Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελληνική Επανάσταση’

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση, Κατερίνα Γαρδίκα, «Μνήμων», τόμος 1ος (1971), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Η βιογράφηση της πρώτης φάσεως της ζωής του Αναστασίου Πολυζωίδη έχει περιορισμένη ιστορική αξία αν τον αντιμετωπίσωμε σαν δημόσιο άνδρα· αν έχει κάποια σπουδαιότητα είναι σαν περιγραφή μιας προσωπικότητος, που αργότερα θα αναδειχθή σημαντική για την ακεραιότητα και το σθένος της. Περισσότερο από ό,τι στη δη­μόσια δράση του, που έχει για τον ίδιο χαρακτήρα παραπληρωματικό και επουσιώδη, πρέπει να δοθεί έμφαση στον Πολυζωίδη σαν ιδιώτη και σαν μαθητή, που μάλιστα μας παρέχει ενδείξεις της ψυχοσυνθέσεως και της νοημοσύνης του μέσα από δικά του κείμενα.

Γεννήθηκε στο Μελένικο της Μακεδονίας στις 20 Φεβρουαρίου 1802 από εύπορους γονείς, άρχοντες του τόπου· ευνοήθηκε στην εκπαίδευσή του, στην οποία πρέπει να έδωσαν μεγάλη σημασία οι γονείς του. Για τον πρώτο του δάσκαλο Αδάμ Ζαπέκο από το Μέ­τσοβο, μαθητή του Δημ. Βαρδάκα, φίλο και συμμαθητή του Νεοφύ­του Δούκα, εκφράζεται επαινετικά στα «Νεοελληνικά» του. Από τον οικοδιδάσκαλό του Χριστόφορο Φιλητά από τα Ιωάννινα, μα­θητή του Ψαλίδα, επήρε μαθήματα λατινικών, γεωγραφίας και ιστορίας. Τέλος, δάσκαλός του ήταν και ο Κων. Μινωίδης Μηνάς.

Δέκα έξη ετών, δηλαδή το 1818, χάνει τον πατέρα του και φεύ­γει για να σπουδάσει στη Βιέννη. Ο Μανασίδης τον εμφανίζει να μαθαίνει γερμανικά επί ένα χρόνο και συγχρόνως να σπουδάζει στο Πανε­πιστήμιο, όπου οι διαλέξεις δίνονται στα λατινικά. Δεδομένου όμως ότι το πρώτο του δημοσίευμα στο «Λόγιο Ερμή», μετάφραση από κεί­μενο γερμανικό, φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1818 εν Βιέννη, μπο­ρούμε να συμπεράνωμε ότι δεν είχε δυσκολίες με τη γλώσσα.

Οι συνεργασίες του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δημοσιεύονται στο τμήμα της Φυσικής και είναι σειρά μεταφράσεων με θέμα το ζωικό μαγνητισμό και τη θεραπευτική του αξία. Η θεωρία του ζωικού μα­γνητισμού είχε ευρεία διάδοση, όπως φαίνεται, στην ιατρική σκέψη της εποχής στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το θέμα αυτό παρουσιάζε­ται σαν φυσικοφιλοσοφική θεωρία με εφαρμογή στην ιατρική, ο δε Πολυζωίδης, φοιτητής στα 16 του χρόνια, είναι θερμός υποστηρικτής της. Πιστεύει δε ότι, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του, βοηθεί τους ομογενείς του στην πρόοδο, που προσπαθούν να επιτελέσουν με τη βοήθεια του ορθού λόγου. Είναι φανερός ο ενθουσιασμός ενός πνεύ­ματος, που καταπιάνεται με κάτι νέο. Αλλά δεν παύει από το να υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι η δουλειά του δεν έχει την απαραίτητη συνέπεια γιατί είναι πάρεργο στις «περί το έργον τον ασχο­λίες», δηλαδή στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο.

Στη Βιέννη μένει σχεδόν δύο χρόνια και από εκεί πηγαίνει στο Göttingen μαζί με τον Μαύρο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Ασώπιο και άλλους στα τέλη του 1819, όπου βρίσκουν τον Γ. Ψύλλα, που έχει έλθει από την Ιένα ήδη από τις αρχές του φθινοπώρου.

Από το Göttingen ο Πολυζωίδης εξακολουθεί να στέλνει συνεργα­σίες στο «Λόγιο Ερμή», αυτή τη φορά με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Μαζί με τον Μαύρο φεύγει και εγκαθίσταται στο Βερολίνο το χειμώνα του 1820/21, στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου.

Για τη φύση των σπουδών του έχομε πληροφορίες από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1824 ζητεί από τον Γ. Κουντουριώτη διευκολύνσεις για να πάει στο Παρίσι και να «εξακολουθήση των πολιτικών μαθημάτων την σπουδήν» του, δηλαδή να συνεχίσει σειρά μαθημάτων, που είχε αρχίσει στη Γερμανία. Σε γράμμα πάλι προς τον Γ. Κουντουριώτη τον Οκτώβριο του 1826 γράφει σαφώς για τη φάση αυτή των σπουδών του:

 

«Αφού τετραετίαν ολόκληρον ενησχολήθην εις την σπουδήν των ιατρικών μαθημάτων, αναγκασθείς να διακόψω αυτήν προς καιρόν δια να εκπληρώσω μεγαλύτερα προς την κατά της τυραννίας εγερθείσαν πατρίδα μου χρέη, στοχάζομαι ότι είναι καιρός να επιστρέψω εις το πρώτον μου έργον, καθ’ όσον η εις την Ελλάδα περαιτέρω διατριβή μου είναι πάντη περιττή και δύω χρόνων ακόμη εις την ιατρικήν τέχνην ενασχόλησις ημπορεί να με καταστήση ικανόν δια να φανώ ωφελιμότερος, παρ’ ό,τι είμαι τώρα, εις το έθνος μου».

 

Οι δύο αυτές πληροφορίες δεν είναι αντιφατικές, διότι μπορεί να συνδυάσει στις σπουδές του την ιατρική και την πολιτική, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιατρική. Άλλωστε τα άρθρα του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δείχνουν ότι ασχολείται με την ιατρική, ενώ το επεισόδιο με τον Ψύλλα μας φανερώνει την ενασχόλησή του με τα αρχαία γράμματα, και η δεύτερη σειρά μεταφράσεων στο «Λόγιο Ερμή» αποκαλύπτει την εξοικείωσή του και συνάφειά του με φιλοσοφικές θεωρίες και με την ιστορία, σχέσεις πιθανές μια που ασχολείται με την πολιτική. Γενικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό δίνει ο Σ. Τρικούπης στην ιστορία του:

 

«Όσοι των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυϊκάς ηγεμονίας, ας κατείχον και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώ­σεων αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύτα δεν εχρησίμευον εν κράτει όπου τα κινούντα την πο­λιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφεκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ’ όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κώνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν».

 

Μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο θα είχε και ο Πολυζωίδης την ευκαι­ρία να επιλέξει τα θέματα των σπουδών του. Οπωσδήποτε και τώρα και από τη μετέπειτα συγγραφική του δράση φαίνεται η κλίση του πνεύματός του προς τα θεωρητικά· η ιατρική όμως παρέχει χειροπια­στή τη συμβολή της σε όποιον θέλει να προσφέρει στο αναγεννώμενο έθνος του.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις δεν είχε υποτροφία της Φιλομούσου Εται­ρίας∙ άλλωστε εκείνη την εποχή δεν φαίνεται να είχε ανάγκη από υποτροφία: οι γονείς του ήταν εύποροι. Ο Πολυζωίδης φαίνεται να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλόμουσο Εταιρία αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι ήταν υπότροφός της· οι συμμαθητές του ήταν υπότροφοι και οπωσδήποτε πολλές από τις γνώσεις του οφείλονται στην προσωπική του έρευνα σαν ιστορικού.

Η έκρηξη της επαναστάσεως βρίσκει τον Πολυζωίδη, τον Μαύρο και τον Ψύλλα στο Βερολίνο. Πρώτος, κατά τα λεγόμενα του Ψύλλα, ο ίδιος, δεύτερος ο Μαύρος, αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον αγώ­να· προσπαθούν να συμπαρασύρουν και τον Πολυζωίδη «αλλ’ ούτος, αδρανούς ων χαραχτήρος, ανθίστατο, έως ότου οι εν Γοττίγγη ομογενείς μαθηταί μας έγραψαν επιστολήν» και συνεννοούνται να συναντηθούν στη Λειψία, όπου θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν «κατά γενικήν απόφασιν, όπου ήθελε φανή ότι δυνάμεθα να φανώμεν χρήσιμοι εις την πατρίδα». Συνεχίζει: «Κατέβημεν τότε εις Λειψίαν. Εύρομεν τους εκ Γοττίγγης συμμαθητάς μας· ήλθομεν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν την ημέραν των Βαΐων και ότε ο ιερεύς μας ενεχείριζε, κατά το έθιμον, τον κλάδον της δάφνης, έλεγεν εις έκαστον εξ ημών: «τούτο έστω δι’ υμάς το σύμβολον της νίκης». Αποφασίζουν μέσω Βιέννης να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Ρουμανία και να αγωνισθούν εκεί. «Τούτο δε και επράξαμεν, διαβαίνοντες 15 Έλληνες μαθηταί εν θριάμβω δια Δρέσδης και Πράγας και πολλών άλλων πόλεων, κωμοπόλεων και πολιχνίων πα­ρακολουθούμενοι και θαυμαζόμενοι υπό των κατοίκων».

Ο Πολυζωίδης εγκαταλείπει τις σπουδές του και εισέρχεται στον αγώνα με επιφυλάξεις…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Κατερίνας Γαρδίκα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».  


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  13  Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Ιωάννης Αντωνόπουλος

Ιστορικός – Ερευνητής

Συνεργάτης Παντείου Πανεπιστημίου

με θέμα: « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή

Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και

Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Ιωάννης Αντωνόπουλος


 

Είναι ερευνητής ιστορικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.       Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Caen Νορμανδίας και Paris Ι-Sorbonne στη Γαλλία.

Έχει ειδικευτεί στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό, στην Οικονομική Ιστορία, την Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, καθώς και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης.

Έχει εργαστεί ως Ειδικός Επιστήμονας – Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διδάσκει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Στρατιωτική και Αστυνομική Ακαδημία.)

Είναι συγγραφέας ικανού αριθμού μελετών και επιστημονικών άρθρων στους τομείς των ενδιαφερόντων του, όπως οι Ελληνογαλλικές σχέσεις  19ος– 20ος αιώνας, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαστάσεις του δημοσίου δανεισμού, τεχνολογική εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα 19ος– 20ος αιώνας, γαλλογερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κ.α.

 

Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833.

Η μετακόμιση των πιο πολλών κυβερνητικών και ξένων εκπροσώπων έγινε πριν το τέλος του 1834. Η Μπεττίνα γράφει:

«Τη 12η  Δεκεμβρίου ο βασιλιάς έφυγε από το Ναύπλιο. Έφυγαν και όλοι οι άλλοι υπάλληλοι, διπλωμάτες κτλ., έτσι ώστε η ζωή έγινε εδώ πολύ ήσυχη και μονότονη, ακριβώς όπως θα σου άρεσε εσένα, μανούλα μου.»

Για τη μετακόμιση σημειώνει ακόμη στο ημερολόγιο της:

«Στις 7 το πρωί ο βασι­λιάς έφυγε με άλογο, εντελώς σιωπηλά. Θα πάει μέχρι την Επίδαυρο, απ’ όπου θα πάρει το πλοίο. Υπήρχε η ιδέα να ριχτούν πυροβολισμοί από τα δυο φρούρια, αλλά ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε. Δεν ήθελε να θεωρηθεί η αποχώρηση του ως εορτή. Αυτή η διακριτικότητα ήταν ευχάριστη.»

Τα μακρά γράμματα της Μπεττίνας περιέχουν ένα πλουσιότατο υλικό. Πέραν των προσωπικών συναισθημάτων της η νεαρή Γερμανίδα περιγράφει με εξαιρετική λεπτομέρεια όλες τις καινούργιες εντυπώσεις της, τα τοπία, το ταξίδι με πλοίο και με άλογο, τους ανθρώπους που γνωρίζει, την εμφάνιση τους και τη συμπεριφορά τους. Οι συνθήκες ζωής στο Ναύπλιο φωτίζονται με κάθε λεπτομέρεια κάτω από το βλέμμα της ξένης γυναίκας. Περιγράφει πώς ντύνονται οι άνθρωποι, πώς τρέφο­νται, πώς ψωνίζουν (και με ποιες τιμές), σε ποια σπίτια μένουν και πώς επιπλώνουν τα σπίτια τους, τέλος πάντων πού και πώς προμηθεύονται όλα τα είδη της καθημερι­νής ανάγκης. Περιγράφει επίσης πώς εορτάζει και πώς διασκεδάζει ο απλός λαός και παρά πολλά άλλα ακόμη.

Για την παρούσα μελέτη διάλεξα μόνο λίγα στιγμιότυπα, που μας δείχνουν πώς ζούσαν οι άνθρωποι στο Ναύπλιο πριν από 175 χρόνια. Ίσως για κάποιους από τους αξιότιμους αναγνώστες τα στιγμιότυπα αυτά να αποτελούν μέρος της ιστορίας των απ’ ευθείας προγόνων τους.

 

Άφιξη στο Ναύπλιο


 

Κωνσταντίνος Σχινάς

Με το πλοίο φτάνουν, μετά από ενδιάμεσους σταθμούς στην Κέρκυρα και την Πάτρα, στην Κόρινθο. Από εκεί ξεκι­νούν την 30η Οκτωβρίου πρωί-πρωί πριν ξημερώσει για το Ναύπλιο. Οι αποσκευές φορτώνονται σε 4 άλογα και σε δύο απ’ αυτά ανεβαίνουν η Γερμανίδα υπηρέτρια και ο Έλληνας υπηρέτης. Η Μπεττίνα ιππεύει σε ένα άλογο, στο οποίο έχουν τοπο­θετήσει τη δική της αγγλική σέλλα και ο Σχινάς ιππεύει σε ένα όμορφο μουλάρι του έπαρχου. Το ταξίδι διαρκεί 12 ώρες με ένα μόνο διάλειμμα 45 λεπτών το μεσημέρι.

Ο δρόμος είναι δύσκολος, δυο φορές έπρεπε να ανεβοκατεβούν απότομα ψηλά βου­νά. Αυτό που κάνει εντύπωση στη Μπεττίνα είναι ότι η περιοχή είναι εντελώς έρη­μη: λίγα σπίτια, δυο με τρία μικρά χωριά και καθόλου δένδρα. Το θέαμα του Ναυ­πλίου και της Πρόνοιας «με το μεγαλειώδη φόντο και το όμορφα σχηματισμένο περι­βάλλον» το βρίσκει παρά πολύ εντυπωσιακό, αλλά πάλι την εκπλήσσει η απόλυτη έλλειψη βλάστησης.

Στο Ναύπλιο η αδελφή του Σχινά, η Ελένη με το σύζυγο της το Δημήτριο Σού­τσο, υποδέχονται το ζεύγος Σχινά. Η Μπεττίνα γράφει σχετικά:

«Η Ελένη ήρθε στις 7 κι έμεινε μέχρι τις 9. Ήταν τόσο συγκινημένη που ξανάδε τον αδελφό της μαζί με μένα που στην αρχή δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου, με φίλησε πάλι και πάλι και το μόνο που έλεγε για πολλή ώρα ήταν «ma soeur bien aimée» [αγαπημένη μου αδελφή] . Ήταν και είναι συνεχώς γεμάτη από την πιο ειλι­κρινή και εγκάρδια αγάπη. Χθες, όταν με κοίταξε εμένα και το Σχινά για πολλή ώρα, τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα. Μου έσφιξε το χέρι και είπε: Σκέφθηκα αυτή τη στιγμή πόσο ευτυχισμένοι θα ήταν οι γονείς μου αν έβλεπαν τον αδελφό μου μαζί σας και ότι θα σας αγαπούσαν με όλη την καρδιά τους σαν δικό τους παιδί».

  

Γνωριμία με τον Κωλέττη


 

Την πρώτη μέρα στο Ναύπλιο, την 31η Οκτωβρίου, ο Σχινάς βγαίνει αμέσως για να κάνει διάφορες επισκέψεις.

Η Μπεττίνα μένει στο σπίτι και ασχολείται με την τακτοποίηση των πραγμάτων και την καταγραφή των εντυπώσεων της:

Ιωάννης Κωλέττης. Ελαιογραφία, έργο του Dominique Papety. Βερσαλλίες, Εθνικό Μουσείο των Ανακτόρων.

«Το μεσημέρι, όταν έγραφα, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας κολοσσιαίος άνδρας με ελληνική ενδυμασία, δηλαδή φορούσε πολύ απλά διακοσμημένα περικνήμια, ά­σπρη φουστανέλα, ένα απλά κεντημένο γιλέκο, από πάνω μια ζακέτα από γούνα και ένα ψηλό κόκκινο σκούφο με μπλε φούντα. Πλησίασε μέχρι το τραπέζι μου. Μου έκαναν φοβερή εντύπωση το ύφος και η έκφραση του: ζωηρό, ερευνητικό, ανοικτό και ευθύ βλέμμα ελεύθερο, ευγενές μέτωπο ωραία μαλλιά που εμφανίστηκαν σε μερικά σημεία κάτω από το σκούφο του˙ όμορφο στόμα. Το πρόσωπο του δεν είναι κομψό και φίνο, αλλά σημαντικό και έξοχο στο σύνολο του. Αυτή την έκφραση δεν μπορώ να την περιγράψω με λόγια, καλή συνείδηση, θάρρος, τέλος πάντων όλα τα ευγενικά χαρακτηριστικά μαζί. Στο χέρι του έπαιζε άσπρα μαργαριτάρια που μοιά­ζουν με τα δικά μας ροζάρια (αυτό το κάνουν άλλωστε πολλοί κύριοι εδώ). Με ρώτησε στα γαλλικά μήπως ο Σχινάς δεν είναι στο σπίτι και μήπως έχει μπροστά του την γυναίκα του. Όταν του είπα «ναι «, και τον ρώτησα εγώ, πώς λέγεται, α­πάντησε «Κωλέττης«.

Εγώ στάθηκα κοντά στο τραπέζι, αυτός πλησίασε στον καναπέ, για να μού επισημάνει ότι είχε σκοπό να μείνει και έτσι κάθισα εγώ και αυτός επί­σης. Το βλέμμα του ήταν σαν να ήθελε να διαβάσει μέσα μου, έμεινε πάνω από μισή ώρα και η συζήτηση μού έκανε μεγάλη χαρά. Φυσικά με ρώτησε πώς μου φαίνεται η Ελλάδα και τι ιδέες είχα πριν γι ‘αυτή. Με ρώτησε με πολύ ενδιαφέρον για τον πατέ­ρα και αν αυτός έχει τις ίδιες ιδέες με μένα για την Ελλάδα κτλ. κτλ. Χάρηκα που τον είδα μόνο του, αλλιώς θα είχε μιλήσει αμέσως ελληνικά με το Σχινά, παρόλο που ξέρει πολύ καλά γαλλικά.

Όταν ο Σχινάς πήγε να επισκεφθεί τον Κωλέττη, δεν τον βρήκε στο σπίτι του, έτσι τού έγραψε μετά, πότε θα μπορούσε σίγουρα να τον συναντήσει. Ο Κωλέττης απάντησε γραπτώς, όρισε την ώρα και έγραψε, πόσο χάρηκε που με γνώρισε. (Μη με παρεξηγήσετε και με λέτε ματαιόδοξη, το γράφω μόνο διότι νομίζω ότι θα το χαρείτε και εσείς. Εμένα πάντως, ειλικρινά, μου έδωσε μεγάλη χαρά). Παρακάλεσε το Σχινά να δώσει τα σέβη του στην αξιαγάπητη, εξαιρετική γυναίκα του, στην οποί­α βρήκε, προς μεγάλη του χαρά, τόσο ωραίες ιδέες για την Ελλάδα. Τον συγχάρηκε με όλη του την καρδιά για μια τέτοια γυναίκα.»

Η αυθόρμητη αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ του Κωλέττη και της Μπεττίνας εκδηλώνεται, επίσης, τις αμέσως επόμενες μέρες. Τη 2α Νοεμβρίου η Μπεττίνα γράφει:

«Είμαι περήφανη που ο Κωλέττης μου έκανε πάλι μια επίσκεψη για αρκετή ώρα. Μου μίλησε τόσο εγκάρδια και τόσο οικεία ρωτώντας με ακόμα για το πώς αισθάνομαι που έφυγα από σας. Μίλησε με μεγάλο ενδιαφέρον για τον πατέρα, του έδειξα την εικόνα του και χάρηκε. Μου είπε να στείλω χίλια χαιρετίσματα στον πατέρα, τον οποίον είχε ακουστά και τον οποίον γνώρισε τώρα δια μέσου εμού. Πιστεύει ότι σε μένα ξαναβρήκε τις ιδέες του πατέρα, τις οποίες εκτιμά πολύ. Μου ζήτησε ακόμα να παρακαλέσω στο όνομα του τον πατέρα να ‘ρθεί να επισκεφθεί την καινούργια πατρίδα μου. Είμαι σίγουρη ότι αυτός ο εξαίρετος και ευγενής άνδρας θα σας άρεσε πάρα πολύ.

Στη δεξίωση του φον Άρμανσμπεργκ [την 4η Νοεμβρίου το βράδυ] (όπου ο Κω­λέττης εμφανίστηκε απλά ντυμένος, όπως πάντοτε, με σκούρα περικνήμια και σκού­ρα ζακέτα) ήρθε πάλι κοντά μου και μίλησε πολλή ώρα με μένα. Αυτό είναι μια μεγάλη διάκριση, διότι συνήθως του είναι βαρετό να μιλάει με κυρίες.»

Το τελευταίο γεγονός ο Κωλέττης το διευ­κρινίζει αργότερα και στο Σχινά που τον επι­σκέφθηκε πάλι:

«Ο Κωλέττης με παίνευε πάλι και κατ’ επανά­ληψη είπε, ότι δεν έχει δει ποτέ γυναίκα σαν εμένα, διότι δεν μιλάω συνεχώς για κοσμήματα, ενδύμα­τα και για την έλλειψη θεάτρου κτλ. Η γνωριμία με μένα τον ενδιαφέρει πολύ και θέλει να μας επισκέπτεται πού και πού το βράδυ για τσάι.»

 

Ο Ιωάννης Κωλέττης ( 1773-1847) γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου. Ήταν γιατρός και πολιτικός, μέλος της Κυβέρνησης μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Το 1833 ανέλαβε Υπουργός Ναυτιλίας, το 1834 Υπουργός Εσωτερικών και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, από το 1835 μέχρι το 1843 πρεσβευτής στο Παρίσι. Στις 6 Αυγούστου του 1844 ανέλαβε την πρωθυπουργία στην Κυβέρνηση συνασπισμού του Γαλλικού και του Ρωσικού Κόμματος. Στις 14 Απριλίου του 1847 ο Όθωνας προκήρυξε εκλογές για το τέλος Ιουλίου. Ο Κωλέτης εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία. Πέθανε από νεφρίτιδα στις 31 Αυγούστου 1847.

 

Πρώτες επισκέψεις και αντεπισκέψεις


 

Ενώ τις πρώτες μέρες μετά την άφιξη του στο Ναύπλιο το ζεύγος Σχινά έκανε τις καθιερωμένες επισκέψεις – άλλοτε ο Σχινάς μόνος του, άλ­λοτε μαζί με τη Μπεττίνα – τη 2α  Νοεμβρίου έπρεπε να μείνουν στο σπίτι τους για να δεχθούν τις αντεπισκέψεις, όπως συνηθιζόταν.

Η Μπεττίνα γράφει στους γονείς της:

« Δεν ξέρω πού είναι το κεφάλι μου. Από τις 9 μέχρι τις 2 δέχθηκα επισκέπτες. Δυο θέσεις στον καναπέ και 10 με 12 καρέκλες ήταν συνεχώς πιασμένες. Είδα πολύ περισσότερους από 100 ίσως και 200 ανθρώπους. Ο Σχινάς με παρουσίασε σε ό­λους. Θυμάμαι ονόματα, όπως και πρόσωπα, αλλά αμφιβάλλω, αν θα μπορέσω να τα συνδέσω όλα σωστά, όταν θα τους ξαναδώ.

Είχα μπροστά μου όλες τις ενδυμασί­ες, γαλλικές, μια μόνο βαυαρική στολή μέχρι τώρα, μια τούρκικη σε ένα γέρο άνδρα σεβαστό απ’ όλους, το Δεληγιάννη που είναι από τις πρώτες οικογένειες. Είναι ο αδελφός αυτού που μας φιλοξένησε στην Κόρινθο. Επίσης, είδα ελληνικές ενδυμα­σίες, στολές παλικαριών, υδραίικες ενδυμασίες, στρατιώτες, άλλη ελληνική ενδυμα­σία, Εκκλησιαστικούς. Όσον αφορά τις γυναίκες, είδα μόνο Έλληνιδες μέχρι τώρα, άλλες ντυμένες όπως εμείς, άλλες με μια κόκκινη σκούφια με τα μαλλιά καρφωμένα επάνω της ή με ένα είδος πολύ κακόγουστου σαρικιού, δηλαδή με ένα εξόγκωμα από κρέπι, τούλι ή κάτι παρόμοιο γυρισμένο γύρω από το κεφάλι και με άλλα εξο­γκώματα στις δυο πλευρές που βγαίνουν μισό πήχη.

Ανάμεσα σε άλλες γυναίκες με ελληνική ενδυμασία, ήταν μια κάπως ηλικιωμένη εξαιρετικά όμορφη Σπαρτιάτισσα, πολύ ψηλή και γερή που φορούσε ένα σαρίκι στενό και ψηλό από ανοικτό κίτρινο μαλακό μάλλινο ύφασμα, του οποίου το κόκκινο κράσπεδο τελείωμα ήταν γυρισμένο μπροστά σαν ένα κουμπί, μια φούστα με πιέτες από ύφασμα σε χρώμα κόκκινο-καφέ με μπορντούρα σε πιο ανοικτό κόκκινο χρώμα, μια ωραία κομμένη ζακέτα σαν επανωφόρι κουμπωμένη γύρω από το λαιμό και ένα κεντημένο άσπρο σάλι που έπεφτε σε πιέτες πάνω στο στήθος και τυλιγόταν μέσα στην φούστα. Οι Υδραίοι και οι γυναίκες τους είναι όσον αφορά τη χάρη, την καθαριότητα και την απλότητα οι πιο ελκυστικοί που μπορεί κανείς να φανταστεί, όλοι ευγενείς και όμορφοι με μάτια φλογερά και συγχρόνως καλόκαρδα.»

 

 

Υποδοχή της ξένης γυναίκας από τους Έλληνες


 

Στις προηγούμενες ενότητες είδαμε ήδη, με ποια εξαιρετική εγκαρδιότητα και τρυφερότητα οι άνθρωποι υποδέχθηκαν τη Μπεττίνα στην Ελλάδα. Ένα γεγονός που συνέβαλε επί πλέον στην αυθόρμητη εγκαρδιότητα των Ελλήνων, την οποίαν αισθάνθηκαν άλλωστε οι πιο πολλοί ξένοι που ήρθαν στην χώρα, ήταν η εμφάνιση της. Ήδη στον πρώτο σταθμό του ζεύγους Σχινά στην Κέρκυρα ένας νεαρός περιη­γητής, ο κόμης Λούντσι, που έκανε αμέσως ένα πορτρέτο της Μπεττίνας, παρατή­ρησε ότι στο ζεύγος Σχινά η Μπεττίνα μοιάζει με Ελληνίδα, ενώ ο Σχινάς μοιάζει με Γερμανό.

Στους γονείς της η Μπεττίνα γράφει σχετικά:

«Θα ήθελα να μπορούσατε να βλέπατε και να ακούγατε, πόσες φορές και με πόση αγάπη ο Σχινάς μου δείχνει και μου εκφράζει με λόγια ότι αισθάνεται πολύ ευτυχισμένος μαζί μου. Του κάνει πάντοτε μεγάλη χαρά να ακούει από τόσο πολλούς ανθρώπους, πόσο τους αρέσει να βρίσκουν τον ελληνικό τύπο στα μάτια και στα άλλα χαρακτηριστικά μου. Πράγματι θα ήθελα να μπορούσατε να βλέπατε με πόση αγάπη και πόση ευθυμία ένας μεγάλος αριθμός φίλων μάς υποδείχθηκε εδώ.»

Σε ένα άλλο σημείο η Μπεττίνα γράφει:

«Εδώ υπάρχει ένας νεαρός άνδρας όπως ο δικός μας Πύκλερ που έχει μια πολύ οξεία γλώσσα και έχει σκοπό να δυσφημεί τους ανθρώπους και να κουτσομπολεύει όλη την πόλη. Πέρασε και αυτός από εδώ με τους πολλούς επισκέπτες. Η αδελφή του Σχινά μου το ανέφερε χθες και πρόσθεσε, ότι προς μεγάλη έκπληξη όλων, για πρώτη φορά μίλησε μόνο ευνοϊκά για μένα προσπαθώντας συγχρόνως να το διαδώ­σει παντού.»

Ο ίδιος ο Σχινάς, ο οποίος προσθέτει πού και πού μια παράγραφο στα γράμματα της γυναίκας του, γράφει στα πεθερικά του:

«Η Μπεττίνα αρέσει σε όλους χωρίς εξαίρεση, σε άνδρες και γυναίκες, σε ά­τομα όλων των πολιτικών χρωμάτων και φρονημάτων. Ο Κωλέττης είναι ενθου­σιασμένος και ο Χαϊντενστάμ [ο Γενικός Πρόξενος της Σουηδίας στην Ελλάδα] με συγχάρηκε με όλη του την καρδιά για μια τέτοια σύντροφο. Στους ντόπιους αρέσει η μετριοφροσύνη της και η καταδεκτικότητά της, στους ξένους αρέσει η μόρφω­ση της, η αδελφή μου κλαίει συχνά από τη χαρά της και εγώ είμαι από κάθε άπο­ψη απερίγραπτα ευτυχισμένος.»

Καμία φορά ο τόσος ενθουσιασμός και τα τόσα κομπλιμέντα βάζουν τη Μπετ­τίνα σε σκέψεις, η οποία γράφει σχετικά:

«Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι με­ρικές φορές δεν ξέρω τι να σκεφθώ, δηλα­δή αν είμαι μια άλλη γυναίκα ή αν όλοι οι άνθρωποι έχουν τυφλωθεί, τόσα ακούω για την εμφάνιση μου, τα μάτια μου. Σε όλους αρέσει ότι δεν έχω μάτια σαν γυαλί και κατάξανθα μαλλιά, αλλά ελληνική έκφραση και ελληνικά χρώματα και χαρακτηριστι­κά. Πολλοί πιστεύουν πως η τωρινή μοίρα μου ήταν προσδιορισμένη από την εμφάνι­ση μου. Μέχρι τώρα δεν έχω χάσει ακόμα το μυαλό μου και πιστεύω σταθερά στην ευχάριστη ασχήμια, δεν δένομαι με αυτά που μου λένε, αλλά δέχομαι με ευγνωμοσύ­νη όλα αυτά, σαν ένδειξη αγάπης των ανθρώπων. Πάντως είμαι έτοιμη και δεν θα είμαι δυστυχισμένη αν κάποτε όλα αυτά σταματήσουν.»

 

Πώς βλέπει η Μπεττίνα τους Έλληνες


 

Όπως είδαμε κυρίως στην προηγούμενη ενότητα τη σχετική με την υποδοχή της Μπεττίνας, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ξένη γυναίκα ήταν η πρωτοφανής εγκαρδιότητα των Ελλήνων. Το αναφέρει ξανά και ξανά στις επιστο­λές προς τους γονείς της.

Ενώ το ένα γράμμα της τελειώνει, το αμέσως επόμενο αρχίζει με αυτή την κατευθυντήρια ιδέα:

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πώς εκατοντάδες άνθρωποι μας επισκέπτονται α­πό το πρωί μέχρι το βράδυ και μας δείχνουν την πιο μεγάλη αγάπη και εκτίμηση τους. Τόσο πολλούς διακεκριμένους ανθρώπους από απόψεως χαρακτήρα, ενέργειας και μόρφωσης δεν ήλπισα να συναντήσω ποτέ και δεν έχω δει ποτέ τόσους μαζί, όπως σε αυτές τις λίγες μέρες στους δικούς μου τοίχους.»

«Με πιο μεγάλη αγάπη και προθυμία απ’ όση υποδέχθηκαν εμένα δεν θα μπο­ρούσαν να υποδεχθούν κανένα άλλο. Ντρέπομαι πραγματικά και δεν ξέρω αν το αξίζω. Ντόπιοι, με τους οποίους δεν μπορώ να μιλήσω, με επισκέπτονται για δεύτε­ρη ή τρίτη φορά, κάθονται δίπλα μου, με κοιτάζουν ευγενικά και μου σφίγγουν το χέρι και δια μέσου του Σχινά μου λένε τα πιο ευχάριστα πράγματα.

Όλοι οι επίσκοποι και εκκλησιαστικοί της Συνόδου που συγκεντρώθηκαν τώρα εδώ, με ευλό­γησαν όλοι με τον πιο ευγενικό τρόπο. Άνθρωποι πηγαίνουν στην κουνιάδα μου για να της πουν πόσο τους αρέσω. Οι κύριοι και οι κυρίες από το διπλωματικό σώμα και την ξένη κοινωνία δείχνουν, επίσης, τόση ευγένεια και εγκαρδιότητα προς εμέ­να που σπάνια έχω ζήσει κάτι παρόμοιο. Από τους ντόπιους πρώτος απ’ όλους ο γέρος Δεληγιάννης (με τούρκικη ενδυμασία) και η γυναίκα του μου δείχνουν τόση στοργή όπως σε μια δική τους κόρη. Και οι δυο είναι κάθε άλλο παρά όμορφοι, αλλά έχουν μια σπάνια έκφραση εύνοιας και κάτι πολύ αξιοπρεπές στο χαρακτήρα τους. Προσπαθούν να μου μάθουν τα ελληνικά, μιλούν αργά κτλ. Τα παιδιά τους μιλούν πολλές γλώσσες. Ο ένας γιος τους σπούδασε στο Παρίσι. Από τις άλλες κυρί­ες και τους κυρίους, αναφέρω ιδιαιτέρως τους Κατακάζηδες που δεν είναι μόνο ευγενικοί αλλά πράγματι εγκάρδιοι, έμπιστοι και γεμάτοι στοργή. Η γυναίκα είναι γοητευτική. Μια κοντή ξανθή που μου θυμίζει λίγο την κυρία φον Λίνντεν, απλή, μετριόφρων, φιλική, εγκάρδια, στοργική, η πιο τρυφερή μητέρα και σύζυγος, και με όλα αυτά τόσο φυσική και ειλικρινής. Επί πλέον γεμάτη ταλέντα, τραγουδάει εξαιρε­τικά κτλ. Με επισκέφτηκε ξανά αμέσως και ήταν πολύ απογοητευμένη, όταν έμαθε ότι δεν θα μετακομίσω αμέσως στην Αθήνα. Για αυτό με παρακάλεσε να την επισκέ­πτομαι όσο πιο συχνά μπορώ, με περιμένει κάθε βράδυ. (Δια μέσου του Σχινά έμα­θα ότι οι Δεληγιάννηδες έλεγαν στους άλλους ): Περίμεναν ότι δεν θα είμαι μια συνηθισμένη γυναίκα, αφού ο Σχινάς με είχε εκλέξει, αλλά δεν περίμεναν πως θα έχω τέτοια εμφάνιση και κυρίως τέτοια μάτια.»

Μετά από αυτές τις έντονες πρώτες εντυπώσεις η Μπεττίνα σχηματίζει γρήγο­ρα μια πολύ θετική εικόνα των Ελλήνων:

«Σε πολλούς ανθρώπους εδώ λείπει χωρίς αμφιβολία η μόρφωση, γεγονός το οποίο εξηγείται λόγω των γενικών συνθηκών. Αυτή η έλλειψη βρίσκει όμως το ισό­τιμο της σε μια τόσο καθαρή και από ξένα συστατικά ανόθευτη έκφραση της ψυχής και του πνεύματος τους, όπως δεν μπορείς να το βρεις σε μας. Ο καθένας έχει το δικό του χαρακτήρα, αυτό κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τουλάχιστον σε μένα και συχνά με συγκινεί. Στις οικογένειες υπάρχει ένας μεγάλος σεβασμός απέναντι στον αρχη­γό, συνήθως τον πιο μεγάλο, τον οποίο σέβονται, επίσης, οι παράπλευροι συγγενείς. Υπάρχει μια φιλοξενία που δεν μπορεί να τη φανταστεί, όποιος δεν την έχει ζήσει. Υπάρχει μια μεγάλη ολιγάρκεια σε όλες τις ζωτικές α­νάγκες και απ’ αυτή μαζί με τις κλιματικές συν­θήκες προκύπτει μια αμεριμνησία και απερι­σκεψία της ζωής. Όλα αυτά είναι χαρακτηρι­στικά που τα συναντάει κανείς συχνά και που είναι ευχάριστα.»

 

Ο Βασιλιάς Όθων


 

Βασιλεύς Όθων

Για να ολοκληρώσουμε τον κύκλο των πρώ­των εντυπώσεων της Μπεττίνας για την Ελ­λάδα, ας αναφέρουμε ακόμη τις ιδέες της σχε­τικά με το νεαρό βασιλιά Όθωνα. Τον Όθωνα τον βλέπει για πρώτη φορά λίγες μέρες μετά την άφιξη της, την 4η Νοεμβρίου του 1834, και γράφει στους γονείς της:

«Σήμερα, όταν κάναμε περίπατο, ο βασιλιάς πέρασε κοντά μας πάνω στο άλογο του και μας χαιρέτησε ευγενικά. Έχει μια όψη αξιαγάπητη και σημαντική. Όλοι ομόφωνα τον παινεύουν και το λατρεύουν και φαίνεται ότι πράγματι το αξίζει. Είναι πληροφορη­μένος για όλα όσα συμβαίνουν και ρωτάει με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για όλα τα ζητήματα όχι μόνο που αφορούν στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες καταστάσεις κ.τ.λ.»

Την ίδια μέρα ο Σχινάς επισκέπτεται τον βασιλιά και στη διάρκεια της συζήτη­σης που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τον πατέρα της Μπεττίνας, τον ξακουστό καθηγητή της Νομικής στο Βερολίνο φον Σαβινιύ, ο Όθων εκφράζει δυο φορές την επιθυμία να γνωρίσει τη Μπεττίνα. Και κατά το τέλος του Νοεμβρίου, ο Όθων εκφράζει πάλι στο Σχινά τη λύπη του, επειδή δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να γνωρί­σει την Μπεττίνα. Πάντως ελπίζει, προσθέτει, ότι θα τη γνωρίσει σύντομα στην Αθήνα.

Την ίδια εποχή διαφαίνεται για πρώτη φορά στα γραπτά της Μπεττίνας μια τάση κριτικής αναφορικά με τον αρχηγό της Αντιβασιλείας, το φον Αρμανσπεργκ, η οποία θα καταλήξει λίγο αργότερα σε μια σφοδρή καταδίκη της πολιτικής και της προσωπικότητας του εκ μέρους του Σχινά. Αντίθετα, η γνώμη του ζεύγους Σχινά για τον Όθωνα παραμένει σταθερά πολύ θετική.

Στις αρχές του Δεκεμβρίου 1834, η Μπεττίνα γράφει:

«Δόξα τω θεώ όλοι χωρίς καμία εξαίρε­ση αγαπούν και λατρεύουν το νεαρό βασι­λιά, οι αριστοκράτες, οι απλοί άνθρωποι, οι μεγάλοι, οι νέοι, παντού μια μόνο φωνή, όλοι τον αγαπούν από το βάθος της καρ­διάς τους. Με την περιήγηση του στη χώρα κέρδισε επίσης όλες τις καρδιές. Χρησιμο­ποιεί το χρόνο του με πολλή σοβαρότητα, λαμβάνει μέρος πραγματικά στα προβλήμα­τα, για τα οποία πληροφορείται και για τα οποία μιλά. Έχει δείξει προσωπικό θάρρος και αποφασιστικότητα. Στην προειδοποίη­ση μερικών να προσέχει, με αφορμή τις τε­λευταίες αναταραχές, απάντησε “είμαι ανά­μεσα στους Έλληνες μου, πρέπει να τους φο­βάμαι;” και άλλα παρόμοια. Έμεινε στο Άργος παρόλο που τον συμβούλευσαν να γυρίσει στο Ναύπλιο. Με μια λέξη, μέχρι ώρας μπορεί κανείς μόνο να τον εξυμνήσει και αν ο θεός τον διατηρεί όπως είναι, τότε σίγουρα θα κάνει το λαό του ευτυχισμένο. Μπορεί και πρέπει να θρέψει πολλές πληγές, πράγματι δεν είναι εύκολη η δουλειά του, αλλά είναι και πολύ ωραία.»

 

Τα σπίτια στο Ναύπλιο (επίσκεψη στον Πετρόμπεη)


 

Μόλις δυο εβδομάδες μετά την άφιξη της στο Ναύπλιο, την 12η Νοεμβρίου του 1834, η Μπεττίνα γράφει στους γονείς της:

« Όπως ο Δ. Υψηλάντης ονομαζόταν γενικά «πρίγκιπας» και όλοι ήξεραν ότι αυτόν εννοούσαν, έτσι ο γέρος Μαυρομιχάλης, που είναι πολύ γνωστός και στο εξωτερικό, φέρνει γενικά τον τίτλο του τούρκικου πρίγκιπα, δηλαδή του Μπέη. Είχε έρθει πρώτος σε μας, αλλά δεν ήμασταν στο σπίτι. Τότε ο Σχινάς τον επισκέφθηκε, τον βρήκε στο κρεβάτι πάσχοντα από ποδάγρα και ο Πετρόμπεης μου διαβίβασε ότι θα με επισκεφθεί μόλις θα μπορέσει να περπατήσει πάλι. Πήγα τότε την Κυριακή μαζί με το Σχινά να τον επισκεφθώ, γιατί το επιθυμούσα τόσο πολύ. Θα σας γράψω με αρκετές λεπτομέρειες για να σας δώσω με αυτή την ευκαιρία μια ιδέα σχετικά με ποια όψη έχουν πολλά ελληνικά σπίτια, δηλαδή σπίτια από την παλαιότερη εποχή, τούρκικης κατασκευής, για τα οποία δεν είχα μια σωστή ιδέα.

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Η απουσία κάθε συμ­μετρίας και τάξης ήταν αυτό που προτιμούσαν. Από την ταράτσα του σπιτιού μου βλέπω ένα σπίτι, φάρδους 40 παραθύρων περίπου, το οποίο ανήκε σε ένα παρά πολύ πλούσιο Τούρκο. Ένα μέρος φάρδους τεσσάρων παραθύρων, τα οποία είναι μικρά με καμάρες, έχει εδώ τέσσερα, εκεί έξι παράθυρα, το ένα επάνω στο άλλο. Ένα μέρος φάρδους έξι παραθύρων είναι κατά το ένα τρίτο χαμηλότερο και εξέχει κατά 40 μέχρι 50 πόδια. Αυτό είναι το στιλ της πρόσοψης, πολλά μικρά σπίτια το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς καμία κανονικότητα. Οι γραμμές των παραθύρων δεν είναι ίσιες, είτε κατεβαίνουν προς τα κάτω είτε το ένα είναι ψηλό και το άλλο χαμη­λό. Ένας λαβύρινθος από μικρές ξύλινες σκάλες και τα μπαλκόνια μοιάζουν σαν να είναι κολλημένα απ’ έξω στα σπίτια.  Το σπίτι στο οποίο μένει ο Μπέης (συνήθως μένει στο γιό του, τον έπαρχο του  Άργους) βρίσκεται σε ένα από τους παλαιούς στενούς μικρούς δρόμους. Η μικρή  ξύλινη πόρτα της εισόδου φαίνεται σαν να είναι σε ένα πολύ ψηλό τοίχο, δίπλα της αριστερά βρίσκονται μερικά πολύ μικρά παράθυρα που δεν φαίνονται όμως να εί­ναι παράθυρα δωματίου. Χτυπήσαμε με ένα σιδερένιο χερούλι, όπως τα χρησιμο­ποιούν και σε μερικές περιοχές της Γερμανίας. Μας άνοιξε μια γυναίκα ντυμένη ελληνικά που φορούσε κόκκινο φέσι με καρφωμένες επάνω τις πλεξίδες, μια μάλλι­νη ρόμπα που ήταν ανοικτή μπροστά και κολλούσε ίσια πίσω στη μέση, έκανε λίγες πιέτες στις πλευρές και είχε κοντά μισάνοιχτα μανίκια. Επίσης, φορούσε μια φού­στα και μια ζακέτα με μανίκια, μέσα από τα οποία έβγαιναν τα άσπρα μανίκια του πουκάμισου. Η ζακέτα έφτανε μόνο μέχρι κάτω από το στήθος και ήταν στενή στις δυο πλευρές, έτσι ώστε μπροστά να φαίνεται όλο το πουκάμισο που έκλεινε ψηλά στο λαιμό.

Μπήκαμε σε μια όχι μεγάλη αυλή, στις πλευρές της οποίας είχαν προσθέσει ακα­τάστατα απομονωμένες καμαρούλες ή κάτι τέτοιο από απλά σανίδια. Περάσαμε την αυλή που ήταν σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο επάνω σε σανίδες, επήγαμε πρώτα ίσια κάτω από μια ελαφριά προστατευτική στέγη, μετά στρίψαμε αριστερά και έτσι φτά­σαμε στο δωμάτιο που βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Τοίχοι, ταβάνι και δάπεδο ήταν σκεπασμένοι με σανίδια, ο τοίχος του παράθυρου και άλλος ένας τοί­χος ήταν απλώς ασπρισμένοι, η πόρτα βρισκόταν δεξιά στη γωνία, αριστερά από αυτή στον τοίχο ήταν ντουλάπια από σανίδες και επάνω σε αυτά, ίσια ίσια κάτω από το ταβάνι, ήταν τοποθετημένες μερικές εικόνες. Στον τοίχο δεξιά υπήρχαν μερικές ξύλινες καρέκλες, μια μικρή πόρτα, αν δεν κάνω λάθος, ένα μεγάλο μπαούλο, ένα στρώμα επάνω σε ένα περσικό χαλί και μερικά μαξιλάρια και στο τέλος του τοίχου ένα μικρό παράθυρο, κάπως στραβό, ύψους ενός πήχη. Στον τοίχο απέναντι από την πόρτα της εισόδου ήταν μερικά μικρά παράθυρα και πάνω σε αυτά, όπως και στους άλλους τοίχους, μια σανίδα σ’ ολόκληρο το μάκρος του τοίχου, στην οποία βρίσκονταν βιβλία κτλ.

Από κάτω υπήρχε ένα τούρκικο ντιβάνι αποτελούμενο από δυο ξύλινα στηρίγματα, στα οποία ήταν βαλμένες σανίδες, ένα στρώμα σκεπασμένο με ένα περσικό χαλί ή μια κουβέρτα από χοντρό βαμβακερό ή μάλλινο ύφασμα που κρεμόταν μέχρι κάτω στο πάτωμα και πίσω στον τοίχο πλούσια μαξιλάρια, τα πιο πολλά με θήκες από τούρκικο ύφασμα με λείο φόντο και, απλικέ αραβικά σχέδια που μοιάζαν με βελούδο. Στον τέταρτο τοίχο βρισκόταν κοντά στο ντιβάνι το κρεβά­τι και στο κάτω μέρος του ένα απλό ξύλινο τραπέζι, όπου κάθονταν ο έπαρχος, ένας παπάς, και άλλος ένας άνδρας που έτρωγαν το μεσημεριανό γεύμα τους. Το κρεβάτι ήταν πάρα πολύ καθαρό, ο Μπέης φορούσε μια ωραία πράσινη μεταξένια γούνα και ήταν όλος ντυμένος, στο κεφάλι το κόκκινο φέσι, καθόταν στο κρεβάτι σκεπασμένος μέχρι πάνω στα γόνατα με μια βαριά μεταξένια κουβέρτα. Ένα ωραίο πρόσωπο γέροντα, που παρά ταύτα φαινόταν ακόμα νεανικό, δηλαδή γερό και φρέσκο χωρίς ρυτίδες. Είχε ωραία ζωηρά μάτια με την έκφραση μιας απέραντης φιλοφροσύνης και ευμένειας, τόσο γλυκά και τόσο καλά. Μπορείτε να βρείτε τις εικόνες των πιο πολλών ανθρώπων που σας περιγράφω σε χαλκογραφίες στο Βερολίνο. Βρείτε τις, για να λάβετε ακόμη πιο πολύ μέρος στα βιώματα μου, όχι μόνο δια μέσω των περιγραφών μου.

Ο αξιότιμος άνδρας εξεπλάγη όταν με είδε να μπαίνω. Ο Σχινάς του είπε πως επιθυμούσα τόσο πολύ να τον δω και πως γι’ αυτό το λόγο μπήκα στο δωμάτιο του ασθενούς. Μου έσφιξε πολύ εγκάρδια και φιλικά τα χέρια. Εγώ κάθισα πολύ κοντά στο κρεβάτι του και τον κοίταξα προσεκτικά, όσο μιλούσε, για να αποτυπώσω τα χαρακτηριστικά του στο μυαλό μου. Με κοίταζε και εμένα συνεχώς, με μια έκφραση μεγάλης χαράς που με γνώρισε – ο Σχινάς έπρεπε να μεταφράζει. Μου ζήτησε να του πω λεπτομερώς, πώς μου φαίνεται η Ελλάδα, πώς είχα αποφασίσει να φύγω τόσο μακριά από το σπίτι μου, ποιους συγγενείς άφησα εκεί κτλ. Στο τέλος με ρώτησε και με κοίταξε ερευνητικά, αν είχα ποτέ ακούσει το όνομά του στην πατρίδα μου και αν εκεί γνώριζαν κάτι γι’ αυτόν. Το, ότι του απάντησα θετικά, πράγμα που του το μετέ­φρασε ο Σχινάς, φαίνεται πως το είχε καταλάβει από πριν από το ύφος μου και χάρηκε πολύ. Όταν φεύγαμε, μου είπε τις πιο εγκάρδιες ευλογίες και ευχές για ευτυ­χία, μου έσφιξε το χέρι και με κοίταξε σαν να ήθελε να μάθει απ’ έξω το πρόσωπο μου, έσκυψε το κεφάλι του και έβαλε το χέρι του πρώτα στο στήθος και μετά στο μέτωπο του. – Αυτή την επίσκεψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ.»

 

Ο καιρός στο Ναύπλιο


 

Στις αρχές Νοεμβρίου, μόλις έφτασε στο Ναύπλιο, η Μπεττίνα γράφει στους γονείς της:

«Εδώ κάνει τόση ζέστη και έχει τόσον ωραίο καιρό, όπως σε μας το καλο­καίρι. Δεν υποφέρεται ο ήλιος χωρίς ομπρέλα και δεν πρόκειται να φορέσω το σάλι επάνω στο φόρεμα μου από μερινό.»

Μόλις δυο εβδομάδες αργότερα αλλάζει ο καιρός και αυτή η απότομη αλλαγή εντυπωσιάζει την ξένη γυναίκα που δεν γνωρίζει ακόμη τις καιρικές συνθήκες στην Ελλάδα. Τις 21 Νοεμβρίου γράφει:

«Μέχρι πριν από μια εβδομάδα είχαμε ολοκάθαρο ουρανό χωρίς σύννεφα, ζέστη όπως το καλοκαίρι και έναν ήλιο συχνά δυσάρεστα ζεστό. Μετά ο ουρανός έγινε γκρί­ζος, συνεχώς συννεφιασμένος, όπως σε μας στη Γερμανία, και η βροχή όλο πιο πολλή και συνεχής και τα σύννεφα τόσο χαμηλά, όπως ποτέ σε μας, μετά βροχή τόσο δυνα­τή όπως συμβαίνει σπάνια σε μας, όταν έχει για λίγη ώρα μια δυνατή θύελλα, ένας ρύπος που δεν περιγράφεται. Τη νύχτα της 19ης  προς την 20η  Νοεμβρίου η βροχή ήταν καταρρακτώδης, ξύπνησα από το θόρυβο, άκουσα απότομα έναν παράξενο ήχο στη γωνία του δωματίου μου.

Όταν ξύπνησα το Σχινά, μου είπε ήσυχα «θα μπήκε η βρο­χή «. Ήδη δεν αμφίβαλλα πια, διότι κατά τη συζήτηση μας το πρόσωπο μου βράχηκε. Έψαξα ψηλαφητά κοντά στο πρόσωπο μου επάνω στο μαλακό πάπλωμα, στο οποίο έπεφτε μια λεπτή υδρορροή που άρχισε να με βρέχει τη στιγμή που δημιουργήθηκε μια λιμνούλα, την οποία το πάπλωμα δεν μπορούσε πια να ρουφήξει. Έπρεπε λοιπόν να μεταφέρουμε το κρεβάτι μου σε μια άλλη γωνία του δωματίου.

Το άλλο πρωί νόμισα ότι αυτή η μετατόπιση του κρεβατιού μου θα εξέπληττε τη Χριστιάνα [τη Γερμανίδα υπηρέτρια της], αλλά τίποτε: τα πρώτα λόγια της ήταν «η βροχή μπήκε μέσα και εδώ;» Η Χριστιάνα έπρεπε επίσης να μεταφερθεί. Στο παλαιό σπίτι του Σχινά, στην αδελφή του, έπρεπε μάλιστα να στεγνώσουν τα στρώματα την άλλη μέρα. Τόσο δυνατή ήταν η βροχή και τόσο αδύναμη η προστασία από τις στέγες. Στη μελλοντική μου στέγη δεν θέλω να μπαίνει η βροχή μέσα. Με μικρές διορθώσεις μπορείς να καταφέρ­νεις πολλά εδώ και οι άνθρωποι καταλαβαίνουν γρήγορα.»

Όσο προχωράει ο χειμώνας η Μπεττίνα γνωρίζει όλο πιο πολύ τις αρνητικές πλευ­ρές του ελληνικού κλίματος. Στις αρχές του Ιανουαρίου του 1835 η Μπεττίνα γράφει από την Αθήνα, όπου το ζεύγος Σχινά βρισκόταν τις πρώτες μέρες του νέου έτους, με σκοπό την αναζήτηση ενός σπιτιού, στο οποίο θα μετακόμιζαν τον Απρίλιο:

«Στο Ναύπλιο υπέφερα πολύ λόγω της τρομερής υγρασίας και της έλλειψης θέρ­μανσης, πράγμα το οποίο έγινε οδυνηρό στο τέλος, διότι μόνο ένα από τα δωμάτια μας λιάζεται για λίγη ώρα το πρωί. Υπάρχει μια ωραία στόφα που είναι όμως άχρη­στη, διότι δεν βρίσκεται μάστορας να συνδέσει τους απαραίτητους σωλήνες. Πέρασα μερικές νύχτες άυπνη λόγω του πόνου ρευματισμών στο πρόσωπο, κραμπών στο σα­γόνι, πρησμένων ούλων κτλ., δηλαδή όλα τα παθήματα, στα οποία παλαιότερα η φρο­ντίδα των γονέων και των αδελφών μου με είχε ανακουφίσει.

Ο Σχινάς είχε την καλοσύνη να μεταφερθεί από το δικό του δωμάτιο, όπου μπαίνει ο ήλιος μέσα, στο δικό μου που είναι σαν ένα υπόγειο. Η κυρία φον Γκάσερ μου πούλησε έναν πολύ καλό καναπέ με σούστες και αλογότριχα, με βαμβακερή ταπετσαρία και επί πλέον ένα ά­σπρο κάλυμμα, και τρεις καρέκλες που ταιριάζουν, όλα μαζί στην τιμή των 60 δραχ­μών. Σε αυτό τον καναπέ κοιμόμουν το τελευταίο καιρό αφού ο Σχινάς δεν ήθελε πια να κοιμάμαι στην κρεβατοκάμαρα μας, όπου έχει τόσο πολλή υγρασία, ώστε όλα τα ασπρόρουχά μου στην ντουλάπα είναι βρεγμένα.»

Με τέτοιον καιρό δεν είναι και εύκολο να βγει κανείς έξω από το σπίτι του, για να κάνει επίσκεψη: «Είναι δύσκολο, οι αποστάσεις από το ένα σπίτι στο άλλο είναι μεγάλες, εν μέρει δεν υπάρχουν καθόλου δρόμοι, μόνο μονοπάτια επάνω σε ερείπια, στους δρόμους υπάρχουν βαθείς ανοικτοί οχετοί ή όλος ο δρόμος είναι σκέτος βάλ­τος. Το βράδυ είναι πραγματικά επικίνδυνο να βγει κανείς έξω.»

Το υγρό κλίμα του Ναυπλίου δημιουργεί, επίσης, σοβαρά προβλήματα υγείας σε πολλούς κατοίκους. Μεταξύ άλλων και ο άνδρας της Μπεττίνας υποφέρει από ρευ­ματισμούς στο αριστερό του χέρι, ώστε δεν μπορεί πια να κοιμηθεί. Αυτό που του φέρνει αμέσως ανακούφιση, σαν από θαύμα, είναι ένα φάρμακο από ανεμώνη και χελιδόνι, η λεγόμενη «πουλσατίλλα», το οποίο η Μπεττίνα τού ετοιμάζει σύμφωνα με τη συνταγή ενός περίφημου ομοιοπαθητικού γιατρού από την Πράγα. Η Μπεττίνα μέχρις στιγμής δεν έχει άλλες παθήσεις παρά τις παλαιές και συνηθισμένες, όπως των δοντιών, των ούλων κτλ. Λέει όμως, ότι θα ήταν μια χαρά, όπως τις πρώτες εβδομάδες, όταν ο καιρός ήταν ακόμη ζεστός και ξηρός, αν το Ναύπλιο δεν ήταν ένα υπόγειο.

Η Μπετ­τίνα – λίγες ημέρες πριν φύγει από την Αθήνα- γράφει στους γονείς της: «Με λύπη φεύγω από την Αθήνα, όπου συνήλθα, αλλά μέχρις στιγμής δεν υπάρχει πουθενά κατάλυμα και μέχρι να βρούμε έστω και λίγα δωμάτια πρέπει να επιστρέψουμε στο υγρό κρύο Ναύπλιο».

Σε ένα από τα γράμματα της η Μπεττίνα εξηγεί στους γονείς της, γιατί το Ναύπλιο έχει τόσην υγρασία.

« Τα σπίτια, είναι κτισμένα στη βόρεια πλαγιά του Ιτσκαλέ, ώστε το χειμώνα η πόλη λιάζεται μόνο για λίγη ώρα, όσο ο ήλιος σηκώνε­ται πάνω από το βράχο».

 Ειδικά το μήνα Φεβρουάριο η Μπεττίνα γράφει κατ’ επα­νάληψη ότι έχει πολύ κακό καιρό, ότι φυσάει παρά πολύ δυνατά κτλ. Από την άλλη πλευρά τής κάνει μεγάλη εντύπωση, όταν απότομα, από τη μια μέρα στην άλλη, ο καιρός είναι χαρά θεού. Σε έναν περίπατο στην πεδιάδα βρήκε «μια πανέμορφη ίρι­δα με κίτρινο-πράσινο χωνί, τα τρία γυρισμένα ανθόφυλλα μοβ βελούδινα με ένα μα­γευτικό άρωμα».

Οι περισσότερες μέρες κακοκαιρίας έχουν δυσμενείς συνέπειες και για το ζεύ­γος Σχινά. Τις 26/27 Φεβρουαρίου η Μπεττίνα σημειώνει στο ημερολόγιο της:

«Ο Σχινάς έμεινε στο κρεβάτι, είναι εντελώς άκαμπτος στη μέση. […] Είχε τέ­τοιους πόνους που έπρεπε να καλέσουμε το γιατρό. Αυτός διέγνωσε ένα σφοδρό κρυολόγημα, τού τοποθέτησε μάλιστα 16 βδέλλες στη μέση και τον άφησε να αιμορ­ραγήσει περίπου δυο ώρες. Όσο κι αν μου φάνηκε τρομακτική αυτή η διαδικασία, δεν είχα το θάρρος να προβάλω αντιρρήσεις, μού είναι ακόμη πολύ ξένη η χώρα κτλ. και φοβάμαι μήπως κάνω κάποια ζημιά.

Παρ’ όλες τις δυσχέρειες κατά την περίοδο του χειμώνα, η Μπεττίνα δεν χάνει το βερολινέζικο χιούμορ της που χαρακτηρίζεται από ένα συχνά οξύ αυτοσαρκα­σμό. Την 1η Μαρτίου 1835, ημέρα Κυριακή, γράφει στο ημερολόγιο της:

«Όποιος μας συνάντησε χθες στο δρόμο, το Σχινά και εμένα, σίγουρα θα πί­στευε, ότι έχομε μεταμφιεστεί για το καρναβάλι σαν γέροι. Ο Σχινάς ίσα-ίσα μπο­ρούσε να περπατήσει ξανά, ενώ εγώ, αντιθέτως, ίσα-ίσα δεν μπορούσα πια να περ­πατήσω. Δεν ήθελα όμως να παραδώσω την άκαμπτη μέση μου στις ελληνικές βδέλ­λες ούτε ήθελα να πιω τρία φλιτζάνια τσάι από φλόμο, τα οποία στο Σχινά, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, είχαν το αποτέλεσμα να κρυώνει αντί να ιδρώνει. Σηκώθηκα και παρά λίγο να λιποθυμήσω, ξαναέπεσα στο κρεβάτι, έβαλα δυο ζεστές πέτρες στο κρεβάτι μου, ήπια ένα ποτήρι καυτό νερό με ζάχαρη και ίδρωσα κανονικά.»

Μετά η Μπεττίνα έκανε με τον άνδρα της έναν περίπατο και κατόπιν έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Συνέχισε να ιδρώνει και το βράδυ αισθάνθηκε πολύ καλύτερα.

Αυτές τις ημέρες ακριβώς ο εορτασμός των αποκριών στο Ναύπλιο έφτασε στο κορύφωμα του. Η Μπεττίνα δίνει στο ημερολόγιο της μια περιγραφή που είναι, νομίζω, αρκετά διασκεδαστική.

 

Καρναβάλι, Μασκαράδες και Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο


 

» 28η Φεβρουαρίου: […..  ] Εδώ και μια εβδομάδα, ειδικά εδώ και τρεις μέρες, όλη η πόλη γέμισε με τους πιο παράξενους μασκαράδες, από το πρωί μέχρι το βρά­δυ. Γαμήλιες πομπές με μουσική που προηγείται. Ομάδες που χορεύουν παραδοσια­κούς χορούς πολύ χαριτωμένα. Κοπάδια αγελάδων με καμπάνες και ο βοσκός με ένα κόρνο, όπως έχουν σε μας οι νυχτοφύλακες κτλ. Πολλοί ιππότες, ντυμένοι με χάρτινα κουστούμια σαν να ήταν από τη δική μας χάρτινη κωμωδία. Η γενική ατμό­σφαιρα είναι πολύ αθώα, η κύρια διασκέδαση είναι να πάνε πέρα δώθε σαν μασκα­ράδες χωρίς να μιλούν σχεδόν καθόλου.

Οι μασκαράδες μπαίνουν μέσα στα σπίτια. Ήδη την προηγούμενη μέρα μια ομάδα μασκαράδων μας ζήτησε με ένα μυστηριώδη μπιλιέτο να τους επιτρέψουμε να μας επισκεφτούν. Στις οκτώ και μισή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μια σπείρα ληστών, συνεννοούνται μεταξύ τους και μας δηλώνουν, ότι περιμένουν έναν περιηγητή, μετά κρύβονται. Πράγματι έρχεται ένας ταξιδιώτης με βαριές αποσκευές, κάθεται, τρώει με την ησυχία του. Τον τουφεκίζουν, δοκιμά­ζουν αν είναι πραγματικά νεκρός ( σκηνή την οποία έπαιξαν πολύ ωραία) και τον πηγαίνουν έξω. Μετά τρώνε και πίνουν οι ληστές, τα χρήματα τα είχαν βάλει στην άκρη. Το θύμα της ληστείας που είχε μόνο προσποιηθεί πως είχε πεθάνει, κλέβει τώρα τα δικά του λεφτά, τουφεκίζει τον αρχηγό των ληστών, οι άλλοι φεύγουν και αυτός πηγαίνει το νεκρό έξω, μαζεύει τα πράγματα του, μας χαιρετάει και μας αφή­νει ένα αινιγματικό μπιλιέτο και εμείς δεν ανακαλύψαμε ακόμη ποιος ήταν.»

Η Καθαρά Δευτέρα έπεσε, το 1835, στη 2α Μαρτίου, όπως και φέτος, το 2009. Η Μπεττίνα γράφει στο ημερολόγιο της:

«Σήμερα είμαι σχεδόν καλά. Ο Σχινάς, μετά από τον περίπατο μας, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι λόγω της αδυναμίας και των πόνων του, κοιμάται ακόμη, σε λίγο θα είναι έξι η ώρα. Σήμερα αρχίζει η αυστηρή νηστεία, δηλαδή μέχρι το Πάσχα για αυτούς που την τηρούν αυστηρά, για όλους όμως απαγορεύεται τουλάχιστον για την πρώτη και τις τελευταίες δυο εβδομάδες το κρέας, το ψάρι, το βούτυρο, το αυγό, το λάδι και το τυρί. Το κρασί πάντως επιτρέπεται και έτσι γίνεται σήμερα η μεγάλη εορτή για την αρχή της νηστείας.

Όλο το Ναύπλιο πέρασε την πανέμορφη μέρα στη βραχώδη πλαγιά του Παλαμηδιού προς τη θάλασσα [που τη λένε σήμερα την Αρ­βανιτιά]. Αμέτρητες ομάδες κάθονταν διασκορπισμένες, τρώγανε πορτοκάλια και διάφορα ζυμαρικά που δεν περιείχαν κανένα είδος λίπους και ήταν πολύ νόστιμα. Τρώγανε αχινούς και πίνανε τεράστιες ποσότητες, τραγούδαγαν και αλάλαζαν. Εδώ δεν συμβαίνει τίποτε αναξιοπρεπές, όπως στο καρναβάλι στη μεγάλη αρματοδρομία στη Ρώμη. Έτσι ήταν όλες τις ημέρες.»

 

 

Γύρω από το Παλαμήδι


 

Αυτόν τον τίτλο τον χρησιμοποιώ για την τελευταία ενότητα της παρούσας με­λέτης με τη διπλή έννοια, δηλαδή κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1834, με βάση το δυτικό ημερολόγιο, και στις 30 Νο­εμβρίου του παλαιού ημερολογίου, η Μπεττίνα γράφει:

«Όλο το Ναύπλιο είναι στο πόδι, όλοι είναι καλοντυμένοι. Είναι του Αγίου Αν­δρέα, η επέτειος της άλωσης του Παλαμηδιού. Όλη την ημέρα οι κάτοικοι του Ναυ­πλίου ανεβοκατεβαίνουν τη στενή σκάλα ζιγκ-ζαγκ. Αυτή την ημέρα πάντοτε το Πα­λαμήδι είναι ανοικτό για όλο τον κόσμο, φέτος όμως δεν είναι όλα τα μέρη προσιτά όπως συνήθως

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Giovanni Boggi (ζωγράφος) – Alois Senefelder (χαράκτης), 1826.

Ο λόγος για το τελευταίο γεγονός είναι ασφαλώς, ότι από το Μάιο του 1834, μετά την καταδίκη του, ο Κολοκοτρώνης κρατιόταν φυλακισμένος στο φρούριο του Παλαμηδιού. Μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του 1835, η Μπεττίνα, με α­φορμή μια άνοδο της στο Παλαμήδι, θα γράψει για τον Κολοκοτρώνη λίγα περισ­σότερα λόγια, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Δυο μέρες μετά του Αγίου Ανδρέα, στις 14 Δεκεμβρίου κατά το Δυτικό ημερο­λόγιο, η Μπεττίνα κάνει με τον άνδρα της και την Γερμανίδα υπηρέτρια της ένα περίπατο γύρω από το Παλαμήδι, για κυριακάτικη διασκέδαση, όπως λέει:

«Πήραμε το συνηθισμένο δρόμο κατά μήκος του Παλαμηδιού. Από εκεί που τελειώνει ο δρόμος, ανεβήκαμε στα βράχια πλησιάζοντας όλο πιο πολύ την κορυφή απ’ όπου βλέπεις την ανοικτή θάλασσα. Επί τέλους στρίψαμε αριστερά, περάσαμε από την πίσω πλευρά του Παλαμηδιού κοντά στο φρούριο και κατεβήκαμε από το λιθόστρωτο δρόμο ιππασίας, περάσαμε την Πρόνοια και φτάσαμε στην πόλη. Είχαμε περιπατήσει περίπου δυο ώρες, αλλά κουραστήκαμε φοβερά λόγω της συνεχούς αναρρίχησης επάνω σε μι­κρά μυτερά βράχια. Η θέα δεν ήταν πολύ διαφορετική από εκεί που είναι ο στρωμένος δρόμος. Βλέπεις την θάλασσα σαν ένα μεγάλο κόλπο, όπως θα τον δείτε σε κάθε χάρτη. Οι καινούργιες ακτές που βλέπεις δεν συγκρίνονται σε ομορφιά με τα βουνά πέραν από τον κόλπο, τα οποία είναι τώρα σκεπασμένα με χιόνι και τα οποία βλέπεις πάντοτε.»

Δυο μήνες αργότερα, τις 14 Φεβρουαρίου του 1835, η Μπεττίνα περιγράφει έναν άλλο περίπατο στο Παλαμήδι:

«Πολύ δυνατός αέρας, παρά ταύτα περάσαμε την Πρόνοια, στρίψαμε δεξιά και ανεβήκαμε στο Παλαμήδι από το δρόμο που χρησιμοποιείται για τα υποζύγια. Το φρού­ριο φαίνεται τεράστιο. Όταν το κατέκτησαν οι Έλληνες (ένας παπάς σκαρφάλωσε πρώτα τους τοίχους, αλλά τον πέταξαν κάτω, μετά ακολούθησε ο Σταϊκόπουλος ή Στάϊκος, ο οποίος έστησε τη σημαία και κράτησε τη θέση μέχρι να τον ακολουθήσουν περισσότεροι Έλληνες. Τώρα ο Στάϊκος από καιρό σε καιρό τρελαίνεται εντελώς και πρέπει να τον φυλάνε), η πείνα στους Τούρκους είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ένας πατέρας και μια μητέρα φιλονίκησαν για το πτώμα του παιδιού τους, ποιος θα το φάει. Σε αυτή την έσχατη ανάγκη μερικοί Τούρκοι είχαν προδώσει, από πού θα μπο­ρούσαν να μπουν οι Έλληνες. Κοντά στο σημείο αυτό βρίσκεται μια μεγάλη καμπυλω­τή στέρνα και μπροστά απ’ αυτή, κάτω από μια αμυγδαλιά γεμάτη άνθη, είδαμε τον τάφο ενός Πασά.

Το φρούριο έχει μέσα από το μεγάλο τοίχο που το περιβάλλει ο­λόκληρο, πολλά μικρότερα φρούρια, των οποίων η οχύρωση αποτελείται από τα βρά­χια που είναι δεμένα με κτισμένους τοίχους. Αυτά τα μικρότερα φρούρια χωρίζονται το ένα από το άλλο με βαθιά φαράγγια που έχουν δημιουργηθεί μέσω ανατινάξεων. Στο στρατιώτη που μας ξενάγησε είχαν πει: Να τους πας παντού, όχι όμως εκεί που κάθεται ο γέρος.

Ο γέρος είναι ο Κολοκοτρώνης. Κάθεται σε ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς – ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πο­λεμίστρες εδώ είναι γεμάτα. Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κτλ. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου.

Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η Εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή. Πα­ντού τα πιο όμορφα λουλούδια, μικρά ζουμπούλια, αρωματικός υάκινθος. Ασφοδέλι (από το οποίο φυτρώνει τόσο πολύ στον Άδη), ένα πολύ όμορφο λουλούδι, αναμιγμένο με ένα ξερό χαμηλό ακανθώδη θάμνο που αυτή την εποχή είναι γεμάτος με ανοι­κτά κίτρινα άνθη και λεπτά πράσινα φύλλα, καλύπτουν τώρα το βράχο και αυτό πα­ρουσιάζει μια υπέροχη εικόνα. Όταν τα κατσίκια ανεβαίνουν στα βράχια ο αέρας μοσχοβολάει. Παντού μάζες από βότανα, όπως θυμάρι και άλλα που μυρίζουν υπέρο­χα.

Μετά αφού είχαμε σκαρφαλώσει παντού εκεί επάνω για δυο ώρες περίπου, κατε­βήκαμε από την πλευρά της θάλασσας από τη ψηλή σκάλα, για την οποία σας έχω μιλήσει κιόλας. Κατεβαίνει ζιγκ-ζαγκ με κτισμένες πλατφόρμες και κομμάτια του βράχου. Πολλά σκαλοπάτια είναι κτισμένα, πολλά είναι σκαλισμένα στο βράχο. Η σκάλα δεν οδηγεί ακριβώς στο σημείο, όπου το Παλαμήδι χωρίζεται από το Ιτσκαλέ μέσω ενός είδους στενού, το τελευταίο κομμάτι είναι ένα απλό μονοπάτι. Μόνο τα σκαλο­πάτια είναι 780 και κάτι, αν δεν κάνω λάθος. Ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός, ώστε μερικές φορές έπρεπε να καθίσω στο χώμα, για να μη με ρίξει κάτω. Είχαμε ξεκινήσει στις έντεκα παρά τέταρτο και γυρίσαμε κατά τις τρεις.»

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Θα ήθελα να τελειώσω με ένα σκεπτικό και συγχρόνως συγκινητικό τόνο τη μικρή περιοδεία που κάναμε στην προσωπική αλληλογραφία της νεαρής Βερολινέζας που ήρθε να ζήσει τους χειμωνιάτικους μήνες του 1834/35 στο Ναύπλιο.

Τα γράμματα που έστειλε η Μπεττίνα Σχινά στους γονείς της στη Γερμανία αποτελούν μια εξαιρετικά πλούσια πηγή πληροφοριών. Λίγα στιγμιότυπα μόνο μπό­ρεσα να σας παρουσιάσω εδώ σε μετάφραση.

Και όπως έκανα στο πιο μεγάλο μέρος της παρούσας μελέτης, θα τελειώσω με τα λόγια της ίδιας της Μπεττίνας. Σε ένα γράμμα, το οποίο απέστειλε τις 5 Μαρ­τίου του 1835 (21 Φεβρουαρίου κατά το ελληνικό ημερολόγιο) υπάρχει στην αρχή, γραμμένη ανάποδα, η εξής προσθήκη:

«Αυτή τη στιγμή χτυπάει νεκρικά η καμπάνα για τον Στάϊκο, τον κατακτητή του Παλαμηδιού. Πέθανε παράφρων στη φυλακή της Νομαρχίας, διότι στην παραφροσύ­νη του δημιούργησε αναστάτωση, εκφωνούσε λόγους στους δρόμους και έπρεπε να τον φυλάνε. Έκαναν έρανο για χρήματα στους δρόμους για την κηδεία του. Μια πραγ­ματική τραγωδία έμπροσθεν του Παλαμηδιού.»

  

Η Μπεττίνα και ο άνδρας της στην Αθήνα


 

[ Στις αρχές Απριλίου του 1835, το ανδρόγυνο μετακομίζει στην Αθήνα. Τα γράμματα γίνονται ζοφερά. Νοικιάζουν ένα σπίτι χωρίς ανέσεις μόλις βγαίνει κανείς από τον Πειραιά και η Μπεττίνα περνά την πρώτη νύχτα στην πόλη των ονείρων της κλαίγοντας πικρά. Τους βασανίζουν τα κουνούπια, η βρώμα των υπονόμων, οι κρίσεις των χρονίων αιμορροΐδων του Σχινά, οι βδέλλες στα αυτιά και οι αφαιμάξεις. Εγκαταλείπουν τα σχέδια να χτίσουν σπίτι. Η διάρροια και ο πυρετός θερίζουν τα μικρά παιδιά. Στους στρατώνες παρουσιάζεται τύφος. Κυκλοφορούν φήμες για κρατική χρεοκοπία. Ο Σχινάς παραμένει άνεργος και σταματούν οι προσκλήσεις στις δεξιώσεις.

Η Μπεττίνα προσπερνά με ελάχιστες γραμμές την ενηλικίωση του Όθωνα και την ανάρρησή του στο θρόνο την 1η Ιουνίου. Είναι προφανές ότι υιοθετεί τη γνώμη του φίλου Κωλέττη:

« Η κρίση μου για το νεαρό βασιλιά ήταν λανθασμένη. Όποτε δεν έπαιρνε αμέσως μια απόφαση, προτιμούσα να πιστεύω ότι το κάνει από σοβαρότητα και σωφροσύνη. Στην πραγματικότητα είναι άβουλος και έχει περιορισμένη αντίληψη».

Η Μπεττίνα δηλώνει επιτακτικά ότι αν ο άνδρας της δεν προσληφθεί ως την 1η Οκτωβρίου, πρέπει να δραπετεύσουν από το αθηναϊκό χάος στο Ναύπλιο ή στις Κυκλάδες. Δεν θα προλάβουν.

Η Μπεττίνα πέφτει στο κρεβάτι άρρωστη, οι γιατροί της επιβάλλουν εικοσαήμερη απόλυτη νηστεία, μετά αρρωσταίνουν και οι ίδιοι οι γιατροί, τις τελευταίες ώρες την κουράρει ο Πέτρος Ηπίτης. Το επόμενο γράμμα προς το Βερολίνο υπογράφεται μόνο από τον Κωνσταντίνο Σχινά:

« Στις 24 Αυγούστου τα χαράματα μέλλονταν στον άγγελό μου, στην μοναχοκόρη σας, να κλείσει τα μάτια της. Η ωραία γυναίκα μου έγινε νύφη του Κυρίου». Σήμερα, κανένας δεν γνωρίζει που είναι θαμμένη η Μπεττίνα στην Αθήνα]. 

 

Ρεγγίνα Quack– Μανουσάκη

Ιστορικός. Δρ Φιλοσοφικής Σχολής του Ελεύθερου Παν/μίου του Βερολίνου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

Τα κείμενα εντός αγκύλης είναι του κ. Σπύρου Μοσκόβου Δ/ντή του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle. TO BHMA– Δευτέρα 5 Απριλίου 2010.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Dupré Louis – Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821


 

Ο Γάλλος ζωγράφος Λουί Ντυπρέ (1789-1837), επισκέπτεται την Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1819, διατρέχει την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού, συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου φτάνει  στο Βουκουρέστι. Ζωγραφίζει πρόσωπα, τοπία, ιστορικές και θρησκευτικές σκηνές. Τα έργα του από την Ελλάδα δημοσιεύθηκαν το 1825 στο μνημειώδες εικονογραφημένο ταξιδιωτικό χρονικό, Voyage à Athènes et à Constantinople, με υπότιτλο,  ou collection des portraits, de vues et costumes grecs et ottomans = Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη, μια συλλογή από πορτραίτα, τοπία, ελληνικές και οθωμανικές ενδυμασίες.

Το λεύκωμα περιλαμβάνει μια και μόνη πολεμική σκηνή με τίτλο «Ο Νικολάκης Μητρόπουλος* υψώνει τη σημαία με το σταυρό στο φρούριο των Σαλώνων».

* Μητρόπουλος Νικολάκης, αγωνιστής του 1821, Ζάτουνα Γορτυνίας.

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

 

Ο Δρ Μανώλης Βλάχος στο, Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994, γράφει – αναλύει  τη σκηνή:

Η μορφή του αγωνιστή, που έπειτα από σκληρή μάχη κατορθώνει να υψώσει την ελληνική σημαία στα τείχη των Σαλώνων, προβάλλεται πολύ περισσότερο από το πολεμικό επεισόδιο, έχει δε φιλοτεχνηθεί με την έμφαση και την επιμέλεια που ο ζωγράφος επιφυλάσσει στο πορτραίτο. Το γεγονός, εντούτοις, ότι ο άνδρας εικονίζεται στο περιβάλλον της μάχης επιτρέπει να θεωρηθεί η παράσταση πολεμική σκηνή.

Ο ζωγράφος σημειώνει στο οδοιπορικό του: «Θα έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω έναν από τους ήρωες που έστησαν επάνω στα τείχη αυτά τη σημαία του σταυρού». Ως παρουσίαση νοείται μόνον η ζωγραφική σύνθεση, διότι ο Μητρόπουλος δεν αναφέρεται πουθενά αλλού.

Τον αγωνιστή, εντούτοις, ο καλλιτέχνης γνώρισε στη Ρώμη το 1824, από τον οποίο και έμαθε τη διεξαγωγή της μάχης. Η γνωριμία αυτή είναι ο λόγος που έκαμε τον Dupre να περιλάβει στο λεύκωμα τη μοναδική ιστορική σκηνή από την Επανάσταση· το γεγονός, δηλαδή, ότι διέθετε έναν από τους συντελεστές του Αγώνα και την προσωπική γνώση του τόπου.

Θα παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι ο ζωγράφος περιόρισε την παράσταση του επεισοδίου στην προσωπογραφία κυρίως του Μητρόπουλου και σε μια υποτυπώδη δήλωση του χώρου. Δεν πρέπει να λησμονηθεί, ακόμη, ότι η απαίτηση της προσωπικής μαρτυρίας απέκλεισε από το λεύκωμα σπουδαιότερες μάχες και πολύ γνωστότερους αγωνιστές. Η πρώτη εντύπωση από τον πίνακα είναι ότι περιγράφει την τελευταία φάση της μάχης· τη δραματική άνοδο του σημαιοφόρου στις επάλξεις του φρουρίου, για να στήσει εκεί τη σημαία. Η παράσταση όμως θα μπορούσε να ερμηνευθεί και αντίστροφα: πρόθεση του καλλιτέχνη ήταν να απεικονίσει προπάντων τη μορφή του πολεμιστή, η οποία κατ’ ανάγκην επέσυρε και το ανάλογο περιβάλλον.

Αν και η μάχη ήδη έχει κριθεί, στις επάλξεις η συμπλοκή συνεχίζεται. Ανάμεσα στους νεκρούς του πρώτου επιπέδου, που κείτονται στις βαθμίδες, και τους άνδρες που πολεμούν στο βάθος ορθώνεται ο σημαιοφόρος. Τα πόδια του πατούν το πτώμα και τα όπλα ενός Τούρκου, με το αριστερό χέρι κρατά τη σημαία ενώ με το δεξί του σφίγγει το σπαθί. Στο λαβωμένο πρόσωπο, καθώς αιφνίδια στρέφεται στο θεατή, διαγράφεται η αποφασιστικότητα, η βίαιη έξαρση του πολέμου και η ικανοποίηση της νίκης.

Η προσεκτική θεώρηση του έργου αποδεικνύει ότι ο ζωγράφος, πέρα από τους εμφανείς προσωπογραφικούς στόχους, θέλησε να επισημάνει τη σπουδαιότητα του ιστορικού γεγονότος και να το προτείνει ως σύμβολο της Επανάστασης. Η οργάνωση της σύνθεσης και η λειτουργία των διαφόρων θεματικών ή μορφολογικών στοιχείων, που δρουν ως επί μέρους σύμβολα, εκεί κατατείνουν. Το σύνολο σχεδόν του θέματος – ο Μητρόπουλος, η σημαία και οι δύο νεκροί, ο Έλληνας και ο Τούρκος – περιέχεται στη θαυμάσια διαρθρωμένη πυραμίδα, η οποία ενώ εγκλείει εντονότατη δράση, συγκρατεί στέρεα την ισορροπία του σχήματος.

Ο ιστός της σημαίας χωρίζει την παράσταση σε δύο άνισα ορθογώνια, το αριστερό και ευρύτερο όπου επικρατεί ο πυρετός της μάχης, και το δεξιό που καταλαμβάνεται ολόκληρο από τον νεκρό Έλληνα. Η κατακόρυφος του ιστού αποτελεί το όριο πέρα από το οποίο η συμπλοκή δεν επεκτείνεται αλλά απωθείται προς τα αριστερά, προκειμένου να εκτεθεί με άνεση ο μαχητής που πέθανε σφίγγοντας την άκρη της σημαίας στο στήθος του. Το πρόσωπό του και το πρόσωπο του Μητρόπουλου, καθώς εντάσσονται στην ίδια ευθεία, αποτελούν δύο όψεις του αγώνα για την ελευθερία· τη θυσία και τη νίκη.

Η ιδέα επαναλαμβάνεται από τα σπαθιά των δύο Ελλήνων. Η επιτυχής έκβαση της μάχης δηλώνεται και από το ότι ο ιστός, με το σταυρό στην κορυφή, πατά, εάν προεκταθεί, επάνω στο σαρίκι του νεκρού Τούρκου. Η λειτουργία της σημαίας στη σύνθεση είναι ευρύτερη: κατ’ αρχήν, οι μεγάλες καμπύλες που σχηματίζονται από τον βίαιο άνεμο εγκαθιστούν το ιδεώδες πλαίσιο προβολής του Μητρόπουλου, αυξάνουν την ένταση και προοιωνίζονται το θρίαμβο, αποτελούν όμως και ισχυρές ανασταλτικές ωθήσεις προς τα αριστερά, δυσχεραίνουν την ανάβαση του σημαιοφόρου και τον υποχρεώνουν να εντείνει την προσπάθειά του.

Με το σώμα ολόκληρο – τον τεράστιο λοξό άξονα – φαίνεται να στηρίζει με δύναμη τη σημαία και να σφαλίζει την κατακόρυφο. Θα επισημανθεί ακόμη η δημιουργία του σχήματος S, που προκύπτει από τις καμπύλες της σημαίας και την παρυφή της φουστανέλας, στο οποίο φαίνεται να εγγράφεται η μορφή του. Εμφανής είναι η κλασική αντίληψη που διέπει τον πίνακα σε ό,τι αφορά την οργάνωση των διαφόρων στοιχείων του, αλλά και η ρομαντική διάθεση από την οποία διαπνέεται, ιδιαίτερα αισθητή στην ηρωική έξαρση που χαρακτηρίζει τη μορφή του σημαιοφόρου.

Το έργο, σύμβολο της εξέγερσης του ελληνισμού, «εικονογραφεί» κατάλληλα τη φράση του Dupre: «Σήμερα, το έθνος αυτό, οργισμένο από το μέγεθος της συμφοράς και εμπνεόμενο από τη μνήμη και το μίσος, ορθώθηκε για να πολεμήσει το δυνάστη και να ξεπλύνει στο αίμα τη μακροχρόνια και ωμότατη προσβολή». Η διττή φύση του έργου παραπέμπει έμμεσα στους πόλους των επιδράσεων που έχει δεχθεί τούτο. Ως σύνολο, η παράσταση φαίνεται μάλλον προσωπική σύνθεση του καλλιτέχνη. Εντούτοις, τα επί μέρους στοιχεία έχουν άμεση σχέση με την πολεμική εικονογραφία της εποχής. Ο κύκλος του David και οι ρομαντικοί, με επικεφαλής τον Delacroix, ασφαλώς συνέβαλαν στη δημιουργία του έργου. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »