Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαίδευση’

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης. Δρ. Βασιλική Σακκά στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά  διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Ο Εθνικός Διχασμός, ο οποίος καταγράφεται ως ο πρώτος ελληνικός εμφύλιος του 20ου αιώνα, χάραξε ένα βαθύ τραύμα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και καθόρισε ως ένα βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις για τις επόμενες δεκαετίες. Παράλληλα, το τραύμα αυτό καθώς και οι μακροχρόνιες συνέπειές του, δεν αφήνουν να εκτιμηθεί η θέση της Ελλάδας με την πλευρά των νικητών στο τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Το πώς προσέγγισε το θέμα αυτό η σχολική εκπαίδευση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, Γ’ Γυμνασίου. Βασ. Β. Σφυρόερας. Ο.Ε.Δ.Β., 1991.

Το 1994 ο Φίλιππος Ηλιού σημείωνε: «Οι εθνικές ιστορίες, οι επίσημες ιστορίες που διδάσκονται στα σχολεία και γαλουχούν τις συνεχόμενες γενεές, είναι φτιαγμένες με αποσιωπήσεις και αμνησίες, όσες χρειάζονται, κάθε φορά, για να διαμορφωθεί στις συλλογικές συνειδήσεις μια αίσθηση αρμονίας, συνοχής και μεσότητας που υποτίθεται ότι χαρακτήριζε το ιστορικό παρελθόν».

Δεν συνιστά υπερβολή η διαπίστωση ότι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την ιστορική μας εκπαίδευση ακόμη και σήμερα. Με βασικά στοιχεία παθογένειας τις στερεοτυπικές προσεγγίσεις, τον εθνοκεντρισμό και την αδυναμία σύλληψης της «μεγάλης εικόνας», την απουσία ενσυναίσθησης και πολυπρισματικών προσεγγίσεων, την εσωστρέφεια και την απουσία ολιστικής σύλληψης των θεμάτων, με εμμονή στη στρατιωτική, πολιτική και γεγονοτολογική ιστορία η αντίστοιχη εκπαίδευση στην Ελλάδα ψάχνει ακόμη το βηματισμό της προς τον 21ο αιώνα.

Τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, αναφέρονται στον Εθνικό Διχασμό. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν να παρουσιάσουν τα γεγονότα της περιόδου είναι αποκαλυπτικός του τρόπου σκέψης της εποχής, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη της Ιστορίας και τις ευρύτερες πολιτισμικές καταστάσεις μέσα στις οποίες αυτή η επιστήμη – έστω στην εκλαϊκευμένη, αλλά ενδεικτική μορφή της σχολικής ιστορίας – εξασκείται. Τα άτομα, οι ομάδες και τα έθνη έχουν κατά τον P. Seixas ανάγκες προσανατολισμού στο χρόνο, ανάγκες οι οποίες επιβάλλουν και τις ανάλογες προσεγγίσεις και ερμηνείες για τους ιστορικούς.

Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη επισκόπηση και ανάλυση των εγχειριδίων αυτών χρησιμοποιώντας τα αναλυτικά εργαλεία του Jorn Rusen, δηλαδή την τυπολογία της ιστορικής συνείδησης μέσα από τα αντίστοιχα μοντέλα ιστορικής εκπαίδευσης: το παραδοσιακό, το παραδειγματικό, το κριτικό και το γενετικό.

 

Αν. Λαζάρου. Ιστορία των νεωτάτων χρόνων. Από τη Συνθήκη της Βιέννης (1815) μέχρι των ημερών μας. Σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας ΣΤ΄ Γυμνασίου που καλύπτει την περίοδο από τη Συνθήκη της Βιέννης και την εδραίωση των εθνικών κρατών μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Αναφέρεται και στα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τις τέχνες και τα γράμματα. [1959, 9η Έκδοση].

 

Τα εγχειρίδια στα οποία αναφερόμαστε και αφορούν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι τα εξής:

  1. Θεοδωρίδη, Χ. & Λαζάρου, Α. (1939), Iστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, (αναθεωρηθείσα έκδοση το 1970 και ανατυπώσεις το 1975, 1977).
  2. Λαζάρου, Α.(1953), Ιστορία Νεωτάτων Χρόνων.
  3. Λαζάρου, Α. (1962 και 1968), Ιστορία Νεωτάτων Χρόνων.
  4. Ματαράση, Α. & Παπασταματίου, Σ. (1966), Ιστορία των Νεωτέρων και Νεωτάτων Χρόνων, (1969 – Γ΄ & ΣΤ΄ Γυμνασίου, 1971, 1974 – Γ΄ Γυμνασίου).
  5. Δαφνή, Γρ. (1969), Συνοπτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, Γ΄ Γυμνασίου.
  6. Καλλικούρδη, Γ. (1978), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Γ΄ Γυμνασίου (ανατύπωση1982).
  7. Κρεμμυδά, Β. (1983), Ιστορία Νεότερη-Σύγχρονη Ιστορία, Γ΄ Γυμνασίου.
  8. Σφυρόερα, Ν. (1991), Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, Γ΄Γυμνασίου.
  9. Σκουλάτου, Δημακόπουλου & Κόνδη, (1985), Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, Γ΄ Λυκείου.
  10. Μαργαρίτη, Γ., Αζέλη, Α., Ανδριώτη, Ν., Δετοράκη, Θ. & Φωτιάδη, Κ. (1999), Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Γ΄ Λυκείου (Θεωρητική Κατεύθυνση).
  11. Κατσουλάκος, Θ., Κυρκίνη, Α., Μπαφούνης, Γ. & Σμπιλίρης, Γ. (2001), Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, Β΄ΕΠΑΛ.
  12. Κόκκινου, Γ., Αλεξάκη, Ε., Βατούγιου Σ., Γατσωτή, Π., Κάββουρα, Θ. Κοντογιώργη, Έ., Κώστογλου, Α. Ο., Μαρκέτου, Σ., Παπαθεοδώρου, Γ., Προύσαλη, Ε., Ράπτη, Κ. & Συριάτου, Α. (2002), Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου, Γ΄Λυκείου.
  13. Λούβη, Λ. & Ξιφαρά, Δ. (2006), Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία.
  14. Κολλιόπουλος, Ι., Σβολόπουλος, Κ., Χατζηβασιλείου, Ε., Νημάς, Θ., Σκολινάκη, Χ. & Χελιώτη (2008), Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου, Γ΄Λυκείου.

Τα σχολικά εγχειρίδια – βιβλία αντικατοπτρίζουν, εύλογα, το πνεύμα της εποχής κατά την οποία εκδόθηκαν. Εντυπωσιακό στοιχείο αποτελούν οι πολλές ανατυπώσεις κάποιων εγχειριδίων τα οποία διδάσκονταν στα σχολεία για δεκαετίες (π.χ. τα εγχειρίδια του Α. Λαζάρου).

Με βάση την τυπολογία του J. Rusen τα σχολικά εγχειρίδια κατατάσσονται στην πλειονότητά τους στον παραδοσιακό και παραδειγματικό τύπο ιστορικής συνείδησης, με εξαίρεση κάποια στοιχεία κριτικού τύπου, τα οποία εντοπίζονται στο αποσυρθέν βιβλίο της ομάδας του Γ. Κόκκινου για τη Γ΄Λυκείου και στο εν χρήσει εγχειρίδιο των Λούβη – Ξιφαρά για τη Γ΄τάξη Γυμνασίου. Θα εξετάσουμε τα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οριοθετώντας τις δυο κατηγορίες ως ακολούθως: από το 1939 έως και την περίοδο της χούντας και από την περίοδο της μεταπολίτευσης έως τις μέρες μας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά…

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας. Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα:  «Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή. Η περίπτωση της Ελλάδας». Αφορμή του παρόντος πονήματος είναι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και η επακόλουθη πολυπολιτισμικότητα στη σύγχρονη κοινωνία, καθώς και οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή.

 

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας

 Εισαγωγή – O πλουραλισμός και το φαινόμενο της  πολυπολιτισμικότητας – Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα – Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου – Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα – Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη – Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα – Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής – Το ζητούμενο από την Ορθοδοξία Εκκλησία της Ελλάδας – Επίλογος – Βιβλιογραφία

  

  1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για την παγκοσμιοποίηση, με ποικίλες σημασιολογικές φορτίσεις, κυρίως οικονομικές αλλά και πολιτιστικές. Πολλοί την εκλαμβάνουν ως πρόοδο, ανάπτυξη και εξέλιξη. Άλλοι ως αναμφισβήτητη απειλή. Ανεξάρτητα πάντως από την ευφορία ή την ανησυχία με την οποία αντιμετωπίζεται το φαινόμενο, η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη και καμία δύναμη δε φαίνεται ότι μπορεί να την αναστείλει. Όλοι είμαστε εκούσια ή ακούσια σε φάση συνεχών μεταβολών. Ανοίγονται για την ανθρωπότητα υπέροχες δυνατότητες και απροσδόκητες προοπτικές. Αλλά επιφέρονται και αλυσιδωτές αναταραχές, αναθεωρήσεις και ανακατατάξεις. Τελικά το να είμαστε ουδέτεροι, αρνητικοί ή άκαμπτοι αποτελεί σημάδι κοινωνικής στέρησης και υποβάθμισης. Είμαστε άραγε έτοιμοι να υιοθετήσουμε μια συνειδητή και ενεργητική στάση στις σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις;

Επακόλουθο της παγκοσμιοποίησης είναι και η πολυπολιτισμικότητα που θα ερευνηθεί στη συγκεκριμένη εργασία. Άποψη μου είναι πως η οικουμενικότητα δεν είναι κάτι ξένο και επίφοβο καθώς είναι μέσα στο αίμα των Ορθοδόξων, το οποίο συνεχώς καθαίρεται από το αίμα του Χριστού, ως Λυτρωτή των ανθρώπων. Στη θέση μιας παγκοσμιοποιήσεως που μετατρέπει λαούς και ανθρώπους σε πολτό και τους χρησιμοποιεί για οικονομικούς κυρίως σκοπούς, πιστεύω πως η Ορθόδοξη Χριστιανική αγωγή και το ορθόδοξο βίωμα αποτελεί ένα όραμα που μας καλεί να ενταχθούμε όλοι μαζί σε μια κοινωνία αγάπης ανεξαρτήτου χρώματος, φυλής, μορφωτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Είναι λοιπόν μια πρόκληση για την Ορθοδοξία να μπορέσει να διαχειριστεί και να ανταπεξέλθει επαρκώς στις ραγδαίες εξελίξεις της σύγχρονης εποχής αλλά και των επόμενων αιώνων και να βρίσκεται στο κέντρο των κοινωνικών ζυμώσεων, στην πρωτοπορία της προόδου. Άλλωστε και τα πρωτοχριστιανικά χρόνια βρέθηκε σε ανάλογες συνθήκες και κατάφερε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να εδραιωθεί, να στηρίξει το νεοσύστατο ποίμνιο και να λειτουργήσει υπερεθνικά, ανακαινιστικά και απελευθερωτικά. Τελικά διαπιστώνουμε πως κάθε εποχή έχει προκλήσεις που μας ωθούν σε αλλαγή, εξέλιξη και ανάπτυξη. 

 

  1. Ο πλουραλισμός και το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας

 

Η υιοθέτηση του πλουραλισμού βρίσκεται στην καρδιά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και εκφράζεται σε πολλαπλά επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και, τελικά πολιτικό. «Ο κοινωνικός πλουραλισμός συνεπάγεται την αποδοχή των ομάδων, οι οποίες θεωρούνται ως ο φυσιολογικός ή ο επιθυμητός τρόπος οργάνωσης των ατόμων. Η μορφή, όμως, αυτού του πλουραλιστικού ιδεώδους δεν είναι αυτονόητη. Στο πεδίο αυτό αντιπαρατίθενται φιλόσοφοι, όπως ο Montesquieu ή ο Rousseau, και τα συστήματα, όπως αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Γαλλίας… Σήμερα όμως παντού οι ομάδες αναγνωρίζονται και θεωρούνται ως ένα φυσικό μέσο δημοκρατικής έκφρασης» [1]. Κατανοούμε λοιπόν ότι δημιουργείται μια νέα τάξη πραγμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. «Τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας… με μια έννοια του συρμού, όπως είναι σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Το βαθύτερο νόημα που μεταφέρει η ιδέα της παγκοσμιοποίησης είναι αυτή του απροσδιόριστου, ανυπότακτου, και αυτοπροωθούμενου χαρακτήρα των παγκόσμιων υποθέσεων· είναι η απουσία ενός ¨ομφαλού¨» [2].

Ο όρος «πολυπολιτισμικότητα»  (multiculturalism) αποτελεί σαφώς δάνειο από την αγγλική γλώσσα με ιδιαίτερη προφορική εκφορά. Όμως πραγματικά γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει;  To πιο πιθανό είναι να λάβουμε πληθώρα απαντήσεων και ερμηνειών ανάλογα με το ποιόν θα ρωτήσουμε.  Η πιο απλουστευμένη θεώρηση θα ήταν να υποστηρίξουμε πως πολυπολιτισμικότητα σημαίνει επιλογή ανάμεσα σε μια ποικιλία πολιτιστικών ταυτοτήτων και αγαθών. Επίσης «αφορά τη συμβίωση και τη συνύπαρξη κοινοτήτων με διαφορετικούς πολιτισμούς και πολιτισμικές παραδόσεις. Αναφέρεται τόσο στη γεωγραφική συμβίωση σε αστικοποιημένες περιοχές, όπως είναι τα γκέτο, οι μαχαλάδες, οι κοσμοπολίτικες πόλεις, όσο και στη συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών κοινοτήτων στα πλαίσια μεγάλων κρατών, αυτοκρατοριών και συνομοσπονδιών» [3]. Σκοπός της θα μπορούσε να είναι ανάδειξη και η προστασία του εθνικού-πολιτισμικού υπόβαθρου της κάθε κοινότητας.

Είναι δεδομένο πως αποτελεί κυρίαρχο φαινόμενο της εποχής μας. Όλες οι κοινωνίες παγκοσμίως αναζητούν τρόπους για να εξασφαλίσουν την αρμονική συμβίωση διαφορετικών ταυτοτήτων και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Όσο μελετά κανείς διάφορες διαστάσεις της πολυπολιτισμικότητας, αλλά και της θρησκευτικής ελευθερίας, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι ανοίγονται μπροστά του νέες διαστάσεις τους, που ταυτόχρονα τον οδηγούν σε μια διαφορετική θεώρηση πολλών ζητημάτων. Ιδίως γίνεται κατανοητό ότι βασικές αρχές που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του μοντέρνου κόσμου, όπως η ανεκτικότητα, ο σεβασμός του άλλου, η ελεύθερη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας αποκτούν όλο και περισσότερο ιδιαίτερη αξία. Αναδεικνύονται σε αρχές που είναι αναγκαίες για την ομαλή και ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων, οι οποίοι εκφράζονται μέσα από έναν πολιτιστικό πλουραλισμό, επικοινωνούν μεταξύ τους λόγω των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων και δεν ζουν πια σε κλειστές οριοθετημένες ομάδες. Αξιοσημείωτο είναι σε αυτό το σημείο το σχόλιο του Steven C. Rockefeller που αναφέρει πως: « Όλοι οι πολιτισμοί έχουν τη δική τους θέση σε μια γενικότερη τάξη πραγμάτων, και ο καθένας ξεχωριστά είναι φορέας εγγενούς αξίας η οποία είναι ανεξάρτητη από την όποια αξία μπορεί να έχουν οι παραδόσεις του για τους άλλους πολιτισμούς» [4]. Την κοινωνική αυτή πραγματικότητα της πολιτισμικής ποικιλότητας της εποχής μας περιγράφουν τέσσερις όροι με παρεμφερές περιεχόμενο: ο πολυπολιτισμός, ο διαπολιτισμός, το πολιτισμικό μωσαϊκό και ο κοσμοπολιτισμός.

Τελικά βλέπουμε πως η δυναμική της πολυπολιτισμικότητας πιέζει τις κοινωνίες μας να εξελιχθούν, περνώντας από το στάδιο της κοινωνίας των μαζών στο στάδιο της κοινωνίας των πολιτισμών και των πολιτισμικών ομάδων. «Αλλά τώρα το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε όλοι την ίση αξία διαφορετικών πολιτισμικών ενοτήτων. Όχι μόνο να τις αφήσουμε να επιβιώσουν, αλλά να αναγνωρίσουμε και τη σπουδαιότητα τους» [5].

 

  1. Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα

 

Αρχικά παρατηρούμε πως ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε χώρες των οποίων ο πληθυσμός αποτελούνταν από ένα αμάλγαμα γηγενών, εποίκων, και μεταναστών. Για παράδειγμα οι Η.Π.Α., ο Καναδάς και Αυστραλία είχαν καθαρά αποικιακό παρελθόν. Επομένως, ήρθαν και πρώτες αντιμέτωπες με την πρόκληση να διαχειριστούν πληθυσμιακές ομάδες με κοινά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά, οι οποίες διεκδικούσαν την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της παρουσίας τους.

Σήμερα φαίνεται πως  «πρωτεύουσα στρατηγική επιβίωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις δεν είναι εφεξής το ¨από κοινού¨, αλλά η αποφυγή και ο χωρισμός. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα αν αγαπάμε η μισούμε το γείτονα μας. Το δίλημμα διευθετείται άμεσα, όταν κρατάμε το γείτονα μας σε απόσταση και η ανάγκη επιλογής του ενός ή του άλλου αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται όλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες θα έπρεπε να επιλέξει κανείς μεταξύ αγάπης και μίσους» [6].

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, «χαρακτηριστική περίπτωση μιας κρατικής οντότητας που προσπαθεί να διαχειριστεί την πολυπολιτισμικότητα είναι η Αυστραλία. Σύμφωνα με την ιδεολογία που διαμορφώνει την κοινωνική πολιτική της Αυστραλίας, η πολιτισμική πολυφωνία, προσδιορίζεται τόσο από την παρουσία ποικίλων πολιτισμών όσο και από την αποδοχή της θετικής συμβολής της πολυφωνίας των διάφορων εθνοτικών ομάδων στη διαμόρφωση της κοινωνίας» [7]. Επομένως στη σημερινή Αυστραλία η διαφορετικότητα αποτελεί θετική δύναμη για την κοινωνία.

Είναι εμφανές πως στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη κεντρικό θέμα αποτελεί η αναζήτηση τρόπων για την εδραίωση πολυπολιτισμικών δημοκρατιών, που δε θα οδηγούν σε διάσπαση, αλλά θα επιτρέπουν την οργάνωση μιας κοινωνίας πολιτών και πολιτισμικών ομάδων, που θα δέχονται κοινούς κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα συμμετέχουν στην παραγωγή και στη διάδοση πολιτισμικών αγαθών. «Τώρα, μάλιστα, που κατοχυρώθηκε η πολυπολιτισμικότητα ως βασική αρχή στη Χάρτα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ευρωπαίου πολίτη, υπάρχει ευρύ πεδίο για έρευνα θεωρητική, εμπειρική και πρακτική. Η νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν σημαίνει αυτονόητα και την πραγμάτωση τους στο κοινωνικό πεδίο» [8]. Συνεπώς κατανοούμε πως παράλληλα με τη νομική βάση χρειάζεται αλληλεγγύη, διάλογος και σεβασμός στη διαφορετικότητα μέσα στην κοινωνία.

  Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος ανέφερε σχετικά με το θέμα αυτό: «Πολλοί θέτουν το ερώτημα: “ποιο είναι το μοντέλο το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε στην Ελλάδα, τώρα που η πατρίδα μας γίνεται όνειρο μεταναστών;¨ Τώρα πια και αυτό, όπως και πάρα πολλά άλλα κρίσιμα για το μέλλον μας προβλήματα, υποχρεούμεθα και θα πρέπει να τα λύνουμε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Εκείνο όμως που δεν μπορεί να αλλάξει είναι το πλαίσιο, μέσα στο οποίο εμείς, ως Έλληνες και ως Ευρωπαίοι, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Το πλαίσιο για το οποίο μιλώ το δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ¨ξένον σε αυτόν ίσθι και τίμα ξένους¨. Κάθε αντίληψη ή συμπεριφορά ή νομοθεσία που βλέπει στον ξένο έναν εισβολέα ή έναν ανεπιθύμητο και όχι ένα παιδί του Θεού, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Κάθε εκπαιδευτική πολιτική που βλέπει στον ξένο απλά και μόνον ένα φθηνό εργάτη και όχι έναν άνθρωπο, που έχει τα ίδια με μας δικαιώματα στην Παιδεία, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Αλλά δε βοηθώ τον ξένο γκρεμίζοντας την κοινωνία μου, στην αγκαλιά της οποίας κατέφυγε. Δεν τον βοηθώ, ξεριζώνοντας το αξιολογικό μου δέντρο, στη σκιά του οποίου κατέφυγε. Αγκαλιάζω τον μετανάστη δεν σημαίνει πνίγω την οικογένεια μου. Είναι δική σας μέριμνα εδώ, είναι και δική μας μέριμνα συνεχής να βρούμε τρόπους που θα οδηγήσουν να ξεπεράσουμε τη Σκύλλα της ομογενοποίησης, αλλά και τη Χάρυβδη του πολυπολιτισμού» [9].

 

  1. Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου

 

Οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου είχαν πάντα το όραμα μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Με τη διάδοση τους σε ολοένα ευρύτερους κύκλους σταδιακά επεδίωκαν την πνευματική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση. Το πρώτο βήμα έγινε από το Βουδισμό, αργότερα από το Χριστιανισμό και μεταγενέστερα από το Ισλάμ. Οι διάφορες σχολές του Ινδουισμού τόνιζαν τη σχετικότητα και τον πλουραλισμό των θρησκευτικών αληθειών. Στην Κίνα υιοθετήθηκαν προτάσεις του Κομφουκίου, του Λάο-Τσε και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν ιδέες του Μαχαγιάνα Βουδδισμού. Σήμερα ο κινεζικός λαός «ενστερνίσθηκε τη μαρξιστική θεωρία, την οποία επεξεργάστηκε ο Μάο-τσέ-Τούνγκ και αναπροσαρμόζουν έντεχνα οι διάδοχοι του» [10].

Το παγκόσμιο θρησκευτικό όραμα διαφέρει από τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση καθώς οι θρησκείες επιζητούν την καθολίκευση με βάση το δικό τους μόνο δόγμα και τις δικές τους αρχές συμπεριφοράς. Κοινό τους σημείο αποτελεί η έμφαση στη συμπάθεια, επιείκεια, φιλανθρωπία, λιτότητα, δικαιοσύνη, ισότητα. Ιδιαίτερα δε στις μονοθεϊστικές θρησκείες κέντρο αποτελεί η πίστη στον έναν, ζωντανό Θεό, δημιουργό των πάντων.  Από τη μία πλευρά συμβάλλουν στη προσέγγιση των ανθρώπων και των λαών, από την άλλη πλευρά όμως συντελούν στην πυροδότηση συγκρούσεων, αγεφύρωτων χασμάτων και παρεμποδίζουν την παγκόσμια τάξη και ειρήνη.

Σήμερα ο θρησκευτικός πλουραλισμός είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι στατιστικές έρευνες στον συνολικό πληθυσμό του πλανήτη μαρτυρούν την πληθώρα θρησκευτικών ομάδων. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε μερικές όπως: Xριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Ινδουιστές, Βουδιστές, οπαδοί κινεζικών θρησκευτικών παραδόσεων, σαμανιστές, μπαχάι, τζαϊνιστές, σιντοϊστές, σαεντολόγοι κ.ά. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως πληθαίνουν οι οπαδοί νέων θρησκειών και οι άθεοι.

Εμφανές είναι λοιπόν πως το θρησκευτικό φαινόμενο καταλαμβάνει πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτισμού της σύγχρονης εποχής. Μάλιστα «ο αμερικανός καθηγητής στρατηγικών μελετών Samuel Huntington στο έργο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» προέβλεπε σύγκρουση του δυτικού πολιτισμού, όπως διαμορφώθηκε από τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό με τον ανατολικό, στον οποίο εκτός του Ισλάμ εντάσσει και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό» [11]. Τελικά διαπιστώνουμε πως το θρησκευτικό βίωμα έχει ιδιαίτερη δυναμική και δεν υπακούει σε στρατηγικές. Δηλαδή δεν ακολουθεί ανθρώπινες προβλέψεις και προγράμματα. Η θρησκευτική συνείδηση δισεκατομμυρίων ανθρώπων βασίζεται απλά στη θεϊκή πρόνοια και αγάπη.

Μέσα στη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως οι σχέσεις των θρησκειών αναπροσαρμόζονται και επαναδιαπραγματεύονται σε σταθερές, βέβαια, βάσεις. Γίνονται βήματα διαλόγου μεταξύ εκπροσώπων δύο οι περισσοτέρων θρησκευτικών κοινοτήτων με διάθεση ανοιχτής επικοινωνίας και αλληλοκατανόηση. Σεβόμενοι την ελευθερία, την ιδιαιτερότητα του άλλου και με απόλυτη αποδοχή της πολυμορφίας, με πρόθεση τη συνειδητή ειρηνική συμβίωση. Εξάλλου η κάθε θρησκευτική κοινότητα με το πέρασμα των αιώνων έχει διαμορφώσει τις δικές της αρχές και τα ιδιαίτερα ιδεώδη της που είναι πολύτιμα για την αρμονική συμβίωση των ανθρώπων.

Καταλήγοντας θα λέγαμε πως οι διάφορες θρησκείες ανά τον κόσμο γίνονται συχνά φρούρια της ταυτότητας πολλών λαών για να διατηρήσουν τη φυσιογνωμία τους. Βλέπουν τη θρησκεία ως νησίδα ασφαλείας όπου καταφεύγουν για να αποφύγουν τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Αναπόφευκτο είναι όμως το γεγονός ότι η θρησκευτική συνείδηση όλων μας ζυμώνεται, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται καθημερινά, εξετάζει τα νέα κοινωνικά δεδομένα, επηρεάζεται και επηρεάζει μέχρι να φτάσει στην τελική μορφή της στη ζωή μας.

 

  1. Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα

 

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα ως τον αυτονόητο πνευματικό μας χώρο. Μάλιστα η διάσταση της παγκοσμιότητας αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθοδοξίας. Βασιζόμενοι στην Αγία Γραφή (Γεν. 1:1) ο ουρανός, η γη, το ανθρώπινο γένος, τα πάντα δημιουργήθηκαν από το Θεό. Επίσης τα τελευταία κεφάλαια της (Αποκ. Ιω. 21-22) αναφέρονται στο όραμα του καινού ουρανού και της καινής γης (Αποκ. 21:1).

 

«Με τη Σάρκωση Του ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και καλεί στη Βασιλεία Του τους πάντες, χωρίς εξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλής, γλώσσας, καταγωγής. Τελικά η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού υπερβαίνει ακόμα και τη σφαίρα του πανανθρώπινου, επεκτείνεται σε όλη την κτίση, στην οποία οργανικά ο άνθρωπος μετέχει» [12].

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η Χριστιανική διδασκαλία θεμελιώθηκε σε οικουμενικά, πανανθρώπινα, παγκόσμια θεμέλια και έχει εσχατολογικό χαρακτήρα. Βασικός εκφραστής της αποτέλεσε ο απόστολος των εθνών Παύλος. Στις επιστολές του ξεκάθαρα τονίζει τη σχέση της Εκκλησίας με την παγκοσμιότητα (Εφεσίους 1:9-10). Ακόμα και η χρήση της ελληνικής γλώσσας για τη διάδοση του Ευαγγελίου αποτελεί μια έκφανση της οικουμενικότητας, καθώς ήταν η πλέον διαδεδομένη στον τότε γνωστό κόσμο. Στη συνέχεια μεγάλες οικουμενικές προσωπικότητες, Ιεράρχες, διδάσκαλοι, μοναχοί θεμελίωσαν με τα έργα τους τη Χριστιανική πίστη και συνετέλεσαν στη πνευματική συνάντηση των λαών της Ν.Α. Ευρώπης. Αξιοσημείωτο είναι πως και στην Κυριακή προσευχή και στη Θεία Λειτουργία εντοπίζεται ένα όραμα για παγκόσμια σωτηρία. Εκ των προλεγομένων είναι πρόδηλο πως η Ορθοδοξία θεμελιώθηκε πάνω στην παγκοσμιότητα.

Υπάρχει όμως ένα «αγκάθι», που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου. «Δεν είναι ανθρωποκεντρικός, όπως υποστηρίζει στην πλειονότητα της η Ορθόδοξη θεολογία, αλλά δυναμοκεντρικός. Έχει δηλαδή ως κέντρο τη δύναμη, την εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθόδοξη θεολογία πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός αυτό και να αλλάξει βασικές δομές της σκέψης της» [13]. Ως εκ τούτου το φαινόμενο της παγκοσμιοποιήσεως είναι μια πρόκληση-πρόσκληση προς όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, ώστε να λάβουμε μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη θέση, αξιοποιώντας γόνιμα όλα τα επιστημονικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επικοινωνιακά και οικονομικά δεδομένα. «Πνευματικά είμαστε όλοι ταξιδιώτες ή όπως το θέτει ο Michael Benedikt ¨μεταβαλλόμαστε σε νομάδες- που βρίσκονται διαρκώς σε επαφή¨» [14].

 

  1. Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη

 

Η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη, δηλαδή την αλλαγή. Αναπτυσσόμαστε από κάτι που ήμασταν σε κάτι νέο, εξελιγμένο, παραμένοντας όμως το ίδιο πρόσωπο. Η διαδικασία της ανάπτυξης συμβαίνει μέσα μας καθώς αναπτύσσεται η κατανόηση, η αντοχή, η εξυπνάδα, το συναίσθημα κ.α. Είναι δεδομένο πως όπου δεν υπάρχει ανάπτυξη, υπάρχει στασιμότητα. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως η τέχνη της εκπαίδευσης θα μπορούσε να ορισθεί σαν παρακίνηση για ανάπτυξη του ανθρώπου. Σε ποιο βαθμό όμως μπορεί ένα μάθημα, μια διδακτική ενότητα, μια εκπαιδευτική διαδικασία να μας ωθήσει προς την ανάπτυξη; Μπορεί να ενεργοποιήσει μια αυτόνομη διαδικασία ανάπτυξης για τις ικανότητες των σπουδαστών κάθε ηλικίας;

Αν ανατρέξουμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, θα διαπιστώσουμε πως μέσα στα Ευαγγέλια υπάρχουν δείγματα μιας διδακτικής μεθόδου που χρησιμοποίησε ευρύτατα ο Ιησούς. Είναι η χρήση των παραβολών που με αλληγορική, συμβολική γλώσσα, οικείες εικόνες από την καθημερινή ζωή παρουσίαζαν στους ανθρώπους βαθύτερες αλήθειες και τους έφερναν κοντύτερα στη Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια δημιουργική πράξη που ενεργοποιούσε τη φαντασία και την αυτενέργεια του ακροατή, τον ωθούσε να ταυτιστεί με τον ήρωα της ιστορίας και να οικειοποιηθεί την εμπειρία του.

Μια ακόμα διδακτική μέθοδος του Κυρίου ήταν να ακολουθεί μια εντελώς σταδιακή και εξατομικευμένη διαδικασία προσέγγισης των μαθητών. Δηλαδή προσέγγιζε τον καθένα στο εντελώς δικό του επίπεδο, δίνοντας του χώρο και χρόνο.

Στο επίπεδο της οικογενειακής χριστιανικής ανατροφής είναι δεδομένο όπως προαναφέραμε πως το παιδί συνεχώς μεταβάλλεται, αναπτύσσεται, μεγαλώνει. Επομένως μια βασική πρόκληση για τους γονείς είναι να κατανοήσουν τις μεταβολές στη ζωή του παιδιού τους και κυρίως να την αποδεχτούν.

Μέσα στην σχολική τάξη η ανάπτυξη ενθαρρύνεται όταν ο διδάσκων εξάπτει το ενδιαφέρον του μαθητή και προκαλεί την αμφιβολία του, την παραδοχή του, την διερεύνηση αλλά και διευρύνει τις δυνατότητες του. Ακόμα και τα οπτικοακουστικά μέσα, οι διάφορες μεθοδολογίες διδακτικής του μαθήματος, οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες και βιωματικές δράσεις εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό. Φυσικά κάθε διδακτική μέθοδος περιλαμβάνει τη δημιουργική προσπάθεια, τη δοκιμή, την αποτυχία, την έρευνα, την αμφισβήτηση και τέλος τη λύση του προβλήματος.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως «το δικό μας έργο είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναγνωρίζουν τις ενέργειες του Θεού μέσα στο χώρο της δικής τους ζωής, στο χώρο της δικής τους γνώσης για τα φυσικά γεγονότα και μέσα στο πλαίσιο των λογικών τους δυνατοτήτων. Με το δικό τους ρυθμό, με το δικό τους τρόπο και με τη βοήθεια του Θεού θα αποκτήσουν την αίσθηση της ιερότητος, την αίσθηση του δέους μπροστά στο Μυστήριο του Θεού» [15]. Ο Χριστιανός παιδαγωγός πρέπει να είναι προετοιμασμένος ώστε να αξιοποιήσει το υλικό που του παρέχει το σχολικό πρόγραμμα και να είναι ικανός να το συσχετίσει με τη θρησκευτική αντίληψη της ζωής του κάθε μαθητή.

 

  1. Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα

 

Κατά βάση η χριστιανική αγωγή έχει ανθρωπολογικό χαρακτήρα και σχετίζεται με την προσπάθεια που καταβάλλει ο άνθρωπος προκειμένου να οδηγηθεί στο «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Η Χριστιανική αγωγή όμως δε μπορεί να κρατάει μια απομονωμένη θέση στην ατομική ή κοινωνική ζωή μας. Δηλαδή δε μπορούμε να είμαστε «λίγο» Χριστιανοί, ή σε κάποιες φάσεις της ζωής μας, ή σε κάποιους χώρους, όποτε και εάν θέλουμε επιλεκτικά. Είναι ισόβια και διαρκής διαδικασία κατά την οποία καλούμαστε συνεχώς να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα όρια μας, να αναθεωρήσουμε κάποιες πεποιθήσεις μας, να αξιοποιήσουμε τα εγγενή χαρίσματα μας  και να αγωνιστούμε για να φτάσουμε τελικά στην αυτοπραγμάτωση. Η μέθοδος, η στρατηγική και ο χρόνος που χρειάζεται ο καθένας μας είναι υποκειμενικά στοιχεία που προσδιορίζουν και τη μοναδικότητα μας ως «κατ’ εικόνα» του Θεού πλασμένα όντα.

Μια έκφανση της χριστιανικής αγωγής αποτελεί η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση που έχει εκπαιδευτικό, μορφωτικό και ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Συμβάλει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών, προσεγγίζει τα ανθρώπινα προβλήματα και προωθεί την ηθική συγκρότηση των μαθητών. Είναι ευρέως γνωστό πως η σχολική εκπαίδευση στοχεύει στο να παρέχει κυρίως γνώσεις, να διαφωτίζει τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, να καθοδηγεί προς την αλήθεια, όπως και να προωθεί την επίγνωση και κατανόηση. Κατά τη γνώμη μου αυτές είναι και κάποιες από τις βασικές προϋποθέσεις ώστε να έχουν οι μαθητές ένα αυθεντικό χριστιανικό βίωμα μέσα στο σώμα της εκκλησίας.

Στην πραγματικότητα μπορούμε να αξιοποιούμε κάθε πρακτική ευκαιρία να συνδέουμε το σχολείο και τους μαθητές με προγράμματα που διευρύνουν τις εμπειρίες τους από τις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις. Άποψη του K. Anthony Appiah είναι ότι:

 

«Θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά να αυτοδημιουργηθούν, και αυτό πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις αξίες μας, αφού τα παιδιά δε διαθέτουν εξαρχής δικές τους. Το να αποδίδουμε αξία στην αυτονομία σημαίνει να σεβόμαστε τις αντιλήψεις των άλλων και να εξετάζουμε για λογαριασμό τους σοβαρά τα σχέδια τους, όταν αποφασίζουμε γι’ αυτούς, ακόμα κι αν τα παιδιά δεν ξεκινούν με τα δικά τους σχέδια και αντιλήψεις»[16].

 

Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να οδηγήσουμε τους μαθητές ώστε να εμβαθύνουν και να κατανοήσουν το νόημα της Εκκλησίας μέσω βιωματικών-ενεργητικών δράσεων όπως: επισκέψεις σε εκκλησίες άλλων εθνικοτήτων, συμμετοχή στη φροντίδα για τις ανάγκες άλλων, ενδιαφέρον για την ιεραποστολική εργασία της εκκλησίας κ.α. Μια ορθόδοξη χριστιανική προσέγγιση της σχολικής θρησκευτικής αγωγής πρέπει πιστεύω να περιλαμβάνει τους παρακάτω πέντε αντικειμενικούς στόχους:

α) Να βοηθάει τους μαθητές να αισθανθούν το Θεό μέσα στη ζωή τους.

β) Να συνειδητοποιήσουν ότι όλοι είμαστε ενεργά μέλη ενός σώματος, της Εκκλησίας.

γ) Να καλλιεργεί την ανάπτυξη του νου και του πνεύματος κάθε μαθητή.

δ) Να ωθεί τους μαθητές να οικειοποιούνται το Θεό και να τον γνωρίζουν όλο και βαθύτερα, πέρα από τα όρια της λογικής και των αισθήσεων τους.

ε) Να τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν ότι η χριστιανική πίστη και το χριστιανικό βίωμα περιλαμβάνει όλη την προσωπικότητα και την εγκόσμια ζωή τους.

Επομένως η σχολική θρησκευτική αγωγή μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να είναι σύμμαχος της ενοριακής κατήχησης και κατ’ επέκταση της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής καθώς πιστεύω πως μπορούν να είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Άλλωστε, όπως προανέφερα, και οι δυο έχουν απώτερο σκοπό την πολύπλευρη ανάπτυξη, την καλλιέργεια του ανθρώπου ως όλον και την καθοδήγηση του προς την αυτοπραγμάτωση ή το «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση σε αυτή την περίπτωση είναι να έχουμε ομοιογενές μαθητικό δυναμικό, δηλαδή ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές με θέληση για εκούσια, ελεύθερη συμμετοχή. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι σε αυτό το θέμα η τοποθέτηση του αείμνηστου καθηγητή Βασιλείου Τατάκη, «Ο παιδαγωγός δεν χειρίζεται υλικό, αλλά παραλαμβάνει ένα έμψυχο ον, και μάλιστα πνευματικό, και σκοπός του είναι να το βοηθήση να αναπτύξη τις αγαθές σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για να ακολουθήσει την αγαθή κατεύθυνση που αποτέλεσμα της θα είναι η καλύτερη δυνατή πραγμάτωση και της πνευματικής και της σωματικής του μορφής. Έχει λοιπόν και ο παιδαγωγός ένα όραμα που τον κατευθύνει στο έργο του, αλλά το έργο που επιτελείται δεν είναι μόνο δικό του· συμβάλλει στην επιτέλεση του… Ο άλλος φυσικά σπουδαίος, πολύ σπουδαίος συντελεστής, είναι το ίδιο το παιδί. Πρώτον γιατί απάνω στις δικές του σωματικές και πνευματικές δυνάμεις σταθμίζεται και στηρίζεται η αγωγή του. Δεύτερον, και αυτό είναι το σπουδαιότερο, διότι η αγωγή προϋποθέτει τη δική του συγκατάθεση, το δικό του δόσιμο, το ναι της συνείδησης τους. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύτιμο τούτο το σημείο που δείχνει με το δικό του τρόπο ότι η αγωγή προϋπόθεση της έχει πάντα την εκούσια, την ελεύθερη λοιπόν συμμετοχή του τροφίμου» [17]. Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν βασικός παράγοντας αποτελεί η ελεύθερη προαίρεση, δηλαδή η κρίση, η επιλογή, η απόφαση. «Ως συμπέρασμα των λεχθέντων για την προαίρεση θα μπορούσε να είναι , ότι η καλλιέργεια της κρίσης, της επιλογής, της απόφασης και γενικά του κριτικού πνεύματος απαιτείται σε τελευταία ανάλυση να συνδεθεί με το αξιολογικό περιεχόμενο της προσφερόμενης διά μέσου του σύγχρονου σχολείου μόρφωσης, των μεθόδων διδασκαλίας, της προσωπικότητας και της κατάρτισης των διδασκόντων και γενικά κάθε εμπλεκόμενου φορέα στη σχολική διαδικασία» [18].

Πρόκληση όμως αποτελεί το γεγονός πως πολλοί πιστεύουν πως σε «μια κοινωνία πλουραλιστική δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να είναι θρησκευτικά χρωματισμένο ή ιδεολογικά προσανατολισμένο, αλλά οφείλει να είναι πλουραλιστικό, όπως η κοινωνία δεν είναι μονόχρωμη, αλλά πλουραλιστική. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπεισέρχονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα οποιοιδήποτε θεσμικοί θρησκευτικοί παράγοντες. Αυτοί μπορούν να επιτελέσουν το έργο της κατήχησης μέσα στις θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι, δεν μπορούν να έχουν θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα» [19].

Στην περίπτωση του σύγχρονου Ελληνικού σχολείου διαφαίνεται πια ένα πολυπολιτισμικό υπόβαθρο και υπάρχουν διδακτικές ενότητες στα σχολικά εγχειρίδια που αναφέρονται σε άλλες ομολογίες και θρησκείες. Εδώ όμως παρουσιάζεται ο κίνδυνος εμπλοκής θρησκευτικών θεσμικών παραγόντων στο εκπαιδευτικό σύστημα, προκαλώντας συγκρούσεις, διακρίσεις και φανατικά στοιχεία. Ειδικά στις σχολικές τάξεις δεν υπάρχει χώρος για θρησκευτικές διαιρέσεις. Πώς όμως θα μπορούσε το μάθημα της θρησκευτικής αγωγής να έχει ένα γνωσιολογικό, φιλελεύθερο, αντικειμενικό και αδογμάτιστο χαρακτήρα;  Κατά πόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εδώ στοιχεία του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής θεολογίας;

 Οι Ελληνικές θεολογικές ενώσεις όπως, η ΠΕΘ (Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων), ο ΚΑΙΡΟΣ (Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος), ο «Σύνδεσμος Κρητών Θεολόγων» κ.ά. μπορούν να αναλάβουν την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, την σχεδίαση πιλοτικών διδακτικών εγχειριδίων και την πειραματική διδασκαλία τους σε συνεργασία με δημοσία ή ιδιωτικά σχολεία της χώρας, με την οικονομική στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι θα προαχθεί η Ευρωπαϊκή παιδεία και εκπαίδευση και συνάμα θα εξομαλυνθεί η κοινή συμβίωση των Ευρωπαίων πολιτών με βάση τη διαφορετική θρησκευτική και εθνική ταυτότητα.

Οι μέχρι τώρα ενέργειες του ΙΕΠ (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) βλέπουμε πως είναι ενθαρρυντικές και με σωστό προσανατολισμό. Τα νέα εγχειρίδια σχολικής θρησκευτικής αγωγής που διανεμήθηκαν στα σχολεία φέτος προβάλλουν τις πανανθρώπινες αξίες και ιδεώδη, προωθούν το σεβασμό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και θρησκείες του κόσμου, όμως κατηγορούνται από μια μερίδα γονέων και εκπαιδευτικών για προσηλυτισμό των μαθητών. Επομένως κατανοούμε ότι ακόμα και τα πιο σύγχρονα εγχειρίδια χρειάζεται να διδάσκονται από επιμορφωμένους διδάσκοντες, με σωστή μεθοδολογία και φυσικά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κάθε ηλικιακής ομάδας στις οποίες απευθύνονται.

Παραμένει λοιπόν υπό εξέταση το ερώτημα πώς η Ορθόδοξη χριστιανική αγωγή μπορεί να αξιοποιήσει τα νέα επιστημονικά, οικονομικά, τεχνολογικά δεδομένα και να δημιουργήσει τις κατάλληλες παιδαγωγικές προϋποθέσεις για την ουδέτερη παρουσίαση των άλλων μεγάλων θρησκειών της ανθρωπότητας στους διδασκομένους. Άλλωστε η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση πάντα είχε ποιμαντική στάση προς τους πιστούς των άλλων χριστιανικών ομολογιών αλλά και τους πιστούς άλλων θρησκειών.

 

  1. Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής.

 

 Ο σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος και απογοητευμένος από τα προβλήματα του αναζητά μια ανάπαυση, μια αναψυχή. Ζητά, θα λέγαμε, τη θεραπεία της ψυχής του γιατί εκεί εντοπίζει να εδραιώνεται το πρόβλημα. Συχνά ζητά τη βοήθεια της επιστήμης, κάνοντας χρήση της συμβουλευτικής ψυχολογίας, της ψυχαναλυτικής θεραπείας κ.α. Όμως και η Ορθόδοξη Θεολογία αποτελεί μια θεραπευτική επιστήμη, καθώς προασπίζει την πνευματική μας υγεία. Το καταφέρνει με Θεανθρωποκεντρική προσέγγιση, γιατί ενεργεί με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος, ουσιαστική δηλαδή με τη συνεργασία θείας και ανθρώπινης θελήσεως. Τον σκοπό αυτό υπηρετούν και τα μυστήρια της εκκλησίας που στηρίζουν τον πιστό στο δρόμο της ζωής του.

«Το αυθεντικό και καθαρό θρησκευτικό βίωμα αποτελεί επίσης μια καθοριστική και αναντικατάστατη διορθωτική επέμβαση ώστε να θεραπευτούν οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποιήσεως… Διότι η θρησκευτική πίστη επηρεάζει το βάθος της ανθρώπινης συνειδήσεως και βουλήσεως, διαμορφώνει τη σκέψη, το ήθος, τον χαρακτήρα των ανθρώπων» [20]. Επομένως το θρησκευτικό βίωμα έχει τη δύναμη να εξαλείψει τον εγωισμό και κατ’ επέκταση τα αλαζονικά σύνολα. Μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αφύπνιση, αγωνιστική διάθεση, θετική προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Με αυτή την πρακτική θα μπορέσουν να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επεκτάσεις της παγκοσμιοποιήσεως, προωθώντας παράλληλα την ελεύθερη προαίρεση, την αγαθή και δίκαιη κρίση όπως και την ορθή κρίση των ανθρώπων.

 

  1. Το ζητούμενο από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας

 

«Στην πλουραλιστική, εκλαϊκευμένη κοινωνία μας το νόημα της Εκκλησίας συχνά υποβιβάζεται στο νόημα ενός απομονωμένου, αυτό-περιφραγμένου σώματος, που δεν έχει καμιά σχέση με τα ενδιαφέροντα του κόσμου» [21].

Βασικό μέλημα της Εκκλησίας είναι η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, η σωτηρία του και η νοηματοδότηση της ύπαρξης του. Όπως επίσης και η συνύπαρξη με τον άλλον, τον συνάνθρωπο που είναι και εκείνος φτιαγμένος κατ’ εικόνα Θεού. Στο σημείο αυτό όμως διαπιστώνω πως η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να βρει το δρόμο της προς το διάλογο, να χωρέσει τη διαφορετικότητα του άλλου και να προσανατολιστεί στην εξωστρέφεια. Εξάλλου «δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συμπαγή Ορθόδοξο κόσμο, όπως τον εκλαμβάνει ο αμερικανός ερευνητής στρατηγικών μελετών Huntington, και όπως ίσως θα μπορούσε να υποστηριχθεί τις αρχές του 20ου αιώνα ή στο μεσοπόλεμο» [22].

Παρατηρούμε ακόμα πως κάθε εκκλησία ανά τον κόσμο έχει διαφορετικού τύπου σχέση με την κοινωνία. «Άλλοτε οι εκκλησίες περιορίζονται σε ένα αυστηρά θρησκευτικό ρόλο αποφεύγοντας και τον παραμικρό ανταγωνισμό με το κράτος, άλλοτε, αντίθετα, οικοδομούν μια πραγματική αντι-κοινωνία ως αντίδραση στην παρέμβαση του κράτους, του οποίου απορρίπτουν τη νομιμότητα ή την πολιτική» [23]. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός σε παγκόσμιο επίπεδο οι έρευνες δείχνουν πως υποχωρούν οι θρησκευτικές πρακτικές, εξασθενεί ο ρόλος της εκκλησίας και της θρησκευτικής πίστης στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Επομένως, στην εποχή των σύγχρονων παγκόσμιων προκλήσεων, η Εκκλησία οφείλει να συντονίσει τον κλήρο, τους λαϊκούς, πιστούς και θεολόγους σε κοινή πορεία προς την υιοθέτηση κοινής αντιμετώπισης του φαινομένου της παγκοσμιοποιήσεως. Τα διαχρονικά χριστιανικά ιδεώδη της δικαιοσύνης, ισοτιμίας, λιτότητας, ασκήσεως και εγκράτειας παραμένουν αποτελεσματικές πρακτικές στις σύγχρονες προκλήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η υπέρβαση της εγγενής επιθετικότητας, των κοινωνικών συγκρούσεων και η εξομάλυνση των διακρατικών σχέσεων. Έτσι οι χριστιανοί μπορούν να ζουν σε μια κοινωνία αγάπης ως πρόγευση της βασιλείας του Θεού. Άλλωστε «εκείνο που διαφοροποιεί την Εκκλησία από κάθε θρησκειακό σύστημα είναι η ουσιαστική σχέση με τον ζώντα Θεό, την οποία προσφέρει με τη δύναμη και τη χάρη της Ευχαριστιακής κοινότητος… Με ρεαλισμό συνεχίζουμε τη σταυρική πορεία της ζωής μας προσβλέποντας στην Ανάσταση» [24].

 

  1. Επίλογος

 

Στην παρούσα φροντιστηριακή εργασία αναλύσαμε επαρκώς το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας, τις εκφάνσεις της Χριστιανικής αγωγής αλλά και την εικόνα που παρουσιάσει η σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα στα θέματα αυτά.

Προσωπική μου άποψη αποτελεί πως η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται ακόμα σε μεταβατικό στάδιο, καθώς πασχίζει να ορίσει την «ταυτότητα» της. Δηλαδή προσπαθεί να συνδυάσει τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της με την Ανατολική χριστιανική ορθόδοξη παράδοση, ερευνώντας ακόμη τις πιθανές μεθόδους και λύσεις. Υπάρχει λοιπόν μια ουσιαστική δυσκολία που αντιμετωπίζει η δημοκρατική πολιτεία, στην καλοπροαίρετη προσπάθεια της να αντιμετωπίσει ισότιμα τις μη κυρίαρχες πολιτισμικές ομάδες. Έτσι έρχεται αντιμέτωπη με πλέγματα ηθικών αξιών που εμποδίζουν τις κανονιστικές της δεσμεύσεις. Ευχής έργο θα ήταν να βρεθούν δυνατές λύσεις που να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια και αποτελεσματικά, χωρίς να είναι επιζήμιες για εκείνους που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Είναι μια αληθινή πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας για το Δυτικό κόσμο, όντας στην αφετηρία μιας μακράς και αβέβαιης πορείας.  Ευελπιστούμε πως μέσα από τη φαινομενική αντιπαράθεση θα επέλθει μια γόνιμη και λειτουργική λύση για το καλό του κοινωνικού συνόλου και γενικότερα της ανθρωπότητας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Yves Mėny, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995, σελ. 78.

[2] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004, σελ.86.

[3]Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, σελ.37.

[4] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σελ.167.

[5] Στο ίδιο, σελ 119.

[6] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 72.

[7] Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π.,  σελ.38.

[8] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003, σελ.88.

[9] Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.

[10]Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005, σελ. 252.

[11]Στο ίδιο, σελ. 257.

[12] Στο ίδιο,  σελ. 262.

[13] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.77.

[14] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 112.

[15] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989, σελ. 31.

[16] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, ό.π., σελ.195.

[17] Β. Ν. Τατάκη, Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978, σελ. 51-52.

[18] Ε. Περσελή, Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010, σελ.91.

[19] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.223.

[20] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ.261-262.

[21] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο… ό.π., σελ. 33-34.

[22] Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική…, ό.π., σελ. 116.

[23] Του ιδίου, σελ. 121.

[24] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ. 266.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004.
  • Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995.
  • Βερνίκος Ν. & Δασκαλοπούλου Σ., Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002.
  • Γιαννουλάτου Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005.
  • Κουλομζίν Σοφίας, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989.
  • Περσελή Ε., Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010.
  • Πέτρου Ιωάννης, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.
  • Ταίηλορ Τσάρλς, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006.
  • Τατάκη Β. Ν., Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978.

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Σπετσιώτης Γιάννης


 

Γιάννης Σπετσιώτης

Ο Γιάννης Σπετσιώτης γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας το 1945 και αποφοίτησε από το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Πτυχιούχος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, μετεκπαιδεύτηκε στην Ειδική Αγωγή στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) και παρακολούθησε επιμορφωτικά προγράμματα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στον τομέα της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με Μεταπτυχιακό στο Διοικητικό Δίκαιο, του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Θεολογίας) με σπουδές στη Μουσικοπαιδαγωγική, τη Βυζαντινή και την Ευρωπαϊκή Μουσική. Επίκεντρο των ενδιαφερόντων του η Ένταξη και Συνεκπαίδευση Ατόμων με Αναπηρίες και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, η Παιδαγωγική και Διδακτική Προσέγγιση Παιδιών και Εφήβων με Κινητικές Αναπηρίες και Νοητική Ανεπάρκεια, οι Μαθησιακές Δυσκολίες και τα θέματα Μουσικοπαιδαγωγικής και Μουσικοθεραπείας.

Διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και υπηρέτησε, επί 11 χρόνια, ως Ειδικός Παιδαγωγός και Διευθυντής σε Ειδικά Δημοτικά Σχολεία. Δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, στα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα (Π.Ε.Κ.) και συμμετείχε ως Υπεύθυνος Προγραμμάτων, Εισηγητής και Αξιολογητής σε προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ του Πανεπιστημίου Αθηνών, για την επιμόρφωση και κατάρτιση των εκπαιδευτικών Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης.

Εισηγητής σε πολλά σεμινάρια που οργάνωσαν το Υπουργείο Παιδείας, τα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, η Διδασκαλική Ομοσπονδία (Δ.Ο.Ε.), η Ομοσπονδία καθηγητών (Ο.Λ.Μ.Ε.) και άλλοι φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και μέλος Οργανωτικών, Επιστημονικών και Καλλιτεχνικών Επιτροπών.

Κατά το χρονικό διάστημα 1992 – 2006 υπηρέτησε ως Σχολικός Σύμβουλος Ειδικής Αγωγής στην Αθήνα. Συμμετείχε στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας από το 2004 – 2006, ενώ από το 2005 – 2007 διετέλεσε Ειδικός Σύμβουλος του ΥΠ.Ε.Π.Θ. σε θέματα Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Από το 2005 – 2008 ήταν Επιστημονικός Σύμβουλος του Κολλεγίου Αθηνών σε Προγράμματα Μαθησιακών Δυσκολιών. Υπήρξε Πρόεδρος του Π.Υ.Σ.Ε.Ε.Π. Αττικής, Μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου του Α΄ και Β’ Π.Ε.Κ. Αθήνας και της τριμελούς Επιτροπής Ειδικών Επιστημόνων του Ο.Ε.Ε.Κ. Μέχρι και σήμερα είναι Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και Κοσμήτορας της Σχολής του Συλλόγου. Έχει δημοσιεύσει τρία λογοτεχνικά έργα, το διήγημα «Πορφύρες από την Ερμιόνη» στη σειρά «Μύθοι και αλήθειες» με την εκπαιδευτικό Τζένη Ντεστάκου και τα Θρησκευτικά – Λαογραφικά βιβλία «Ω γλυκύ μου Έαρ!» και «Των Αγίων Αναργύρων». Αναλυτική μελέτη του για τα Δημοτικά Τραγούδια είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό «Παράθυρο στην Εκπαίδευση», στο οποίο αρθρογραφούσε για δέκα και πλέον έτη.

Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του Ιστορικού – Λαογραφικού – Λογοτεχνικού περιοδικού «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», όπου και αρθρογραφεί. Άρθρα του με ανάλογο περιεχόμενο δημοσιεύονται και στους τοπικούς ισότοπους. Στο συγγραφικό έργο του Γιάννη Σπετσιώτη συμπεριλαμβάνονται βιβλία, άρθρα, μελέτες και έρευνες που αφορούν την Εκπαίδευση των Παιδιών με Αναπηρίες και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, τη Μουσική Αγωγή και τη Μουσικοθεραπεία, τη Βυζαντινή Μουσική, την Ανάπτυξη της Δημιουργικής Έκφρασης, των Δεξιοτήτων και της Φαντασίας, καθώς και την Ιστορία της Εκπαίδευσης της Ερμιόνης.

 

Ενδεικτική Εργογραφία

 

  • «Η μουσική στο σχολείο», Αθήνα 1974.
  • «Ομιλίες για παιδιά σε σχολικές γιορτές», Αθήνα 1980.
  • «Εκκλησία και άτομα με ειδικές ανάγκες», Αθήνα 1993.
  • «Εισαγωγή στη διδακτική των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής», Αθήνα 1994.
  • «Άτομα με αισθητηριακές μειονεξίες», Αθήνα 1994.
  • «Η ένταξη μικρών παιδιών στα νηπιαγωγεία και τις πρώτες τάξεις των δημοτικών σχολείων», Βέλγιο 1996.
  • «Ο ρόλος του συμβουλευτή δασκάλου», Αθήνα 1999.
  • «Πρώιμη παιδαγωγική – Εκπαιδευτική παρέμβαση», Αθήνα 2000.
  • «Παιδαγωγική και διδακτική των παιδιών με κινητικά προβλήματα», Αθήνα 2003.
  • «Το εργαστήρι της μουσικής», Αθήνα 2000.
  • «Προγράμματα μουσικής για παιδιά με και χωρίς ειδικές ανάγκες», Θεσσαλονίκη 2001.
  • «Η αόρατη ορχήστρα συνοδεύει τα τραγούδια μας», Αθήνα 2003.
  • «Το παιχνίδι», Αθήνα 2007.
  • «Μεθοδική Διδασκαλία της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής», Τόμοι Α’ & Β’, Αθήνα 2003 & 2007.
  • «Το Τερερέμ στην Ορθόδοξη Λατρεία», Αθήνα 2008.
  • «Η Ψαλτική Τέχνη στην Ερμιόνη – Ιστορία και Παράδοση τριών αιώνων (19ος – 20ος – 21ος)», Αθήνα 2013.

 

Πηγή


Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού – Βιβλιονετ.

 

Διαβάστε ακόμη για τον Γιάννη Σπετσιώτη την εργασία της φοιτήτριας Κατερίνας Χάσκα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έρευνας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου για τους συγγραφείς της Αργολίδας: Γιάννης Σπετσιώτης  

Read Full Post »

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862) – Τάσος Χατζηαναστασίου, έκδοση Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας, Ναύπλιο, 2017.


 

[…] Με το διάταγμα της Αντιβασιλείας της 21.11./3.12.33 ιδρύθηκε στο Ναύπλιο «Ελληνικόν Σχολείον» και Γυμνάσιον. Το Ελ­ληνικόν Σχολείον θα λειτουργούσε αρχικά, όπως αναφέρεται στο διάταγμα με «τρείς ή τέσσερις κλάσεις», στο δε Γυμνάσιον θα λειτουργούσαν «πρός τόν παρόν τουλάχιστον δύο τάξεις». Όπως ήταν φυσικό, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Βαυαροκρατίας, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε απευθείας μεταφορά του αντίστοιχου της Βαυαρίας. Οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου εισάγονταν με εξετάσεις στο Γυμνάσιον από το οποίο μπορούσαν, εφόσον ολοκλήρωναν σπουδές τετραετούς φοίτησης, να εισα­χθούν στο Πανεπιστήμιο.

Σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της πειθαρχίας και των ποινών, νομική βάση του συστήματος επιβολής ποινών αποτέλεσαν για δύο τουλάχιστον δεκαετίες τα άρθρα 53-55 του «Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καί Γυμνασίων» της 31ης Δεκεμβρίου του 1836.

«Εφέρθησαν ακόσμως»

Σύμφωνα με το πρώτο από τα άρθρα αυτά: «Κάθε διδάσκαλος εἶναι ὑπεύθυνος διά τήν πειθαρχίαν ἤ εὐταξίαν τῆς τάξεώς του, καί χρεωστεῖ νά ἐπαγρυπνεῖ εἰς τήν ἐπιμέλειαν καί διαγωγήν τῶν μαθητών∙ ἔχει ἐπομένως τό δικαίωμα νά διανέμει καταλλήλους ἀμοιβάς, νά δίδη πατρικάς συμβουλάς καί νά ἐπιβάλλη ποινάς διά κρατήσεως ἐντός τοῦ σχολείου εἰς ὡρισμένον τινά καιρόν ἤ καί ὁλοκλήρους ἡμέρας, νά δίδη εἴδησιν εἰς τούς γονεῖς ἤ ἐπιτρό­πους περί τῶν πταισμάτων τῶν μαθητῶν καί νά ζητῆ ἀπό αὐτούς πληροφορίας περί τῆς διαγωγῆς των» (άρθρο 53). Το άρθρο 54 προέβλεπε την ποινή της αποβολής από το Ἑλληνικόν Σχολεῖον «μέ μόνην τήν συγκατάθεσιν τοῦ Σχολάρχου. Ἀπομακρύνεται τοῦ διδακτικοῦ καταστήματος χωρίς νά ἀπολαύση τό δικαίωμα νά γίνη δεκτός εἰς ἕτερον πρός δοκιμήν ἐπιβλεπόμενος αὐστηρῶς τουλάχιστον εἰς διάστημα μίας ἐξαμηνίας». Η μέγιστη τιμωρία ήταν ο αποκλεισμός από όλα τα Ελληνικά Σχολεία «διά βαρύτερα ἐγκλήματα».

Η αυστηρότητα των ποινών αντισταθμιζόταν κατά κάποιον τρόπο από το δικαίωμα των γονέων και των επιτρόπων να απο­τείνονται στην σχολική εφορεία «ζητοῦντες ἐξέτασιν τῆς ὑποθέ­σεως ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἔγεινεν ἀδικία εἰς τόν ἀποβληθέντα». Δινόταν δηλαδή μία ευκαιρία επανεξέτασης μιας υπόθεσης (άρ­θρο 55).

Βάσει του άρθρου 109 του ίδιου Κανονισμού: «ὁ γυμνασιάρ­χης συνεννοούμενος μετά τῶν λοιπῶν καθηγητῶν θέλει συνάπτει κανονισμούς ἀναλόγους μέ τάς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν καί τάς σχέσεις τοῦ τόπου ἤ καί τοῦ καταστήματος ὑποχρεούσας τούς μαθητάς εἰς τήρησιν τακτικοῦ τρόπου ζωῆς καί θέλει τούς ἐφαρ­μόζει λαβών τήν ἔγκρισιν τῆς ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικών Γραμμα­τείας». Ο «Γενικός Κανονισμός τῶν χρεῶν τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Ναυπλίου» συντάχθηκε στις 29 Απριλίου 1841 όταν χρέη γυμνασιάρχη εκτελούσε ο Αδόλφος Ανσέλμος. Ο Δεμοί­ρος θεωρεί τον κανονισμό «μνημειώδη ως προς τα νοήματα και την έκφρασιν». Στον Γυμνασιάρχη του ίδιου σχολείου στην εκατονταετηρίδα από την ίδρυσή του, έκανε εντύπωση η διάταξη του άρθρου 13 που προέτρεπε τους μαθητές να υποβάλουν «εὐσχημόνως ἐρωτήσεις, ἐάν ἔχωσιν ἀπορίαν τινά ἀναφερομέ­νην πρός τό παραδιδόμενον μάθημα» καθώς τη θεωρεί «προο­δευτική δια την εποχήν εκείνην». Με βάση τον ίδιο κανονισμό (άρθρο 18) οι μαθητές ελέγχονταν για τη συμπεριφορά τους, για την οποία ίσχυαν πολύ αυστηροί περιορισμοί και ποικίλες απαγορεύσεις, στο πλαίσιο της τότε επικρατούσας ηθικής και εκτός σχολείου ενώ εάν καταδικάζονταν για οποιαδήποτε παράβαση του νόμου αποβάλλονταν από το σχολείο (άρθρο 20).

Φαίνεται όμως ότι δεν συμμορφώθηκαν όλα τα Γυμνάσια της χώρας με την απαίτηση του άρθρου 109 του Κανονισμού του 1836 να συντάξουν κανονισμούς, οπότε παρουσιάστηκε η ανάγκη να συνταχθούν τέτοιοι από το κράτος «ἵνα οἱ κανονισμοί οὗτοι οὐ μόνον ὦσι σύμφωνοι πρός τάς ἐν ἰσχύι διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος κειμένου, ἀλλά καί στηρίζωνται ἐπί τῶν αὐτῶν παιδαγωγικῶν αρχῶν». Το υπάρχον επομένως νομοθετικό πλαίσιο, ούτως ή άλλως ανεπαρκές και ξεπερασμένο, συμπληρώθηκε από τον «Ἐσωτερικόν Κανονισμόν Γυμνασίων και Ἑλληνικῶν Σχολείων» του 1857.

Ο Κανονισμός του 1857 καθόριζε με σαφήνεια τα πειθαρχικά παραπτώματα των μαθητών και προέβλεπε μία ποικιλία ποινών που ξεκινούσαν από την επίπληξη και έφταναν μέχρι τον αποκλεισμό από όλα τα σχολεία της επικράτειας. Αν περιοριστούμε στα άρθρα που διαφέρουν από την αντίστοιχη σύγχρονη θεωρία και πρακτική, οι παλιότεροι θα αναγνωρίσουν την σχολική πραγματικότητα ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 16: «ἐντός τοῦ δωματίου τῆς παραδόσεως ὁ μαθητής μένει πάντοτε ἀσκεπής, ἐκτός ἄν, πά­σχων, λάβη τήν ἄδειαν τοῦ διδασκάλου νά φέρη ἐπί τῆς κεφαλῆς τό κάλυμμα. Καθήμενος δ’ ἐπί τῶν θρανίων, ὀφείλει νά κρατῆ τάς χεῖρας ἐπί τῆς ἄκρας τῶν τραπεζῶν καί νά διατηρῆ ἀκατα­παύστως εὐσχήμονα στάσιν». Επίσης, οικείο οπωσδήποτε είναι και το άρθρο 21: «εἰσερχομένου διδασκάλου ἤ ξένου τινός ἐν τῷ δωματίῳ τῆς παραδόσεως, οἱ μαθηταί ἀνίστανται, ἡσύχως, κλί­νουσι πρός τόν εἰσερχόμενον ἐλαφρῶς τήν κεφαλήν καί πάλινκάθηνται» ενώ σύμφωνα με το άρθρο 28: «ἀπαγορεύεται ἡ μετα­ξύ μαθητῶν συνεννόησις πρός σχηματισμόν φατρίας ἐφ’ οἱῳδή­ποτε σκοπῷ».

Τέλος, οι καθηγητές οφείλουν να ελέγχουν τους μαθητές και εκτός του σχολείου, με έμφαση στον τακτικό εκκλησιασμό, που είναι υποχρεωτικός, και την απαγόρευση εισόδου στα καφενεία.

[…] Ωστόσο, γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως εκτός από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, ιδιαίτερα οι δάσκαλοι, αλλά και ορισμένοι καθηγητές, εφάρμοζαν επίσης συστηματικά τον άγραφο σωφρονιστικό κώδικα των σωματικών ποινών και άλλων εξευτελισμών προκειμένου να συνετίσουν τους απείθαρχους μαθητές. Εξάλλου, το ξύλο στα παιδιά ως μέτρο σωφρονισμού εφαρμοζόταν ευρύτατα έως σχετικά πρόσφατα και ήταν απολύτως αποδεκτό κοινωνικά. Η δημώδης και λόγια λογοτεχνική μας παράδοση έχει αποδώσει θαυμάσια αυτή την εμπειρία.

Δεν περιορίζονται ωστόσο μόνο στη λογοτεχνία τα τεκμήρια για τη χρήση του ξυλοδαρμού στη σχολική εκπαίδευση. Το μαρτυρούν τα εκατομμύρια των μαθητών και μαθητριών και σημερινών ενηλίκων, που είχαν αυτή την ομολογουμένως αξέχαστη εμπειρία, αλλά και οι σχετικές υπουργικές εγκύκλιοι που επισημαίνουν το φαινόμενο και επιχειρούν να το εξαλείψουν. Η πρώτη τέτοια εγκύκλιος που απεστάλη από το Υπουργείο στους γυμνασιάρχες έχει ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1848. Στην εγκύκλιο αυτή η χρή­σις της «ράβδου» χαρακτηρίζεται «ὅλως βάρβαρος καί κατάλλη­λος μᾶλλον εἰς άπομώρανσιν παρά εἰς ἐξημέρωσιν τῆς καρδίας καί ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας τῆς νεολαίας». Στην ίδια εγκύκλιο γίνεται αναφορά στις ποινές που προβλέπονται από τα άρθρα 53-55 του Κανονισμού περί Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων «αὐστηρᾶς μέν ἐπί πλέον ἤ ἔλαττον καταλλήλους δέ εἰς λογικά καί ἐλεύθερα ὄντα». Παρόμοιες εγκύκλιοι θα εκδοθούν και τα επόμενα χρόνια ως το 1884 οπότε εκδίδεται ειδική υπουργική εγκύκλιος (2081/22/3/1884) «περί ἀπαγορεύσεως τῶν ραβδισμῶν καί ἄλλων αἰκισμῶν τῶν παίδων», στην οποία τονίζεται με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος η πρόθεση του υπουργείου να μην ανεχτεί παρόμοια φαινόμενα. Η έκδοση της συγκεκριμένης εγκυκλίου 36 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης που έχουμε στη διάθεσή μας, φανερώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πως η ράβδος ουδέποτε έπαψε να πίπτει πλουσιοπάροχα επί δικαίων και αδίκων μαθητών και μάλιστα έως την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής Δημοτικού και Γυμνασίου, δηλαδή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Κι ενώ το νομοθετικό πλαίσιο απαγόρευε ρητά τις σωματικές ποινές, ελάχιστες είναι οι διαθέσιμες πληροφορίες για την τιμωρία διδάσκοντος στη Μέση Εκπαίδευση για σχετικό παράπτωμα. Παρόλα αυτά στο τέλος της ίδιας χρονιάς (1884) μία νέα εγκύκλιος (20580/30.12.1884) μάς πληροφορεί για την απόλυση διδάσκοντος από τη Μέση Εκπαίδευση ύστερα από καταγγελία του διευθυντή του σχολείου του, του Ελληνικού Σχολείου Πειραιώς, ο οποίος «ἐπέβαλε τρισί τῶν μαθητῶν τῆς τάξεως… τήν ποινήν τοῦ ἐμπτυσμοῦ ὑπό τῶν συμμαθητῶν» ενώ τιμώρησε και έναν μαθητή που αρνήθηκε να υπακούσει στην προσταγή του.

Εκτός από τον ξυλοδαρμό, εφαρμοζόταν και η περίφημη «νηστεία», η υποχρεωτική κράτηση δηλαδή των μαθητών στο σχολείο τις ώρες της μεσημεριανής διακοπής των μαθημάτων. Έτσι οι τιμωρημένοι μαθητές παρακολουθούσαν τα απογευματινά μαθήματα νηστικοί αφού τους είχε απαγορευτεί να μεταβούν στο σπίτι τους για φαγητό. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ειρωνείες και τις προσβολές που οι διδάσκοντες μεταχειρίζονταν, συχνά με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα και πρωτοτυπία, αντλώντας πρότυπα κατά προτίμηση από το ζωικό βασίλειο, προκειμένου να τηρούν την πειθαρχία στην τάξη.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τους δασκάλους, φαίνεται πως η βαναυσότητα των μεθόδων που μεταχειρίζονταν, έβρισκε συχνά άξιο συναγωνιστή τη σκληρότητα ορισμένων μαθητών, που απειλούσαν και επιτίθονταν εναντίον δασκάλων και καθηγητών εξασφαλίζοντας μάλιστα συχνά πλήρη ασυλία. Σύμφωνα με του π. Αρ. 7849 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας της 2 Οκτωβρίου 1872: «εἰς διάφορα τοῦ Κράτους παιδευτήρια μαθηταί θρασεῖς και αὐθάδεις ἀπειλήσαντες καί δι’ ὅπλων βαλόντες διδασκάλους καί καθηγητάς αὐτῶν, διότι ἐνόμισαν ἑαυτούς ἤ ἀδίκως τιμωρη­θέντας ἤ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς δῆθεν ἀδικηθέντας ἔμειναν ἀτιμώ­ρητοι καί ἀκατανίκητοι». Φόβος του Υπουργείου ήταν μήπως «τά ἐνδεικτικά καί ἀπολυτήρια γίνωνται ὕποπτα ὡς προϊόντα ἐκβια­σμοῦ καί φόβου».

Όπως και να έχει, αναφερόμαστε οπωσδήποτε σε μία εποχή κατά την οποία η βία γενικότερα κατείχε άλλη θέση απ’ ό,τι σήμερα στο κοινωνικό σύστημα αξιών και η άσκησή της στον χώρο του σχολείο έμοιαζε μάλλον αναπόφευκτη. Αυτό που έχει ωστόσο ενδιαφέρον να εξετάσουμε είναι το πώς εφαρμόστηκε στην πράξη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθώς η απόλυτη τήρηση του κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Στις επόμενες σελίδες λοιπόν θα απασχοληθούμε με την «μικροϊστορία» της σχολικής παραβατικότητας και της αντιμετώπισής της εκ μέρους της Διεύθυνσης του Γυμνασίου Ναυπλίου…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862).

 

 

Read Full Post »

Older Posts »