Γαλλία αυτοεξόριστος ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ στην Αθήνα τελούνται οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τη χρονιά αυτή ο εθνικός ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός, συντάσσει τη διαθήκη του με την οποία αφήνει στο ελληνικό κράτος το ποσό των 750.000 δραχμών με προορισμό την κατασκευή δημοτικών σχολείων σε όλη τη χώρα, εκτός από την πρωτεύουσα. Με δαπάνες αυτού του κληροδοτήματος, κυρίως, κατασκευάζονται ως το 1911 περίπου 400 καλαίσθητα σχολεία ενιαίου τύπου, όλα με νεοκλασικά χαρακτηριστικά.

 

Δημήτριος Καλλίας (1859-1939)

Κατά ευτυχή συγκυρία ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη και με Υπουργό Παιδείας τον Δημήτριο Πετρίδη εκδίδεται ο νόμος Β.Τ.Μ.Θ. «Περί στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως», που αποτελεί σταθμό στην εκπαίδευση για πολλές καινοτομίες του, καθώς για πρώτη φορά καθορίζονται προδιαγραφές και δίνεται αρχιτεκτονική μορφή στα υπό ίδρυση σχολεία. Το διάταγμα βασίζεται στην εργασία του μηχανικού ταυ Υπουργείου Εσωτερικών Δημήτριο Καλλία.

Ο Δημήτριος Καλλίας, καταγόμενος από τη Χαλκίδα, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας συνεχίζει τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος έντονα από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε 4 τύπους σχολείων: για μονοτάξιο, 2/τάξιο, 4/τάξιο και 6/τάξιο, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών κάθε πόλης.

Η αρχιτεκτονική μορφή του σχολικού κτηρίου έχει εμφανή τα νεοκλασικά στοιχεία: Επίμηκες ισόγειο, με άξονα συμμετρίας που διέρχεται από την κεντρική είσοδο. Η δικλινής στέγη διακοσμημένη με ακροκέραμα. Τα παράθυρα μεγάλα, ξύλινα, στενόμακρα, ενοποιούνται με ενιαία κορνίζα. Το μεγάλο ύψος και π υπερύψωσή τους από το έδαφος προσδίδουν στο σχολείο βαρύτητα και μεγαλοπρέπεια. Κύριο διακοσμητικό στοιχείο η είσοδος, επιβλητική, με παραστάδες εκατέρωθεν, επιστεγάζεται με τα χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα, που παραπέμπει στο κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο συμβολισμός είναι προφανής:

«…προκρίνεται ως απάντηση στο αίτημα να είναι το δημόσιο σχολείο το λαμπρότερον οικοδόμημα και το περικαλλέστερον… ως παράσταση, της δημόσιας εικόνας, ως αρχτεκτονική έκφραση της κοινωνικής αρμονίας… ως ένα μέσο πολιτικής διαπαιδαγώγησης αγροτικών πληθυσμών… Αυτά τα μικρά πανεπιστήμια, ακριβή αντίγραφα του ίδιου προτύπου, διασκορπισμένα σε ολόκληρη τη χώρα, σε έντονη αντίθεση με το αρχιτεκτονικό τους περιβάλλον, αφού ο νόμος εφαρμόστη­κε και τα σχολεία αυτά κατασκευάστηκαν κατά προτεραιότητα σε αγροτικούς οικισμούς,- έγιναν για μια ολόκληρη εποχή η ίδια η εικόνα του σχολείου, έτσι ώστε 30 χρόνια αργότερα και ακόμη και σήμερα, κάθε νεοκλασικό σχολείο, όποια κι αν είναι η ημερομηνία κατασκευής του, να χαρακτηρίζεται σχολείο «τύπου Καλλία» ή «Σχολείο Συγγρού».

Βέβαια δεν κτίσθηκαν όλα με το κληροδότημα του Συγγρού, δεδομένου ότι η δαπάνη κατασκευής ενός διτάξιου σχολείου τότε υπολογίζεται σε 20.000 δρχ.[1] Όσα από αυτά τα σχολεία διασώθπκαν σήμερα έχουν χα­ρακτηριστεί διατηρητέα, αναπαλαιώθηκαν, επισκευάσθη­καν, στεγάζουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και αποτελούν κόσμημα για τσ χωριό ή την πόλη τους.

 

Το δικό μας σχολείο

 

Η γενέθλια πράξη του, ο αριθμός των πρώτων μαθητριών και οι δασκάλες τους εντοπίστηκαν από τους Γιάννη Σπε­τσιώτη και Τζένη Ντεστάκου κατά την έρευνά τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Είναι το Β.Δ. 331/28-10-1900 «Περί κατασκευής Δημοτικού Σχολείου εις το χωρίον Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδος».

Η θέση του στην τοπογραφία της Ερμιόνης ήταν εξαιρετική. Σε αντίθεση με το Καποδιστριακό σχολείο, που ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσα στα σπίτια στην πολυσύχναστη πλατεία στην καρδιά του παλιού χωριού, το νέο διδακτήριο κτίσθηκε στη βορειοανατολική άκρη του, σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της πόλης, σε υπερυψωμένο χώρο, εκεί που το αρχαίο τείχος της κλασικής Ερμιόνης άφηνε τη θάλασσα και ανηφόριζε να περικλείσει την πόλη.

Καθώς τα αρχαία τείχη είχαν πλέον καταπέσει, ξερολιθιές συγκρατούσαν το χώμα και ανάμεσα στα ερείπια και στα μικρά πλατώματα είχαν φυτευτεί μυγδαλιές. Όλος ο χώρος ήταν ένας πανέμορφος κήπος, γι αυτό οι παλιοί ονόμαζαν την περιοχή «γκάρντι» (από το garden: κήπος). [2] Με προσανατολισμό ανατολικό είχε θέα στο λιμάνι της Ερμιόνης και ορίζοντα ως πέρα την Ύδρα και τα Τσελεβίνια.

Κτίστηκε, λοιπόν, με όλες τις προδιαγραφές του σχεδίου Καλλία: Στη νεοκλασική κύρια όψη του προβάλλει η μεγάλη πέτρινη σκάλα της εισόδου υπερυψωμένη με έξι βαθμίδες και τη μεγάλη πόρτα, με δυο παραστάδες εκατέρωθεν με κορινθιακά κιονόκρανα και άνωθέν της το χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα με 3 ακροκέραμα. Δεξιά και αριστερά 4 παράθυρα με κορνίζες ανάμεσα, μεγάλα, υπακούοντας, θαρρείς, στην προσταγή ταυ ποιητή:

«…και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων

περίσσια ανοίχτε, να έρχεται ο κυρ Ήλιος

διαφεντευτής να χύνεται, να φεύγει,

ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας το φεγγάρι…»[3]

Ένας διάδρομος στον κεντρικά άξονα χώριζε τις δυο μεγάλες αίθουσες, και προς την πλευρά της μη ορατής αυλής, δυτικά, μια ακόμα αίθουσα, προορισμένη για γραφείο των δασκάλων. Γράφει ο Mιx. Παπαβασιλείου (ο οποίος λανθασμένα ορίζει το 1896, ως χρονολογία έναρξης της λειτουργίας του) στο βιβλίο του «θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης» (σελ 280):

«Οι αίθουσες διδασκαλίας υψώνονταν μεγαλόπρεπες καθώς και όλοι οι άλλοι χώροι, οι οποίοι μαζί με τις αίθουσες, πληρώνανε όλους τους απαραίτητους όρους που πρέπει να έχει ένα σχολείο για να θεωρείται και από υγιεινής πλευράς τέλειο. Ωραιότατο και μεγάλο προαύλιο με υπόστεγο, στο οποίο παίζανε τα παιδιά στα διαλείμματα όταν έβρεχε. Γυμναστήριο όπου γυμναζόντουσαν. Τέσσερα αποχωρητήρια κα. χωριστό καλλιεργήσιμο κήπο, φυτεμένο με καρποφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά, στον οποίο ανέβαινες με τέσσερα σκαλιά».

Το διδακτήριο, τύπου διτάξιου σχολείου, είχε προορισμό να στεγάσει το σχολείο θηλέων. Μέχρι τότε, στην Ερμιόνη όσα κορίτσια φοιτούσαν, περίπου από το 1866, συστεγάζονταν στο Καποδιστριακό με τα αγόρια και κατόπιν από το 1877 σε νοικιασμένο κτήριο [4].

Στο νέο διδακτήριο λοιπόν μεταφέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το διτάξιο σχολείο θηλέων με 135 γραμμένες μαθήτριες και τις δασκάλες τους Μαρία Νικολέτου και Αικατερίνη Φρούτα. Η θεία Μαρία Φραγκούλη, ετών 99 σήμερα που φοίτησε εκεί τη δεύτερη δεκαετία, θυμάται να βρίσκεται αριστερά η Α’ και η Β’ τάξη, δεξιά η Γ’ και η Δ’ και στο γραφείο, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τους δασκάλους η Ε’ και η ΣΤ’ (είχε γίνει εν τω μεταξύ τριτάξιο), θυμάται φραγκοσυκιές να περιβάλλουν τη χωματένια αυλή και στα διαλείμματα να τρέχουν οι μαθήτριες, για να περιεργαστούν τις μεγάλες χελώνες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους! (Τι εικόνες και τι αναμνήσεις κρατούσε το παιδικό μυαλό!).

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Εργαστήριο ταπητουργίας

 

Με το διάταγμα του 1929 θεσμοθετείται η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών, αλλά, έως ότου να συστεγαστούν όλοι στο υπό ίδρυση νέο διδακτήριο στο Μπίστι, έγινε μια προσωρινή συστέγασή τους για τρία χρόνια στο Καποδιστριακό, το Συγγρού και τους Στρατώνες. Σ’ αυτή την εποχή λοιπόν, που μετά τη μικρασιατική τραγωδία σι πρόσφυγες προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα, το σχολείο Συγγρού φιλοξένησε και μια προσπάθεια βιοτεχνίας χαλιών. Την πληροφορία μας δίνει ο δάσκαλος Mιx. Παπαβασιλείου στο ίδιο βιβλίο, σελ.280. «Από τότε στο σχολειό του Συγγρού στεγάστηκε το ταπητουργικό εργαστήρι στο οποίο Μικρασιάτες πρόσφυγες, άριστοι τεχνίτες, διδάσκανε πολλές κοπελιές του τόπου μας, από χέρια των οποίων βγήκανε έργα αξιοθαύμαστα. Κρίμα που δεν κράτησε περισσότερα χρόνια».

Μοναδική ανάμνηση από την εποχή αυτή έχει η κα Ανθούλα Λαζαρίδου- Δουρούκου: θυμάται πως επισκέφθηκε το εργαστήριο με τη μητέρα της, στα μέσα της 10ετίας του ΄30 και την εντυπωσίασαν οι όρθιοι στημένοι στον τοίχο μεγάλοι αργαλειοί που ύφαιναν τάπητες, διαφορετικοί από τους καθιστούς που ύφαιναν κουβέρτες και υφάσματα οι γυναίκες της Ερμιόνης.[5] (Αν διασώθηκαν σε ερμιονίτικα σπίτια τάπητες κατασκευασμένοι σ’ αυτό το εργαστήρι, δεν μπόρεσα να εντοπίσω).

 

Σχολείο πολλαπλών δραστηριοτήτων

 

Το καλοχτισμένο, λοιπόν, νέο 4/θέσιο δημοτικό σχολείο στο Μπίστι, από το 1931 – 32 λειτουργεί ως μικτό σχολείο, αλλά και πάλι οι αίθουσές του δεν επαρκούν, για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των πολύτεκνων, τότε, ερμιονίτικων οικογενειών. Έτσι το σχολείο Συγγρού θα χρησιμοποιηθεί εφεδρικά, στεγάζοντας ανά μία τάξη κάθε χρόνο, εξοπλισμένο με τα υπόλοιπα παλιών θρανίων, τα μεγάλα εκείνα ξύλινα, άβαφα, που χωρούσαν ως και έξι μαθητές. Ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό. Γιατί, όταν επεβλήθη η γερμανοϊταλική κατοχή στην Ελλάδα και στο Δημοτικό σχολείο στεγάστηκε η «Καζάρμα», το Διοικητήριο των Ιταλών, τα πεινασμένα αδύνατα Ερμιονιτάκια ξεχνούσαν την πείνα τους παίρνοντας ένα φτωχό συσσίτιο, μαζί με τα πρώτα γράμματα και το όραμα της λευτεριάς στο μοναδικό κτήριο Συγγρού.

Στις επόμενες μεταπολεμικές δεκαετίες, του ’40 και του ’50, το Σχολείο θα γνωρίσει μια περίοδο ακμής και αυτό χάρη στην ακούραστη και πολυσχιδή δραστηριότητα του διευθυντού του Μιχαήλ Παπαβασιλείου. Αξιοποιείται το μεγάλο του προαύλιο, ως σχολικός κήπος. Εκεί άλλωστε παρασκευάζεται και διανέμεται σ’ όλους τους μαθητές το πρωινό γάλα με το νόστιμο σταφιδόψωμο από τον φούρνο του Παντελή Κομμά.

Η ιδιαίτερη αδυναμία του Δασκάλου μας για το θέατρο δημιούργησε την ανάγκη να δημιουργηθεί στη βόρεια στενή πλευρά του κτίσματος μια υπερυψωμένη σκηνή. Πόσες παραστάσεις παίχθηκαν πάνω στα σανίδια της! Όλοι οι μαθητές της γενιάς μου γίναμε μικροί ηθοποιοί και δεχτήκαμε χειροκροτήματα, ενώ ο Δάσκαλος δημοσίευσε αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Βιώματα» τα αυτοσχέδια θεατρικά του έργα.

Όλο το κτήριο επισκευάσθηκε τότε. (Αδιάψευστη μαρτυρία η φωτογραφία που δημοσιεύει ο δάσκαλος στο βιβλίο του, σελ. 282). Είναι αλήθεια ότι μια από τις ικανότητές του ήταν να εμπνέει και να δραστηριοποιεί τους μεγαλύτερους μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξης που στην πραγματικότητα ήσαν πάνω από 12 χρονών, καθότι στην κατοχική περίοδο είχαν χάσει πολλές σχολικές χρονιές. Επί πλέον μας είχε οργανώσει σε «ομάδα ερυθροσταυριτών», και όλες αυτές τις δραστηριότητες (έρανοι, υιοθεσία ανταρτόπληκτων χωριών, επισκέψεις στο Μπίστι και καθαρισμός από τις κάμπιες, κλπ.) μαζί με τις θεατρικές παραστάσεις τις ενέτασσε στο έργο της ομάδας και έτσι τις δημοσιοποιούσε. Η ομάδα των ναυτοπροσκόπων που, επίσης, τότε δημιούργησε, είχε σαν έδρα της το ίδιο το σχολείο Συγγρού.

 

«ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» – Δεκαετία του 1950

 

Την επιμόρφωση των Νεοελλήνων μαζί με την ψυχαγωγία τους έχει αναλάβει ένας άλλος θεσμός. Είναι ο κινηματογράφος με τις πρώτες ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες του. Η μόνη πλέον αξιοπρεπής (!) αίθουσα που υπάρχει στο μικρό μας χωριό είναι αυτή του παλιού σχολείου. Συγχρόνως ήταν και μια ενίσχυση για το σχολικό ταμείο το ενοίκιο που πλήρωνε ο Λευτέρης Γκάτσος με μηχανικό το Ν. Σαλα­μούρη, για να το μετατρέψει σε κινηματογραφική αίθουσα με το επιβλητικό όνομα «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ», που γράφτηκε με κεφαλαία μεγάλα γράμματα στην πρόσοψή του. Ο Στέφος Αλεξανδρίδης συνέχισε τη λειτουργία του ως το 1960.

 

Γυμνάσιο Ερμιόνης

 

Μετά τη μεταφορά του κινηματογράφου στην αίθουσα Πάλλη, και για δυο 10ετίες περίπου, το κτήριο έμεινε εγκαταλελειμμένο και ακατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση. Οι ενέργειες για την επισκευή του συμπίπτουν με το αίτημα ιδρύσεως Γυμνασίου στην Ερμιόνη. Διαβάζουμε στην εφη­μερίδα «Ερμιονική Ηχώ» (φ.35, Δεκ. 1978) τον απολογισμό του έργου του Ερμιονικού Συνδέσμου… «…ενήργησε από το 1976 για την έγγραφη του κτιρίου του Σχολείου Συγγρού στο πρόγραμμα σχολικών κτιρίων, στην ανακήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου και στη διάθεση από το Υπουργείο Παιδείας πιστώσεως ενός εκατομμυρίου για την επισκευή του».

Πράγματι από το 1978 άρχισαν οι εργασίες ανακαίνισης του, ενώ συγχρόνως, το 1979 εγκρίνεται η ίδρυση του Γυμνασίου Ερμιόνης που θα στεγασθεί στο σχολείο Συγγρού. Ο νεοσύστατος Σύλλογος Γονέων με πρόεδρο τον Γιάννη Κυρίτση θα διενεργήσει έρανο και θα συγκεντρώσει 450.000 δρχ. για τις πρώτες ανάγκες του Σχολείου. Αναφέρει η εφημερίδα «Ερμιονίδα», αρ. 46, Σεπτέμβριος του 1979:

«Περίπου 90 μαθητές υπολογίζεται να έχει το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Έχουν ήδη εγγραφεί 122 και οι εγγραφές συνεχίζονται…Τα θρανία του Γυμνασίου διέθεσε κυρίως το γυμνάσιο Κρανιδίου και τα Γυμνάσια Ναυπλίου και Άργους. Η διαμόρφωση του χώρου έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων της Ερμιόνης. Ξυλουργοί, χτίστες, μητέρες παιδιών, εργάτες, πρόσφεραν με ευχαρίστηση κάθε αναγκαία βοήθεια. Το ενδιαφέρον που έδειξε όλος ο λαός της Ερμιόνης με πρωτοστάτη τον Πρόεδρο κ. Απ. Σπετσιώτη και τα Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν συγκινητικό και ενθαρρυντικό για το μέλλον».

Στις 25 Σεπτέμβρη του 1979 έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε η λειτουργία του με διευθύντρια τπ Σοφία Μερεμέτη. Η αποκατάσταση όμως της πρόσοψης, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Δ. Καλλία, θα γίνει τον επόμενο χρόνο. Οι ανακοινώσεις του Ερμιονικού Συνδέσμου είναι πολύτιμη πηγή για την έρευνά μας («Ερμιονική Ηχώ», αρ. 58, Νοέμβριος 1980). «Ο Ε. Σ. είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει ότι ύστερα από διάβημά του ο υπουργός Παιδείας κ. Αθ. Ταλιαδούρος ενέκρινε πίστωση 250.000δρχ. για την ολοκλήρωση της επισκευής ταυ Σχολείου Συγγρού, που μετά την πρόσφατη ανακαίνισή του στεγάζει τώρα το νεοσύστατο Γυμνάσιο Ερμιόνης. Με τη συμπληρωματική πίστωση θα γίνουν οι εργασίες αποκαταστάσεως της προσόψεως του σχολείου, για τις οποίες δεν είχε επαρκέσει το αρχικό ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων το 1978. Τη σχετική μελέτη ετοίμασε και πάλι η υπηρεσία αναστηλώσεως Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού» [6].

Εδώ θα φοιτήσουν οι γυμνασιόπαιδες ως το 1990, οπότε θα μεταφερθούν στο νέο διδακτήριο για το Γυμνάσιο στα «Αλώνια», και το κτήριο πάλι θα χρησιμοποιηθεί να στεγάσει, συμπληρωματικά, μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.

 

Σύγχρονο Πνευματικό Κέντρο

 

Για 100 χρόνια το όμορφο κτήριο έχει ζήσει όλες τις περιπέτειες του πολύπαθου 20ου αιώνα. Τα κτήρια όμως, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, συνεχίζουν τη ζωή τους, αν έχουν τη φροντίδα και την αγάπη μας. Ο Δήμος Ερμιόνης του τη χάρισε απλόχερα. Το 2004 (Δήμαρχος Ανάργυρος Λεμπέσης) προχώρησε σε μια γενική ανακαίνιση κτηρίου και προαυλίου αναδεικνύοντας όλη την ομορφιά του και το 2007 ονομάσθηκε Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης. Το 2014 ο πρώτος δήμαρχος του Δήμου Ερμιονίδας Δημήτρης Καμιζής ανακαίνισε με καλαισθησία τους εσωτερικούς χώρους. Έτσι όλες οι εκδηλώσεις του Νέου Δήμου, των Συλλόγων, των Σχολείων, αλλά και τα μαθήματα και οι πρόβες της Χορωδίας βρήκαν επί τέλους τη μόνιμη και αξιοπρεπή στέγη τους.

 

Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Η νεοκλασική όψη του απόλυτα εναρμονισμένη με την ιστορικότητα της πόλης.

 

Το Σχολείο Συγγρού, αληθινό κόσμημα του χωριού μας, είναι σήμερα η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων όλης της Ερμιονίδας. Για πάνω από έναν αιώνα οι Ερμιονίτες, σαν παιδιά και ενήλικες, μόνο όμορφες στιγμές πνευματικής απόλαυσης νιώσαμε στην ευρύχωρη αίθουσά του και συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε. Εκείνο που μας λείπει πλέον είναι η υπέροχη θέα του, εικόνα που μας στέρησαν τα νεόκτιστα σπίτια γύρω του.

Θυμάστε, καθώς το καράβι έμπαινε στο λιμάνι της Ερμιόνης, πώς το αντικρίζαμε και το χαιρόμαστε από μακριά, πάνω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής να ξεχωρίζει ανάμεσα στα μικρά σπίτια του οικισμού, με το χαρακτηριστικό νεοκλασικό σχήμα του και τις ευθείες γραμμές του, σαν τον ορίζοντα της θάλασσάς μας και το λιτό του αέτωμα, σαν τις απαλές κορυφές των βουνών μας;

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Καλαφάτη: «Τα σχολικά κτήρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης», σελ. 178 και 199.

[2] Βασιλ. Γκάτσου «Η των Ερμιονέων πόλις»: Σελ. 88.

[3] Κωστής Παλαμάς: «Τα σχολεία χτίστε!».

[4] Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκσυ: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακό και Οθωνική περίοδο», σελ. 55 και εξής.

[5] Στη λειτουργία του εργαστηρίου αναφέρθηκε και ο Γιώργος Φασιλής στην ομιλία του για την παρουσία των Μικρασιατών στην Ερμιόνη, το καλοκαίρι του 2013.

[6] Ύστερα από 40 χρόνια αξίζει πράγματι να επαινέσουμε και να υπενθυμίσουμε στους νεότερους το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του Ερμιονικού Συνδέσμου για τα ιστορικά κτήρια της Ερμιόνης (ακολούθησε το Καποδιστριακό και η οικία Οικονόμου – Ι.Λ.Μ.Ε.), που με την έγκαιρη παρέμβασή απέτρεψε την κατάρρευσή τους.

 

Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου


 

Θεόδωρος Ορφανίδης

Ο Θεόδωρος Γ. Ορφανίδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη, το 1817 από γονείς Χιώτες. Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει. Πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Σύρο και την Τήνο. Μετά την Απελευθέρωση η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και από το 1835 στην Αθήνα, όπου ο ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και διορίστηκε γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Στην Αθήνα, επιδόθηκε – μιμούμενος τον Αλέξανδρο Σούτσο – στην πολιτική σάτιρα, εκδίδοντας την ποιητική συλλογή «Ο Μένιππος» (1836) και το περιοδικό «Ο Τοξότης» (1840).

Σε σατιρικό ποίημα της συλλογής του «Ο Μένιππος» προανήγγειλε την ίδρυση του Πανεπιστημίου με τους εξής ευρηματικούς στίχους: «θε να κάμωμεν ακόμα και μεγάλον και τρανόν / το Πανεπιστήμιόν μας εις την πόλιν Αθηνών. / Τότε θε να αναλάμψη στας Αθήνας η σοφία, / και τα καφενεία όλα θα γενούν διδασκαλεία. / Την σοφίαν τότε όλοι απ’ τ’ αυτιά θε να βαστούν, / και σοφίαν κ’ οι βαστάζοι άφευκτα θα εμπλησθούν».

Ωστόσο, επειδή ασκούσε δριμεία κριτική κατά της βαυαρικής αντιβασιλείας με τα γραπτά του, απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο και φυλακίστηκε για τρείς ημέρες.

Το 1844, με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει από την Αθήνα – πήγε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Παρίσι όπου σπούδασε Φυτολογία κοντά στους διακεκριμένους Καθηγητές Adrien de Jussieu, Adolphe – Théodore Brogniart, Joseph Decaisne και Achille Richard. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται, στις 11 Μαρτίου 1850, Έκτακτος Καθηγητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο και στις 18 Αυγούστου 1854 Τακτικός Καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε για περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Το 1862 συμμετείχε ως Πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1867 – 1868 χρημάτισε Πρύτανης.

Υπήρξε ακούραστος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας (chloris hellenica) από το 1848, συλλέγοντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τα διάφορα είδη της, με αποτέλεσμα να διαθέτει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή αποξηραμένων φυτών που αριθμούσε 45.000 είδη, η οποία το 1873 αγοράστηκε από τον ομογενή εθνικό ευεργέτη Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη για να παραχωρηθεί στη συνέχεια στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα μελετώντας συστηματικά τον φυτικό της πλούτο και δημοσίευσε τα πορίσματα των ερευνών του στο έργο του «Flora Graeca Exciccata». Οι μελέτες του αξιοποιήθηκαν από αρκετούς ευρωπαίους επιστήμονες και τον καθιέρωσαν στον επιστημονικό χώρο.

Με την ιδιότητα του Εφόρου του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου εισήγαγε στην Ελλάδα άγνωστα ως τότε καλλωπιστικά και άλλα φυτά (π.χ. ευκάλυπτος, φυστικιά κ.ά.) και δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, προεξάρχοντος του Εθνικού (Βασιλικού) Κήπου.

Ανακάλυψε πενήντα περίπου είδη ελληνικών βοτάνων και έθεσε τις βάσεις της ελληνικής ονοματολογίας τους, μελετώντας τους αρχαίους (Λατίνους) συγγραφείς και εντοπίζοντας τις αρχαίες ονομασίες που εκείνοι έδιναν στα βότανα. Ασχολήθηκε με την ελληνική αμπελουργία και διέκρινε 111 ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην Αττική από τις 480 και πλέον που καλλιεργούνταν σε όλη την Ελλάδα.

-Πήρε μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Γεωπονικά» (1872 – 1876), του οποίου κυκλοφόρησαν έξι τόμοι. Σκοπός των δημοσιευμάτων του περιοδικού ήταν «η παροχή γνώσεων καλλιέργειας και κτηνοτροφίας σε ύφος απλούν, συγγενεύον προς τα ήθη και την γλώσσαν των πλείστων αναγνωστών». Για το λόγο αυτό τα άρθρα του παρείχαν «επεξηγήσεις επιστημονικών και βοτανολογικών όρων καθώς και φυσικών, χημικών και κλιματολογικών γνώσεων χρησίμων για τον Γεωπόνο ο οποίος ασχολείται είτε με την καλλιέργεια των φυτών είτε με την ανατροφήν και περιποίησιν των ωφελίμων ζώων».

Στο περιοδικό υπήρχαν μόνιμες στήλες όπως: Δενδροκομία – Ανθοκομία, Στοιχεία βοτανικής αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, Φυσικαί και χημικαί γνώσεις αναγκαίαι εις τον Γεωπόνον, Γεωργικά εργαλεία κ.ά., αλλά και άρθρα αφιερωμένα σε ειδικά θέματα. Στη στήλη «Διάφορα» αναφέρονταν γεωργικά και κτηνοτροφικά νέα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν υπέροχα σχεδιαγράμματα συνοδευτικά των κειμένων και παράθεση της επιστημονικής ονομασίας (στα λατινικά) των φυτών στα οποία γινόταν αναφορά. Κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο μια πολύτιμη συλλογή του από ξύλα εκατόν πενήντα, περίπου, ελληνικών ειδών δέντρων.

Στις επιστημονικές εργασίες του περιλαμβάνονται: Περί της αυτοφυούς ελληνικής βλαστήσεως (Πρυτανικός Λόγος, 1868) – Catalogus systematicus herbariis florentine (1877) – Σύντομος πραγματεία περί τινών σπουδαίων φυτών, νεωστί καλλιεργηθέντων εν’ Ελλάδι (1870). Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η Έκθεσή του σχετικά με την κατάσταση του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου (1865), όσο και η Έκθεσή του προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, σχετικά με την αγορασθείσα από τον Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη και δωρηθείσα στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου φυτολογική συλλογή του (1874).

Η ακαδημαϊκής του σταδιοδρομία συμπορεύθηκε με τη λογοτεχνία και την ποίηση δημοσιεύοντας έργα του στο περιοδικό «Πανδώρα» και συμμετέχοντας, είτε ως υποψήφιος, είτε ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς σε τρείς από τους οποίους διακρίθηκε.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του περιοδικού Μπουκέτο – περιοδικό ποικίλης ύλης, του μεσοπολέμου – ο Ορφανίδης έγραψε τον «Καρασεβδαλή» λίγο πριν φύγει για τη Γαλλία, το 1844, όταν είχε έρθει στο Ναύπλιο για να αποχαιρετήσει τους εδώ φίλους του. Ήταν καλεσμένος από τον δήμαρχο Ναυπλίου Σπ. Παπαλεξόπουλο και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι το κρασί τελείωσε νωρίς, οπότε ο Ορφανίδης έστειλε την εξής έμμετρη παράκληση στην οικοδέσποινα, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

ΤΗι ΚΑΛΛΙΟΠΗι ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο λάβετε φιάλας, κι αντ’ αυτών παρακαλώ σας
στείλατέ μου δύο άλλας, πλήρεις όμως και κλειστάς
από το γλυκύ σας μαύρο και από το κόκκινό σας,
το οποίον εμψυχώνει τους αψύχους ποιητάς.

Ο θεάνθρωπος Χριστός μας μετεποίησεν εις οίνον
πλήρεις ύδατος υδρίας εις τον γάμον του Κανά
Συ, Κυρά μου, χωρίς άλλο υπερβαίνεις και εκείνον
επειδή πληροίς δι’ οίνου τας φιάλας τας κενάς!

Η οικοδέσποινα,πιθανόν κολακευμένη από την ελαφρώς βέβηλη σύγκριση, έστειλε μια ντουζίνα μποτίλιες οίνου στην παρέα, και το βράδυ ο Ορφανίδης της παρουσίασε σε περγαμηνή το ποίημα Καρασεβνταλής (αυτός που έχει καρασεβντά, μεγάλο ερωτικό καημό).

Ο Καρασεβνταλής

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν’ αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ’ εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσάν δερβίσης σκυθρωπός, σαν μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού’ δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενεί κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νάι και με μπουζούκι:

»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα’ι’μάκι,
του Αϊντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σαν ραβανί αφράτο
και σαν ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κι είν’ ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κι η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φαΐ σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ’ άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φαΐ σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μια ματιά σου χύσε!
Κι ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φαΐ σου θα ψηθεί κι ο τεντζερές θα λιώσει!
»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Εσύ ’σαι η χρυσή ουρί, και διά σε, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κι εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσον δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω!»

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον το στόμα του ανοίγει,
κι ελπίζων ιλαρότερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.

Πηγές


 

  • Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών Τμήμα Βιολογίας- Ιστορικά Στοιχεία
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
  • Sarantakos.wordpress.com «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Επιμέλεια Κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Η Ιστορία του Μεσαιωνικού Κόσμου στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση – Επιστημονική Συνάντηση


 

Ο Δήμος Ναυπλιέων, το Ναυπλιακό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν Επιστημονική Συνάντηση με ελεύθερη είσοδο την Πέμπτη 4 Μαΐου 2017 και ώρα 18.00 στην Αίθουσα του Βουλευτικού στο Ναύπλιο με θέμα:

Η Ιστορία του Μεσαιωνικού Κόσμου στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση – Σύγχρονες επιστημονικές και διδακτικές προσεγγίσεις.

Ιστορία του Μεσαιωνικού και του Νεότερου Κόσμου – Β’ Γενικού Λυκείου

Κεντρικός ομιλητής θα είναι ο Νικόλαος Καραπιδάκης, Μεσαιωνολόγος, Καθηγητής του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και Πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους,  ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα: «Είναι απαραίτητη η διδασκαλία της Ιστορίας του Μεσαίωνα στο ελληνικό σχολείο;».

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν: 1. Ο Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Αργολίδας Δημήτριος Γιαννακόπουλος, Δρ. Ιστορίας του ΕΚΠΑ, ο οποίος θα εισηγηθεί το θέμα «Η θέση της Ιστορίας του Δυτικού Μεσαίωνα στη σχολική ιστοριογραφία του Γυμνασίου και του Λυκείου. Διαπιστώσεις και προτάσεις», και 2. Οι Φιλόλογοι Φίλιππος Δελής, Καλλιόπη Καλποδήμου και Αγγελική Ντεβέ, οι οποίοι θα αναφερθούν στο θεωρητικό υπόβαθρο της ασύγχρονης τηλε-εκπαίδευσης MOOC και θα παρουσιάσουν video μαθήματα από τις διδακτικές ενότητες «Το Ζήτημα των Εικόνων στο Βυζάντιο, Η Φεουδαρχία στη Μεσαιωνική Δύση και Η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση».

Θα διατεθεί χρόνος για συζήτηση με το ακροατήριο, ενώ θα χορηγηθούν Βεβαιώσεις Παρακολούθησης σε όσους συμμετάσχουν.

Read Full Post »

Μαθητές από την Αργολίδα στα Σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης Λακωνίας[1] (1862-1912)


 

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού μικρό ποσοστό των μαθητών, 6% περίπου, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στο Νομό Λακωνίας προερχόταν από περιοχές εκτός της Λακωνίας. Το ποσοστό αυτό μειωνόταν σταδιακά από το 1862 έως το 1912, ώστε να φτάσει στο 4% περίπου επί του μαθητικού πληθυσμού. Καθώς η μείωση αυτή παρατηρείται σε παιδιά που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικο- επαγγελματικές ομάδες, το πιθανότερο είναι οι νέες γενιές να απέκτησαν πλέον τη λακωνική ιθαγένεια και οι νέοι που έρχονταν από αλλού, να ήταν ελάχιστοι. Ειδικά στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν ανοίξει οι δίοδοι για μετανάστευση είτε στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας είτε στο εξωτερικό.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά φοιτούσαν στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στη Σπάρτη. Στα συγκεκριμένα σχολεία το ποσοστό των «ξένων» μαθητών ανερχόταν αρχικά στο 9% και αργότερα στο 6%. Λιγότερα, μόλις 6% περίπου, ήταν τα παιδιά αυτά στα σχολεία του Γυθείου, ενώ ελάχιστα, 2% περίπου, ήταν οι μαθητές αυτοί στην ευρύτερη αγροτική περιοχή της Λακωνίας.

Όπως είναι φυσικό, στην πρωτεύουσα του νομού, τη Σπάρτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών αυτών ήταν παιδιά δημοσίων υπαλλήλων (30,36%), ενώ λίγο μικρότερο ήταν το ποσοστό αυτό στο Γύθειο (20,22%).

Επίσης, στη Σπάρτη υψηλό ήταν και το ποσοστό των παιδιών των μεταφορέων (18,18%), που προέρχονταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας,  όπως και το ποσοστό των παιδιών των εμπόρων στο Γύθειο, 9,41%. Ελάχιστο,  μόλις 3,36%, ήταν το ποσοστό των μαθητών αυτών από αγροτικές οικογένειες, στα σχολεία της Σπάρτης.

Τα περισσότερα παιδιά, που προέρχονταν από περιοχές εκτός Λακωνίας, κατάγονταν από τους γειτονικούς νομούς, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία. Πολύ μικρότερο ήταν το ποσοστό των παιδιών, μόνο αγόρια, που κατάγονταν από την Αργολίδα. Στα σχολεία της Σπάρτης μόλις το 5,50 % από τους «ξένους» μαθητές προερχόταν από την περιοχή αυτή. Από αυτούς τους μαθητές, οι περισσότεροι ήταν παιδιά μισθωτών ή ήταν ορφανά. Στο Γύθειο το ποσοστό των Αργολιδέων, σε σχέση με παιδιά καταγόμενα από άλλα μέρη της Ελλάδας, ήταν μόλις 2,38%, ποσοστό το οποίο ανέβηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Γύθειο ορίστηκε ως πρωτεύουσα του νέου νομού Λακωνικής (1899-1909), στο 5,80%. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά επίσης προέρχονταν από οικογένειες μισθωτών. Ακόμα και στους Μολάους το 3,63 % από τους «ξένους» μαθητές κατάγονταν από την Αργολίδα και ήταν παιδιά μισθωτών στα τέλη του 19ου αιώνα.

Δύο ήταν οι περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι περισσότεροι μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης Λακωνίας που προέρχονταν από την Αργολίδα την περίοδο 1862-1912: το Ναύπλιο και το Άργος. Ένας μάλιστα μαθητής δήλωνε τόπο καταγωγής την Πρόνοια του Ναυπλίου. Λιγότεροι μαθητές προέρχονταν από τα Δίδυμα, την Ερμιόνη και το Χαρβάτι (σημερινές Μυκήνες).

Πάνω από τους μισούς (57%) πάντως μαθητές των σχολείων της μέσης Εκπαίδευσης στη Λακωνία που κατάγονταν από την Αργολίδα, ήταν παιδιά υπαλλήλων, δημοσίων υπαλλήλων ή στρατιωτικών, οι οποίοι κινούνταν στην ελληνική επικράτεια, από την κοντινή μας Τρίπολη μέχρι τα «μακρινά» Φάρσαλα, ενώ αρκετά (17%) ήταν τα παιδιά των ελευθέρων επαγγελματιών, όπως και τα ορφανά πατρός (20%). Ελάχιστα ήταν τα παιδιά αγροτικών οικογενειών (6%).

 

Α.  Παιδιά Υπαλλήλων – Δημοσίων Υπαλλήλων – Στρατιωτικών

  •  Από το Άργος κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημ. Αναστασιάδης του Ν., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε στη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου Σπάρτης το 1865-1866 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης Γυμνασίου Τρίπολης.

Αδελφοί Γεώργιος, Νικόλαος και Ίναχος Ζωγράφου του Πολυβίου, γιοι αξιωματικού, που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1886, 1890 και 1893:

Ο πρώτος φοίτησε το 1896-1897 στην πρώτη τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο δημοτικού σχολείου Άργους και την ίδια χρονιά πήρε μεταγραφή για το ελληνικό σχολείο Μολάων.

Ο  δεύτερος φοίτησε το 1903-1904 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου προερχόμενος από το Γ΄ ελληνικό σχολείο Άργους και το 1908-1909 στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου Γυθείου από το γυμνάσιο Λευκάδας.

Ο τρίτος φοίτησε το 1908-1909 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Γυθείου με απολυτήριο του ελληνικού σχολείου Λευκάδας.

Προφανώς, τα παιδιά ακολουθούσαν τον πατέρα τους στις υπηρεσιακές μετακινήσεις του.

Ιωάννης Πλατούτσας του Γεωργίου, γιος Ειρηνοδίκη, που γεννήθηκε το 1882 και φοίτησε την περίοδο 1892-1894 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Φαρσάλων.

Ηλίας Σακελλαρίδης του Γ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1890 και φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του πρώτου ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1902-1904 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης του ελληνικού σχολείου Μεσσήνης.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημήτριος Γιαννουκέας του Ιωάννη, γιος γεωμέτρη, που γεννήθηκε το 1891 και τελείωσε το Β΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1900-1904, προερχόμενος από το Β΄ ελληνικό σχολείο Τρίπολης, αφού εν τω μεταξύ φοίτησε το 1901 στο ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Σπυρίδων Ιωάννου του Κυριάκου, γιος στρατιωτικού, που γεννήθηκε το 1870 και γράφτηκε το έτος 1882-1883 στην πρώτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Αδελφοί Φρίξος και Κωνσταντίνος Ιωάννου του Γεωργίου, γιοι τηλεγραφητή, που γεννήθηκαν το 1895 και 1900 αντίστοιχα και φοίτησαν, τουλάχιστον το 1912-1913, ο πρώτος στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Κορίνθου και ο δεύτερος στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης, προερχόμενος από το ίδιο γυμνάσιο (Κορίνθου).

Ιωάννης Κοζομποτίδης, γιος αντισυνταγματάρχη, που γεννήθηκε το 1871 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με ενδεικτικό του ελληνικού λυκείου Χ. Διοσκουρίδου.

Αλέξανδρος Κόκκαλης του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε δύο χρονιές στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1892-1894  με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Κουρής του Χρ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1859 και τελείωσε την περίοδο 1875-1879 το γυμνάσιο Σπάρτης, στο οποίο γράφτηκε με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Αδελφοί Ιωάννης και Γεώργιος Πετρουτσόπουλος του Τηλέμαχου, γιοι Προέδρου Πρωτοδικών, που γεννήθηκαν το 1860 και 1862 αντίστοιχα και φοίτησαν την περίοδο 1875-1877: ο πρώτος επαναλαμβάνοντας δύο χρονιές τη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης και ο δεύτερος στην τελευταία τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης και την πρώτη γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό επίσης από το ελληνικό σχολείο Τρίπολης.

Θεμιστοκλής Πρωτόπαπας, γιος δικαστή, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε την περίοδο 1889-1891 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο Α΄ δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Παναγιώτης Τρύφωνος, γιος αρχιμουσικού, που γεννήθηκε το 1887 και φοίτησε την περίοδο 1897-1899 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο του δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Γεώργιος Φιλικός του Κ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1881 και φοίτησε στην πρώτη  και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1892- 1895  με αποδεικτικό από το Βαρβάκειο Λύκειο και επαναλαμβάνοντας τη δευτέρα τάξη.

Συγκεκριμένα από την Πρόνοια καταγόταν:

Ο Παναγιώτης Παράσχος του Θ., γιος αξιωματικού, που γεννήθηκε το 1896 και φοίτησε το 1909-1910 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου, με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου. Προφανώς το 1910-1911 επέστρεψε στο Ναύπλιο και το 1911-1912 που γύρισαν στη Σπάρτη και ο πατέρας  του ήταν πλέον απόστρατος αξιωματικός, φοίτησε στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

  • Από τα Δίδυμα καταγόταν:

Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1873 και φοίτησε στην τρίτη τάξη του ελληνικού σχολείου Μολάων το 1889-1890 με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Κρανιδίου.

 

Β.  Παιδιά Ελεύθερων Επαγγελματιών

  • Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ανυφιώτης του Α., γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1852 και φοίτησε την περίοδο 1871-1873 σε ηλικία 20 χρονών στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης (δύο χρονιές) με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Καβουξής, γιος παντοπώλη, που γεννήθηκε το 1865 και φοίτησε το 1884-1885 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό γυμνασίου Κορίνθου.

  • Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Μιλτιάδης Γιαννόπουλος του Αριστείδη, γιος φαρμακοποιού, που γεννήθηκε το 1892 και φοίτησε το 1911-1912 στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του Β΄ γυμνασίου Αθηνών.

Ευριπίδης Μουντζουρίδης του Γ., γιος δικηγόρου,  που γεννήθηκε το 1888 και φοίτησε το 1905-1906  στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Φεγγαράς του Ιωάννη, γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1850 και τελείωσε το Α΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1863-1867, επαναλαμβάνοντας δύο φορές την πρώτη τάξη με απολυτήριο δημοτικού σχολείου  Ναυπλίου, και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου αρρένων Σπάρτης με απολυτήριο του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης.

  • Από την Ερμιόνη καταγόταν ο:

Νικόλαος Βεβελογιάννης του Κ., γιος ιατρού, που γεννήθηκε το 1876 και φοίτησε το 1891-1892 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

 

Γ.  Παιδιά Αγροτικών Οικογενειών

  •  Από το Άργος καταγόταν ο:

Σταύρος Δανόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε το 1866-1867  στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Άργους και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης.

  • Και από το Χαρβάτιον καταγόταν ο:

Ιωάννης Χριστόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1875 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

 

Δ.  Ορφανοί Πατρός

  •  Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ξυνός του Κων/νου, που γεννήθηκε το 1886 και φοίτησε τη χρονιά 1911-1912 στη δευτέρα και τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Άργους.

Δ. Πιτσίδης του Α., που γεννήθηκε το 1859 και φοίτησε το 1872-1873 στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με ενδεικτικό του ελληνικού σχολείου Πειραιώς.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Αδελφοί Αλέξανδρος και Γεώργιος Δρίβας του Μ.,  που γεννήθηκαν αντιστοίχως το 1867 και 1869 και φοίτησαν την περίοδο 1883-1885. Ο μεν πρώτος τελείωσε το γυμνάσιο Σπάρτης το 1883-1884, όπου γράφτηκε με ενδεικτικό  του γυμνασίου Ναυπλίου, ενώ ο δεύτερος φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης προερχόμενος επίσης από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Τσαουσόπουλος του Α., που γεννήθηκε το 1843 και φοίτησε την περίοδο 1862-1865 στην δευτέρα, τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης.

Ευστ. Κλεώπας, που γεννήθηκε το 1870 και φοίτησε στην τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1887-1889 με αποδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Ευάγγελος Στεφάνου του Ηλία, που γεννήθηκε το 1889 και φοίτησε το 1902-1903 στην τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του γυμνασίου Καλαμών.

Κατά την περίοδο, λοιπόν, 1862-1912 οι 35 αυτοί μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης στη Λακωνία, οι οποίοι κατάγονταν από την Αργολίδα, βρέθηκαν στην περιοχή αυτή, κυρίως ακολουθώντας τον πατέρα τους ως δημόσιο υπάλληλο, είτε ως ελεύθερο επαγγελματία και πολύ σπάνια ως αγρότη. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά αίτια της εγκατάστασης των αρκετών ορφανών παιδιών στην περιοχή της Λακωνίας. Υποθέτουμε μόνο ότι οικογενειακές αποφάσεις και στρατηγικές οδήγησαν και σε αυτή την εγκατάσταση.

 

Υποσημείωση


[1] Πέπης Γ. Γαβαλά, Κοινωνία και Εκπαίδευση (Λακωνία, τέλη 19ου  – αρχές 20ού αιώνα), Λακωνικαί Σπουδαί, Παράρτημα 7, Αθήναι 2002. Τα στοιχεία προέρχονται από το Αρχείο των σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Λακωνίας. Αρχεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λακωνίας (1862-2004), Συνοπτικό Ευρετήριο, Επιμέλεια Πέπη Γαβαλά-Μαρία Στελλάκου, Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λακωνίας 4, Σπάρτη 2008.

Καλλιόπη (Πέπη) Γαβαλά,

Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιστορικός-Αρχειονόμος,

Προϊσταμένη Γ.Α.Κ.-Αρχείων ν. Λακωνίας

 

 

Read Full Post »

Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861[1]


 

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά εισαγωγικά στοιχεία σχε­τικά με το εκπαιδευτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και την εκπαίδευση στο δήμο Κορίνθου.

Αυτό οργανώθηκε σε τρεις βαθμίδες: Στοιχειώδη, Μέση και Ανωτάτη Εκπαίδευση.

  • Η Στοιχειώδης οργανώθηκε με το Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834. Στο άρθρο 4 καθόριζε, ότι κάθε δήμος είχε υποχρέωση ναιδρύει και να συντηρεί με δικά του έξοδα Δημοτικά Σχολεία γιατη μόρφωση του λαού. Από την υποχρέωση αυτή των δήμων προέκυψε και η ονομασία αυτού του σχολείου «Δημοτικό Σχολείο». Σύμφωνα με το άρθρο 6 η φοί­τηση ήταν επτάχρονη και υποχρεωτική. «Όλοι οι εις δήμον, έχοντα δημοτικόν σχολείον, ανήκοντες παίδες από του 5ου συμπληρωμένου μέχρι του 12ου  συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας των χρεωστούν να φοιτώσιν εις το σχολείον». Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και κατά την Οθωνική περίοδο η φοίτηση ήταν κυρίως τετραετής. Ο Νόμος προέβλεπε ίδρυ­ση σχολείων μόνο για κορίτσια, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Και σ’ αυτά δί­δασκαν μόνο δασκάλες.
  • Τη Μέση εκπαίδευση που οργανώθηκε με το Νόμο 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837 «Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων» και προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για αγόρια. Ήταν οργανωμένη σε δύο κύκλους:

α) Το Τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο, στο οποίο εισάγονταν στην αρχή χωρίς εξετάσεις και αργότερα με εξετάσεις (Διάταγμα 26.8.1867), όσοι είχαν τελειώσει τουλάχιστον την τετάρτη τάξη του Δημοτικού), συνήθως ηλικίας από 8-9 έως 11-12 ετών. Τη διοίκηση του σχολείου αυτού την είχε αναλάβει ο Σχολάρχης (διευθυντής) και ο σύλλογος των Ελληνοδιδασκάλων. Από το όνομα του Διευθυντή (Σχολάρχη) το «Ελληνικό» σχολείο ονομάστηκε και Σχολαρχείο. Τα πρώτα χρόνια οι Ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να είναι απόφοιτοι Γυ­μνασίου. Μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου 1837 αυτοί και οι Κα­θηγητές Γυμνασίων έπρεπε να έχουν τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Για την ίδρυση και συντήρηση των Ελληνικών σχολείων υπεύθυνο ήταν το Κράτος, σε αντίθεση με τα Δημοτικά, τα οποία τα είχε αναθέσει στους δήμους.

β) Το Τετρατάξιο Γυμνάσιο στο οποίο εισάγονταν με εξετάσεις οι από­φοιτοι του Ελληνικού Σχολείου.

  • Την Ανωτάτη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών που ιδρύθηκε με το Νόμο της 14.4.1837, με τέσσερις σχολές (Θεολογίας, Νο­μικής, Ιατρικής και της Φιλολογίας και άλλης Εγκυκλίου Παιδείας) διάρ­κειας 3 – 4 χρόνων, στο οποίο εισάγονταν ελεύθερα οι απόφοιτοι του Γυ­μνασίου και από το οποίο εξέρχονταν με εξετάσεις.

Στην Κόρινθο προεπαναστατικά λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με Σχολάρχη τον Ιερομόναχο Ιωασάφ τον Βυζάντιο από το έτος 1815 έως 1819. Το έτος 1822 λειτουργούσε σχολείο για τα κοινά γράμματα. Κατά το τρίμηνο Μαΐου – Ιουλίου 1829 άρχισε η λειτουργία της αλληλοδιδακτικής σχολής Κορίνθου μέχρι τον Ιούλιο του 1830 με δάσκαλο τον Γεώργιο Κοντοπούλη. Στα μέσα του 1830 συστάθηκε Ελληνικό Σχολείο, το οποίο μάλλον λειτούργησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1831. Τα παραπάνω στοιχεία πήραμε από το βιβλίο του αειμνήστου Αδάμ Γ. Αθουσάκη με τίτλο «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832)».

Σύμφωνα με το Νόμο για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση του 1834 ιδρύθηκε Δημοτικό Σχολείο αρρένων στην Κόρινθο με διδάσκαλο τον Ξάνθη Ιωάννη, ο οποίος μετατέθηκε από το Δημοτικό  Σχολείο Μεγάρων με μηνιαίο μισθό 90 δρχ. (40 δρχ. από το Εκκλ. Ταμείο μέχρι το τέλος του έτους 1839 και 50 από το δημοτικό Ταμείο). Άρχισε να λειτουργεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 1837.

Στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ήταν Διοικητής Κορινθίας ο Αναγνώστης Κονδάκης. Στις 15.5.1835 απαιτούντο για την τελειοποίηση του Σχολείου 5-6000 δρχ. Σ’ αυτό υπηρέτησαν εκτός του Ξάνθη Ιωάννη, και οι Βελτίων Γεώργιος, Πανταζίδης Δημήτριος και άλλοι.

Στις 20.1.1842 ιδρύθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Δήμο Κορίνθου με έδρα το Τρανό Ζευγολατειό και Διδάσκαλο τον Αναστάσιο Αργυρό­πουλο. Υπηρέτησαν και οι Στάμου Ιωάννης, Παππαδάκης Εμμανουήλ, Φραγκόπουλος Κωνσταντίνος, Θεοδοσιάδης Γεώργιος και άλλοι.

Στις 26 Απριλίου 1842 ιδρύθηκε το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Βόχας με διδάσκαλο το Στάμου Ιωάννη με έδρα το Κοκκώνι, μετέπειτα το Ιμπραΐμπεη (Κρήνες) και Χατζή Μουσταφά (Ευαγγελίστρια). Υπηρέτησαν σ’ αυτό και οι Πύρρου Δ. Αθανάσιος, Χρυσοχόου Νι­κόλαος, Χαρ. Δημητριάδης και το Σχολικό έτος 1865-66 οι Κωνσταντίνος Δαμα­σκηνός και Ιωάννης Σαρίδης και έδρα το Βέλλο.

Το Σχολικό έτος 1864-65 λειτουργούσε στη Νέα Κόρινθο και Δημοτικό Σχολείο Κορασιών με δασκάλα την Κυριακούλα Αρακτάκη.

 

Ίδρυση Ελληνικού Σχολείου Κορίνθου

 

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Το Σεπτέμβριο του έτους 1836 ο Χαράλαμπος Παμπούκης έλαβε από το υπουργείο απεριόριστη άδεια από το Σχολαρχείο Πατρών και ήρθε στην Κόρινθο για οικιακές του υποθέσεις. Στις 10 Νοεμβρίου 1836 συμφώνησε με την τριμελή ιδιωτική Επιτροπή από τους πολίτες της Κορίνθου Σταύρο Καμπερόπουλο, Ευθύμιο Κανελλόπουλο και Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο να σχολαρχήση στη για πρώτη φορά συνιστώμενη ελληνική Σχολή Κορίν­θου με ετήσιο μισθό 3.600 δρχ. και παραχώρηση οικήματος.

Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο Κορίνθου, Σταυρός Καμπερόπουλος Δήμαρχος, Δημήτριος Ορφανός Πρόεδρος, Γεώργιος Γιαννόπουλος πρωτοκολλιστής, Γεώργιος Νοταράς, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Μήτρος Ηλιόπουλος και Γεώργιος Λύκος μέλη, με την 75/14.12.1836 πράξη του επιφόρτιζε τον Πρόεδρο «να μεταβή εις την καθέδραν και εξαιτήση όθεν ανήκει εν ονόματι της Κοινότητος του Δήμου Κορίνθου ένα ανάλογον ετήσιον πόρον υπέρ της διατηρήσεως της αυτής Σχολής».

Με το από 8/20 Ιανουαρίου 1837 Β.Δ. εγκρίθηκε να χορηγείται από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο εν Κορίνθιο δημοσυντήρητο Ελληνικό Σχο­λείο, μηνιαία βοήθεια 150 δρχ.

Σ’ αυτό φοίτησαν πολλοί μαθητές και μάλιστα ξένοι από γειτονικές περιοχές και προόδευσε πάρα πολύ. Πράγματι στις εξετάσεις που διενερ­γήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1837 εξετάστηκαν συνολικά και στις τρεις τάξεις 44 μαθητές (7 Γ’, 18 Β’ και 19 Α’). Απ’ αυτούς 25 ήταν Κορίνθι­οι. Η Σχολή αυτή κινδύνευσε να διαλυθεί, γιατί οι δημότες ήταν λίγοι και άποροι και δεν ήσαν σε θέση να συνεισφέρουν τις υπόλοιπες 150 δραχμές κατά μήνα, που είχαν συμφωνήσει. Γι’ αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο Κωνσταντίνος Δημητριάδης Δήμαρχος, Γεώργιος Νοταράς Πρόεδρος και μέλη Σταύρος Νικολάου, Σταύρος Καμπερόπουλος, Ν. Αρβανιτάκης, Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλος και ο πρωτοκολλιστής Αναγνώστης Κοκορώπης με την 36/11.9.1838 πράξη του ομόφωνα αποφάσισε α) να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στο βασιλιά, ότι μπόρεσε να συνδράμει την Ελληνική Σχολή με 150 δρχ. κατά μήνα, β) να συμπεριλάβει και τη σχολή αυτή, που ήταν σχολή όλης της Επαρχίας στις διατηρηθησόμενες με δαπάνη της Κυ­βερνήσεως και γ) να συνεισφέρει «του λοιπού ως μέχρι σήμερον τας 150 δραχμάς κατά μήνα, να ευαρεστηθή να συμπληρώση και τα ελλείποντα εις την διατήρησιν αυτής κατά τον περί Ελληνικών Σχολείων εκδοθησόμενον οργανισμόν».

Επίσης οι επίτροποι της Σχολής Αριστείδης Ρένδης και Σταύρος Νι­κολάου με το από 3 Ιουλίου 1839 έγγραφό τους ζήτησαν από το Υπουρ­γείο την εξ ολοκλήρου, 300 δρχ. μηνιαίως, πληρωμή του μισθού του «κατά πάντα λόγον αξιέπαινου Σχολάρχη Χαράλ. Παμπούκη» γιατί διαφορετικά θα διαλυθεί η σχολή, επειδή οι δημότες ήσαν λίγοι και οι γονείς των μα­θητών αδυνατούσαν να πληρώσουν τις υπόλοιπες 150 δρχ. κατά μήνα.

Σημειώνουμε, ότι από το έτος 1834 έως το 1840 ο δήμος Κορίνθου αποτελείτο από την Κόρινθο, Εξαμίλια, το Περιγιάλι και τις Κεχρεές. Είχε συνολικά 216 οικογένειες και 825 κατοίκους. Την περίοδο αυτή είχαν συσταθεί και οι δήμοι: α) Αιγιαλείας με πρωτεύουσα το Τρανό Ζευγολατειό και περιελάμβανε τα χωριά Κυπαρίσσι, Χασάναγα (Βοχαϊκό), Χατζή Μου­σταφά (Ευαγγελίστρια), Ιμπραΐμπεη (Κρήναι), Βέλλον και Πουλίτσα. Είχε 199 οικογένειες και 811 κατοίκους και β) Απίας με πρωτεύουσα τα Βραχατέϊκα. Περιελάμβανε και τα χωριά Άσσο, Μπόσνα και Αζίζι, Βαλίδι και Βαρελλά, Κοκκώνι και Νεράντζα με 152 οικογένειες και 579 κατοίκους.

Οι τρεις αυτοί δήμοι το 1840 συγχωνεύτηκαν σε ένα, στο δήμο Κο­ρίνθου Β’ τάξεως. Μέχρι το 1912 περιελάμβανε τα χωριά που ανήκουν σή­μερα στους τέσσερις δήμους α) Κορίνθου, β) Άσσου – Λεχαίου, γ) Βόχας και δ) Ζευγολατειού, εκτός από το χωριό Στιμάγκα που ανήκε στο δήμο Νεμέας.

Ο Σχολάρχης Χαρ. Παμπούκης με την από 9 Ιουλίου 1839 αναφο­ρά του παρακαλούσε το Υπουργείο «να ευαρεστηθή ν’ αναγνώριση την σχολή ταύτην, ως σχολήν όλης της επαρχίας, και να την μισθοδοτή ολο­σχερώς εκ του Δημοσίου, τουλάχιστον ως ώριζε την ιδική μου μόνον μισθοδοσίαν, διότι άλλως είναι αδύνατον, ως πολλάκις ερρέθη, να διατηρηθή η Σχολή αυτή».

Ο Παμπούκης υπηρέτησε στο Σχολαρχείο Κορίνθου από 17.12.1836 μέχρι το 4/16 Σεπτεμβρίου του 1841, οπότε μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας.

Επειδή υπήρξε φιλόπονος και ενθουσιώδης Εκπαιδευτικός και δια­κρινόταν για την ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική του μόρφωση, τις ευγενείς ιδέες, τα υψηλά φρονήματα, τον αγνό πατριωτισμό του και την με­γάλη αφοσίωση στην αποστολή την οποία είχε αναλάβει να μορφώσει την σπουδάζουσα νεολαία, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά βιογρα­φικά στοιχεία.

Γεννήθηκε το 1805 στην Κωμόπολη Χαλκιάνικα του δήμου Νωνάκριδος της Επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν αδελφός του Ιερομόναχου Νικηφό­ρου Παμπούκη, γνωστού Διδασκάλου, φιλικού και αγωνιστή κατά τον Εθνικό αγώνα του 1821.

Μαθήτευσε κατ’ αρχάς σε διάφορα Σχολεία της Ελλάδος υπό την επί­βλεψη του αδελφού Νικηφόρου (το 1815 στο Σχολείο Άργους, και από το 1815-19 ιδιωτικώς στην Ύδρα). Το Νοέμβριο του 1819 καταδιωκόμενοι αυτός και ο αδελφός του Νικηφόρος από τους Τούρκους κατέφυγαν στην Πίζα της Ιταλίας. Στο εκεί Πανεπιστήμιο, σπούδασε φιλοσοφία και κλασ­σική φιλολογία μέχρι τον Ιούλιο του 1824.

Εκεί γνωρίστηκε δια μέσου του αδελφού του με τους φιλικούς Τσα­κάλωφ και Αναγνωστόπουλο. Αγωνίστηκε με την πολυάριθμο οικογένεια των αδελφών του και άλλων συγγενών τον κοινόν υπέρ πατρίδος αγώνα. Για την δράση του τι­μήθηκε με το «αργυρούν νομισματόσημον» στις 20 Μαΐου 1843 (ΓΑΚ Αρι­στεία Φ 181).

Διετέλεσε Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων Αίγινας 1827-29, Άμφισ­σας 1829-31, Καλαβρύτων 1832-35, Πατρών 1835-1837, Κορίνθου 1837 έως Σεπτέμβριο 1841.

Μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας και δίδαξε μέχρι το 1844, οπότε προήχθη σε Γυμνασιάρχη του ιδίου Γυμνασίου, το οποίο διεύθυνε 18 χρό­νια μέχρι το Σεπτέμβριο του 1862, οπότε παραιτήθηκε της υπηρεσίας.

Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ των οποίων Γραμματική και το περί Ρητορικής και Ρητορείας περισπούδαστο βιβλίο του. Διεκρίνετο για τη δεινή ευγλωττία του, όπως ο αδελφός του Νικηφόρος. Ήταν δημότης του δήμου Σικυώνος και η οικογένειά του διέμεινε στο Κιάτο. Απεβίωσε στο Ναύπλιο το 1878.

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου μετά τον Χαρ. Παμπούκη και μέχρι το Σχολικό έτος 1857-58 υπηρέτησαν οι Ελληνοδιδάσκαλοι: Οικονομίδης Ιωάννης, Ολύμπιος Χαράλαμπος, Μυρτίλος I. Στέφανος, που μετατέθηκε από το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων, Δημητρίου Ιωάννης, Αντωνιάδης Αντώνιος και από το Σχολικό έτος 1852-53 μέχρι και το Σχολικό έτος 1857-58 ο Αποστολίδης Γεώργιος.

 

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1857-58

 

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των δημοσίων εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο του 1858 αναγράφονται ότι:

α) Διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου ήταν ο Γ. Αποστολίδης.

β) Γράφτηκαν 53 μαθητές ηλικίας 10-19 ετών. Απ’ αυτούς οι 38 ήταν ηλικίας 13-16 ετών.

γ) Κατάγονταν από την Κόρινθο 22 και 5 από τα χωριά του δήμου (3 Ζευγολατειό και 2 από το Χασάναγα (Βοχαϊκό). Οι υπόλοιποι κα­τάγονταν από τους άλλους δήμους της Κορινθίας.

δ) Οι γονείς των μαθητών ασκούσαν κυρίως το επάγγελμα του κτηματία και γεωργού, 4 ήσαν παιδιά ιερέων.

ε) Από τους 53 μαθητές ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν οι 21.

Απουσίαζαν οι 32 (3 λόγω ασθένειας και 29 μαθητές είχαν διακόψει από της 9 Φεβρουαρίου 1858 που έγινε ο καταστρεπτικός σεισμός και είχαν πάει στα χωριά τους. Από τους 21 προήχθησαν από τάξη σε τάξη 15 και έλαβαν απολυτή­ρια 2 με βαθμό προόδου 3 κάλλιστα, 4 λίαν καλώς και 10 καλώς.

Στην έκθεσή του ο Γ. Αποστολίδης Σχολάρχης ανέφερε ότι παρέδωσε την παρελθούσα θερινή εξαμηνία ακόμη και 4 μαθήματα: (Γενική Ιστορία και Γαλλικά στην Γ’ τάξη, Νέα Διαθήκη στην Β’ και Ιερά Ιστορία στην Α’, τα οποία λόγω των περιστάσεων του σεισμού είχαν παραλειφθεί από το πρόγραμμα πού είχε υποβάλει στις 14 Απριλίου).

Επίσης ανέφερε ότι λόγω της καλοκαιρίας παρέδωσε τα μαθήματα στον Πρόναο (Χαγιάτι) της Εκκλησίας και ότι δεν είναι δυνατόν να συνε­χιστή η παράδοση των μαθημάτων στο ύπαιθρο. Παρακαλούσε να ληφθεί πρόνοια για κατάστημα και για το υλικό του Σχολείου.

Στην έκθεσή του το ένα μέλος της Εφορείας του Σχολείου Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος στο Υπουργείο ανέφερε ότι:

α) Λόγω τού σεισμού οι παραδόσεις των μαθημάτων έγιναν έξωθεν του Καθολικού Ναού της Πόλεως, στο ύπαιθρο.

β) Λόγω ελλείψεως υλικού μερικά μαθήματα παρεδόθηκαν ατάκτως.

γ) Οι περισσότεροι μαθητές 29 ανεχώρησαν από της ημέρας του σεισμού και ως εκ τούτου δεν παραβρέθηκαν στις εξετάσεις.

δ) Είναι ανάγκη να ανεγερθεί κατάστημα στην Νέα πόλη, για να μη μεί­νουν αδίδακτοι οι μαθητές το επόμενο σχολικό έτος.

ε) Είναι απολύτως αναγκαίο να συσταθεί Τακτικό (Κανονικό) σχολαρχείο στην Νέα Πόλη, καθόσον με αυτό θα προοδεύση και ο Συνοικι­σμός της Νέας Πόλεως.

Το Ελληνικό Σχολείο λόγω του σεισμού και της δημιουργίας του Συ­νοικισμού στη Νέα Κόρινθο δεν λειτούργησε από τον Ιούλιο του 1858 μέ­χρι το τέλος Νοεμβρίου 1859, επί 16 μήνες. Επαναλειτούργησε στην Νέα Κόρινθο το Δεκέμβριο του 1859 με σχο­λάρχη τον Αργύριο Γραμματά.

Ο Έπαρχος το Φεβρουάριο του 1860 ανέφερε στο Νομάρχη, ότι πα­ραβρέθηκε στις εξετάσεις της πρώτης εξαμηνίας και το αποτέλεσμα ήταν ευάρεστον, γιατί οι μαθητές αν και πριν δύο μήνες είχαν αρχίσει τα μαθή­ματα έδειξαν αρκετή πρόοδο.

Στην έκθεσή του που υπέβαλε τον Ιούλιο 1860 για το σχολικό έτος 1859 – 60 ο Αργύριος Γραμματάς ανέφερε ότι:

α) Τα μαθήματα άρχισαν το Δεκέμβριο του 1860 και η πρόοδος των μα­θητών ήταν «ου μικρά».

β) Φοίτησαν 15 μαθητές

γ) Το κατάστημα του Σχολείου ήταν άθλιο γιατί στεγαζόταν σε εργα­στήριο επίμηκες, απάτωτο, ανοικτό σε κάθε άνεμο και το χειμώνα ήταν αδύνατο να εργαστεί κάποιος σ’ αυτό. Υπέβαλε μαζί με τον κατάλογο των 15 φοιτησάντων μαθητών και το πρόγραμμα των μαθημάτων της χειμερινής εξαμηνίας του σχολικού έτους 1860 -61.

Ο Σχολάρχης Αργύριος Γραμματάς δίδασκε 21 ώρες στην Α’ τάξη τα μαθήματα.

α) Ελληνικά από τον Α’ τόμο Χρηστομάθειας Ραγκαβή και Στράβω­νος Γεωγραφικά 6 ώρες.

β) Γραμματική Γενναδίου 6 ώρες

γ) Αριθμητική Γεράκη 3 ώρες,

δ) Ιστορία Παλαιάς Διαθήκης Γενναδίου 3 ώρες και

ε) Γεωγραφία Ελλάδος και Τουρκίας I. Κοκκώνη 3 ώρες.

Και 24 ώρες τη Β’ τάξη τα μαθήματα:

α) Ελληνικά 6 ώρες,

β) Γραμματική 6 ώρες,

γ) Αριθμητική 3 ώρες,

δ) Ιστορία Νέας Διαθήκης 3 ώρες,

ε) Γεωγραφία Ευρώπης 3 ώρες και

στ) Ιστορία αρχαία (ιδίως της Ελλάδος) 3 ώρες.

Τις 45 ώρες την εβδομάδα θα δίδασκε ο Σχολάρχης από Δευτέρα ως και Σάββατο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1860-61

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των γενικών εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο 1861 τον οποίο υπέγραψαν ο Ελληνοδιδάσκαλος Γραμματάς και τα μέλη της Εφορείας Σταύρος Καμπερόπουλος Δήμαρχος, ο Σωτήριος Κόντης ιερέας και ο Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος αναγράφονται ότι:

α) Γράφτηκαν 39 μαθητές ηλικίας 11-16 ετών. Απ’ αυτούς οι 30 είχαν ηλικία 12-14 ετών.

β) Κατάγονταν από την Κόρινθο 20 και 6 από τα χωριά του δήμου (Ζευγολατειό 3, Ιμπραΐμπεη 2, Εξαμίλια 1 και οι άλλοι από τους πλη­σιέστερους δήμους).

γ) Από τους 39 ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν 33 προήχθησαν από τά­ξη σε τάξη 26 με βαθμό προόδου 7 κάλλιστα, 11 Λίαν καλώς και 8 Καλώς.

Η Εφορευτική Επιτροπή ανέφερε στο Υπουργείο ότι:

α) Ο Σχολάρχης παρέδωσε ακόμη έκτος από τα κανονισμένα μαθήματα στη Β’ τάξη και συντακτικό.

β) Λόγω της επιμέλειας και του ευμέθοδου τρόπου διδασκαλίας του προέκυψε αποτέλεσμα που ευχαρίστησε τους δημότες, οι οποίοι εξέ­φρασαν την ευαρέσκειά τους.

γ) θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να συσταθεί τακτικό Σχολαρχείο ή τουλάχιστον να διοριστεί, βοηθός, γιατί ο υπάρχων ελληνοδιδάσκα­λος δεν μπορεί να επαρκέσει για τη διδασκαλία 2 και 3 τάξεων, κα­θόσον ο αριθμός των μαθητών αυξάνει συνεχώς. Η σύσταση θα συν­τέλεση στην ανάπτυξη κα πρόοδο της Νέας Κορίνθου, για την οποία πάντοτε μεριμνά η Κυβέρνηση,

δ) Το κατάστημα του Σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο, γιατί ούτε τα απαιτούμενα δωμάτια των παραδόσεων έχει, ούτε την ανάλογη ευρυ­χωρία, γι’ αυτό είναι ανάγκη να μεταστεγαστεί. Τέλος παρακαλεί το Υπουργείο να παραχώρηση τα αναγκαία βιβλία, γιατί στερείται τοιούτων.

Τα ίδια περίπου ανέφερε και ο Έπαρχος και ζητούσε και αυτός να συσταθεί Κανονικό Σχολαρχείο με τις 3 τάξεις και τρεις Ελληνοδιδάσκα­λους γιατί στην επαρχία υπήρχαν δύο άλλα Ελληνικά Σχολεία (Τρικάλων και Ζάχολης) τα οποία κάθε χρόνο θά χορηγούν ικανό αριθμό μαθητών. Σ’ αυτό θα φοιτήσουν και μαθητές από τις γειτονικές επαρχίες ένεκα της ευκολίας της συγκοινωνίας.

Σημειώνουμε ότι το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων συστάθηκε το έτος 1840 και ήταν Διδάσκαλος ο Στέφανος I. Μυρτίλος που το 1844 μετατέθηκε στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου. Το 1846 υπηρετούσε ο Π. Γεωργιάδης και το Σχολικό έτος 1860-61 οι Γ. Στυμφαλιάδης και Σπ. Μαράτος.

Το Σχολικό έτος 1860-61 υπηρετούσε στο Ελληνικό Σχολείο Ζάχολης ο Ελληνοδιδάσκαλος Γεώργιος Σταμπόλης.

Πραγματικά συστάθηκε κανονικά Ελληνικό Σχολείο στην Νέα Κόριν­θο και το Σχολικό έτος 1863-64 υπηρετούσαν οι Κ. Λεόντιος Σχολάρχης και οι Ελληνοδιδάσκαλοι Αργ. Γραμματάς και Π. Παπαζυμούρης.

Το Σχολικό έτος 1865-66 δίδασκαν στην Γ’ τάξη ο Σχολάρχης Αργ. Γραμματάς 31 ώρες, ο Ιερώνυμος Οικονόμου στη Β’ και ο Αλ. Γεωργιά­δης, στην Α’ τάξη, από 29 ώρες. Είχε σφραγίδα με γύρωθεν τις λέξεις «ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ».

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου φοιτούσαν μαθητές που είχαν τε­λειώσει την Δ’ τάξη των δημοτικών που λειτουργούσαν στην επαρχία Κορινθίας. Το 1861 λειτουργούσαν 33 σχολεία αρρένων στους 11 δήμους και 4 κορασιών στα οποία υπηρετούσαν αντίστοιχα 33 δάσκαλοι και 4 δασκάλες. Φοιτούσαν 1641 μαθητές και 151 μαθήτριες.

Οι μαθητές που τελείωναν το Ελληνικό Σχολείο φοιτούσαν ύστερα από εξετάσεις ως επί το πλείστον στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στα Γυμνά­σια Αθηνών και Πατρών μέχρι το έτος 1873 που άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1872 και εγκαινιάστηκε παρουσία του τότε Κορίνθιου Υπουργού Εκκλ. και Δημοσίου Εκπ/σεως Ανδρέα Νοταρά.

Το Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου λειτούργησε από το Δεκέμβριο του 1836 μέχρι Ιούλιο 1858 στην Παλαιά Κόρινθο και από το Δεκέμβριο 1859 μέχρι τα τέλη του Σχολικού έτους 1927-28 στη Νέα Κόρινθο, οπότε καταρ­γήθηκε, γιατί λειτούργησε το εξαετές Γυμνάσιο. Στα 90 χρόνια της λει­τουργίας του προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην σπουδάζουσα Νεολαία της Επαρχίας Κορινθίας.

Υποσημείωση


[1] Η παρούσα ανακοίνωση είναι μέρος ολοκληρωμένης εργασίας της κόρης μου Ζωής Ξεν. Ηλία και δικής μου που έχει τίτλο «Η Εκπαίδευση στην επαρχία Κορινθίας την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και η οποία θα δημοσιευθεί μελλοντικά ολόκληρη, όπου θα αναφερθούν λεπτομερώς και οι πηγές.

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας

Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος  Α/θμιας Εκπαιδεύσεως

 «Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861»

Πρακτικά Η’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπο, Αθήναι, 2010

 

Read Full Post »

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος».

 

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής και  παρακολουθεί τις πολιτικές μεταβολές και τις εναλλαγές συντηρητικών και φιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα μας. Το σχολικό βιβλίο στη νεότερη Ελλάδα διαμορφώνεται ανάλογα με την επικρατούσα κυβέρνηση και αποτελεί τον καθρέφτη των κοινωνικοπολιτικών τάσεων, που επικρατούν κάθε φορά.

Τα διδακτικά εγχειρίδια αποτελούν εργαλεία μεταβίβασης της γνώσης, αλλά συνήθως γίνονται φορείς ιδεολογίας και μεταδίδουν ιδέες αποδεκτές σε μία συγκεκριμένη εποχή από μία κοινωνία, ενώ παράλληλα προτείνουν πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς στη νεολαία και συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοσμοαντιλήψεων, νοοτροπιών και στάσεων. Ανταγωνιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που επιδιώκουν να ορίσουν τις διαδικασίες και τα πρότυπα κοινωνικοποίησης των νέων γενιών και το μέλλον της χώρας, προσπαθούν να ελέγχουν το σχολείο και τις διαδικασίες παραγωγής και διάδοσης των διδακτικών εγχειριδίων. Η δύναμη και η επιρροή, που αποδίδεται στα σχολικά βιβλία, καθιστούν τη σχετική νομοθεσία έναν τομέα άξιο μελέτης στην προσπάθεια να διερευνηθούν οι συγκρούσεις γύρω από την εκπαίδευση και τη γνώση.

 

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ.. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ..
Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

Τα σχολικά βιβλία είναι δημιουργήματα των τελευταίων αιώνων. Στα σχολεία της αρχαιότητας χρησιμοποιούνταν αυτούσια τα έργα κλασικών, ποιητών και πεζογράφων – κυρίως τα Ομηρικά έπη-, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές. Τα σχολικά χρόνια ήταν περίπου δέκα συνολικά, αλλά η παιδεία των αρχαίων υπήρξε προνόμιο των εύπορων τάξεων, κάτι που συμβαίνει ως την εποχή μας με συγκαλυμμένο ή απροκάλυπτο τρόπο. Επειδή η διδασκαλία ήταν ιδιωτική, μόνο οι εύποροι είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν μετά τη βασική εκπαίδευση των τριών ή τεσσάρων ετών. Όποιος νέος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να παρακολουθήσει την ανώτερη εκπαίδευση σε δημόσια γυμνάσια και ρητορικές ή φιλοσοφικές σχολές (Ακαδημία Πλάτωνα, Περίπατος Αριστοτέλη, ρητορική σχολή Ισοκράτη και άλλες), που άρχισαν να ιδρύονται από τον 5ο π.Χ. Τις ανάγκες για ανώτατη μόρφωση στην κλασική Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις κάλυπταν και οι σοφιστές, οι οποίοι δίδασκαν με αμοιβή όλα τα γνωστικά αντικείμενα: γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, ιατρική, τέχνες, ρητορική και φιλοσοφία. Για τον Έλληνα η λέξη εκπαίδευση σήμαινε εκπαίδευση του χαρακτήρα, αρμονική ανάπτυξη του σώματος, του νου και της φαντασίας. Κάθε είδους τεχνική εκπαίδευση αποκλειόταν από τα ελληνικά σχολεία ως βάναυσος και θεωρούσαν τον έμπορο ή τον τεχνίτη ακατάλληλο ως ενεργό πολίτη. (Πλάτων, Νόμοι, 846 D).

 

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

 

Ρωμαϊκή εποχή

 

Στη ρωμαϊκή εποχή δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία και τα αγόρια διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, συνήθως ελληνικής καταγωγής, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί», ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Η εκπαίδευση και στη ρωμαϊκή εποχή ήταν ιδιωτική υπόθεση και τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή με ασκήσεις επί μικρών φράσεων με ηθικά αξιώματα και αριθμητική. Ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η στοιχειώδης εκπαίδευση μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή και τα μαθήματα γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο με έμφαση στην άθληση του σώματος.

Στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης διδάσκονταν το ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και τον Έλληνα Όμηρο, τη γραμματική της γλώσσας, την κλίση των ονομάτων, ποίηση και γεωγραφία. Στην ανώτερη εκπαίδευση κύρια μαθήματα είναι η ρητορική τέχνη, οι νόμοι και η φιλοσοφία. Ορισμένοι μαθητές φοιτούσαν σε σχολές ρητορικής με δάσκαλο σχεδόν πάντα Έλληνα, που προετοίμαζε τους νέους για νομική καριέρα και απαιτούσε από τους διδασκομένους να αποστηθίζουν τους ρωμαϊκούς νόμους. Από το 2ο π.Χ αιώνα ήταν απαραίτητη για κάθε Ρωμαίο νέο η εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Πολλοί Ρωμαίοι νέοι μεταβαίνουν στην Αθήνα, για να μάθουν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική φιλοσοφία, ενώ πολλές πλούσιες οικογένειες Ρωμαίων είχαν τροφούς Ελληνίδες ή Έλληνες δούλους, οι οποίοι βοηθούσαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Ο Κικέρων και ο Πλίνιος γνώριζαν πάρα πολύ καλά ανάγνωση και γραφή της Ελληνικής. Από τον 3ο π.Χ αιώνα υπάρχουν κάποια δίγλωσσα εγχειρίδια, που ονομάζονται Hermeneumata – Pseudodositheana και δείχνουν πόσο είχε επηρεαστεί η ρωμαϊκή παιδεία από την Ελληνική. Είναι μοναδικό το ιστορικό φαινόμενο ενός λαού, που πολιτικά κατακτημένος και στρατιωτικά εξουθενωμένος κατορθώνει με τη δημιουργική δύναμη του πολιτισμού του να κατακτήσει και να εκπολιτίσει τον κατακτητή του, όπως αναγνώρισε και ο Λατίνος ποιητής Οράτιος με την πασίγνωστη φράση του «Graecia capta ferrum victorem cepit et artes intulit agresti Latio» , δηλ. «Η κατακτημένη Ελλάς κατέκτησε τον σκληρό κατακτητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο». Μια χώρα ουσιαστικά υπόδουλη διδάσκει τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τα γράμματά της στον κατακτητή της και μέσω αυτού στην ανθρωπότητα και προσφέρει τη γλώσσα της, για να διατυπωθεί και να διαδοθεί μέσω αυτής η διδασκαλία του Χριστιανισμού.

 

Βυζάντιο

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Οι Βυζαντινοί έδωσαν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, αν και η παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική ή κρατική και αφορούσε κυρίως παιδιά μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Στα βυζαντινά χρόνια τα σχολεία ήταν εκκλησιαστικά ή ιδιωτικά, στεγάζονταν σε εκκλησιαστικούς χώρους, σε μοναστήρια ή σε ιδιωτικούς χώρους και απευθυνόταν κυρίως σε αγόρια, των οποίων οι οικογένειες μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα. Το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα είχε δύο κύκλους σπουδών. Στον πρώτο κύκλο φοιτούσαν παιδιά από την ηλικία των έξι χρονών και στο δεύτερο από την ηλικία των δώδεκα. Το βασικό σχολείο ήταν τετραετούς φοίτησης και οι μαθητές μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στις μικρές τάξεις, ενώ στις μεγαλύτερες διδάσκονταν ορθογραφία, γραμματική και αριθμητική. Κατόπιν υπήρχε σχολείο με εξαετή ή οκταετή φοίτηση, όπου οι μαθητές μάθαιναν τη Βίβλο, ψαλμούς, ύμνους, Όμηρο και κλασσικούς αρχαίους συγγραφείς, ρητορική και απαγγελία. Στα δημοτικά σχολεία χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστικά τα ιερά βιβλία. Σκοπός τους ήταν διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα να εκπαιδεύσουν τους μαθητές, ώστε να γίνουν μέλη της εκκλησίας και να ακολουθούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και επέμεναν πολύ σε ζητήματα αποστήθισης στίχων από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα και από τη Βίβλο. Η Πολιτεία ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη «δευτεροβάθμια» εκπαίδευση, απ’ όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη, για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Μορφωμένος θεωρούνταν εκείνος που είχε τελειώσει τα δύο αυτά σχολεία στην ηλικία 15-17 χρονών.

Ως γραφική ύλη στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ο πάπυρος. Πάπυρος είναι ένα φυτό, που φυτρώνει μόνο του, μοιάζει με το καλάμι και σκεπάζει μεγάλες εκτάσεις στις όχθες του Νείλου και άλλων ποταμών της Αφρικής και της Συρίας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έκοβαν το φλοιό του κορμού σε λεπτές λωρίδες, τις ένωναν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια εύκαμπτη και επίπεδη επιφάνεια, που τη στέγνωναν και τη βερνίκωναν. Οι λωρίδες τοποθετούνταν κάθετα η μια πλάι στην άλλη και σχημάτιζαν ένα πρώτο στρώμα, πάνω στο οποίο έμπαινε δεύτερο στρώμα από οριζόντιες λωρίδες. Τα φύλλα, που σχηματίζονταν με αυτόν τον τρόπο, συνδέονταν το ένα με το άλλο και σχημάτιζαν ταινίες μήκους πολλών μέτρων, οι οποίες τυλίγονταν σ’ ένα ξύλινο κοντάρι. Πάνω σ’ αυτό έγραφαν οι αρχαίοι κατά στήλες τους λογαριασμούς τους, τις προσευχές τους, τις ιστορίες τους με ένα μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι. Συνήθως έγραφαν μόνο από τη μια όψη (πάπυροι ανοπισθόγραφοι), σπανιότερα και στις δύο όψεις (πάπυροι οπισθόγραφοι). Το να διαβάσει όμως κάποιος από πάπυρο τυλιγμένο σε σχήμα κυλίνδρου δεν ήταν απλό. Έπρεπε με το ένα χέρι να τον ξετυλίγει και με το άλλο να τον τυλίγει. Γι’ αυτό από το 2ο μ.Χ. αιώνα επινοήθηκε ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης των γραπτών παπύρων, που θα οδηγούσε στη γέννηση της λέξης Τετράδιο. Οι συγγραφείς συγκέντρωναν κάποια κομμάτια από πάπυρο, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν και δημιουργούσαν ένα τεύχος. Έτσι, τα τέσσερα φύλλα παπύρου διπλωμένα και ραμμένα δημιουργούσαν ένα τεύχος με 8 φύλλα. Το τεύχος αυτό με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκε τετράδιο (τετράς διά δύο).

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης. Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης.
Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο πάπυρος ως υλικό γραφής διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσογείου και στην Ελλάδα, με την Αίγυπτο να έχει το μονοπώλιο της παραγωγής και της διακίνησής του, και διατηρήθηκε ως τον 7ο μ. Χ. αιώνα. Ήταν όμως εύθραυστο υλικό και η συχνή χρήση του προκαλούσε βλάβες, ακόμη και την καταστροφή του. Η διατήρησή του ήταν δύσκολη υπόθεση, όταν ήταν εκτεθειμένος στην υγρασία. Ένα ρολό από πάπυρο μπορούσε να διατηρηθεί μέχρι και 300 χρόνια, μόνο αν προφυλαγόταν καλά. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή, για να σωθούν από την καταστροφή. Τα περισσότερα δείγματα παπύρων βρέθηκαν σε ξηρές περιοχές, χωρίς υγρασία. Πολλοί πάπυροι βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση, γιατί προστατεύτηκαν από το ξηρό κλίμα και την άμμο της Αιγύπτου. Άλλοι βρέθηκαν μέσα σε περιτυλίγματα για μούμιες ή κλεισμένοι μέσα σε τάφους. Το μεγαλύτερο μέρος των παπύρων που έχουν βρεθεί είναι γραμμένοι στα ελληνικά, λίγοι στα λατινικά και αρκετοί στην κοπτική, στην αραμαϊκή και στην αραβική. Ο πάπυρος όμως άφησε το όνομά του και στο χαρτί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αφού στην αγγλική το χαρτί ονομάστηκε paper, στα γαλλικά papier, στα γερμανικά das Papier, και με παρόμοιες λέξεις στα δανέζικα και στη Σουηδία σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Τα κείμενα των αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά εκπαιδευμένοι γραφείς, οι βιβλιογράφοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε ειδικά   βιβλιογραφικά εργαστήρια για πολλές ημέρες, ώσπου να τελειώσουν ένα βιβλίο. Το 2ο π.Χ. αιώνα η Αλεξάνδρεια είχε δημιουργήσει την εκπληκτική βιβλιοθήκη της με χιλιάδες παπύρους. Μοναδικός ανταγωνιστής της ήταν η βιβλιοθήκη της Περγάμου με εντυπωσιακό αριθμό χειρογράφων σε πάπυρο. Αλλά ο πάπυρος εισαγόταν από την Αίγυπτο και οι Αλεξανδρινοί στη λογική του ανταγωνισμού πήραν την απόφαση να μην προμηθεύουν την Πέργαμο με την αναγκαία πρώτη ύλη γραφής. Τότε οι γραφείς της Μικράς Ασίας επινόησαν την περγαμηνή, που πήρε την ονομασία της από την Πέργαμο, που ήταν το κέντρο παραγωγής και εμπορίας της από τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Η περγαμηνή (στα ελληνικά διφθέρα και στα λατινικά membrana ) είναι κατασκευασμένη από δέρματα ζώων, κυρίως μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η κατασκευή της ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη το Β΄(197-158 π.χ.). Ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιο ακριβή, γιατί έπρεπε να σφάξουν πολλά πρόβατα, για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, όταν από κάθε δέρμα δημιουργούσαν το πολύ τέσσερα φύλλα. Η εμφάνισή της οδήγησε και στην αντικατάσταση της καλαμένιας γραφίδας από το φτερό χήνας μετά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία ΧΙΙΙ 11).

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Στο Βυζάντιο συναντούμε δύο τύπους βιβλίων, το ειλητάριο και τον κώδικα. Το ειλητάριο ήταν μία μακρόστενη λωρίδα παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού τυλιγμένη γύρω από ένα στρογγυλό ξύλο, τον κοντό (γι’ αυτό ονομαζόταν και κοντάκιο). Ο αναγνώστης ξετύλιγε λίγο – λίγο με το αριστερό χέρι και το ξανατύλιγε με το δεξί. Από τα ρήματα ειλείν και ανελίσσειν, που δηλώνουν αυτή την κίνηση, ο τύπος αυτός του βιβλίου ονομάστηκε ειλητάριο ή ειλητό.

Τα ειλητάρια χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τον 11ο έως τον 15o αι. Στις δύο όψεις τους γράφονταν το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, αλλά και διοικητικά έγγραφα και γράμματα. Δεν ήταν όμως κατάλληλα για τη συγγραφή μεγάλων και πολλών κειμένων και οι Βυζαντινοί από τον 3ο αι. μ. Χ. κατασκεύασαν τον κώδικα, έναν τύπο βιβλίου, στο οποίο έγραφαν μεγάλα κείμενα, όπως τη Βίβλο. Ο κώδικας αποτελείται από μεγάλα κομμάτια χαρτιού ή περγαμηνής, διπλωμένα δύο φορές στα δύο. Πολλά τετράδια ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα. Κώδικας δηλαδή σήμαινε χειρόγραφο βιβλίο με φύλλα.

Το χαρτί εφευρέθηκε από τους Κινέζους και έφτασε στον ελλαδικό χώρο επί Ειρήνης Κομνηνής τον 11ο αιώνα. Το παλαιότερο βυζαντινό έγγραφο από χαρτί θεωρείται το χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας και χρονολογείται το 1052. Το βιβλίο ήταν χειροποίητο και προϊόν κοπιώδους εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους και δύσκολα το αντικαθιστούσαν, αν τύχαινε να φθαρεί.

Συστηματική χρήση των βιβλίων έχουμε μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας το 15ο αιώνα. Η εφεύρεση του επίπεδου πιεστηρίου έγινε στη Μαγεντία (Μάιντς) της Γερμανίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, ο οποίος κατασκεύασε και τα πρώτα κινητά τυπογραφικά στοιχεία και το 1455 τύπωσε το πρώτο βιβλίο, που ήταν η Βίβλος σε λατινική μετάφραση (Βουλγάτα) με 1280 περίπου σελίδες βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους και 42 στίχους στις περισσότερες σελίδες. Η ευκολία με την οποία μπορούσαν να παραχθούν βιβλία επέτρεψε να τυπωθούν συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, που έως τότε αναπαράγονταν μόνο από αντιγραφείς σε μοναστήρια, και σηματοδότησε τη στροφή στην κλασική αρχαιότητα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα σε 10 εκατομμύρια αντίτυπα, καθώς ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Η τυπογραφία ευνόησε τη ραγδαία μετάδοση της γνώσης, την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και πληροφοριών και τη διεύρυνση της πνευματικής καλλιέργειας, που μέχρι τότε ήταν προνόμιο του κλήρου και των αριστοκρατών. Η τυπογραφία βοήθησε πολύ κόσμο να μάθει γραφή και ανάγνωση, γιατί το βιβλίο έγινε φθηνό και προσιτό, και οδήγησε στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης.

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Τα πρώτα ελληνικά βιβλία τυπώθηκαν στην Ιταλία με τη βοήθεια ελλήνων λογίων, που διέφυγαν στη Δύση, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το πρώτο χρονολογημένο ελληνικό έντυπο βιβλίο ήταν η «Επιτομὴ των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρι, που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476. Το 16ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα αλφαβητάρια στην ελληνική γλώσσα, που τυπώνονται στις ελληνικές παροικίες (Βιέννη, Βενετία, Βούδα, Πέστη, Βουκουρέστι) με χρηματοδότες ευκατάστατους Έλληνες των ελληνικών παροικιών. Ως αλφαβητάρια χρησιμοποιούνταν ακόμα το Ψαλτήρι και η Οκτώηχος. Κυρίαρχο αλφαβητάριο της Τουρκοκρατίας ήταν ένα έντυπο με τον τίτλο «Χρήσιμος παιδαγωγία», που κυκλοφόρησε τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας (17ο έως 19ο αιώνα).

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 - 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 – 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στη Βενετία το 1641 από το Νικόλαο Γλυκύ και είναι ένα δεκαεξασέλιδο, που είχε ευρεία διάδοση και πραγματοποίησε πολλές εκδόσεις. Τα προεπαναστατικά αλφαβητάρια χρησιμοποιούνται για την εκμάθηση της ανάγνωσης, πριν από την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι, και χωρίζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούνταν από γλωσσικά στοιχεία και το δεύτερο από ποικίλα αναγνώσματα (προσευχές, γνωμικά, παιδικές διηγήσεις, κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου κ.ά.). Τα αλφαβητάρια αυτά έχουν έντονη την εκκλησιαστική παράδοση και αποσκοπούν στη θρησκευτική – ηθική διάπλαση των νέων, αφού η παιδεία στην Τουρκοκρατία ήταν υπό την προστασία και την καθοδήγηση της εκκλησίας. Την περίοδο αυτή κυκλοφορούν και τα πρώτα «μαθητάρια», που ήταν χειρόγραφα αναγνωστικά.

 

Πότε «γεννήθηκαν» τα αναγνωστικά;

 

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Όσοι πιστεύουν ότι όλα άρχισαν με το «Λόλα να ένα μήλο», αγνοούν ότι όλα ξεκίνησαν με το «Αλφαβητάριον εν ώ περιέχονται τα εικοσιτέσσερα γράμματα» του Μιχαήλ παπα-Γεωργίου του Σιατιστέως, ένα τετράδιο φτιαγμένο από φτηνά φύλλα χαρτιού και ραμμένο στην εξωτερική του πλευρά με κλωστή και βελόνα, που ήταν τυπωμένο «εν Βιέννη της Αυστρίας» το 1771, για να φτάσουμε μέχρι τη σημερινή «Γλώσσα μας» και τα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια. Το σχολικό βιβλίο έχει πορεία περίπου 4 αιώνων και στην ιστορία του αποτυπώνονται όλες οι περιπέτειες του εκπαιδευτικού προσανατολισμού της χώρας μας. Μετά την απελευθέρωση έγινε προσπάθεια για την οργάνωση των σχολείων και τον έλεγχο των σχολικών βιβλίων. Με την είσοδο του 19ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα εικονογραφημένα αλφαβητάρια με λιθογραφίες παρμένες από γαλλικά βιβλία της εποχής και σταδιακά η θεματολογία αλλάζει. Το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων περνάει από τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας σε πρόσωπα ήρωες ή θρύλους μιας μακρινής εποχής, όπως ο Οδυσσέας, ο Ροβινσώνας και ο Γεροστάθης.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μέχρι το 1937, που ιδρύθηκε ο ΟΕΣΒ (Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων) από τον Ιωάννη Μεταξά, συγκρούονται δύο πολιτικές για το σχολικό βιβλίο: του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με την έλευση του Όθωνα διατυπώνονται τα πρώτα μέτρα για την εκπαίδευση. Με το διάταγμα της 1ης Απριλίου 1836 «περί βιβλιοπωλείου εν τη βασιλική τυπογραφία» ορίζεται ότι «δια να εισαχθή τρόπος ομοιόμορφος εις την διδασκαλίαν του λαού και να ευρίσκη ο καθείς στοιχειώδη βιβλία καλά …..» τα βιβλία θα εκδίδονται και θα πωλούνται από τη βασιλική τυπογραφία ύστερα από γνωμάτευση διορισμένης συντακτικής επιτροπής. Στα σχολεία χρησιμοποιούνται μόνο αυτά τα βιβλία και καθορίζεται με αυστηρότητα το περιεχόμενό τους , για «να μην εμπεριέχουν διδασκαλίας ή γνώμας επιβλαβείς δια την θρησκείαν ή την ηθικήν και πνευματικήν του ανθρώπου ανάπτυξιν και εκπαίδευσιν». Στο νομοθέτημα αυτό διαγράφεται σαφώς ο ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής πολιτικής και γίνεται φανερή η προσπάθεια άσκησης ελέγχου στο εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια. Η προσπάθεια αυτή του κράτους να ασκήσει μονοπωλιακή πολιτική στο σχολικό βιβλίο δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διχογνωμίες. Το Διάταγμα αυτό δεν υλοποιήθηκε και δυο χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης 1838, με το οποίο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταργήσει το βασιλικό βιβλιοπωλείο και άρχισε η φάση του ελεύθερου ανταγωνισμού με δύο εκδοτικούς οίκους (Κορομηλά και Βλαστού)», που κράτησε μέχρι το 1882.

 

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

 

Με Βασιλικό Διάταγμα του 1859 (1/9/1859) «περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφορωτέρων βιβλίων δια τα δημοτικά σχολεία» προκηρύσσεται από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ειδικός διαγωνισμός κάθε φορά για τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων. Αλλά και ο νόμος αυτός σύντομα έπεσε σε αδράνεια. Το 1867 με το νόμο ΣΜΘ'(24 11 1867) προβλέπεται σύσταση επιτροπής για την κρίση των σχολικών βιβλίων, που και αυτός αδρανοποιείται. Τη δεκαετία 1870-1880 με πρόταση του βουλευτή Κυνουρίας Γ.Α. Βακαλόπουλου «πάντα τα μαθήματα θέλουσι διδάσκεσθαι κατά βιβλία κεκριμένα υπό των εποπτών ως κατάλληλα προς διδασκαλίαν και εγκεκριμένα υπό του Υπουργείου». Ο νόμος του Γ.Α. Βακαλόπουλου ζητά να καταργηθούν και να επανακριθούν όλα τα βιβλία για κάθε διδασκόμενο μάθημα, ακόμα και οι ιστορικοί και γεωγραφικοί πίνακες, οι ιχνογραφίες και οι καλλιγραφίες, και προβλέπει αυστηρές ποινές για τους εκπαιδευτικούς, που θα χρησιμοποιούσαν μη εγκεκριμένα ή κλεψίτυπα βιβλία. Ο εκπαιδευτικός «καταδικάζεται ποινικώς, τιμωρείται με παύσιν και ουδέποτε επανέρχεται εις υπηρεσίαν». Το Υπουργείο «ουδέποτε δύναται να αναστείλη σύστασιν κεκριμένου υπό των εποπτών διδακτικού βιβλίου… αποκλειομένων ανυπερθέτως του λοιπού πάντων των άλλων». Με τη διάταξη αυτή ενισχύεται ο κρατικός έλεγχος των βιβλίων με το ρόλο των εποπτών, που έκαναν τις κρίσεις των βιβλίων, αφού οι επόπτες διορίζονται από το Υπουργείο. Τα «εγκεκριμένα» βιβλία συμπεριλαμβάνονται σ’ έναν κατάλογο, που αποστέλλεται στα σχολεία στην αρχή κάθε σχολικού έτους.

 

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 - 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Μετά το 1880 ο κρατικός έλεγχος των διδακτικών βιβλίων έγινε πιο έντονος με πρωτεργάτες τις κυβερνήσεις του Τρικούπη και του Θεοτόκη, που επέβαλαν πολιτική αυστηρού ελέγχου με τη χρήση ομοιόμορφων εγχειριδίων και έλεγχο του περιεχομένου τους, ενώ θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική χρήση εγκεκριμένων βιβλίων από ειδικές κριτικές επιτροπές. Η κυβέρνηση Τρικούπη καταργεί την πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού και προκηρύσσει διαγωνισμό συγγραφής σχολικών βιβλίων κάθε τέσσερα χρόνια. Οι κριτικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων καθορίζονται άμεσα από τον υπουργό, εγκρίνουν ένα μόνο βιβλίο για κάθε μάθημα για μια τετραετία, ενώ από το 1893 η διάρκεια της έγκρισης γίνεται τριετία. Εξαίρεση αποτέλεσε ο νόμος του 1895 του δεληγιαννικού κόμματος, που επέτρεψε την ελεύθερη χρήση οποιουδήποτε εγχειριδίου στο γυμνάσιο και την έγκριση πολλών παράλληλα βιβλίων στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ενώ όρισε τη διάρκεια της έγκρισης για μια πενταετία. Η πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού διαρκεί μέχρι το 1907, οπότε με το νόμο ΓΣΑ’ επανέρχεται ο κρατικός παρεμβατισμός, που ίσχυε πριν το 1895, με το σύστημα έγκρισης ενός μόνο βιβλίου, το οποίο επιλέγεται ανάμεσα από τρία βραβευμένα. Η επιτροπή όμως διατηρεί το δικαίωμα να μεταρρυθμίσει και να συμπληρώσει το εγκρινόμενο βιβλίο από τα άλλα δύο. Με το νόμο αυτό κυκλοφορούν τα πρώτα κρατικά αναγνωστικά και εμφανίζεται το βιβλιόσημο. Ο πρώτος νόμος περί διδακτικών βιβλίων του 20ου αιώνα αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κρατικό έλεγχο.

Σταθμό στα εκπαιδευτικά ζητήματα αποτελεί η μεταρρύθμιση του 1917, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου ζήτησε από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο να συνεργαστεί μαζί της για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ήταν ένα σωματείο, που ιδρύθηκε το 1910 στην Αθήνα από λογοτέχνες, εκπαιδευτικούς και πολιτευόμενους με σκοπό την προσπάθεια αναμόρφωσης της ελληνικής εκπαίδευσης και από το 1911 εξέδιδαν μερικά διδακτικά και εκπαιδευτικά βιβλία. Πίστευαν ότι η εκπαίδευση θα βελτιωνόταν με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη διδασκαλία και την καταπολέμηση του σχολαστικισμού. Οι προσπάθειές τους στηρίχθηκαν στις εργασίες του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Αλέξανδρου Δελμούζου και του Δημήτριου Γληνού, που ήταν ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ο Δημ. Γληνός ανέλαβε γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας με επόπτες δημοτικής εκπαίδευσης το Δελμούζο και τον Τριανταφυλλίδη.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Η βασική αλλαγή που θεσμοθετήθηκε τότε αφορούσε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο και «γέννησε» το γλωσσικό ζήτημα. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα στο δημοτικό σχολείο με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στην Ε’ και Στ΄ Δημοτικού. Οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων έχουν απόλυτη ελευθερία και μόνο τις γενικές οδηγίες του Υπουργείου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν. Η κρίση των βιβλίων γίνεται κάθε χρόνο από μόνιμο εκπαιδευτικό συμβούλιο, όχι από επιτροπές διορισμένες από τον υπουργό, και ισχύει επ’ αόριστον, ενώ ο αριθμός των εγκεκριμένων βιβλίων είναι απεριόριστος. Τα εγχειρίδια δεν εγκρίνονται βάσει διαγωνισμού, αλλά το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες και γενικές υποδείξεις για τη σύνταξη τους. Το ίδιο Συμβούλιο, αφού ελέγξει αν το εγχειρίδιο είναι σύμφωνο με τα όσα ορίζει ο νόμος, αποφασίζει κατά πλειοψηφία την παροχή της έγκρισης και μία φορά το χρόνο συντάσσει κατάλογο των εγκεκριμένων βιβλίων, τον οποίο δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στέλνει στα σχολεία. Ο σύλλογος των διδασκόντων κάθε σχολείου, προς το τέλος κάθε χρονιάς ορίζει κατά πλειοψηφία, μετά από εισήγηση του καθηγητή που πρόκειται να διδάξει το σχετικό μάθημα, ποια από τα εγκεκριμένα βιβλία θα εισαχθούν στις τάξεις κατά το επόμενο σχολικό έτος. Από τη στιγμή, που ένα βιβλίο εισάγεται σε μία τάξη, απαγορεύεται να αντικατασταθεί πριν την πάροδο διετίας. Εισάγεται έτσι ένα φιλελεύθερο πνεύμα στο χώρο της νομοθεσίας περί διδακτικών βιβλίων, δίνονται μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας στους συγγραφείς, δεν επιβάλλεται η χρήση ενός βιβλίου στα σχολεία και μειώνεται η παρέμβαση του Υπουργείου Παιδείας στη διαδικασία παραγωγής και διάδοσης τους.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Ανάμεσα στα νέα αναγνωστικά, που γράφτηκαν και εγκρίθηκαν με βάση αυτό το νόμο, ήταν το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» και τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Άλλοι γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες, όπως οι Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παύλος Νιρβάνας κ.α., συνδέουν το όνομά τους στο διάστημα αυτό με τη συγγραφή αναγνωστικών και δοκιμάζουν με την πένα τους να διαπλάσουν τις παιδικές αντιλήψεις.

Το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» (ονομασία που του έδωσαν οι μικροί μαθητές) θεωρείται σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη των αλφαβηταρίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα δεκατρία αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1920 επί κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου. Ήταν δημιούργημα συντακτικής επιτροπής με μέλη τους Α. Δελμούζο, Μ. Τριανταφυλλίδη, Π. Νιρβάνα και Ζ. Παπαντωνίου με εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Μαλέα. Είναι προϊόν ελεύθερης δημιουργίας στη δημοτική γλώσσα µε στόχο να διαπλάσει την ψυχή των µμαθητών και να τους εμφυσήσει την αγάπη για τη φύση. Οι εικόνες του είχαν σκοπό «να είναι τα πολυτιμότερα μέσα για να μορφώσουν την παρατηρητικότητα και την καλαισθησία του παιδιού». Τα αλφαβητάρια που εκδόθηκαν από τότε, σχεδόν στο σύνολό τους, έχουν αυτό ως πρότυπο. Τα «Ψηλά Βουνά» με εικόνες του Ρούμπου και σκίτσα του Παπαντωνίου μεταφέρουν ένα νέο πνεύμα αισθητικής αγωγής.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ' δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ’ δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ύστερα από δύο βαλκανικούς πολέμους και έναν παγκόσμιο, έναν εσωτερικό διχασμό και μια επαναστατική κυβέρνηση, ωριμάζει η ιδέα της οριστικής αναμόρφωσης της Παιδείας. Η χρυσή εποχή του σχολικού βιβλίου ξεκινά. Τα σχολικά εγχειρίδια εγκαταλείπουν σταδιακά τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία, ο ακαδημαϊσμός υποχωρεί και στρέφονται προς την επιστημονική γνώση και την κριτική σκέψη με στόχο την παίδευση ολόπλευρα καλλιεργημένων ατόμων. Τα νέα βιβλία είναι απαλλαγμένα από το στόμφο και το διδακτισμό των προηγούμενων, ενώ η δημοτική γλώσσα μιλάει στις καρδιές των παιδιών. Στο περιεχόμενό τους πάντως εξακολουθεί να επικρατεί ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας και η κύρια θεματολογία τους ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια».

Η πολιτική αλλαγή το Νοέμβριο του 1920 μετά την ήττα του Βενιζέλου ανέκοψε τη φιλελεύθερη πολιτική για το σχολικό βιβλίο. Οι αντίπαλοι του δημοτικισμού καταπολεμούν τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης. Η νέα κυβέρνηση ανέθεσε σε επιτροπή τον έλεγχό τους και τα μέλη της επιτροπής Σακελλαρόπουλος, Σκιάς, Εξαρχόπουλος, Μιχαλόπουλος και Μεγαρεύς αποφάσισαν πως θα έπρεπε να «εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι τα υπάρχοντα αναγνωστικά ως έργο ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Η μεταρρύθμιση τερματίστηκε με το νόμο 2678 του 1921, που δεν εφαρμόστηκε όμως, γιατί μεσολάβησε η επανάσταση του 1922, που επανέφερε σε εφαρμογή τους νόμους του 1917-18. Ο νόμος 3180 του 1924 τροποποίησε το σύστημα έγκρισης των σχολικών βιβλίων και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Η δικτατορία του Πάγκαλου με διάταγμα του 1926 άλλαξε πάλι το σύστημα έγκρισης και όρισε ότι τα βιβλία δεν πρέπει να περιέχουν ύλη αντίθετη με τη θρησκεία, την πατρίδα, το πολίτευμα και τα χρηστά ήθη, ενώ δεν επιτρέπεται η έγκριση πέραν των δύο αναγνωστικών για κάθε τάξη. Νέος νόμος, ο 3438 του 1927, ορίζει ότι μπορούν να εγκριθούν μέχρι τρία διδακτικά βιβλία για κάθε μάθημα και τάξη και η έγκριση ισχύει για τα βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τρία χρόνια και για της μέσης για μία πενταετία. Οι σύλλογοι των διδασκόντων αποφασίζουν για την εισαγωγή των βιβλίων στα σχολεία επιλέγοντας μεταξύ των εγκεκριμένων.

Η πολιτική αυτή ανατρέπεται με τη δημοσίευση νέου νόμου, που ψηφίζεται στα πλαίσια της δεύτερης μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929. Με τη «μεταρρύθμιση του 1929» τα σχολικά βιβλία διαιρούνται ανάλογα με το σκοπό και τη χρήση τους σε τρεις κατηγορίες:

α) στα διδακτικά βιβλία,

β) στα βοηθήματα και

γ) στα ελεύθερα αναγνώσματα.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες βιβλίων εισάγονται στα σχολεία μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τα ελεύθερα αναγνώσματα αρκεί απλή σύστασή τους. Τα διδακτικά βιβλία με τη σειρά τους διαιρούνται σε αναγνωστικά και εγχειρίδια. Τα αναγνωστικά συντελούν στη γλωσσική και λογοτεχνική μόρφωση, στη θρησκευτική, ηθική και εθνική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και πρέπει με τη μορφή και το περιεχόμενο τους να κινούν την αγάπη για το βιβλίο γενικά. Τα εγχειρίδια «αποτελούντα συστηματικάς και εύληπτους συνόψεις των συμπερασμάτων των οικείων επιστημών, χρησιμεύουν ως στήριγμα των μαθητών κατά την εισαγωγήν των εις την ύλην των διαφόρων μαθημάτων και ως βάσις δια την ευμέθοδον καθοδήγησίν των προς περαιτέρω μελέτην και ευρυτέραν έρευναν αυτής». Τα βοηθήματα αποτελούν σημαντικότατα εργαλεία για την πληρέστερη μελέτη της διδασκόμενης ύλης και την αυτενεργό έρευνα των μαθητών, ενώ διευκολύνουν παράλληλα και το έργο των διδασκόντων. Η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής τείνει προς την ιδέα του πολλαπλού βιβλίου.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26 Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26
Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες
στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο νόμος 5045 «περί σχολικών βιβλίων» του 1931, με εισήγηση του τότε υπουργού παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, είναι μοναδικός στην ελληνική εκπαιδευτική ιστορία για τη στάση του απέναντι στη γνώση, στο διδακτικό βιβλίο και στη διαδικασία της μάθησης. Με το νόμο αυτό τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο μαθητής ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν και άλλα διδακτικά και βοηθητικά βιβλία, παράλληλα με το εγχειρίδιο, που συμβουλεύονται καθημερινά. Με τον τρόπο αυτό τους δίνεται η ευκαιρία να διακρίνουν και να σχολιάσουν διάφορες απόψεις πάνω στο ίδιο θέμα, απομυθοποιείται ο τυπωμένος λόγος και βιώνεται το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα μπορεί να υπάρχουν πολλές και πιθανόν αντικρουόμενες αντιλήψεις. Καταδικάζεται η παθητική αποδοχή και ενθαρρύνεται η ενεργητική και κριτική στάση δασκάλων και μαθητών, που παροτρύνονται να ερευνούν, ώστε να σχηματίζουν δική τους αντίληψη. Αναιρείται έτσι η αυθεντία των διδακτικών βιβλίων και παρέχεται η δυνατότητα κριτικής της παρεχόμενης γνώσης. Το εγχειρίδιο δεν αντιμετωπίζεται ως μοναδική και αλάνθαστη πηγή γνώσης προς απομνημόνευση, αλλά ως όργανο των μαθητών για την περαιτέρω έρευνα και μελέτη τους. Σε κάθε σχολείο δημιουργείται και σχολική βιβλιοθήκη για την οποία αγοράζονται δύο τουλάχιστον αντίτυπα όλων των εγκεκριμένων βιβλίων και κάθε είδους βοηθήματα.

Ο νόμος 5911 του 1937, που θεσμοθετείται από κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος, επαναφέρει το θεσμό της προκήρυξης διαγωνισμού για τη συγγραφή των διδακτικών βιβλίων. Οι προκηρύξεις ορίζουν την ποσότητα και την οικονομία της ύλης και συντάσσονται από κριτικές επιτροπές τις οποίες ορίζει ο υπουργός. Η υποβολή και κρίση των διδακτικών βιβλίων γίνεται ανά διετία και η έγκριση ισχύει επί μία τετραετία. Τα εγχειρίδια που εισάγονται στα σχολεία επιλέγονται βάσει του καταλόγου των εγκεκριμένων βιβλίων, που συντάσσει το Υπουργείο Παιδείας και καταργούνται οι διατάξεις για την αγορά διδακτικών βιβλίων και βοηθημάτων για τις σχολικές βιβλιοθήκες. Επαναφέρει δηλαδή τη συγκεντρωτική πολιτική και αυξάνει τον έλεγχο του υπουργού παιδείας στη διαδικασία συγγραφής και έγκρισης των εγχειριδίων.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Ο νόμος 5911 ίσχυσε ως τη δημοσίευση του αναγκαστικού νόμου 952 του 1937, με τον οποίο ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ), που υπάγεται στην εποπτεία του υπουργού παιδείας και έχει σκοπό την έγκριση και διάθεση βιβλίων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τα αναγνωστικά του δημοτικού μέχρι και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το Υπουργείο Παιδείας μετά από πρόταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως δημοσιεύει προκήρυξη για τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων, στην οποία ορίζεται το είδος του βιβλίου, η τάξη για την οποία προορίζεται, η ποσότητα και η οικονομία της ύλης, η προθεσμία της υποβολής προς κρίση και το βραβείο που θα απονεμηθεί για κάθε είδος βιβλίου. Τα εγκεκριμένα βιβλία περιέρχονται στην κυριότητα του κράτους, ενώ από το σχολικό έτος 1938-1939 δεν επιτρέπεται η χρήση διδακτικών βιβλίων, που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το νέο νόμο.

Μετά από έναν αιώνα συγκρούσεων και εναλλαγής του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού ο αναγκαστικός νόμος 952 αποτελεί μια ακραία προσπάθεια ιδεολογικού ελέγχου της εκπαίδευσης από το κράτος. Εκφράζει τη διάθεση της κυβέρνησης Μεταξά να ελέγξει απόλυτα το περιεχόμενο των βιβλίων που φτάνουν στα χέρια των μαθητών και να τα προσαρμόσει στις δικές της αντιλήψεις περί αγωγής. Πολιτική του Οργανισμού ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων. Την προηγούμενη εικοσαετία υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας εγχειρίδια. Από δω και πέρα θα υπήρχε ένα σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία, πολιτική που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Το κράτος διασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο του σχολικού βιβλίου και ακύρωνε το κατοχυρωμένο από το 1917 δικαίωμα των εκπαιδευτικών να επιλέγουν το ανθολόγιο που θα χρησιμοποιήσουν, επαναφέροντας το ένα και μόνο «υποχρεωτικό βιβλίο».

 

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

 

Τα πρώτα «Αναγνώσματα» που εκδόθηκαν από τον ΟΕΣΒ (1938-1939) χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1950. Το 1954 ο Οργανισμός θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και θα συνεχίσει τη λειτουργία του μέχρι το 2012, οπότε καταργήθηκε μαζί με πολλούς άλλους δημόσιους φορείς. Μετά την κατάργηση του Οργανισμού το συντονισμό της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», που λειτουργεί με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Υπολογίζεται ότι ο ΟΕΔΒ εκτύπωσε περίπου 3 δισεκατομμύρια αντίτυπα σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και έγινε ένα από τα πλέον γνώριμα λογότυπα σε όσους παρακολούθησαν μαθήματα στα ελληνικά σχολεία από το 1937. Το 1954 εκδίδονται νέα αναγνωστικά, τα μακροβιότερα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1964.

 

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1964 με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας το Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και Γενικό Γραμματέα τον Ε.Π. Παπανούτσο, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 4379 «Περί Oργανώσεως και Διοικήσεως της Γενικής Στοιχειώδους και Mέσης Eκπαιδεύσεως», που έμεινε στην ιστορία ως «νόμος της Μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου». Η μεταρρύθμιση αυτή κατοχύρωσε τη «δωρεάν Παιδεία», μείωσε το σχολαστικισμό και την τυπολατρία με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και νέα μαθήματα και βιβλία, όπως η Κοινωνιολογία και τα Στοιχεία της Οικονομικής Επιστήμης, τη διδασκαλία αρχαίων Ελληνικών κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο και την ενίσχυση μαθηματικών και φυσικών. Επίσης καταργήθηκαν οι εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η Παιδεία έγινε εννεαετής υποχρεωτική, η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση χωρίστηκε σε Γυμνάσιο – Λύκειο, ίσχυσε το σύστημα του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς όμως να καταργηθούν οι εισαγωγικές εξετάσεις, και καθιερώθηκαν οι τεχνικό-επαγγελματικές σχολές με στόχο τη δημιουργία εργατικού δυναμικού άξιου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής. Οι βελτιώσεις και αλλαγές της μεταρρύθμισης αυτής ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή με κύριο στόχο τη μόρφωση των παιδιών όλων των κοινωνικών τάξεων και την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

 

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου. Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.
Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.

 

 

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων. Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων.
Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η δικτατορία του 1967-1974 θα ακυρώσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 και θα πάρει πολλά αντί-μεταρρυθμιστικά μέτρα, που καταργούσαν εκπαιδευτικές αλλαγές δρομολογημένες από το 1964. Η χούντα των συνταγματαρχών ταυτίστηκε με τη λέξη «λογοκρισία». Απαγόρευσε πολλά βιβλία και συνέταξε μαύρες λίστες συγγραφέων. «Επικίνδυνα» για το καθεστώς βιβλιοπωλεία υποχρεώθηκαν να κλείσουν. Όσα βιβλία ελέγχονταν και λογοκρίνονταν, έφεραν και την αντίστοιχη σφραγίδα «Έχει λογοκριθεί», που πρακτικά μεταφραζόταν σε «εγκρίνεται με όποιες αλλαγές θεωρήσει αναγκαίες ο λογοκριτής».

Μεταξύ των βιβλίων που απαγορεύτηκαν εκείνη την περίοδο ήταν η «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ υπήρξε ρητή διαταγή να μη διδαχθεί ο «Επιτάφιος» του Περικλή στα σχολεία, για να μην τον εκλάβουν οι μαθητές ως έμμεση αποδοκιμασία των μηχανισμών του κράτους. Το σχολικό βιβλίο κακοποιήθηκε. Έγιναν προσθαφαιρέσεις σε βιβλία ιστορίας, καταργήθηκε το μάθημα και το βιβλίο της Αγωγής του Πολίτη κ.ά. Με τον αναγκαστικό νόμο 129/1967 αποσύρονται και αχρηστεύονται όλα τα βιβλία, που είχαν τυπωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Ο Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι (…), «συνεστήθησαν επιτροπαί και θα αποφανθώμεν εάν τα βιβλία που εξετυπώθηκαν το 1964 προς χρήσιν των μαθητών θα χρησιμοποιηθούν ή θα αποσταλούν προς πολτοποίησιν». Η κακοποίηση του σχολικού βιβλίου αλλάζει μορφή, από την καύση περνάει στην πολτοποίηση. Ξανατυπώνονται και κυκλοφορούν τα βιβλία, που είχαν εκδοθεί πριν από το 1963, με αποτέλεσμα τα παιδιά να πέσουν σε φοβερή γλωσσική σύγχυση και αμηχανία. Σ’ όλη τη διδακτέα ύλη διαχέονται οι εθνικοί σκοποί και οι εθνικιστικές ιδέες, γεγονός που μετατρέπει όλο το αναλυτικό πρόγραμμα σ’ ένα πρόγραμμα «πατριδογνωσίας».

Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν μέχρι το 1974 προετοίμασαν το έδαφος για τις επόμενες. Το Σύνταγμα του 1975 ενσωματώνει σημαντικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, ελευθερία έρευνας, δημοτική γλώσσα κ.λπ. Στην τριετία 1976-1978 θα επιχειρηθεί η πιο συγκροτημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της συντηρητικής παράταξης τον 20ο αιώνα με τους Ν. 309/76, 576/77 και 815/78. Ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει και τυπικά το γλωσσικό ζήτημα με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας, που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία. Στα  θετικά  της  μεταρρύθμισης  του  1976  περιλαμβάνονται  η  εννιάχρονη  υποχρεωτική  εκπαίδευση,  η  εισαγωγή  της  διδασκαλίας  μεταφρασμένων  κειμένων  της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η καθιέρωση μαθημάτων επιλογής.

Την  περίοδο  1981‐1985 καθιερώνεται  το μονοτονικό σύστημα  (Π.Δ. 297/1982),   συντάσσονται  νέα  αναλυτικά  προγράμματα  πρωτοβάθμιας  και  δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  και  γράφονται  νέα βιβλία για το δάσκαλο και το μαθητή. Το 1982 το αλφαβητάρι αντικαταστάθηκε από το πρώτο τεύχος της σειράς «Η Γλώσσα μου» και τυπώνεται για πρώτη φορά Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας για τους μαθητές, μια επιτομή της Γραμματικής του Μ. Τριανταφυλλίδη.  Ανάμεσα στα νέα βιβλία που εκδόθηκαν για τα σχολεία ήταν τα νέα βιβλία ιστορίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και τα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», που αντικατέστησαν τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» και περιείχαν αποσπάσματα από σύγχρονους νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους. Το 2003  προκηρύσσονται  και  συγγράφονται νέα  βιβλία (βιβλίο  μαθητή,  τετράδιο  εργασιών,  βιβλίο  εκπαιδευτικού)  για  το  Νηπιαγωγείο,  το Δημοτικό  και το Γυμνάσιο, τα οποία διανεμήθηκαν στα σχολεία και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα.

 

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

 

Το σχολικό βιβλίο είναι ένα από τα µέσα διδασκαλίας, το κυριότερο ίσως, και υλοποιεί το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας. Τα σχολικά εγχειρίδια περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά κυρίως, εκφράζουν µε τρόπο έµµεσο αλλά ισχυρό τον ιδεολογικό προσανατολισµό, που είναι επιθυμητός για τους µαθητές και τις μαθήτριες, διαπλάθουν το χαρακτήρα τους και ενδεχομένως δημιουργούν µια ιδεατή πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα, που αντιλαμβάνεται και βιώνει κάθε μαθητής στην καθημερινή του ζωή. Το σχολικό βιβλίο όμως πρέπει να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα των µαθητών και να τα διευρύνει. Τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία δεν μπορούν να επιλυθούν µε τη συγγραφή ενός «καλού» σχολικού βιβλίου. Αντίθετα, μπορούν να θεραπευτούν µε τη συγγραφή πολλών εναλλακτικών σχολικών βιβλίων και εκπαιδευτικών υλικών, που θα προσφέρουν ποικίλη ύλη και θα δίνεται τη δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να επιλέξουν.

Οι νόμοι περί διδακτικών βιβλίων, όπως είδαμε, αλλάζουν σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει κυβερνητική αλλαγή με διατάξεις, που αποκαλύπτουν πολύ συχνά πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Η ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) από τη Μεταξική δικτατορία αποτέλεσε την αφετηρία, για να συγκροτούνται επιτροπές «κρατικών δήμιων» του σχολικού βιβλίου. Ο ρόλος που αποδίδεται στα εγχειρίδια και η ιδεολογική τους λειτουργία οδηγεί τις εκάστοτε κυβερνήσεις να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για τον τρόπο συγγραφής, έγκρισης και εισαγωγής τους στα σχολεία. Κάθε φορά που το περιεχόμενό τους εκσυγχρονίζεται ή γίνεται πιο φιλελεύθερο και προοδευτικό, οι συντηρητικές δυνάμεις το υποβάλλουν σε μαρτύρια και βασανιστήρια, γιατί θέλουν το βιβλίο υποταγμένο στην κυρίαρχη ιδεολογία και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων. Το σχολικό βιβλίο είναι το τελικό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής, που απεικονίζεται στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα. Το περιεχόμενό του δεν απεικονίζει αναγκαστικά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να τη διαμορφώσει, μέσα από τους νέους πολίτες που διαπλάθει. Αυτή η διαχρονική «Διάπλασις των παίδων» αποτελεί εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας, που επιθυμεί να αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας και να εδραιώσει το δικό της μοντέλο διακυβέρνησης. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου μάλιστα φρόντιζε να φαίνονται και τα σύμβολά της σε όλα τα σχολικά βιβλία. Αλλά τα φανερά σύμβολα είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματικά από τα ιδεολογήματα, που, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο φανερά, είναι ενσωματωμένα στα σχολικά βιβλία. Έτσι το βιβλίο γίνεται όργανο ενός κυρίαρχου ιδεολογήματος και μέσο «μετακένωσης» της κυρίαρχης ιδεολογίας με ευρύτατο δίκτυο διανομής.

 

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

 

Το σχολείο σήμερα μοιάζει συχνά με χώρο καταναγκαστικού έργου, όπου λείπει η χαρά της μάθησης, της έρευνας, της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Ο δάσκαλος περιορίζεται στο ρόλο του απλού διεκπεραιωτή εκπαιδευτικών εντολών και κατευθύνσεων και τρέχει να καλύψει την ύλη του ενός και μοναδικού βιβλίου, που σε πολλές περιπτώσεις δεν το θεωρεί ικανοποιητικό. Δεν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό, μέσα και νέες τεχνολογίες, δεν έχει επαρκή παιδαγωγική και επιστημονική καθοδήγηση και επιμόρφωση και βιώνει ένα επαγγελματικό περιβάλλον γεμάτο άγχος και αίσθημα απαξίωσης. Στη σημερινή εποχή, που τα σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα ευαγγελίζονται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του εκπαιδευτικού μέσα από πολλές και εναλλακτικές μεθόδους, τα βιβλία, ως εκφραστές ενός αυστηρά καθορισμένου αναλυτικού προγράμματος λειτουργούν περιοριστικά στην ελευθερία αυτή.

 

Τι κάνουν με τα βιβλία οι μαθητές στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς;

 

Το υπερφορτωμένο πρόγραμμα και το εξαντλητικό ωράριο περιορίζουν το δημιουργικό και ελεύθερο χρόνο του μαθητή. Η τυπική διαδικασία «διδασκαλίας» και μελέτης του βιβλίου είναι η μηχανική απομνημόνευση και παθητική αποστήθιση, αποκομμένη από οποιαδήποτε άλλη αναλυτική και συνθετική δεξιότητα. Απουσιάζει η κριτική παρέμβαση και η διερευνητική στάση. Αν ξεφυλλίσουμε ένα σχολικό βιβλίο μαθητή στο τέλος της σχολικής χρονιάς, δε θα βρούμε κανένα κριτικό σχόλιο στα περιθώρια. Μόνο υπογραμμίσεις με «φωσφορίζοντα» μαρκαδόρο της «σημαντικής» γνώσης, ημερομηνίες των μαθημάτων, «αξιοποίηση καλλιτεχνικών» δεξιοτήτων των μαθητών στην εικονογράφηση ή στα περιθώριά του, s.o.s.., sosara, sosaci, σταυρούς (+), διαγραφές σελίδων ή παραγράφων και πολλές φορές εντελώς σκισμένες τις «εκτός ύλης» σελίδες. Και στο τέλος της σχολικής χρονιάς οι μαθητές ρίχνουν τα βιβλία στην πυρά!

Τα σχολικά βιβλία κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς χρησιμοποιούνται χωρίς πολλές δυνατότητες ή προϋποθέσεις κριτικής παρέμβασης, για να παραδοθούν από τους μαθητές αβασάνιστα στις «φλόγες της κάθαρσης». Γιατί οι μαθητές καίνε τα βιβλία στο τέλος της σχολικής χρονιάς; Είναι «έθιμο», εκδίκηση, αγανάκτηση, τα καίνε για πλάκα, από συνήθεια, είναι «άγραφος νόμος» ή μήπως τα έχουν «κάψει» νωρίτερα στη συνείδησή τους και η «κάθαρση στις φλόγες» είναι απλώς μια αντιαισθητική τελετουργική επισφράγιση; Ποιοι μαθητές καίνε τα βιβλία; Ποια βιβλία καίνε; Σε ποια σχολεία; Τι μπορούν να τα κάνουν, αν δεν τα κάψουν; Να τα ξαναδιαβάσουν; Να τα επιστρέψουν στο Υπουργείο μια και το κόστος είναι τεράστιο; Τι; Πολύπλοκο το ζήτημα, πολλά τα ερωτήματα.

Τις απαντήσεις, που δε δόθηκαν σε αυτά και παρόμοια ερωτήματα, φαίνεται ότι θα δώσει η τεχνολογία της εποχής μας. Σε παλαιότερες εποχές, που η μέθοδος της διάλεξης ήταν η πιο συνηθισμένη, τα βιβλία ήταν κατάλληλα να ανταποκριθούν στο ρόλο της άκριτης μάθησης. Πριν από εβδομήντα χρόνια το σχολικό βιβλίο ήταν στα χέρια του παιδιού κάτι πρωτόγνωρο, καθώς ελάχιστα ήταν τα βιβλία και οι πηγές γνώσης, που μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Τώρα το τάμπλετ και το έξυπνο κινητό με τις τεχνικές τους δυνατότητες δεν κάνουν το βιβλίο τόσο ελκυστικό στα μάτια των παιδιών. Έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή, που το σχολικό βιβλίο αποτελούσε τη μοναδική πηγή πληροφόρησης των μαθητών. Η γενίκευση της χρήσης της τεχνολογίας και η χρήση του διαδικτύου αλλάζουν δραστικά το ρόλο του βιβλίου ως μοναδικής πηγής πληροφόρησης. Σήμερα, άλλωστε, τα σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ηλεκτρονική μορφή, σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλουτισμένα και με επιπλέον ηλεκτρονικό υλικό, ενώ δεν είναι μακριά η εποχή που το βιβλίο θα συνοδεύεται ή θα είναι το ίδιο ένα πολυμέσο, όπου λόγος, εικόνα, ήχος, σύνδεσμοι προς εξωτερικές πηγές και διαδραστικές εφαρμογές θα εμπλουτίζουν το ρόλο του ως μαθησιακού εργαλείου. Σήμερα το κείμενο του βιβλίου οφείλει να είναι αφετηρία για τη γνώση και όχι η ίδια η γνώση για το μαθητή. Το βιβλίο οφείλει να απελευθερώνει τη σκέψη, και όχι να την περιορίζει.

Είναι ίσως καιρός να δυναμώσει η συζήτηση για την κατάργηση του μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου και ο εκπαιδευτικός να έχει μεγαλύτερη ευελιξία να προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της συγκεκριμένης τάξης. Το μοντέλο του αυστηρού κεντρικού ελέγχου των βιβλίων έχει δημιουργήσει ένα σύστημα «οργανωμένο» γύρω από το ίδιο το σχολικό βιβλίο, ένα σύστημα άγονο, καθώς τα σχολικά βοηθήματα που κυκλοφορούν είναι προσανατολισμένα στο ένα και μοναδικό βιβλίο. Μια τεράστια βιομηχανία έχει στηθεί με βάση το ένα και μοναδικό βιβλίο, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για εναλλακτικές προτάσεις στο ίδιο διδακτικό αντικείμενο. Η γνώση δεν έχει σύνορα και μπορεί να μεταδοθεί με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία είναι, άλλωστε, εργαλεία για τη γνώση. Το ποια μορφή θα έχουν τα βιβλία λίγη σημασία έχει. Αν θα μοιάζουν με εκείνα τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία, που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια, ή αν θα τα ξεφυλλίζουμε σε μια ηλεκτρονική συσκευή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το βιβλίο με οποιαδήποτε μορφή πρέπει να είναι απλά το κλειδί για μια πόρτα στη γνώση. Αν πράγματι επιθυμούμε το σχολείο να είναι παράγοντας αλλαγής της κοινωνίας, ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερη αναγκαιότητα να αποδεσμευτούμε πλέον από το ένα και μοναδικό διδακτικό βιβλίο και να δώσουμε περισσότερη ελευθερία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μόνο έτσι οι εκπαιδευτικοί, που επηρεάζουν και καθορίζουν τη ζωή των μαθητών τους, θα γίνουν πρότυπα μάθησης, παράδειγμα προς μίμηση, φορείς πολιτισμού και θετικών κοινωνικών σχέσεων.

Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με φόβο, ανησυχία και αντίδραση ότι νέο έκανε την εμφάνισή του. Από το έντυπο εγχειρίδιο περάσαμε στο διαδίκτυο και την οθόνη του υπολογιστή. Η ανάπτυξη των ΤΠΕ και η ευρεία διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και συσκευών μικροηλεκτρονικής (tablets, smartphones κ.τ.λ.) δίνουν την ευκαιρία στο ηλεκτρονικό βιβλίο να διεκδικεί μία σημαντική πλέον θέση στη ζωή μας. Η πρόσβαση του μαθητή και του εκπαιδευτικού σε πολλαπλές πηγές μάθησης μπορούν να καταστήσουν το ηλεκτρονικό βιβλίο ποιοτικό εργαλείο για την άντληση πληροφοριών, την κατάκτηση και τη σύνθεση της νέας γνώσης. Σε πρώτη φάση το «ηλεκτρονικό βιβλίο» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτικά και παράλληλα με το παραδοσιακό έντυπο βιβλίο τόσο στη σχολική τάξη όσο και στο σπίτι και να δώσει μεγαλύτερη αξία στο παραδοσιακό βιβλίο ενσωματώνοντας διαδραστικά πολυμέσα.

Ανάμεσα στα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί για τη χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου έως σήμερα αναφέρονται η βελτίωση της επίδοσης και η τόνωση του ενδιαφέροντος των μαθητών για συμμετοχή σε ομαδικές δράσεις με διαδραστική λειτουργία. Συγκριτικό πλεονέκτημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο συνιστά επίσης η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά του σε ποικίλες μαθησιακές ανάγκες, καθώς κάθε μαθητής έχει πρόσβαση σε αυτό ανεξάρτητα από το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον, από τις εμπειρίες του, τα ενδιαφέροντά του, τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες του. Ειδικότερα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες η δυνατότητα ακρόασης κειμένου θα επιδράσει θετικά στην κατάκτηση της γνώσης. Το παραδοσιακό βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε δυσλεξικούς μαθητές και σε μαθητές με προβλήματα όρασης, ενώ το ηλεκτρονικό βιβλίο καθιστά την πληροφορία ευκολότερα προσβάσιμη στους μαθητές με αναπηρίες.  Είναι απαραίτητο σήμερα να εκμεταλλευτούμε κάθε τρόπο και να αξιοποιούμε κάθε μέσον, για να προάγουμε την κριτική και δημιουργική σκέψη και να ενισχύουμε τις κοινωνικές και πολιτισμικές δεξιότητες, που θα καταστήσουν τους μαθητές ενεργούς πολίτες στην κοινωνία της διά βίου μάθησης.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βεντούρα Λίνα, Η νομοθεσία περί διδακτικών βιβλίων. Μία εστία συγκρούσεων Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού και αντιμεταρρυθμιστών (1907-1937), Μνήμων 14, 1992.
  • Γληνός Δ., Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925.
  • Δημαρά, Α., Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α και Β, Α’ ανατύπωση, Εκδο­τική Ερμής, Αθήνα (1983).
  • Flaceliere Robert, «Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων». Παπαδήμας 1985.
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Ένα Ταξίδι στην Ιστορία: Τρεις Αιώνες Σχολικά Βιβλία, www. ekedisy.gr
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Μια Σύντομη Ιστορία των Σχολικών μας Βιβλίων, www. ekedisy.gr
  • Κάτσικας Χρ. – Θεριανός Κων., Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, Σαββάλας, 2004.
  • Marrou Henri, «Ιστορία της εκπαίδευσης κατά την αρχαιότητα», εκδ. Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009.
  • Μπουζάκη Σήφη, Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (1974 – 2000) σε Ευρωπαϊκό Πλαίσιο. Συγκλίσεις, Αποκλίσεις, προοπτικές, Gutenberg, 2002.
  • Ράνσιμαν Στήβεν, Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Ερμείας, 1978.
  • Τζουμελέας Σ.Γ. – Παναγόπουλος Π.Δ., Η εκπαίδευση μας στα τελευταία εκατό χρόνια. Αθήνα 1933.
  • Τσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922). Εκδ. θεμέλιο, Αθήνα.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »