Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκτελέσεις’

Η κατοχή στην Αργολίδα με τη ματιά ενός Ιταλού στρατιώτη


 

Ο Ιταλός ιατρός Φράνκο Ρομάνο (Franco Romano) γεννήθηκε το 1921 και υπηρέτησε ως στρατιώτης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο με τον βαθμό του ανθυπίατρου. Ο Φράνκο  μετατέθηκε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Άργος, όπου έκανε πολλούς φίλους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άργος θεράπευσε κατοίκους της πόλης, καθώς και ανθρώπους της ευρύτερης περιοχής. Στο Άργος γνώρισε την μούσα του, την Ευαγγελία Τούμπανου, την εποχή της συνθηκολόγησης των Ιταλών (1943). Παρ’ ότι την ερωτεύτηκε εξ’ αρχής, η νεαρή Ευαγγελία θεώρησε ότι υποκρινόταν, απορρίπτοντας μάλιστα δύο φορές την πρόταση γάμου που της έκανε…

Ο Ρομάνο έγραψε για τα βιώματά του στο βιβλίο «Μία απέραντη αγάπη», το οποίο αφιέρωσε στην μνήμη της γυναίκας του. Στο βιβλίο περιγράφονται γεγονότα από την κατοχή, καθώς και η στάση των Ιταλών και Γερμανών στρατιωτών απέναντι στους κατοίκους, ιδιαίτερα στο  Άργος και στις γύρω περιοχές.

Ας δούμε τι αναφέρει, μεταξύ άλλων,  στο βιβλίο του, για το αεροδρόμιο των Φιχτίων, την πόλη του Άργους,   την εκτέλεση τριών ομήρων, τη φυλάκιση του από τους Γερμανούς, το βομβαρδισμό του Άργους και τέλος την ανατίναξη του λιμανιού του Ναυπλίου.

 

Μετάθεση στο Αεροδρόμιο των Φιχτίων

Φίxτια 30.08.1942

 

Φράνκο Ρομάνο

Μετατέθηκα στο αεροδρόμιο των Φιχτίων, ένα χωριουδάκι στην επαρχία του Άργους κοντά στις Μυκήνες, το βασίλειο του Αγαμέμνονα. Ήταν ένα μικρό αεροδρόμιο που φιλοξενούσε λίγα αεροπλάνα. Σε απόσταση διακοσίων μέτρων, ανάμεσα στους ελαιώνες, βρισκόταν το στρατόπεδό μας. Ήταν κατασκευασμένο από καλοφτιαγμένες παράγκες. Η καθεμιά είχε τη λειτουργία της. Υπήρχε ένα σωστά εξοπλισμένο νοσηλευτήριο, η κουζίνα, η τραπεζαρία, το αρχηγείο και τα προσκείμενα γραφεία, τα καταλύματα των αξιωματικών, των υπαξιωματικών, του στρατεύματος και το εργαστήρι, καθώς και τα χτιστά αποχωρητήρια και τα ντους. Δίπλα στο αναρρωτήριο είχε τοποθετηθεί μια σκηνή με τον κόκκινο σταυρό ζωγραφισμένο στο εξωτερικό της με έξι κρεβάτια για νους νοσηλευόμενους και δύο για το προσωπικό υπηρεσίας Την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα στη σκηνή, έγινα στόχος κουνουπιών. Ο Κάμπος ήταν γεμάτος τέτοια έντομα λόγω της υγρασίας. Έτρεξα στο καταφύγιο για να προμηθευτώ μια κουνουπιέρα και από το δεύτερο βράδυ κι έπειτα κατάφερα να κοιμάμαι ήρεμος. Σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου από το αεροδρόμιό μας υπήρχε ένα άλλο, κατειλημμένο από τους Γερμανούς, το Κουτσοπόδι. Για να είμαι ειλικρινής στο αεροδρόμιο των Φιχτίων προσαρμόστηκα σύντομα και έκανα καινούργιες φιλίες. Το Τμήμα Υγιεινής αποτελούνταν από τον υπολοχαγό ιατρό, έναν επίλεκτο ειδικευμένο αεροπόρο, τρεις βοηθούς νοσοκόμους και από εμένα. Και εδώ ο κόσμος υπέφερε από την πείνα ίσως λιγότερο οι χωρικοί. Τρέφονταν κυρίως με βολβούς και ρίζες που έβγαζαν από τη γη και με φρούτα. Έδινα τα ρούχα για πλύσιμο σε μια φτωχή οικογένεια του χωριού και τούς πλήρωνα με δραχμές ή τρόφιμα. Επειδή επιθυμούσα να βοηθήσω αυτή την οικογένεια ακόμα περισσότερο, είπα σε μερικούς να κάνουν το ίδιο.

Σε αυτό το μικρό χωριό των λίγων σπιτιών οι κάτοικοι αρρώσταιναν συχνά, από υποσιτισμό, και δυστυχώς δεν μπορούσαν να βρουν τα φάρμακα για να θεραπευτούν. Οι ασθένειες χτυπούσαν περισσότερο τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, οι οποίοι είχαν ανάγκη από ιατροφαρμακευτική περίθαλψη Ο αξιωματικός του αεροδρομίου, όταν πληροφορήθηκε την κατάσταση, συμφώνησε με τον γιατρό να δοθεί άδεια στους πολίτες που είχαν ανάγκη ιατρικής φροντίδας να παρακολουθούνται από εμάς. Έτσι όλα τα πρωινά μετά τις δέκα και μισή, αφού τελείωναν οι επισκέψεις των δικών μας στρατιωτών, βλέπαμε τους πολίτες. Πέρα από τις ιατρικές μας υπηρεσίες ασχολούμασταν με την απολύμανση των χώρων και του πόσιμου νερού, που το έφερναν, με τα αυτοκίνητα – δεξαμενές και το άδειαζαν σε κατάλληλα ντεπόζιτα, όπου για μεγαλύτερη σιγουριά ρίχναμε μέσα παστίλιες για αποστείρωση.

Το εργαστήριο λειτουργούσε από τις επτάμιση μέχρι τις εντεκάμισι. Από τις δύο μέχρι τις έξι ασχολούμασταν με φαρμακευτική περίθαλψη, οδοντιατρικές θεραπείες τραύματα, εξαρθρώσεις κ.λπ.

Θυμάμαι αμυδρά την επίσκεψη κάποιων πολιτών. Είχα θεραπεύσει την πληγή στο δεξί πόδι ενός παιδιού οκτώ ετών, που είχε έρθει με μια νεαρή γυναίκα. Ονομαζόταν Παναγιώτης Μαραγκός. Το τραύμα είχε προκληθεί από την κλοτσιά ενός μουλαριού, συγκεκριμένα από το σίδερο του πετάλου. Η πληγή, ελάχιστα φροντισμένη χειροτέρευε και η μόλυνση είχε επεκταθεί. Κάποιος χειρούργος αποφάσισε να του κόψουν το πόδι για να μη δημιουργηθεί  γάγγραινα. Ο πατέρας του παιδιού απελπισμένος το έφερε αμέσως σε εμάς στο Πρώτων Βοηθειών όπου και διαπιστώσαμε τη σοβαρότητα του πρηξίματος. Του έκανα μια τομή με το νυστέρι και πιέζοντας πετάχτηκε άφθονο πύον.

Θεραπεύτηκε σε λίγες ημέρες. Μερικές λεπτομέρειες του γεγονότος τις πήρα από τον ίδιο τον Παναγιώτη, ο οποίος σήμερα ζει στα Φίχτια.

 

Η πόλη του Άργους

Φίχτια 10.10.1942

 

Δώδεκα χιλιόμετρα από τα Φίχτια βρίσκεται το Άργος, μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, 5.000 χρόνια π.Χ. Είναι μια όμορφη κωμόπολη, σε μια πεδιάδα με αρχαιολογικά ευρήματα, το Θέατρο, το Κάστρο και την Αγορά. Διασχίζοντας την οδό Κορίνθου μέχρι το τέλος, φτάνουμε στη μεγάλη πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον καθεδρικό ναό αφιερωμένο στον προστάτη της πόλης (έναν επίσκοπο που ανακηρύχθηκε άγιος). Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, ακόμα και σήμερα, προικίζεται η φτωχότερη κοπέλα του Άργους. Ο Άγιος είχε ζητήσει, όταν βρισκόταν στη ζωή, το γεγονός να επαναλαμβάνεται τα επόμενα χρόνια.

Στα δεξιά, μετά την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου και στρίβοντας αριστερά στην οδό Γεωργίου Β’, υπήρχε ένα ξενοδοχείο και ένα διώροφο σπίτι όπου έμεναν οι αρχηγοί τον γερμανικού αρχηγείου. Πίσω από την πλατεία της αγοράς ήταν τα κρεοπωλεία. Στο βάθος, στο κέντρο, ανάμεσα στην οδό Δαναού και στην οδό Καλλέργη, βρίσκονταν οι στρατώνες όπου είχε εγκατασταθεί το ιταλικό αρχηγείο. Στα αριστερά της πλατείας του Αγίου Πέτρου, στην οδό Δαναού, υπήρχε και υπάρχει μέχρι σήμερα ένα νεοκλασικό κτίσμα, το δημαρχείο του Άργους. Διασχίζοντας την οδό Δαναού, συναντούσαμε το τοπικό νοσοκομείο, ένα κτίριο χτισμένο από την οικογένεια Κωνσταντοπούλου το 1912. Η οδός Δαναού ήταν γνωστή εκείνη την εποχή σαν «Δενδροστοιχία», λόγω των εκπληκτικών πλατάνων που υπήρχαν και στις δύο πλευρές, που τα κλαριά τους σχημάτιζαν ένα διάδρομο σκιερό και δροσερό το καλοκαίρι. Στα αριστερά βρισκόταν το γυμναστήριο, το δημοτικό και το γυμνάσιο.

Στα δεξιά ήταν η οδός Θεάτρου, που στη διασταύρωση με την οδό Φείδωνος, στα αριστερά, υπήρχε μια αρχαία πηγή όπου μπορούσαν να ξεδιψάσουν τα ζώα. (Σήμερα, στη θέση της, κάτω από τη σκιά του αιωνόβιου πλατάνου υπάρχει ένα περίπτερο.) Λίγα πιο κάτω, στα αριστερά, στην οδό Τριπόλεως, φαίνονταν τα ερείπια της μεγάλης Αρχαίας Αγοράς και απέναντι, στα δεξιά, το βουνό όπου οι αρχαίοι Έλληνες είχαν σκάψει στο βράχο, που ακόμα υπάρχει, το Θέατρο με τα σκαλιά και τα πέτρινα καθίσματα σε ημικύκλιο, χωρητικότητας 20,000 θεατών, κατασκευασμένο περίπου το 300 π.Χ. από τον Πολύκλειτο.

Ψηλά φαινόταν το ολόλευκο καμπαναριό της ιστορικής εκκλησίας της Πορτοκαλούσας, που το 1821 ήταν κρυφό σχολειό. Ακόμα πιο ψηλά, στην κορυφή του βουνού, υψωνόταν το Μεσαιωνικό Κάστρο (η αρχαία Λάρισα), οχυρωμένο από τους αρχαίους Έλληνες, καλλωπισμένο από τους Βυζαντινούς και μ’ ένα οχυρωματικό τείχος από τους Βενετσιάνους. Κατακτήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι κατόπιν εκδιώχθηκαν. Από την οδό Τριπόλεως άρχιζε ο Συνοικισμός, που κατοικούνταν από πρόσφυγες Έλληνες, Αρμένιους και Ρώσους που είχαν εκδιωχθεί απ’ τους Τούρκους το 1912 και το 1918. Ο Συνοικισμός εκτεινόταν μέχρι τους πρόποδες του βουνού. Η πόλη του Άργους είχε καταληφθεί από το ιταλικό και το γερμανικό στράτευμα. Ανάμεσα στα δύο αρχηγεία είχαν επέλθει συμφωνίες. Κανένας δεν υπερείχε του άλλου. Οι αποφάσεις παίρνονταν από κοινού. Οι Ιταλοί είχαν το αρχηγείο τους στην πλατεία του Άργους και οι Γερμανοί στο Ναύπλιο. Το ιταλικό αρχηγείο διέθετε περίπου χίλιους εξακόσιους άντρες – πεζικό, πυροβολικό και δυνάμεις της αστυνομίας. Εμείς της Αεροναυτικής ανήκαμε στο Στρατιωτικό Αρχηγείο της Αεροναυτικής στην Αθήνα.

 

Τρεις Έλληνες όμηροι εκτελούνται

Άργος 18.8.1943

 

Ένα άλλο γεγονός που συνέβη στο Άργος στις 18 Αυγούστου 1943, από τον τρόπο που εξελίχθηκε, μεγάλωσε τη συμπάθεια για τούς Ιταλούς. Μετά το ποδοπάτημα και το βασανισμό ενός νεαρού Γερμανού στρατιώτη από κάποιους ανεύθυνους ηλίθιους, απ’ τον οποίο πήραν το όπλο και τον μπερέ, η αντίδραση του γερμανικού αρχηγείου ήταν άμεση. Έκαναν έρευνα στην περιοχή και συνέλαβαν δέκα νεαρούς πολίτες, για αντεκδίκηση. Τέσσερις από αυτούς αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι, εφόσον κατά τη διάρκεια του επεισοδίου βρίσκονταν στην εργασία τους, κοντά στους Γερμανούς, και συνελήφθησαν ενώ επέστρεφαν από αυτήν. Μερικούς συλληφθέντες τους βάρυναν κατηγορίες. Πράγματι (έγινε γνωστό αργότερα), ότι δύο συμμετείχαν στην επίθεση, ενώ οι άλλοι ήταν αθώοι. Ύστερα οι Γερμανοί έβγαλαν μια διαταγή που τη μετέδωσαν από τα μεγάφωνα, τόσο στην πλατεία όσο και στην περιφέρεια: «Δίνουμε δώδεκα ώρες καιρό σε εκείνους που διέπραξαν την επίθεση να παραδοθούν στις γερμανικές Αρχές για να περάσουν από κανονική δίκη και να εκτίσουν ποινή φυλάκισης. Αν περάσουν οι δώδεκα ώρες και δεν έχει παραδοθεί κανείς, οι έξι όμηροι θα τουφεκιστούν». Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο Ιταλός φρούραρχος, κάνοντας γνωστό ότι δεν ήταν πρέπον να τουφεκιστούν έξι άτομα για την απερίσκεπτη ενέργεια μερικών ασυνείδητων. Θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική τιμωρία. Ακολούθησε έντονη συζήτηση και στο τέλος συμφώνησαν. Τρεις θα κρατούσαν οι Γερμανοί και τρεις οι Ιταλοί.

Τα ονόματα των ομήρων ήταν γραμμένα σε έξι κομμάτια χαρτί, που τοποθετήθηκαν διπλωμένα σε ένα κουτί και κληρώθηκαν, ένα τη φορά. Η πρώτη κλήρωση για τους Γερμανούς, η δεύτερη για τους Ιταλούς και ούτω καθεξής. Εκείνοι που κληρώθηκαν για τους Γερμανούς μεταφέρθηκαν στο αρχηγείο τους στην οδό Τζώρη 66, στο σπίτι του Κασιδάκη που είχε μετατραπεί σε φυλακή.

Τα ονόματα όσων κληρώθηκαν για τούς Γερμανούς ήταν: Μαρλαγκούτσος Γεώργιος 26 ετών, Κασιδάκης Δημήτρης 26 ετών, Μπογοβίτης 24 ετών (δεν κατόρθωσα να μάθω το όνομά του). Αυτοί που κληρώθηκαν για τους Ιταλούς ήταν: Μαρλαγκούτσος Σωτήρης 25 ετών, Αντρέας Ηλιάδης 26 ετών, Έντμον (και αυτού δεν μπόρεσα να μάθω το όνομα).

Ο γαμπρός του Κασιδάκη, πρώην υπολοχαγός του ελληνικού στρατού, είχε προτείνει στον κουνιάδο του να τον βοηθήσει να το σκάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο ίδιος όμως δε θέλησε, λέγοντας ότι ήταν αθώος και ότι θα τον απελευθέρωναν.

Παρά τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες του ιταλικού, αρχηγείου να αποφευχθεί ο τουφεκισμός των τριών κακότυχων, ο Γερμανός αρχηγός ήταν αμετακίνητος. Θεωρούσε καθήκον του να δώσει ένα παραδειγματικό μάθημα για να μην επαναληφθούν παρόμοιες πράξεις. Αφού πέρασαν οι δώδεκα ώρες και δεν εμφανίστηκε κανένας, το πρωί της 24ης Αυγούστου του 1943, οι τρεις οδηγήθηκαν στην περιοχή Μπομπέικα όπου και τουφεκίστηκαν. Η τύχη των άλλων τριών πού κρατήθηκαν από τους Ιταλούς ήταν διαφορετική. Ύστερα από μερικές μέρες φυλάκισης, αφέθηκαν ελεύθεροι. Όσο για τον Έντμον, έμαθα πως υποψιάζονταν ότι ήταν ένας από τους βασανιστές του Γερμανού στρατιώτη.

 

Φυλακισμένοι των Γερμανών

Φίχτια 9.9.1943

 

9 Σεπτεμβρίου του 1943, ώρα πέντε και μισή. Κοιμόμουν βαθιά στο κρεβάτι μου στη σκηνή, όταν αισθάνθηκα ένα απότομο τράνταγμα και ξύπνησα. Ήταν ο νοσοκόμος του διπλανού κρεβατιού. Ένας ψίθυρος ασυνήθιστος με κάνει να ξυπνήσω για τα καλά. Δύο Γερμανοί στρατιώτες με τα οπλοπολυβόλα μάς φώναξαν να σηκωθούμε και να παραδώσουμε τα όπλα. Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε και φορέσαμε τους βραχίονες με τον κόκκινο σταυρό. Ύστερα, τούς δώσαμε να καταλάβουν με νοήματα ότι εμείς του Τμήματος Υγιεινής δεν είχαμε όπλα. Αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχαν κρυμμένα όπλα, μας έκαναν νόημα να τους ακολουθήσουμε, πάντα με προτεταμένα τα όπλα. Φτάσαμε στην πλατεία όπου είχαν αρχίσει να μαζεύονται όλοι οι άλλοι στρατιώτες και αξιωματικοί, μερικοί μισοντυμένοι. Ξαφνιαστήκαμε, αλλά και να θέλαμε να αντισταθούμε, δεν ήμασταν σε θέση να το κάνουμε μόνο με τα πυροβολεία των 20 mm που διαθέταμε.

Οι Γερμανοί είχαν περικυκλώσει τον κάμπο με τανκς, ήταν καλά εξοπλισμένοι και διέθεταν ισχυρότερες δυνάμεις από τις δικές μας. Ένας αξιωματικός Γερμανός ήρθε στην πλατεία και, αφού έγινε σιωπή, σε σπασμένα ιταλικά είπε ότι ο καθένας μας έπρεπε να πάει στη θέση υπηρεσίας του. Ήθελαν να ελέγξουν τις αρμοδιότητες του καθενός. Χωρίς να χάσω χρόνο, πήγα μαζί με τους άλλους νοσοκόμους στο νοσηλευτήριο. Οι αξιωματικοί είχαν συγκεντρωθεί στο γραφείο του αρχηγού του αεροδρομίου. Ο προηγούμενος επικεφαλής ήταν τυχερός, είχε επιστρέψει στην Ιταλία πριν από δέκα μέρες. Στις επτά ήρθε ο υπολοχαγός ιατρός στο νοσηλευτήριο για να μας πει να συνεχίσουμε την υπηρεσία μας όπως και πριν. Έπειτα έφυγε γιατί έπρεπε να πάει στη συγκέντρωση μαζί με τους άλλους αξιωματικούς. Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε νέα διαταγή. Ένας άλλος Γερμανός αξιωματικός παρουσιάστηκε και μας είπε στα ιταλικά ότι είχαμε λίγα λεπτά για να μαζέψουμε τα προσωπικά μας είδη – έπρεπε να μεταφερθούμε σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άργος.

Ενώ προσπαθούσα να κρυφτώ από έναν Γερμανό στρατιώτη, βιάστηκα να μαζέψω όσο περισσότερα γινόταν και να τα βάλω στη βαλίτσα για να μην τα αφήσω σε αυτούς. Είχα σκοπό να μη μείνω φυλακισμένος, αλλά να αδράξω την πρώτη ευκαιρία που θα μου δινόταν και να το σκάσω. Θυμάμαι ακόμα εκείνα που πήρα: το κουτί για την περιποίηση των δοντιών, τον καθρέφτη με όλα τα αξεσουάρ, ψαλίδια, σύριγγες, αιμοστατικά, μπουκαλάκια με αιθυλικό αιθέρα, αντιτετανικούς ορούς, νεοσίντ, καμφορά, καφεΐνη, σουλφαμίδες, γάζες, άτεμπριν, καθώς και όλο το κουτί με τα απαραίτητα για τις πρώτες βοήθειες. Ετοιμαζόμουν να πάρω τη φωτογραφική μου μηχανή, όταν ο Γερμανός υπηρεσίας μου την άρπαξε από το χέρι λέγοντας ότι κατάσχεται. Του την τράβηξα από το χέρι και την πέταξα κάτω. Μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Τότε αναγνώρισα τον υπεύθυνο που είχε ζητήσει να μαζέψουμε τα πράγματά μας και του εξήγησα τι είχε συμβεί. Απευθύνθηκε προς τον στρατιώτη, δείχνοντάς του την έξοδο. Εμένα μου υπέδειξε να μαζέψω από κάτω τη μηχανή, η οποία κατά τύχη είχε πέσει σε ένα κουτί χωρίς να πάθει ζημιά. Στις εννέα και σαράντα μας οδήγησαν στα φορτηγά παρακινώντας μας να ανεβούμε με τα πράγματά μας. Κατευθυνθήκαμε προς το Άργος. Στο δρόμο, ο κόσμος που συναντούσαμε μας χαιρετούσε με συμπάθεια. Πολλοί ξαφνιάστηκαν μόλις μας είδαν πάνω στα φορτηγά υπό την επίβλεψη των Γερμανών.

 

Ο βομβαρδισμός του Άργους

Άργος 14.10.1943

 

Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου, περίπου στις εννιά, ένα αγγλο-αμερικανικό αεροπλάνο έριξε πολύχρωμα πυροτεχνήματα που, στηριζόμενα στον αέρα από μικρά αλεξίπτωτα, φώτιζαν ολόκληρες περιοχές της πόλης για μερικά λεπτά. Ο κόσμος μη γνωρίζοντας τι ήταν, άρχισε να φοβάται. Εξήγησα στη μητέρα και στην Ευαγγελία ότι και στην Αφρική, στη Βεγγάζη, έριχναν σχεδόν όλα τα βράδια. Το αεροπλάνο, που τα έριξε, χωρίς αναγνωριστικό, είχε φωτογραφίσει τις επίμαχες περιοχές της πόλης με σκοπό να εντοπίσει θέσεις και γερμανικά στρατόπεδα. Την επόμενη μέρα -14 Οκτωβρίου- ειδοποίησα τη μητέρα και την Ευαγγελία ότι θα πήγαινα στον φίλο μου τον Παύλο και ότι πιθανόν να αργούσα. Πέρασα πρώτα από το καφενείο να χαιρετήσω τους φίλους. Θα ήταν περίπου δέκα και μισή τη στιγμή που βρέθηκα λίγο μακριά από το σπίτι του Βαρβάτη, όταν ένας εκκωφαντικός ήχος από αεροπλάνα που πετούσαν με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι. Τα είδα να προβάλλουν πίσω από το κάστρο, να χωρίζονται και ύστερα να εξαπολύουν ένα χαλάζι από βόμβες. Μόλις που πρόλαβα να κρυφτώ κάτω από μια πόρτα. Είδα κόσμο να τρέχει από όλες τις πλευρές και να σωριάζεται κάτω χτυπημένος από τις βόμβες. Άκουγα φωνές πόνου και επικλήσεις για βοήθεια. Ένας άντρας στη μέση του δρόμου φαινόταν νεκρός. Σύννεφα σκόνης σηκώνονταν δυσκολεύοντας την όραση. Είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και σύννεφα μαύρου καπνού έκαναν σκούρο τον ουρανό. Κραυγές πόνου από συγγενείς, ένα παιδί με κομμένα πόδια ήταν νεκρό. Μια βόμβα έσκασε κοντά στην καγκελόπορτα. Ευτυχώς, μόλις είχα μετακινηθεί στο εσωτερικό. Ο βομβαρδισμός σταμάτησε, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες στη γη, φωτιές και σπίτια με σπασμένα τζάμια, ερείπια παντού. Εγκατέλειψα την καγκελόπορτα, το θέαμα ήταν φρικιαστικό: σώματα διαμελισμένα, κεφάλια και μέλη αποκομμένα από το σώμα, πεταμένα σε απόσταση αρκετών μέτρων, δρόμοι πραγματικά σουρωτήρια από τις τρύπες που άφησαν οι βόμβες. Ο κόσμος συνέχιζε να τρέχει. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα και άρχισαν να έρχονται οι πρώτες βοήθειες, όταν ξεκίνησε ο δεύτερος βομβαρδισμός, φοβερός και αυτός. Πρόλαβα να βρω ένα καταφύγιο στην οδό Νικηταρά, κοντά στο δημαρχείο. Οι επικλήσεις στην Παναγία και τους Αγίους ήταν συνεχείς. Όλα έμοιαζαν με κόλαση από τις φλόγες τον καπνό και τη σκόνη.

Η Ευαγγελία Τούμπανου το 1945. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο βιβλίο, Φράνκο Ρομάνο «μια απέραντη αγάπη – ο τελευταίος πόλεμος στη Ελλάδα 1941-1944»…

Οι μητέρες καλούσαν τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους άντρες και οι άντρες τις γυναίκες. Ο βομβαρδισμός διήρκεσε όσο και ο πρώτος, προκαλώντας και άλλα θύματα. Έφτασαν οι πρώτες βοήθειες. Μερικοί Γερμανοί στρατιώτες φόρτωναν στα φορτηγά τους τραυματίες. Καρότσια που τραμπαλίζονταν στις τρύπες του δρόμου, γεμάτα πτώματα, προχωρούσαν προς τα νεκροταφεία – στην Ελλάδα κάθε συνοικία έχει το νεκροταφείο της. Προσπάθησα να βοηθήσω τους τραυματίες. Οι περισσότεροι ήταν σοβαρά και δεν αρκούσε η βοήθειά μου. Ένα αμερικανικό αεροπλάνο είχε χτυπηθεί από τους Γερμανούς. Ο πιλότος σώθηκε πέφτοντας με το αλεξίπτωτο. Οι Γερμανοί τον έψαξαν, αλλά δεν τον βρήκαν. Τον είχαν κρύψει οι κάτοικοι.

Επειδή βρισκόμουν κοντά, κατευθύνθηκα προς το σπίτι της οικογένειας Βαρβάτη. Παντού συναντούσα κόσμο και καρότσια γεμάτα νεκρούς. Όλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φωτιές. Σωροί ερειπίων γέμιζαν τους δρόμους που διέσχιζα εκείνη τη στιγμή. Φτάνοντας στην οδό Καλμούχου, είδα συγκεντρωμένο κόσμο κι ένα θέαμα φρικτό. Δύο σώματα, άψυχα κείτονταν στη γη σε μια μεγάλη λίμνη αίματος. Ήταν ο πατέρας και ο γιος Βαρβάτη. Ο Παύλος βοηθούσε τον πατέρα να κρυφτούν, όταν μια βόμβα έσκασε δίπλα και τους σκότωσε. Η μητέρα του είχε τραυματιστεί. Η απελπισία των γυναικών ήταν απερίγραπτη. Μετέφεραν τα δύο πτώματα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έκλαψα πολύ. Είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο. Δεν είχα το κουράγιο να εμφανιστώ, αλλά υποσχέθηκα να επιστρέψω κάποια άλλη στιγμή. Η σκέψη μου έτρεχε στο σπίτι. Προσπαθούσα να προχωρήσω γρήγορα, όμως μου ήταν δύσκολο. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ερείπια και καρότσια που κατευθύνονταν προς τα νεκροταφεία.

Ανοίγοντας δρόμο, κατάλαβα ότι οι βόμβες είχαν πλήξει το νεκροταφείο του Συνοικισμού και ότι τα δύο νοσοκομεία ήταν γεμάτα τραυματίες. Το σπίτι βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο. Περπάτησα ακόμα πιο γρήγορα. Αν είχε συμβεί κάτι τραγικό στην Ευαγγελία, θα σκοτωνόμουν. Έφτασα στο σπίτι γύρω στις δύο, γεμάτος σκόνη. Ευτυχώς το σπίτι, όπως και τα διπλανά σπίτια, δεν είχαν πάθει τίποτα. Μόνο το νεκροταφείο είχε βομβαρδιστεί. Ανακουφίστηκα μόλις πέρασα την καγκελόπορτα και τις είδα. Η μητέρα με αγκάλιασε και με φίλησε συγκινημένη. Παρατήρησα ότι την ίδια συγκίνηση είχε και η Ευαγγελία. Αυτή τη φορά με έσφιξε περισσότερο και, παρόλα που δε με φίλησε, δεν τραβήχτηκε όταν την αγκάλιασα και τη φίλησα εγώ. Το σφίξιμο του χεριού, μου ‘δωσε ελπίδα. Απ’ τη χειρονομία της, κατάλαβα ότι κάτι αισθανόταν για μένα. Νόμιζα ότι ονειρευόμουν, αισθάνθηκα ευτυχία. Αφού πλύθηκα, της διηγήθηκα για το βομβαρδισμό. Της μίλησα για το μέρος που είχα κρυφτεί, για τους νεκρούς και τους τραυματίες και για το τραγικό τέλος των Βαρβάτηδων. Η μητέρα μου είπε ότι φοβήθηκαν μήπως μου είχε συμβεί κάτι κακό. Τους είπα ότι κι εγώ ανησύχησα μόλις βομβάρδισαν το νεκροταφείο. Η παύση των πυρών ήταν σύντομη.

Στις τρεις έγινε, η τρίτη επίθεση, που έθεσε την πόλη σε συναγερμό, αναγκάζοντας τον κόσμο να ψάχνει για ασφαλές καταφύγιο. Αυτή τη φορά στόχος ήταν το αεροδρόμιο στο Κουτσοπόδι και ένα στρατόπεδο με Γερμανούς στρατιώτες. Το χτύπησαν στο κέντρο, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στην πίστα του. Ήταν μια ημέρα πένθους. Οι κάτοικοι δε θα ξεχνούσαν ποτέ τους δύο βομβαρδισμούς που είχαν καταστρέψει τη μισή πόλη. Τα θύματα ήταν περίπου εκατόν είκοσι. Οι τραυματίες περισσότεροι, πολλοί από αυτούς σε σοβαρή κατάσταση. Θυμάμαι κάποια ονόματα: Μαρούσης, Γεωργόπουλος, Κατερίνα Μαρλαγκούτσου, Θανασόπουλος, Χαρίλαος και Παύλος Βαρβάτης – πατέρας και γιος.

 

Οι Γερμανοί απειλούν και ανατινάζουν το λιμάνι του Ναυπλίου και στην Κόρινθο τη γέφυρα με το τρένο γεμάτο Ιταλούς στρατιώτες (14-9-1944)

 

Οι Γερμανοί δεν παρέλειψαν, εγκαταλείποντας το Ναύπλιο, να αφήσουν ένα ενθύμιο στις 14 Σεπτέμβρη 1944. Έβαλαν νάρκες στο λιμάνι και σε μερικά σπίτια και στις έντεκα ο αξιωματικός της τελευταίας περιπολίας ανατίναξε το λιμάνι προκαλώντας μερική καταστροφή. Καταστράφηκε το υδραυλικό και αποχετευτικό δίκτυο, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν τα λύματα γεμίζοντας για αρκετές μέρες με αηδιαστικές οσμές όλο τον περιβάλλοντα χώρο.

Έκαναν όμως και μια άλλη εγκληματική πράξη, κατά τη στιγμή της αναχώρησής τους από την Κόρινθο, στις 3 Οκτωβρίου 1944, στις δώδεκα και τριάντα ακριβώς. Εκκένωσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους Ιταλούς κρατούμενους και τους εξαπάτησαν λέγοντας ότι θα τους έστελναν πίσω στην Ιταλία μόλις να εγκατέλειπαν την Ελλάδα. Τους ανέβασαν στο τρένο, σπρώχνοντάς τους για να χωρέσουν όλοι. Στη συνέχεια, οδήγησαν το τρένο – αφού πρώτα τοποθέτησαν νάρκες – πάνω στη γέφυρα. Μόλις κατέβηκε ο οδηγός και οι βοηθοί, το ανατίναξαν. Οι καρότσες έπεσαν στο κανάλι, αναποδογύρισαν και το έφραξαν τελείως. Ήταν μια εκατόμβη νεκρών. Από τούς χίλιους εξακόσιους και περισσότερους στρατιώτες, δε σώθηκε κανένας. Αυτό ήταν το τελευταίο κατόρθωμα του γερμανικού αρχηγείου. Τώρα μπορούσαν να αποχωρήσουν περήφανοι… Ανάμεσα σ’ αυτούς θα ήμουν κι εγώ, αν δεν είχα κατορθώσει να το σκάσω…

 

Φράνκο Ρομάνο, μαρτυρίες από το βιβλίο του «μια απέραντη αγάπη – ο τελευταίος πόλεμος στη Ελλάδα 1941-1944», πρώτη έκδοση στα Ιταλικά, Ρώμη 1998, δεύτερη έκδοση στα Ελληνικά, Ναύπλιο 2004,  Εκδόσεις: ΑΤΝΑ (Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου). Μετάφραση Μαρία – Ιωάννα Μαρκή – Μπούρη.

 

Read Full Post »

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »