Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ενετοκρατία’

Συγκρούσεις στην πεδιάδα του Άργους μεταξύ Βενετών και Οθωμανών κατά την εκστρατεία του Francesco Morosini στην Πελοπόννησο (τέλη 17ου αιώνα)


 

Ο 17ος αιώνας για τον ελλαδικό χώρο ήταν γεμάτος πολέμους, κυρίως από τα μέσα του έως και το κλείσιμό του, με «θέατρο» των πολεμικών επιχειρήσεων τις νησιωτικές περιοχές του Ιονίου, του Αιγαίου πελά­γους, την Κρήτη, την Πελοπόννησο και τις παράκτιες ζώνες από τον Αμβρακικό κόλπο, την Αιτωλοακαρνανία, την Αττική έως και την Εύ­βοια. Ήταν επιχειρήσεις κατά τις οποίες αντιπαρατέθηκαν οι δυνάμεις, κυρίως ναυτικές αλλά και χερσαίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μια πλευρά και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας από την άλλη, υποστηριζόμενες (οι τελευταίες) κατά περίπτωση από διάφορες δυνάμεις της Δύσης (ευρωπαϊκές). Δεν θα αναφερθώ περισσότερο στο ιστορικό πλαίσιο και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν κατά τον «πόλεμο του Μοριά», ονομασία που πήρε η στρατιωτική εκείνη επιχείρηση των Βενετών. Θα περιοριστώ μόνο στην αναφορά ορισμένων σχεδιαγραμ­μάτων από τα βενετικά αρχεία, τα οποία αφορούν εκείνη ακριβώς την περίοδο και την περιοχή του Άργους.

Στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας υπάρχει στη σειρά των ιτα­λικών χειρογράφων, ο κώδικας με την αρχειακή ένδειξη Mss It. Cl. VII, 94 (10051) και τον τίτλο Carte topografiche e piante di citta e fortezze per la Guerra di Morea (1684-1697). Ο συγκεκριμένος κώδικας έχει αναφερθεί συ­χνά σε διάφορες μελέτες, στις οποίες εξετάζονται είτε πολεμικά γεγονότα της ίδιας περιόδου, του πολέμου του Μοριά, είτε τομείς της ιστορίας των περιοχών που αναφέρονται στον κώδικα και είχαν αποτελέσει τον χώρο δράσης των αντιμαχόμενων πλευρών. [1]

Στο No 54 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα (εικ. 1). Ο ακριβής τίτλος είναι: «Περιγραφή και η διάταξη της μάχης, η οποία έγινε στην πεδιάδα του Άργους μεταξύ του στρατεύματος που διοικούσε ο στρατηγός μαρκήσιος Königsmark και του σερασκέρη του Μοριά, στις 6 Αυ­γούστου 1686»/ Descrittione, et L᾽ordine della Battaglia Fatta Nella Pianura Dargos Fra l᾽Armata Veneta Comandata dal S.E. il G(e)n(era)le Co: Mar(e)s(a)le Di Coinismarch e il Seraschier della Morea, seg(na)ta li 6 Agosto 1686.

 

Εικ. 1. Η διάταξη της μάχης στην πεδιάδα του Άργους, μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 6 Αυγούστου 1686 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 54).

Εικ. 1. Η διάταξη της μάχης στην πεδιάδα του Άργους, μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 6 Αυγούστου 1686 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 54).

Αφορά επιτελικό σχεδιάγραμμα, στο οποίο εικονίζεται η διάταξη των στρατευμάτων των Βενετών και των συμμάχων τους στην πεδιάδα του Άργους, κατά τη σύγκρουσή τους με τους Οθωμανούς. Εκτός από τον τίτλο που προαναφέρθηκε και είναι γραμμένος στην κάτω πλευρά του πίνακα, δεν υπάρχει καμιά άλλη ένδειξη ή υπόμνημα, πάνω στο σχέδιο.

Αξίζει όμως να αναφέρουμε ότι, εκτός των παρατάξεων των στρα­τευμάτων των αντιμαχόμενων πλευρών, εικονίζονται διάσπαρτα στην εξοχή και πέντε οικιστικά σύνολα. Είναι συμβολικά σχεδιασμένα, απο­τελούμενα από μεμονωμένα κτίσματα, κάπου δε εικονίζεται δίπλα σε κτίσμα κάποια πυργοειδής κατασκευή (εκκλησία με καμπαναριό;). Τα τέσσερα από αυτά περιβάλλονται από απλό περίβολο με ένα άνοιγμα. Ίσως ήταν κάποια μετόχια ή messarie, του τύπου του ιταλικού νότου, δηλαδή συγκροτήματα γαιοκτημόνων για την εκμετάλλευση των γύρω καλλιεργειών και τον έλεγχο της παραγωγής. Ίσως να απεικονίζουν και απλές οικιστικές μονάδες, συμβολικά σχεδιασμένες. Δυστυχώς όμως μόνο με τα στοιχεία του ίδιου του σχεδιαγράμματος, χωρίς υπόμνημα ή και συσχετισμό με άλλα σχετικά έγγραφα, δεν μπορούμε να κάνουμε την οποιαδήποτε τεκμηριωμένη ανάλυση.

Στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, στη σειρά των Χαρτών, επισημάνα­με σχεδιάγραμμα, το οποίο είναι εξαιρετικά όμοιο με το περιγραφόμενο από τον κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, με δύο οικιστικά σύνολα (μετόχια;) να εικονίζονται στην ευρύτερη περιοχή, όπου διαδραματίζο­νταν τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών. Απαιτείται όμως λεπτομε­ρέστερη μελέτη των ενδείξεων που αναγράφονται στο ίδιο το σχέδιο.[2]

Στο No 55 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 35χ26 εκατ., με πένα και ακουαρέλα (εικ. 2). Ο ακριβής τίτλος είναι: «Διάταξη μάχης που δόθηκε στην εξοχή (περιοχή) του Άργους, κοντά στη Μανάρα του Βάσιμου του Μοριά, στις 10 Ιουνίου του 1695, κατά του Ιμπραήμ Πασά του σερασκέρη» / Ordine di battaglia data nella Campagna d᾽Argos presso la Manara nel Regno della Morea li 10 giugno 1695 a Ibraim Pascia Seraschiere.

 

Εικ. 2. Η διάταξη της μάχης στην περιοχή της Άργους (κοντά στη Μανάρα), μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 10 Ιουνίου 1695 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 55).

Εικ. 2. Η διάταξη της μάχης στην περιοχή της Άργους (κοντά στη Μανάρα), μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 10 Ιουνίου 1695 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 55).

 

Και αυτό το σχέδιο είναι επιτελικό με τη διάταξη των αντιπάλων δυνάμεων, όπως περιγράφονται στον τίτλο. Όλες οι ενδείξεις που επε­ξηγούν το σχεδιάγραμμα είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο και έχουν ως εξής: Στην άνω πλευρά του πίνακα εκτός από τον τίτλο, όπως ήδη αναφέρθηκε, αναγράφεται (A)[3]: S.E. Baron di Stenau Generale di Sbarco (στρατηγός της απόβασης) *S.E. Generale dell᾽Armi in Regno Ag(ostin)o Sagredo (στρατηγός του στρατού).

Η απεικόνιση της διάταξης των σωμάτων του στρατού και του ιππι­κού, με ορθογώνια σχήματα, συμπληρώνεται με την αναγραφή, δίπλα στο καθένα, της ονομασίας προέλευσης του κάθε σώματος. Κάτω αρι­στερά, επεξηγείται και η διαφοροποίηση της γραφικής αυτής απεικόνι­σης, ως εξής: (Β) Awertimento / Παρατήρηση, Tutte le figure segnate con la Bandiera inalborata sono Battaglioni di Fanteria / Όλα τα σχήματα (που είναι) σχεδιασμένα με τη σημαία υψωμένη είναι τάγματα πεζικού, he figure die sono segnate col Guidon come questo sono Squadron di Cavalleria / Τα σχήματα που είναι σχεδιασμένα με τριγωνική σημαία, όπως αυτό, είναι ίλη ιππικού.

Από τα ονόματα των αξιωματούχων, που αναγράφονται γύρω από τη διάταξη, αναφέρουμε μόνον των ανωτέρων και είναι οι ακόλουθοι: επάνω αριστερά αναγράφεται: Sarg(ente) General Castelli (Γ) και δεξιότερα: Sarg(ente) General Lanoia (Δ). Παρακάτω, αριστερά, αναγράφεται Brigad(ier) Vollo (Ε) και δεξιότερα: Bngad(ier) Magnanin (Ζ). Στο κέντρο της όλης δι­άταξης αναγράφεται: Brigadier Gicha (Η). Κάτω από τη διάταξη, αριστερά, αναγράφεται: Brigadier Monso (Θ) και δεξιότερα: Brigadier Furietti (I).[4]

Στο No 56 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα (εικ. 3). Ο ακριβής τίτλος, γραμμένος στον κατάλογο του κώδι­κα (indice), είναι «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους» / Battaglia nella pianura d’Argos.

 

Εικ. 3. Μάχη στην πεδιάδα του Άργους (;) (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 56).

Εικ. 3. Μάχη στην πεδιάδα του Άργους (;) (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 56).

 

Είναι και αυτό το σχέδιο επιτελικό, με τη διάταξη μάχης, αλλά πα­ριστάνεται ταυτόχρονα και το ανάγλυφο του εδάφους. Είναι το πλέον περιγραφικό της σειράς των σχεδιαγραμμάτων αυτού του Κώδικα, που αναφέρονται στα πολεμικά γεγονότα μεταξύ Βενετών και Οθωμανών στην περιοχή του Άργους, ονομασία όμως που δεν αναγράφεται πάνω στο ίδιο το σχέδιο. Παρουσιάζεται μια επίπεδη περιοχή (πεδιάδα) με όλη τη μορφολογία του εδάφους, ποτάμια και συστάδες πολλών δένδρων (ελαιόδενδρα ή άλλες δενδροκαλλιέργειες;). Στο κεντρικό και επάνω σημείο του πίνακα εκτός από τα σώματα στρατού, συμβολικά σχεδια­σμένα, εικονίζονται πολεμικές σκηνές με το μισοφέγγαρο στην κορυφή, δηλώνοντας την πλευρά των Οθωμανών (Α).[5] Δίπλα σε αυτό το σύνολο εικονίζεται ένας απλός οχυρός περίβολος με ένα εσωτερικό διατείχισμα, που πρέπει να ανήκει σε μεσαιωνικό φρούριο και πρέπει να είναι η Λάρισα, το φρούριο του Άργους (Β), σύμφωνα με τον κατάλογο του κώδικα. Έξω από αυτό, εικονίζονται διάσπαρτα και συμβολικά σχεδιασμένα κα­τοικίες (Γ). Στη δεξιά πλευρά του πίνακα, διακρίνονται σκηνές χωρίς ιδι­αίτερους συμβολισμούς ή άλλη ένδειξη (Δ). Σε όλη την ακτή – παραλία, προς την κάτω πλευρά του πίνακα, διατάσσονται στη θάλασσα οι βενετι­κές γαλέρες (Ε). Από κάτω εικονίζεται ταινία, στην οποία όμως δεν έχει αναγραφεί κάποιος τίτλος.

Η περαιτέρω έρευνα για τη σύνδεση αυτού του σχεδίου και με άλλα στοιχεία, είναι απόλυτα απαραίτητη. Και αυτό αποδεικνύεται από άλ­λες μελέτες, μέσα από τις οποίες έχουν επισημανθεί παρόμοια σχεδια­γράμματα, όπως ένα του Vincenzo Coronelli, απόλυτα όμοιου με εκείνο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, στο οποίο εικονίζονται ακρι­βώς τα ίδια δεδομένα. Η διαφορά όμως, που αποσαφηνίζει κατά κάποιο τρόπο την τοπογραφία στο σχέδιο του Coronelli, είναι η αναγραφή της Καλαμάτας, με το κάστρο της, τον ελαιώνα της στην πεδιάδα προς τη θάλασσα και τον βενετικό στόλο να είναι ελλιμενισμένος στον κόλπο της πόλης.[6]

Στο No 57 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα. Ο ακριβής τίτλος είναι «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους», ο οποίος δεν αναγράφεται πάνω στον πίνακα, αλλά αναφέρεται στον κα­τάλογο του κώδικα.

Είναι και πάλι ένα επιτελικό σχεδιάγραμμα, που αναφέρεται στον παραπάνω τίτλο. Διατάσσονται μόνο τα σώματα στρατού, χωρίς καμιά απεικόνιση του περιβάλλοντος χώρου. Δίπλα σε κάθε στρατιωτικό σώμα αναγράφεται η προέλευσή του. Από όλες τις ενδείξεις, αναφέρουμε μό­νον αυτές των αξιωματούχων, που είναι: Prin.ce Brigadier G.n.le, Sergent Maggior de Battaglia de Joijy, G.n.le de la Tour, Colonel de S.t Andrea, Sergente Mag:(giore) de Bataglia Alcenago, L.G. de Barre(?). Τέλος, οι αναγραφόμενες εθνικότητες των μισθοφορικών(;) στρατευμάτων είναι: Κροάτες, Αλβα­νοί, Κορσικανοί, Μαλτέζοι και άλλοι.

Επαναλαμβάνω και πάλι ότι τα σχεδιαγράμματα αυτά θα είναι πολύ πιο χρήσιμα και θα ολοκληρώσουν την έρευνα της περιοχής αν εξετα­σθούν και συσχετισθούν με άλλα αρχειακά τεκμήρια, έγγραφα και εκ­θέσεις από τα βενετικά αρχεία για την περιοχή του Άργους. Η έρευνα θα πρέπει να συνεχιστεί.

Η σύντομη μελέτη μου κλείνει με δύο ακόμη σχεδιαγράμματα από την περιοχή του Άργους και του Ναυπλίου, τα οποία περιλαμβάνονται στη συλλογή Grimani, που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας, και αφορούν την ίδια ιστορική περίοδο του πολέμου του Μοριά με τις επιχειρήσεις των Βενετών και των συμμάχων τους εναντίον των Οθωμανών (2η βενετική περίοδος).[7]

No XIX: «Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου». Το σχέδιο, σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, έχει διαστάσεις 56,5χ42 εκατ. (εικ. 4). Υπάρχουν (πάνω στον πίνακα) το στέμμα του Grimani και μι­κρό στέμμα (οικόσημο) ευγενούς, μεταξύ κυλίνδρου (πάπυρου) σε μορ­φή του κέρατος της Αμάλθειας (αφθονίας). Δεν υπάρχει υπογραφή στο σχέδιο. Έχει γραμμική κλίμακα των 600 γεωμετρικών βημάτων (passa geometrici), που εικονίζεται στην κάτω πλευρά του πλαισίου του υπο­μνήματος.

 

Εικ. 4. Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου Συλλογή Grimani, πίν. XIX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αθήνα.

Εικ. 4. Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου Συλλογή Grimani, πίν. XIX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – Αθήνα.

Είναι ένας τοπογραφικός χάρτης του μυχού του κόλπου του Ναυπλί­ου. Οι οχυρώσεις της Ακροναυπλίας και τα τείχη της πόλης είναι σχε­διασμένα με μικρογραφική ακρίβεια. Το χειρόγραφο (κείμενο) στο υπόμνημα και ο σχεδιασμός του οικόσημου του Grimani μοιάζουν αρκετά με εκείνα στους δύο χάρτες του κόλπου της Μεθώνης (πίνακες XIV και XV της ίδιας συλλογής).

Το υπόμνημα, μεταφρασμένο, είναι το ακόλουθο (η μεταγραφή δημο­σιεύεται από τον Κ. Andrews): Α. Πόλη της (Napoli di) Romania / Ναυπλί­ου, Β. Περίβολοι Άνω, ή φρούριο, C. Βουνό Παλαμήδι, D. Κάστρο Θάλασσας (Μπούρτζι), Ε. Τόπος-θέση στον οποίο υπάρχει περισσότερο από 1 piede νερού (βάθος), με πυθμένα συμπαγή, σκληρό, F. Κυματοθραύστης-υποθαλάσσιος μόλος, κατασκευασμένος από τους Τούρκους, G. Κανάλι από το οποίο εισέρχο­νται οι γαλέρες και τα μικρότερα πλοία, Η. Μόλος κατασκευασμένος εκ νέου, I. θέση όπου ναυπηγούνται («κτίζονται») τα πολεμικά πλοία, Κ. Αλυκές, L. Ελώδη εδάφη.

Όλη αυτήν την παράκτια περιοχή, η οποία πρέπει να είναι η επέκτα­ση της πεδιάδας του Αργούς προς τη θάλασσα, διατρέχουν τέσσερις χείμαρροι – ποτάμια.

No. XX. «Κόλπος του Ναυπλίου». Δεν υπάρχει τίτλος ή υπό­μνημα πάνω στον πίνακα (εικ. 5). Είναι σχέδιο, διαστάσεων 71,5χ52,5 εκατ., σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Στην επάνω δεξιά γωνία του πί­νακα εικονίζεται ασπίδα με το οικόσημο του Grimani, περιβαλλόμενο από φοίνικα και κλαδιά ελιάς. Δεν υπάρχει υπογραφή στο σχέδιο. Λίγο παρακάτω υπάρχει γραμμική κλίμακα των 1.000 γεωμετρικών βημά­των (passa geometrici). Τέλος, στο κέντρο του κόλπου, σημειώνεται το ρόδο των ανέμων και με τον συμβολισμό του βορρά, στραμμένο προς τα πάνω.

 

Εικ. 5. Κόλπος Ναυπλίου, με την πεδιάδα του Άργους Συλλογή Grimani, πίν. XX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αθήνα.

Εικ. 5. Κόλπος Ναυπλίου, με την πεδιάδα του Άργους Συλλογή Grimani, πίν. XX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – Αθήνα.

Είναι τοπογραφικός χάρτης, όπου απεικονίζονται το Ναύπλιο, ο μυ­χός του κόλπου και η ελώδης, χαμηλής στάθμης πεδιάδα του Άργους. Στην ανατολική πλευρά του κόλπου, κοντά στην πόλη, αναγράφεται πλήθος βυθομετρήσεων. Όλες οι ενδείξεις είναι γραμμένες πάνω στο σχέδιο. Υπάρχουν επίσης δύο ενδείξεις, Α και Β, χωρίς να επεξηγούνται πάνω στο σχέδιο. Τοπογραφικά στοιχεία είναι γραμμένα πάνω σε όλο τον χάρτη, με μικρή κανονική γραφή.

Κοντά στο ακρωτήριο του Ναυπλίου, στον κόλπο, είναι γραμμένο: Θέσεις όπου αγκυροβολούν τα πολεμικά πλοία. Χαμηλότερα, στη δεξιά γω­νία, αναγράφονται τα ακόλουθα (η μεταγραφή ελέγχθηκε και από τον Kevin Andrews, ενώ οι αριθμοί που ακολουθούν είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση του υπομνηματισμού): 1. Πόλη της Napoli di Romania, 2. Φρούριο – Φορτέτσα (Ακροναυπλία), 3. Παλαμήδι, 4. Κάστρο της Θάλασσας (Μπούρτζι), 5. Εκκλησία των Αγίων Πάντων (δεν διακρίνεται η αναγραφή της ένδειξης πάνω στο σχέδιο), 6. Εκκλησία του Αγίου Νικόλαου (στον λόφο βόρεια του Παλαμηδιού), a. Gara; (ανατολικά από τη βραχο­νησίδα Μπούρτζι, αναγράφεται η ένδειξη αυτή, φαίνεται δε ως ξέρα), b. Posta (θέση ταχυδρομικού σταθμού αναγράφεται κοντά στην πλέον εσω­τερική ακτή, στον μυχό του κόλπου), c. Barache (αναγράφεται μαζί και με μια άλλη δυσδιάκριτη ένδειξη), d. Risara disfatta/ ορυζώνας ερημωμέ­νος, saline distrutte / καταστραμμένες αλυκές (αναγράφεται στο ύψος του λόφου με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, δίπλα στον δρόμο, όπου εικονίζεται ορθογώνιος χώρος, οριζόμενος με εστιγμένη γραμμή).

Προχωρώντας προς τα βόρεια, γύρω από τον κόλπο, κατά μήκος της ακτογραμμής, είναι γραμμένα: 7. Αλυκές, 8. Εδάφη λασπώδη και χαμηλά, 9. Εδάφη όλα κακά, 10. Παλαιόκαστρο (πιθανά επισημαίνεται η ακρόπολη της Τίρυνθας), 11. Σπίτια κάτω από το Παλαιόκαστρο, 12. Ελαιόδενδρα, 13. Ακτή αμμώδης και πιθάρια, 14. Έλη.

Στο εσωτερικό της περιοχής, στην πεδιάδα και αρχίζοντας από τον μυχό του κόλπου, είναι γραμμένα: 15. Βοσκοτόπια, 16. Εδάφη με λίγο χορ­τάρι, αλλά καλά για καλλιέργεια, 17. Βίλα Sermeti (οικισμός Σερεμέτι), 18. Tncaliti (οικισμός Τρικαλίτης), 19. Εδάφη κατά το πλείστον καλλιεργημένα, καλά για καλλιέργεια, 20. Πηγάδι, 21. Τάφρος, 22. Νερό που έρχεται (κατε­βαίνει) από το ποτάμι του Άργους μόνον τον χειμώνα, 23. Ποταμός Μπολίτσα, 24. Τάφρος που σκάφτηκε για να τρέχουν σε αυτήν, από τα νότια, τα νερά του Μπολίτσα, 25. Τάφρος από την οποία έτρεχαν τα νερά του χειμάρρου του Άργους στα έλη, 26. Χαμηλά εδάφη γεμάτα από brule (βούρλα), το χειμώνα γεμάτα νερό και το καλοκαίρι με αρκετά καλό χόρτο για βοσκή-νομή, 27. Νερά που έρχονται από τους μύλους και (που) σχηματίζουν τα έλη. Στη δυτική ακτή, αριστερά χαμηλά, αναγράφονται: 28. Μύλος, 29. Κρήνη[8].

Τέλος, πάνω στο ίδιο το σχεδιάγραμμα, αναγράφονται σύντομα κεί­μενα, όπου υπολογίζονται οι εκτάσεις γης, τα οποία δεν μεταγράφονται και δεν παρουσιάζονται από τον Kevin Andrews. Είναι αυτονόητο ότι απαιτείται ειδική μελέτη.

Η σχετική αναφορά από το Χρονικόν του Μορέως με στίχους,[9]

Το κάστρον κοίτεται εις βουνί, πολλά ενι αφιρωμένον

η δε του Άργου της πόλεως ή χώρα ή μεγάλη

μέσα εις τον κάμπον κοίτεται ώς τέντα απλωμένη

είναι πολύ χαρακτηριστική και απεικονίζεται τόσο παραστατικά στα προηγούμενα σχεδιαγράμματα.

Καταλήγοντας, θα πρέπει να τονισθεί για άλλη μια φορά η σημασία των αρχειακών τεκμηρίων, κυρίως τεχνικών και σχεδιαστικών, που υπάρχουν στα βενετικά αρχεία, αλλά και η αναγκαιότητα της συνέχισης της αρχειακής έρευνας για συσχετισμό εγγράφων και σχεδίων, ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ολοκληρωμένη η ιστορία, η ιστορική το­πογραφία ενός τόπου και μιας περιοχής, όπως είναι η ευρύτερη περιοχή του Άργους και όπως σύντομα παρουσιάστηκε μέσα από αυτά τα λίγα σχεδιαγράμματα.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιωάννα Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), 241-283, όπου αναφέρονται όλες οι λεπτομέρειες για τον κώδικα, τον πόλεμο του Μοριά και όλο το ιστορικό πλαίσιο με τη σχετική, βασική βιβλιογραφία της περιόδου εκείνης.

[2] Archivio di Stato di Venezia, Miscellanea Mappe, Archivio Grimani, F. 57/172, fasc. E/g (coll. Fotogr.negat. Ds.139/14, posit.68). ARGOS- Mappa con lo schiaramento delle trappe venete condotte dal conte di Konigsmark e delle truppe turche per la battaglia d’Argos (1686, 2 agosto). Σχέδιο με πένα σε χαρτί, διαστάσεων 425×290 χιλ.

[3] Τα γράμματα του υπομνηματισμού είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση των ενδείξεων που είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο.

[4] Ακριβώς γι’ αυτήν τη μάχη βλ. Ε. G. L. Pinzelli, Venise et la Moree: du triomphe a la desillusion (1684-1718), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Univerite Aix-Marseille I, 2003, σσ. 231-239. Τα τεκμήρια που παραθέτει είναι αναφορές, κυρίως από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, αλλά και ένα επιτελικό σχεδιάγραμμα της διάταξης των συμμαχικών δυνάμεων, στρατού και ιππικού, από αρχείο της Βιβλιοθήκης του Museo Civico Correr της Βενετίας. Είναι σχεδόν ίδιο με αυτό του κώδικα της Μαρκιανής, που παρουσιάζουμε εδώ, αναφέρει τα ίδια ονόματα των ανωτάτων αξιωματούχων, στις ίδιες θέσεις, με ελαφρά διαφοροποιημένη τη σχεδιαστική απόδοση και τα χρώματα με τους συμβολισμούς. Οπωσδήποτε η παραπέρα έρευνα θα μπορούσε να διαπιστώσει ποιο είναι το αρχικό-αυθεντικό σχέδιο και ποιο είναι αντίγραφο. Με βάση τη δική μου εμπειρία, κρίνω ότι σχετική έρευνα στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας θα έδινε και άλλες διευκρινίσεις. Πιστεύω, ότι τα τεκμήρια σε αυτό το τελευταίο, είναι και τα πλέον αυθεντικά και αρχικά διατυπωμένα ή καταγεγραμμένα.

[5] Τα γράμματα του υπομνηματισμού είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση των ενδείξεων που είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο.

[6] Vincenzo Coronelli, Conquiste della Serenissima Republica di Venezia, nella Dalmazia, Epiro, e Morea durante la guerra intrapresa contro Meemet IV Imper. de Turchi Descritte nel laboratorio del P. M. Coronelli cosmografo publico, Venezia 1986 (δεν έχει σελίδες). Βλ. σχετικά, Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, «Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700», Πρακτικά τον Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, Αθήνα 1978, σ. 262. Στο σημείο αυτό πρέπει να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στην κ. Αγγελική Πανοπούλου για την επισήμανση αυτού του σχεδιαγράμματος του Coronelli, το οποίο μελέτησε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας. Επειδή όμως, κατά τα βιβλιογραφικά δεδομένα, ο βενετός γεωγράφος ποτέ δεν επισκέφθηκε την Ελλάδα και η αναπαραγωγή των χαρτών που συνέθετε για τα σημαντικά πολεμικά γεγονότα της εποχής του (τέλη του 17ου αιώνα) ήταν συνεχής, εξακολουθώ να πιστεύω ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη και κυρίως στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, για να δικαιολογηθεί το δεδομένο ότι στον κατάλογο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης το ίδιο σχέδιο τιτλοφορείται ως «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους».

[7] Κ. Andrews, Castles of the Morea, Princeton N. Jersey 1953, πίν. XIX, XX (στο βιβλίο παρουσιάζονται αναλυτικά όλοι οι χάρτες της συλλογής και μεταγραμμένα τα κείμενα των ενδείξεων του υπομνηματισμού τους).

[8] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη Που, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003, σσ. 25,111,112,114,116,118, όπου αναφέρονται οι οικισμοί Seremeti και Tricaliti του συγκεκριμένου χάρτη. Ειδικά για το ταχυδρομείο (b. Posta), βλ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, «Η ιστορία του ατυχούς Alvise Rovelli και η προσπάθεια οργάνωσης ταχυδρομικών υπηρεσιών στο Regno di Morea (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.)», Θησαυρίσματα 36 (2006), 345-368.

[9] Το Χρονικόν του Μορέως. Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού, έκδ. Π. Π. Καλονάρος, Αθήνα 1940 (ανατύπωση 1989), στίχ. 1524-1526. Πρβλ. Έφη Καρποδίνη-Δημητριάδη, Κάστρα Πελο­ποννήσου, Αθήνα 1990, σ. 36.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, «Βενετία – Άργος, Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και στην Περιοχή του», Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008. Αθήνα – Βενετία, 2010.    

Read Full Post »

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου


 

Πάνω από την ΝΑ άκρη του παλαιού Ναυπλίου (γιατί το νεότερο έχει επεκταθεί πολύ ανατολικότερα) υψώνεται το Παλαμήδι. Ένας συμπα­γής βράχος, ύψους 216 μέτρων, και διαστάσεων στην κορυφή του, 500Χ1000 μέτρων περίπου. Εκεί επάνω, πρώτος ο Μοροζίνης όταν ανακατέλαβε το Ναύπλιο από τους Τούρκους το 1686, υπέδειξε στις Βενετσιάνικες αρχές την ανάγκη να γίνουν οχυρωματικά έργα, που να προστατεύουν το Παλαμήδι, και διά του Παλαμηδίου, το Ναύπλιο. Και το 1687, ο Μοροζίνης άρχισε τα προκαταρτικά έργα. Επειδή εντωμεταξύ, προήχθη και πήγε στην Βενετία και λίγο αργότερα πέθανε στο Ναύπλιο, το έργο της οχύρωσης συνεχίστηκε από τους διαδόχους του προνοητές του Ναυπλίου. Έτσι το 1690, ο Ιάκωβος Κορνέρ, Γενικός Προβλεπτής του Μορέως, σε έκθεσή του προς τις Βενετικές αρχές, αναγράφει ότι είχε κάνει επί του Παλαμηδίου οχυρωματικά έργα και την κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη.

Η περάτωση των έργων έγινε επί των ημερών του Agostino Sagredo, όπως αναφέρεται στο σχετικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος την 20.11.1714 προς τις αρχές της Βενετίας.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

 

Η οχύρωση του Παλαμηδίου

Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) [1]. (Σελίδες 742-747)

Εκτός από τα οχυρά που ανεγέρθηκαν υπό των εξοχότατων προκατό­χων μου για την υπεράσπιση της πόλης του Ναυπλίου, αποφάσισα κατ’ αρχήν το σπουδαιότερο, που μου κάνει τιμή να θέσω στην υπηρεσία των Εξοχοτήτων Σας, να προσθέσω δηλ. φρούρια με τα οποία κατέχεται το όρος Παλαμήδι, που υπέρκειται σ’ αυτή την πόλη, και να ενισχύσω τα δύο άλλα που ανέφερα παρά πάνω, της Μεθώνης και το Κάστρο του Μορέως (Ρίον).

Μετά την άφιξή μου στη θέση μου, αν και δεν είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων, άρχισε να διαφαίνεται κάποια συγκεχυμένη πληροφορία για σκοτεινά σχέδια για το Μοριά, γι’ αυτό αποφάσισα τη χωρίς αναβολή λήψη των πιο ενδεικνυόμενων μέτρων. Βοηθούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια πότε από τον ευγενέστατο κύριο Zorzi Grimani και πότε από τον ευγενέστατο κύριο Antonio Civran, αμιλλόμενους σε ζήλο και σε επιμέλεια, εξετέλεσα το σημαν­τικότερο έργο πάνω στο Παλαμήδι, που εθεωρείτο άλλοτε ο μεγαλύ­τερος κίνδυνος, και τώρα έχει μετατραπεί στον σπουδαιότερο προμα­χώνα του Ναυπλίου με τις εργασίες που έγιναν εκεί, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια.

 

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal. Αρχές του 18ου αιώνα.

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal.
Αρχές του 18ου αιώνα.

 

Πάνω στην πρώτη κορυφή του Παλαμηδίου, ανήγειρα το φρούριο το αποκαλούμενο Άγιος Γεράρδος [προμαχώνας Αγίου Ανδρέου] που είναι συμπληρωμένο τελείως, με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας των στρατιωτών, καταλήγει στον ακραίο πύργο (Maschio) και προστατεύει την κεφαλή της καθόδου από το Βουνό (Παλαμήδι) προς την Πόλη. Αυτό το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει εννέα υπόγειες κρύπτες (αποθήκες, γαλαρίες), διαρρυθμισμένες για τις ανάγκες των στρατιωτών, μια αποθήκη για πυρίτιδα, δύο άλλες που χρησιμοποιούνται για τον ναό, το σκευοφυλάκιο, και το ενδιαίτημα του εφημέριου. Υπάρχουν εκεί και άλλοι τοξωτοί σηκοί (αποθήκες, γαλαρίες), που χρησιμεύουν για την εναποθήκευση μηχανημάτων (όπλων) και πολεμοφοδίων, μία μεγάλη δεξαμενή χωρισμένη σε τρία διαμερίσματα, χωρητικότητας 17.000 Mezarole [2] περίπου νερού, το φυλάκιο της φρουράς της Πύλης που βρίσκεται στην έξοδο αυτού του φρουρίου, και στην προωθημένη αυτή θέση, και που προστατεύεται εξωτερικά με τείχος και συρόμενη καγκελωτή θύρα (rastello). Περιλαμβάνει την κατοικία του διοικητή της φρουράς, και μία άλλη πυριτιδαποθήκη. Ο πύργος (Maschio) έχει δύο υπόγειες κρύπτες και μία έξοδο στο πλευρό του, και στην κεφαλή της καθόδου, κλείνει με μία πύλη η οποία προστατεύεται εσωτερικά με άλλο τείχος και καγκελωτή θύρα.

 

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

 

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Από τον πύργο αυτό (Maschio) μέχρι το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει κατασκευαστεί εσωτερικά, στα πόδια του τείχους προστα­σίας της επικοινωνίας, μία άνοδος με σκαλοπάτια φαρδιά δέκα πόδια, που διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία.

Στα πόδια της καθόδου από το Όρος (Παλαμήδι), στην κορυφή του οχυρού (Caponiera) ανεγέρθηκε εντελώς στην άκρη πάνω από τον γκρεμό, μία οχυρωμένη θέση (Posto) [3], που προστατεύει τα πλευρά αυτού του οχυρού (Caponiera) από το μέρος της Καραθώνας.

Από το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, βγαίνοντας από την πύλη εξόδου που δεξιά βλέπει προς τη θάλασσα, ένας ανηφορικός δρόμος επικοινωνεί με το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου, [προμαχώνας Θεμιστοκλή] που χτίστηκε στα χείλη του γκρεμού, πάνω στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή (του Παλα­μηδίου), και το οποίον είναι ολοκληρωμένο.  Αυτό το οχυρό, απέναντι ενός ενδιάμεσου οχυρού, παρουσιάζει το μέτωπο του εστραμμένο προς την κορυφή του Όρους, η οποία επιμηκύνεται έτσι.

 

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

 

Προστατεύεται αυτό το μέτωπο με μία τάφρο πλάτους σαράντα και πλέον ποδών (13 μέτρων), και βάθους 27 ποδών (9 μέτρων), σκαμμένη σε καθαρό βράχο. Εις το πλευρό υπάρχει επίσης άλλη τάφρος όχι μικρότερου βάθους. Το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου κλείνει με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας, στη γωνία του πλευρού του Αγίου Γεράρδου. Περιλαμβάνονται σ’ αυτό, (το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου) τέσσαρες μεγάλες υπόγειες κρύπτες, και μία άλλη αρκετά επιμήκης, απέναντι από την Caponiera, ένας πολύ ευρύ­χωρος στρατώνας, οι απαραίτητες κατοικίες για τον διοικητή της Φρουράς, τους λοχαγούς των μονάδων και τους κατώτερους αξιωμα­τικούς, όπως επίσης για τον αρχιπυροβολητή και τους πυροβολητές [4].

Στα δεξιά του οχυρού αυτού του Αγίου Αυγουστίνου, σ’ απόσταση λίγων βημάτων από την γωνία, χτίστηκε στο χείλος του γκρεμού, μία πύλη εξόδου από την οποία κατέρχεται κανείς με μια σκάλα σκαμ­μένη στο βράχο, μερικά σκαλοπάτια, για να επικοινωνήσει μέσω μιας στενής προεξοχής του βράχου με την τάφρο, και απ’ αυτήν με το οχυρό το αποκαλούμενο Διπλή Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας], που βρίσκεται μακρύ­τερα πάνω στο ίδιο το βουνό και καταλαμβάνει μιάν άλλη κορυφή αλλά λιγότερο ψηλή [5].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Αυτή η Διπλή Τανάλια, όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν χρειαζό­ταν τίποτ’ άλλο, παρά κάποια καλύτερη εκβάθυνση της τάφρου της στο βράχο και κάποια διευθέτηση του εδάφους στην αριστερή της πλευρά, για να μπορέσει να θεωρηθεί τελειοποιημένη, οι οποίες εργασίες θέλω να πιστεύω ότι ήδη θα έχουν γίνει. Σ’ αυτό το οχυρό βρίσκονται επίσης τέσσερις υπόγειες αποθήκες, και σε ένα μικρό πλευρό, χτισμένο στα χείλη του γκρεμού, είναι μία πύλη εξόδου που προορίζεται για επικοινωνία με ένα σκεπαστό δρομάκι [6].  Στ’ αριστερά αυτού του οχυρού του Αγίου Αυγουστίνου που αναφέρ­θηκε πάρα πάνω, αφού διευρύνθηκε η κορυφή (το έδαφος) και πήρε μέτωπο μεγαλύτερο, χτίστηκε ένας προμαχώνας (Baloardo) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] με εννέα μεγάλες υπόγειες αποθήκες, μια μεγάλη δεξαμενή και με ένα πολύ ευρύχωρο κατάλυμα για τους αξιωματικούς.

 

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Πέρα από τη θύρα εξόδου, στο δεξιό του πλευρό, έχει ομοίως στο μέρος που κλείνει αυτό το άνοιγμα (gola), άλλη κύρια Πύλη ασφαλισμένη εξωτερικά με τοίχο του οποίου το ένα πλευρό χρησιμεύει για να υποστηρίζει με τυφεκιο­φόρους το ανάχωμα (κρηπίδωμα) (Piattaforma) που έβαλα να κάμουν στ’ αριστερά αυτού του οχυρού [προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα], πάνω στο χείλος της από­κρημνης προεξοχής που δεσπόζει της αρχής του στενού δρόμου, που οδηγεί από την ύπαιθρο στην πόλη. Αυτό το κρηπίδωμα, έχει τέσσερις υπόγειες κρύπτες και μία μικρή στέρνα. Όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν έμενε εκεί άλλη εργασία, παρά να ανυψωθούν μερικά τείχη πάνω από τις υπόγειες αποθήκες, για να σχηματιστεί το ανάχωμα και τα παραπετάσματα.

 

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Σ’ αυτή την κατάσταση άφησα τις εργασίες στο Παλαμήδι. Έγι­ναν όλες με πέτρα καθαρή και ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες και τα μαρμάρινα διαζώματα δουλεύτηκαν a la rustica. Ανέρχονται τα τείχη σε κυβικά βήματα 7505. Όλα τα προαναφερθέντα οχυρά έχουν αμυν­τική διάταξη τέτοια που να μην είναι ευάλωτα, ώστε με μεγαλύτερη ασφάλεια να εκπληρώσουν το σκοπό τους.

Το τείχος που πρέπει από το κρηπίδωμα (Piattaforma) να επεκταθεί για να περιλάβει το αριστερό μέτωπο του Χωριστού Οχυρού, (προ­μαχώνας του Μιλτιάδη) είναι ήδη μερικά πόδια σκαμμένο στο βράχο και πρέπει να βαθύνει μέχρι 20 πόδια, οπότε το ύψος του τείχους που αναφέραμε, θα είναι χαμηλότερο από το βάθος του βράχου, (σ.σ. Δηλαδή οι αμυνόμενοι θα βρίσκονται ψηλότερα από το τείχος, και επομένως σε πλεονεκτική θέση) και θα μείνει γι’ αυτό, και χάρη στο πλεονέκτημα της απόκρημνης και απότομης μπροστινής κατωφέ­ρειας, τελείως έξω από κάθε επίθεση. Κατόπιν η απόσταση που θα μείνει μεταξύ του περιβόλου του Χωριστού Οχυρού και του προμαχώ­να του Αγίου Αυγουστίνου, θα πρέπει να συνδεθεί με ένα δρόμο προστατευόμενο με τείχος, πάνω στο αντέρεισμα, μέχρι τη Διπλή Τανάλια, και στη μέση του διαστήματος αυτού του παραπετάσματος θα πρέπει να γίνει η Κυρία Πύλη που θα είναι και η κανονική έξοδος του Φρουρίου.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οχυρά τόσο μεγαλοπρεπή, των οποίων η φήμη είναι διασπαρμένη παντού, με την επιδοκιμασία των υπηκόων και προς δόξαν του ονόματος της Δημοκρατίας, απαιτούν το βάρος μιάς πολυάριθμης φρουράς, αλλά εγώ θα μπορούσα αντίθετα να διαβεβαιώσω τις Υμετέρες Εξοχότητες, με τη σύμφωνο γνώμη των στρατιωτικών αρχηγών, ότι ο υπάρχων ή λίγο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών, θα μπορούσε να είναι επαρκής για το Παλαμήδι και για την ίδια την πόλη, γιατί η φρουρά του Παλαμηδίου είναι ταυτόχρονα και φρουρά της ίδιας της πόλης, η οποία δεν είναι ποτέ δυνατόν να υποστεί επίθεση, παρά μόνο στην περίπτωση που θα έχουν καταλη­φθεί τα οχυρά του Παλαμηδίου.

Έχουν κατά τέτοιο τρόπο σχεδιαστεί και τοποθετηθεί, έτσι που το ένα οχυρό υποστηρίζει το άλλο, και το καθένα να μπορεί να αμυνθεί και να αντισταθεί με τις ίδιες του τις δυνάμεις, ειδικά το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, αλλά και τα άλλα, για ένα και δύο χρόνια εφόσον είναι επαρκώς εφοδιασμένα. Αν τα πεδινά οχυρά, που εγείρονται προσωρινά (πρόχειρα) στην εκστρατεία από χώμα και ξύλα για την αντιμετώπιση του εχθρού, θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, πολύ περισσότερο πρέπει να περιμένει κανείς από τα οχυρά του Παλαμηδίου, που δεν χτίστηκαν, όπως το είπα ήδη, από ξύλα και χώμα, αλλά από ασβεστοκονίαμα και πέτρα, εξαιρετικού μεγέθους, και με την πιο στέρεη κατασκευή, σε σημείο που καθένας που θα τα ιδεί, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ανεγέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και θα σχηματίσει τη γνώμη ότι η Υμετέρα Γαληνότητα θα έχει ξοδέψει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Και όμως είναι αληθέστατο, και το αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα η εσώκλειστη κατάσταση του Λογιστηρίου (της Οικονομικής Υπηρεσίας) του Ναυπλίου, ότι δεν εκόστισαν στην Υμετέρα Γαληνότητα περισσότερο από 53.081 ρεάλια [7].

Οι ίδιοι οι υπήκοοι δεν προσέφεραν άλλη συνδρομή, παρά μόνο τη μεταφορά της άμμου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί συνδρομή, δεδομένου ότι αυτοί με την πρόσκληση μου, έσπευσαν και εβοήθησαν με καλή διάθεση, όπως εκείνοι της επαρχίας της Αχαΐας και Μεσσηνίας εβοήθησαν για το Κάστρο του Μοριά (Ρίον), και της Μεθώνης, με εθελοντική προσφορά χρημάτων, γνωρίζοντας πολύ καλά όλοι, ότι δεν εργάζονται παρά για την άμυνα και ασφάλεια τους.

Εγώ από μέρους μου γνωρίζω ότι έκαμα, θα έλεγα ακόμη ότι ξεπέρασα τις δυνάμεις μου, για να βοηθήσω την επειγόμενη Δημοκρατία στην οχύρωση αυτού του πιο σημαντικού Φρουρίου του Βασιλείου (Regno).

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

Είναι βέβαιο  ότι μόνο το υλικό των τειχών δεν επαρκεί. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν με στρατεύματα και με κατάλληλα εφόδια. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Υπηρεσία μου. Εξαρτάται αποκλειστικά από την Υψηλή φροντίδα των Υμετέρων Εξοχοτήτων, και εδώ θα μου συγχωρηθεί αν δεν μπορώ να συγκρατήσω το ζήλο μου, (την επιθυμία μου) να ξαναθίξω εκείνο, που από παλιότερους καιρούς υποπτευόμουν (πίστευα), (και) να λάβω το θάρρος να γράψω πιο διεξοδικά γύρω από το θέμα της εγκατάλειψης των άχρηστων και μισοτελειωμένων οχυρών του Βασιλείου, που δε­σμεύουν με κίνδυνο και με έξοδα, 2000 στρατιώτες περίπου οι οποίοι αποσυρόμενοι από εκεί, θα μπορέσουν επωφελέστερα και οικονομικό­τερα να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση των σπουδαιοτέρων θέσεων, από τις οποίες θα μπορούσα να πω ότι εξαρτάται η διατήρηση αυτού του Βασιλείου (του Μοριά), δεδομένου ότι, όπως από αναρίθμητα παραδείγματα καταφαίνεται, λίγες οχυρωμένες θέσεις και καλά εφο­διασμένες, αποτέλεσαν εμπόδια σε ισχυρότερους εχθρούς κατά δια­φόρους καιρούς, και διέσωσαν κράτη από την καταστροφή.

 

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Μέσα σ’ αυτή την πόλη του Ναυπλίου, και αλλού έξω όπως τα ανωτέρω οχυρά, ανήγειρα πολλά άλλα κτίρια, αποτελείωσα όσα ήσαν μισοτελειωμένα, και επιδιόρθωσα άλλα που είχαν υποστεί ζημιές από το χρόνο. Αν ώφειλα να τα περιγράψω όλα, θα επιμήκυνα την ανία της Εξοχότατης Συγκλήτου. Θα πω μόνο ότι ίδρυσα μια μεγάλη αποθήκη στην κεντρική μεγάλη Πλατεία (Piazza d’ Armi) [σήμερα αρχαιολογικό μουσείο], που είναι τελειωμένη και μπορεί να περιλάβει 1000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο, μια πυριτιδαποθήκη στο Φρούριο [8], και άρχισα την κατα­σκευή μιας άλλης στην πόλη κοντά στις πυροβολαρχίες.

 

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Άφησα υπερυψωμένη μέχρι τα τόξα των παραθύρων, μιάν άλλη αποθήκη στο Φρούριο (Ακροναυπλία) για την αποθήκευση διαφόρων μηχανημά­των. Εις τα τείχη του Τρίτου Οχυρού (Ακροναυπλίας) περιέβαλα (περιέκλεισα) ένα ρήγμα (Εικ. 17), (Brecchia), και κατασκεύασα σ’ αυτό το σημείο ένα «πλευρό» με τέσσερα κανονιοστάσια (Imbrasure) για τέσσερα κανόνια, που σκοπό έχουν να υποστηρίζουν την Ακρο­ναυπλία, να καλύπτουν την πόλη και να προσβάλουν τον στενό δρόμο που οδηγεί στην Πύλη μεταξύ του Παλαμηδίου και της Θαλάσσης. Προσέθεσα μιάν άλλη πυροβολαρχία πάνω από την Πύλη του Δεύτε­ρου Οχυρού (την Πύλη της Ξηράς).

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Διά το Πρεσβυτέριο, που τόσες φορές κατέφυγε στην ευσπλαχνία των Υμετέρων Εξοχοτήτων, άρχισα την κατασκευή ενός κτιρίου, με την αποπεράτωση του οποίου, θα σταματήσει για το Δημόσιο Ταμείο, η επιβάρυνση των εισφορών που κατέβαλε ετησίως στους κληρικούς.

Στερέωσα την προκυμαία στο παραθαλάσσιο, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, από τις εισπράξεις της οποίας προκύπτει αντίθετα το κέρδος 621 ρεαλίων ετήσιο βέβαιο εισόδημα. Ανήγειρα στην προκυμαία ένα υπόστεγο για τις άγκυρες και ένα άλλο για τα κουπιά, απέναντι από τη θύρα του οποίου προς Δυσμάς, άφησα ανοικτό ένα χώρο, που θα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες αυτού του υπόστεγου. Οι Υ.Υ.Ε.Ε., θα διατάξουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί σε κανένα (αυτός ο ακάλυπτος χώρος).

Εις τον προμαχώνα του Mocenigo [9] χτίστηκε μια μεγάλη αποθήκη για τα κατάρτια που χρησιμοποιούν τα πλοία και οι γαλέρες. Ανύψωσα τον προμαχώνα και σχημάτισα το στηθαίο του κρύβοντας την εξωτε­ρική του πλευρά και τις υπόγειες κρύπτες που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες των σιδηρουργών και των αμαξών του Δημοσίου.

Στην ανέγερση αυτών των κτιρίων και μερικών άλλων, που όλα αποβλέπουν στην καλύτερη υποστήριξη του Φρουρίου, συνέδραμαν και μερικοί άλλοι με αξιέπαινη επιμέλεια, οι Ν.Ν.Η.Η. S. Giustin Dona και S. Zuane Foscarini. Στα έργα αυτά χρειάστηκαν άλλα 3.745 βήματα κυβικά τοιχοποιίας, όλα με πέτρα μάρμαρο και ασβέστι, είς τρόπον ώστε οι εργασίες του Ναυπλίου ανήλθαν σε κυβικά βήματα 11.250.

AGOSTINO SAGREDO

Ritornato Prov.

General da Mar [10]

Βενετία τη 20 Νοεμβρίου 1714           

                                                          

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρ. Λάμπρου. Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμενοι, Δ.I.E.Ε., 5 (1910), α. 605-823. Έκθεσις Αυγου­στίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού Πελοποννήσου (1715-16), σ. 736-765.

[2] Η Mezzarola ήταν μέτρο χωρητικότητας υγρών ίσον με 39,39 Its. Η δεξαμενή περιελάμβανε 680 τόννους νερό.

[3] Posto. Φυλάκιο

[4] Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Έχουν κατεδαφιστεί.

[5] Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Doppia Tenaglia. τ. Yürüyüs tabya.

[6] Η Πύλη εξόδου της Διπλής Τανάλιας.

[7] To real (ρεάλι) ήταν ασημένιο νόμισμα ισπανικό και αντιστοιχούσε σε μισή περίπου σημερινή χρυσή λίρα. Επομένως οι εργασίες του Παλαμηδίου εκόστισαν 53000 ρεάλια Χ 7.800 δρχ.: 400.000.000. Σημειωτέον ότι εργατικά πληρώθηκαν πολύ λίγα, διότι στις εργασίες χρησιμοποιήθηκαν και οι κατάδικοι και τα πληρώματα από τις γαλέρες.

[8] Η Ακροναυπλία.

[9] Ο προμαχώνας του Mocenigo ήταν χωρισμένος από την πόλη του Ναυπλίου με μία τάφρο γεμάτη νερό (φόσα), και βρισκόταν βορεινά από το σημερινό Γυμνάσιο και ανατολικά από την οικία Καράπαυλου μέχρι το άγαλμα του Κανάρη.

[10] Proweditor και Proveditor, ήταν ο Διοικητής επί των οικονομικών και στρατιω­τικών υποθέσεων. Rettor ήταν ο επί των αστικών και ποινικών. Σπυρ. Λάμπρου, Relazione del nobil homo Angelo Emo ritornato di Proweditor Generali(l)n Morea. Proweditor General in Regno, ήταν ο Γενικός Διοικητής της Πελoπoννήσoυ, και Proweditor General da Mar, ο Αρχιναύαρχος, ο ανώτερος όλων, αλλά κατώτερος από τον Proccuratore di San Marco, ο οποίος στην ιεραρχία ήταν αμέσως μετά τον Δόγη.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας


 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377 – Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9) – Η υπόθεση του Άργους (1389-1394) – Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377

 

Μετά το 1311 και την κατάλυση από τους Καταλανούς του φραγκικού Δουκάτου της Αθήνας -τμήμα του οποίου αποτελούσε και η Αργολίδα – ο νεαρός Φράγκος Δούκας, Ουαλτέριος Β’ ντε Μπριέν (Gualterius II de Brienne), ζούσε αυτοεξόριστος στη Νότια Ιταλία. Το 1325 απέκτησε τον τίτλο του κόμη του Λέτσε και παντρεύτηκε τη Βεατρίκη (Batrice), κόρη του βασιλιά Φιλίππου Α’ του Τάραντα και επικυρίαρχου του φραγκικού Πριγκιπάτου της Πελοποννήσου.

Ο Ουαλτέριος Β’ δεν είχε ξεχάσει το Δουκάτο της Αθήνας, ενώ συχνά έστελνε εφόδια και στρατό στις πόλεις της Αργολίδας, το Άργος και το Ναύπλιο, που τις διοικούσαν ντόπιοι Φράγκοι αντιπρόσωποί του. Μάλιστα το 1331 επεχείρησε ακόμα και μια εκστρατεία για την ανακατάληψη του Δουκάτου της Αθήνας, αλλά απέτυχε. Όταν ο Ουαλτέριος Β’ απεβίωσε (19 Σεπτεμβρίου 1356), είχε μεγά­λη ακίνητη περιουσία, που απαρτιζόταν από εκτάσεις γης στην κομη­τεία του Λέτσε, στη Γαλλία και στην Κύπρο.

Στην Αργολίδα κατείχε το Άργος, το Ναύπλιο, το Θερμήσιο και το Κιβέρι. Σύμφωνα με τη διαθήκη του άφηνε σχεδόν όλα τα εδάφη του στην αδερφή του, Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί (1320) τον κόμη Γκοτιέ ντ’ Ενγκιέν (Gautier d’ Enghien). Η Ισαβέλλα είχε αρκετά τέκνα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γκυ (Guy dEnghien), στον οποίο κατέληξε τελικά η Αργολίδα (1356-1377) και θεωρητικά όλο το Γαλλικό Δουκάτο της Αθήνας, που όμως κατείχαν οι Καταλανοί.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Την περίοδο 1347-1356/1357 στην Αργολίδα τη διοίκηση ασκούσε ο Φράγκος άρχοντας Νικόλαος Φοσερόλ,με τη σύμφωνη γνώμη του Ουαλτέριου Β’. Όταν κύριος της Αργολίδας έγινε ο Γκυ, για την περίοδο 1357-1363/4 διόρισε νέους αντιπροσώπους (βάιλους) που κυβερνούσαν στο όνομά του. Ήταν δύο Μέδικοι, που κατάγονταν από την Αθήνα: ο Πέτρος (Piere Tantenes dit Yatro ή Medici) (1357-1360) και ο Αβεράρδος (Arardo ή Averardo de Medici) (1360-1363/4).

Φαίνεται όμως ότι η διοίκησή τους δεν ήταν αρεστή στον ντόπιο πληθυσμό και το 1360 ξέσπασε επανάσταση στο Ναύπλιο, ίσως και με την υποκίνηση των Φοσερόλ. Τελικά η κατάσταση ομαλοποιήθηκε το 1363/4, όταν μετέβη στο Ναύπλιο ο ίδιος ο Γκυ και παντρεύτηκε την κόρη του Νικολάου Φοσερόλ, Μπον (Bonne), από την οποία το ίδιο έτος απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία.

Την ίδια εποχή εκδηλώνεται και το πρώιμο ενδιαφέρον της Βενετίας για την Αργολίδα με αφορμή το πολιτικό στήριγμα που ο Γκυ αναζήτη­σε στη Γαληνότατη. Για να προστατέψει, δηλαδή, τις κτήσεις του από μια πιθανή επίθεση των Καταλανών απέστειλε (22 Ιουλίου 1362) στη Βενετία αντιπρόσωπό του, τον Νικόλαο ντε Κλάριο (Nicolo de Clario), που ορκί­στηκε πίστη σε αυτήν.Η Βενετία δεν είχε λόγο να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση, αφού οι σχέσεις της με τους Ενγκιέν ποτέ δεν ήταν κακές.

Αυτή την περίοδο το καταλανικό Δουκάτο της Αθήνας είχε μπει σε φάση παρακμής. Οι έριδες για την κατάληψη της εξουσίας ήταν συχνές και γνωστές ακόμα και στον Ισπανό βασιλιά της Σικελίας τον Φρειδερί­κο Γ’ (1355-1377) από τον οποίο το Δουκάτο είχε έμμεση πολιτική εξάρ­τηση. Οι έριδες κόπασαν πρόσκαιρα, όταν στο δουκάτο διορίστηκε (31 Μαρτίου 1370) κυβερνήτης ο Ματθαίος Περάλτα (Matteo de Peralta, 1370-1374), απεσταλμένος από τη Σικελία.Το ίδιο έτος (Μάρτιος 1370 -τέλη του 1371) ο Γάλλος βασιλιάς του Τάραντα, Φίλιππος Β’ (1364-1373), απέστειλε στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας ως διοικητή (βάιλο), τον Λουδοβίκο ντ’ Ενγκιέν, κόμη του Κονβερσάνο της Κάτω Ιταλίας και αδελφό του Γκυ του Ναυπλίου. Πλέον, η οικογέ­νεια των Ενγκιέν απέκτησε μεγάλη δύναμη στην Πελοπόννησο. Έτσι άρχισαν να σχεδιάζουν την ανακατάληψη του καταλανικού Δουκάτου της Αθήνας.

Αυτή η προοπτική δεν άφηνε αδιάφορους τους Γάλλους Ανδεγαυούς της νότιας Ιταλίας, ειδικά από τη στιγμή που οι Ενγκιέν θα δήλωναν σε αυτούς την υποτέλειά τους. Με αυτή την προοπτική η βασίλισσα Ιωάννα της Νεάπολης (1343-1382) έδωσε άδεια (28 Μαρτίου 1370) στον κόμη του Λέτσε, Ιωάννη ντ’ Ενγκιέν, να συγκεντρώσει στρα­τό (1.000 πεζούς και 500 ιππείς) και να τον μεταφέρει στο Πριγκιπάτο.

Τα τρία αδέρφια, ο Ιωάννης, ο Λουδοβίκος και ο Γκυ του Ναυπλίου, ζήτησαν και τη στρατιωτική συνδρομή της Βενετίας, αλλά στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1371 όλες οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν εύσχη­μα.Από την άλλη πλευρά, ο Γκυ υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Δεσπότη του Μυστρά για να διασφαλίσει τα νώτα του. Τελικά την άνοι­ξη του 1371 οι Ενγκιέν εισέβαλλαν στην Αττική, αλλά δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν την Ακρόπολη και τελικά επέστρεψαν στο Ναύπλιο.Στα τέλη του Ιουλίου του 1371 υπέγραψαν ανακωχή με τους Καταλανούς, που ανανεώθηκε το 1372. Επίσης συμφωνήθηκε να γίνει μελλο­ντικά ένας γάμος ανάμεσα στη Μαρία, κόρη του Γκυ, και στον Ιωάννη ντε Λιούρια (Joan de Lluria), γιο του πρώην διοικητή των Καταλανών, Ρογήρου (1367-1370).

Μετά το 1372 το θέμα της ανακατάληψης του Δουκάτου από τους Ενγκιέν είχε παγώσει. Ο Γκυ παρέμεινε στο Ναύπλιο και τα αδέρφια του στράφηκαν στις κτήσεις τους στην Ευρώπη.Ένα χρόνο αργότερα το πολιτικό κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν ρευστό. Κύριος της κατάστασης ήταν ένα καινούργιο πρόσωπο, ο Φλω­ρεντινός Νέριο Ατσαγιουόλι (Nerio Acciajuoli), τραπεζίτης και τυχοδιώκτης, που εξουσίαζε μεγάλο μέρος της δυτικής και της βόρειας Πελο­ποννήσου με την ανοχή των Ανδεγαυών της νότιας Ιταλίας.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Νέριο, μετά τη σταθεροποίησή του στην εξουσία, άρχισε να σχεδιάζει την επέκταση του κράτους του. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει νότια, όπου βρισκόταν το ακμάζον Δεσποτάτο του Μυστρά. Επίσης, έκρινε σωστά ότι μια επίθεση στις φράγκικες βαρονίες του Πριγκιπάτου θα τον έφερ­νε σε αντιπαράθεση με τους Ανδεγαυούς, που εξουσίαζαν το Πριγκιπά­το. Έτσι, ο Νέριο στράφηκε κατά των Καταλανών της Αθήνας και το 1373/4 τους αφαίρεσε με αιφνιδιαστικό τρόπο τα Μέγαρα. Όμως η κα­τάληψη των Μεγάρων προκάλεσε και την ανησυχία του Γκυ στο Ναύπλιο, γιατί τα σύνορά του σε σχέση με εκείνα του κράτους του Νέριο θα ήταν πλέον δυσδιάκριτα.

Τελικά η κατάσταση παγιώθηκε για λίγα χρόνια, ώσπου νέα προ­βλήματα δημιούργησε η άφιξη της στρατιωτικής Εταιρείας των Ναβαρραίων στην Πελοπόννησο. Την Εταιρεία απέστειλαν οι Ανδεγαυοί, για να αναλάβει τη διοίκηση του φραγκικού Πριγκιπάτου. Οι εξελίξεις ήταν καταλυτικές, ιδιαίτερα από το 1383, όταν οι Ναβαρραίοι ανεξαρ­τητοποιήθηκαν από τους Ανδεγαυούς και επιβλήθηκαν στρατιωτικά σε όλους τους Φράγκους του Πριγκιπάτου.

 

Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9)

 

Οι νέες πολιτικές μεταβολές δεν άφησαν αδιάφορη τη Βενετία, που παράλληλα έβλεπε ότι την ίδια περίοδο και οι Τούρκοι αύξαναν την επιρροή τους στις ελλαδικές περιοχές. Στόχος της εξωτερικής πολι­τικής της Βενετίας στην Ανατολή ήταν η καθυστέρηση τής προς νότον προέλασης των Τούρκων, ακόμα και με την παροχή βοήθειας στους εχθρούς τους, χωρίς όμως η ίδια να αναμειγνύεται άμεσα. Έτσι, έλπι­ζε να σταθεροποιηθεί στις νησιωτικές κτήσεις της στο Αιγαίο, να επε­κταθεί στα σημαντικά λιμάνια της νότιας Ελλάδας και να προωθήσει καλύτερα τα εμπορικά της συμφέροντα στον χώρο της Ανατολικής Με­σογείου.

Σε αυτό το πλαίσιο η Πελοπόννησος αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ιταλία. Η κατοχή των ση­μαντικότερων λιμένων της Δυτικής Πελοποννήσου (Πάτρα, Μεθώνη, Κορώνη, Πύλος) ήταν πλέον ζωτικής σημασίας για τη Γαληνότατη. Παράλληλα έστρεψε το ενδιαφέρον της και στην ανατολική Πελοπόν­νησο.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η ένταξη της Αργολίδας στο βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» θα προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα: εκτός από τα εμπορικά κέρδη, το λιμάνι του Ναυπλίου θα τόνωνε, ως ενδιάμεσος σταθμός, την εμπορική γραμμή που κατευθυνόταν από τη Βενετία προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η αφορμή για να επεκταθεί η Βενετία στην Αργολίδα παρουσιάστηκε το 1377, έτος που απεβίωσε ο Φράγκος ηγεμόνας Γκυ ντ’ Ενγκιέν. Τον δια­δέχτηκε η ανήλικη κόρη του, Μαρία, την οποία επιτρόπευε ο θείος της Λουδοβίκος, κόμης του Κονβερσάνο της νότιας Ιταλίας.Αυτός, αφού ταχτοποίησε κάποιες εσωτερικές υποθέσεις, στράφηκε αμέσως στη Βενετία και συνυπόγραψε συμμαχία. Επίσης, συμφώνησε τον γάμο της Μαρίας με τον Πέτρο Κορνάρο (Cornaro), Βενετό του Άργους και γιο του πλούσιου ευγενή της Βενετίας, Φρειδερίκου Κορνάρο.

Η Γαληνότατη διέταξε (16 Ιουλίου 1377) τον Φρειδερίκο να μεταφέρει στη Βενετία τη Μαρία, ώστε να τελεστεί ο γάμος. Επίσης, στις 8 Μαΐου 1378, η Γαληνότατη έδωσε την άδεια στον Φρειδερίκο να στείλει στο Ναύπλιο ένα πλοίο με εφόδια. Μετά τον γάμο η Μαρία και ο Πέτρος παρέμειναν στη Βενετία, γιατί η πολιτική κατάσταση στην Αργολίδα ήταν τε­ταμένη.

Το 1378 ο Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν επιτέθηκε από το Ναύπλιο κατά των Καταλανών στην Αθήνα, όμως δεν κατάφερε να τους νικήσει και αποχώρησε. Παρέμεινε ως διοικητής στο Ναύπλιο μέχρι το 1381 και κατόπιν επέστρεψε στην Ιταλία, όπου απεβίωσε γύρω στο 1390.

Στο μεταξύ, το 1381 η Βενετία χορήγησε άδεια στον Πέτρο Κορνά­ρο να αποστείλει στο Ναύπλιο μια πολεμική γαλέρα για την ασφάλεια της πόλης και το 1383 του επετράπη να μεταβεί με τη Μαρία στο Ναύ­πλιο. Οι δυο τους κυβέρνησαν την Αργολίδα για μερικά χρόνια, ενώ ο Πέτρος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το εμπόριο αλατιού, του σημαντικό­τερου εξαγώγιμου προϊόντος της Αργολίδας.

Όμως στις 6 Αυγούστου 1388 εκείνος απεβίωσε αιφνιδιαστικά και η Μαρία, για να διασωθεί από τους εχθρούς που περιέβαλλαν τα εδάφη της, στράφηκε στη Βενε­τία. Εκεί μετέβη συνοδευόμενη από τον Βενετό ευγενή του Ναυπλίου, Ιωάννη Gradenigo. Μετέφεραν μαζί τους και επιστολές των κατοίκων που ζητούσαν από τη Βενετία να παραλάβει το Ναύπλιο, το Άργος και τα κάστρα της Αργολίδας γενικότερα. Τελικά, στις 12 Δεκεμβρίου 1388, η Μαρία υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της επί της Αργολίδας προς τη Γαληνότατη, λαμβάνοντας συγκεκριμένα χρηματικά ανταλλάγματα.

 

Η υπόθεση του Άργους (1389-1394)

 

Το 1388 οι πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι με ξαφνική επίθεση υπέταξε τους Καταλανούς και έγινε κύριος του Δουκάτου της Αθήνας. Επιπλέον, σύναψε συμμαχίες με τον Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο (1387-1407), Δεσπότη του Μυστρά, και τον Κάρολο A’ Tocco, Δούκα της Λευκάδας και Κεφαλονιάς. Ακολού­θως, έσπευσε να διεκδικήσει το Ναύπλιο και το Άργος με τη δικαιολο­γία ότι παλαιότερα ανήκαν στο Δουκάτο της Αθήνας. Αρχικά επιτέθηκε στο Άργος.

Σύντομα οι Βενετοί πληροφορήθηκαν την κινητικότητα του Νέριο και στις 22 Δεκεμβρίου 1388 έστειλαν επιστολή στον διοικητή του Άργους. Τον συμβούλευαν να αντισταθεί στην πολιορκία και τον ενημέρωναν ότι στα μέσα Απριλίου του 1389 θα έφτανε στην περιοχή ο στρατός της Βενετίας. Αλλά τον χειμώνα του 1388 – όταν η Μαρία ντ’ Ενγκιέν υπέγραφε την παράδοση της Αργολίδας στη Βενετία- ο Νέ­ριο τελικά κατέλαβε το Άργος με τη βοήθεια του Δεσπότη του Μυστρά. Επόμενος στόχος του ήταν το Ναύπλιο, όπου όμως βρήκε ισχυρή αντίσταση και τελικά απέτυχε.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Η Βενετία βέβαια αντέδρασε άμεσα. Στις 26 Ιανουαρίου 1389 απέ­στειλε στο Ναύπλιο ως διοικητή τον Peratio Maripetro. Του δόθηκαν δύο γαλέρες για την ασφάλεια του λιμανιού, ενώ στην Κρήτη ετοιμά­στηκαν προληπτικά ακόμα δύο. Ο Maripetro έφτασε στο Ναύπλιο μέσα στον Φεβρουάριο. Είχε εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το Άργος και να αναμένει στρατιωτικές ενισχύσεις από τον λατίνο αρχιε­πίσκοπο Πάτρας και τους Ναβαρραίους.Εκείνος όμως επιτέθηκε στο Άργος, αλλά δεν είχε επιτυχία.

Η έλλει­ψη εφοδίων δυσκόλευε τους Βενετούς να διεξάγουν αποτελεσματική πολιορκία, ενώ επιπλέον πρόβλημα αποτελούσε η αναμενόμενη έλευ­ση των Τούρκων, ύστερα από πρόσκληση του Δεσπότη του Μυστρά που υπερασπιζόταν το Άργος. Τον Απρίλιο η Βενετία ανεφοδίασε το Ναύ­πλιο, ενώ δεν παρέλειπε και διπλωματικές κινήσεις προς τον Δεσπότη του Μυστρά και το Νέριο. Οι διαπραγματεύσεις όμως αποδείχθηκαν ατελέσφορες και από τον Ιούνιο η Βενετία προχώρησε στον εμπορικό αποκλεισμό των αντιπάλων της, ώστε να τους πιέσει περισσότερο. Επιπλέον, υποπτευόμενη ότι ο Νέριο θα έκανε νέα επίθεση στο Ναύ­πλιο, έδωσε εντολή (31 Μαΐου 1389) στον Γενικό Καπιτάνο της Θάλασ­σας να πλεύσει στην πόλη.

Ο διοικητής του Ναυπλίου εκμεταλλεύτηκε τον βενετικό στόλο και στις 20 Ιουλίου εξαπέλυσε επίθεση και κατέλα­βε αιφνιδιαστικά το κάστρο του Βασιλοπόταμου στα παράλια της Λακω­νίας, πολύ κοντά στον Μυστρά. Αν και η Βενετία δυσανασχέτησε με την νέα αυθαίρετη ενέργεια του Maripetro, όμως τον διέταξε να τοποθετή­σει φρουρά στο κάστρο.

Τότε ο Δεσπότης του Μυστρά στράφηκε στον Σουλτάνο, για βοήθεια και κι ο τελευταίος έστειλε επιστολή στη Μεθώνη και στην Κορώνη, ζητώντας από τη Βενετία να επιστραφεί άμεσα ο πύργος του Βασιλοπό­ταμου στον Δεσπότη. Η Βενετία δεν το έπραξε. Μόνον αντικατέστη­σε στις 26 Αυγούστου 1389 τον Διοικητή του Ναυπλίου με άλλον, τον Victor Mauroceno. Αυτός συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Θεό­δωρο Α’ Παλαιολόγο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.Η Βενετία από την πλευρά της στράφηκε στους Ναβαρραίους και υπέγραψαν συμμαχία. Οι τελευταίοι στις 10 Σεπτεμβρίου συνέλαβαν με δόλο τον Νέριο.

Η είδηση κινητοποίησε άμεσα τους συγγενείς του στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πλέον το θέμα του Άργους είχε πάρει διεθνείς διαστάσεις. Μάλιστα στη Βενετία εξελέγησαν (4 Φεβρουαρίου 1390) τρεις άντρες που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με το ζήτημα του Άργους. Ειδικά για την αιχμαλωσία του Νέριο, η Βενετία αρχικά προφασιζόταν ότι ήταν αναρμόδια. Όμως άλλαξε στάση, όταν οι συγγενείς του Νέριο ζήτησαν βοήθεια από τη Γένοβα, αντίπαλο της Βενετίας. Επι­πλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο Δεσπότης του Μυστρά πίεζε στρατιωτι­κά τους Ναβαρραίους και λεηλατούσε τα βενετικά εδάφη, η Γαληνότα­τη πείστηκε να μεσολαβήσει.

Ο Νέριο απελευθερώθηκε στις 22 Μαΐου 1390, αφού υπέγραψε τη σχετική συμφωνία. Σε αυτή προβλεπόταν ότι θα χορηγούσε ως εγγύηση στη Βενετία το κάστρο των Μεγάρων και αρ­κετά οικονομικά ανταλλάγματα, μέχρι ο Δεσπότης του Μυστρά να της παραδώσει το Άργος. Τέλος, και οι Ναβαρραίοι έλαβαν μεγάλη χρημα­τική αποζημίωση. Αλλά ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος δεν αποδέχτηκε τη συμφωνία, κι έτσι τον Σεπτέμβριο του 1390 η Βενετία επανέφερε τον εμπορικό αποκλεισμό στους αντιπάλους της. Ως αντίποινα ο Δεσπότης του Μυστρά επανέλαβε τις επιδρομές στις βενετικές κτήσεις και στους Ναβαρραίους.

Στα επόμενα έτη οι συνομιλίες για το Άργος συνεχίστηκαν, αλλά ήταν περιοδικές. Όμως ένας άλλος παράγοντας ώθησε αναπάντεχα το θέμα στη λύση του, οι Τούρκοι. Αυτοί δεν ήταν αδρανείς. Το 1388 ήρθαν σαν βοήθεια του Θεοδώρου Α’ Παλαιολόγου κατά των Ναβαρραίων και το 1391 τους κάλεσαν οι Ναβαρραίοι εναντίον του Δεσπότη του Μυστρά, που τελικά έγινε και υποτελής του Σουλτάνου. Το 1392 επέδραμαν στη νότια Ελλάδα. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι πλήρωσε φόρο και προσωρινά ανέκοψε την κάθοδό τους στην Αθήνα. Πλέον όλοι οι αντιμαχόμενοι στην περιοχή είχαν αντιληφθεί ότι οι Τούρκοι ήταν ικανοί να αναμειγνύονται για δικό τους όφελος στα πράγματα της Πελοποννήσου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διευθετήθηκε η υπόθεση του Άργους. Στις 27 Μαΐου 1394 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε, λόγω των εσωτερικών δυσχερειών του κράτους του αλλά και μιας επικείμε­νης επιδρομής των Τούρκων, να παραδώσει το Άργος και τα άλλα κάστρα της Αργολίδας (Θερμήσιο, Κιβέρι) στους Βενετούς. Πίστευε ότι έτσι θα εξευμένιζε τη Βενετία, ώστε να μπορέσει να ελπίζει σε μια μελλοντι­κή βοήθεια της. Η συμφωνία υπογράφτηκε στη Μεθώνη, και το Άργος παραδόθηκε στον Διοικητή του Ναυπλίου στις 11 Ιουνίου. Στις 2 Ιουλί­ου οι Βενετοί επέστρεψαν στον Νέριο τα Μέγαρα κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που του παρακρατούσαν. Τέλος, επέστρεψαν στον Θεόδωρο το κάστρο του Βασιλοπόταμου και υποσχέθηκαν να του παράσχουν και άσυλο, αν ποτέ το χρειάζονταν.

 

Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Στα τέλη του 14ου αιώνα η πολιτική κατάσταση στην Πελοπόννη­σο ήταν τεταμένη. Σε αυτό το κλίμα συνέβαλαν δύο παράγοντες: ένας ενδογενής, οι εσωτερικές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις τοπι­κές δυνάμεις, κι ένας εξωγενής, δηλαδή οι Τούρκοι. Αυτή την περίοδο η βενετική εξωτερική πολιτική είχε στόχο τη διατήρηση των κτήσεών της και ενδεχομένως την πιθανή προσάρτηση νέων λιμανιών στην Πε­λοπόννησο. Επιπλέον, με τη χρήση της διπλωματίας προσπάθησε να εκτονώσει την πολιτική και στρατιωτική ένταση, ώστε να διαμορφώσει ειρηνικό κλίμα, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον κοινό εχθρό, τους Τούρκους. Αλλά οι προσπάθειες της Βενετίας δεν είχαν αποτελέσματα.

Μετά τον θάνατο του Νέριο Ατσαγιουόλι (Σεπτέμβριος του 1394) οι γαμπροί του συγκρούστηκαν για την κατοχή της Κορίνθου και η Αργολίδα υπέστη τις λεηλασίες των αντιπάλων στρατευμάτων. Οι δύο αντίπαλοι συμβιβάστηκαν τελικά στα τέλη του 1395 και η Κόρινθος παραδόθηκε στον Δεσπότη του Μυστρά.Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1397, στην Πελοπόννη­σο εισέβαλαν οι Τούρκοι, λεηλάτησαν την Κορινθία και στη συνέχεια την Αργολίδα. Στις 3 Ιουνίου κατέστρεψαν το Άργος κι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο, όπου βρήκαν ισχυρή αντίσταση. Υποχώρησαν νοτιότερα, λε­ηλάτησαν την Πελοπόννησο και αποχώρησαν με 30.000 αιχμαλώτους, εκ των οποίων περίπου οι μισοί ήταν από την Αργολίδα.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο. Η ύπαιθρος της Αργολίδας σχεδόν ερημώθηκε, ενώ ανάλογες καταστροφές υπέστησαν και οι υπόλοιπες βενετικές κτήσεις στη νότια Πελοπόννησο.Το 1400, ξέσπασε νέος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες του Μυστρά και στους Ναβαρραίους, ενώ οι κτήσεις της Βενετίας λεηλατήθηκαν και πάλι από τους αντιμαχόμενους. Επιπλέον, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν νέες επιδρομές. Το καλοκαίρι του 1400 επιτέθηκαν δύο φόρες στο Ναύ­πλιο, αλλά χωρίς επιτυχία. Οι μάχες ήταν σφοδρότατες και οι Τούρκοι απώλεσαν περίπου 1.500 άνδρες, ενώ οι Βενετοί περίπου 100.Τελικά, οι Τούρκοι αποχώρησαν, αφού λεηλάτησαν και τις βενετικές κτήσεις.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ήταν εποχή αλλαγών για την Αργολίδα. Οι τελευταίοι Φράγκοι επικυρίαρχοι αγωνίστηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν τα εδάφη τους απέναντι σε άλλους επίδοξους κατακτητές (Φράγκους, Καταλανούς, Φλωρεντινούς, Έλληνες). Η Βενετία μετά το 1370 διέγνωσε τις καλές εμπορικές και στρατιωτικές προοπτικές της Αργολίδας και το 1388/9 κατάφερε να την ενσωματώσει στο κράτος της. Αλλά όχι χωρίς αγώνα απέναντι στους άλλους διεκδικητές. Στα τέλη του 14ου αιώνα η Βενετία είχε πλέον σταθεροποιηθεί στην Αργολίδα και τις πόλεις της, αν και διέβλεπε ότι η σύγκρουση με τους Τούρκους δεν θα αργούσε.

 

Θάνος Κονδύλης

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Βενετία – Άργος / Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και την Περιοχή του, ( Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008). Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας – Δήμος Άργους, Αθήνα-Βενετία, 2010. 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

1449-1463: Πελοπόννησος – Άργος. Το τέλος ενός Ελληνικού ονείρου


 

Η σχετικώς βραχεία χρονική αυτή περίοδος περικλείει συγχρόνως την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους, την οριστική διάλυση της ελπίδας για συγκρότηση ενός νέου Ελληνικού κράτους με κέντρο την Πελοπόννησο και την εκθεμελίωση του Άργους, μιας πόλεως η οποία, καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνικού Μεσαίωνα, παρά τα εκτενή δεινά, κατόρθωσε να επιβιώσει και να διατηρήσει την πνευματική και οικονομική ακτινοβολία της.[1]

Ως ιστορικοί έχουμε την ευτυχή συγκυρία να διαθέτουμε, για τη μελέτη αυτής της περιόδου, εκτός από το πλούσιο ενετικό αρχείο, την αλληλογραφία σημαινόντων προσώπων, τις ευκαιριακές ομιλίες και τα βραχέα τοπικά χρονικά, το έργο τεσσάρων βυζαντινών ιστορικών. Οι ιστορικοί αυτοί, συχνά μέτοχοι ή ακόμη και πρωταγωνιστές των γεγονότων, έκαστος με τον ιδιάζοντα τρόπον του και κάτω από την προσωπική οπτική του γωνία, προσφέρουν στο σύγχρονο μελετητή την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (±1423±1490) είναι ο μόνος αθηναϊκής καταγωγής βυζαντινός ιστορικός. Το έργο του, Αποδείξεις ιστοριών, διαιρείται σε δέκα βιβλία και πραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1298 – 1463. Είναι ο πρώτος ελληνόγλωσσος ιστορικός που στρέφει το ενδιαφέρον του όχι τόσο στην πορεία του Βυζαντινού κράτους, αλλά στην ανάπτυξη και εδραίωση της ισχύος των Οθωμανών Τούρκων.

Ο [Μιχαήλ] Δούκας (±1400±1470), του οποίου το έργο Βυζαντινοτουρκική ιστορία μας έχει διασωθεί σε ένα μόνο χειρόγραφο, αρχίζει την εξιστόρηση των γεγονότων από κτίσεως κόσμου και τελειώνει απότομα, στο τέλος μιας φάσεως, το έτος 1462. Οι σύγχρονοι μελετητές αναγνωρίζουν ομοφώνως στον Δούκα φιλαλήθεια και σχετική ακρίβεια.

Ο Γεώργιος Σφραντζής (1401 – 1478), του οποίου το έργον του Χρονικόν μας έχει διασωθεί σε δύο μορφές, πρωταγωνιστής των γεγονότων στην Πελοπόννησο κατά της δεσποτείας Θωμά και Δημητρίου των Παλαιολόγων, διηγείται την περίοδο 1261 – 1476. Ιδιαίτερη σημασία έχει για μας, από τα τέσσερα βιβλία στα οποία διαιρείται το έργο, το τέταρτο που αναφέρεται στα συμβάντα στο Μορέα μετά το 1453.

Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος (±1406+;) αφιερώνει το έργο του Ιστορία, το οποίο διαιρείται σε πέντε βιβλία, στον Μωάμεθ II, κατά τη γνώμη του συνεχιστή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η διήγησή του περιλαμβάνει τα γεγονότα των ετών 1451 – 1467 και η οπτική του γωνία στρέφεται κυρίως στη δράση του Πορθητή.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1449, ο Κωνσταντίνος (Δραγάτσης) Παλαιολόγος, μέχρι τότε συνδεσπότης αρχικά με τον αδελφό του Θεόδωρο II, και ακολούθως με τον έτερο αδελφό του Θωμά, στέφεται στο Μιστρά αυτοκράτορας του Βυζαντίου και στις 12 Μαρτίου του ιδίου έτους φθάνει στη Βασιλεύουσα και αναλαμβάνει τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα.[2]

Σε ποια κατάσταση άφηνε το Δεσποτάτο του Μορέως ο Κωνσταντίνος, μετά από ακριβώς 21 έτη συγκυριαρχίας; Ασφαλώς, η εγκατάσταση του Κωνσταντίνου στην Πελοπόννησο (1428) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας της κατά τον 15ο αιώνα.Αφού, μετά την κατάκτηση της πόλεως των Πατρών (1430) και τη διάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας (1432) είχε κατορθώσει να ενώσει την Πελοπόννησο, εκτός από τις ενετικές κτήσεις της Κορώνης, της Μεθώνης, του Άργους και του Ναυπλίου, σκέφθηκε να εφαρμόσει μια πολιτική, η οποία θα έτεινε στη δημιουργία ενός νέου ελληνικού κράτους.

Κατέλαβε, για ένα χρονικό διάστημα την Αττική και ένα μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι την Πίνδο. Όμως, αυτή η αρχή μιας πολιτικής και στρατιωτικής αναγεννήσεως προκάλεσε την αντίδραση των Τούρκων. Η επιδρομή του Μουράτ II στην Πελοπόννησο κατά τον χειμώνα του 1446 και η λεηλασία ολόκληρης της χερσονήσου, εκτός των ενετικών κτήσεων, υπήρξε καταστροφική και ανέκοψε ολοσχερώς την πορεία προς ανάκαμψη. Η χώρα δηώθηκε απ’ άκρου εις άκρον και κατά τον ιστορικό Δούκα, μόνο οι αιχμάλωτοι έφθαναν τις 60.000. Μετά από αυτή τη λαίλαπα οι δύο δεσπότες Θωμάς και Κωνσταντίνος αναγκάστηκαν να δεχθούν την επικυριαρχία του σουλτάνου και να του πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας.

Η πρώτη μέριμνα του νέου αυτοκράτορα ήταν να διευθετήσει το πρόβλημα της διαδοχής του στο Δεσποτάτο. Ως διάδοχό του όρισε τον αδελφό του Δημήτριο, μέχρι τότε διοικητή των βυζαντινών θέσεων στη Μαύρη θάλασσα, και φρόντισε να ορίσει με ακρίβεια τα όρια της επικράτειας των δύο αδελφών.

Οι κτήσεις του Θωμά περιελάμβαναν ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της Πελοποννήσου, ήτοι Αχαΐα, Ηλεία και Μεσσηνία, με πρωτεύουσα την Πάτρα. Οι κτήσεις του Δημητρίου περιέκλειαν το νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, ήτοι Κορινθία, Αρκαδία και Λακωνία με κέντρο το Μιστρά. Η Αργολίδα ανήκε στους Ενετούς. Οι δύο δεσπότες, αφού ορκίσθηκαν στον αυτοκράτορα πίστη, ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στην Πελοπόννησο, ο Θωμάς τον Αύγουστο του 1449 και ο Δημήτριος το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Στην έδρα τους ο Θωμάς και ο Δημήτριος, παρά τις συμβουλές του Κωνσταντίνου, ήλθαν αμέσως σε προστριβές με τους Ενετούς. Τα στρατεύματα του Θωμά συνεχώς παρενοχλούσαν τις ενετικές φρουρές της Μεθώνης και της Κορώνης ενώ, κυρίως, οι δυνάμεις του Δημητρίου παρεκώλυαν την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή της Αργολίδας.

Οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου, οι οποίοι δεν είχαν υποστεί τα δεινά της επιδρομής του Μουράτ II και συνεπώς, δια της εμπορικής τους δραστηριότητας κυριαρχούσαν οικονομικά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, διεμαρτύρονται συνεχώς προς την ενετική σύγκλητο για το γεγονός ότι τα στρατεύματα του Δημητρίου εμπόδιζαν τις μετακινήσεις τους και προκαλούσαν φθορές στους αγρούς τους.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Επίσης, οι Έλληνες διοικητές, δια να επιτρέψουν στα κοπάδια να διαχειμάσουν στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας που ανήκαν στους Ενετούς, απαιτούσαν την καταβολή φόρου. Ατέρμονες προσπάθειες της ενετικής συγκλήτου να έλθει σε συνεννόηση με το Δημήτριο απέβησαν άκαρπες. Η εχθρική πολιτική των δύο δεσποτών απέναντι στη Βενετία επιτάχυνε την πλήρη οικονομική εξάρθρωση του δεσποτάτου, όπως ακριβώς την επιτάχυναν και οι συνεχείς έριδες των δύο δεσποτών μεταξύ τους.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, από τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, προσπάθησε να υλοποιήσει έναν τρόπο συνυπάρξεως με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο του 1449, ο Κωνσταντίνος και οι αδελφοί του δεσπότες του Μορέως Θωμάς και Δημήτριος υπέγραψαν συνθήκη φιλίας με το σουλτάνο Μουράτ II. Όμως, δυστυχώς για τους Έλληνες, ο τούρκος σουλτάνος απέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1451. Ο διάδοχος του Μωάμεθ II, αρχικά, έδειξε φιλική διάθεση απέναντι στους Βυζαντινούς και ανανέωσε τη συνθήκη φιλίας με τους δεσπότες του Μορέως. Όμως, η ανάπαυλα δεν διήρκεσε πολύ.

Το 1452 ο νέος και δραστήριος σουλτάνος άρχισε τις προπαρασκευές του πολέμου εναντίον του Βυζαντίου. Για να εμποδίσει τους δεσπότες να σπεύσουν προς βοήθεια της πολιορκούμενης Κωνσταντινουπόλεως, έστειλε τον Οκτώβριο του 1452 το στρατηγό Τουραχάν, επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δυνάμεως, εναντίον του Μορέως. Ο Τουρα­χάν, χωρίς δυσκολία, συνέτριψε την αντίσταση των Ελλήνων στα στοιχειωδώς οχυρωμένα Εξαμίλια και προήλασε, όχι χωρίς αντίσταση, προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Ολόκληρη η βορειοδυτική χώρα, από την Κόρινθο μέχρι το Μεσσηνιακό κόλπο, κυρίως τα εδάφη του Θωμά, λεηλατήθηκαν. Και η νέα αυτή εισβολή των Τούρκων δεν ενόχλησε τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο.

Στις 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολις καταλαμβάνεται από τους Τούρκους και ο Κωνσταντίνος πίπτει νεκρός, ηρωικώς μαχόμενος, στα τείχη της Βασιλεύουσας. Όμως οι δύο δεσπότες του Μορέως δεν μιμήθηκαν το παράδειγμα του αδελφού τους. Η πρώτη και κύρια φροντίδα τους ήταν να αναζητήσουν τη σωτηρία στη φυγή. Προς στιγμήν ο Θωμάς και ο Δημήτριος, μαζί με τους Δυνατούς του Μορέως, σκέφθηκαν να καταφύγουν στην Ιταλία. Όμως, επειδή ο Μωάμεθ τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη σκιώδη εξουσία τους στην Πελοπόννησο, αποφάσισαν να μείνουν.

Κατά τη διάρκεια της δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) και του Θόδωρου I Παλαιολόγου (1383-1407) εκτεταμένες εγκαταστάσεις αλβανικών πληθυσμών σημειώθηκαν στην Πελοπόννησο. Είναι αληθές ότι οι επήλυδες έδωσαν αξιόλογη ώθηση στην ανάπτυξη της γεωργίας και οι σκληροτράχηλοι αυτοί άνδρες απετέλεσαν τον κύριο πυρήνα του στρατού του δεσποτάτου.

Όμως «το γένος τούτο νομάδες άπαντες και ουδαμή σφίσι χρονίαν την διατριβήν ποιούμενοι», οι Αλβανοί δεν κατόρθωσαν να αφομοιωθούν με το γηγενές ελληνικό στοιχείο, αποτελούντες ένα δεύτερο, παράλληλο προς τον ελληνικό και αντίπαλο εθνικό πυρήνα. Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, νομίσαντες ότι έφθασε η κατάλληλη ευκαιρία, η αναμενόμενη επί πολύ, για κατάληψη της εξουσίας στην Πελοπόννησο, εξεγείρονται μαζικώς.

Σχεδόν απόλυτοι κύριοι της καταστάσεως, κατέχοντες καίριες θέσεις στο στράτευμα, αρχικά οδηγούμενοι υπό μιας σκοτεινής φυσιογνωμίας «Πέτρου του χωλού, ανδρός τον τρόπον ουκ αγαθού, δεξιού δε άλλως», λεηλατούν ολόκληρη την Πελοπόννησο και μάχονται μετά μανίας για την κατάληψη της εξουσίας. Προσπαθούν να προσεταιρισθούν τους Ενετούς, σεβόμενοι απόλυτα τις θέσεις τους και μάλιστα εμποδίζουν τα στρατεύματα του Δημητρίου να εισχωρήσουν στην Αργο­λίδα.  Συμμαχούν με Έλληνες Δυνατούς και δεν διστάζουν να ονομάσουν ορισμένους από αυτούς, όπως τον Μανουήλ Καντακουζηνό, διοικητή της Μάνης, και τον Ιωάννη Ασάνη.

Τέλος, ζητούν την επέμβαση του ίδιου του Μωάμεθ, τον οποίο παροτρύνουν να αφαιρέσει την εξουσία από τους δύο Παλαιολόγους και να την προσφέρει σ’ αυτούς. Την επέμβαση όμως των Τούρκων ζητούν και οι δύο δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος, για να τους βοηθήσει να καταστείλουν την εξέγερση.

Ο Μωάμεθ έκλινε με την πλευρά των Παλαιολόγων. Δύο τουρκικές εκστρατείες, η μια τον Δεκέμβριο του 1453 υπό τον στρατηγό Ομάρ και η άλλη τον Οκτώβριο του 1454 υπό τον στρατηγό Τουραχάν χρειάστηκαν, για να καταστείλουν την αλβανική ανταρσία. Ο Τουραχάν αιχμαλώτισε δέκα χιλιάδες Αλβανούς και τους οδήγησε εκτός Πελοποννήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ενετός διοικητής του Άργους, μετά την καταστολή της εξέγερσης, επέτρεψε σε πολλούς Αλβανούς να εγκατασταθούν ως αγρότες στην Αργολίδα.

Οι δύο δεσπότες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν οι Τούρκοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο σουλτάνο ετήσιο φόρο δώδεκα χιλιάδων χρυσών νομισμάτων: «Ην δε αυτοίς ο επέτειος φόρος μύριοι και δισχίλιοι χρυσίου κρατήρες».

Μετά την καταστολή της εξέγερσης των Αλβανών ο Τουραχάν, εγκαταλείποντας την Πελοπόννησο, συνέστησε στους δύο δεσπότες να κυβερνήσουν με σύνεση, υπό την κυριαρχία του σουλτάνου και να αποφύγουν τις μεταξύ τους προστριβές και τους τόνισε ότι «ως ομονοούσι μεν πρώτα υμίν έσται άφθονα ταγαθά, διενεχθείσι δε και δίχα γενομένοις ταναντία ταύτα».

Δυστυχώς, η άκρως ανώμαλη κατάσταση των ετών 1453 – 1454 είχε οδηγήσει το δεσποτάτο σε πλήρη κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξαθλίωση. Οι ίδιοι οι δεσπότες «προς αλλήλους στασιάζοντές τε ήσαν…και πολέμους είχον εμφυλίους και μάχας και χείρον είχε τα της Πελοποννήσου». Τις συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο δεσποτών τις εκμεταλλεύονταν ισχυροί Δυνατοί των επαρχιών και με τοπικές εξεγέρσεις εξάρθρωναν την κεντρική εξουσία.

Η οικονομική ένδεια καθιστούσε αδύνατη τη συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ετήσιου φόρου προς τον Μωάμεθ. Ο τούρκος σουλτάνος επί τρία συναπτά έτη έστελνε πρέσβεις στον Μορέα, για να εισπράξουν τα χρήματα, αλλά μάταια: «Τον δασμόν απαιτούντος του βασιλέως ουκ απεδίδουν ραδίως πλαττόμενοί τε κενάς αιτίας αεί». Το γεγονός αυτό υπήρξε η κύρια αιτία της μεγάλης εκστρατείας του Μωάμεθ εναντίον της Πελοποννήσου του έτους 1458.

Την άνοιξη του έτους 1458 ο Μωάμεθ, επικεφαλής πολυάριθμου στρατού, αναχωρεί από την Αδριανούπολη και φθάνει ανενόχλητος μέχρι τη Βοιωτία. Εκεί τον συναντούν απεσταλμένοι του δεσπότη Θωμά, οι οποίοι έφεραν μέρος των οφειλομένων χρημάτων και ζήτησαν ανανέωση των προηγουμένων συνθηκών. «Ο βασιλεύς τον μεν δασμόν έλαβε παρά των πρέσβεων, τας δε σπονδάς όταν εντός, έφη, γενώμεθα της Πελοποννήσου ποιήσομεν, διαχλευάζων και διαπαίζων αυτούς».

Στις 15 Μαΐου εισήλθον στην Πελοπόννησο. Η αντίσταση της Κορίνθου αναγκάζει τον Μωάμεθ να διαιρέσει το στρατό. Ένα τμήμα, υπό τον στρατηγό Μαχμούτ, άρχισε να πολιορκεί την πόλη, ενώ το πολυανθρωπότερο στράτευμα, υπό την ηγεσία του ίδιου του Μωάμεθ, αφού λεηλάτησε όλη την ύπαιθρο της Κορίνθου, στράφηκε προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου «καταστρεφόμενος και ληϊζόμενος πάντα τα εν ποσί».

Είναι χαρακτηριστικό ότι καθόλου δεν ενόχλησε την περιοχή της Αργολίδας και τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο, γιατί δεν επιθυμούσε να ψυχράνει τις σχέσεις του με τους Ενετούς. Η Τεγέα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία παραδόθηκε στον Μωάμεθ, ο οποίος δια μέσου των δύσβατων στενωπών της Αρκαδίας φθάνει στην Πάτρα. Η πόλη ήταν έρημη, γιατί οι κάτοικοί της είχαν καταφύγει στην ενετοκρατούμενη Ναύπακτο.

Ο τούρκος σουλτάνος, ακολουθώντας την ακτή του Κορινθιακού, καταλαμβάνει τη Βοστίτζα (Αίγιον) και «πάντα τα προστυχόντα χειμάρρου δίκην παρασύρων τε και ύφ’ εαυτώ ποιούμενος, τα δε και εξανδραποδιζόμενά τε και κατασκάπτων τελείως» επιστρέφει στην Κόρινθο, ενώνεται με το υπόλοιπο στράτευμα και συνεχίζει την πολιορκία. Η πόλη, μετά από ηρωική αντίσταση τεσσάρων μηνών, παραδίδεται στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η αντίσταση της Κορίνθου, η οποία κυρίως οφείλεται στο διοικητή της Ματθαίο Ασίνη, πιστό σύμμαχο του δεσπότη Δημητρίου, ήταν το μόνο εμπόδιο που συνάντησε ο Μωάμεθ κατά τον στρατιωτικό του περίπατο στην Πελοπόννησο. Οι δεσπότες, περίφοβοι είχαν κλειστεί ο μεν Θωμάς στη Μαντινεία, ο δε Δημήτριος στη Μονεμβάσια. Η κατάληψη της Κορίνθου τερματίζει και την εκστρατεία των Τούρκων. Οι δεσπότες αναγκάζονται να δεχθούν όλους τους σκληρότατους όρους του Μωάμεθ.

Με συνθήκη που υπεγράφη στην ίδια την Κόρινθο, το ένα τρίτο της Πελοποννήσου που περιλάμβανε τις πόλεις Κόρινθο, Βοστίτζα, Καλάβρυτα και Πάτρα περιερχόταν στην κυριαρχία των Τούρκων. Οι δύο δεσπότες διατήρησαν το υπόλοιπο των κτήσεών τους και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων.

Ο Μωάμεθ τοποθετεί στις πόλεις που κατέλαβε τούρκους διοικητές της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ορίζει ως γενικό διοικητή όλης της περιοχής τον στρατηγό Ομάρ. Όλοι οι αιχμάλωτοι, αρκετές χιλιάδες, οδηγούνται στην Κωνσταντινούπολη μέσα στο γενικό σχέδιο του Μωάμεθ να ενισχύσει τον πληθυσμό της πρωτεύουσάς του. Έτσι τελειώνει η επιχείρηση του 1458, που είχε ως αποτέλεσμα την πληθυσμιακή απογύμνωση της Πελοποννήσου και την ουσιαστική εξάλειψη της αρχής των δεσποτών.

Η ειρήνη που συνομολογήθηκε δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1459 ο δεσπότης Θωμάς σκεφτόταν να αποτινάξει τον τουρ­κικό ζυγό. Προς το σκοπό αυτό βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον καρδινά­λιο Βησσαρίωνα, ο οποίος είχε μεγάλη ισχύ στο περιβάλλον του νεοεκλεγέντος πάπα Πίου II (1458 – 1464). Οι προσπάθειες του Βησσαρίωνα κατέληξαν στη συγκρότηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος τριακοσίων ανδρών, το οποίον εστάλη στην Πελοπόννησο, ενώθηκε με το στράτευμα του Θωμά και μαζί άρχισαν να πολιορκούν την Πάτρα. Όμως, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, μόλις εμφανίσθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα. Μια άλλη μεγάλη πόλη, τα Καλάβρυτα, κατελήφθη από τους στρατιώτες του Θωμά. Μετά την επιτυχία αυτή ο Θωμάς στρέφεται εναντίον των κτήσεων του Δημητρίου, τον οποίο υποπτευόταν ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με το σουλτάνο. Οι Δυνατοί συντάσσονται με το μέρος του ενός ή του άλλου δεσπότη και ολόκληρη η Πελοπόννησος βρίσκεται επί ποδός πολέμου.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Μωάμεθ, βλέποντας την ανάμειξη της Δύσεως και φοβούμενος μήπως η Πελοπόννησος διεκδικηθεί από κάποιο δυτικό άρχοντα, αποφάσισε να λύσει τελεσίδικα το πρόβλημα της χερσονήσου. Στις αρχές του 1460 ο σουλτάνος εισβάλει στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει το Μιστρά (30 – 5 – 1460) και υποχρεώνει το δεσπότη Δημήτριο και την οικογένειά του να τον ακολουθήσουν. Ακολούθως στρέφεται προς τις περιοχές του Θωμά και καταλαμβάνει τη μια οχυρή πόλη μετά την άλλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σουλτάνος, ευρισκόμενος στη Μεσσηνία, επισκέφτηκε τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης, έγινε δεκτός με τιμές από τους Ενετούς διοικητές και ανανεώθηκαν οι συνθήκες φιλίας ανάμεσα στην Ενετία και τους Τούρκους.

Ο δεσπότης Θωμάς με πλοίο καταφεύγει στην Κέρκυρα (28 – 7 – 1460). Ο Σουλτάνος αναχωρεί από την Πελοπόννησο τον Οκτώβριο του 1460, οδηγώντας μαζί του «φαμελίας δισχιλίας δήπου και παίδας ισαρίθμους, τους μεν παίδας εις νεόλεκτον στρατόν κατεγράψατο, τας δε οικίας εν τω της πόλεως μέρει κατέθετο».

Κατά τα μέσα του έτους 1461 ολόκληρη η Πελοπόννησος, εκτός των ενετικών κτήσεων και της Μονεμβασίας, είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Ο Κριτόβουλος σημειώνει ότι «ο βασιλεύς εχειρώσατο έργον μέγα δράσας και θαυμαστόν εν ούτω βραχυτάτω καιρώ ούπω γάρ εξήκει το θέρος όλον και πάσα είχετο, πό­λεις τε οχυραί και φρούρια ερυμνά και πολίχνια εγγύς που διακόσια, χώρα των ονομαστών άνωθεν και ενδόξων».

Έτσι κατελύθη το δεσποτάτο του Μορέως, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μι­χαήλ VII τον Παλαιολόγο το 1262. Η σπουδαιότητα του υπερβαίνει τα τοπικά όρια. Ιδιαιτέρως για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην Πελοπόννησο, αυτό το κρατίδιο του XIII αιώνα, που κατέστη κατά τους XIV και XV αιώνες μια υπολογίσιμη δύναμη, έπαιξε έναν σημαντικότατο ρόλο.

Ο Μωάμεθ, μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου, δεν έπαυσε να υποβλέπει τις ενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η ευκαιρία για την έναρξη της νέας επεκτατικής κινήσεως των Τούρκων παρουσιάσθηκε με τη μορφή ενός ασήμαντου γεγονότος. Ένας Αλβανός δούλος του στρατηγού Ομέρ αποδρά και ζητεί άσυλο στην ενετοκρατούμενη Μεθώνη. Ο Ομέρ ζητεί την άμεση παράδοσή του, αλλά οι Ενετοί αρνούνται. Τότε, το Νοέμβριο του 1462, ο υπαρχηγός του Ομέρ, Ισάς, επιτίθεται κεραυνοβόλα εναντίον του Άργους και το καταλαμβάνει αμαχητί.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κάπως αόριστα αναφέρει ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη ένεκα της προδοσίας ενός Έλληνα ιερέα: «ως δε το τε εν Πελοποννήσω Άργος, ιερέως των εν τη πόλει παραδόντος προδοσία, έλαβεν ο του βασιλέως ύπαρχος, Αλβάνεω παις, τούνομα Ιησούς».Είναι η πρώτη φορά, μετά την καταστροφή του 1397, που το Άργος αναμιγνύεται στις πολεμικές συγκρούσεις του ταραγμένου XV αιώνα.

Το χωρίο του Χαλκοκονδύλη μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι στην πόλη είχε αναπτυχθεί αντιδυτικό ρεύμα, μετά τη σύνο­δο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), και εχθρότητα στο σύνολο σχεδόν των Ορθοδόξων, στη λεγόμενη «Ένωση των Εκκλησιών». Μετά την κατάληψη του Άργους, η φιλοπόλεμη φατρία στη Βενετία πείθει τη Σύγκλητο να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία.

Ενετικός στόλος υπό την ηγεσία του Bertoldo, κόμη Este, αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, ενώ με προκήρυξη ο ναύαρχος καλεί τους κατοίκους της Πελοποννήσου να εξεγερθούν:«Τους τε Πελοποννησίους παρώτρυνον αφιστάναι από βασιλέως». Η απήχηση ήταν μέτρια. Παρατηρήθηκαν μεμονωμένες εξεγέρσεις στη Λακωνία, στην Αρκαδία και στη Μάνη. Η πρώτη επιτυχία των Ενετών είναι η ανακατάληψη του Άργους: «Και το Άργος παραλαβόντες Ουενέτοι φρουράν τε εγκατέλιπον και άρχοντα εν αυτώ».

Ακολούθως οι Ενετοί πολιορκούν τον Ακροκόρινθο, όμως κατά την πολιορκία φονεύεται ο Bertoldo. Συγχρόνως, ισχυρό τουρκικό στράτευμα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Μαχμούτ, έφθασε στον Ισθμό. Οι Ενετοί, χωρίς ηγέτη, αποδεκατισμένοι από τη δυσεντερία και θορυβημένοι από την υπεροχή των Τούρκων, εγκαταλείπουν τον Ισθμό αμαχητί και υποχωρούν στο Ναύπλιο.Ο Μαχμούτ προχωρεί προς το Άργος (1463).

Το χωρίον του Κριτόβουλου, το οποίο αναφέρεται στην κατάληψη της πόλεως από τους Τούρκους – η τελευταία μνεία του Άργους σε ελληνόφωνο μεσαιωνικό κείμενο- δύναται να χαρακτηριστεί ως επιγραμματικός επιτάφιος ενός λαμπρού παρελθόντος:

 

«Μετά δε τούτο αφικνείται ες Άργος (Μαχμούτ), πόλιν των Ενετών και στρατοπαιδεύεται προ του άστεος και προσφέρει λόγους τοις εν αυτώ περί εκδόσεως εαυτών τε και του άστεος. Οι δε Αργείοι ορώντες το πλήθος της στρατιάς περιστοιχίσαν την πόλιν κύκλω το τε σφών τείχος ασθενές και επίμαχον όλον, επικουρίαν τε μηδεμίαν πόθεν ή έχοντες ή όλως έξειν ελπίζοντες και δείσαντες, μη εκ προσβολής βία ληφθώσι τοις όπλοις και απόλωνται, παραδιδόασιν αμαχί εαυτούς τε και την πόλιν Μαχουμούτει τα πιστά λαβόντες. Ο δε πάντας μεν αυτούς αποικίζει ες το Βυζάντιον συν γυναιξί και τέκνοις και τοις υπάρχουσι πάσι σώς και κακών απαθείς, την δε πόλιν κατέσκαψε… Βασιλεύς δε τους μεν Αργείους πάντας κατοικίζει εν τη μονή τη Περιβλέπτω καλουμένη δούς αυτοίς και οικίας και αμπέλους και αγρούς».

 

Η πτώση του Άργους σήμαινε ουσιαστικά την εξάρθρωση της ενετικής απόπειρας εξεγέρσεως των Ελλήνων. Σε ελάχιστο χρόνο οι εξεγερθέντες Έλληνες κατέθεσαν τα όπλα και ο Μαχμούτ «διαθέμενος τα εν Πελοποννήσω πάντα καλώς τε και ως ην αυτώ κατά νουν και φρουρούς τοις φρουρίοις πάσιν εγκαταστήσας άνδρας τους από της βασιλικής αυλής τους μαχιμοτάτους… επάνεισιν εις την Κων­σταντίνου χειμώνος μεσούντος ήδη».

Φυσικά, οι Βενετοί το 1464 κατείχαν ακόμα το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη και, μετά τη φυγή του Θωμά, τη Μο­νεμβάσια, όμως, ουσιαστικά, ολόκληρος η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων, οι ελληνικοί πληθυσμοί, αποθαρρυμένοι, είχαν υποταχθεί και το όνειρο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους είχε σβήσει.

  

Βασίλης Σκουλάτος

Ιστορικός

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

 

Υποσημειώσεις

[1] Για τη μελέτη του Δεσποτάτου του Μορέως, θεμελιώδες παραμένει το έργο του Δ. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ, Le Despotat grec de Moree. Ομοίως, αλλά σε ευρύτερο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζουν τα έργα: DONALD NICOL, The Last Centuries of Byzantium. 1261-1453, Cambridge University Press, 1993, IVAN DJURIC, Le Crépuscule de Byzance, Paris1996. ST. RUNCIMAN, The Last Byzantine Rennaissances,Cambridge 1970 (Ελληνική μετάφραση, Αθήνα 1980). To συλλογικό έργο υπό τη διεύθυνση του ALAIN DUCELLIER, Byzance et le monde Orthodoxe,Paris1986. G. OSTROGORSKY, Geschichte des Byzantinischen Stuates, München 1963 (Ελληνική μετάφρασηI. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 2001).

[2] ΣΦΡΑΝΤΖΗΣ, σ. 205-206: «Και συγχύσεως πολλής ούσης και του τίνα εις βασιλέα εκ των αδελφών…. επεστάλθη παρ’ αυτών ο Αλέξιος ο Φιλανθρωπινός μετά Μανουήλ του Παλαιολόγου… ίνα ως βασιλέα στέψωσι τον δεσπότην κυρ Κωνσταντίνον… ο και έπραξαν εν τη Σπάρτη τη έκτη Ιανουαρίου και ιβ’ του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους εφθάσαμεν εις την πόλιν». Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο: G. SCHLUMBERGER, Le siege, la prise et le sac de Constantinople par les Tures, Paris 1914 (Ελληνική μετάφραση ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αθήναι 1914 – Ανατύπωση με προλογικά Α.Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗ, Αθήνα 1996. DONALD Μ. NICOL, The Imortal Emperor, the Life and Legend of Constantine Palaiologos. Last Emperor of the Romans, Cambridge University Press, 1933 -To όνομα Δραγάτσης δόθηκε στον Κωνσταντίνο με αιτία τη μητέρα του Ελένη, η οποία ανήκε στη σερβική ηγεμονική οικογένεια των Δραγάτς.

Read Full Post »

Map of Peloponnese, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Ολλανδού,  Frederik de Wit (1629 ή 30 – 1706).

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κατά την εποχή της δεύτερης Ενετοκρατίας η Πελοπόννησος αναδιοργανώθηκε διοικητικά και οικονομικά. Ονομάστηκε Regno di Morea  και χωρίστηκε σε τέσσερις Νομούς. Την Ρωμανία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, την Αχαΐα με πρωτεύουσα την Πάτρα, την Μεσσηνία με πρωτεύουσα την Καλαμάτα και την Λακωνία με πρωτεύουσα τον Μυστρά.   

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

1715 – Το τελευταίο φιλί στ’ Ανάπλι – Κατερίνα Παπαδριανού


  

1715. Ενετοκρατούμενη Αργολίδα. Ο πειρατής Λιμπεράκης Γερακάρης αλωνίζει στις θάλασσες της περιοχής, οι Ενετοί ολοκληρώνουν τα οχυρωματικά τους έργα στο Παλαμήδι και αρχαιοκάπηλοι από κάθε γωνιά της Ευρώπης καταφθάνουν με τα καράβια τους για να αρπάξουν ό,τι πολυτιμότερο κρύβει μέσα της η ελληνική γη. Οι ντόπιοι στενάζουν κάτω από τη βαριά φορολογία του κατακτητή, τη φτώχια, τις επιδημίες, ενώ οι Τούρκοι ετοιμάζονται να ξαναπάρουν τον τόπο. Και μέσα σε όλη αυτή τη σκόνη του χρόνου και της ιστορίας, δύο νέα παιδιά, ο Αντριάνο και η Κατινιώ, ένα Βενετσιανόπουλο και μια Ρωμιά, ερωτεύονται με έναν έρωτα τρυφερό, απόλυτο, καταστροφικό.

Στο παρόν μυθιστόρημα, η Κατερίνα Παπαδριανού αποδίδει ανάγλυφα τον ελληνικό κόσμο των αρχών του 18ου αιώνα· την ύπαιθρο με τα καπηλειά, τις πόλεις με τους εμπόρους, το λιμάνι του Βιβαριού, την ονειρική Μονεμβασιά και, κυρίως, το Ανάπλιτη Νάπολη ντι Ρομάνια των Ενετών.

Μαζί της ο αναγνώστης γίνεται περιηγητής που χάνεται στα όμορφα στενά της πόλης, θαυμάζει τα υπέροχα κτίρια και τις οχυρώσεις, τον «δυτικό» αέρα που πνέει στα στενά του Ναυπλίου, με τις κυρίες με τα ομπρελίνα, τους νεαρούς Ιταλούς αριστοκράτες και τους καπουκίνους καλογέρους. «Η ιστορία τ’ Αναπλιού μοιάζει με παραμύθι» γράφει στα Ταξείδια του ο Φώτης Κόντογλου.

Έρμαια στις τρικυμίες της «μεγάλης» Ιστορίας, οι μικροί, καθημερινοί άνθρωποι έχουν ωστόσο για τη συγγραφέα μεγαλύτερη σημασία – και το δικό τους παραμύθι είναι αυτό που πρωτίστως μας διηγείται, το φόβο και την ελπίδα τους, τον αγώνα, τη βαθιά τους αγάπη, τη λύπη και την παρηγοριά τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ,  296 ΣΕΛΙΔΕΣ, 15,00 €, ΙΟΥΝΙΟΣ  2010.

Read Full Post »

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στο Ναύπλιο


 

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνονται και γενικότερες αναφορές στους Καθολικούς του Ναυπλίου, για λόγους ευρύτερης ενημέρωσης των αναγνωστών μας.

 

Φραγκισκανοί Καπουκίνοι ( Ordo Fratrum minorum cappucinorum)

  

Ένας από τους τρεις κλάδους (Μικροί Αδελφοί, Καπουκίνοι ή Καπουτσίνοι, Κοινοβιακοί μοναχοί) Καθολικών μοναχών που ανάγουν την ίδρυση και πνευματικότητά τους στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.

Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, έργο του Ελ Γκρέκο.

Προέρχονται από το μοναστικό τάγμα των Φραγκισκανών που αναγνωρίστηκε το 1210 από τον πάπα Ινοκέντιο Γ΄. Το τάγμα των Καπουκίνων ιδρύθηκε από τον φραγκισκανό μοναχό Φραγκίσκο ντε Μπάσι και επικυρώθηκε από τον πάπα Κλήμη Ζ΄. To 1619 δημιούργησαν ξεχωριστό τάγμα με δικό τους αρχηγό. Οι Καπουκίνοι περιέβαλαν με ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή τους δυστυχείς και γρήγορα κέρδισαν την αγάπη και την εκτίμηση του λαού. Μολονότι είναι το φτωχότερο μοναστικό τάγμα της καθολικής Εκκλησίας, λόγω των κανόνων του περί ακτημοσύνης και πενίας, προσέλκυσαν πολλούς γόνους της ανώτερης κοινωνίας ενώ κατάφεραν να προσηλυτίσουν πολλούς διαμαρτυρόμενους, εντάσσοντάς τους στο καθολικό δόγμα.

Σχετικά με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, εμπνευστή και ιδρυτή του τάγματος των Φραγισκανών, ο  ιστορικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος γράφει: «έγινε με απόλυτο τρόπο, το γλυκύτατον έαρ που είχε ενσαρκώσει ο Ιησούς, η ανθρώπινα γλυκύτερη μορφή που έχει ως τα σήμερα γεννήσει η Ευρώπη» ενώ ο Φώτης Κόντογλου, παρά την αντιπάθειά του για κάθε τι το δυτικό, τον κατατάσσει «στους πιο αγνούς μαθητές του Ιησού».

 

Φραγκοκρατία ( 1212 -1389)

  

Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας οι Λατίνοι Κληρικοί κατέλαβαν πλήρως τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Αργολίδα. Οι Ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες παραγκωνίστηκαν ή εκδιώχτηκαν από τις έδρες τους και τις θέσεις τους πήραν καθολικοί Επίσκοποι. Αυτοί οι Κληρικοί που έστειλε η Ρώμη και που βίαια κατέλαβαν την εξουσία, κάποιες φορές δεν ήταν οι καλλίτεροι, ούτε οι καταλληλότεροι. Λόγω ακριβώς αυτού του λόγου η επίδρασή τους στους γηγενείς Ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο, το Άργος και η γύρω περιοχή υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του Λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απολύτως από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α΄Ενετοκρατία (1389- 1540)

  

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολι­κής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, με την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα από το 1397, το Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός Λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Secundus Nani. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, σείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημίες στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, με πρωτοβουλία του Λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο» αναφέρε­ται: «τω στλκθ’, νεμήσει ιδ’, Ιανουαρίου κα’, ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετεκόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυ­πλίου».

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421-1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου. Δέχθηκε δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλη­τος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο Λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμέ­νου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, κοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων.

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δι­καιοδοσίας του. Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται υποτιμητικά «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, επειδή θεωρούνται επίφοβοι αιρετικοί. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και Λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων.

Έτσι αυτό το πρόβλημα του Λατίνου Επισκόπου Αργολίδος, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρό­σεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπό λανθάνουσα μορφή, κρίση στις σχέσεις μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

  

Α΄Τουρκοκρατία (1540- 1685)

 

Στις 13 Μαΐου του 1630, οι Καπουκίνοι Ιάκωβος και Άγγελος, έφτασαν στο Ναύπλιο προκειμένου να ιδρύσουν σταθμό. Οι δύο μοναχοί κατάγονταν από τις κωμοπόλεις Οστούντο και Τρίκαζε, της περιοχής του Σαλέντο  της Μεσημβρινής Απουλίας, που παλαιότερα ήταν ελληνόφωνη. Δεν αποκλείεται συνεπώς να μιλούσαν την ελληνική, που εξακολουθούν να μιλούν μέχρι σήμερα δέκα χωριά νότια του Lecce. Οι δύο μοναχοί εκτιμώντας την περιοχή εισηγήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο, την μόνιμη παραμονή τους στο Ναύπλιο και την δημιουργία μόνιμου σταθμού με αιτιολογία την έλλειψη άλλων καθολικών κληρικών. Η Σύνοδος όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους και συμπεριέλαβε το Ναύπλιο στους σταθμούς της κινητής αποστολής των Καπουκίνων που ιδρύθηκαν το 1644 προσωρινά και το 1656 οριστικά.

Όσιος Ιωσήφ ο εκ Λεονίσης. Ιδρυτής της Αποστολής Καπουκίνων στην Ελληνική Ανατολή (1583).

Στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Ιταλών κληρικών για τον έλεγχο της περιοχής, υπήρξε έντονος. Όμως και μεταξύ ομοεθνών αλλά διαφορετικών ταγμάτων κληρικών, υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός. Οι σχέσεις των Γάλλων Ιησουιτών με τους επίσης Γάλλους Καπουκίνους ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένες.

To 1640, έφτασαν στο Ναύπλιο δυο Γάλλοι Ιησουίτες, ο Φραγκίσκος Bleseau και Ρενέ de SaintCosme, που ήρθαν μαζί με τον νεοδιορισμένο πρόξενο της Γαλλίας Ιωάννη Villere, για να εξετάσουν την δυνατότητα εγκατάστασής τους στην πόλη.

Σε σύγχρονη στα γεγονότα αναφορά που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και δημοσιεύτηκε το 1869 από τον αρχειοδίφη και βιβλιογράφο Αιμίλιο Legrand, πληροφορούμαστε ότι οι δυο Ιησουίτες πέρασαν στο Ναύπλιο το δεύτερο εξάμηνο του 1640 και τους τρεις πρώτους μήνες του 1641.

Εκτός από τις πνευματικές υπηρεσίες που προσφέρανε στην προξενική οικογένεια και στους ολιγάριθμους γηγενείς καθολικούς, κατήχησαν και μετέδωσαν τα μυστήρια σε κατάδικους, σε οθωμανικές γαλέρες που διαχείμαζαν στον Αργολικό.

Αν και η δραστηριότητα αυτή δικαιολογούσε την παρουσία τους στο Ναύπλιο, ο υπεύθυνος της αποστολής Φραγκίσκος Bleseau προτίμησε την ασήμαντη πολίχνη των Αθηνών, επειδή, λόγω της θέσης της, προσφέρονταν καλύτερα για τις επισκέψεις στην Αττική, Εύβοια, Βοιωτία και Πελοπόννησο, περιοχές που εστερούντο καθολικών ιερέων.

Ο π. Ουρβανός Παρισηνός, ηγούμενος των Καπουκίνων στο Ναύπλιο κατά την διετία 1660-1662, γράφει ότι την Μεγαλοβδομάδα του 1660, κήρυξε στην Μητρόπολη των Ελλήνων καλεσμένος από τον Επίσκοπο.

Το 1677 ο ίδιος κληρικός, ηγούμενος τότε στην Μονή Αγίου Γεωργίου στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στο Ναύπλιο. Στην μονή της Παναγίας, ηγούμενος ήταν ο π. Βαρνάβας, επίσης από το Παρίσι, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον εκδιωχθέντα από τους Τούρκους το 1674, π. Βασίλειο de Noyon. Με την ευκαιρία της επίσκεψής του, ο π. Ουρβανός που επέστρεφε από την Πάτρα κατευθυνόμενος προς την Κορώνη και Μεθώνη μέσω Ναυπλίου, συνέταξε για την Ιερά Σύνοδο Ευαγγελισμού των Λαών, μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την κατάσταση των μικρών καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου.

 Συγκεκριμένα για το Ναύπλιο γράφει:

« Από την Πάτρα ήρθα στη Νάπολι της Ρωμανίας όπου μένουν δύο πατέρες μας. Θα πρέπει να ενισχυθούν με ένα τρίτο ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται διαδοχικά την Πάτρα. Στο σχολείο μας συχνάζουν 40 με 50 μαθητές του ελληνικού και του λατινικού τυπικού. Οι πιο αξιόλογες οικογένειες που πριν την οθωμανική κατάκτηση ήταν καθολικές, μας εκτιμούν πολύ. Όπως στην Αθήνα, το κήρυγμα γίνεται στα σπίτια επειδή δεν διαθέτουμε εκκλησίες. Το καλό μεταδίδεται από το ένα σπίτι στο άλλο και οι πιστοί μορφώνονται χωρίς θόρυβο. Κατά την διαχείμαση των γαλερών στον Αργολικό, πολλοί καταδικασμένοι στα κάτεργα χριστιανοί, έρχονται να ακούσουν τη λειτουργία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Μερικοί οπαδοί αιρέσεων, έχουν αποκηρύξει την πλάνη και ασπαστεί την καθολική πίστη. Όταν παλαιότερα υπηρετούσα εδώ, είχα μεταστρέψει 30 αιρετικούς που έκαναν δημόσια ομολογίας πίστεως….».

Το 1675, μετά από παρέμβαση του μαρκησίου de Nointel, ο οποίος ήταν πρέσβης του Λουδοβίκου ΙΔ΄στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου, ο π. Βασίλειος de Noyon επέστρεψε στην έδρα του, αφού επισκευάστηκαν από τους Τούρκους όλες οι ζημιές που είχαν προκληθεί στη Μονή κατά την εποχή της δίωξής του.

Σε μια ενδιαφέρουσα επιστολή του Καπουκίνου μοναχού Πλάκιδου από τους Ρήμους ( Reims) της ΒΑ Γαλλίας, που επισκέφτηκε το Ναύπλιο κατά την τετραετία 1684-1688, διαβάζουμε ότι:

«Στο Ναύπλιο ( Napoli de Romanie) έχουμε ένα μικρό αλλά ωραίο και αξιομνημόνευτο μοναστήρι. Η πόλη βρίσκεται σε μια μεγάλη πεδιάδα με ερείπια του παλαιού κάστρου του Άργους σε μικρή απόσταση από την θάλασσα. Είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο οχυρωμένη πολιτεία στο Μωριά. Διαθέτει δύο πολύ καλά κατασκευασμένα φρούρια. Το ένα βρίσκεται στην πόλη και το άλλο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι υπολογίζονται σε 8.000. το λιμάνι είναι πάρα πολύ καλό για τα πλοία και τις γαλέρες που διαχειμάζουν εδώ. Μερικές φορές, όταν μας επιτρέπουν οι μπέηδες, επισκεπτόμαστε τους δυστυχείς σκλάβους.

 Άλλοτε μας επισκέπτονται στο μοναστήρι αλυσοδεμένοι και συνοδευόμενοι από Τούρκο φύλακα, τον οποίο πληρώνουν με την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή με χρήματα που συγκεντρώνουν στην πόλη.

Η δυστυχία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αναγκάζονται να κλέβουν ότι βρουν. Γι’ αυτό όταν έρχονται σε μας, κλειδώνουμε τα πάντα και δεν τους αφήνουμε μόνους. Τους παρακολουθούμε συνέχεια. Τους εξυπηρετούμε γράφοντας στους συγγενείς τους ή κρατώντας γι’ αυτούς τα γράμματα που τους στέλνουν.

Κάποτε, δίνουμε λύτρα στους μπέηδες για την απελευθέρωσή τους. Είναι ευχαριστημένοι γιατί με τον τρόπο αυτό κερδίζουν χρήματα χωρίς κόπο. Υποχρεωμένοι μαζί μας, μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε χρησιμοποιώντας τις γαλέρες τους, έναντι ολίγων χρημάτων…».   

 

Β΄Ενετοκρατία (1685- 1715)

  

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Μοrea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί).

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επί­σκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίν­θου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλλη­λα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Την περίοδο αυτή, δύο Ιταλοί Καπουκίνοι διαδέχτηκαν τους Γάλλους. Για τους Καπουκίνους στο Ναύπλιο κατά την Β΄Ενετοκρατία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Στις πηγές αναφέρονται τα ονόματα του Ορατίου, δάσκαλου της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, του Βερναρδίνου d’ Ontella, με σημαντικές επιτυχίες στον τομέα μεταστροφής διαμαρτυρομένων εμπόρων, του π. Πατρίκιου από το Μιλάνο ο οποίος έφυγε το 1702 στη Ρωσία όπου, με την άδεια του Μεγάλου Πέτρου, ίδρυσε σταθμούς Καπουκίνων στην Πετρούπολη και το Αστραχάν.

Ένας άλλος Ιταλός Καπουκίνος, ο π. Ρόκος, διορίστηκε από την Ρώμη στις 29 Μαΐου του 1694, γενικός επιθεωρητής των καθολικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου, με έδρα το Ναύπλιο όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, την 20η Δεκεμβρίου 1695.

Τον Ιούλιο του 1715, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, αλώθηκαν για δεύτερη φορά από τους Τούρκους. Οι Ενετοί έχασαν όλες τις κτήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο με εξαίρεση τα Επτάνησα τα οποία διατήρησαν μέχρι την κατάλυση της Δημοκρατίας τους από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797. 

  

Η έκθεση Corner

 

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προ­βλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας. Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδο­ξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή.

Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυ­σμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξη τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησι­ών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

 

Β΄Τουρκοκρατία (1715- 1821)

  

Σχετικά με την περίοδο αυτή ο Δρ. Μάρκος Ρούσσος- Μηλιδώνης γράφει στα « ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (75 μ.Χ-2004)» τα εξής:

 «Από το 1716 έως το 1821, την πνευματική φροντίδα των ελαχίστων Καθολικών στο Ναύπλιο, είχαν ένας ή δύο – ενίοτε και κανένας – Γάλλοι Καπουκίνοι οι οποίοι υπάγονταν στη μεγαλύτερη Μονή της Αθήνας. Η τύχη τους εξαρτώνταν από την παρουσία των πρόξενων της Γαλλίας που συχνά εγκατέλειπαν το Ναύπλιο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη «φυγή» τους, τους ακολουθούσαν και οι εκτεθειμένοι στους εκβιασμούς των Τούρκων, Καπουκίνοι.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ούτε ο τόπος στον οποίο κατοικούσαν μετά το 1716, μας είναι γνωστός. Βέβαιο είναι ότι η μητρόπολη των Ενετών Άγιος Γεώργιος, μετατράπηκε σε τέμε­νος μετά την αποχώρηση τους. Θα πρέπει, συνεπώς, να έφυγαν από εκεί οι ιερο­μόναχοι που υποτίθεται ότι έμεναν σε γειτονικό με το ναό κτίριο.

Όταν εξερρά­γη η Επανάσταση, στο Ναύπλιο υπηρετούσε ο Σμυρναίος π. Πολύκαρπος ο οποί­ος το εγκατέλειψε το 1822, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που είχε υποστεί η αγνώστου θέσεως κατοικία του. Οπωσδήποτε δεν ήταν στο χώρο της σημερινής καθολικής εκκλησίας η οποία λειτουργούσε το 1821, ως οθωμανικό τέμενος.

Με την επανάσταση και την απελευθέρωση του Ναυπλίου στις 29/30 Νοεμβρίου 1822, αρχίζει η νεώτερη ιστορία της πόλεως και μαζί της, της μικρής καθολικής κοινότητας, κυρίως εξ αλλοδαπών αλλά και ευάριθμων Κυκλαδιτών».

 

Ελεύθερη Ελλάδα

 

Ο Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος, στα ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΙΙ (1998) αναφερόμενος στην τύχη των καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδος γράφει:

«Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθή­να, το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιο παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1771-1822), μέχρι που ήλθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα, συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυα­ρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί, οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρω­τεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του ‘Οθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

To 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν Λατίνοι Επί­σκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρήθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμα­νικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακρο­ναυπλίας, για να μετατραπεί σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α. Κράτους, και στους φακέλους: ΔΗΜ 1.1/Π 35(1839) και ΔΗΜ 1.1./12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικη­τού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι «κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησια­στικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ’ αριθ. 12021 διαταγής της επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το πα­ραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού «κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως».

Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν». Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, απο­στέλλει κατάλογο των «όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου. Με το από 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, πα­ραχωρείται «εις τούς ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυ­πλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ιτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέ­τρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυ­πλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «διά την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέ­βαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνό­πουλος, διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ιτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματος τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζη­μιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κουκούλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιο συγκέντρωνε τριακοσίους (300) περίπου καθολικούς, Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα».

 

Σχετικά θέματα:

   

Πηγές


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Φραγκισκανοί Καπουκίνοι στη Νάπολι της Ρωμανίας 1642-1821», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2000.
  • Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, «Οι καθολικοί στο Ναύπλιο», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.   
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »