Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επίσκοποι’

Παλαιών Πατρών Γερμανός Palaion Patron Germanos (1771-1826)


 

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Κληρικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Σπούδασε στη φημισμένη σχολή της πατρίδας του και στο πρώτο σχολείο των Περουκαίων στο  Άργος το οποίο  λειτουργούσε από το 1798 στη Μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονήθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός.

 « Η Δημητσάνα, ορεινή κωμόπολις της Γορτυνίας, εφημίζετο κατά τους επί Τουρκοκρατίας χρόνους, δια τε το εύανδρον αυτής, την δραστηριότητα και την παιδείαν των κατοίκων, τον πλούτον εκ τε της εγχωρίου βιομηχανίας, ιδίως της κατασκευής νίτρου και πυρίτιδος, και εκ των εισφορών των αποδήμων, …

Εις ταύτην και τοιαύτην πόλιν εγεννήθη ο ιεράρχης Γερμανός την 25ην  Μαρτίου 1771, συνέπιπτε δε τότε προς την μεγάλην Παρασκευήν, εξ ενός χαρά Ευαγγέλια, ετέρωθεν ο Θεάνθρωπος κρεμάται επί ξύλου , ημέρα πένθους, μάλλον συνάδουσα προς τας περιστάσεις… Ο πατήρ του ιεράρχου, χρυσοχόος το επάγγελμα, ωνομάζετο Ιωάννης Γκόζιας ή Γκοζιόπουλος κατά την εγχώριον συνήθειαν, έλκων πιθανώς το γένος αυτός ή πρόγονοι αυτού εκ ομωνύμου χωρίου του δήμου Μαλευρίου της Λακωνίας…

 Η δε μήτηρ του Ιεράρχου ωνομάζετο Κανέλλα εκ του γένους Κουκουζοποπούλου…Τας δ’ αρετάς και τον βίον του Ιεράρχου Γερμανού περιέγραψαν και επήνεσαν πάντες αναξαιρέτως ημέτεροι τε και ξένοι συγγραφείς, ιδίως δε ο φίλος αυτού Πουκεβίλ εξήρε τον χαρακτήρα, παραμοιάσας αυτόν προς τον Σωκράτην …» (Προλεγόμενα- Γ. Ι. Παπούλας- Αθήνα 1900- Παλαιών Πατρών Γερμανός- Απομνημονεύματα).

Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το Μάρτιο του 1806 ο Γερμανός, εκλέχτηκε σε ηλικία 36 ετών μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και η ενθρόνισή του στην Πάτρα έγινε τον Μάιο του 1806. Κατά τον ερχομό του Γερμανού στην Πάτρα, οι πιστοί του επιφύλαξα θερμή υποδοχή. Η ποιμαντορία του στην Πάτρα ήταν επιτυχημένη και ο λαός τον περιέλαβε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση. Κατά τα έτη 1815-1817, ο Γερμανός διετέλεσε και μέλος της πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Το Νοέμβριο του 1818 ο Γερμανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τα χρόνια της προετοιμασίας του αγώνα είχε δυναμική συμβολή. Την 23η Μαρτίου, επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων της Αχαΐας, μπήκε  στην Πάτρα. ο Γερμανός οργάνωσε και πραγματοποιήθηκε τελετή ύψωσης και ευλογίας των επαναστατημένων όπλων στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Την επομένη, ο Γερμανός έστειλε εγκύκλιο στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων με τον σκοπό της εξέγερσης, ζητώντας υποστήριξη και προστασία.

Τον Οκτώβριο του 1822 μετέβη στη Ρώμη μαζί με τον Γ. Μαυρομιχάλη, σαν απεσταλμένος του αγωνιζόμενου Έθνους για την ενημέρωση της γειτονικής Ιταλίας και του Βατικανού, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1824. Παράλληλα οι δύο άνδρες είχαν την αποστολή να ενημερώσουν όλους τους επιφανείς πατριώτες του εξωτερικού, μεταδίδοντας και διαδίδοντας την επιθυμία των Ελλήνων για αποτίναξη του ζυγού και ελευθερία και αποκομίζοντας κάθε είδους υποστήριξη από αυτούς και από τα ξένα κράτη. Η αποστολή του Γερμανού εξέφρασε εκείνη την περίοδο την επίσημη φωνή της επαναστατημένης Ελλάδας στο εξωτερικό και απέφερε αρκετά οφέλη στην επανάσταση .

Όταν επέστρεψε ο Γερμανός στην Ελλάδα, μαινόταν ο εμφύλιος σπαραγμός. Αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας. Εκεί, με εντολή του Γκούρα, οι στρατιώτες τον απήγαγαν με βία και τον έσυραν πεζό μέχρι τη Γαστούνη, το χειμώνα του 1825. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο σοβαρός κλονισμός της υγείας του.

Έλαβε μέρος στις εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στα 1826 και διορίστηκε μέλος της επιτροπής για εξωτερικές υποθέσεις. Στο Ναύπλιο ο Γερμανός προσεβλήθη από λοιμώδη νόσο από την οποία και απεβίωσε στις 30 Μαΐου 1826. Τάφηκε με τιμές και τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραψε τα απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το τέλος του 1822.

 

Πηγές


 

  • Αινιάν Δημήτριος, «Γερμανός ο Παλαιών Πατρών», της Βιβλιοθήκης του Λαού παράρτημα πρώτον, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Αθηνάς,1854.
  • Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, «Απομνημονεύματα: Επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινα της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, καί τινων πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον», έκδοσις υπό Γ. Ι. Παπούλα μετά προλεγομένων υπό του ιδίου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900.
  • Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος, 2004.
  • Petter Von Hess, «1821 Η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος


 

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κορομπόκης) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1967 στο Άργος. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (1991) και της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1996). Εκάρη μοναχός (28-7-1991), χειροτονήθηκε διάκονος (18-8-1991) και πρεσβύτερος (13-10-1996) από τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβον.

Διηκόνησε την Ιεράν Μητρόπολην Αργολίδος ως Ιεροκήρυκας ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτην και συγγραφήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της αυτής Μητροπόλεως.

Η Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου, τον εξέλεξεν βοηθόν Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, με τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Επιδαύρου (14-10-2009).

Η χειροτονία του εις Επίσκοπον τελέσθηκε στον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Πέτρου Άργους, από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμον και πλειάδα Αρχιερέων (26-10-2009).

Στις 7 Οκτωβρίου 2016 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος (1869- 1925)


  

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Πρόκειται για τον Αθανάσιο Βαβαλίση ή Λάσκαρι (ρη) τον από Μυρέων. Γεννήθηκε στην Μάδυτο του Ελλησπόντου το 1869. Πριν έρθει στο Ναύπλιο υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Βλάγκας Κωνσταντινουπόλεως ( 1896) με τον τίτλο της « πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» Επισκοπής Μυρέων. Αργότερα εστάλη ως βοηθός επίσκοπος του Μητροπολίτη Ξάνθης και Καβάλας. Εκεί παρέμεινε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και διακρίθηκε για την αποτελεσματική εθνικοθρησκευτική του δράση.

Κατά τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και υπέστη στα χέρια τους τα πάνδεινα. Αυτό προκύπτει και από άρθρο του Κώστα Παπακοσμά, σχετικό με την απελευθέρωση της Καβάλας τον Ιούνιο του 1913.

 

 

 

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

« Ο Κριεζής γίνεται πρόσωπο λατρείας στα χέρια τον σηκώνουν οι Καβαλιώτες και τον οδηγούν στο Διοικητήριο ( το σημερινό δικαστικό μέγαρο) εκεί υψώνει την Ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του κτιρίου, εκεί τον συναντούν οι εναπομείναντες αρχές της πόλης. Τον ανακοινώνουν και το κακό μαντάτο της ομηρίας των επιφανών πολιτών αλλά και Επισκόπου Μυρέων Αθανασίου».

Σε αυτές τις σκληρές και απάνθρωπες εμπειρίες του αναφέρεται στο βιβλίο του με τίτλο:  « Βουλγαρικαί θηριωδίαι» και το οποίο τυπώθηκε το 1914 στην Αθήνα.

 

Τις θυσίες αυτές και την σημαντική προσφορά του αναγνώρισε η Εκκλησία και η Πολιτεία και τον τοποθέτησε ως Μητροπολίτη στην χηρεύουσα επί διετία Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Η κλονισμένη του όμως υγεία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από την θέση του και να αποσυρθεί σε κάποια  Μονή της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστείας όπου και πέθανε το 1925 σε ηλικία 56 ετών.

Επί των ημερών του και επί Ηγουμενίας της Μοναχής Καικυλίας – την οποία είχε χειροθετήσει ο ίδιος ως Καθηγουμένη – βρέθηκε από την σκαπάνη της μοναχής Φεβρωνίας, η εικόνα του Κυρίου Ημών Ιησού χριστού στην Αγία Μονή  της Άρειας Ναυπλίου, μετά από όραμα του Ελληνοαμερικάνου Θεόδωρου Ρογκόπουλου ο οποίος υπέδειξε και τον χώρο ανασκαφής.

  

Πηγές


  • Καθηγουμένης Κυπριανής Κρίγκα, «Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου. Η εύρεσις της Θαυματουργού εικόνος του Ιησού Χριστού», Ναύπλιον, 1986.
  • Παπακοσμάς Κώστας, «Η απελευθέρωση της Καβάλας το 1913», Δήμος Καβάλας, 2009.
  • Απομνημονεύματα, « Βουλγαρικαί Θηριωδίαι», Επισκόπου (Καβάλας) Μυρέων Αθανασίου, Αθήναι, 1914.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.

Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.  

 

Πηγή

 


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄(Ταβλαδωράκης 1909- 1977)

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄

Ο Μακαριστός Χρυσόστομος Α΄ γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Εμμανουήλ Ταβλαδωράκης.  Το 1935 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και χειροτονηθείς, διετέλεσε Ιεροκήρυκας  της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Γραμματέας του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας Αθηνών. Εκλεγείς ως Μητροπολίτης Αργολίδος το 1945, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην πνευματική ανύψωση του λαού της Μητρόπολης του, την ανέγερση Ιερών Ναών και την ανακαίνιση Ιερών Μονών. Ιδιαίτερα διέπρεψε ως κήρυκας του Θείου Λόγου αφού διέθετε καταπληκτική και σπάνια ρητορική δεινότητα.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη  Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Διετέλεσε κατ’ επανάληψιν μέλος της Ιεράς Συνόδου και εκπροσώπησε την Εκκλησία της Ελλάδος στην Ρωσία κατά τους εορτασμούς της συμπλήρωσης 50 χρόνων από της ανάδειξης του Πατριάρχη Ρωσίας Αλεξίου. Αγωνίστηκε πολύ για την έναντι των ετεροδόξων διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης, κατά τις διάφορες κινήσεις προσέγγισης των άλλων ομολογιών προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης συνέγραψε και ορισμένες θεολογικού και εποικοδομητικού χαρακτήρα μελέτες. Με την από 16η  Νοεμβρίου 1965 απόφαση της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας μετατέθηκε στην νεοσύστατη Ιερά Μητρόπολη Πειραιά*. Στις 6 Αυγούστου του 1977 τελεύτησε τον βίο του, αφού ποίμανε ως καλός ποιμένας  επί μία 12ετία το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας του Πειραιά.

  

Υποσημείωση

 


  

* Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς. Από την ίδρυση της Εκκλησίας της Ελλάδας, το 1833, ο Πειραιάς και οι μεταγενέστεροι Δήμοι Νέου Φαλήρου, Δραπετσώνας, Ρέντη, Νίκαιας, Κορυδαλλού, Κερατσινίου και Περάματος, ανήκουν στην δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Το 1917 ιδρύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο Α΄ Αρχιεπισκοπικό Γραφείο στον Πειραιά, για την καλύτερη ποιμαντική εξυπηρέτηση των χριστιανών της περιοχής. Από το 1926, τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο εκπροσωπεί στον Πειραιά Βοηθός Επίσκοπος.

Τον Ιανουάριο του 1962 ιδρύεται η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, με τον νόμο 3952/1959 και το Β. Διάταγμα της 16/17 Δεκεμβρίου 1959. Τον Νοέμβριο του 1965 εκλέγεται ο πρώτος Μητροπολίτης Πειραιώς, Χρυσόστομος Α΄( Ταβλαδωράκης) ο οποίος μετατέθηκε από την Μητρόπολη Αργολίδας, κάνοντας για πρώτη φορά χρήση του νόμου “ Περί μεταθετού”.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1978 η Ιερά Σύνοδος σε έκτακτη συνεδρίασή της, εκλέγει τον Μητροπολίτη Ρωγών Καλλίνικο, ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος και ενθρονίζεται στις 5 Φεβρουαρίου, στον Ιερό Ναό της Αγίας τριάδας, στον Πειραιά. Την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου του 2006 η Ιερά Σύνοδος αποδέχεται την παραίτηση του υπέργηρου και ασθενούς Ποιμένα, από τον Μητροπολιτικό θρόνο της Μητρόπολης του Πειραιά, τον οποίο υπηρέτησε με πραγματική αφοσίωση επί 28 συναπτά έτη. Στις 28 Φεβρουαρίου 2006 η Ιερά Σύνοδος, εκλέγει ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Χριστιανουπόλεως κ. Σεραφείμ, Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου.

  

Πηγές

 


  •  Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον το έτους 1980», Αθήνα, 1979.
  •  Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς.

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους  και Νικόλαος ο Μυστικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 5η Μαΐου 1964 υπό του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, Γραμματέως  της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Σήμερον και πάλιν η χάρις του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, του θαυματουργού, πάντας ημάς συνήγαγεν εις τον σεπτόν τούτον χώρον «του υμνήσαι και φαιδρώς πανηγυρίσαι τον φρουρόν και προστάτην Αργείων, Αργολίδος πάσης τον αντιλήπτορα» της Βασιλίδος των πόλεων τον ευκλεή γόνον, των Ιεραρχών την καλλονήν, της Ορθοδοξίας τον απροσμάχητον – τον υπέρμαχον, των Ορθοδόξων το στήριγμα, της Εκκλησίας τον φωστήρα, των οσίων το εγκαλλώπισμα, της Οικουμένης  πάσης το μέγα κειμήλιον.

Εκ προοιμίου ευχαριστώ και συγχαίρω το έντιμον Διοικητικόν Συμβούλιον του έξοχου φιλολογικού Συλλόγου της πόλεως μας « ο Δαναός». Ευχαριστώ δια την ευγενή τούτου πρόσκλησιν, όπως κατά την εύσημον ταύτην ώραν της κυρίας εορτής Αυτού, καταλάβω το βήμα τούτο, συγχαίρω δε δια το παντοίον ευεργετικόν έργον αυτού, εν οίς και το της προβολής της προσωπικότητος του Προστάτου Αγίου της πόλεως μας, ύφ’ ου την σκέπην από της συστάσεως του, έχει τεθή ο Σύλλογος.

Εισερχόμενος ευθύς εις το θέμα μου, το οποίον φέρει τον τίτλον « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και Νικόλαος ο Μυστικός — Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», δια του οποίου θέλει επιδιωχθή να αποκαλυφθή μία επί πλέον πτυχή εκ της όλης ζωής του Αγίου μας και μάλιστα πτυχή λίαν σημαντική, ζητώ εξ αρχής συγγνώμην εάν δεν θα περιορισθώ απολύτως εις το θέμα  τούτο, προκειμένου νέα στοιχεία, λίαν ενδιαφέροντα ελθόντα εις φως έπ’ έσχατων, περί της ζωής του Αγίου, να τεθώσιν ύπ’ όψιν υμών, πράγμα το όποιον γνωρίζω πόσον θα ικανοποιήση και υμάς τους δικαίως τιμώντας τον Προστάτην ημών.

Τούτων έλαβον γνώσιν, υπό του Αγίου ασφαλώς οδηγούμενος, ως Εξής:

Ο Πολιούχος ημών, ως γνωρίζουν οι ασχοληθέντες με τον βίον αυτού, μετέσχε μιας τοπικής Συνόδου, εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον Πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν το 920  μ.Χ. 

Περί της Συνόδου ταύτης και των λαβόντων χώραν κατ’ αυτήν παρεκλήθην παρά του Διοικητικού  Συμβουλίου του Συλλόγου, όπως γίνη λόγος κατά την σημερινήν εορτήν. Εν τη προσπάθεια μου λοιπόν προς ανεύρεσιν στοιχείων περί της συνόδου ταύτης, πληροφορηθείς σχετικώς, επικοινώνησα μετά του αιδ. Ιερέως Γρηγ. Νόβακ, ιδιαίτερα ασχολουμένου με την προσωπικότητα του Αγίου ημών.

Ούτος ανήκει εις το Τάγμα των Ασσομψιονιστών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλος δε του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών εδρεύοντος εις Παρισίους, ασχολείται ειδικώς με την Βυζαντινήν αγιολογίαν, δι’ ο και η ενασχόλησίς του με τον Άγιον Πέτρον, άγιον της Βυζαντινής εποχής. 

Η επαφή μου μετά του διασήμου τούτου Βυζαντινοαγιολόγου απέβλεπεν εις διαλεύκανσιν ωρισμένων σημείων περί της αναφερθείσης I. Συνόδου. Κατ’  αυτήν  όμως  εβεβαιώθην  ότι  κατέχει το όλον θέμα « Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους», όσον ουδείς έτερος μέχρι σήμερον.

Περιήλθεν ούτος άχρι τούδε πολλάς βιβλιοθήκας και εμελέτησεν πολλούς κώδικας εν τη επιδιώξει ευρέσεως στοιχείων  περί των αγίων της Βυζαντινής Εποχής και προκειμένου περί του Αγίου ημών ανεύρε νέα στοιχεία όντως σημαντικά.  

Προτού όμως ομιλήσω περί τούτων, πρέπει να υπομνήσω ότι τα όσα μέχρι τούδε εγνωρίζαμεν περί του Πολιούχου ημών, τα οποία και περιλαμβάνονται εις την εξαιρετικήν σχετικήν μελέτην του αειμνήστου Χρήστου Παπαοικονόμου, προήρχοντο εκ των εξής πηγών:

 1.    Εκ της παλαιάς ασματικής φυλλάδας, ην εύρων εν χειρογράφω, σεσαθρωμένην εξέδωκε τύποις το 1727 ο Αργείος Γεώργιος Μάρκος, ο Ζωγράφος επανεξέδωκε δε μετά προσθηκών και βελτιώσεων ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας το 1870 εν Αθήναις.

 2.    Εκ του ευρεθέντος Κώδικος εις το Βατικανόν το 1893 υπό του υποβιβλιοφύλακος της Βιβλιοθήκης GIUSEPPE COZZA – LUZI εις ον περιείχετο εγκώμιον προς τον Άγιον.

 3.    Εκ της πραγματείας, ην επί τη βάσει του ανευρεθέντος ως άνω κώδικος και άλλως στοιχείων αποσταλλέντων αυτώ εξ Άργους, εξέδωκεν ο Διευθυντής του εν Ρώμη Ελληνικού Κολλεγίου το 1899 Ρ. ENRICO RICKENBACH, υπό τον τίτλον «STORIA E SCRITI DI S, PIETRO D’ ARGO.

 4.    Εκ κωδίκων ανερευθέντων εν Μεσσήνη της Ιταλίας και το Βατικανόν, εις ους περιέχονται οι τέσσαρες λόγοι του Αγίου, δύο εις την Αγίαν Άνναν,  εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν και εις τον Άγιον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης.

Ταύτα πάντα συνέλεξεν, ως γνωστόν ο αείμνηστος ιδρυτής του Συλλόγου, ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμου έκδούς το 1908 μετά συντόμου ιστορίας της εκκλησίας Άργους το περισπούδαστον βιβλίον του «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός».

Ότι λοιπόν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε  περί του Αγίου μας, προήρχετο εκ των πηγών αυτών. Ήδη ο εν λόγω Βυζαντινοαγιολόγος κληρικός, μετά από πολυετείς συνεχείς έρευνας πληροφορεί, ότι, υπάρχουν αι άλλοι κώδικες  αναφερόμενοι εις τον Άγιον Πέτρον, και ότι τους κώδικας (αυτούς εμελέτησεν ο ίδιος λαβών μάλιστα και φωτογραφίας των σχετικών σελίδων των κωδίκων.  Εις την πρώτην συνάντησιν, την οποίαν  είχομεν  μετά του εν λόγω κληρικού, ήκουσα παρ’ αυτού  τας  σημαντικάς ταύτας, δια τον Άγιον μας ανακοινώσεις του, εζήτησα δε, όπως έχη την καλωσύνην και εις νεωτέραν επαφήν μας έχη τας φωτογραφίας των κειμένων, των κωδίκων δηλαδή, ώστε να λάβω ιδίαν πείραν των νέων στοιχείων δια να υπάρξω και κατηγορηματικός εις ότι σήμερον θα έλεγον.

Και ο π. Νόβακ μου ικανοποίησε το αίτημα. Ούτω λοιπόν, αγαπητοί μου, εκτός των όσων περί του Αγίου μας εγνωρίζαμεν, ήδη λαμβάνομεν γνώσιν ότι :

 1.    Εις την Αμβροσιανήν βιβλιοθήκην του Μιλάνου φυλάσσεται κώδιξ του ΙΔ’ αιώνος, εντός του οποίου είναι καταγεγραμμένον το εγκώμιον προς τον Άγιον, το οποίον περιέχεται και εις τον μνημονευθέντα ανωτέρω κώδικα του Βατικανού, το οποίον εγκώμιον έχει περιληφθή και εις την μελέτην  του Παπαοικονόμου ανεπίγραφον. Εις τον κώδικα τούτον και συγκεκριμένως   εις   τον   χώρον προ του εν λόγω εγκωμίου  έχει καταχωρισθή επίγραμμα του μαθητού και διαδόχου του Αγίου εις τον θρόνον του Άργους, επισκόπου Ιωάννου, το οποίον συνέταξε επί τη καταθέσει, υπ’ αυτού, Ιεράς εικόνος, του Αγίου εις Ιερόν ναόν.

Εκ του επιγράμματος τούτου σαφώς πληροφορούμεθα ότι διάδοχος του Αγίου Πέτρου εις τον θρόνον του Άργους δεν εγένετο ως άχρι τούδε επιστεύετο ο Επίσκοπος Κωνσταντίνος καθ’ όσον υπήρξεν ούτος προκάτοχος αυτού.

 2.    Επίσης πληροφορούμεθα ότι εις τον κώδικα υπ’ αρ. 278, φυλασσόμενον εν τη Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, αντιγραφής 14ου αιώνος από του  φύλλου  286 περιέχεται  το αυτό, γνωστόν, προς τον Άγιον εγκώμιον με τον τίτλον «Θεοδώρου  ελαχίστου  Μητροπολίτου Νικαίας»,   εις τον εν Αγίοις  Πατέρα   ημών και θαυματουργόν Πέτρον επίσκοπον Άργους».

 3.    Ομοίως ότι εις κώδικα υπ’ αριθ. 2734, φυλασσόμενον εν τη αυτή Εθν. Βιβλιοθήκη, αντιγραφής ομοίως του 14ου αιώνος, από του φύλλου 238 Α – 247 Β περιέχεται λόγος του Αγίου εις τον  Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, άγνωστος μέχρι τούδε.

 4.    Ομοίως ότι εις κώδικα, του Βου αιώνος φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Μεγίστης  Λαύρας — Αγ. Όρους  περιέχεται ο αυτός ως άνω λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 5.    Τέλος ότι εις κώδικα φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Αγ. Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού   Λέσβου περιέχονται δύο ομιλίαι  του   Αγίου Πέτρου, μία εις την Μεγαλομάρτυρα  Βαρβάραν,   ανεπίγραφον και σημείωσιν εις  το άνω μέρος του φύλλου του χειρογράφου Πέτρ. — Αργ. και μίαν  εις  τα  Εισόδια της Θεοτόκου.

Μετά τας ανωτέρω πληροφορίας και καίτοι  ο  π. Νόβακ, ως  και  ανωτέρω μοι επέδειξεν  εν  φωτοτυπία όλας τας σελίδας των χειρογράφων των ανωτέρω κειμένων, ησθάνθην  εσωτερικήν ανάγκην  να  επισκεφθώ  την   Εθνικήν Βιβλιοθήκην και να ίδω, ιδίοις όμμασι,  τα χειρόγραφα.  Εις  το τμήμα χειρογράφων της Εθν. Βιβλιοθήκης υπηρετεί  ο  εξαίρετος και σεβαστός  κ.   Ανδρέας Αθανασόπουλος, ο κατάλληλος άνθρωπος δια την θέσιν, την οποίαν κατέχει,  πλούτος   γνώσεων, όστις με διηυκόλυνε τα μέγιστα   εις  την  επιδίωξίν μου, ειπών μοι μάλιστα ότι ανεζήτει αρμόδιον, δια να ανακοινώση τα όσα περί του Αγίου, εκ των εν τη βιβλιοθήκη χειρογράφων προσφέρονται.

Εΐδα τους δύο κώδικας, τον μεν με το προς τον Άγιον εγκώμιον, τον δε με την ομιλίαν εις τον θείον Εύαγγελισμόν. Εφωτογράφησα ευθύς τας πρώτας σελίδας εκατέρου τούτων, των ενδιαφερόντων ημάς κειμένων και ήδη ενώπιον ημών πρόκεινται τα τεκμήρια. Οι δύο ούτοι κώδικες, ως ο κ. Αθανασόπουλος πληροφορεί, προέρχονται ο μεν μετά του εγκωμίου εκ της Ι. Μονής Δουσίκου – Τρικάλλων Θεσσαλίας, ο δε μετά τας ομιλίας εις τον Ευαγγελισμόν εκ Καστοριάς.

Εκ των ανευρεθέντων τούτων κωδίκων και εξ άλλων στοιχείων, ως επιστολαί του Μητροπολίτου Νικαίας Θεοδώρου προς διάφορα πρόσωπα, η προσωπικότης του Αγίου μας, γίνεται περισσότερον γνωστή εις τα έξης σημεία:

 Ο ακαθόριστος άχρι τούδε χρόνος γεννήσεως και θανάτου του καθορίζονται. Και είναι πλέον βέβαιον ότι εγεννή0η το 852, εξεδήμησεν δε εις Κύριον το 922 η το 921.

 Καθορίζεται ότι εγκωμιαστής του Αγίου είναι ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, όστις υπήρξε μαθητής αυτού, ευεργετηθείς τα μάλα παρ’ αυτού και χειροτονηθείς υπό του ιδίου εις πρεσβύτερον. Τόσω το προς τον Άγιον εγκώμιον όσω και επιστολαί του Θεοδώρου καθιστούν το πράγμα λίαν σαφές. Τούτο διασαφηνίζει πλέον την άχρι τούδε ασάφειαν ότι «ενδεχομένως», εγκωμιαστής του Αγίου υπήρξεν ο Επίσκοπος Άργους Κωνσταντίνος.

Καθορίζεται ότι εις την σειράν των 33 Επισκόπων Άργους, την εις το χειρόγραφον του Σακελλίωνος υπάρχουσαν, ο Άγιος Πέτρος είναι  ο τέταρτος  της  σειράς  και ουχί  ό   πρώτος.   Άρα  ο Κωνσταντίνος υπήρξε προκάτοχος και ουχί  διάδοχος του Αγίου.  Διάδοχος του Αγίου  υπήρξεν   ο  Ιωάννης.   

Καθορίζεται ότι το υπό του COZZA -LUZΙ ευρεθέν χειρόγραφον είναι του ΙΙου αιώνος, πράγμα το οποίον  μας οδηγεί ότι το πρωτότυπον δέον να αναχθή εις  τα  τέλη  του 10ου αιώνος, δηλαδή ολίγον μετά τον θάνατον του Αγίου.  Σημειώ ότι ο αείμνηστος Ν. Βέης εις μελέτην του, δέχεται ως χρόνον συγγραφής του προς τον Άγιον εγκωμίου   το  927, ήτοι πέντε έτη μετά τον θάνατόν του. Τα ήδη γνωστά στοιχεία συνηγορούν απολύτως  υπέρ   της   γνώμης ταύτης.  

 Έρχονται πλέον εις φως τρεις λόγοι του Αγίου, εκτός των άχρι τούδε γνωστών τεσσάρων.

Εκ της μεγάλης διαδόσεως των λόγων του Αγίου — έφ’ όσον ευρίσκονται   τόσα χειρόγραφα  με λόγους αυτού — τεκμαίρεται ότι πάσης εκτιμήσεως έχαιρεν  ο Άγιος και ως Άγιος και ως ρήτωρ παρά συμπάσης της εκκλησίας.

 Τέλος τα νέα αυτά ευρήματα μας δημιουργούν  την  βάσιμον ελπίδα ότι και άλλα χειρόγραφα θα έλθουν εις φως και νέα στοιχεία   και  νέοι  λόγοι του  Αγίου μας  θέλουσιν αποκαλυφθή,   δι’ ων  η αγία του προσωπικότης θέλει εντονώτερον προβληθή εις δόξαν Χριστού και της Αγίας μας εκκλησίας,   τιμήν δε   και  του Άργους, το οποίον  ηυλογήθη  δια τοιούτου   Επισκόπου  και Αγίου.

Ευχαριστίας, κατόπιν των ανωτέρω, καθομολογώ προς τον αιδ. π. Νόβακ, δι’ όσα με επληροφόρησεν και συγχαρητήρια δι’ όσα συμβάλλει προς προβολήν της προσωπικότητος του Αγίου μας. Ομοίως ευχαριστώ και τον κ. Ανδρέαν Αθανασόπουλον, δι’ όσα με διευκόλυνε κατά  την ερευνάν μου.

 Και ήδη εις το θέμα μας, περί Αγίου Πέτρου και Νικολάου Μυστικού.

 Εξ αρχής υποβάλλεται το ερώτημα, τις η σχέσις μεταξύ των δύο τούτων Μεγάλων Ιεραρχών; Απαντητικώς πληροφορούμεν, ότι, αμφότεροι εγεννήθησαν εις την αυτήν πόλιν, την Κωνσταντινούπολιν, και το αυτό έτος, το 852 μ. Χ. και ότι ανετράφησαν εν τη ιδία πόλει. Τη βασιλίδι των πόλεων. Το γεγονός τούτο μας παρέχει την άδειαν να δεχώμεθα, ότι από της μικράς των ηλικίας, οι δύο ούτοι άνδρες θα είχον γνωρισθή και ενδεχομένως εμαθήτευσαν εις τα αυτά σχολεία. Είναι εξ άλλου δεδομένον, ότι θείος έρως κατεπλημμύριζε τας καρδίας αμφοτέρων και ιεροί και Άγιοι πόθοι εις το να υπηρετήσουν την Αγίαν μας εκκλησίαν, κατεκυρίευον της όλης ζωής  και των δύο.

Ήτο δυνατόν λοιπόν, την αυτήν πόλιν οικούντες, συνομίληκοι όντες και υπό των ιδίων ιδανικών κατεχόμενοι, να έμενον ούτοι άγνωστοι μεταξύ των;

Ιστορικώς ότι εν προκειμένω γνωρίζομεν είναι, ότι, όταν, ενηλικιώθησαν, ο μεν Νικόλαος εισήλθεν εις την Αυτοκρατορικήν αυλήν και εγένετο Μυστικός Σύμβουλος Λέοντος του Σοφού, εξ ου και Μυστικός απεκλήθη, παρ’ ου και επαξίως ανεβιβάσθη το 898 εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ο δε ημέτερος Πέτρος μετά των γονέων του και των αδελφών του Παύλου, Διονυσίου, Πλάτωνος και της μοναδικής αδελφής του, εστράφηςαν προς την έρημον, εκλέξαντες την εν σώματι αγγελικήν πολιτείαν.

Εν σημείον εις το προς τον Άγιον, γνωστόν εγκώμιον μαρτυρεί την επιθυμίαν του  Νικολάου,   όπως ίδη τον Πέτρον ανερχόμενον εις το του Επισκόπου αξίωμα. Ιδού το σχετικόν κείμενον «τούτων απάντων» λέγει «πειθόμενος ο τότε Αρχιερεύς, Νικόλαος… ανήρ λόγιος και αυτός ουδ’ ήττον κατ’ αρετήν επαινούμενος… τον άνδρα της αρετής και λογιότητος αγασθείς, εβούλετο και δια σπουδής, ότι πλείστης είχεν αρχιερωσύνης τιμήσαι και τοις πρώτοις τον θρόνον εχκαθιδρύσαι». Δια των λόγων τούτων του εγκωμιαστού πληροφορούμεθα ότι μανθάνων ο Αρχιερεύς Νικόλαος, τα όσα περί της αγιότητος του Μοναχού Πέτρου διεδίδοντο ο οποίος, Νικόλαος, ήτο όπως και ο Πέτρος, ανήρ Λόγιος, χωρίς να επαινήται ολιγώτερον και δια την αρετήν του, και εκτιμήσας πρεπόντως τον άνδρα της αρετής και της λογιότητος, ήθελε και μάλιστα εβιάζετο να τιμήση τούτον δια της… Αρχιερωσύνης, εγκαθιστών Αυτόν Αρχιερέα, ενός των μεγαλυτέρων θρόνων της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Αυτά   πληροφορεί ο εγκωμιαστής. Αλλά  και την άρνησιν του Αγίου εις αποδοχήν της τιμής δεν αποσιωπά. ‘Ητο ακριβώς τότε, όπου την Αυτοκρατορίαν συνετάρασσε το γνωστόν θέμα του τετάρτου γάμου Λέοντος του Σοφού μετά  της Ζωής της Καρβανοψίνης, μεθ’ ης είχεν αποκτήσει εξώγαμον τέκνον, τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητον, ως η εκκλησιαστική ιστορία πληροφορεί. Ο Πατριάρχης Νικόλαος συγγενής και μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, υπό του πνεύματος εκείνου εμφορούμενος «τω Κυρίω δουλεύειν και μή   τοις   ανθρώποις   αρέσκειν βουλόμενος», όπου κατεπατείτο το θείον θέλημα, αφώρισε τον Λέοντα αφού δις  ηρνήθη εις αυτόν την επικοινωνίαν και αυτήν την εις τον Ιερόν Ναόν είσοδον, τον δε τελέσαντα τον παράνομον και αντικανονικόν τούτον γάμον, ιερέα θωμάν αφώρισε.

Τότε ακριβώς ο Νικόλαος εκάλει εις προαγωγήν τον ημέτερον Άγιον. Άλλ’ ούτος, ως ο εγκωμιαστής του σημειοί, το έπικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», δηλαδή φοβούμενος ότι θα έθετε την ψυχήν του εις κίνδυνον, αναλαμβάνων τας ευθύνας της αρχιερωσύνης, «και την ησυχίαν φιλών, προς δε και τοις τότε τελουμένοις απαρεσκόμενος», αγαπών δε την ησυχίαν και αποστρεφόμενος τα όσα εις την αυτοκρατορικήν αυλήν ελάμβανον χώραν, «ανένδοτος ην».

Και ο μεν Πέτρος ησύχαζε, καταφυγών εις Ι. Μονήν εις Κόρινθον, ο  δε Νικόλαος στερρώς  εχόμενος των όρκων του εισήρχετο εις περίοδον διωγμού και δοκιμασιών. Ούτως, ως πληροφορούμεθα εκ της εκκλησιαστικής  Ιστορίας,  ο Λέων ο Σοφός, ως εκ της στάσεως του Νικολάου, επεζήτησε   τήν συνδρομήν του   Επισκόπου   Ρώμης Σεργίου του Γ  όστις ατοπώτατα απέστειλεν   εις Κων)λιν εκπροσώπους του, οίτινες το 906  συνεκρότησαν εκείσε,   μόνοι  Σύνοδον, εν η τον μεν γάμον του Λέοντος ανεγνώρισαν ως κανονικόν, τον δε Νικόλαον καθήρεσαν   αναδείξαντες Πατριάρχην   Ευθύμιον τινα, ηγούμενον της Μονής ψαμαθίας.   Ο   Νικόλαος εις ουδεμίαν επικοινωνίαν ελθών μετά των εκπροσώπων  της  Ρώμης διέγραψεν εκ των  δίπτυχων της  Ορθοδόξου Εκκλησίας το  όνομα αυτού.   Αποθανόντος όμως το 912 μ. Χ. του  Λέοντος,   την  Αυτοκρατορίαν ανέλαβεν ο αδελφός αυτού Αλέξανδρος, ανηλίκου όντος του υιού του Κων)νου Πορφυρογέννητου. Ο Αλέξανδρος ευθύς ανεκάλεσεν εις τον θρόνον τον Νικόλαον, καθαιρεθέντος του Ευθυμίου και εγκλεισθέντος εις Μονήν. Επανελθών ο Νικόλαος και πάλιν στρέφει τα βλέμματα προς  τον εν Κορίνθω πλέον  Μοναχόν Πέτρον, ίνα καταστήση τούτον Αρχιερέα. Και ήδη επέτυχε τούτο κατόπιν της επιμονής τών  Αργείων και Ναυπλιέων και ο Πέτρος μετά πάντως το 912 ανεδείχθη αποφάσεις, εις τον τόμον τούτον, επαναλέγω, αναφέρεται ότι  της Συνόδου μετέσχον «αρχιερείς και ιερείς Επίσκοπος Άργους, αφού ήδη έδωκεν εαυτόν τύπον και υπογραμμόν του πως οι άξιοι δέον να φθάνουν εις τους Επισκοπικούς θρόνους.

 Εν τω μεταξύ και επειδή τη 919 ο Κων)νος ενηλικιώθη, πράγμα όπερ εδημιούργει πολλαπλά προβλήματα δια την Αυτοκρατορίαν, και επειδή η δημιουργηθείσα ρίξις μεταξύ των εκκλησιών Ρώμης και Κων)λεως απήρεσκεν εις τον ειρηνικόν κατά τα άλλα Πατριάρχην Νικόλαον, απεφάσισεν ούτος την σύγκλησιν εις Κων)λιν Ι. Συνόδου το 920. Ο Νικόλαος Μαλαξός — Πρωτοπαπάς Ναυπλίου πληροφορεί ότι  της Συνόδου ταύτης μετέσχε και ο ημέτερος, παρασχεθώσι πληροφορίαι σχετικώς με την εν λόγω Σύνοδον.

Εις τον τόμον της Συνόδου ταύτης, τόμον δε λέγοντες εννοούμεν το κείμενον το περιλαμβάνον τα κύρια θέματα, τα συζητηθέντα εν τη Συνόδω  και τας επ’ αυτών ληφθείσας, όσοι μη εαυτοίς αρέσκειν ηγάπησαν» δηλαδή Αρχιερείς και Ιερείς, οι οποίοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά εις το να υπηρετούν αληθώς τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και εκάλεσεν ο Νικόλαος μεταξύ των πρώτων τον Επίσκοπον Άργους Πέτρον, ευρισκόμενον εις την κορυφήν «των μη εαυτοίς αρέσκειν» αγαπησάντων. Είχεν εν ανάγκην τοιούτων Ιεραρχών! Η εκ της τετραγαμίας προηγηθείσα εις τη Αύτοκρατορίαν ταραχή και η φυγαδευθείσα ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης Κων)πόλεως ήσαν θέματα μέγιστα και έπρεπε να μελετηθούν παρ’ αγίων και νουνεχών Αρχιερέων, οίτινες να δώσουν την κατά θεόν συμφέρουσαν λύσιν.

 Και ο  Πέτρος αποδεχθείς την πρόσκλησιν μετέβη εις Βυζάντιον, ίνα προσφέρη υπέρ της Εκκλησίας του ότι εις περίπτωσιν εκείνην ήτο ενδεδειγμένον. Ηρνείτο να ακούση άλλοτε τον Νικόλαον δια να γίνη Αρχιερεύς, ουχί διότι την παρακοήν ηγάπα, αλλά διότι της Αρχιερωσύνης το ύψος καλώς υπελόγιζεν. Ήδη όμως, όπου η Εκκλησία εκληδωνίζετο, ήδη, όπου η Αυτοκρατορία έσωθεν και έξωθεν προσεβάλλετο, ήτο αδύνατον να μείνη ασυγκίνητος ο Πέτρος, ο τίμιος Ιεράρχης Πέτρος. Ούτος σπεύδει και δίδει το παρών εις Κων)λιν, ότε και αναδεικνύεται δεξιός βραχίων και κραταίωμα του σώφρονος Πατριάρχου Νικολάου. Εκ της νέας αυτής συναντήσεως των δύο Ιεραρχών δύο σημαντικά στοιχεία κατέχομεν, το εν, το κοινόν όνειρον το οποίον αμφότερους συνεκίνησεν περί της Αγιότητας του οσίου Θεοδοσίου, του εν τη ομωνύμω Ι. Μονή της Αργολίδος, ασκουμένου εν τη αγιότητι, το οποίον αναφέρει εις τον βίον του οσίου ο αυτός Ν. Μαλαξός, και το οποίον, ως γνωστόν συντομίας χάριν παραλείπω και το έτερον ο τόμος, ο ενωτικός τόμος, ως αποκαλείται όστις συνετάγη υπό των μετασχόντων της I. Συνόδου, όστις αποτελεί, ως οίκοθεν νοείται, το αποστάλαγμα των όσων εν αυτή συνεζητήθησαν και απεφασίσθησαν.

Και είναι πράγματι δηλωτικός ο τόμος ούτος του κυριαρχήσαντος πνεύματος κατά την εν λόγω Σύνοδον, πνεύματος καθ’ ο οι μετάσχοντες αυτής υπερεμάχησαν και κατά των αυθαιρεσιών της Εκκλησίας της Ρώμης και κατά του εμφανισθέντος ηθικού εγκλήματος, της νομιμοποιήσεως δηλαδή του τετάρτου γάμου.

Εκ του τόμου τούτου μεταφέρομεν ενταύθα ολίγα τινά διά να εκτιμήσωμεν το κείμενον εκείνο, το οποίον αι Άγιαι χείρες του Πολιούχου ημών υπέγραψαν, δια να αισθανθώμεν την συγκίνησιν, την οποίαν και εκείνος ησθάνετο, όταν υπερεμάχει δια τινών, του δόγματος και της ηθικής, ήτοι της μη έπικρατήσεως των καινοτομιών της παλαιάς Ρώμης προς διασφάλισιν του  γνησίου ορθοδόξου δόγματος, και της μη αναγνωρίσεως της αρχής ότι το μυστήριον του γάμου είναι δυνατόν να ευλογή και αυτήν την τετραγαμίαν προς περιφρούρησιν της χριστιανικής ηθικής και του ιερού μυστηρίου εις α σημεία η αγία Εκκλησία απ’ αιώνων, κα-θώρισε. Ο τόμος ούτος εις δύο θέματα αναφέρεται, πρώτον εις την δημιουργηθείσαν ρίξιν μεταξύ των Εκκλησιών Κων)λεως και Ρώμης, των οποίων Εκκλησιών επιδιώκεται ήδη η επανασύνδεσις των σχέσεων, και δεύτερον εις το εγκληματικόν από απόψεως Χριστιανικής της αναγνωρίσεως της τετραγαμίας, Εξ αυτού σταχυολογούμεν ολίγα στοιχεία, απλουστεύοντες το κείμενον, οπου τούτο επιβάλλεται προς πληρεστέραν ενημέρωσιν ημών. Ιδού τα σημαντικώτερα τμήματα του ενωτικού τόμου:

 «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και θεός εις τους Μαθητάς και Αποστόλους τους και εις όσους μετ’ εκείνων έγιναν άξιοι της κληρονομιάς του εξαίρετον    κληρονομίαν   αφήκε τήν  ειρήνην… «Και  εις τήν  συνέχειαν……   ‘Αλλ’ επειδή ούτως έχει το της ειρήνης θέμα, εξ αρχής και μέχρι τώρα, δεν εξέλιπε η επαναστατική κακία του πονηρού να διαταράσση το πλήρωμα της Εκκλησίας  ενώ ο αίτιος της ειρήνης και διδάσκαλος Χριστός ο θεός ημών… πάντοτε τα σκάνδαλα επιστρέφων κατά της κεφαλής τού πονηρού, την   ειρήνην  εις την Εκκλησίαν του διαφυλάσσει ανόθευτον… Και τώρα ότε συνέβη να ταραχθή η Εκκλησία εκ της γνωστής αφορμής του γάμου… της εσφαλμένης αφορμής αποδοκιμαζομένης, (επιβάλλεται) προς την αρχικήν κανονικήν τάξιν να αποκατασταθούν εκείνα, τα οποία ένεκα ταύτης εις εχθρότητα   διετέθησαν.

 Δια τούτο συναθροισθέντες από κοινού Αρχιερείς και ιερείς, όσοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά προετίμησαν την ειρήνην της Εκκλησίας από τας επαναστάσεις, κατενοήσαμεν εν συνειδήσει, επειδή εκ των εκ του γάμου εκείνου αφορμήν εδημιουργήθησαν τα σκάνδαλα, να καθαρισθούν ταύτα και διασφαλισθή (η πίστις ) ώστε μηδαμώς πλέον δια της εξελίξεως των σκανδάλων και των εκ τούτων αφορμών να ταράσσεται η Εκκλησία, ούτε ο βίος εκείνων, οι οποίοι θα ήθελον να ζήσουν κατά τον τρόπον αυτόν (τον σκανδαλώδη) να γίνεται κατάκριτος και αποδοκιμαστέος. Και λοιπόν αποφαινόμεθα κοινή γνώμη και κρίσει, από του παρόντος έτους, το οποίον είναι εξακιχιλιοστόν τετρακοσιοστόν εικοστόν όγδοον (έδώ εννοείται, από κτίσεως   κόσμου, δηλαδή 920 μ.Χ. τέταρτος γάμος από ουδένα να τολμηθή,   αλλά να είναι ούτος εξ ολοκλήρου απόβλητος ».

«Εν συνεχεία ο   τόμος   ασχολείται και με τον  τρίτον γάμον, τον οποίον αποκαλεί «ρύπασμα», δι’ ο και επιτάσσει, μετά το τοιούτον   γάμον «μέχρι πενταετίας αμέτοχος να μένη της θείας κοινωνίας και να μην  περικόπτεται ο χρόνος ούτος» δια  τους τολμητίας της ρυπαρότητος.  Και   συνεχίζει «όχι μόνον αλλά  και  τον δεύτερον και  τον  πρώτον γάμον, δεν αφίνομεν ανασφαλίστους, αλλά  και δια τούτους ορίζομεν  να  συνάπτωνται ούτως, ώστε να μη υπάρχη καμμία πονηρά αιτία ή    από απαγωγήν  η από προηγηθείσαν λαθραίαν φθοράν, αλλά  με  καθαρότητα εκ τοιούτων μολυσμάτων και πορνικής ακαθαρσίας» και  εις  αντιθετον περίπτωσιν κανονίζει τους ούτως εις τον γάμον φθάσαντας να υπόκεινται τον «επί της  πορνείας»  Ι. Κανόνα μεθ’ ο   εις την  θείαν Κοινωνίαν να  φθάνουν».

Και το ιερόν κείμενον περατούται δια της εξής συγκινητικής άμα και χαρακτηριστικής του πνεύματος   τών  συνταξάντων αυτήν προσευχής,   ην παραθέτομεν ως  έχει «τούτω ούτως διωρισμένων προς  ασφάλειαν της αγίας Εκκλησίας, του  αμέτοχον είναι  το ευσεβές των  Χριστιανών πλήρωμα των   εξ αθέμιτων   γάμων   ρύπων δεόμεθα της Σης αγαθότητος, Χριστέ ο θεός ημών, έτι και  δια παντός   παν σκάνδαλον, πάσαν διαμερισμού αιτίαν, της  σής εξελαύνειν   Εκκλησίας και  συντηρείν αύτη  την  ειρηναίαν  κατάστασιν,    πρεσβείαις της Δεσποίνης ημών και αχράντου πατρός, των  πανίερων σου μαθητών και  Αποστόλων δι’ ων εν πάση τη οικουμένη την σην καταφύσεις ειρήνην, και πάντων εις αιώνος ευαρεστούμενος τοις αγίοις. Αμήν».

Ταύτα, εν πάσει συντομία τα πληροφοριακά στοιχεία περί του δεσμού μεταξύ του Αγίου Πέτρου  και του  του Νικολάου  Μυστικού.

 Και  ήδη κλείοντες την σύντομον  ταύτην ομιλίαν ας εκτιμήσωμεν το παν αγαθόν πρόξενος εγγένετο ο δεσμός ούτος και για αυτούς προσωπικώς και δια την  Εκκλησίαν γενικότερον εκτιμώντες, ότι εκ του δεσμού τούτου μέσω του Νικολάου και δια της επιμονής αυτού  προσφέρεται εις  την Εκκλησίαν θεσπέσιος Ιεράρχης, « ο σοφός και προστάτης Αργείων, Πέτρος ο ένδοξος της συνδρομής δε του ιδίου προς  τον Νικόλαο η Εκκλησία σώζεται εκείνων απειλησάντων αυτήν.

Κλίνοντες την κεφαλήν προ της ιεράς μορφής του, ας δοξάσωμεν  τον Θεόν όστις  εχάρισεν εις ημών τοιούτου αγίου την προστασίαν, λέγοντες δόξα τω δωρησαμένω Σε ημών πρέσβυν ακοίμητον».

 

  

(Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσης ομιλίας, η απόδοση του κειμένου δεν μπορεί να είναι ορθογραφικά ορθή, αφού ο ομιλητής Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και μετέπειτα  Μητροπολίτης Αργολίδας Χρυσόστομος Β΄ έγραφε στην καθαρεύουσα κι εμείς επιχειρήσαμε να την αποδώσουμε πιστά μεν, αλλά στο μονοτονικό).


Read Full Post »

Επίσκοποι Άργους & Ναυπλίας


 

 Από το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο που αφορά τους Επισκόπους του Άργους και του Ναυπλίου.

 

Η επαρχεία  Άργους υπήγετο εκκλησιαστικώς υπό τον Μητροπολίτην Κορίνθου. Λήγοντος του Θ΄. αιώνος υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Κων/πόλεως Νικολάου του Μυστικού Μητροπολίτης Κορίνθου Παύλος Σίκυλος ο Βυζάντιος, όστις έσχεν αδελφόν μοναχόν Πέτρον ονόματι. Του Πέτρου τούτου εκτιμήσαντες οι Αργείοι τάς αρετάς εζήτησαν παρά του Πατριάρχου όπως προχειρισθή Επίσκοπος Άργους. Ο Πέτρος εν οσιότητι και ευλαβία βιώσας εποίμανε πατρικώς το ποίμνιον αυτού συμπάσχων και παραμυθούμενος αυτό εν ταις δυστυχίαις και θλίψεσιν. Ο Πέτρος μετέσχε της εν έτει 921-922 επί της Β΄ Πατριαρχίας του Νικολάου συγκροτηθείσης εν Κωνσταντινουπόλει επί Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου συνόδου, ήτις τον περίφημον τόμον της Ενώσεως εκδούσα απεκήρυξε συν άλλοις και τον τέταρτον γάμον, ον είχε τολμήσει ο Λέων ο σοφός. Επανελθών δ’ εκείθεν ανεπαύθη εν Κυρίω το 70ον έτος της ηλικίας εις τάς αγκάλας του ποιμνίου του, όπερ μετ’ ευλαβείας έθαψε το λείψανον εν περιβλέπτω της πόλεως μέρει, ένθα και επώνυμον ναόν ήγειρε.

Ο Πέτρος υπό της Εκκλησίας κατετάχθη εις την χορείαν των Αγείων τελούσης την μνήμην αυτού την 3ην Μαΐου, τιμάται δ’ εξόχως ως πολιούχος εν Άργει. Την ακολουθίαν αυτού έγραψε το πρώτον εν Ενετία Γεώργιος Μάρκου* ο Ζωγράφος, ταύτην δε συμπληρώσας εξέδωκεν αύθις τω 1870 ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας.

Αρχείον ανωνύμου χειρογράφου δημοσιευθέν εν Δελτίω Ιστορ. Εθνολ. Εταιρίας Τ.Β΄ σελ. 32 υπό του μακαρίτου Ιω. Σακκελίωνος αναγράφει 23 Επισκόπους Άργους και Ναυπλίας.

 

Τα ονόματα είνε τα εξής:

Πέτρος, Κωνσταντίνος, Χριστόφορος, Πέτρος, Ιωάννης, Νικόλαος, Σισίνιος, Ανδρέας, Θεόδωρος, Σισίνιος, Πέτρος, Βασίλειος, Θεοφύλακτος, Σισίνιος, Γρηγόριος, Νικόλαος ο και κτήτωρ του Αγίου Ανδρέου, Ιωάννης ο και κτήτωρ της Νέας, Γρηγόριος, Κωνσταντίνος, Θεόδωρος Λέων, Νικήτας Ιωάννης ο αναβιβασθείς μητροπολίτης ημων Ναυπλίου και Άργους.

Ο Λέων έκτισε το μοναστήριον της Νέας μονής, Ζωοδόχον Πηγήν, βασιλεύοντος Μανουήλ του Κομνηνού τω 1149 μ.Χ. ως εξάγεται εκ της υπ’ αυτού διατηρουμένης έτι επιγραφής. Φαίνεται ότι η Μητρόπολις Άργους διετηρήθη μέχρι του 1935 ότε η πόλις εκυριεύθη υπό του Βωγιαζήτ, οπότε και η έδρα της Μητροπόλεως Άργους μετετέθη εις Ναύπλιον.

 Ο Laguien εν τω συγγράμματι αυτού Orien Christianus (Β΄ 183-186) αναγράφει επισκόπους τους εξής:

Περιγρένης (160-180) επί Αυτοκράτορος Μάρκου Αυριλίου ούτος ηγωνίσθη κατά της αιρέσεως των Σκηθιανών.  

Γενέθλιος επί Αυτοκράτορος Θεοδώρου του Β΄ (381) μετασχών της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου κατά του Ευτυχίου.

Ο Νίσιμος (451) επί Μαρκισίου και Πατριάρχου Ανατολίου μετασχών εις την εν Χαλκιδόνι Α΄ Οικουμεν. Σύνοδον.

Θαλής επί Λέοντος του Θρακός, μετασχών της εν Κορίνθω τοπικής Συνόδου.

Ιωάννης επί Κωνσταντίνου του Πογωνάτου.

Θεότιμος επί Αυτοκράτορος Βασιλείου του Μακεδόνος.

Λέων λαβών μέρος εις την εν έτει 869 σύνοδον επι Ιγνατίου.

Διονύσιος Α΄. (1575).

Διονύσιος Β΄. φερόμενος εν τη Εκκλησιαστική ιστορία ο εικοστός τρίτος Διονύσιος μητροπολίτης Ναυπλίου φιλόσοφος άριστος και μαθητής του Κορυδαλέως. (1661).

Ανδρέας επί Βασιλείου του Μακεδόνος.

Μελέτιος επί πατριαρχίας Γαβριήλ.

Γαβριήλ επί Πατριαρχίας Ιερεμίου του από Καστορίας.

Βασίλειος. Παρέστη επί τη δ΄. οικουμενική συνόδω.

Θεοφάνης (1624) επι Πατριαρχίας Κυρίλλου.

Μακάριος (1662) πρώην Ναυπλίας εγένετο είτα Μητροπολίτης Μυτιλήνης επί Πατριαρχίας Διονυσίου.

Βενέδικτος (1767). Επί πατριαρχίας Σαμουήλ.

Νεόφυτος.

Δωρόθεος επί Πατρχ. Διονυσίου εν έτει γζνδ΄.

Ιάκωβος Αρμόγκαβλης εκ Καλαμάτας ορμώμενος επί Ιερεμίου Α΄. (1769) εξ επιφανούς οικογενείας εκπαιδευθείς εις την περιένυμον Σχολήν της Δημητσάνας.

Γρηγόριος εκ Σιτσόβης της επαρχίας Καλαμών ορμώμενος, τουπίκλην Καλαμαράς, τρόφιμος και ούτος της εν Δημητσάνη περιωνύμου Σχολής κληθείς μετά των άλλων αρχιερέων της Πελοποννήσου υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως μετέβη ως όμηρος εις την  Τροπολιτσάν ολίγας ημέρας πρό της κηρύξεως της Επαναστάσεως. Ενταύθα δε μετά των άλλων, κηρυχθείσης της Επαναστάσεως εφυλακίσθη και απέθανεν εν ειρκτή εκ των ταλαιπωριών και των στερήσεων ολίγας ημέρας πρό της υπο των Ελλήνων αλώσεως της Τριπολιτσάς. (1821). Αναχωρών ο Γρηγόριος εις Τριπολιτσάν αφήκε τοποτηρητήν αυτού και Επισκοπικόν επίτροπον της Μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου τον Πρωτοσύγγελον Αθανάσιον Σοφιώτην.

Επί της εποχής του Κυβερνήτου διεχωρίσθη η επισκοπή ως ήτο παλαιόθεν εις δύο, εις Άργους και εις Ναυπλίου. Κατά την εν Ναυπλίω συνεδρίασιν των αρχιερέων της 15 Ιουλίου 1833 φέρονται υπογεγραμμένοι ο Μετρών Μελέτιος εκκλησιαστικός τοπορητής Άργους, και ο Δαμελών Ιωανάς τοποτηρητής Ναυπλίας.

Το 1833 συνεχωνεύθησαν πάλιν αι επισκοπαί Ναυπλίας και Άργους και διωρίσθη αρχιεπίσκοπος ο πρώην μητροπολίτης Λαρίσης Κύριλλος, όστις απέθανε τω 1843. Μετά τον θάνατον του Κυρίλλου η επισκοπή Αργολίδος έμεινε χηρεύουσα, και διωρίσθη τοπορητής ο πρωτοσύγγελος Ευγένιος Διογενίδης.

Μετά την αναγνώρισιν ως αυτοκεφάλου της Ελληνικής εκκλησίας υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εξελέγη κατά το 1852 αρχιεπίσκοπος Αργολίδος ο Γεράσιμος Παγώνης εκ Μαντινείας του Δήμου Αβίας καταγόμενος ανεψιός του μητροπολίτου Μονεμβάσιας Χρυσάνθου. Ο Γεράσιμος διέπρεψε κατά τον ιερόν ημών αγώνα, εχρημάτισεν πληρεξούσιος της Καλαμάτας κατά την πρώτην Εθνικήν συνέλευσιν, και πολύ συντέλεσε εις το να καταπραύνη το μένος των Μανιατών και ως εκ τούτου εμεσολάβει εις τα μαλώματα των Μανιατών και τους καθησύχαζεν, ετύγχανε δε και συγγενής του Πετρόμπεη.

Ο Γεράσιμος συνέγραψε πραγματείαν περί των κωλυμάτων του γάμου, ως και ακολουθίαν εις την αγίαν εικόνα των Καλαμών Υπαπαντήν ψαλλομέννην την παραμονήν της Αναλήψεως˙ ο Γεράσιμος Α΄. απέθανεν εν Αθήναις κατά το 1866 άγων το 75 έτος της ηλικίας του. Μετά δε τον θάνατον του Γεράσιμου προεχειρίσθη Αργολίδος ο Δανιήλ Πετρούλιας (1870) εκ Κορίνθου καταγόμενος, λόγιος και αγγλομαθής κληρικός ούτος απέθανε 1873.

Διάδοχος δε τούτου εγένετο ο Καλίνοκος Τερζόπουλος (1874) όστις επαύθη ως Σημονιακός μετά τεσσάρων άλλων αρχιερέων. Και τούτον διεδέξατο ο Νίκανδρος Δελούκας εξ Ακράτας ορμώμενος, όστις τανύν ευκλεώς αρχιερατεύει.

 

  Δ ΧΡ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ

 Καθηγητής.

  

Σημείωση Επιμελητή


 

* Την πρώτη ακολουθία που είναι πολύ παλαιά και ο θεόπνευστος συνθέτης της παραμένει άγνωστος. Αυτή την ακολουθία βρήκε χειρόγραφη σκισμένη και τριμμένη ο αγιογράφος Γεώργιος Μάρκος ο επονομαζόμενος Ζωγράφος. Αφού την επιδιόρθωσε, την τύπωσε στη Βενετία το 1729 και την αφιέρωσε στην πατρίδα του, το Άργος « την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα» όπως γράφει.

 Η αφιέρωση αυτολεξεί:               

 

Περίβλεπτε και Εκλαμπροτάτη μοι Πατρίς,

τον οφειλόμενον ασπασμόν προσκομίζω.

 

 Ύστερον αφ΄ ού οι ποταμοί εντρυφήσωσιν εις τους κάμπους, και λειμώνας, Θαλάσσας περιπολεύοντες, περικυκλούντες Πόλεις, τέλος αναπαύονται εις τον Ωκεανόν, εξ΄ού και εξέβησαν, προς σε τοίνυν ως προς όρμον τινά επανακάμπτει η παρούσα βίβλος, περιέχουσα την ακολουθίαν του εν Αγίοις Πατρός Πέτρου, του Θαυματουργού, και ημετέρου Ιεράρχου, την οποίαν ούσαν πρότερον χειρόγραφον, και άχρι του νύν σεσαθρωμένην τυγχάνουσαν, δι΄οικείων αναλωμάτων ταύτην τύποις εξέδωκα, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών, και Ιεράρχου, ωσάν όμως οπού αρχαίον έθος νενόμισται, ότι αι νεωστί τυπούμεναι βίβλοι να αφιερώνωνται εις κάποια υπέροχα, και αξιωματικά πρόσωπα, ως δώρον ηθέλησα και εγώ να προσφωνήσω εις τι εξαίρετον υποκείμενον την παρούσαν, ποίος δε άλλος αξιώτερος, και εξαιρετώτερος εν εμοί, παρά σε την ημετέραν Πατρίδα, την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα, τούτο μεν αποδιδούς τα οικεία, προς τους οικείους, ως τέκνον σόν, αφιερώνω εις αίδιον μνήμην την του Πατρός ημών ακολουθίαν, αύθις προς τα οικεία, προς σε την ημετέραν Πατρίδα, μη έχωντας αξιώτερον δώρον, προσφωνώ την παρούσαν, δείχνωντας με τούτο, πόση είναι η αγάπη οπού προς σε προσφέρνω, φιλοφρόνως και ευλαβώς, την οποίαν και δέομαι να δεχτθήτε ασπασίως, εορτάζοντες ετησίως την του Πατρός ημών μνήμην, δια να είναι επισκεπτής, και ελευθερωτής σού της ποίμνης αυτού. Κύριος ο Θεός δια πρεσβειών του Αγίου ενδόξου Πατρός ημών Πέτρου ρύσαιτό σε της δεινής δουλείας, διατηρών σε ανεπηρέαστον εις έτη πολλά.

 

Της σής περιβλέπτου Εκλαμπρότητος προσφιλές τέκνον

Γεώργιος Μάρκος ο Ζωγράφος.

«Ακολουθία του εν Αγίοις πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου του Θαυματουργού. Ετυπώθη αναλλώμασι μεν του χρησιμωτάτου κυρίου κυρίου Γεωργίου Μάρκου του Ζωγράφου, συνδρομή δε του χρησιμωτάτου και εκλαμπροτάτου κόμητος κυρίου κυρίου Νικολάου Ταρωνίτη του εξ Αθηνών. Ενετίησιν αψκθ΄. Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων». Κωνστ. Κυριακόπουλος. Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους. Βίος και Λόγοι.

Η ακολουθία αυτή ανατυπώθηκε στο Ναύπλιο το 1836  και στην Αθήνα το 1861.

Την  δεύτερη ακολουθία ( Νέα) συνέθεσε  ο Αρχιεπίσκοπος Αργολίδας Δανιήλ ο οποίος την διαρρύθμισε και συμπλήρωσε μικρό Εσπερινό. Πολυγραφημένη δε, εξέδωσε μελοποιημένη ο Άρχων Λαμπαδάριος του Ιερού ναού της Μητροπόλεως Αθηνών Ευάγγελος Τζελάς. Αυτή χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και έχει εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας. (31 Μαρτίου 1870).

    

Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

 

Read Full Post »

Η φιλοσοφική παιδεία και το γενικότερο πνευματικό κλίμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία την εποχή του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.


 

Εισήγηση του κου Γεωργίου Στείρη, λέκτορος φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εορταστική συνεδρία, Κυριακή 3 Μαΐου, στο πλαίσιο του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Αίθουσα διαλέξεων «Δαναού».

 

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Στο Μεγαλυνάριο του Α­γίου Πέτρου αναφέρεται: Τον του Βυζαντίου κλεινόν βλαστόν. Ο Άγιος Πέτρος τοποθετείται από τον υμνωδό του σε συγκεκριμένο χωροχρονικό και πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο επέδρασε καθοριστικά στο σχηματισμό της προσωπικότητας του και τη γενικότερη πνευματική του πορεία. Στη σύντομη αυτή εισήγηση θα περιγραφεί αδρομερώς αυτό ακριβώς το πνευματικό περιβάλλον των 9ου και 10ου αιώνων, επικεντρώνοντας στη φιλοσοφική παιδεία. Καταλήγοντας, θα επιχειρηθεί η σύνδεση του Αγίου Πέτρου με τη γενικότερη πνευματική κίνηση της εποχής του. Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη του β’ μισού του 9ου αιώνα, μια περίοδο ακμής, που πρώτος ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Kurt Weitzmann αποκάλεσε Μακεδονική Αναγέννηση, επειδή επιχειρήθηκε η επαναδιαπραγμάτευση των κλασσικών ιδεωδών του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, τα γράμματα και η τέχνη απέκτησαν μια σχετική αυτονομία  και αυθυπαρξία  έναντι της Θεολογίας ως  κλάδοι του επιστητού. Οι  αυτοκράτορες Θεόφιλος και  Καίσαρ Βάρδας αναδιοργάνωσαν το λεγόμενο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Λέων ο Στ’, ο επονομαζόμενος Σοφός, κατέστησε το παλάτι χώρο επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου. Ο πρώτος που πληροί το περιεχόμενο της λέξης σοφός στη μεταβυζαντινή περίοδο υπήρξε ο Λέων ο Μαθηματικός, ο οποίος ήκμασε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στο στοχασμό.

Σύμφωνα με τα θρυλούμενα,  αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποίησε ότι στη βασιλεύουσα δεν υπήρχε άνθρωπος ικανός να τον διδάξει περαιτέρω, κατέφυγε στην Άνδρο, όπου ένας άγνωστος σε εμάς σοφός τον μύησε στη ρητορική, τη φιλοσοφία, την αστρονομία, την αστρολογία, τη μουσική και τα μαθηματικά. Παράλληλα, άδραξε την ευκαιρία να μελετήσει πλήθος αρχαίων χειρογράφων που ανακάλυψε στις μοναστικές βιβλιοθήκες της νήσου. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, δίδασκε ιδιωτικά, δίχως να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινωνίας. Όταν όμως ένας από τους μαθητές του συνε­λήφθη από τον περίφημο χαλίφη της Βαγδάτης ΑΙ Mamun, ερωτηθείς πώς απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις που εξέπληξαν τους Άραβες, ενημέρωσε τον ΑΙ Mamun  για την ύπαρξη του Λέοντος. Ο χαλίφης απηύθυνε επιστολή στο Λέοντα, προσκαλώντας τον στην αυλή του.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, έσπευσε να διορίσει το Λέοντα καθηγητή στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων και τον απέτρεψε να ταξιδέψει στο χαλιφάτο, παρότι ο ΑΙ Mamun συνεχώς αύξανε την προσφορά του. Ο Λέων τελικά, κατόπιν πρωτοβουλίας του Καίσαρα Βάρδα, διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε ένα καινούριο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο  έδρευε πιθανότατα στη Μαγναύρα. Το ίδρυμα αυτό πιθανότατα αποτέλεσε την απόπειρα απάντησης των βυζαντινών στην επιστημονική και φιλοσοφική ακτινοβολία του αραβικού κόσμου.

Κανένα από τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Λέοντος δε διασώζεται, παρότι υπήρξε πρώτος εκδότης και υπομνηματιστής πλατωνικών έργων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στον Λέοντα αποδίδεται, αν και όχι με ασφάλεια, το σωζόμενο «Σύνοψις εις την φύσιν ανθρώπων«, έργο ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου.

Μετά το Λέοντα στην πνευματική ζωή της Κωνσταντινουπόλεως κυριάρχησε ο πατριάρχης Φώτιος, ο λόγιος που υπήρξε η επιτομή της μακεδονικής αναγέννησης, καθώς διακρίθηκε για τη σπάνια πολυμάθεια του. Πηγές της εποχής τον εμφανίζουν περισπούδαστο στην ποίηση, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήταν βαθιά προσηλωμένος στη μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας και στην κράση θεολογίας και θύραθεν σοφίας. Συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη», μια σύνοψη της έως τότε γνωστής αρχαίας γραμματείας, μοναδική στο είδος της και πολύτιμη ακόμα και σήμερα, καθώς διασώζει στοιχεία για πολλά έργα αρχαίων συγγραφέων.  

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Στο άλλο μεγάλο του την «Αμφιλόχια», περιλαμβάνονται σχόλια στις «Κατηγορίες»  του Αριστοτέλη και άλλες συντομότερες φιλοσοφικές πραγματείες. Ο Φώτιος ενδιαφέρθηκε για τη  φιλοσοφία καθαυτή, δίχως να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Η μελέτη του κατέτεινε κυρίως στη        διαλεκτική και τη λογική, στρεφόμενος τελικά προς μια μορφή σκεπτικισμού. Παρότι αντιμετώπιζε με σεβασμό την αρχαία φιλοσοφία, δε δίστασε να ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική στις αριστοτελικές κατηγορίες και την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Σαφής υπήρξε παρά   ταύτα η προτίμηση του στην αριστοτελική φιλοσοφία, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η ποιητική και μη συστηματική ανάπτυξη των φιλοσοφικών ζητημάτων από τον Πλάτωνα.    Η ενασχόληση του με τις ελευθέριες τέχνες έστρεψε εναντίον του τον συντηρητικό κλήρο, ο οποίος του προσήψε κατηγορίες για μαγεία και διαστρέβλωση των δογμάτων. Συγγενής, μαθητής και   θαυμαστής του Φωτίου υπήρξε ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, ο οποίος   ο  διετέλεσε επίσης συμμαθητής και εξ απορρήτων σύμβουλος του αυτοκράτορα  Λέοντος Στ’ του Σοφού. Ο  Νικόλαος ο Μυστικός ήταν   εκείνος που ενδιαφέρθηκε για τον Άγιο Πέτρο και τελικά τον εξώθησε να αναλάβει καθήκοντα επισκόπου στο Άργος το 912, όταν ο Νικόλαος Μυστικός επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ύστερα από την καθαίρεσή του για τη στάση που τήρησε στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος.  Ο Νικό­λαος ο Μυστικός, πέρα από το ποιμαντικό του έργο, συνέθεσε μια σειρά ομιλιών, οι οποίες διακρίνονται για το υψηλό τους πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο, κατατάσσοντας τον ανάμεσα στους σημαντικότερους ρήτορες της εποχής του.

 

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

Συνομήλικος του Αγίου Πέτρου και του Νικολάου του Μυστικού ήταν ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο οποίος παρότι γεννήθηκε στην Πάτρα, ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συνέγραψε σχόλια στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη και την «Εισαγωγή» του Πορφυρίου, ενώ αντίθετα από τον Φώτιο, προέκρινε τον Πλάτωνα. Η ρήξη του με την παράδοση του Φωτίου σηματοδοτεί την αναβίωση της πολεμικής για το φιλοσοφικό πρωτείο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η οποία επρόκειτο να ταλανίσει για αιώνες τους πνευματικούς κύκλους του Βυζαντίου και να κληροδοτηθεί στην αναγεννησιακή Δύση. Ο Αρέθας, παρότι αρχικά συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Μυστικό, ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς ο Αρέθας μετεστράφη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος και στήριξε τον αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον Νικόλαο Μυστικό.

Ο Αρέθας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παραγγελιοδότες χειρογράφων στα τέλη του 9 ου και στο μισό του 10 ου αιώνα. Χάρη στη δραστηριότητά του αυτή, στην οποία επιδιδόταν ήδη πριν ενταχθεί στον κλήρο, μας έχουν παραδοθεί πολυάριθμα έργα σημαντικότατων αρχαίων συγγραφέων, μεταξύ άλλων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αίλιου Αριστείδη, του Αθήναιου, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Ευκλείδη κ.α.

Συγγενής της Ζωής Καρβονωψίνας, της συζύγου του αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, υπήρξε ο Λέων Χοιροσφάκτης, μια άλλη σημαντική προσωπικότητα της εποχής. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, στο έργο του Χιλιόστιχος Θεολογία, δείχνει να διαθέτει ενδελεχή γνώση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και των έργων του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Τα συγγράμματα του Λέοντα Χοιροσφάκτη είχαν σαγηνεύσει τον Αρέθα, ο οποίος τα αποκαλούσε έργα ενός γνήσιου Έλληνος, με την ιδιαίτερη σημασία που ελάμβανε ο όρος στην εποχή. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, όπως και ο Αρέθας, είχαν επιδοθεί και διακριθεί στη ρητορική.

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Τη σκυτάλη της πνευματικής ηγεσίας μετά τον Αρέθα παρέλαβε ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος ηγήθηκε της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο καιρό ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διαπίστωσε ότι οι ελευθέριες τέχνες και οι επιστήμες είχαν σημειώσει κάμψη. Για την αναστροφή της κατάστασης μερίμνησε προσωπικά διορίζοντας καθηγητές στην ανακτορική σχολή.

Ο Άγιος Πέτρος εντάσσεται μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, του οποίου υπήρξε αντιπροσωπευτικό και εξέχον δείγμα. Του αποδίδονται επτά ομιλίες, αλλά η νεότερη έρευνα εγείρει αμφιβολίες για τον Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και το Εγκώμιο εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν. Ο Κυριακόπουλος τοποθετεί τη συγγραφή όλων των ομιλιών στην περίοδο που ο Άγιος Πέτρος διέμενε στο Άργος, αλλά μόνο τρεις εξ αυτών, συγκεκριμένα ο «Λόγος εις τους Αγίους Αναργύρους», ο «Λόγος εις τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου» και εκείνος «Εις την σύλληψιν της Αγίας Άννης», περιέχουν σαφείς χρονολογικές αναφορές.

Το «Εγκώμιον εις την αγίαν Άννα» και ο «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» δεν χρονολογούνται με ακρίβεια. Ο Σιδεράς χρονολογεί δε τον αμφισβητουμένης πατρότητας  «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», το 890. Ο μαθητής του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρος Μητροπολίτης Νικαίας, αναφέρει ότι ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός τον επέλεξε ως επίσκοπο, όταν, μετά την επάνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, επιθυμούσε να επανδρώσει τις μητροπόλεις με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο Άγιος Πέτρος ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήδη γνωστός για τη μόρφωση και την αρετή του, γεγονός που μας οδηγεί να συνάγουμε ότι πιθανότητα είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο και πριν το 912, μέρος του οποίου πιθανότατα δεν σώζεται ή δεν έχει ακόμα ανευρεθεί.

Η επιλογή του από τον πατριάρχη ως επισκόπου και η επιμονή του Νικολάου του Μυστικού να τον πείσει να αποδεχθεί τη θέση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη γνωστός στην Κωνσταντινούπολη ως συγγραφέας και ρήτορας. Η ομιλητική παράδοση, στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 900 γνώρισε ακμή, όπως έχει αποδείξει η Αντωνοπούλου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της παράδοσης αυτής υπήρξαν ο αυτοκράτωρ Λέων Στ’ ο Σοφός, οι πατριάρχες Ευθύμιος και Νικόλαος Μυστικός, ο επίσκοπος Αρέθας, ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγόνιος, ο Λέων Χοιροσφάκτης και δύο ανώνυμοι ρήτορες. Ο Άγιος Πέτρος πρέπει να ανήκε στη χορεία αυτών των εξόχων πνευματικών ανδρών. Ο κύκλος τους περιελάμβανε ιερωμένους και λαϊκούς. Όλοι οι προαναφερθέντες ρήτορες συνδέονταν με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό: ο Νικόλαος ο Μυστικός ήταν συμμαθητής του και προσωπικός του γραμματέας, ο πατριάρχης Ευθύμιος πνευματικός του πατέρας, ο Αρέθας αυλικός ρήτορας, ο Νικήτας μαθητής  του Αρέθα, ο Χοιροσφάκτης υψηλόβαθμος διπλωμάτης, ο Άγιος Πέτρος επιλογή του Νικολάου του Μυστικού.

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι ο Άγιος Πέτρος είχε σχέση με τον στενό κύκλο του αυτοκράτορα Λεόντα Στ’ και εξέχουσα θέση στους πνευματικούς κύκλους της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του μακαριστού Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου ότι ο Άγιος Πέτρος υπήρξε συμμαθητής του Νικολάου του Μυστικού. Αλλά και συμμαθητές να μην υπήρξαν, σίγουρα ανήκαν σε ένα στενό κύκλο λογίων, υψηλού πνευματικού και κοινωνικού διαμετρήματος, ο οποίος είχε πρόσβαση στο παλάτι.

Ο Άγιος Πέτρος είχε πιθανότατα λάβει προσεγμένη παιδεία, θύραθεν και λαϊκή, και είχε διακριθεί στα γράμματα πριν έλθει στην Πελοπόννησο, ώστε να τον εμπιστευτούν και να θεωρείται ομότεχνος και ισάξιος όλων των προαναφερθέντων. Η δε επιλογή των γονέων του να ονομάσουν το μικρότερο αδελφό του Αγίου Πέτρου, Πλάτωνα να είναι ενδεικτική της μόρφωσης, της κοινωνικής θέσης και των πνευματικών ενδιαφερόντων τους, τα οποία ήταν προφανώς απόλυτα ευθυγραμμισμένα προς τις προτιμήσεις των πλέον προβεβλημένων εκπροσώπων της μακεδονικής αναγέννησης. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου είναι η άριστη γνώση και χρήση της ελληνικής, η λογιότητα και η μεγαλοπρέπεια του ύφους, αλλά και η άρτια θεολογική του κατάρτιση.

Στον αμφισβητούμενο δε «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», απαντώνται μνείες που επιτρέπουν να εικασθεί η εξοικείωση του συγγραφέα με την κλασσική γραμματεία και την αρχαία φιλοσοφία, τις οποίες δεν αναπαράγει δουλικά. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η πλατωνική τριμερής διάκριση της ψυχής σε λογιστικόν, επιθυμητικόν και θυμοειδές, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς η πατρότητα της θεωρίας. Επίσης ο συγγραφέας συγκρίνει τη στάση του Σωκράτη ενώπιον του θανάτου με αυτή του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Μεθώνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο «ημέτερος» αγιος σαφώς υπερτερεί αυτού για τον οποίο ΄επαίρονται΄΄ οι Έλληνες.

Συμπερασματικά, ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους δεν κατήγαγε άθλα μόνο στον εκκλησιαστικό στίβο, δεν προσέφερε μόνο σπουδαίες υπηρεσίες στο ποίμνιό του, αλλά υπήρξε και σημαίνον πνευματικό μέγεθος της εποχής του. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται ίσως να στραφεί περισσότερο η σύγχρονη μελέτη.

   

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Αργειακό Βήμα», την Τετάρτη 20 Μαΐου 2009.

 

 

Read Full Post »

Σύντομο χρονικό περί της επανόδου των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου

 

 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Ιερά ΛείψαναΟ Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Οι ευσεβείς γονείς του και τα πέντε παιδιά τους ασπάζονται τον μοναχικό βίο. Μετά από επίμονες παρακλήσεις των Αργείων χειροτονείται επίσκοπος Άργους και αναδεικνύεται προστάτης των πτωχών και αδυνάτων. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 925 μ.Χ. περίπου και επιτελεί πολλά θαύματα. Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου είχαν αφαιρεθεί από το Άργος την 21η Ιανουαρίου 1421 από τον Λατίνο επίσκοπο Secuntus Nani, σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα του «Συντόμου Χρονικού» του συνημμένου εις την ιστορίαν του Δούκα (Βλ. Πατρολογία Migne, τόμ. 157, σελ. 1167). Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος, από το 1985, όταν ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, έθεσε ως πρωταρχικό του μέλημα την εκπλήρωση του πόθου και των προσπαθειών όλων των προκατόχων του, να επανέλθουν δηλαδή εις την πόλη του Άργους τα σεπτά Λείψανα του Αγίου Πέτρου.

Πομπή Ο Θεός ευλόγησε τις συνεχείς προσπάθειες του Σεβασμιωτάτου και με την συνδρομή ειδικών επιστημόνων τα Ιερά Λείψανα περί τον μήνα Αύγουστο του 2008 εντοπίστηκαν εις την Ρωμαιοκαθολική Μονή της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, εις την Ρώμη. Με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δωρίζονται από την Ρωμαιοκαθολική Μονή στον Μητροπολίτη Αργολίδος και έτσι εξασφαλίζεται η επιστροφή των Ιερών Λειψάνων από την Ρώμη εις το Άργος. Πράγματι, το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος με μια μικρή συνοδεία υποδέχεται τα Ιερά Λείψανα στα όρια του νομού Αργολίδος και περί ώραν 4ην απογευματινήν, το Άργος μέσα σε κλίμα βαθυτάτης συγκινήσεως και εκκλησιαστικής κατανύξεως υποδέχεται μετά από έξι περίπου αιώνες την σεπτή σορό του επισκόπου Άργους Αγίου Πέτρου εις την είσοδο της πόλεως έξω από το Ναό του Αγίου Νικολάου. Μετά από μια σύντομη δέηση οι Μητροπολίτες Σπάρτης, Μαντινείας, Άρτης, Αυλώνος, Μεσογαίας, Κορίνθου και Αργολίδος μαζί με τον Ιερό Κλήρο, τους εκπροσώπους των Αρχών και τον πιστό λαό της Αργολίδος λιτανεύουν εν μέσω ιερού ενθουσιασμού τα Τίμια Λείψανα εις την οδό Κορίνθου και φτάνουν εις την πλατεία του Αγίου Πέτρου όπου έχει ετοιμασθεί μεγάλη εξέδρα, εις την οποία ανέρχεται η Λειψανοθήκη και οι επίσημοι και εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι από τον Δήμαρχο Άργους, από τον Προϊστάμενο του Ναού του Αγίου Πέτρου, από την εκ Ρώμης Ρωμαιοκαθολική αντιπροσωπεία και βέβαια από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο.

Ιερός Ναός Μετά το τέλος των ομιλιών η πομπή εισέρχεται εις τον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και η Λειψανοθήκη εναποτίθεται αρχικά για συμβολικούς λόγους εις τον επισκοπικό Θρόνο. Μετά από μια σύντομη δέηση η Θήκη των Ιερών Λειψάνων τοποθετείται στο κέντρο του Ναού και ενώ αναρίθμητα πλήθη κόσμου διαρκώς θα περνούν για να προσκυνήσουν, αρχίζει ο πολυαρχιερατικός Εσπερινός. Στις 10 το βράδυ της ίδιας ημέρας, τελείται η Ακολουθία του Όρθρου και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αυλώνος και ψάλλουν Μοναχές από τις Ιερές Μονές της Μητροπόλεως Αργολίδος. Στις 7 το πρωί της Κυριακής 20ης Ιανουαρίου 2008, αρχίζει η ακολουθία του Όρθρου και στη συνέχεια Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αργολίδος συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Άρτης και Κορίνθου. Το βράδυ της Κυριακής αποσφραγίζεται η Λειψανοθήκη, γίνεται καταμέτρηση των Ιερών Λειψάνων τα οποία είναι δεκαοκτώ και συντάσσεται Πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από όλους τους, εντοπίους και εκ Ρώμης, επισήμους οι οποίοι παρευρέθηκαν εις την καταμέτρηση.  

 Ενώ καθ’ όλη την εβδομάδα κόσμος συρρέει καθημερινά από διάφορα μέρη, προκειμένου να προσκυνήσει τα Σεπτά Λείψανα το πρωί της Κυριακής 27ης  Ιανουαρίου 2008, στον Καθεδρικό Ναό του Άργους τελείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο, ο οποίος προ της λήξεως της Θείας Λειτουργίας, σε ειδική τελετή, υπογράφει δημοσίως και κάτω από τις επευφημίες του εκκλησιάσματος Δωρητήριο έγγραφο, με το οποίο δωρίζει τα Λείψανα εις την Ενορία του Αγίου Πέτρου, υπό τον όρο να μην ανοιχθεί ποτέ η Λειψανοθήκη και τα Λείψανα να παραμένουν εσαεί εις την πόλη του Άργους.

Έτσι το Άργος με την χάρη των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου του Θαυματουργού, πορεύεται ισχυρότερο πνευματικά εις τον 21ο αιώνα. Ο Θεός την ευλόγησε αυτήν την πόλη, ο Πολιούχος Άγιος Πέτρος την τίμησε με την παρουσία των Λειψάνων του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος την ευεργέτησε και οι Αργείοι συναισθανόμενοι τα πνευματικά τους προνόμια, θα αγωνισθούν να σταθούν αντάξια τέκνα τέτοιων πνευματικών Πατέρων.    

 

Δημοσιεύθηκε εις το υπ’ αριθμόν 1690 φύλλο, της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2008, της εφημερίδας «ΦΕΙΔΩΝ».

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »