Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση’

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Μαρία Ευθυμίου (Επεισόδια 1-15)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή τον εορτασμό του εθνικού ορόσημου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η ΕΡΤ μεταδίδει καθημερινά, ένα διαφορετικό μονόλεπτο βασισμένο σε χωρία κειμένων αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής, με γενικό τίτλο «Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21». 

Παρουσιάζουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» τα δεκαπέντε πρώτα μονόλεπτα επεισόδια.   

Η ιδέα, η επιλογή, η σύνθεση των κειμένων και η ανάγνωση είναι της καθηγήτριας Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, στο ΕΚΠΑ, Μαρίας Ευθυμίου, η οποία αφιλοκερδώς σταχυολόγησε και παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821, που εξηγούν, θυμίζουν και αφηγούνται τα επαναστατικά χρόνια μέσα από τα λόγια των αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής. 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 1.

 Ο Φωτάκος, ο Πελοποννήσιος αγωνιστής του ’21, για τη ζωή πριν την επανάσταση.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 2. 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την παιδεία που ο ίδιος έλαβε ως νέος, στα ορεινά της Πελοποννήσου.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 3. 

Ο Νεόφυτος Βάμβας, για την παιδεία στην Πάτμο πριν την Επανάσταση.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σπετσιώτης Γιάννης Μ. – «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη με τίτλο:  «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)». Πρόκειται για μια λεπτομερή μονογραφία του Ερμιονίτη αξιωματικού και βουλευτή Αντώνη Σταμ. Μήτσα, γιου του Σταμάτη και της Μαρίας Μήτσα, καρπός μακροχρόνιας έρευνας και μελέτης.

Ως αξιωματικός ο ήρωας μας συμμετείχε στην Επανάσταση της Θεσσαλίας (1854), στην Κρητική Επανάσταση (1866) και στη Θεσσαλική Επανάσταση (1878). Ήταν παρών στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του Βασιλιά Όθωνα, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών». Επίσης ως επικεφαλής ομάδας ανδρών πέτυχε τη διάλυση των ληστρικών συμμοριών που μάστιζαν την Αττική. Ως πολιτικός ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας, από το 1865 και για μια 20/ετία, συμμετείχε σε εννέα εκλογικές αναμετρήσεις από τις οποίες τις 6 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας.

Τις σελίδες του βιβλίου κοσμούν σπάνιες φωτογραφίες, ενώ πίνακας που απεικονίζει τον αξιωματικό Αντώνη Σταμ. Μήτσα, έργο του ζωγράφου Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960), βρίσκεται στο γραφείο του Προέδρου της Κοινότητας Ερμιόνης.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

 

Στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει ο συγγραφέας:

 

Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τη μελέτη της ιστορικής ερμιονίτικης οικογένειας των Μητσαίων και κατά καιρούς έχω αρθρογραφήσει για τα περισσότερα μέλη της.

Η παρούσα εργασία αφορά στη ζωή και τη δράση του ήρωα Αντώνη Σταμ. Μήτσα. Το υλικό που έχει προκύψει από την έρευνα στα αρχεία και τις σημειώσεις από τις χιλιάδες σελίδες που έχω μελετήσει σε πρωτογενείς πηγές και ιστορικά βοηθήματα είναι τεράστιο.

Έτσι, έκρινα σκόπιμο, να το παρουσιάσω χωρίς ανώφελες περιττολογίες, σε μια μονογραφία, που εκτός των άλλων, λόγω του θέματος θα περιέχει και αρκετές πληροφορίες της τοπικής μας ιστορίας (στρατιωτικά γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (1850 – 1899). Και αυτό γιατί ο ήρωας μας, Αντώνης Μήτσας, συμμετείχε για σαράντα χρόνια στα πεδία των μαχών τριών μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, στην Επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στην Θεσσαλική Επανάσταση του 1878.

Tο δε στρατιωτικό του σώμα ήταν στρατολογημένο κυρίως από άνδρες της επαρχίας μας (Ερμιονίδας), της ευρύτερης περιοχής του Νομού Αργολίδας καθώς και των γύρω νησιών Ύδρας, Σπετσών και Πόρου. Κάποιοι από αυτούς έπεσαν ηρωικά ή τραυματίστηκαν σ’ εκείνες τις μάχες. Ορισμένα ονόματα των πεσόντων διασώθηκαν και αναγράφονται στην παρούσα μελέτη.

Επίσης ήταν παρών, ως υποστηρικτής του Βασιλιά Όθωνα, στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών».

Ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας για είκοσι χρόνια πρωτοστάτησε και στην πολιτική σκηνή της χώρας, όπως ο πατέρας του, μαζί με τον διακεκριμένο πολιτικό της Ερμιονίδας και της Ελλάδας Γεώργιο Ιω. Μίληση, καθώς και άλλους αξιόλογους βουλευτές της επαρχίας μας.

Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να αναδειχθούν από τη μελέτη αρχειακών πηγών, εκτός από τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα και άλλες άγνωστες πτυχές της τοπικής μας Ιστορίας και του Πολιτισμού.

Ως τέτοιες θεωρούμε την εκκλησιαστική λατρεία, την εκπαίδευση, το εμπόριο, την οικονομία, τις τέχνες, τις παραδόσεις, την κοινωνική και οικογενειακή ζωή.

Πιστεύω πως η αναζήτηση, ανακάλυψη, διάσωση, μελέτη και διάδοση της τοπικής Ιστορίας και του Πολιτισμού συμβάλλει στη γνώση της σύγχρονης ταυτότητάς μας και καλλιεργεί τη συνείδηση και την ευθύνη για όσα έχουμε κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές και για όσα οφείλουμε να αφήσουμε παρακαταθήκη στις επόμενες…

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 74

ΙSBN 978-618-83000-3-3

 

Read Full Post »

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ανώνυμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία» – Μια απόπειρα ερμηνείας | Βασίλης Κρεμμυδάς


 

Θα αντιγράψω πλήρη τον τίτλο του βιβλίου και την αφιέρωση και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο ή ποια είναι η ερευνητική εκκρεμότητα που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, δι’ ού αναδεικνύεται πόσον είναι καληωτέρα η Νομαρχική διοίκησις από τας λοιπάς, ότι εις αυτήν μόνον φυλάττεται η Ελευθερία του ανθρώπου, τι εστί Ελευθερία, οπόσων μεγάλων κατορθωμάτων ήναι πρόξενος, ότι τάχιστα η Ελλάς πρέπει να συντρίψη τας αλύσσους της, ποίαι εστάθησαν αι αιτίαι οπού μέχρι της σήμερον την εφύλαξαν δούλην, και οποίαι είναι εκείναι οπού μέλλει να την ελευθερόσωσι.

Συντεθείς τε και Τύποις εκδωθείς ιδίοις αναλώμασι προς ωφέλειαν των Ελλήνων παρά Ανονίμου του Έλληνος, εν Ιταλία. 1806.

Αυτός είναι ο πλήρης τίτλος. Ακολουθεί, μετά από ένα προλογικό σημείωμα προς τον αναγνώστη, η αφιέρωση:

Εις τον τύμβον του Μεγάλου και Αειμνήτου Έλληνος Ρίγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος: χάριν ευγνωμοσύνης ο συγγραφεύς το Πονημάτιον τόδε ως δώρον ανατίθησι.

Εις ποίον άλλον έπρεπε να αναθέσω εγώ το παρόν μου πονημάτιον ώ αξιάγαστε Ήρως, παρά εις εσέ οπού εστάθης ο Πρόδρομος μιας ταχέας ελευθερόσεως της κοινής Πατρίδος μας Ελλάδος, και εθυσίασες την ζωήν σου δι’ αγάπην της; δέξαι το λοιπόν με το συνηθισμένον σου ελληνικόν ιλαρόν και καταδεκτικόν βλέμμα, και δέξαι το προς τούτοις ως αρραβώνα εκδικήσεως του λαμπρού αίματός σου κατά των τυράνων της Ελλάδος. Η δε Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει δια παντός το αθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αυτό εις τον κατάλογον των Επαμινόντων, Λεονείδων, Θεμηστοκλέων και Θρασυβούλλων.[1]

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα. Καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα δηλαδή στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία. Ταυτόχρονα σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελλε με ιδιαίτερη δριμύτητα όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει: τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τους ιεράρχες.

 

Υπάρχει πράγματι επιστημονική – ερευνητική εκκρεμότητα αυτή τη στιγμή ώστε να ξαναθέσουμε ζήτημα «Ελληνικής Νομαρχίας»; Υπάρχει ζήτημα σε εκκρεμότητα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: κατά τη δεκαετία του 1950, νεαρός φοιτητής η αφεντιά μου ακόμη, σε συζητήσεις αριστερών, κυρίως, επιστημονικών κύκλων πρωτάκουσα για την «Ελληνική Νομαρχία» ως το κατεξοχήν επαναστατικό κείμενο, με το επιχείρημα ότι καταγγέλλει τους προεστούς, τους πλούσιους κλπ. και τον ανώτερο κλήρο ως διεφθαρμένους, ανήθικους και εκμεταλλευτές του λαού – ό,τι δηλαδή ώφειλε να μισεί και να πολεμάει κάθε γνήσιος αριστερός εκείνη τη στιγμή.

Το επιχείρημα προέβαλε ο Κ. Θ. Δημαράς, στην πρώτη έκδοση της «Ιστορίας» του «της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» το 1949. [2] Στη δεκαετία του 1950, πολύ νωρίς, ο Γιάννης Κ. Κορδάτος άρχισε να δημοσιεύει, σε φυλλάδια αρχικά, και να κυκλοφορεί τη δική του «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας». Εκεί, τονίζεται πολύ η μεταστροφή των υπόδουλων Ελλήνων προς τις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένων από τους Μεγάλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη γαλλορωσική συνθήκη ειρήνης του 1807. Πιστεύει μάλιστα ότι «ένας απ’ αυτούς που διέδωσε τη σωστή αυτή άποψη» ήταν ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».[3]

Αν αποφάσισα να συντάξω αυτό το σημείωμα είναι γιατί, καθώς διάβασα, ίσως για δέκατη φορά, πρόσφατα το κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας, έχω οδηγηθεί στο εξής θλιβερό συμπέρασμα, που θα το διατυπώσω κάπως προκλητικά: από όσους έχουν γράψει για την Ελληνική Νομαρχία κανένας δεν την διάβασε· τουλάχιστον κανένας δεν την διάβασε προσεκτικά. Με μια εξαίρεση: Φίλιππος Ηλιού,[4] που μένει στο καταγγελτικό μέρος της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του υπόδουλου ελληνισμού ως στοιχείου νεωτερικότητας.

Οι υπόλοιπες παρατηρήσεις όσων έγραψαν, μηδέ του Κ. Θ. Δημαρά εξαιρουμένου, παραμένουν έωλες απέναντι στο ίδιο το κείμενο. Γιατί η Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος δεν είναι ένα  ανατρεπτικό κείμενο, σε καμία περίπτωση επαναστατικό.

Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας [5] είναι θαυμαστής του Ρήγα, του αφιερώνει το βιβλίο του και τον θεωρεί ήρωα της ελευθερίας· χωρίς όμως να ασπάζεται το πολιτικό πρόγραμμά του,[6] μολονότι επιθυμεί η μέλλουσα «Ελλάς» να τον ταξινομήσει μαζί με τους ενδόξους «Επαμεινώνδας, Λυκούργους, Θεμιστοκλείς, Θρασυβούλους».

Ο Ανώνυμος θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα της ελευθερίας· ότι είναι επείγον μάλιστα ζήτημα: οι καιροί «βιάζουσιν» (σ. 247). Η ελευθερία γι’ αυτόν είναι ύψιστο αγαθό· ελευθερία, δηλαδή απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό και συγκρότηση ελληνικού κράτους – η ελευθερία που φέρνει την ατομική ευτυχία.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά. Να δούμε σε ποιο πλαίσιο γίνονται οι προτάσεις του Ανώνυμου και ποιους τρόπους προτείνει για την πραγματοποίησή τους. Το 1806 που κυκλοφόρησε η «Ε.Ν.» στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα. O Διαφωτισμός έχει εκπέμψει παντού τα μηνύματά του και η Γαλλική Επανάσταση έχει ανοίξει τα μάτια του κόσμου, θα πει αργότερα ο Θ. Κολοκοτρώνης· την ίδια ώρα ο Ναπολέων «περιφέρει» την Επανάσταση στην Ευρώπη και έξω απ’ αυτήν.

Εν τούτοις στο κείμενο που έγραψε ο Ανώνυμος δεν αντανακλάται τίποτε από την κοσμογονία. Θα δούμε αναλυτικά, αφού διαβάσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος το σκοπό του: «Επροσπάθησα να σας αποδείξω πόσον εύκολος είναι η Επανόρθωσις της Ελλάδος: ο χαρακτήρ μας, η ποσότης μας, τα ήθη μας, το γήρας της Τυρανίας, το πλήθος των συνδρομιτών και η φυγή της αμαθείας, εστάθησαν τα αναντήρητα δικαιολογήματά μου. Εν ενί λόγω έδειξα του καθενός πού ευρίσκεται η ευτυχία του» (σ. 256).

Ο Ανώνυμος γνωρίζει το κήρυγμα του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν τα ασπάζεται· ούτε καν αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Θα τα ήθελε αλλιώτικα: δε θέλει ελευθερία και Δικαιώματα ως παράγωγα κοινωνικής ευδαιμονίας, προτιμάει την ελευθερία ως παράγωγο ατομικής ευτυχίας – ασφαλώς όχι Δικαιώματα· δε θέλει «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» που είναι το έμβλημα της Γαλλικής Επανάστασης, παρά θέλει «ομοιότητα» αντί για «ισότητα» που δεν είναι το ίδιο.

Μιλάει για επανάσταση και «επανόρθωση του γένους μας» με ίδιες δυνάμεις και για πατρίδα· η πατρίς» η δική του δεν είναι «la patrie» της Γαλλικής Επανάστασης – θα δούμε τι είναι. Από το κείμενο απουσιάζει εντελώς η οικονομία· αυτή η έκρηξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έχει υπολογιστεί, μολονότι το 1803 μόλις είχε κυκλοφορήσει το Mémoire του Αδ. Κοραή που προβάλλει αυτήν ακριβώς την έκρηξη ως πολιτιστικό δεδομένο και μολονότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του.[7]

Οι προτάσεις της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την απελευθέρωση και το μέλλον των Ελλήνων είναι ενδιαφέρουσες.

Εξηγεί καταρχήν ο συντάκτης της γιατί προτιμάει την Νομαρχία ως πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους (σ. 24 κ.ε.): «η Νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την Δημοκρατίαν, καθώς και εις την Αριστοκρατίαν αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι ειμή μόνον ότι η μεν Δημοκρατία κλίνει εις την Αναρχίαν, η δε Αριστοκρατία εις την Ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν Τυρανίαν» (σ. 14). Και, τελικά, τι είναι ελευθερία; Στην Αναρχία ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, ένας μόνον στην Μοναρχία, κανένας στην Τυρανία και όλοι στη Νομαρχία (σ. 14-15).

Και πώς θα γίνει λοιπόν η Επανάσταση, η ίδρυση ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση η εφαρμογή στην πράξη μιας πολιτείας-νομαρχίας;· με ποιόν τρόπο. Ας μου επιτραπεί να σχηματοποιήσω – το κείμενο της «Ε.Ν.» δεν δίνει συγκεκριμένη εικόνα – χωρίς να παραποιήσω, ούτε στο ελάχιστο: Οι μορφωμένοι  και πλούσιοι Έλληνες των παροικιών να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να απαντούν στους, προφανώς σκοταδιστικούς λόγους των ιεροκηρύκων και δημογερόντων στις συνελεύσεις· οι υπόδουλοι Έλληνες που θέλουν να είναι ελεύθεροι, θα πεισθούν από τους λόγους τους και θα πάρουν τα όπλα, που διαθέτουν δύο και τρία καθένας στο σπίτι του!

Θα κάνω εδώ ένα άλμα. Πρέπει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό που ο συντάκτης της «Ε.Ν.» θεωρεί αποτελέσματα της δουλείας, για το περιεχόμενο δηλαδή του βιβλίου. Πρέπει να τονίσουμε πρώτα ότι ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι φανατικός υποστηρικτής της ελευθερίας, ως πηγής κάθε ευτυχίας – με προϋποθέσεις ασφαλώς. Γι’ αυτό κατηγορεί και καταγγέλλει την εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία του υπόδουλου ελληνισμού ως υπεύθυνους για τη συντήρηση και διατήρηση της δουλείας και της εκμετάλλευσης των υπόδουλων από τον κατακτητή και απ’ αυτούς τους ίδιους.[8]

Μπορεί, παράλληλα, να προκύψει και κάτι άλλο: στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν όλοι οι νεοέλληνες, υπόδουλοι και μη, συνειδητοποιήσει ότι η απελευθέρωση δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Η περιγραφή των δεινών που υφίστανται οι υπόδουλοι γεωργοί, τεχνίτες, εμπορευόμενοι κλπ. δεν αποκλείεται να τονίζει αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση.

Πέραν απ’ αυτό όμως, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν παραλείπει να ψέξει και τους Έλληνες των παροικιών που, αφού πλούτισαν, έκαναν καλές σπουδές και είναι σε θέση να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν καταστάσεις, δεν επιστρέφουν στην υπόδουλη πατρίδα να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή της (σ. 199-200). Τους ψέγει ακόμη γιατί έχουν παντρευτεί με ξένες («αλλογενείς») γυναίκες, κάτι που το χαρακτηρίζει ως «εντροπήν ανυπόφορον» (σ. 202, 207).

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: «ας ευχαριστήσωμεν τον θεόν, οπού δεν εγεννήθημεν ένα αιώνα προτήτερα, αλλά εγεννήθημεν εις καιρόν επιτηδιότατον εις το να ελευθερόσωμεν την Πατρίδα μας» (σ. 251). Αλλά, αλοίμονο αν το γένος μας «κυριευθή από ετερογενές βασίλειον· τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες» (σ. 252). Αυτές οι φράσεις μιλούν για τις προσπάθειες των Ελλήνων να ελευθερωθούν με τη βοήθεια ξένης δύναμης – της Ρωσίας δηλαδή· και θεωρείται εδώ ότι η βοήθεια των ξένων ισοδυναμεί με μια άλλη υποδούλωση. Και εδώ εκφράζεται μια άλλη συνειδητοποίηση: στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.[9]

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι κάποιος, ένας Έλληνας της Τουρκοκρατίας, με ανεπτυγμένο πατριωτισμό, με πόνο για την απελευθέρωση της πατρίδας, την οποία μάλιστα θεωρεί «εύκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία της εποχής που έγραψε την «Ε.Ν.». Εν τούτοις τα «δικαιολογήματα» του Ανώνυμου δεν έχουν μεγάλη σχέση με τις πραγματικότητες του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού, της στιγμής που κυκλοφορούσε το βιβλίο του. Ο Ανώνυμος μοιάζει να μη θεωρεί ως «δικαιολόγημα» τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στην υπόδουλη ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της τεράστιας ανατροπής στις οικονομικές σχέσεις: εμπορική – ναυτιλιακή ανάπτυξη, νέα επαγγέλματα, πλούτος. Δεν έχουν περάσει, όπως είδαμε, παρά μόνον τρία χρόνια από τότε που ο Κοραής, τον οποίον ο Ανώνυμος φαίνεται να σέβεται, είχε προβάλει αυτήν ακριβώς την αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, την τεράστια ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των Ελλήνων, ως κύριο λόγο πολιτισμικής προόδου.

Ο Ανώνυμος μοιάζει να μην αποδέχεται τα μηνύματα του Διαφωτισμού, ούτε τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης· γι’ αυτά τα δύο μέγιστα γεγονότα της νεώτερης Ιστορίας απουσιάζει οποιοσδήποτε λόγος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το κεντρικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «liberté, égalité, fraternité» έχει στην πέννα του Ανώνυμου παραποιηθεί· η δεύτερη λέξη, η μόνη από τις τρεις που αναφέρεται, δεν έχει μεταφραστεί ως ισότητα, αλλά ως «ομοιότητα», που καθόλου δεν είναι το ίδιο.

Γενικότερα, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου ως προς τις πραγματικότητες του υπόδουλου ελληνισμού: περί εταιρισμού, κύριο – και καίριο – χαρακτηριστικό κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δε λέγεται ούτε λέξη. Η Επανάσταση δε χρειαζόταν, φαίνεται, ούτε οργάνωση, ούτε προετοιμασία – ο Ανώνυμος της «Ε.Ν.» δεν έχει ακούσει τίποτε για τεκτονικές στοές, ούτε για καρμποναρισμό· ούτε για εταιρεία του Ρήγα που ήταν θαυμαστής του και του έχει αφιερώσει το βιβλίο· ο Ανώνυμος μοιάζει να μη ζει στις πραγματικότητες του ελληνισμού, ούτε της Ευρώπης.

Γενικά, τον Ανώνυμο της «Ε.Ν.» περισσότερο ενδιαφέρουν κάποιες αόριστες, ίσως ουτοπικές ιδέες, παρά ο υλικός βίος που δε μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτός είναι που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό ίσως δεν κάνει λόγο για οικονομική ανάπτυξη – η λέξη κοινωνία ως αναλυτικό εργαλείο απουσιάζει από το κείμενό του· ο λόγος είναι κυρίως για την ελευθερία που οδηγεί στην ατομική ευτυχία – ο Διαφωτισμός εξισώνει την ελευθερία με την κοινωνική ευδαιμονία.

Δεν κάνει ο Ανώνυμος ούτε λόγο για τα οργανωτικά μιας επανάστασης· ίσως, γιατί αυτό που τον καίει είναι το πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους περισσότερο: «…η διοίκησις οπού εγώ θέλω να την ονομάσω ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ… είναι η μόνη πρόξενος της Αρετής, της Ομοιότητος και της Ελευθερίας.» (σ. 13).

Το πολίτευμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Ανώνυμο συγγραφέα μας· αυτό είναι η Νομαρχία του. Όχι όμως οποιοδήποτε πολίτευμα, ούτε οποιαδήποτε «Νομαρχία». Ο Ανώνυμος έχει συγκεκριμένο πολίτευμα και συγκεκριμένη Νομοθεσία που προτείνει. Έχει πρότυπο έτοιμο για εφαρμογή:

Η ανατροφή των νέων είναι ο κυριότερος στοχασμός των Νομοδότων. Ο θαυμασιότερος και νουνεχέστερος Νομοδότης οπού μέχρι της σήμερον εφάνη εις τον κόσμον κατά πάντα τρόπον, εστάθη βέβαια ο μέγας Λυκούργος, ο οποίος δεν ηπατήθη να στοχασθή τους ανθρώπους, καθώς επρεπε να ήτον, αλλά γνωρίζωντάς τους οποίας λογής είναι, τούς αποκατέστησε όσον ήτον το δυνατόν καληοτέρους. Η Ανατροφή δια να ειπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις εις τον άνθρωπον (σ. 20-21).

Αυτό το πολίτευμα προκρίνει ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» στις αρχές του 19ου αιώνα: δε χωρεί αμφιβολία ότι η Γαλλική Επανάσταση, οι αλλεπάλληλες Συνελεύσεις, Γενικές και μη, η σύνταξη και έγκριση τόσων Συνταγμάτων έχουν απορριφθεί από το συγγραφέα μας ή οφείλονται σε πολιτεύματα που δεν είναι Νομαρχία.

Φανερό είναι επίσης ότι η Νομαρχία δε μπορεί να προβλέπει ούτε Γενικές Συνελεύσεις, ούτε εκλογές, ούτε κυβέρνηση, ούτε Βουλή – όλα όσα κατόπιν προέβλεψε η Επανάσταση.

Αυτό που προτείνει με άλλα λόγια για την ελεύθερη Ελλάδα δεν είναι παρά το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης, αυτό με τον Καιάδα και το Μέλανα Ζωμό που όσο και αν είναι μύθοι κάτι σημαίνουν· και αν ψάξουμε βαθύτερα, θα βρούμε ότι επί της ουσίας ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» προτείνει πολλά από τα αποτελέσματα που σε άλλα σημεία του βιβλίου έχει απορρίψει, εκτός της Δημοκρατίας.

Ο θαυμασμός του Ανωνύμου για την αρχαία Σπάρτη, για το Λεωνίδα, για την πολεμική τέχνη, την τακτική του πολέμου τον βρίσκουμε σε κάμποσα σημεία του κειμένου· και όλα όμως είναι «θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών Νόμων του Μεγάλου Λυκούργου» (σ. 37).

Ασφαλώς ο λόγος είναι για τους Μανιάτες, που ήταν οπλισμένοι, πολεμιστές, σκληροτράχηλοι, έτοιμοι να εξεγερθούν – μαζί με τους Σουλιώτες αποδεικνύουν ότι η Ελλάς γεννά ακόμη «Λεωνίδας και Θεμιστοκλείς» (σ. 43).

Η «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας… παρά Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένα βιβλίο με περιεχόμενο άκρως συντηρητικό και αντίθετο προς τα κοινωνικά αιτήματα της εποχής του τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε, στενότερο, ελληνικό.

Την ώρα που κυκλοφορούσε η «Ελληνική Νομαρχία» όλη η Ευρώπη – και όλος ο ελληνισμός – ζούσε μια κοσμογονία· διανοητική και κοινωνική, δηλαδή και πολιτική κοσμογονία: η Γαλλική Επανάσταση συγκλόνιζε τον κόσμο· οι ιδέες και τα κηρύγματα του Διαφωτισμού συζητούνταν και, όπου ήταν δυνατό, εφαρμόζονταν· ένας νέος όρος, Συνέλευση, κατοπινή Βουλή, ως μέθοδος διακυβέρνησης και κοινωνικών σχέσεων γενικευόταν· το ίδιο και ο όρος Σύνταγμα· μια νέα, τέλος, κοινωνική τάξη εμφανιζόταν παντού και διεκδικούσε με εξεγέρσεις και επαναστάσεις την εξουσία.

Αυτά και άλλα, οι προετοιμασίες, για παράδειγμα, από μυστικές, συνωμοτικές οργανώσεις κινημάτων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων, η «Ελληνική Νομαρχία» ούτε τα θίγει ως ερωτήματα της εποχής, ούτε τα συζητάει – ούτε, φυσικά, τα προτείνει ως ενδεχόμενη, έστω, διαδικασία απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό και διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους που θα προέκυπτε.

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν μπορεί να μη γνώριζε και να μην έβλεπε όσα γίνονταν γύρω του – δεν τα πολεμάει, δεν τα καταδικάζει – τα αγνοεί και αναλύει τη δική του πρόταση για τη διακυβέρνηση, κυρίως γι’ αυτήν, του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς κάνει εντύπωση που ο Ανώνυμος μας λέει πώς πρέπει να κυβερνηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά πώς θα γίνει ελληνικό κράτος δεν τον απασχολεί. Ακόμη μεγαλύτερη βέβαια εντύπωση – και απορία – προκαλεί που παρακάμπτει πλήρως τα γεγονότα και το πνεύμα της εποχής του.

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε μοιάζει με κανένα ανάλογο κείμενο της περιόδου από τη Γαλλική στην Ελληνική Επανάσταση· είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατηγοριοποιείται· μόνον που δεν μπορεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό του συντηρητικού και του εκτός τόπου και χρόνου· καμιά ανατρεπτικότητα δεν υπάρχει σ αυτό.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρησιμοποιώ την «φωτοτυπική επανέκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», Αθήνα 1976, σ. 5-6.

[2] Αντιγράφω από την έβδομη έκδοση (Ίκαρος, 1983) το χαρακτηρισμό του βιβλίου (σ. 155): «Κι’ αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μ’ όλον το λιβελλογραφικό χαρακτήρα του, το βιβλίο παρουσιάζει εξαίρετη ωριμότητα της σκέψης και της θεωρίας: παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, στατιστικές κ.ά. σχετικά με την Ελλάδα και τείνει να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα για την ανύψωση και την απελευθέρωση του Γένους· φωτεινό βιβλίο, που παρά τις νεανικές του ατέλειες εκφράζει έναν προηγμένο βαθμό εθνικής συνείδησης και κοινωνικής παιδείας». Η πρώτη έκδοση είναι του 1948-1949 – λέγονται και εκεί αυτολεξεί τα ίδια.

[3] Γ. Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος πρώτος (Τουρκοκρατία), Εκδόσεις «20ός αιώνας», σ. 501-502.

[4] Φ. Ηλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός· η νεωτερική πρόκληση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 2, Αθήνα 2003, σ. 19.

[5] Στο εξής «Ε.Ν.» για συντομία.

[6] Δεν επιθυμεί επανάσταση των χριστιανών της Βαλκανικής, αλλά των Ελλήνων· επιθυμεί ελληνικό κράτος – θα δούμε στα επόμενα. Όχι εθνικό κράτος, πάντως.

[7] «Ακροασθήτε τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους, του εναρέτου φιλοσόφου Έλληνος, του εν Παρρησίοις, λέγω, κυρίου Κοραή» (σ. 196).

[8] Αυτές οι καταγγελίες και η υπεράσπιση των ταπεινών αγροτών, τεχνιτών, εμπορευόμενων κλπ. είναι που έκαναν τους διανοούμενους της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 να αναδείξουν την «Ε.Ν.» σε επαναστατικό κείμενο.

 [9] Το πλήρες σχετικό απόσπασμα: «Αλοίμονον λοιπόν εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότες οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες, αλλά κατ’ ολίγον ολίγον, θέλουν διαφθαρεί τα ήθη των, και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι […] Μην σας πλανήσουν τα ταξήματα των επιτρόπων, και αποστόλων, των ξένων βασιλειών […] Μην στοχάζεσθε, ώ αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσόν και στρατηώτας, δια να διώξη τον Ωθομανόν, και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους. Ω, κάλλιον ένας σεισμός, ή ένας κατακλεισμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας, παρά να υποκείψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον. Διατί ώ Έλληνες αγαπητοί μου να προσμείνωμεν να μας δανίση άλλος εκείνο οπού ημείς έχωμεν; Χίλλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν εκχυθή, αν ήθελεν εισέλθη ξένον σπαθί εις την Ελλάδα, παρά αν ηθέλαμεν ελευθερωθή μόνοι μας».

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, «Μνήμων», τομ. 35, Αθήνα, 2016.

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον DanielJohann Elster και τις άλλες πηγές | Νίκος Κανελλόπουλος – Νίκος Τόμπρος, Πρακτικά Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Ο διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση», Αθήνα, 14-15 Οκτωβρίου 2016.


 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Την εντονότερη έκφραση του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς, απετέλεσε η πολεμική δράση που ανέπτυξαν Ευρωπαίοι εθελοντές – κυρίως αξιωματικοί – στο πλευρό των επαναστατών. Στο πλαίσιο της δράσης αυτής συγκροτήθηκε τάγμα Φιλελλήνων, που ακολούθησε – τον Ιούνιο του 1822- τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία του στην Ήπειρο προς ενίσχυση των Σουλιωτών. Στις 4 Ιουλίου 1822 το εν λόγω τάγμα συγκρούστηκε στο χωριό Πέτα με υπέρτερες αριθμητικά εχθρικές δυνάμεις. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες περικυκλώθηκαν από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι πλην ενός.

Η παρούσα ανακοίνωση σκοπό έχει να αναλύσει τη στρατιωτική επιχείρηση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει στο ημερολόγιό του ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Φιλέλληνες, ο ιατρός του τάγματος Daniel–Johann Elster. Παράλληλα συγκρίνονται οι πληροφορίες του Elster με ό,τι αναφέρουν για τη συγκεκριμένη μάχη οι ελληνικές πηγές (π.χ. απομνημονεύματα), προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Με βάση τέλος τις πηγές αποτιμώνται εκ νέου τόσο οι συνθήκες της εκστρατείας στην Ήπειρο και η πολιτική που ακολούθησε η ελληνική ηγεσία, όσο και οι συνθήκες που οδήγησαν τους Φιλέλληνες στην ήττα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, Χρήστος Κ. Λούκος, «Μνήμων», τόμος 4 (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Οι Μαυρομιχαλαίοι φαίνονταν πρόθυμοι, έναντι ουσιαστικών ανταλλαγμάτων, να γίνουν στυλοβάτες του καθεστώτος το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαθίδρυσε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Νόμιζαν ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα καλούνταν να βοηθήσουν τον Κυβερνήτη στο έργο του. Αυτός όμως δεν επιθυμούσε να κυβέρνηση τους Έλληνες έχοντας ως στήριγμα τους Μαυρομιχαλαίους ή άλλους καπεταναίους και προκρίτους, οι οποίοι, αν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα, είχαν, κατά τη γνώμη του, πάντοτε εκμεταλλευθεί το λαό και με πείσμα αγωνίζονταν να τον κρατήσουν κάτω από την πολιτική τους κηδεμονία.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).   Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).
Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Το όραμα του Κυβερνήτη για το σχηματισμό ενός κράτους μικρών καλλιεργητών και βιοτεχνών, που θα ζούσαν κάτω από την άγρυπνη φροντίδα της πατρικής του κηδεμονίας, ήταν ασυμβίβαστο με τη διατήρηση των κοινωνικών μορφών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεριζώσει η Επανάσταση.

Αναμφίβολα ο στόχος αυτός του Καποδίστρια αποτελούσε μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οργάνωση σύγχρονου κράτους, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε με την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Τα εμπόδια υπήρξαν ομολογουμένως μεγάλα: η ρευστή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και η στενή εξάρτηση του σχηματιζόμενου κράτους από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που με τις συχνές επεμβάσεις τους παρέλυαν την πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξάλλου, δεν αναζήτησε σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις το έρεισμα για την εφαρμογή του προγράμματός του παρά μόνο σε αφοσιωμένους οπαδούς ή στην παθητική αγάπη του λαού. Η βασισμένη σε υψηλές αρχές αλλά πολλές φορές άκαμπτη πολιτική του, καθώς και το ανελεύθερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε επέτρεψαν στη βαλλόμενη τάξη των προκρίτων και καπεταναίων να μεταθέσει σε άλλο πεδίο τη διαμάχη και να εμφανίσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως αγώνα κατά του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχικής διακυβερνήσεως.

Γενικά η αντίσταση στα μέτρα του Κυβερνήτη υπήρξε σφοδρή. Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που τους απειλούσε και οι περισσότεροι – με εξαίρεση κυρίως τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του – πάλεψαν με κάθε μέσο για να εξουδετερώσουν τις κυβερνητικές προσπάθειες. Προβάλλοντας τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα κέρδισαν τη συμπάθεια και μερικές φορές την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το βαθύτερο νόημα της συγκρούσεως. Τελικά πέτυχαν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων, να παραμείνουν η ηγετική τάξη και στους επόμενους χρόνους, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη των λοιπών κοινωνικών δυνάμεων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν σαφέστερα από την ανάλυση της διαμάχης ανάμεσα στον Κυβερνήτη και τους Μαυρομιχαλαίους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αντώνης Οικονόμου – Ένας ξεχασμένος ήρωας του ’21


 

 

Η ιστορική γνώση, η γνώση του παρελθόντος κάθε έθνους, είναι ασφαλής πηγή πληροφοριών, που οδηγούν σε συμπεράσματα χρήσιμα για τη χάραξη της μελλοντικής εθνικής πορείας. Η αντικειμενική καταγραφή του παρελθόντος είναι, βέβαια, αδύνατη. Συχνά, όμως, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας δεν οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία του ιστορικού, αλλά σε συνειδητή επιλογή, που στοχεύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Έτσι, με τη μέθοδο της αποσιώπησης, της παρανόησης ή της διαστρέβλωσης, κρίσιμα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται αλλοιωμένα, ξένα από την πραγματική τους διάσταση ή αγνοούνται τελείως. Η ιστορία γίνεται μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας. Από τη μοίρα αυτή δεν εξαιρεθήκαν ούτε οι κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί ιστορικοί της επανάστασης του 21 εξύμνησαν αφειδώς τον πατριάρχη Γρηγόριο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, το Μαυροκορδἀτο και τον Γκούρα, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Δεληγιανναίους και γενικά τους προύχοντες του Μοριά, και τόσα άλλα πρόσωπα αμφίβολης τουλάχιστον προσφοράς στην υπόθεση του Ελληνικού ξεσηκωμού; Αφιέρωσαν βέβαια λίγες σελίδες και στον Παπαφλέσσα [1], τον Αθανάσιο Διάκο, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τόσους άλλους γνήσιους αγωνιστές που έπεσαν ηρωικά στα πεδία της μάχης. Ίσως γιατί αυτοί σκοτώθηκαν νωρίς. Αγνόησαν όμως ή υποβάθμισαν την προσφορά του Αντώνη Οικονόμου και του Λυκούργου Λογοθέτη ή συσκότισαν το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, επιφύλαξαν τη μοίρα των ηττημένων σ’ όλους τους λαϊκούς αγωνιστές. Χρέος δικό μας η δικαίωση των αδικημένων, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Ένας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του 21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία [2] του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια.

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Γεννήθηκε και έδρασε στην Ύδρα στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή η Ύδρα, που πριν από 150 περίπου χρόνια ήταν ένα χωριό δυστυχισμένων προσφύγων της Αττικής, της Μεγαρίδας, της Αργολίδας και της Εύβοιας, που ζούσαν πρωτόγονη ζωή σε άθλια καλύβια πάνω στο άγονο νησί, είχε γίνει η πλουσιότερη πόλη της Ελλάδας χάρη στη ναυτιλία της. Ενώ ως τις αρχές του 18ου αιώνα δεν είχαν παρά λίγα πλοιάρια, με τα οποία έκαναν κοντινές μεταφορές ή πειρατεία, από τα μέσα του ίδιου αιώνα σχημάτισαν μαζί με τα άλλα Ελληνικά νησιά (Σπέτσες, Ψαρά κλπ) το μεγάλο Ελληνικό εμπορικό στόλο, που κυριάρχησε στις μεταφορές του ανατολικομεσογειακού χώρου [3].

Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα της διεθνούς συγκυρίας: Στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να υπερασπίζεται τους ορθόδοξους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Έλληνες ναυτικοί το δικαίωμα να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Στη Γαλλική επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, στη διάρκεια των οποίων τα μεγάλα λιμάνια της Δύσης (Μασσαλία, Λιβόρνο, Γένοβα) είχαν αποκλεισθεί από τον Αγγλικό στόλο και άφησαν στην Ελληνική Εμπορική ναυτιλία το πεδίο ελεύθερο για δράση στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι ήταν απασχολημένοι στον πόλεμο, οι Ολλανδοί δε ριψοκινδύνευαν, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί είχαν αποκλεισθεί και νεκρωθεί. Οι ριψοκίνδυνοι Υδραίοι, λοιπόν, εκμεταλλευόμενοι άλλοτε την προσωρινή απομάκρυνση των Αγγλικών πολεμικών και άλλοτε τη θαλασσοταραχή, που δεν επέτρεπε καταδιώξεις, κατόρθωναν να σπάζουν τον αποκλεισμό και να μεταφέρουν στους πεινασμένους των αποκλεισμένων λιμανιών σιτοφορτία από τον Εύξεινο, που πληρώνονταν με χρυσάφι. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της Ύδρας, που με τον εμπορικό της στόλο ενταγμένο στις υπηρεσίες της διεθνούς αγοράς, πέτυχε να συνδέσει τη Ρωσική παραγωγή με την Ευρωπαϊκή αγορά [4].

Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας ευκολύνθηκε και από λειτουργικούς παράγοντες: Το κεφάλαιο για την κατασκευή ή την αγορά του πλοίου σχηματιζόταν συνεταιρικά, κάθε πλοίο, δηλ. αποτελούσε μια εταιρεία. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, που ήταν να ταξιδέψει ένα πλοίο, συγκεντρωνόταν ένα εταιρικό κεφάλαιο (σερμαγιά) για την αγορά του εμπορεύματος. Για τα κέρδη, λοιπόν, είχαν ενδιαφέρον πολλοί άνθρωποι, που τα μοιράζονταν με το σύστημα των μεριδίων. Η διαφορά όμως στη διανομή των μεριδίων ήταν μεγάλη και, μοιραία, δημιουργήθηκαν τάξεις. Στην πρώτη ανήκαν οι μεγάλοι πλοιοκτήτες, οι πρόκριτοι, που λέγονταν νοικοκυραίοι, στη δεύτερη οι πλοίαρχοι, οι λεγόμενοι καραβοκύρηδες, και ακολουθούσε ο λαός, από τον οποίο προέρχονταν τα πληρώματα των πλοίων [5].

Οι πλοιοκτήτες ήταν βαθύπλουτοι. Είχαν χτίσει στο νησί αρχοντικά σπίτια με μεγαλοπρέπεια και εσωτερικό πλούτο μεγάρων. Τα έπιπλα, τα υφάσματα για τα φορέματα των γυναικών, τα κοσμήματα, τα σκεύη, τα είδη χρήσεως, τη διακόσμηση των αιθουσών και των σπιτιών τα έφερναν από τα καταστήματα πολυτελείας των μεγάλων ευρωπαϊκών λιμανιών. Οι πλοίαρχοι είχαν μεγάλη μερίδα από τα κέρδη και οι ναύτες ζούσαν άνετα. Φτώχεια στο νησί δεν υπήρχε.

Οι καραβοκυραίοι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου, κρατούσαν στα χέρια τους όλη την κοινοτική διοίκηση, που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος και βρισκόταν κάτω από την προστασία τού Καπουδάν-πασά, ο οποίος ασκούσε τη γενική επίβλεψη των νησιών. Είχε διαμορφωθεί έτσι στην Ύδρα ένα αριστοκρατικό ολιγαρχικό πολίτευμα: Οι κεφαλαιούχοι εξέλεγαν δώδεκα «γέροντες», που αποτελούσαν το κοινοτικό συμβούλιο και χωρίζονταν σε τρία τετραμελή τμήματα[6]. Κάθε τμήμα διοικούσε το νησί επί τέσσερις μήνες και συνεδρίαζε καθημερινά για να λύσει τα ζητήματα σε συνεργασία με το διοικητή, που τον εξέλεγαν οι προεστοί του νησιού, αλλά τον διόριζε ο Καπουδάν-Πασάς. Πρώτος διοικητής ορίστηκε την 27 Δεκεμβρίου 18Ο2 ο Γεώργιος Βούλγαρης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Δημ. Βούλγαρη, και μετά το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1812, διορίστηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας [7].

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ο Αντώνης Οικονόμου «ων πλοίαρχος και καταστάσεως υδραϊκής μεσαίας»[8], πλοίαρχος δηλ. που προερχόταν από τη μεσαία τάξη του νησιού, ξεχώριζε ανάμεσα στους μικρούς καραβοκύρηδες, που διατηρούσαν γερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα, τους ναύτες και τους τεχνίτες. Φημιζόταν για την ευφυΐα του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την παλικαριά του. Αψηφούσε τις μεγάλες φουρτούνες, γι’ αυτό και το τσούρμο τον αναγνώριζε ως σωστό θαλασσόλυκο. Είχε κατορθώσει να αποκτήσει και δικό του πλοίο.

Η μεγάλη ακμή όμως της Ύδρας, επειδή προήλθε από τη διεθνή συγκυρία, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εμπορική ναυτιλία της, ταγμένη στην υπηρεσία των μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, γνώρισε βαθιά κρίση, όταν, με το τέλος του Ευρωπαϊκού πολέμου το 1815, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες της [9]. Οι πόλεμοι ευνοούν τη ναυτιλία: Μεγαλώνουν οι ανάγκες μεταφορών και εισαγωγών, υψώνονται τα ναύλα, αυξάνει ο αριθμός πλοίων, πλοιάρχων και ναυτών. Όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν, τα λιμάνια γεμίζουν δεμένα πλοία και ναύτες άνεργους στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και τότε στην Ύδρα [10]. Οι έκτακτες μεταφορές μειώθηκαν, άρχισαν να κινούνται στη Μεσόγειο και άλλες εμπορικές σημαίες, τα ταξίδια των υδραίικων καραβιών λιγόστεψαν. Το 1820 και στις αρχές του 1821 βρίσκονταν στην Ύδρα άνεργοι πολλοί πλοίαρχοι και ναύτες. Οι 28.000 περίπου κάτοικοι του νησιού [11], από τους οποίους οι δέκα χιλιάδες περίπου ήταν ναύτες, είτε Υδραίοι, είτε προερχόμενοι από άλλα νησιά, αλλά εγκατεστημένοι στην Ύδρα για να βρουν δουλειά, αντιμετώπιζαν οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Ο Αντώνης Οικονόμου λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο βρήκε μεγάλη φουρτούνα και έχασε το καράβι του, που αποτελούσε και όλη την περιουσία του, σε ναυάγιο κοντά στα Γάδειρα, έξω από το Γιβραλτάρ. Παλεύοντας ώρες με τα κύματα κατόρθωσε να γλιτώσει και γύρισε στην πατρίδα του. Χρήματα δεν είχε και, δραστήριος άνθρωπος καθώς ήταν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει πιστώσεις και να αποκτήσει νέο πλοίο, αντί να μείνει στην Ύδρα με τη μοίρα του καραβοτσακισμένου.

Στην Κωνσταντινούπολη τότε έβραζαν τα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας. Ο Οικονόμου [12] από τις πρώτες μέρες που έφτασε εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα. Νέος, πατριώτης και με θερμή ιδιοσυγκρασία καθώς ήταν, παραδόθηκε στο κήρυγμα του κινητήριου νου της προεπαναστατικής προετοιμασίας: «Ήρθε ο καιρός να φύγει ο Τούρκος. Η πατρίδα θα ξεσηκωθεί σε λίγο με όλες τις δυνάμεις της. Όλοι οι αρχηγοί της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Μολδοβλαχίας, των Σπετσών, οι Έλληνες του Εξωτερικού έχουν μυηθεί στο κίνημα». Και στο τέλος η γνωστή επωδός της προεπαναστατικής σειρήνας: Η ενίσχυση της Ρωσίας.

Ο Παπαφλέσσας ήξερε τι έκανε. Ο Οικονόμου δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ήταν Υδραίος. Και η Ύδρα δεν ήταν μέχρι τότε θερμή για τους μυητές της Φιλικής Εταιρείας. Αρκετοί υδραίοι πλοίαρχοι, που περνούσαν από το Βόσπορο, είχαν μυηθεί, αλλά οι πρόκριτοι του νησιού ήταν δύσκολοι. Ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του κινήματος. Όταν ο Αναγνωσταράς πήγε στην Ύδρα, επικοινώνησε με το Λάζαρο Κουντουριώτη, τον κορυφαίο πρόκριτο του νησιού, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Κουντουριώτης άκουσε τον Αναγνωσταρά με συγκίνηση, αλλά στο τέλος ζήτησε από το Μωραΐτη οπλαρχηγό έγγραφο του Καποδίστρια ή μια έγκυρη βεβαίωση ότι ο Καποδίστριας ήταν αρχηγός της Επαναστατικής Εταιρείας. Ο Αναγνωσταράς, που αγνοούσε και ο ίδιος την Αρχήν της Εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να δώσει στον Κουντουριώτη τέτοια πληροφορία και έφυγε από την Ύδρα άπρακτος.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας έστειλαν στην Ύδρα τον Περραιβό, για να βολιδοσκοπήσει τους Κουντουριωταίους, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να αλλάξει τα φρονήματά τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναγκάστηκε να γράψει στο Λάζαρο Κουντουριώτη «…Φίλε, δεν είναι καιρός να επιμένεις εις τοσούτον βαθύν λήθαργον… Τι στέκεις λοιπόν, Ποιον άλλον καιρόν προσμένεις,…» [13]. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1821 τους ξανάγραψε ο ‘Αθιμος Γαζής «…Έφθασεν ο καιρός δια να λάμψει πάλιν ο σταυρός και να λάβει πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής πατρίς μας, την ελευθερίαν της… Ο καιρός ήλθεν και πρέπει να ανάψετε την λαμπάδα του πατριωτισμού… Σας παρακαλεί η πατρίς, φίλοι, ετοιμασθήτε. Ετοιμασθήτε».

Κανένας όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι Κουντουριωταίοι και οι άλλοι προύχοντες σκέφτονταν πιο πολύ το πετσί τους και τις κάσες τους με τα τάληρά τους [14]. Οι προεστοί δεν ήθελαν την αλλαγή, γιατί θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δαπάνες για τη μετατροπή των πλοίων τους σε πολεμικά, και μάλιστα για μια επιχείρηση επικίνδυνη και που δεν επρόκειτο να τους αποφέρει κέρδη [15]. Η έμφυτη ορμή του λαού όμως ζητούσε άμεση εξέγερση. Στους πεινασμένους και δυσαρεστημένους κάθε μεταβολή ήταν επιθυμητή, γι’ αυτό στο τέλος η δημοκρατική ανυπομονησία τσάκισε την απερισκεψία της αριστοκρατίας [16].

Μέσα σε τέτοιο κλίμα βρέθηκε ο Αντώνης Οικονόμου, όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Ύδρα φλεγόμενος από την ιδέα της επανάστασης και βρήκε πρόθυμα για προσηλυτισμό τα πνεύματα των πλοιάρχων και των ναυτών. Έδωσε τον επαναστατικό παλμό στην καρδιά του λαού της Ύδρας και οδήγησε την Ύδρα, τον δεξιό βραχίονα της Ελλάδας προς τη θάλασσα, πάνοπλη στον Αγώνα. Η δράση του είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του αγώνα. Ελληνική επανάσταση χωρίς τη συμβολή του πανίσχυρου υδραίικου ναυτικού ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία [17]. Ο μεγάλος υδραίικος στόλος δεν έσωσε μόνο τον ξεσηκωμένο Μοριά, αλλά έγινε βασικό στήριγμα του ναυτικού και του γενικού επαναστατικού αγώνα. Χωρίς την Ύδρα το Αιγαίο δε θα γινόταν Ελληνική λίμνη. Η τουρκική αρμάδα θα έκανε στενό αποκλεισμό και σε μικρό χρονικό διάστημα η επανάσταση στο Μοριά θα έσβηνε.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Αυτά φαίνεται σκεπτόταν ο Καπετάν Αντώνης, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, και άρχισε να στρατολογεί άνδρες κοινολογώντας ότι θα πάει μαζί τους στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον αγώνα. Οι πρόκριτοι της Ύδρας τον πίστεψαν και με τη σκέψη, ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν και από τον Οικονόμου και από τους ενοχλητικούς άνεργους ναύτες, δεν έφεραν δυσκολίες στη στρατολόγηση. Έτσι ο Οικονόμου κατόρθωσε να εξοπλίσει σώμα από 500 άνδρες. Στο μεταξύ οι πρόκριτοι όχι μόνο δεν είχαν σκοπό να συμπράξουν στον αγώνα, αλλά για να εμφανίσουν την Ύδρα αμέτοχη στην επανάσταση και να την απαλλάξουν από τον κίνδυνο αποβίβασης τουρκικού στρατού, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τους ναύτες, που υποχρεώνονταν να δίνουν κάθε χρόνο στον τούρκικο στόλο [18]. Τους ναύτες αυτούς τους περίμενε η σφαγή και ο πνιγμός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευτυχώς, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, πληροφορήθηκαν τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στην Πόλη και πρόλαβαν να γυρίσουν πίσω και να σωθούν [19].

Τα επαναστατικά μηνύματα, λοιπόν, έφταναν στην Ύδρα το ένα μετά το άλλο. Μετά την Πελοπόννησο οι Σπέτσες και τα Ψαρά ρίχτηκαν στον αγώνα. Κάθε μέρα έφταναν στην Ύδρα απεσταλμένοι από διάφορα μέρη   της Πελοποννήσου και ζητούσαν να βγει και η Ύδρα στον αγώνα. Οι πρόκριτοι όμως εξακολουθούσαν να συνεδριάζουν καθημερινά στην Καγκελαρία περιμένοντας να πεισθούν για τη σοβαρότητα του κινήματος και μετά να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα [20]. Ο Οικονόμου ανυπομονούσε. Δεν του έφτανε όμως ο λαός, που ήταν ήδη μαζί του. Είχε ανάγκη από όλα τα πλοία και από χρήματα, για να τα κινήσει. Και τα πλοία και τα χρήματα βρίσκονταν στα χέρια των προκρίτων.

Όταν είδε ότι δεν υπήρχε πια καιρός για συσκέψεις και εγγυήσεις, αποφασισμένος να τελειώσει το γρηγορότερο έκανε το πραξικόπημα. Αφού συμφώνησε με τους πιο πολλούς καπεταναίους και με τους απεσταλμένους από το Μοριά Πέτρο Μαρκέζη και Γεώργιο Αγαλόπουλο, προχώρησε σε λαϊκό κίνημα. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου 1821 η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας κτύπησε δαιμονισμένα: Ήταν το επαναστατικό σύνθημα. Αμέσως η αγορά πλημμύρισε από τους ένοπλους, που είχε οργανώσει ο Οικονόμου για τη δήθεν εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και τελάληδες όρμησαν στους δρόμους της Ύδρας φωνάζοντας: Στα άρματα, όλοι στα άρματα.

Καθώς μετά την πρώτη έκπληξη οι πολίτες κατέβαιναν προς την αγορά και ρωτούσαν τι τρέχει, πετάχτηκαν από την ταβέρνα του Κουτσογιάννη, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, ο Αντώνης Οικονόμου με το Γκίκα, γιο του πρόκριτου Θεόδ. Γκίκα, που ήταν αντίθετος με το συντηρητικό πατέρα τους και μετείχε στο κίνημα. Τους περικύκλωσαν αμέσως ένοπλοι και πολίτες, και τότε ο Οικονόμου ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι και είπε [21]: «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο. θέλουν την ησυχία τους. Όμως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

«-Ζήτω η επανάσταση. Στα άρματα.» Φώναζαν αμέσως όλοι οι συγκεντρωμένοι. Ο λαός της Ύδρας ήταν ώριμος για την επανάσταση. Όταν μάλιστα είδαν μαζί με τον Οικονόμου και το γιο του τρανού προύχοντα Γκίκα, ενθουσιάστηκαν και σήκωσαν στα χέρια το αρχοντόπουλο. Το συγκεντρωμένο πλήθος διευθυνόμενο από ανθρώπους του Οικονόμου έτρεξε στην παραλία, όπου υπήρχαν σωροί καυσόξυλα για φόρτωση. Πήραν τα ξύλα για ρόπαλα και γυρνούσαν στους δρόμους φωνάζοντας «λευτεριά ή θάνατος», «κάτω τα τζάκια». Οι οργανωμένοι ένοπλοι του Οικονόμου όρμησαν στα αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν άδεια από ναύτες την ώρα της εφόδου, και τα κατέλαβαν. Η νύχτα πέρασε με ταραχή, χωρίς όμως να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ανάμεσα στο λαό δεν υπήρχαν αντιφρονούντες. Οι πρόκριτοι, που την ώρα της εφόδου βρίσκονταν στην Καγκελαρία, κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους, αλλά κανείς δε σκέφτηκε να τους θίξει.

Την άλλη μέρα το πρωί τα πλοία είχαν καταληφθεί. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν οπλοφόροι και ροπαλοφόροι κραυγάζοντας υπέρ της επανάστασης. Το μεσημέρι ο Οικονόμου όρμησε στην Καγκελαρία, καθαίρεσε δια βοής του λαού το διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική, στρατιωτική και ναυτική διοίκηση του νησιού με την έγκριση του λαού. Ο λαοπρόβλητος πλέον ηγέτης έβγαλε αμέσως διαταγή να σχηματισθούν ένοπλες περιπολίες και απαγόρεψε τις αντεκδικήσεις και βιαιοπραγίες. Άρχισαν επίσης αμέσως να συντάσσονται κατάλογοι για τη στρατιωτική κατάταξη. Άλλοι κατατάσσονταν στο σώμα για δράση στη στεριά και άλλοι εγγράφονταν ναύτες.

Αλλά για να κινηθούν τα πλοία χρειάζονταν χρήματα. Οι εθελοντές στρατιώτες και ναύτες έπρεπε να πάρουν μισθοτροφοδοσία και μια που θα έφευγαν έπρεπε να δοθεί και κάποιο επίδομα στις οικογένειές τους. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Στο ταμείο της Καγκελαρίας βρέθηκε ένα μικρό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για ν’ αγοράσουν είκοσι οκάδες μπαρούτι. Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Τα λεφτά βρίσκονταν στις στέρνες των προκρίτων.

Ο Οικονόμου τότε έστειλε τετραμελή επιτροπή στους πρόκριτους, που άλλοι βρίσκονταν στον πύργο του Λάζαρου Κουντουριώτη και άλλοι στο μοναστήρι, μέσα στο Κάστρο, και ζήτησε να ανοίξουν τις κάσες τους και να καταβάλουν τα έξοδα της επιστράτευσης. Οι πρόκριτοι, που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα την έκταση του κινήματος και σκέπτονταν πώς θα αντιμετωπίσουν τις ταραχώδεις σκηνές της νύχτας και ποια απόφαση θα πάρουν τελικά για την επανάσταση, μόλις πληροφορήθηκαν την καθαίρεση του Κοκοβίλα και την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστάτη πλοίαρχο, βεβαιώθηκαν πως τα πλοία τους επιτάχτηκαν από το λαό και είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι από ένοπλους, έστειλαν αναγκαστικά 30.000 τάληρα και έσπευσαν αμέσως να επιστρέψουν στα σπίτια τους «από τας οπισθίας εξόδους του οικήματος όπου συνεδρίαζαν [22]». Μα το ποσό αυτό ήταν λίγο και οι ένοπλοι κραύγαζαν απειλητικά έξω από τα σπίτια των πλουσίων προκρίτων: « – Θέλουμε και άλλα. Μην τα λυπάσθε. θα ξοδευτούν για την πατρίδα. Εμείς θαλασσοπνιγήκαμε τόσες φορές για να πλουτίσετε εσείς.»

Και έδωσαν και άλλα. Στις 31 του Μάρτη, μέσα σε τρεις μέρες δηλ., οι πλούσιοι καραβοκυραίοι άνοιξαν τις κάσες τους και συγκέντρωσαν 130.000 τάληρα. Το ποσό αυτό ήταν αρκετό για τις άμεσες ανάγκες του στόλου. Εξοπλίστηκαν αμέσως 92 μεγάλα πλοία και δόθηκαν σε κάθε ναύτη 8 τάληρα και από 50 τάληρα σε κάθε μια από τις οικογένειές τους.

Μετά απ’ αυτό τα πράγματα ηρέμησαν. Οι πρόκριτοι δε φάνηκαν διατεθειμένοι να αντιδράσουν κατά του Οικονόμου, ούτε κι εκείνος έδειξε εχθρική διάθεση εναντίον τους. Ζήτησε μάλιστα και τη σύμπραξη του Λάζαρου Κουντουριὡτη στη διοίκηση, αλλά ο υπερήφανος Υδραίος πρόκριτος με πληγωμένο τον εγωισμό του από το κίνημα αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως να νομιμοποιήσει το νέο επαναστατικό καθεστώς και το αναγνώρισε με το παρακάτω έγγραφο της 31 Μαρτίου:

 

Δηλοποιεῖται διά τοῦ παρόντος κοινού ἐνσφραγίστου τε καί ἐνυπογράφου γράμματος, ότι συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, ἐκρίναμεν άξιον διά ν’ άναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τόν τιμιὡτατον πατριὡτην μας κύριον καπετάν ‘Αντώνην Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τό νά διοικῇ μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστὡτων προκρίτων, κάτωθεν ύποσημειωμένων, τήν πολιτείαν τούτην, κρίνων και άνακρίνων πᾶσαν ἐπιτυχοῦσαν ύπόθεσιν πολιτικήν τε καί ἐμπορικήν.

‘Ο αναγορευθείς κοινή διοικητής κύριος καπετάν, Αντώνιος θέλει έχει μετ’ ἑαυτοῦ καί τέσσαρας ουμβούλους ἐκλεγομένους ὑπό αὐτοῦ. Οἱ μέν δύο θέλει ἔχουσιν είς πᾶσαν συνέλευσιν έλευθέραν τήν εἴσοδον καί τήν ψήφον ίσοδύναμον τοῖς κατά καιρόν προεστῶσι προκρίτοις. Οἱ δέ δύο μόνην τήν αύτοπρόσωπον παράστασιν πρός ήσυχίαν τοῦ λαού.

‘Ο ρηθείς διοικητής καπετάν Ἀντώνιος έχει άπόλυτον ἐξουσίαν, χρείας τυχούσης, νά ἐκστρατεύη διά ξηράς καί θαλάσσης, κατ’ άρέσκιαν, πᾶσαν άναγκαιοῦσαν δύναμιν, ἐπί κεφαλής τής όποίας δύναται ν’ άπέλθη καί ο ίδιος όψέποτε βουληθῇ. ‘Ημείς δέ οί κάτωθεν γεγραμμένοι προεστῶτες, οἱ φέροντες τό πρόσωπον τοῦ κοινού τούτου, ύποσχόμεθα ἑτοίμως και άναντιρρήτως προμηθεϋσαι τήν τοιαύτην δύναμιν καί τά έξοδα της τοιαύτης ἐκστρατείας.

‘Η άναγκαία κουστωδία τῆς πατρίδος θέλει νά είναι ὑπό τήν ἐξουσίαν του διοικητοϋ κυρίου καπετάν ‘Αντωνίου καί θέλει είναι είς χρέος δι’ αὐτῆς να διατηρήται ή εἰρήνη, διακαιοσύνη και καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων, χωρίς να παραβλέπεται ή παραμικρά άταξία.

Οἱ κατά καιρόν προεστῶτες θέλουσιν είναι άνεξάρτητοι άπό τοϋ διοικητοϋ καπετάν ‘Αντωνίου. Ούτως ευχαριστήσει ήμῶν τελεία σινεφωνήθη, δι’ ό καί εἰς τήν περί τούτου ἔνδειξιν ύπογραψόμεθα αύτοχειρί πάντες. .

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821

Οἱ κάτοικοι της Ύδρας

 

Ακολουθούσαν οι υπογραφές εξήντα επιφανών προκρίτων της Ύδρας [23], απ’ αυτούς που αποτελούσαν την ολιγαρχική παράταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή «οι κάτοικοι της Ύδρας» και όχι «οι πρόκριτοι της Ύδρας», όπως γινόταν ως τότε. Η αριστοκρατική ηγεσία φαινόταν να έχει καταργηθεί και να έχει αντικατασταθεί από ένα λαϊκό πολίτευμα, ψυχή και νους του οποίου ήταν ο Αντώνης Οικονόμου[24].

Ο Οικονόμου υπήρξε τότε ο μόνος αρχηγός στην Ελλάδα που διέθετε ολόκληρη τη δύναμη του τόπου του. Το χέρι του κρατούσε παντοδύναμο όπλο: Το πλήθος των χωρίς εργασία δευτερευόντων πλοιάρχων και τους 10.000 άνεργους ναύτες, για τους οποίους «η κατάοχεσις της χρηματικής περιουσίας των εκπεσόντων προκρίτων θα ήταν η πλέον ευχάριστος πράξις [25]». Κύριος της Ύδρας, του στόλου και του πλούτου της, μπορούσε, στην αρχή τουλάχιστον του αγώνα, να γίνει και κύριος της κατάστασης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώ όλοι αγωνιούσαν για την έξοδο της Ύδρας στον αγώνα, χωρίς την οποία ήταν χαμένοι, δεν είχε παρά να ζητήσει έναν αντιπρόσωπο από κάθε μεγάλη επαρχία και να σχηματίσει προσωρινή ελληνική κυβέρνηση υπό την εξουσία του. Δεν θα ήταν αναγκασμένος να καταλύσει άλλη ελληνική αρχή, αφού τέτοια δεν υπήρχε. Και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπάκουε, γιατί είχε ανάγκη το στόλο. Αλλά ο Οικονόμου δε σκέφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί δεν είχε ούτε τις φιλοδοξίες, ούτε την ιδιοσυγκρασία δικτάτορα. Ήταν ένας αγνός ιδεολόγος και τολμηρός πατριώτης.

Οι πρόκριτοι αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας επιχείρησαν να φύγουν κρυφά στη Ζάκυνθο, γιατί δεν ανέχονταν να μένουν υπό τον Οικονόμου, έναν απλό πλοίαρχο. Και εκείνος, αντί να τους αφήσει να φύγουν και να απαλλαγεί απ’ αυτούς, τους εμπόδισε. Αναγνώριζε ότι ο αγώνας είχε ανάγκη απ’ όλες τις δυνάμεις του Γένους και δεν αρνιόταν στους πρόκριτους τον πατριωτισμό, παρόλο που περίμενε την αντίδρασή τους και γνώριζε ότι δεν ήταν φίλοι του. Το κατάλαβε όταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε να μετάσχει στη διοίκηση.

Για να εξασφαλίσει την εξουσία του ο Οικονόμου επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλοιάρχους των πλοίων, που ήταν αφοσιωμένοι στους πρόκριτους, με ανθρώπους της προσωπικής του εμπιστοσύνης. Συνάντησε όμως την αντίδραση των πλοιοκτητών και των πλοιάρχων [26]. Τότε, αντί να επιβάλει τη θέλησή του με τη βία σε ανθρώπους, που η εχθρότητά τους δε θα μειωνόταν, όσο φιλικά και αν τους φερόταν, αναγνώρισε το δίκιο τους και άφησε στους πλοιοκτήτες το δικαίωμα να έχουν στα πλοία τους δικούς τους ανθρώπους, αντί να κηρύξει το στόλο εθνικό και κτήμα του Αγώνα. Αν εγκαθιστούσε δικούς του πλοιάρχους, η εξουσία του θα ήταν στερεωμένη. Μπορούσε να φύγει σε εκστρατεία και να είναι βέβαιος ότι οι πρόκριτοι δε θα είχαν τη δύναμη να κάνουν το παραμικρό εναντίον του. Γιατί δύναμη της Ύδρας ήταν τα πλοία της. Και οι εχθροί του θα ήταν αφοπλισμένοι.

Αλλά ο Οικονόμου δε σκεπτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πώς θα υπηρετήσει την πατρίδα. Του χρειάστηκαν 15 ημέρες για να ετοιμάσει τα πλοία και στις 16 Απρίλη 1821, Σάββατο της Διακαινησίμου, συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι όλων των τάξεων, έγινε δοξολογία και δέηση υπέρ του αγώνα και, ενώ από τα πλοία ερρίπτοντο κανονιοβολισμοί, υψώθηκε στο διοικητήριο η επαναστατική σημαία και η Ύδρα μπήκε επίσημα στον αγώνα Συντάχτηκε ταυτόχρονα το παρακάτω έγγραφο, που αποτελεί την πρώτη επαναστατική πράξη της Ύδρας, και με το οποίο αναγνωρίζονταν αρχηγός του Υδραίικου στόλου ο Ιάκωβος Τομπάζης:

 

Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν Έθνος, βεβαρημἐνον πλέον ν’ αναστενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό του οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν ή εις τα όπλα, δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους, τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της Ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος και πάσα ελληνική καρδία αναφλἐγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το ιτολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν’ απολεσθή εις τον   υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δέν θέλουσι μένει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα. Αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον, δια να καταστρέψουν τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον.

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπετάν-Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ, και άλλα πολεμικά ξύλα υπό την ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους ν’ αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικὡν δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Τούτο ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτισμένων εθνών. Και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλωμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των, βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών, και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει .είσθαί ποτέ την περίστασίν μας, ή να μη εύχεται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την Καγκελαρίαν της νήσου Ύδρας τη 16 Απριλίου 1821

Οι κάτοικοι της Νήσου Ύδρας

 

Την ημέρα αυτή ο Αντώνης Οικονόμου είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο του σκοπό. Έδωσε την Ύδρα στον Αγώνα. Αλλά και οι πρόκριτοι εξετέλεσαν το καθήκον τους, έστω και αναγκαστικά. Στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τώρα τον Οικονόμου πρόσφεραν πρόθυμα την ημέρα που κηρύχτηκε η επανάσταση νέα ποσά για την κίνηση του στόλου και έτσι η δημοτικότητά τους άρχισε να αποκαθίσταται. Και βέβαια ούτε ώρα δεν έπαψαν να συνωμοτούν.

Από την ημέρα εκείνη ο Οικονόμου δεν είχε παρά δυο δρόμους, αν ήθελε να τελειώσει την αποστολή του: Ή έπρεπε να παραιτηθεί από τη διοίκηση και να αρκεστεί στη δόξα ότι έβγαλε την Ύδρα στον αγώνα, ή όφειλε να πάρει ριζικά μέτρα για να στερεώσει την κυριαρχία του στην Ύδρα [27], να μεταβληθεί δηλ. σε πραγματικό δικτάτορα, αδυσώπητο και σκληρό προς τους αντιπάλους του. Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της επανάστασης και ασχολείτο συνεχώς με τις ανάγκες του στόλου. Και οι πρόκριτοι, που ο εγωισμός τους δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν δημαγωγό, όπως τον αποκαλούσαν, με συστηματικές ενέργειες κατόρθωσαν να κλονίσουν τη θέση του [28].

Στις 18 Απρίλη απηύθυνε προκήρυξη στα νησιά του Αιγαίου και καλούσε τους άλλους νησιώτες να επαναστατήσουν. Παρόμοια προκήρυξη απηύθυνε στους καθολικούς κατοίκους των Κυκλάδων, που αντιδρούσαν. Την επόμενη μέρα, 19 Απρίλη, σαν υπεύθυνος ευρωπαίος ναυτικός αρχηγός όριζε με διαταγή στους Έλληνες πλοιάρχους να σέβονται τις ουδέτερες σημαίες, να μην προκαλούν δυσαρέσκεια στους ευρωπαίους πλοιάρχους, να μην ενεργούν αδικαιολόγητες νηοψίες με τη βία, και γενικά να σέβονται τους όρους του διεθνούς δικαίου. Με το μέτρο αυτό ήθελε να περιορίσει τις πειρατικές διαθέσεις των Ελλήνων και να εμφανίσει νομιμόφρονα την ελληνική επανάσταση απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη [29].

Η ενέργεια αυτή του Οικονόμου δυσαρέστησε τους έλληνες ναύτες – οπαδούς του. Με τόσους αιώνες αναρχία στη θάλασσα είχαν αποκτήσει πειρατικές συνήθειες, που δεν μπορούσαν να κοπούν με ένα διάταγμα. Οι πρόκριτοι για να κερδίσουν τη συμπάθεια των ναυτών και να απομονώσουν τον Οικονόμου προπαγάνδιζαν ότι οι Τούρκοι πρέπει να περνούν από μαχαίρι χωρίς έλεος και ότι οι ναύτες που θαλασσοπνίγονται πρέπει να μοιράζονται τη λεία από τα τουρκικά πλοία [30]. Έτσι μετά από λίγες μέρες δυο υδραίικα καράβια κυρίευσαν ένα τούρκικο πλοίο, που μετέφερε τον πατριάρχη των Μουσουλμάνων και άλλους Τούρκους στη Μέκκα για προσκύνημα, τους έσφαξαν όλους με άγριο τρόπο πάνω στο κατάστρωμα [31] και επιστρέφοντας στην Ύδρα ήθελαν να οικειοποιηθούν και τα λάφυρα, που πήραν παραβιάζοντας όχι μόνο τη διαταγή του Οικονόμου, αλλά και τον παλαιότερο κανονισμό περί διανομής της λείας. Οι πρόκριτοι ζήτησαν από τον Οικονόμου να εφαρμόσει τον κανονισμό, αλλά όταν εκείνος ζήτησε να παραδοθεί η λεία για διανομή, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, τον έβρισαν και τον απείλησαν. Έθιγε άγραφα δικαιώματα εκείνων που πριν από λίγο τον είχαν αποθεώσει. Οι πρόκριτοι πήραν το μέρος των ναυτών, για να τους αποσπάσουν από το κόμμα του Οικονόμου και έτσι έγιναν δημοφιλείς και απέκτησαν και πάλι δύναμη.

Ο Οικονόμου, λοιπόν, βρέθηκε απογυμνωμένος από το λαό. Δεν απέμειναν παρά ελάχιστοι πιστοί κοντά του. Η ώρα του τέλους έφτανε. Οι πρόκριτοι έφερναν εμπόδια σε κάθε πράξη του και εκείνος, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ελπίδα συμβιβασμό μαζί τους, άρχισε να φέρεται προκλητικά και απότομα. Κρατούσε μάλιστα κοντά του και τον Καλοδήμα, που την ημέρα του γάμου του Λάζαρου Κουντουριώτη είχε φονεύσει τον πατέρα του μέσα στην εκκλησία [32]. Οι συνωμοτικές ενέργειες των προκρίτων προχωρούσαν και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, γκρέμισαν τον Οικονόμου από την εξουσία.

Στις 12 Μάη 1821, όταν έλειπε από το λιμάνι ο στόλος με τους πιο πολλούς από τους οπαδούς του Οικονόμου, οι πρόκριτοι οργάνωσαν επιχείρηση για τη θανάτωσή του. Την εκτέλεση ανέλαβαν οι πλοίαρχοι Λάζαρος Παναγιώτας και Θεόφιλος Δρένιας μαζί με τον Αντώνη Κριεζή και δέκα ένοπλους, που όρμησαν στο Διοικητήριο, όπου βρισκόταν ο Οικονόμου με το γιο του, τον Καλοδήμα και δώδεκα σωματοφύλακες. Ο Οικονόμου, που κατάλαβε το σκοπό τους, πυροβόλησε πρώτος το Δρένια, αλλά αστόχησε. Τον πέτυχε όμως ο γιος του Οικονόμου και τον έριξε νεκρό. Ο Παναγιώτας τραυμάτισε τον Καλοδήμα, αλλά τραυματίστηκε κι αυτός από τους σωματοφύλακες [33] του Οικονόμου. Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι άνθρωποι του Κριεζή και ο Οικονόμου απομονωμένος κλείστηκε στο Διοικητήριο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια από το παράθυρο. Έτρεξαν μερικοί να τον υπερασπίσουν και η συμπλοκή γενικεύτηκε.

Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν προς το διοικητήριο από τα διπλανά σπίτια του Βούλγαρη, του Μανώλη Τομπάζη, του Αναστάση Κριεζή και από τον ταρσανά, ενώ ο Γεώργιος Σαχτούρης και οι πλοίαρχοι άρχισαν να κανονιοβολούν το διοικητήριο από τα πλοία τους. Ο Οικονόμου βλέποντας τον κίνδυνο κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω πόρτα του διοικητηρίου και έτρεξε προς την ακτή καταδιωκόμενος από τον Κριεζή και τους ανθρώπους του. Έφτασε στη θέση Καμίνι, πήρε μια ψαρόβαρκα με λίγους δικούς του, ανέβηκε στη γολέττα του Τομπάζη, που βρισκόταν εκεί χωρίς ναύτες, και απέπλευσε για να διαφύγει. Τον καταδίωξαν όμως με άλλο πλοίο και κινδυνεύοντας αποβιβάστηκε στον Γιαλαμιδά, στα δυτικά του νησιού, και έτρεξε στα υψώματα, αλλά κυκλώθηκε από τους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Τον επιβίβασαν αμέσως σε μια βάρκα με 10 ναύτες, για να τον μεταφέρουν στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου και να τον θανατώσουν. Μεταξύ όμως των 10 ναυτών έτυχαν μερικοί συγγενείς του Οικονόμου, που απαίτησαν από τους άλλους να τον αφήσουν ελεύθερο [34]. Έτσι ο Αντώνης Οικονόμου σώθηκε και κατέφυγε στο Κρανίδι μαινόμενος κατά των συμπατριωτών του και φοβερίζοντας ότι θα επιστρέψει στην Ύδρα για να εκδικηθεί. Οι Κρανιδιώτες τον φιλοξένησαν, γιατί τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

Τότε όμως έφτασε στην Ύδρα ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από την Πάτρα και ο Ναθαναήλ, ηγούμενος στο Μοναστήρι του Φονιά, για να ζητήσουν ναυτική υποστήριξη από τους Υδραίους για τον αποκλεισμό της Πάτρας, γιατί ο άγγλος πρόξενος των Πατρών, Γκρην, εφοδίαζε από τη Ζάκυνθο τους αποκλεισμένους Τούρκους. Οι πρόκριτοι τότε δε δίστασαν να εκβιάσουν την κατάσταση. Απάντησαν ότι όσο ο Οικονόμου βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου «οχλαγωγών και απειλών [35]» δεν εγκρίνουν να απομακρυνθούν τα πλοία τους από το νησί, γιατί κινδυνεύουν. Ζήτησαν μάλιστα από το Θεοχαρόπουλο να συλλάβει και να φυλακίσει τον Οικονόμου, για να ησυχάσει το νησί, και τότε θα βοηθήσουν την επανάσταση. Οι Κρανιδιώτες, που είχαν αρνηθεί να απομακρύνουν τον Οικονόμου ή να τον παραδώσουν στους Πρόκριτους, πείστηκαν να τον παραδώσουν στο Θεοχαρόπουλο, ο οποίος τον μετέφερε και τον φυλάκισε στον μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στις Κλουκίνες Καλαβρύτων [36], όπου έμεινε απομονωμένος με λίγους συντρόφους του, υπό την προσωπική ευθύνη του Θεοχαρόπουλου υπενάντιο στους Υδραίους πρόκριτους.

Οι παλιοί συνεργάτες του Οικονόμου Γκίκας Θ. Γκίκας και Πέτρος Μαρκέζης διέφυγαν από την Ύδρα και με 300 οπαδούς τους, πήγαν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγιναν δεκτοί από τον Κολοκοτρώνη και πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Γεώργιος Αγαλλόπουλος πήγε στο Μυστρά και έφτιαξε δικό του σώμα. Άλλοι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ύδρα και διασκορπίστηκαν σε διάφορα σώματα, που δρούσαν στην Ανατολική Πελοπόννησο. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας μάλιστα έστελνε από τα Τρίκορφα γράμματα στους Πρόκριτους της Ύδρας, τους αποκαλούσε «ασπρολάτρας», δούλους του χρήματος δηλαδή, και «απόγονους του Ιούδα [37] και τους απειλούσε ότι θα εκστρατεύσει εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και 10.000 άνδρες, αν δεν του στείλουν πολεμοφόδια που ζητούσε. Τη συνένωση και εκδίκηση όλων αυτών των ένοπλων Υδραίων υπό τον Οικονόμου φοβούνταν πάντα οι Πρόκριτοι του νησιού.

Στο μεταξύ ο Οικονόμου δεν άντεξε την απομόνωση στην Αγία Βαρβάρα. Έφυγε με τους κρατούμενους εκεί συντρόφους του και πήγε στο μοναστήρι του Φονιά, στο Φενεό, όπου ήταν ηγούμενος ο Ναθαναήλ, προς τον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη. Όταν έμαθε τη δραπέτευσή του ο Θεοχαρόπουλος, που είχε δώσει το λόγο του στους Υδραίους πρόκριτους για την ασφαλή κράτησή του, έσπευσε με σώμα ενόπλων αποφασισμένος να τον επαναφέρει στην Αγία Βαρβάρα ή να τον σκοτώσει. Αλλά ο Οικονόμου έκλεισε την πύλη του μοναστηριού, τοποθέτησε τους άνδρες του στα τείχη της μονής και απείλησε ότι θα πυρπολήσει το μοναστήρι. Επενέβησαν τότε οι μοναχοί και έπεισαν το Θεοχαρόπουλο να αποχωρήσει με την υπόσχεση ότι αναλαμβάνουν αυτοί την προσωπική ευθύνη για την κράτηση του Οικονόμου, ο οποίος τους έδωσε το λόγο της τιμής του, ότι δε θα φύγει από το μοναστήρι μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς.

Έτσι ο Οικονόμου παρέμεινε στο μοναστήρι του Φονιά, από όπου επικοινωνούσε και αλληλογραφούσε με τους φίλους του. Ο μεγαλύτερος γιος του, που έμενε μαζί του τον περισσότερο καιρό και συχνά πήγαινε στην Τριπολιτσά, και οι συγγενείς του, που πηγαινοέρχονταν και τον έβλεπαν, τον πληροφορούσαν για τα διαδραματιζόμενα στην Ύδρα και τις επιτυχίες της επανάστασης. Όλες αυτές οι πληροφορίες ηλέκτριζαν τον ατίθασο Υδραίο, που δεν ήταν δυνατόν να ησυχάσει.

Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς κινήθηκαν από όλες τις πλευρές οι διαδικασίες για τη συγκρότηση της Α’ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών συγκεντρώθηκαν στο Άργος, όπου μάλιστα στις 14 Δεκεμβρίου 1821 έγινε η έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης με ένα είδος τελετής στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Ο Ν. Βάμβας εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν κατόπιν πίστη στην πατρίδα. Ο Οικονόμου αποφάσισε τότε να πάει στο Άργος με σκοπό να καταγγείλει τους Κουντουριωταίους και τους άλλους πρόκριτους της Ύδρας ότι καταλάβανε πραξικοπηματικά την εξουσία και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ηγέτης της πλειοψηφίας του λαού της Ύδρας [39]. Κατόρθωσε να εξοπλίσει Υδραίους συντρόφους του που ήταν μαζί του, έστειλε με το γιο του γράμμα στον Κολοκοτρώνη, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι έρχεται στο Άργος, έφυγε έφιππος με τους άνδρες του φέροντας και σημαία, που είχε φτιάξει στο μοναστήρι, και έφτασε στον Άγιο Γεώργιο Κορινθίας, μετόχι της μονής του Φονιά, όπου στάθμευσε.

Τη φυγή του Οικονόμου, όμως, πληροφορήθηκαν και οι πληρεξούσιοι των προκρίτων που βρίσκονταν στο Άργος. Ο εκτελών χρέη ηγουμένου στο μοναστήρι του Φονιά, Σαμουήλ, έστειλε αμέσως με έφιππο επιστολή στον ηγούμενο Ναθαναήλ, που βρισκόταν στο Άργος για τη συνέλευση, και του ανάγγειλε ότι ο κρατούμενος Υδραίος αρχηγός έφυγε με ένοπλο σώμα χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μοναχοί. Ο Ναθαναήλ, που είχε εγγυηθεί προσωπικά για την κράτηση του Οικονόμου στο μοναστήρι του Φονιά, έδειξε έντρομος την επιστολή στο Σωτήρη Χαραλάμπη και εκείνος στους πληρεξούσιους των προκρίτων της Πελοποννήσου και της Ύδρας, που καταταράχτηκαν. Δεν ήξεραν με πόση δύναμη ερχόταν ο Οικονόμου και οι ημέρες ήταν πονηρές, λόγω των αντιθέσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς και της συμπάθειας των στρατιωτικών προς τον Οικονόμου.

Οι πρόκριτοι μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να στείλουν το Ναθαναήλ να συναντήσει τον Οικονόμου και να τον πείσει να επιστρέψει στο μοναστήρι του Φονιά ή τουλάχιστον να παραμείνει στον Άγιο Γεώργιο. Πράγματι ο Ναθαναήλ πήγε και συνάντησε τον Οικονόμου, αλλά μάταια προσπάθησε με παρακλήσεις, υποσχέσεις και υποδείξεις να τον μεταπείσει. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν πια. «Καλόγερε», είπε στο τέλος στο Ναθαναήλ, «δεν σε ακούω πια. Ως πότε θα με έχεις δεμένον;» Ο Ναθαναήλ ειδοποίησε αμέσως το Χαραλάμπη και τους άλλους πρόκριτους ότι δεν κατόρθωσε τίποτα και ότι ο Οικονόμου εντός ολίγου φεύγει κατευθυνόμενος προς το Άργος.

Οι Πελοποννήσιοι και Υδραίοι πρόκριτοι θορυβημένοι έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Οικονόμου πριν φθάσει στο Άργος. Αλλά, για να δοθεί επίσημος χαρακτήρας στην αποστολή εναντίον του Οικονόμου, χρειαζόταν και η υπογραφή του Δημήτρη Υψηλάντη, που έφερε ακόμα τον τίτλο του αρχιστράτηγου και μαζί με τη Γερουσία της Πελοποννήσου αποτελούσε την υπέρτατη αρχή [40]. Για να πείσουν τον Υψηλάντη να υπογράψει τη διαταγή χρησιμοποίησαν το Νεόφυτο Βάμβα. Ο Βάμβας ήταν στην Ύδρα, όταν ο Οικονόμου έκανε το κίνημα και έλαβε την εξουσία, και γνώριζε τον ορμητικό χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του Οικονόμου. Έτσι οι πληρεξούσιοι της Ύδρας εύκολα τον έπεισαν ότι οι πρόκριτοι του νησιού διέτρεχαν κίνδυνο και δημιουργούνταν περιπέτειες σε βάρος του αγώνα, αν άρχιζαν νέες ταραχές και εσωτερικές ανωμαλίες στην Ύδρα.

Τους φόβους του αυτούς ο Βάμβας μετάδωσέ στον Υψηλάντη και τον έπεισε να υπογράψει έγγραφο σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικό σώμα θα πήγαινε να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον φυλακίσει στο Μεγάλο Σπήλαιο. Δινόταν μάλιστα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον του Οικονόμου, αν δεν υπάκουε και αντιστεκόταν [41]. Ο Υψηλάντης υπέγραψε το έγγραφο, που δε διέφερε από θανατική καταδίκη, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο υπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας. Σχηματίστηκε αμέσως σώμα από ένοπλους άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση της Βοστίτσας (Αιγίου) Ανδρέα Λόντου με επικεφαλής τον Ευθύμιο Ξύδη, το Σπύρο Ξύδη από τα Κράβαρα, το Γεώργιο Κοντοβαζενίτη και από μισθοφόρους το Σωτήρη Χαραλάμπη με τον υπασπιστή του Ιωάννη Φεϊζόπουλο και τον Ανδρέα Νικολόπουλο. Η δύναμη του σώματος ήταν 70 άνδρες και κινήθηκαν προς ανεύρεση του Οικονόμου.

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης, που πολιορκούσε τότε το φρούριο του Ναυπλίου, πήρε την επιστολή του Οικονόμου, πρόβλεψε τα δυσάρεστα και θέλησε να τα αποτρέψει. Παρήγγειλε λοιπόν στον Δημήτρη Τσώκρη, το στρατιωτικό διοικητή του Άργους, να σπεύσει να προφθάσει τον Οικονόμου, πριν μπει στο ‘Αργος και να τον πείσει να περιμένει μέχρι που να μπορέσει να πάει ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Κολοκοτρώνης σκόπευε, αφού κρατούσε ο Τσώκρης τον Οικονόμου έξω από την πόλη, να επέμβει και να τον συμφιλιώσει με τους Υδραίους πρόκριτους. Ο Τσώκρης αναχώρησε αμέσως έφιππος, για να εκτελέσει τη διαταγή του Κολοκοτρώνη.

Πρόλαβαν όμως οι δολοφόνοι των προκρίτων. Οι ένοπλοι του Λόντου και του Χαραλάμπη συνάντησαν τη μικρή ομάδα του Οικονόμοι μεταξύ Άργους και Κουτσοποδίου, στην περιοχή Κατσικάνι, «παρά τον Ξεριάν, εις μίαν θέσιν, όπου υπήρχε παλαιός τοίχος» [42]. Ο Οικονόμου είδε τους ένοπλους, αλλά δεν φαντάστηκε ότι έρχονταν εναντίον του, αλλιώς θα έσπευδε να φθάσει στον τοίχο και να οχυρωθεί. Ο Νικολόπουλος και οι Ξυδαίοι μόλις έφθασαν κοντά στον Οικονόμου του φώναξαν να διπλώσει τη σημαία του και να ρίξει κάτω τα όπλα του. Εκείνος δεν υπάκουσε και έτρεξε προς τον τοίχο, για να οχυρωθεί και να αμυνθεί. Ήταν αργά όμως. Τον πυροβόλησαν αμέσως άνανδρα και τον έριξαν νεκρό από το άλογό του. Οι σύντροφοί του διασκορπίστηκαν αμέσως και ταυτόχρονα έσπευσαν να φύγουν και εκείνοι που τον κτύπησαν εγκαταλείποντας τον Οικονόμου νεκρό [43].

«Ολίγην ώραν μόλις μετά τον φόνο του», σημειώνει ο Δ. Κόκκινος [44], «έφθασεν εκεί ο Δημήτρης Τσώκρης και ευρέθη προ του πτώματός του. Φρόντισε τότε δια την ταφήν του παρά τον τοίχο και επέστρεψε στο Άργος οργισμένος κατά των Υδραίων, τους οποίους συνάντησε στο σπίτι του Αναγνώστη Ιατρού και τους εκάκισε δια την πράξιν τους».

Η σύζυγός του πέθανε μετά από μια βδομάδα και η υπόλοιπη οικογένειά του μετακόμισε στις Σπέτσες [45], και οι υπόλοιποι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ύδρα μετά την οριστική επικράτηση των Προκρίτων. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας πέθανε την ίδια εποχή από λοιμική νόσο, που αναπτύχθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Με το αίμα του Οικονόμου οι Υδραίοι συμβιβάστηκαν με τους Μοραΐτες, το μέτωπο των ολιγαρχικών βγήκε σοβαρότατα ενισχυμένο και η ήττα των φιλικών ήταν οριστική [46]. Ο Υψηλάντης με τον Κολοκοτρώνη απογοητευμένοι φεύγουν για την Ακροκόρινθο, ενώ οι αγωνιστές γογγύζουν για την εγκατάλειψή τους από τους ηγέτες του. Και ήταν η στιγμή , που το λαϊκό κίνημα προδομένο βρισκόταν στη βράοη του. Ζητούσε τους ηγέτες του [47]. Οι ακατάπαυστες εξεγέρσεις έδειξαν τη ζωντάνια του, όταν οι Κωλέττηδες και οι Μαυροκορδάτοι ξεπουλούσαν τη χώρα. Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Ύδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του 21.

 

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο πόθος, λοιπόν, των Ελλήνων, που συσπειρώνονταν στους Κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, για ανεξαρτησία και θεμελίωση ενός κράτους, που θα στηριζόταν στις εθνικές παραδόσεις και στις αρχές της ισοπολιτείας και της ελευθερίας, που είχε διαδώσει στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση, κατέληξε μετά από βαρύτατες θυσίες στη δημιουργία ενός κράτους μικρού σε έκταση, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών του 1821. Τα πάθη και η εξόντωση του Αντώνη Οικονόμου και άλλων λαϊκών αγωνιστών οδήγησαν το νεοσύστατο κράτος στην «προστασία» των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η αντίπαλη προς τον Οικονόμου παράταξη δεν επικράτησε μόνο στη διάρκεια της επανάστασης του 21, αλλά καθόρισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις τύχες του Ελληνικού κράτους για 150 χρόνια. Και επιφύλαξε σκληρή τύχη στους αδικοχαμένους αντίπαλους αγωνιστές. Τους καταδίκασε στην αφάνεια. Η επίσημη ιστοριογραφία όλα αυτά τα χρόνια αγνόησε τον Αντώνη Οικονόμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φύλλα του Κώδικα, όπου καταχωρούνταν τα πρακτικά τον καιρό που είχε την εξουσία στην Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου είναι κομμένα με ψαλίδι!

Μόλις τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία απλών ανθρώπων της Ύδρας αναζητήθηκαν στοιχεία, αποκαταστάθηκε η μνήμη και η τιμή του Αντώνη Οικονόμου στη γενέτειρά του, την Ύδρα, και στήθηκε η προτομή του δίπλα στους άλλους ήρωες του Αγώνα του 21. Και τον Απρίλη του 1988 στήθηκε ένα σημάδι θύμησης του Αντώνη Οικονόμου στην περιοχή που δολοφονήθηκε, στο Άργος. Με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Εκδρομικών σωματείων Ελλάδας και τη συνεργασία του Δήμου Άργους τοποθετήθηκε στην είσοδο της πόλης του Άργους, αμέσως μετά τη γέφυρα του Ξεριά, μια μεγάλη πέτρα με την προσωπογραφία του Αντώνη Οικονόμου. Ένα σημάδι που κάνει τους περαστικούς να αναρωτιούνται για την ταυτότητα αυτού του «άγνωστου ήρωα». Μια απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα και παράλληλα μια προσπάθεια αποκατάστασης της μνήμης του Αντώνη Οικονόμου και της ιστορικής αλήθειας αποτελεί και το κείμενο αυτό.

Ο Αντώνης Οικονόμου, πρωτεργάτης της εξέγερσης της Ύδρας το 1821, αφού για δεκάδες χρόνια έμεινε ξεχασμένος, επιστρέφει την επικαιρότητα και καταλαμβάνει δικαιωματικά τη θέση που του αξίζει στις σελίδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι στάθηκαν διστακτικοί και άργησαν να τον αναγνωρίσουν. Σήμερα όμως, που η πάροδος του χρόνου επιτρέπει την ήρεμη και δίκαιη κρίση, αποκαθίσταται η ιστορική δικαίωση του φλογερού πατριώτη και η φυσιογνωμία του θα κοσμεί το πάνθεον των εκλεκτών ανδρών της πατρίδας.

 

Υποσημειώσεις


  1. Όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στο Μοριά, το Φλεβάρη του 1821, και προσπαθούσε να ξεσηκώσει του Έλληνες, οι Κοτζαμπάσηδες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λόντου στο Αίγιο, για να σκεφτούν με ποια μέτρα θα ματαιώσουν την εξέγερση (Συνέλευση της Βοστίτσας). Εκέι ο Π. Π. Γερμανός αποκάλεσε τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» (Π. Π. Γ. Απομν. Σελ. 9). Ο Παπαφλέσσας όμως έμεινε ανένδοτος. (Η Επαν. Του 21, σελ 87).
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού έθνους» (τόμος 7ος σελ. 493-494) αφιερώνει 15 ακριβώς σειρές για τον Αντώνη Οικονόμου και το κίνημά του και τον χαρακτηρίζει απερίφραστα «Εφήμερον δικτάτορα».
  3. Κρεμμυδά Β: Νεότ. Ιστορ. Σελ. 97-99.
  4. Κρεμμυδά Β: Εισαγωγή σε Ιστ. Νεοελ. Κοινωνίας σελ. 118-120.
  5. Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλην, Επαν. σελ. 318. τομ. 1.
  6. Finley (τομ. 1 σελ 49). Ιστ. Ελλην, Επαν/σης.
  7. Μέχρι το 1770 την Ύδρα την κυβερνούσαν οι ιερείς. Με τα Ορλωφικά τοποθετήθηκε ως διοικητής Ρώσος αξιωματούχος και μετά την αποχώρησή του η εξουσία έμεινε αποκλειστικά στα χέρια των προκρίτων.
  8. Μαυροκεφάλου Αναστ. : «Διάλογοι αττικοί Δύο», Διάλογος Α’, σελ.4, Αθήνα 1863.
  9. Η κρίση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης στον Ελλαδικό χώρο, η οποία δεν αποκλείεται να επιτάχυνε την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π., σελ. 322.
  11. Ο σημερινός πληθυσμός της Ύδρας είναι 2.538 κάτοικοι (απογραφή 1971).
  12. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 321.
  13. Φιλήμονος : Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Α’, σελ. 318-320.
  14. Κορδάτου Γ. Μ. Ιστ. Ελλάδας, τομ. 10ος, σελ 229.
  15. Finley ο.π. σελ 235.
  16. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, Επίτομη Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως σελ. 79.
  17. Την ναυτική δύναμη της Ελλάδας στα 1821 δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Ύδρα 115 μεγάλα πλοία

Σπέτσες 60 μεγάλα πλοία

Ψαρά 40 μεγάλα πλοία

Κάσος 15 μεγάλα πλοία

Τρίκερι 30 πλοία διάφορων μεγεθών

Γαλαξίδι 60 πλοία διάφορων μεγεθών

Τα σκάφη με εκτόπισμα από 60 έως 100 τόνους υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 200 σ’ όλη την Ελλάδα. Σ’ όλους αυτούς τους αριθμούς δεν υπολογίζονται καΐκια που υπήρχαν σε κάθε νησί ή λιμάνι. (, ο.π. τομ. Α’. Σημείωση στη σελ. 232).

  1. Η Ύδρα έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο 300 ναύτες, αλλά τα τελευταία χρόνια, επειδή οι Σπέτσες και τα Ψαρά δεν μπορούσαν να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις προς την Πύλη, ο αριθμός των 800 Ελλήνων που απαιτούσε ο Σουλτάνος συμπληρωνόταν από τους Υδραίους.
  2. Κατά το Σπ. Τρικούπη (Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως Τομ. Α’, σελ 121) τους ναύτες αυτούς τους πρόλαβαν άνθρωποι του Οικονόμου στην Μήλο, τους εμπόδισαν και του γύρισαν πίσω και έτσι γλίτωσαν τη σφαγή (βλ. Και Μ. Οικονόμου Ι.Ε.Επ. σελ 165).
  3. Δημογέροντες εκείνη την τετραμηνία ήταν ο λάζαρος Κουντουριώτης, ο Θ. Γκίκας-Γκιώνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, και ο Βασίλης Μπουντούρης. Κυβερνήτης διορισμένος από τον Καπουδάν πασά, ο Νικόλαος Κοκοβίλας.
  4. Κορδάτου Γ: Μ.Ι.Ε. τομ. 10 σελ. 230.
  5. Δ. Κοκκίνου, ο.π. τ. 1, σελ.326.
  6. Υπογράφουν οι παρακάτω:

Λάζαρος Κουντουριώτης (Τ.Σ.) – Δημήτρης Τσαμαδός – Θοδωρής Γκίκας – Γεώργιος Γκιώνης – Νικόλαος Οικονόμου -Σταμάτης Ν. Μπουντούρης – Αναγνώστης Παπαμανόλης – Φρατζέσκος Βούλγαης – Γεώργιος Κηβοτός – Αναστάσιος Θεοδωράκης – Δημήτρης Κριεζής – Αντώνιος Βόκου – Αναγνώστης Γιουρδής – Γεώργιος Κουντουριώτης – Γιακουμάκης Τουμπάζης – Καπετάν Λάζαρος Λαλεχού – Αλέξανδρος Δημητρίου – Γιάννης Δημητρίου Ζάκα – Λάζαρος Παπαμανόλης – Κωνσταντής Μεθενίτης – Λάζαρος Νικολάου Κριεζή – Καπετάν Δημήτρης Βόκου – Νικόλας Παντελή – Γιάννης Γκέλης – Αναγνώστης Κριεμάδης – Καπετάν Θεοφάνης Βόκου – Λευτέρης Χατζή Γκιόνη – Σάβας Ανδρέα Σάβα – Γιάννης Φραντζέσκος Δοντάς – Αντώνιος Γεωργίου Κριεζή – Ηλίας – Γιάννης Μπητζηλής – Γιάννης Δοκός – Πολυχρόνιος Ιωάννου – Γεώργιος Δημητρίου Νέγκα – Αντρέας Γιάννη Θεοδόση – Αναστάσης Σερφιότης – Παντελής Γιάννη Γκίκα – Βασίλειος Ν. Μπουντούρη – Γιώργος Χατζή Γκιόνη – Ιωάννης Ορλάνδος (Τ.Σ.) – Μανόλης Τουμπάζης – Ανδρέας Δ. Βόκου-Μιαούλης – Γιάννης Βούλγαρης -Λάζαρος Πηνότσης – Γεώργιος Σαχτούρης – Βαγγέλης Δημητρίου – Ιωάννης Αναγνώστου – Γεώργιος Ιωάννου Κριεζή – Αντώνιος Δημητρίου – Νικολός Βόκου -Καπετάν Νικόλας Ούνγκρας – Καπετάν Παντελής Πέτρου – Αναγνώστης Ραφελιάς – Αναγνώστης Αντωνίου Ρηνότζη – Δημήτριος Ανδρέα Βόκου.

 

  1. Ι.Ε.Ε. τομ. ΙΒ σελ 102.
  2. Δ. Κόκκινου, τ. 1, σελ 327
  3. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 328-329.
  4. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 331
  5. Ι.Ε.Ε. ο.π. σελ. 124.
  6. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 332.
  7. Κορδάτου Γ. ο.π. σελ. 326.
  8. Finley ο.π. σελ. 239-240.
  9. Finley ο.π. σελ. 49.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 333.
  11. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι δεν ήταν συγγενείς του, αλλά μπράβοι που είχαν σκοπό να τον πνίξουν. Όταν όμως τον άκουσαν να μιλά και να τους καλεί στο καθήκον, ντράπηκαν, και δεν εκτέλεσαν την εντολή που είχαν. (ο.π. σελ. 236).
  12. Σπ. Τρικούπη ο.π. σελ. 186.
  13. Φωτάκου: Απομν. Ελλην. Επαν/σης τομ. Α’, σελ. 115.
  14. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 55.
  15. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ ο.π. σελ. 99.
  16. Γ. Κορδάτου ο.π. σελ. 372.
  17. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 57.
  18. Σ. Τρικούπη ο.π. σελ. 99.
  19. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ 4, σελ 58. ο μοναδικός παλαιός τοίχος, που υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι πρόσφατα, ήταν ένα τμήμα Ρωμαϊκού υδραγωγείου (;) που ξεκινούσε από την περιοχή Καρανταναίικα, ανατολικά του Αγίου-Προκόπη στο Αεροδρόμιο Άργους, διέσχιζε ένα τμήμα του Ξεριά και κατέληγε απέναντι από το παλαιό λατομείο του Ξηνταρόπουλου στα 800 μέτρα του δρόμου Άργους-Καρυάς. Σε κάποιο σημείο αυτού του τοίχου, πιθανότατα στα Καρανταναίικα, σκοτώθηκε ο Οικονόμου. Το τμήμα του τοίχου, που περνούσε μέσα από τον Ξεριά, σώζεται και σήμερα στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Καρυάς.
  20. κατά τον Μ. Οικονόμου (ιστορικά της Ελλη. Παλιγγενεσίας σελ. 167) ο Αντώνης Οικονόμου «εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθει εκεί. Οι δε συνοδοιπόροι του απήχθησαν».
  21. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 58.
  22. Μ. Οικονόμου Ι.Ελ.Παλιγ. σελ. 167.
  23. Τ. Βουρνά, Ιστορ. Ν. Ελλ. Τόμος 1, σελ 107.
  24. Γ. Βαλέτα, Το Προδωμένο Εικοσιένα, σελ 72.

Αλέξης Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 96-117, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862: Μια νέα γενιά δημοκρατικών Ελλήνων – Γιώργος Ρούβαλης, Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας


 

Η εξέγερση λαού και στρατού στο Ναύπλιο το 1862 εναντίον της απολυταρχικής διακυβέρνησης του Όθωνα ήταν έργο μιας νέας γενιάς Ελλήνων. Η γενιά που είχε πραγματοποιήσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είχε πλέον γεράσει, παρόλο ότι κρατούσε αρκετές ανώτερες θέσεις στην κυβέρνηση και τον στρατό, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο γιος του Γενναίος, αντιστράτηγος και αυλάρχης, υπήρξε ηγέτης των βασιλικών δυνάμεων στους Μύλους κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση με αρμοδιότητα την κατάπνιξή της σε όλη την Πελοπόννησο κ.λπ., περνούσε σταδιακά στο περιθώριο.

Και στην Αθήνα και στο Ναύπλιο έχουμε την ανάδυση μιας νέας γενιάς Ελλήνων, στρατιωτικών και πολιτών, ζυμωμένης με τα δημοκρατικά ιδανικά, τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Με αρκετή καθυστέρηση είχε φτάσει και στην Ελλάδα ο απόηχος της «Άνοιξης των Λαών» του 1848 σε όλη την Ευρώπη.[1] Σε πολλές χώρες, Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία και άλλες, η ανερχόμενη αστική τάξη μέσω κυρίως των νέων δεν υπέφερε πλέον τα απολυταρχικά καθεστώτα, που εκπροσωπούντο στην ουσία από τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκο Ιωσήφ και την πολιτική του Υπουργού του, Μέτερνιχ, σαν συνέπεια της Συνθήκης της Βιέννης του 1815 μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Βέβαια το κέντρο των επαναστατικών ιδεών ήταν η Γαλλία και το Παρίσι, με εκπρόσωπο τον Ναπολέοντα τον Γ’, παρά την ύστερη ανακήρυξή του ως αυτοκράτορα. Επίσης, σημαντική επιρροή στους νέους αυτούς είχε η πρόσφατη (1861) ενοποίηση της Ιταλίας χάρη στον Καβούρ, αλλά και στον Γκαριμπάλντι, η ηρωική δράση του οποίου ενέπνεε όλη τη νέα γενιά.

Δημήτριος Βικέλας

Δημήτριος Βικέλας

Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Βικέλας (1835-1908), έμπορος και λόγιος, που έζησε στη Σύρο, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και το Λονδίνο, ήταν 13 χρονών το 1848 και γράφει τα εξής: [2] «Ο γενικός σάλος της Ευρώπης είχε τον αντίκτυπόν του εις τας νεαράς μας καρδίας. Πώς ήταν δυνατόν οι συνηλικιώται μου κι εγώ να συμπαθώμεν προς τους αντιπάλους της Ελευθερίας; Η Αυστρία τότε ήτο η κατεξοχήν εκπροσωπούσα την τυραννίαν. Την Αυστρίαν επολέμουν και Ιταλοί και Ούγγροι. Η δε δύναμις της Αυστρίας εκλονίζετο όταν επήλθεν αρωγός της άλλη αντίμαχος της Ελευθερίας, η Ρωσσία. Η Ρωσσική Σπάθη κατέστρεψε την Ουγγρικήν Εθνεγερσίαν. Κατά την φοβεράν εκείνην πάλιν αι συμπάθειαι και τα μίση συνεκεντρώθησαν εις δύο προπάντων ονόματα: Ο Κοσούθ ήτο ο λατρευτός υπέρμαχος της Ελευθερίας, – ο Αυτοκράτωρ Νικόλαος εξεπροσώπη την τυραννίαν. Ιδού γιατί δεν ηγάπων την Ρωσσίαν».

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Στην Αθήνα ήταν η Χρυσή Νεολαία με ηγέτη τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, αποτελούμενη κυρίως από φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε ιδρυθεί το 1837, η οποία μαζευόταν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» και αμφισβητούσε το αρτηριοσκληρωτικό καθεστώς. Μια πρώτη εξέγερση ήταν εκείνη του 1843, που υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη πέτυχε την παραχώρηση Συντάγματος. Όμως ο Όθων συνέχισε να κυβερνά απολυταρχικά, να ανεβάζει και κατεβάζει τις κυβερνήσεις της αρεσκείας του, χωρίς να ακολουθεί τις συνταγματικές επιταγές που είχε υπογράψει. Ο θείος του Βικέλα, Λέων Μελάς, διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης του Όθωνα, παρά τη διστακτικότητά του προς τούτο και μαρτυρεί ότι στα υπουργικά συμβούλια με την παρουσία του βασιλέως «ουδέν απεφάσιζε, ήθελε μόνο να κερδίζη καιρόν, ώστε ουδενός γενομένου να παρέλθει ο γενικός υπέρ του υπουργείου ενθουσιασμός και να το παύση ή το μεταρρυθμίση, εις τρόπο ώστε να γείνη βασιλική η πλειοψηφία του». [3]

Η απόπειρα δολοφονίας της Αμαλίας από τον νεαρό φοιτητή Αριστ. Δόσιο, γόνο μιας έγκριτης αθηναϊκής οικογένειας εκφράζει αυτήν την δυσαρέσκεια. Ακόμα, τα Σκιαδικά το 1859 δεν ήταν μόνο μια εξέγερση της νεολαίας για το συγκεκριμένο θέμα (τη χρήση σιφνέικων, ψάθινων καπέλων αντί των ακριβών εισαγόμενων), αλλά εξέφραζε τους πόθους της ανερχόμενης αστικής και μορφωμένης νέας γενιάς για περισσότερη δημοκρατία. Ήταν μια γενιά που είχε σπουδάσει στο εξωτερικό –για ορισμένους– και διάβαζε γαλλικές εφημερίδες. Τα Σκιαδικά υπήρξαν η πρώτη δυναμική εκδήλωση της Χρυσής Νεολαίας. Ακόμα, το γεγονός ότι κατά την μακρά βασιλεία του, ο Όθων δεν προήγε τους εθνικούς πόθους, αφού ούτε σπιθαμή νέου εδάφους δεν προστέθηκε στο μικρό βασίλειό του, συνέτεινε στην ανυπομονησία των νέων.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Φωτογραφικό αρχείο Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Στο Ναύπλιο βέβαια, σημαντική ήταν η συμβολή και της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στη διάδοση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης. Με τα διαβάσματά της, αλλά και με τη λειτουργία του σαλονιού της, όπου δεχόταν όλους τους παρεπιδημούντες ξένους αξιωματικούς και φυσικά με την πειθώ και το λόγο της συντέλεσε όσο λίγοι στη διάδοση αυτών των ιδεών στην παλιά πρωτεύουσα.

1. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν στρατιωτικοί, που είχαν περάσει από τη Σχολή Ευελπίδων ή χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί. Ας εξετάσουμε τη διαδρομή ορισμένων και στη Ναυπλιακή Επανάσταση και τη μετέπειτα καριέρα τους. Μπορούμε ακόμα να συγκρίνουμε τη δράση τους με εκείνη των γονέων τους, που είχαν συνήθως συμμετάσχει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ιδιαίτερη αξία έχει να υπογραμμίσουμε τους εξ’ αυτών Ναυπλιείς, που ήταν πολυάριθμοι, δείγμα της σημασίας της πόλης σαν αντιπολιτευτικό και αστικό κέντρο , άλλα και ως κέντρο διακίνησης ιδεών και ήταν στρατιωτικοί αλλά και πολίτες.

 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Αλέξανδρος Πραΐδης

2. Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, [4] μοναχογιός του αγωνιστή της Επανάστασης Γεωργίου Πραΐδη, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1834 στη Σύρο, λίγες μέρες μετά τη μετάθεση του πατέρα του από Νομάρχη Κυκλάδων ως Γραμματέα της Δικαιοσύνης και βαπτίστηκε στην Αίγινα, πέρασε όμως τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του υπηρέτησε σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις. Ο Γεώργιος Πραΐδης καταγόταν από τη Μακεδονία, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, έζησε από το 1813 έως το 1819 στο Βουκουρέστι, όπου έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Από το 1819 σπούδασε νομικά στην Πίζα και το Παρίσι. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης βρέθηκε στη Μασσαλία και από εκεί ανέλαβε την προμήθεια παντός είδους υλικού για τον αγώνα. Στις 5 Ιουλίου 1821 απέπλευσε με υδραίικο καράβι μαζί με την ομάδα του Μαυροκορδάτου για την αγωνιζόμενη Ελλάδα και στις 6 Φεβρουαρίου 1822 βρέθηκε μαζί με αυτόν στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Επί Καποδίστρια διορίστηκε σε υψηλές θέσεις, όπως προσωρινός Διοικητής Κορίνθου και μετά Νάξου, κατόπιν όμως αντιπολιτεύτηκε οξύτατα τον Κυβερνήτη και ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο στην Ύδρα. Στο Ναύπλιο υπήρξε Πρόεδρος Δικαστηρίου το 1833 και Υπουργός Δικαιοσύνης μέχρι τον Οκτώβριο του 1833, οπότε παραιτήθηκε λόγω της παραπομπής σε δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατόπιν υπήρξε Υπουργός Δικαιοσύνης για δεύτερη φορά (1834-36), Γενικός Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1839 και οργάνωσε τα δικαστήρια και έπειτα υπήρξε Κυβερνητικός Επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο επί σειρά ετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1873 πάμπτωχος, όπως όλοι οι τίμιοι αγωνιστές της Επανάστασης, αφήνοντας χωρίς προστασία τη γυναίκα του και τις δύο θυγατέρες του, αφού ο μονάκριβος γιος του Αλέξανδρος Πραΐδης είχε σκοτωθεί το 1866 στη μάχη του Βαφέ στην Κρήτη.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης φοίτησε στο Βασιλικό Γυμνάσιο Αθηνών και γράφτηκε το 1854 στη Σχολή Ευελπίδων. Η Σχολή είχε μεταφερθεί από το Ναύπλιο στον Πειραιά και λειτουργούσε στην Αθήνα, στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας, λόγω της κατοχής του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Από το φάκελό του ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος που μελέτησε τη ζωή του, συμπεραίνει ότι ως εύελπις ο Αλέξανδρος Πραΐδης υπήρξε από τους καλύτερους και επιμελέστερους μαθητές της Σχολής, από την οποία εξήλθε πρώτος ως ανθυπασπιστής στο Μηχανικό το 1857. Το 1859 μετατάσσεται στο Πυροβολικό, υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στη Σχολή Ευελπίδων και το 1861 παίρνει φύλλο πορείας για το Ναύπλιο, όπου τοποθετείται ως ανθυπασπιστής του εκεί Οπλοστασίου.

Στη Ναυπλιακή Επανάσταση ο Πραΐδης είχε ήδη μυηθεί και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της. Έλαβε μέρος σε όλες τις φονικές μάχες έξω από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια της δίμηνης διάρκειας της Επανάστασης και από αρχής μέχρι τέλους ανήκε στην ομάδα των φανατικών και αδιαλλάκτων επαναστατών. Συγκεκριμένα κατά τη γενική επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων της 1ης Μαρτίου, ο Πραΐδης πολέμησε ηρωικά υπερασπιζόμενος τον Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου και δέχτηκε δύο τραύματα.

Ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς, συγγραφεύς μιας εξιστόρησης της Ναυπλιακής Επανάστασης, το 1863, περιγράφει ως εξής τη δράση του στη μάχη αυτή:

 

«Οι κυβερνητικοί, άμα ξεμπέρδεψαν με την Άρια, ρίχνονται να πάρουν το Μύλο του Ταμπακόπουλου, όπου βρισκόταν ο περίφημος Αράπης. Μπλοκάρουν από παντού τον ανθυπολοχαγό Πραΐδη και τα παλικάρια του που τον κουλαντρίζουν (σ.σ., τον βοηθούν). Βροντάει ο Αράπης για μια ύστατη φορά. Λαβώνεται ο Πραΐδης. Ένας μονάχα δρόμος τους απομένει ανοιχτός, ο γιαλός. Τα παλικάρια παίρνουν τον πληγωμένο αρχηγό τους, πέφτουν στη θάλασσα και περί την 12ην ώραν εισέρχονται εις φρούριον, φέροντες επί χειρών και τον δύο πληγάς λαβόντα, ως είρηται, ανδρείον αξιωματικόν Πραΐδη, τη μεν εις το στόμα, την δε εις τον πόδα».

 

Όπως παρατηρεί και ο Στρατηγός Φωτόπουλος αυτή ακριβώς η αδιαλλαξία και η μαχητικότητα του επαναστάτη Πραΐδη υπήρξε η κύρια αιτία να εξαιρεθεί από το περί αμνηστίας Βασιλικό Διάταγμα της 20ης Μαρτίου αυτός μαζί με άλλους 11 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς. Μερικά χρόνια αργότερα (1866) η εφημερίδα Εθνοφύλαξ θα τον αποκαλέσει Ο Ήρως του Μύλου της Ναυπλίας. Έτσι ο Πραΐδης φτάνει στη Σμύρνη μαζί με τους άλλους εξορίστους στις 9 Απριλίου 1862. Μετά από τις πρώτες μέρες οι εξόριστοι διασκορπίζονται σε άλλες πόλεις του εξωτερικού, όπου υπήρχε ελληνική παροικία. Δεν είναι γνωστόν πού κατέφυγε ο Πραΐδης ή αν έμεινε στη Σμύρνη. Μετά την έξοδο του Όθωνα, ο Πραΐδης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου επανήλθε στο στράτευμα και τοποθετήθηκε ως Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού στην Αθήνα. Ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής Επανάστασης, συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, θα πει αργότερα στην Εθνοσυνέλευση για τον Πραΐδη: «…Εις Ναύπλιον, Κύριοι, είχομεν εν πυροβόλον, το οποίον εις το στρατόπεδον, των εναντίων (σ.σ., εννοεί τα βασιλικά στρατεύματα) ωνομάσθη αράπης; το πυροβόλον τούτο έστησεν ένας ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Πραΐδης, όστις το υπερησπίσθη μέχρι ού έλαβε 2 πληγάς. Αυτός ο αξιωματικός ούτε εις τας εφημερίδας έβαλε το όνομά του, αλλ’ ως καλός πολίτης και στρατιώτης επανήλθε εις το Σώμα του. Δια τούτο φέρω το όνομά του, διότι εκείνος δεν θέλει να ακούηται…».

Μετά την ηρωική και σθεναρή στάση του στη Ναυπλιακή Επανάσταση και την εξορία, το γόητρο του Πραΐδη στην Αθήνα αυξάνεται κατακόρυφα. Έτσι στην επικείμενη Β’ Εθνοσυνέλευση μετά την έξωση του Όθωνα, ο Πραΐδης προτάθηκε ως υποψήφιος Βουλευτής εκ μέρους του Σωματείου των Μακεδόνων, αλλά δεν εκλέχθηκε. Επίσης διορίστηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση στις 28 Φεβρουαρίου 1863 ως Διοικητής της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας, σώματος οπλισμένων φοιτητών που το ίδιο έτος ήταν περίπου 840 με έξι λόχους. Εκεί παρέμεινε περισσότερο από εννιά μήνες και συμμετείχε στην τήρηση της τάξεως στην πρωτεύουσα αλλά και σε άλλες επαρχίες, έχοντας εν τω μεταξύ προβιβαστεί στο βαθμό του Υπολοχαγού. Κατόπιν επανήλθε στο Τάγμα Πυροβολικού και τοποθετείται ως υπασπιστής του Υπουργού Στρατιωτικών το 1866, όταν Υπουργός ήταν ο αρχηγός της Επανάστασης του Ναυπλίου, Συνταγματάρχης Πεζικού Αρτέμιος Μίχου και κατόπιν υπό τον Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη, επίσης πρωτεργάτη στη Ναυπλιακή Επανάσταση.

Η εκδήλωση της Κρητικής Επανάστασης το 1866 με την υποκίνηση της Ρωσίας, που είχε ηττηθεί κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56) εμπνέει τον πάντα ανήσυχο και δραστήριο Πραΐδη. Είχε μάθει ότι ο αδελφός του Υπουργού, Ιωάννης Ζυμβρακάκης, ετοιμαζόταν να κατέβει με εθελοντές στην Κρήτη για να αναλάβει ως στρατιωτικός αρχηγός των επαναστατημένων δυτικών επαρχιών της. Το εθελοντικό εκείνο σώμα που αποτελείτο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και καθηγητές, αναχώρησε από την Ελλάδα το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1866 με τον ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη. Το πλοίο, παρά τον αποκλεισμό των παραλίων από τον τουρκικό στόλο, έφτασε στα Λουτρά Σφακίων την 1η Οκτωβρίου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε φτάσει ο αντισυνταγματάρχης πυροβολικού Πάνος Κορωναίος, επιτελάρχης της Ναυπλιακής Επανάστασης, μαζί με επτά εθελοντές, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, ως Διοικητής των κεντρικών επαρχιών της νήσου. Ο τουρκικός στρατός στις επαναστατημένες δυτικές επαρχίες της Κρήτης ανερχόταν σε 42-45.000 άνδρες και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου είχε κάψει, καταστρέψει και λεηλατήσει περίπου 90 χωριά. Την εποχή εκείνη τα επαναστατικά σώματα βρίσκονταν στο χωριό Βαφέ Αποκορώνου. Εκεί υπήρχαν 280 άνδρες με τέσσερις αρχηγούς και έφτασε ο Ζυμβρακάκης. Η προέλαση του τουρκοαιγυπτιακού στρατού προς τον Βαφέ άρχισε στις 12 Οκτωβρίου, υπό τον Μουσταφά Πασά και 12-15.000 άνδρες.

Ορισμένοι επαναστάτες πρότειναν να μη δοθεί μάχη στο Βαφέ, αλλά να αμυνθούν στα υψίπεδα, όμως επικράτησε η άποψη των αξιωματικών και του Πραΐδη να δώσουν μάχη στον κάμπο, χωρίς δεύτερη γραμμή άμυνας και χωρίς εφεδρείες. Η μάχη κατέληξε σε νίκη του Μουσταφά Πασά, που συνέτριψε το σώμα των 600 ανδρών του Ζυμβρακάκη (στο οποίο συμμετείχε και ο ανθυπολοχαγός Δημήτριος Σέκερης από το Ναύπλιο, που είχε συμμετάσχει και στη Ναυπλιακή Επανάσταση). Εκεί έπεσε και ο Πραΐδης, που δύο συναγωνιστές του απεκάλεσαν «την κορωνίδα των εθελοντών» σε έκθεσή τους στις 5 Νοεμβρίου 1866 προς τις εφημερίδες των Αθηνών. Για αρκετό καιρό μετά το θάνατό του ο Πραΐδης «ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος» θεωρείτο αιχμάλωτος των Τούρκων, όμως η παραπάνω έκθεση δύο συναγωνιστών του εθελοντών δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες τον Ιανουάριο του 1867. Τον ίδιον η εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» αποκάλεσε στις 30-1-1867 «εγκαλώπισμα του ελληνικού στρατού». Ήταν μόλις 34 ετών. Οι συνάδελφοί του, του πυροβολικού, έστησαν μαρμάρινη προτομή του Πραΐδη στον περίβολο της εκκλησίας των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως, η οποία υπάρχει ακόμα.

Διονύσιος Τριτάκης

Διονύσιος Τριτάκης

3. Άλλος στρατιωτικός με ενεργό συμμετοχή στη Ναυπλιακή Επανάσταση υπήρξε ο υπίλαρχος ιππικού Διονύσιος Τριτάκης.[5] Γεννήθηκε το 1827, με καταγωγή από τα Μέθανα και πέθανε το 1902 με βαθμό υποστρατήγου. Ο πατέρας του, Νικόλαος, είχε συμμετάσχει στην Πολιορκία της Ακρόπολης και είχε πολεμήσει με τον Φαβιέρο. Ο Διονύσιος Τριτάκης σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά ήταν μεταξύ των αντιοθωνικών και είχε τοποθετηθεί ως τιμωρία στο Ναύπλιο. Σημειωτέον ότι εκτός από τους αντιοθωνικούς αξιωματικούς, που υπηρετούσαν σε διάφορες θέσεις στη Φρουρά του Ναυπλίου, πριν από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, υπήρχε στην ίδια πόλη και το Ποινητήριον, στρατιωτικές φυλακές δηλαδή, όπου εγκλείνοντο οι πιθανώς απείθαρχοι και στο οποίο ήταν προσκολλημένος λόχος τιμωρημένων. Ο Διονύσιος Τριτάκης έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν στενός συνεργάτης των δύο στρατιωτικών αρχηγών της, Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου, μαζί με τους ταγματάρχες Χ. Ζυμβρακάκη και Δ. Βότσαρη, τους υπολοχαγούς Χρ. Κατζικογιάννη και Δ. Δρίβα και τους ανθυπολοχαγούς Θρ. Μάνο, Σπ. Δυοβουνιώτη, Νικ. Σμόλεντς και Αλεξ. Πραΐδη. Επίσης, σε μια πορεία παράλληλη με εκείνη του Πραΐδη, το 1866 συγκρότησε σώμα εθελοντών και πολέμησε στην Κρήτη, στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό.

4. Ο αντιστράτηγος Χρήστος Φωτόπουλος, συγγραφέας της ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, σε έρευνά του για τους ευέλπιδες αντιοθωνικούς αξιωματικούς, απόφοιτους ή μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, εξεπόνησε κατάλογο με εκείνους που είχαν φυλακιστεί, εκτοπιστεί, τεθεί σε αργία ή συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [6] Στον κατάλογο αυτό διακρίνουμε τον Πάνο Κορωναίο, αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού που ήταν φυλακισμένος στο Παλαμήδι, που γεννήθηκε το 1808 και ήταν στην τάξη του 1831 της Σχολής Ευελπίδων και πέθανε το 1899 ως αντιστράτηγος, τον ταγματάρχη Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη από την Κρήτη, με έτος γεννήσεως 1812. Επίσης ο λοχαγός μηχανικού Γρηγόριος Πετμεζάς από τα Καλάβρυτα, είχε γεννηθεί το 1814 και κατέληξε ως αντισυνταγματάρχης. Άλλοι συμμετασχόντες στην Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν ο Χρήστος Κατζικογιάννης, υπολογαχός πεζικού από τη Σαλαμίνα, γεννημένος το 1829, που κατέληξε ως συνταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Μάρκος Μοσχόπουλος, γεννημένος στη Σμύρνη το 1826, απεβίωσε το 1879 ως ταγματάρχης, ο υπολοχαγός πυροβολικού Σπυρίδων Δυοβουνιώτης από τη Λιβαδειά, γεννημένος το 1836, που σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Άρεια κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ενώ ο υπολοχαγός πυροβολικού, Περικλής Μωραϊτίνης από το Ναύπλιο γεννήθηκε το 1837, απεφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με την τάξη του 1856 και σκοτώθηκε την 1η-3-1862 στην Κύθνο. Επίσης συμμετείχαν στην επανάσταση ο υπολοχαγός μηχανικού Νικόλαος Σμόλενιτς από την Αθήνα, γεννημένος το 1838, που κατέληξε ως υποστράτηγος, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Παγώνης από την Καλαμάτα, γεννημένος το 1838, που σκοτώθηκε στην Επανάσταση στις 8-2-1862, ο ανθυπολοχαγός πεζικού Ιωάννης Δημόπουλος, από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1840, που απεβίωσε ως αντιστράτηγος. Ακόμα ας αναφέρουμε το υπολοχαγό πυροβολικού Θρασύβουλο Μάνο, που φοίτησε για δύο έτη στη Σχολή.

Θρασύβουλος Μάνος

Θρασύβουλος Μάνος

Ο Θρασύβουλος Κ. Μάνος [7] (1835-1922) σπούδασε στην Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε, μετά την συμπλήρωση των σπουδών του, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Τον Φεβρουάριο του 1862 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 κατέβηκε στην επαναστατημένη Κρήτη, τραυματίστηκε στη μάχη του Βαφέ και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε εγκάθειρκτος επί δύο χρόνια. Το 1878 έλαβε μέρος στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Δομοκό κι αργότερα, ως αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, τίμησε τα ελληνικά όπλα –εξαίρεση– στον άδοξο και ατυχή πόλεμο του 1897. Πέθανε το 1922. Ο υπολοχαγός πεζικού Δημήτρης Γρίβας, γιος του Θοδωράκη Γρίβα, ηγέτης των αδιαλλάκτων κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση, που είχε αποβληθεί το 1846 από τη Σχολή Ευελπίδων. Ο Γεώργιος Κακαναράκης, υπολοχαγός πυροβολικού από την Κρήτη, γεννήθηκε το 1821, αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1842 και κατέληξε ως συνταγματάρχης.

Υπάρχουν επίσης ανάμεσα στους τιμωρηθέντες της Σχολής ο υπολοχαγός πυροβολικού Πάνος Κολοκοτρώνης από το Ναύπλιο, γιος του Θεόδωρου, που γεννήθηκε το 1836, απεφοίτησε από τη Σχολή το 1856 και κατέληξε ως συνταγματάρχης και οι ανθυπολοχαγός πυροβολικού Δημήτρης Κλίμακας από τη Θήβα, γεννημένος το 1832, αποφοίτησε από τη Σχολή το 1853 και απεβίωσε ως αντισυνταγματάρχης, καθώς και ο Δημήτριος Σέκερης, ανθυπολοχαγός μηχανικού από το Ναύπλιο, γεννημένος το 1834, αποφοιτήσας το 1854, που κατέληξε ως υποστράτηγος. Η οικογένεια του Δημήτριου Σέκερη ήταν από τις σημαντικότερες της Τριπολιτσάς τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.[8] Πολλά μέλη της διακρίθηκαν στο εμπόριο και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Αθανάσιος και Γεώργιος Σέκερης μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία στη Μόσχα και στην Οδησσό. Ο Γεώργιος τον Ιούνιο του 1821 ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι, έλαβε μέρος στις πολιορκίες της Τριπολιτσάς και της Πάτρας και πολέμησε με τον Ρήγα Παλαμήδη εναντίον του Δράμαλη, επικεφαλής 600 Τριπολιτσιωτών στις διαβάσεις των Γερανίων. Λίγο αργότερα πέθανε ενώ ετοιμαζόταν να πάει στο Μεσολόγγι. Ο αδελφός του, Παναγιώτης, υπήρξε ηγετική μορφή της Φιλικής Εταιρείας, εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέθεσε σημαντικό ποσό για την Επανάσταση και μύησε πολλούς αστικούς και εμπόρους. Τον Ιούλιο του 1818 εξελέγη μέρος της Αρχής ,της ηγετικής ομάδας των Φιλικών. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του, το 1830, αποποιήθηκε αξιώματα και υπηρέτησε ως τελώνης στην Ύδρα και στο Ναύπλιο «εις τα κάθυγρα εργαζόμενος δια τον άρτον των τέκνων του», όπως έγραψε ο Ιωάννης Φιλήμων στην εφημερίδα «Αιών» στις 12 Φεβρουαρίου 1847.

5. Όσον αφορά τους πολίτες, που συμμετείχαν στην Ναυπλιακή Επανάσταση, καθώς και αργότερα στο Αντιοθωνικό Κίνημα του Οκτωβρίου 1862, σημαντικότατη θέση κατέχει βέβαια καταρχήν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης. [9] Ο πατέρας του, Μήτρος, αγωνιστής του 1821, είχε πάρει μέρος σε όλες τις πολιορκίες της πόλης και κατά την τελευταία διηύθυνε Μοίρα Πυροβολικού. Κατά την έξοδο διασώθηκε, πήγε στο Ναύπλιο και διορίστηκε Φρούραρχος στο Μπούρτζι.

Ο Καποδίστριας τον διόρισε επικεφαλής αποσπάσματος για την καταδίωξη της ληστείας στην Πελοπόννησο. Από το 1854 ανέλαβε τη Διοίκηση της Χωροφυλακής, αλλά λίγο αργότερα αποστρατεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι έως το θάνατό του το 1860. Ο γιος του Επαμεινώνδας πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Τρίπολη και στο Μεσολόγγι. Στην Αθήνα από το 1841, φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου και αναγορεύτηκε Διδάκτορας με το βαθμό «Άριστα» το 1850. Ως δικηγόρος διακρίθηκε για τη χειμαρρώδη ευγλωττία του, τον φιλελευθερισμό του και την έκδηλη αντιδυναστική στάση του και έγινε το ίνδαλμα της νεολαίας. Εκλέχτηκε για πρώτη φορά Βουλευτής Μεσολογγίου το 1859. Σημαντικές είναι οι αγορεύσεις του στη Βουλή και τα άρθρα του στην εφημερίδα «Το Μέλλον της Πατρίδος», όργανο της Χρυσής Νεολαίας, η οποία στρεφόταν ανοιχτά εναντίον του Όθωνος. Κατά την απόπειρα κατά της ζωής της Αμαλίας, 6 Σεπτεμβρίου 1861, συνελήφθη ο αδελφός του, Λεωνίδας, και κατόπιν ο Επαμεινώνδας, που φυλακίστηκε με άλλους στην Κύθνο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στο Ναύπλιο, οι επαναστάτες της Ερμούπολης με επικεφαλής τον Λεωτσάκο, έφτασαν στην Κύθνο για να απελευθερώσουν τον Δεληγιώργη, αλλά ο ίδιος επειδή δεν τους γνώριζε, δεν τους ακολούθησε,[10] όπως διηγείται και στο ημερολόγιό του. Εκεί έπεσαν ηρωικά ο Λεωτσάκος, ο Μωραϊτίνης, ο φοιτητής Σκαρβέλης, καθώς και δυο στρατιώτες και τρεις πολίτες. Με την αμνηστία του Όθωνα ο Δεληγιώργης πηγαίνει στο Μεσολόγγι και πρωτοστατεί στην ανατροπή της δυναστείας. Έγραψε την επαναστατική προκήρυξη, γνωστή ως Ψήφισμα του Έθνους, στις 10 Οκτωβρίου 1862 στην Αθήνα, που κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία. Κατόπιν ο Δεληγιώργης υπήρξε πολλές φορές Υπουργός, αρχηγός κόμματος, Βουλευτής και Πρωθυπουργός, τηρώντας πάντα μετριοπαθή στάση. Υπό τη βασιλεία του Γεωργίου του Α’ τήρησε ενδοτική στάση ως προς τις εκτροπές της Αυλής και η νεολαία αποθαρρύνθηκε και τον εγκατέλειψε. Δημοσιογραφικό όργανό του από το 1870 ήταν η «Εφημερίς των Συζητήσεων» με ουσιαστικό Διευθυντή τον αδελφό του, Λεωνίδα. Η κατοπινή στάση του Δεληγιώργη στην εξωτερική πολιτική, φιλειρηνική ως προς τους Τούρκους, σύμφωνα με βρετανική σύσταση και σαφώς αντιρωσική και ουδέτερη κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1877 ερέθισε το λαό, που λιθοβόλησε την κατοικία του και τον ανάγκασε σε παραίτηση. Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 1879 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο. Ο αδελφός του, Λεωνίδας, πολιτεύτηκε κατόπιν και συνέχισε να εκδίδει την «Εφημερίδα των Συζητήσεων» (1893-1895) ως ημερησία, με πλουσιότατη ύλη και Διευθυντή τον Άγγελο Βλάχο και αρχισυντάκτη τον Αριστοτέλη Βαλέτα, που αγωνίστηκαν κατά της πολιτικής του Τρικούπη.

6. Άλλοι σημαντικοί πολίτες, νομικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, συμμετείχαν επίσης ενεργώς στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ας δούμε τη συμμετοχή και σταδιοδρομία ορισμένων, με βάση τις έρευνες της Κούλας Ξηραδάκη.

Ο Γεώργιος Ανδρικόπουλος [11] ήταν από την Πάτρα. Ο Ιω. Αρσένης γράφει σχετικά: «Η επανάστασις του 1862 τον εύρε μεμυημένον εις τας μυστικής εταιρίας, ης εγένετο απόστολος. Μετέβη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος, κομιστής εμπιστευτικών εντολών εις πρόσωπα σημαίνονται. Αλλ’ ο ζωηρός, ο σφριγηλός επαναστάτης συνελήφθη την παραμονήν της επαναστάσεως εν Αθήναις και εφυλακίσθη επί εικοσαήμερον, μετ’ άλλων επαναστατών. Μετά την μεταπολίτευσην επανήλθεν εις Πάτρας, ένθα οι συμπολίται του τον εξέλεξαν αξιωματικόν της εθνοφρουράς. Ως τοιούτος ειργάσθη πολύ υπέρ της τάξεως, ήτις τότε είχε επικινδύνως διασαλευθή. Συντελείται η ένωσις της Επτανήσου και ο Ανδρικόπουλος, ότε οι Ζακύνθιοι εκάλεσαν τους Πατρείς ν’ αποστείλωσι τιμητικώς δύο λόχους εθνοφρουράς, στέλλεται ως αρχηγός ενός τούτων. Εν Ζακύνθω διεδραμάτισεν ενεργότατον μέρος κατά τας τριημέρους εορτάς…». Ήταν φοιτητής στην Αθήνα όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση του 1866. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και με άλλους 22 συμφοιτητές του πάει στην Κρήτη να πολεμήσει. Έμεινε καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα, όπως το πιστοποίησαν επιφανείς οπλαρχηγοί, ο Χατζημιχάλης, ο Πετροπουλάκης, ο Κροκίδας. Επανέρχεται στην Αθήνα μετά την ατυχή έκβαση της Κρητικής επανάστασης και ο νεαρός επαναστάτης γίνεται δραματικός συγγραφέας. Γράφει ένα δράμα «Το Αρκάδιον» όπου διεκτραγωγεί τις ωμότητες των Τούρκων. Ανεβάστηκε στην σκηνή με μεγάλη επιτυχία. Το 1867 διωρίστηκε στο τελωνείον Ζακύνθου όπου και υπηρέτησε επί 16 έτη. Επίσης εργάστηκε ως τελώνης στην Θήρα, στην Κέρκυρα και στον Πειραιά. Εδώ συνέγραψε άλλο θεατρικό έργο την «Μπουμπουλίνα», που μεταφέρθηκε στα ιταλικά και γαλλικά και παίχτηκε σε ιταλικά θέατρα και στην Οδησσό.

Ο Αναστάσιος Γεννάδιος [12] του Γεωργίου (1840-1911) ήταν ο πρωτότοκος γιος του γνωστού διδασκάλου του Γένους Γεωργίου Γενναδίου. Σπούδασε στο Μόναχο Ιστορία και Φιλοσοφία. Το 1859 διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο, αλλά σύντομα παραιτήθηκε για να επιδοθεί στην δημοσιογραφία. Ήταν αρχισυντάκτης της «Αθηνάς». Φανατικός αντιμοναρχικός. Στις 2-3 Φεβρουαρίου 1862, όταν έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Γεννάδιος. Μετά την έξωση του Όθωνα πολιτεύτηκε. Ήταν πολύ μορφωμένος, ρήτορας δεινός και δραστήριος άνθρωπος. Το 1897 εξέδιδε μια εφημερίδα την «ΣΩΤΗΡΙΑ», από τις στήλες της οποίας χτυπούσε τον βασιλιά Γεώργιο Α’. Κυνηγήθηκε, του έκλεισαν την εφημερίδα και έκαναν δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Εξέδωσε μια «Σύντομη Ιστορία της Ελλάδος από το 146 π.Χ. – 1862» και την «Νέα Ελλάδα του 1821».

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Αριστείδης Γλαράκης (1836-1914)

Ο Αριστείδης Γλαράκης [13] του Γεωργίου (1836-1914). Ο πατέρας του ήταν λόγιος, ιατροφιλόσοφος και πολιτικός από την Χίο. Σπούδασε Νομικά, διετέλεσε πολιτευτής, δικαστικός και συγγραφέας. Αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Στα «Σκιαδικά» όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση ήταν παρών. Πριν ξεσπάσει η επανάσταση κατηγορήθηκε ως συνωμότης, συνελήφθη και προφυλακίστηκε μαζί με τους Άγι Κλεομένους, τον Νικ. Περόγλου, τον Α. Μελισσόβα και τον Ι. Δούμα. Πήρε ενεργό μέρος στην έξωση του Όθωνα. Μετά την έξωση, στην Β’ Εθνοσυνέλευση του 1863 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος της Χίου.

Ο Σωκράτης Γορτύνιος  [14] (1837-1900) γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1837 στην Γορτυνία και τελείωσε το γυμνάσιο στο Ναύπλιο. «Το 1859 η χρονική περίοδος της βασιλείας του Όθωνος παρουσίαζε τα πρώτα σημεία της επίκεντρης πολιτικής θυέλλης και ο Σ. Γορτύνιος ταχθείς εις την χορείαν των ακαδημαϊκών πολιτών, απετέλεσε δια της ακαταπονήτου δραστηριότητος και της φιλοπατρίας του, πυρήνα αναζωπυρήσαντα διηνεκώς τα φλεγόμενα στήθη της ενθουσιώδους εκείνης πανεπιστημιακής νεότητος. Κατά την εποχήν εκείνην δεν υπήρξε ολιγώτερον σθεναρά και η πνευματική δράσις του. Εις το «Φως» του αειμνήστου Σ. Καρύδη, ο Γορτύνιος συνειργάστη θαρραλέως και δια σειράς ωραίων άρθρων υπηρέτησε τους τότε πόθους της πατρίδος. Αλλά μετά χρόνον, διώκται των τοιούτων τολμημάτων αφυπνήσαντες, επέβαλον χείρα σιδηράν επί του τραχήλου αυτών, εν οις και του Γορτυνίου, εγκαθείρξαντες πάντας εν τω δεσμωτηρίω. Εκείθεν οι πολιτικοί ούτοι δεσμώται, ουδόλως πτοηθέντες, ουκ επαύσαντο εκπέμποντες τους δια του καλάμου αυτών φλογερούς μύδρους κατά των υπαιτίων της εθνικής κακοδαιμονίας». Ο Γορτύνιος το 1865 πήρε διδακτορικό δίπλωμα και έφτασε στο δικαστικό κλάδο του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών. Πέθανε 18-11-1900.

Ο Αναστάσιος Γούδας [15] του Νικολάου (1816-1882) ήταν γιατρός και λόγιος από το Γραμμένο της Ηπείρου. Απ’ τους πρώτους φοιτητές του Οθωνείου πανεπιστημίου. Ο Ιω. Βρεττός στο «Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον» του 1904 (σελ. 213) γράφει ότι η πρώτη φοιτητική ταραχή που ξέσπασε στο πανεπιστήμιο υποκινήθηκε από τον Αναστάσιο Γούδα και τον Κομπότη: «Οι δύο ζωηροί ακαδημαϊκοί πολίται, γράφει ο Βρεττός, ευρίσκοντες ατελή και ακατάλληλον την μέθοδον της διδασκαλίας του καθηγητού Δ. Μαυροκορδάτου, συνέταξαν αναφοράν, την περιέφερον προς σύναξιν υπογραφών και την υπέβαλον εις τον πρύτανιν, εδέχθησαν δε τον καθηγητήν εις την αίθουσαν διδασκαλίας δι’ αποδοκιμαστικών εκφράσεων. Το γεγονός έγινε τάχιστα γνωστόν εις την μικράν κοινωνία των Αθηνών. Εκινητοποιήθη η αστυνομία, αλλά υπερίσχυσεν η φρόνησις, το επεισόδιον εθεωρήθη λήξαν και η διεύθυνσις της αστυνομίας δεν επολιόρκησε το πανεπιστήμιον ως είχεν απειλήσει». Ο Γούδας τελείωσε την Ιατρική με άριστα κι ήταν ο πρώτος που ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1843. Πήγε για μετεκπαίδευση στο Παρίσι κι όταν γύρισε άσκησε το επάγγελμα του γιατρού ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την συγγραφή επιστημονικών ιστορικών και έργων, αλλά και με την δημοσιογραφία. Είχε φιλελεύθερες αρχές. Το 1859 εξέδωσε μια εφημερίδα, την «Ανεξαρτησία», και επέκρινε το απολυταρχικό καθεστώς του Όθωνα. Το 1860 έγραψε ένα άρθρο δριμύ και εξ αιτίας του πιάστηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Η εφημερίδα έκλεισε. Τον Φλεβάρη μόλις κηρύχθηκε η Ναυπλιακή επανάσταση έγιναν συλλήψεις στην Αθήνα. Ανάμεσα στους συλληφθέντες αναφέρεται κι ο Γούδας (Κορδάτος Δ’, σελ. 46). Κι όταν τον Απρίλη ο Όθωνας για να κατευνάσει τα πνεύματα έδωσε αμνηστεία, από την αμνηστεία εξαιρούσε τρεις στρατιωτικούς και εννέα πολιτικούς, ανάμεσα στους εννέα ήταν και ο Γούδας. Τότε αναγκάστηκε να εκπατριστεί και γύρισε μετά την μεταπολίτευση. Ο Γούδας υπήρξε πολυγραφότατος. Απ’ τα πιο γνωστά έργα του είναι το οκτάτομο «Βίοι παράλληλοι», όπου βιογραφεί όλους τους διαπρέψαντες άντρες κατά την αναγέννηση του έθνους. Πέθανε τον Φλεβάρη του 1882.

Ο Αντώνιος Γρηγοριάδης [16] γεννήθηκε στην Προύσσα το 1828 και φοίτησε στη Σχολή των Κυδωνιών με καθηγητή τον Θεόφιλο Καΐρη. Στην Ελλάδα κατετάχθη στον ελληνικό στρατό. Το 1854 ήταν ανθυπολοχαγός και πολέμησε στην Καλαμπάκα με τον Χατζηπέτρο. Κατά την επανάσταση του 1862 όντας υπολοχαγός, έλαβε ενεργό μέρος και κινδύνευσε να δολοφονηθεί. Εργάστηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών και το 1878 προήχθη στον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1881 ως αντισυνταγματάρχης πήγε στην Άρτα, όπου ανέλαβε την επιμελητεία του 2ου αρχηγείου κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Απεχώρησε από την ενεργό υπηρεσία το 1885.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Ο Δημήτριος Γρίβας [17] του Θεοδώρου (1829-1889) ήταν γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων. Το 1854 πήρε μέρος στην επανάσταση της Ηπείρου. Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Στη μεγάλη μάχη που δόθηκε στις 27-28 Φεβρουαρίου έξω από την Άρεια, ο Δ. Γρίβας έδειξε μεγάλη παλικαριά, γράφει ο Κορδάτος (Δ’ σ. 60). Ήταν αρχηγός της αδιάλλακτης μερίδας των επαναστατών, που επιθυμούσαν αντίσταση μέχρι τέλους. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, δόθηκε αμνηστεία, αλλά όπως είπαμε, εξαιρούνταν 19 ως πρωταίτιοι και πήραν το δρόμο της φυγής. Πήγαν στη Σμύρνη κι από κει σκόρπισαν σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού. Ένας απ’ τους 19 ήταν και ο Δ. Γρίβας. Μετά την έξωση του Όθωνα επέστρεψε και πολιτεύτηκε.

 Ο Νικόλαος Δίκαιος [18] (1822-1889) ήταν γιος του υποστράτηγου Νικήτα Δικαίου από την Πολιανή Αρκαδίας και της μοναχοκόρης του Θ. Κολοκοτρώνη Ελένης. Υπηρέτησε διαδοχικά στον στρατό, στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Στρατιωτικών, στο Εθνικό Τυπογραφείο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Διετέλεσε νομάρχης Ευβοίας, Ζακύνθου και Αιτωλοακαρνανίας. Το 1860 εξελέγη βουλευτής Μεγαλοπόλεως και το 1862 μέσα από την Βουλή ετάχθη κατά της βασιλείας του Όθωνα, γι’ αυτό και τον κυνήγησε ο θείος του Γενναίος Κολοκοτρώνης. Πέθανε στις 25-1-1889.

Ο Αριστείδης Δόσιος [19] του Κωνσταντίνου (1844-1881) γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι γονείς του ήσαν ευκατάστατοι και πολύ μορφωμένοι. Ο πατέρας του ήταν δημοσιολόγος, πολιτευτής και λόγιος πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος. Η μητέρα του Αικατερίνη Μαυροκορδάτου-Δοσίου, Φαναριώτισσα, γλωσσομαθής και λογία, μετέφρασε τον «Γκιαούρ» του Μπάυρον, πέθανε πολύ νέα. Ο Αριστείδης Δόσιος ήταν απ’ τους προοδευτικότερους του καιρού του. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Σύχναζε στα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος», «εις α εκόχλαζον οι λέβητες των αντιβασιλικών παθών». Στις 6-9-1861 αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Συνελήφθη και μαζί του συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Δεληγιώργης αδελφός του Επαμεινώνδα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος, ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης, ο Αριστείδης Γλαράκης, ο Άγις Κλεομένης κ.α. Ο Δόσιος πέρασε από δίκη, πήρε την ευθύνη της απόπειρας εξ ολοκλήρου απάνω του, λέγοντας ότι ενήργησε μόνος του, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκε. Αποφυλακίστηκε την επομένη της έξωσης του Όθωνα. Μετά την μεταπολίτευση πήγε στην Ιταλία όπου σπούδασε οικονομικά. Όταν επέστρεψε ανηγορεύθη υφηγητής της Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου. Συνέγραψε πολλές μελέτες στα ελληνικά και γαλλικά. Ήταν και φιλόμουσος. Επιμελήθηκε την β’ έκδοση της μετάφρασης της μητέρας του «Ο Γκιαούρ» του Μπάυρον. Πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών. Για τον πρόωρο θάνατο του Αρ. Δόσιου, ο Κορδάτος γράφει ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε και ότι η πολιτική κατάσταση ήταν ίδια, έπεσε σε μελαγχολία. Είχε ένα τραύμα στο κεφάλι από τα βασανιστήρια που έπαθε στη φυλακή. Το τραύμα άνοιξε και ο Δόσιος έπαθε εγκεφαλική παράκρουση και κλείστηκε στο φρενοκομείο, όπου και πέθανε (Κορδάτος Δ’ σελ. 27 σε σημείωση).

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος [20] (1828-1885) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά. Το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά την διάρκεια της οποίας διορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γεν. Γραμ. του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου. Ήταν δημιουργός και ηγέτης της δημοτικής παράταξης των Αρειμανίων.

Ο Οδυσσέας Ιάλεμος [21] (Γιαλαμάς) ήταν δημοσιογράφος από την Λέσβο. Ο θείος του, Παναγιώτης Ευστρατιάδης, φιλόλογος καθηγητής στο Ναύπλιο, τον πήρε κοντά του και τελείωσε εκεί το Γυμνάσιο. Κατόπιν φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1885, πριν ακόμα ενηλικιωθεί, άρχισε να γράφει στον «Πρωϊνό Κήρυκα», μια προοδευτική εφημερίδα που έβγαινε στην Αθήνα από το 1843-1887, από τις στήλες της οποίας ο Ιάλεμος διεκήρυττε την ανεξαρτησία των ιδεών και φρονημάτων. Γύρω στα 1860 αρθρογραφούσε στο «Μέλλον της Πατρίδος». Ήταν μια πολιτική και φιλολογική εφημερίδα της Αθήνας, όργανο της Χρυσής Νεολαίας, που κυκλοφόρησε από το 1859-1863. Ο Οδυσσέας Ιάλεμος ανεμίχθη στην κατά του Όθωνα δημοσιογραφική και πολιτική κίνηση και γι’ αυτό φυλακίστηκε το 1859 μαζί με τον Αχ. Παράσχο και τον Α. Βυζάντιο.

Όταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης εξέδωσε την εφημερίδα «Το Μέλλον της Ανατολής», ο Ιάλεμος συνεργάστηκε με τον αδελφό του Επαμεινώντα τον Λεωνίδα και τον Νικ. Περόγλου. Το καλοκαίρι του 1861 φυλακίστηκαν οι δημοσιογράφοι Γ. Βιτάλης, Κωνστ. Καλαμίδας, Λεωνίδας Βούλγαρης και ο Οδ. Ιάλεμος. Ο Λ. Βούλγαρης είχε επαφές με τους Γαριβαλδινούς της Ιταλίας και με Σέρβους πατριώτες. Στις 2 Φεβρουαρίου έγιναν ομαδικές συλλήψεις, μεταξύ των συλληφθέντων ήταν και ο Ιάλεμος. Στις 17-18 Φεβρουαρίου, επειδή δεν χωρούσαν άλλους κρατούμενους οι φυλακές του Γκαρμπολά, έστειλαν πολλούς στην Κύθνο. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι Δημοσθένης Μητσάκης, Νικ. Καλησπέρης, Αγαμέμνων Σκαρβέλης, Οδ. Ιάλεμος κ.α. Μετά το 1866 πήγε στη Νεάπολη ως υποπρόξενος και αφού παραιτήθηκε, εξέδωσε μια εβδομαδιαία εφημερίδα τους «Λαούς». Κατά το έτος 1878-79 ο Οδ. Ιάλεμος είναι πρόεδρος του εν Κωνσταντινουπόλει Φιλολογικού Συλλόγου και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Κωνσταντινούπολις» και ύστερα της «Θράκης», καθώς και του λογοτεχνικού περιοδικού «Ερμής». Γράφει γι’ αυτόν ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης: «Εύσωμος, βραχυλόγος, αγέρωχος και δεινός πολυφάγος. Πρύτανης της αθηναϊκής δημοσιογραφίας. Σημαίνουσα τότε προσωπικότης».[22] Το 1884 είναι στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου στέλνει στον δημοσιογράφο Ιω. Αρσένη τις «Αναμνήσεις» του που δημοσιεύτηκαν στην «Ποικίλη Στοά» του 1885. Αγωνίστηκε πολύ για την πνευματική ανάπτυξη του «αλύτρωτου ελληνισμού». Πέθανε στην Αθήνα το 1899. Στη νεκρολογία του ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Φλογαΐτης αναφέρθηκε στη φιλοπατρία και αξιοπρέπεια που επέδειξε σε όλη του τη ζωή και στο γεγονός ότι «τον αφήκεν η πολιτεία να αποθάνη υπό της πενίας εν νοσοκομείω».

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς. Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ελαιογραφία του Δ. Βογιαζή (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Δημήτριος Καλλιφρονάς [23] (1805-1897) ήταν αγωνιστής του ’21 και πολιτευτής. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4-2-1805. Ήταν μαθητής όταν εξερράγη η επανάσταση και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης υπό τον Φαβιέρο, όπου και ανδραγάθησε. Με την απελευθέρωση έγινε δήμαρχος Αθηναίων. Ήταν δημοκρατικός κι ο πρώτος πολίτης που ζήτησε Συνταγματική Πολιτεία. Ο Όθωνας τον θεωρούσε «ως ένα των επικινδυνοδεστέρων φιλελευθέρων». Ο Καλλιφρονάς ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Διακρίθηκε μάλιστα για την ευφυή κατάστρωση του επαναστατικού σχεδίου. Τόση δε μυστικότητα τήρησε, ώστε για να παραπλανήσει την αστυνομία που ήταν επί τα ίχνη του, εκείνο το βράδυ πήγε στο θέατρο όλως αμέριμνος! Μετά την 3η Σεπτεμβρίου εξελέγη πληρεξούσιος στην Συνταγματική Εθνοσυνέλευση. Στις 10-10-1862 έλαβε επίσης ενεργό μέρος στην επανάσταση. Την επομένη 11/10 κατέβηκε στον Πειραιά για να επιδόσει ο ίδιος στον Όθωνα το ψήφισμα της κατάργησης της βασιλείας του. Διετέλεσε βουλευτής, υπουργός και πρόεδρος της Βουλής. Πέθανε στην Αθήνα στις 28-2-1897.

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

Ο Ηλίας Κανελλόπουλος [24] του Φιλίππου (1843-1894) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Στενός συγγενής της Παπαλεξοπούλου. Ήταν γιος της αδελφής του Σπύρου Παπαλεξόπουλου της Αικατερίνης. Διαπρεπής αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Σπούδασε στη Γαλλία. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Έγραψε πολλά ναυτικά και αστρονομικά βιβλία. Ήταν νεαρός σπουδαστής όταν πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Ο Ιω. Αρσένης στην Ποικίλη Στοά του 1895, (σελ. 35) γράφει: «…Ο Η. Κανελλόπουλος ενεγράφη εις τα επαναστατικά μητρώα ως στρατιώτης του Πυροβολικού και ηχμαλωτίσθη κατά την μάχην της 1ης Μαρτίου εις Άρειαν, ενεκλείσθη δε ως αιχμάλωτος εις την φρεγάταν «Ελλάδα» τότε «Αμαλίαν», αυτήν ταύτην ην επί μακρόν μετά έτη εκυβέρνησεν ως κυβερνήτης…»! Ο δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας γράφει στον «Πυρσό»: «Η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία του, αλλ’ ασφαλώς και η επ’ αυτού επίδρασις της μετά της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στενής συγγενείας του, έφεραν αυτόν δρώντα κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν». Πέθανε στις 27-3-1894.

Ο Σοφοκλής Καρύδης [25] ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ένας απ’ την πλειάδα των δημοσιογράφων που ασκούσαν έντονη αντιοθωνική κριτική. Ο Καρύδης εξέδιδε από το 1860 μέχρι το 1879 μια ημερήσια πολιτική και σατιρική εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» που είχε απήχηση στο λαό. Όταν έπεσε ο Όθωνας έβγαλε έκτακτο παράρτημα του ΦΩΤΟΣ που κυκλοφόρησε και σε φυλλάδιο (Γκίνη-Μέξα τμ. 3ος, αριθ. 10905) και ετιτλοφορείτο: «ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ – ΕΡΡΕΤΩ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ» Αθήναι 12 8βρίου 1862. Σοφοκλής Καρύδης – Σωκράτης Α. Γορτύνιος. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφει ο Δημ. Σταμέλος στην εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση, υπήρξαν δύσκολα. Τα οικονομικά του δεν επέτρεπαν την συνέχιση της έκδοσης της εφημερίδας του.

Ο Σοφοκλής Καρύδης πρωτοστάτησε στην εξυγίανση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Πέθανε πάμπτωχος και λησμονημένος. Ο εγγονός του, Σοφοκλής Καρύδης κι αυτός, σ’ ένα γράμμα του προς την Νέα Εστία (τχ. 152 της 15-4-1933 σελ. 444) γράφει: «…Ο Σοφοκλής Καρύδης δεν ζήτησε ποτέ για τον εαυτόν του βοήθημα ή άλλη παροχή από κανένα, αν και οικονομικώς κατεστράφη από την καταδίωξη του Όθωνα, για την πολεμική του εναντίον του και των άλλων ισχυρών της εποχής του, που τους εσατίριζε αλύπητα. Αθήναι 3 Απριλίου 1933. Σ. Καρύδης.» Κι ο Περικλής Κοροβέσης στην «Ελευθεροτυπία» της 6-12-1993 (σελ. 57) γράφει για την προσφορά του Σ.Κ. στο θέατρο: «Ο Σοφοκλής Καρύδης είναι σήμερα εντελώς άγνωστος… Όταν ο Σ.Κ. αγωνιζόταν για την δημιουργία Εθνικού Θεάτρου, μόνος κι έρημος, τα ιταλικά μπουλούκια που κατέκλυζαν την Ελλάδα, για να κάνουν αρπαχτές, έπαιρναν πλουσιοπάροχες επιχορηγήσεις από το κρατικό ταμείο. Πρόσφατα, συνεχίζει ο Κοροβέσης, δόθηκαν δύο παραστάσεις της τρίπρακτης κωμωδίας του «Ο Φλύαρος» τιμητικά για τα εκατό χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα. Η πολιτεία, οι θεατρικοί παράγοντες, τα Μ.Μ.Ε. απουσίαζαν. Κανείς δεν τον θυμήθηκε». Ο Σοφ. Καρύδης μας άφησε ακόμα και ένα βιβλίο τους «Βωμούς» ήτοι «Αγώνες και μαρτυρίαι της Κρήτης, Ηπείρου και Θεσσαλίας» 1869.

Ο Θεόδωρος-Φαλέζ Κολοκοτρώνης [26] (1829-1894) ήταν γιος του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα, εγγονός δε του Γέρου του Μωριά. Ο πατέρας του ο Γενναίος που ήταν δεδηλωμένος φιλομοναρχικός και αυλάρχης του Όθωνα, τον προόριζε για το στρατιωτικό στάδιο και αφού τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων τον έστειλε στη Γαλλία σε ανώτερη Σχολή πολέμου. «Ούτος επέστρεψεν από την Γαλλίαν αξιωματικός, αλλά και πλήρης φιλελευθέρων κοινωνικοπολιτικών ιδεών τας οποίας εκήρυττε δια του λόγου και του τύπου». Φύσει δε πράος, ευγενής και καλλιεργημένος, παρητήθη από το στράτευμα και αφoσιώθηκε στην δημοσιογραφία, έμεινε δε γνωστός με το δημοσιογραφικό ψευδώνυμο Φαλέζ. Ο Φαλέζ εσύχναζε στα καφενεία «Ωραία Ελλάς» και στου Γιαννόπουλου όπου συγκεντρώνονταν ο φοιτητόκοσμος που πηγαίνει ν’ ακούσει και να προσανατολιστεί προς το αντιοθωνικό ρεύμα. Ήταν η Χρυσή Νεολαία κι ο Φαλέζ με τις νέες ιδέες και το πιπεράτο χιούμορ τους ενθουσίαζε σε πείσμα του πατέρα του.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Ο Πάνος Κορωναίος [27] (1811-1899) γεννήθηκε στην Πόλη από πατέρα Τσιριγώτη και μητέρα Πολίτισσα. Με την κήρυξη της επανάστασης του ’21 η οικογένειά του εκπατρίστηκε κι ήρθε στην Κέρκυρα, όπου ο νεαρός τότε Πάνος φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων. Ήταν μεγάλη στρατιωτική μορφή. Το 1854 πολέμησε απ’ τις γραμμές του γαλλικού στρατού στον Κριμαϊκό πόλεμο και το 1859 πήρε μέρος στην εκστρατεία της Συρίας. Το 1862 πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση όπου τραυματίστηκε στο πόδι. Μετά την αποτυχία του κινήματος φυλακίστηκε στο Ιτς Καλέ. Το 1866 κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε με γενναιότητα στο Αρκάδι. Πολιτεύτηκε στα Κύθηρα, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών και πέθανε στην Αθήνα στις 17-1-1899.

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Ο Όθων Μακρυγιάννης [28] του Ιωάννου (1833-1901) ήταν γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1-3-1833. Τον βάφτισε ο Όθωνας. Σπούδαζε στη Σχολή Ευελπίδων όταν το 1852 τον απέβαλαν για την αντιοθωνική δράση του πατέρα του. Κατά τα Σκιαδικά, όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίον του Άρεως με τα ψάθινα καπέλλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν απ’ τους πρώτους. Είχε δε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους και απ’ τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά γιατί κι ο ίδιος ασκούσε μια γοητεία. Ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του ωραίου παλληκαριού και νεαρού επαναστάτη. Μόλις κηρύχθηκε στο Ναύπλιο η επανάσταση, ο Όθωνας διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις για να προλάβει γενίκευση της εξέγερσης. Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ’ όλους τους αντιοθωνικούς Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.λπ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης ο Όθωνας για να αμβλύνει τα πάθη έδωσε αμνηστεία. Στις 10-10-1862 ο Όθων Μακρυγιάννης έρριξε τον πρώτο πυροβολισμό κι έδωσε το σύνθημα. Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βιος του. Μέχρι το 1896 βγήκε πολλές φορές βουλευτής Αττικής. Πέθανε στις 15-1-1901.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης [29] (1828-1892) ήταν γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην επανάσταση του Φεβρουαρίου 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες –300 περίπου– στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα χρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.

Μητσάκης Δημοσθένης

Μητσάκης Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης Μητσάκης [30] ήταν απ’ το Καρλόβασι Σάμου. Δρ. Νομικής. Όταν ήταν φοιτητής ήταν μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Πρωτοστάτησε στις μαχητικές φοιτητικές εκδηλώσεις που ξέσπασαν στις 10 Μαΐου 1859 στο Πεδίον του Άρεως και που είναι γνωστές ως «Σκιαδικά» και στη Ναυπλιακή επανάσταση. Τότε συνελήφθη φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Κύθνο. Αργότερα διετέλεσε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Το 1879 ήταν πρόξενος στην Αιθιοπία και το 1880 στο Σουέζ. Στο «Αττικόν Ημερολόγιον» του 1881 (σελ. 406 κ.επ.) έχει δημοσιεύσει τις «Περιηγήσεις» του. Πέθανε στις 25-5-1890.

Ο Κίτσος Μπότσαρης [31] ήταν γιος του στρατηγού και γερουσιαστή Κωνστ. Μπότσαρη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1841. Το 1862 τελείωσε την Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής του πεζικού. Πήρε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην Κρήτη. Διετέλεσε καθηγητής της Σχολής υπαξιωματικών. Στον πόλεμο του 1897 ανέλαβε την διοίκηση μιας ταξιαρχίας και συμμετέσχε στην άμυνα της Άρτας και στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο στα Πέντε Πηγάδια. Έκτοτε διατελούσε διοικητής της 3ης μεραρχίας μέχρι το 1908 που αποστρατεύτηκε. Πέθανε στην Αθήνα το 1915.

Ο Αριστείδης Οικονόμου [32] (1835-1890) ήταν από τα Καλάβρυτα. Δικηγόρος, δικαστικός, συγγραφέας, οικονομολόγος και πολιτικός. Γύρω στα 1858-60 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Κατά την επανάσταση του 1862 βρισκότανε στην Πάτρα, όπου τέθηκε επικεφαλής των επαναστατών και τον ονομάσανε «Εισαγγελέα του Λαού»! Ο Λεωνίδας Μελετόπουλος γράφει ότι «Σαν δικαστικός υπήρξε υπόδειγμα μοναδικό. Ανεπηρέαστος καθόλου, ίστατο εν τω μέσω της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, ουδέποτε παρεκκλίνας». Αναφέρει δε τούτο το περιστατικό: Μια μέρα τον παρακάλεσε ο εισαγγελέας να συσκεφτούν πριν από την έναρξη της δίκης. Ο Οικονόμου δείχνοντάς του την πόρτα του απάντησε: στο γραφείο σας κ. εισαγγελεύ, εδώ είναι το δικό μου.

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Αριστείδης Οικονόμου (1835-1890)

Το 1874 ο Χαρ. Τρικούπης εδημοσίευσε στους «Καιρούς» ένα άρθρο με τίτλο «Τις πταίει;» όπου κατέκρινε την πολιτική του στέμματος. Γι’ αυτό το άρθρο ο Τρικούπης προφυλακίστηκε και πέρασε από δίκη. Σ’ αυτή τη δίκη δικαστής ήταν ο Οικονόμου ο οποίος δια του υπερόχου θάρρους του, ανεφάνη περίβλεπτος τύπος ανδρός ακεραίου, αληθής βράχος, επί του οποίου συνετρίβη η τυραννική πολιτική». Μετά την δίκη κλήθηκε σε απολογία. Στην απολογία του έγραψε: «…Ποια είναι η κυρία αιτία ήτις προϋκάλεσε τον δικαστικό τούτον αγώνα είναι γνωστή. Το ακριβές είναι ότι ο υποφαινόμενος έχει την πεποίθησιν ότι αγωνίζεται υπέρ της αληθείας και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Είτε διασωθεί είτε καταστραφεί το πολυχρόνιον δικαστικόν στάδιόν του, είναι λεπτομέρειαι δια τας οποίας δεν έχει να τον ελέγξει η συνείδησις αυτού…». Επηκολούθησε δυσμενής μετάθεση. Στη νέα του θέση ουδέποτε πήγε. Ο Αρ. Οικονόμου πολιτεύτηκε στην επαρχία Καλαβρύτων. Το πέρασμά του από τη Βουλή άφησε εποχή, «Διακηρύσσοντας την ίδρυση ενός Λαϊκού Κόμματος στηριγμένου όχι σε προσωποπαγείς αρχές, αλλά σε πρόγραμμα εμπνευσμένο από την ανάγκη της αστικής ευθυγράμμισης της νεοελληνικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής» γράφει ο Τ. Βουρνάς. Ο Λ. Μελετόπουλος τον χαρακτηρίζει: «ρήτορα δεινόν, εξόχως λαϊκόν υποψήφιον, εργάτην και απόστολον νέας κοινωνικής και πολιτικής αναπλάσεως, πρόμαχον ελευθέρων ιδεών, σπουδαίον αναμορφωτήν, έντιμον ασυμβίβαστον εις τας αρχάς του, άτεγκτον – εάν ήθελε, γράφει, να γίνη υπουργός, θα εγίνετο. Φιλοδόξησε να καταρτίση ίδιον δημοκρατικών κόμμα και να διαδραματίση πρόσωπον εν τη πολιτική ζωή, εάν τον συνέτρεχον αι περιστάσεις, πλην εγεννήθη προ του καιρού του. Κύριος οίδε τί ήθελε συμβή εάν έζη με την πρόοδον των νεωτέρων ιδεών και την έξαψιν του Λαού, εν δεδομένη τινί περιστάσει. Το απρόοπτον είναι και θλιβερόν».

Για τον Οικονόμου, σύζυγο της αδελφής του, γράφει ο Βικέλας: «Αι λαϊκαί του ιδέαι, βαθμηδόν διαμορφωθείσαι εξεδηλώθησαν βραδύτερον. (…) Έλεγεν ότι είναι συνταγματικός, αλλά η συνταγματικότης του εφαίνετο πολύ αποκλίνουσα προς δημοκρατικότητα. Η ανάγνωσις των αρχαίων συγγραφέων και η ενδελεχής μελέτη των συμβάντων της Γαλλικής Επαναστάσεως συνετέλουν προς ανάπτυξιν των εις άκρον φιλελευθέρων φρονημάτων του. Στηρίζων την πολιτικήν του δύναμιν εις τα λαϊκά στρώματα, εξήσκει επ’ αυτών την βαθμηδόν αυξάνουσα επιρροήν του. Ηγάπα ειλικρινώς τον λαόν, είχε δε όλα τα προσόντα δια να γίνεται δημοφιλής. Ελκυστικός τους τρόπους, απλούς την συμπεριφοράν, πειστικός, εύγλωττος, ήρχετο ευκόλως εις επαφήν με τας εργατικάς τάξεις, επεδίωκε δε και επετύγχανε την οργάνωσιν σωματείων και συνδέσμων. Δε με βοηθεί η μνήμη προς απαρίθμησιν όσων συνδέσμων λαϊκών εθεμελίωσε».  [33] Πέθανε στις 11-4-1890 στην Αθήνα σε ηλικία 55 μόλις ετών.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος [34] (1829-1879) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και την Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μέλος της προσωρινής Επιτροπής προς τήρησιν της τάξεως. Και μετά μέλος της επαναστατικής Επιτροπής.[35] Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκπατρίστηκε. Επανήλθε μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύτηκε. Στην κυβέρνηση Βάλβη (11-2-1863) έγινε υπουργός Δικαιοσύνης και πάλι το 1871.

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ο Αχιλλεύς Παράσχος [36] (1838-1895) ήταν ποιητής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Το πορτραίτο του σκιαγραφεί ο Ταγκόπουλος με τούτα τα λόγια: «Ευθυτενής, ωραίος, επιβλητικός. Το ντύσιμό του πάντοτε επίσημο με ψηλό καπέλλο και με γούνα βαρύτιμη που την είχε φέρει απ’ την Οντέσσα όταν ήταν πρόξενος. Τον πρωτοείδα σε μια διάλεξή του στον «Παρνασσό» με ολόμαυρα από τα μαλλιά του και το μούσι του ίσαμε τις μύτες των παπουτσιών του. Μόνο το πουκάμισό του ήταν κάτασπρο και το χαμόγελό του…». Ποιητής πληθωρικός, χειμαρρώδης θα έλεγε κανείς, με αχαλίνωτη φαντασία, υμνούσε την πατρίδα και την ελευθερία, ενώ αντίθετα χτυπούσε την τυραννία, ειρωνεύονταν τους αυλοκόλακες και κεντούσε πικρόχολα τον Όθωνα και γενικά την μοναρχία. Η Αντιβασιλεία δεν πήρε κανένα προστατευτικό μέτρο για τους παλιούς αγωνιστές του ’21. Οι περισσότεροι άστεγοι και άνεργοι κατήντησαν ζητιάνοι. Ο Αχ. Παράσχος γράφει χαρακτηριστικά:

 

«Ένα το γένος τούριχνε μαύρου ψωμιού κομμάτι,

καθώς πετούν λίγο ψωμί και σε ζητιάνο ακόμα…

Το έτρωγε πλην τόβρεχε του γέροντα το μάτι

με δάκρυ απαρηγόρητο…».

 

Ο Αχ. Παράσχος ανεμίχθη στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας». Κατηγορήθηκε για αντιοθωνική δράση και φυλακίστηκε στον Μεντρεσέ, τότε φυλακή του Ναυπλίου, όπου έγραψε το ποίημα «Στον πλάτανο του Μεντρεσέ». Η επανάσταση του 1862 τον βρήκε γεμάτο ενθουσιασμό στην πρώτη γραμμή. Ο Κορδάτος (Δ. σελ. 88-89) γράφει: «Την νύχτα της 11ης Οκτωβρίου την κατάσταση την έσωσε η νεολαία. Κατά τα μεσάνυχτα στο σπίτι του Όθωνα Ι. Μακρυγιάννη μαζεύτηκαν από την νεολαία ο Οδ. Ιάλεμος, ο Γλαράκης, ο Αχ. Παράσχος, ο Κλεομένης, ο Γεννάδιος, ο Σαράβας. Αφού εξέτασαν την κατάσταση πήραν την απόφαση να βγουν στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας: Ζήτω η Ελευθερία». Όταν όμως έφτασαν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» βρήκαν μπροστά τους τον αστυνόμο Μπουλούκο που περιπολούσε με πολλούς χωροφύλακες. Πέσανε μερικές ντουφεκιές, αλλά οι νέοι αντί να διαλυθούν τράβηξαν προς το Μεταξουργείο. Εκεί βρήκαν τον Καλλιφρονά με κάμποσους επαναστάτες και άρχισαν να κραυγάζουν Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Ελευθερία! Ανάμεσα ακούγονταν και ζητωκραυγές για την Δημοκρατία! Ο Παράσχος, συνεχίζει ο Κορδάτος (Δ’ σελ. 654), με τα τραγούδια του συγκινούσε τους νέους, γνώρισε δόξες, αλλά δεν ξέφυγε από την μοίρα των αγωνιστών. Στα τελευταία χρόνια της ζωή του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στη δυστυχία. Πέθανε εξόριστος στις 26-1-1895.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς [37] του Αντωνίου ήταν από τα Καλάβρυτα. Ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήρης έπεσαν το 1823 στη μάχη των Βασιλικών Κορίνθου μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του. Σπούδασε Νομικά στο Μόναχο. Το 1836 μπήκε στο δικαστικό κλάδο, όπου διακρίθηκε για το ήθος του και την ευθυκρισία του. Τον Φλεβάρη του 1862 ήταν εφέτης στο Ναύπλιο. Πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση. Λέγεται μάλιστα ότι αυτός ήταν ο δημιουργός της ιδέας της εξέγερσης. Ήταν μέλος της Επιτροπής Ασφαλείας της επανάστασης, δηλαδή της κυβέρνησής της. Ο Γ. Πετιμεζάς πήρε μέρος και στην επανάσταση του Οκτώβρη του ’62. Μετά έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και εισαγγελεύς Εφετών. Πέθανε στις 4-2-1884.

Ηλίας Ποταμιάνος

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος [38] (1844-1911). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος κατήγετο από την Κεφαλονιά κι ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεοντίους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως Φιλικός κατέβηκε στην Ελλάδα, πολέμησε και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας. Ο Ηλίας Ε. Ποταμιάνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, εκεί σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα, κατά δε την Ναυπλιακή επανάσταση, έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος. Στην Αθήνα δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Το 1872 όταν συνήλθε στην Κων/πολη Σύνοδος για το βουλγαρικό σχήμα, ο Ηλίας Ποταμιάνος εστάλη με εμπιστευτική αποστολή. Στο Ναύπλιο έβαλε υποψηφιότητα βουλευτή και εξελέγη το 1881, 1891 και το 1892. Ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Στη Βουλή ήταν δεινός ρήτορας. Διετέλεσε ακόμα καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων κατά τα έτη 1870-73. Πέθανε το 1911.

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Θεόδωρος Φλογαΐτης

Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης [39] του Νικολάου (1848-1905) ήταν νομομαθής, πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του νομομαθής, γλωσσομαθής, αγωνιστής του ’21. Ο Θ. Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862. Όταν επολιορκείτο το Ναύπλιο από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη. Όπως γράφει και ο Τάσος Γούναρης, η εφημερίδα αυτή «γραφόταν με την καρδιά». Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας. Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποικίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις». Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσεως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Επροτάθη για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

7.  Εκτός από την πτώση του Όθωνα, η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε και επιπτώσεις στα δημοτικά πράγματα του Ναυπλίου για πολλά χρόνια. Όπως αναφέρει ο Θ. Δημόπουλος στην Ιστορία του Ναυπλίου σχηματίστηκε μια δημοτική παράταξη, η λεγομένη των Αρειμανίων, η οποία κυριάρχησε συντριπτικά στο Δήμο Ναυπλιέων τουλάχιστον για 20 χρόνια. Αντίπαλή τους, πιο συντηρητική, ήταν η παράταξη των Νοικοκυραίων. [40] Την εκκαθάριση των επαναστατών στο Δημοτικό Συμβούλιο με την κατάληψη της πόλης από τα βασιλικά στρατεύματα του Στρατηγού Χαν, ακολούθησε η εγκαθίδρυση νέου Δημοτικού Συμβουλίου μετά την έξοδο του Όθωνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν οι άτακτοι που ακολουθούσαν τον τακτικό στρατό, κυρίως στην Πρόνοια και τα περίχωρα της πόλης, δεν έλαβαν ουδέποτε αποζημίωση. [41] Αμέσως μετά την αναχώρησή του, ο διορισμένος Δήμαρχος – Γ. Ιατρός, έδωσε τη θέση του στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κ. Ευθυμιόπουλο (1828-1885), που είναι και ο πρώτος Δήμαρχος της παράταξης των Αρειμανίων, ο οποίος υπήρξε και πολλές φορές Βουλευτής, Αντιπρόεδρος της Βουλής και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Για το κόμμα των Αρειμανίων, ο Δημόπουλος αναφέρει ότι «ήταν κόμμα πανίσχυρον, κόμμα λαϊκών αρχών, το οποίο εξεπροσώπη την ιδέαν της επαναστάσεως, όχι μόνο δια της αλλαγής του καθεστώτος αλλά και δια μιας περισσότερο μεγάλης και πλήρους μεταβολής εις τας ψυχάς και τας πεποιθήσεις των οπαδών του». «Κάτω τα τζάκια!…», εφώναζαν οι Αρειμάνιοι. Αγωνίζονταν εναντίον του «αριστοκρατικού αρχοντολογίου». Εκπρόσωπος αυτού του νέου κόμματος, όπως είπαμε, σε ηλικία μόλις 28 ετών, ήταν ο Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος. Ο Δημόπουλος λέει ότι από τον Οκτώβριο του 1862 μέχρι το 1865 ο Ευθυμιόπουλος και οι Αρειμάνιοί τους δεν ήταν απλώς δημοφιλείς, αλλά «δικτάτορες του τόπου». Η μάχη αυτή μεταξύ των δύο δημοτικών κομμάτων διήρκεσε 23 χρόνια, με Δήμαρχο μετά τον Ευθυμιόπουλο, τον γιατρό Επαμεινώνδα Κωτσονόπουλο, για δύο τετραετίες. Οι Αρειμάνιοι έχασαν το αξίωμα του Δημάρχου το 1879 με την αποτυχία του υποψηφίου τους Κωτσονόπουλου, τον οποίον όμως επανεξέλεξαν το 1883, αλλά ο Κ. Ευθυμιόπουλος ηττήθηκε στις Βουλευτικές Εκλογές του 1881 και κατόπιν το 1885. Οι εναπομείναντες Αρειμάνιοι προσχώρησαν στο κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων. Σημειωτέον ότι ο δικηγόρος Κ. Φαρμακόπουλος είχε ήδη συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση. [42] Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, ο Ηλίας Ποταμιάνος (που είχε συμμετάσχει στη Ναυπλιακή Επανάσταση) και οι αδελφοί Φαρμακόπουλοι (Τάκης Φαρμακόπουλος, δικηγόρος και Θεόδωρος Φαρμακόπουλος, ιατρός) κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή του Ναυπλίου για 40 χρόνια, από το 1882 μέχρι το 1922.

Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν ότι οι επίγονοι της Ναυπλιακής Επανάστασης στη Δημοτική Αρχή του Ναυπλίου κυριάρχησαν για πάνω από 60 χρόνια. Το έμβλημά τους ήταν το στάχυ και το τσεμπέρι, που μετά το θάνατο του Ευθυμιόπουλου υιοθέτησε το κόμμα των αδελφών Φαρμακοπούλων.

8. Συμπερασματικά, οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, αντιαυταρχικές, αντιμοναρχικές, υπέρ των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών κυριάρχησαν όχι μόνο κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση όπου διακηρύχθηκαν (ας θυμηθούμε τη συμβολική καύση στην πυρά της λαιμητόμου, που έγινε στην Πλατεία Τριών Ναυάρχων του Ναυπλίου), αλλά και κατόπιν, για μακρύ χρονικό διάστημα.

Είναι αλήθεια ότι οι επαναστάτες δεν έθεσαν θέμα καταργήσεως του θεσμού της βασιλείας, παρόλο που πολλοί απ’ αυτούς ήταν δημοκρατικοί. Αλλά το αίμα που χύθηκε κατ’ αυτήν, μετέφερε στο λαϊκό υποσυνείδητο τις ιδέες ισοπολιτείας, ελευθερίας και ατομικών ελευθεριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική κατεύθυνση της ελληνικής κοινωνίας μέχρι την άφιξη του Ελευθερίου Βενιζέλου, έριξε στη λήθη τη Ναυπλιακή Επανάσταση, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Ο εορτασμός λοιπόν στο Ναύπλιο των 150 χρόνων, το 2012 με ομιλίες, πολυπληθές επιστημονικό συμπόσιο και άλλες εκδηλώσεις από τα σημαντικά γεγονότα εκείνα για τη δημοκρατική ζωή της χώρας, μας επέτρεψε σήμερα να την ξαναθυμηθούμε, να μελετήσουμε τα επιτεύγματά της και να την τιμήσουμε όπως της αξίζει. Ήταν ένα επίτευγμα λαού και Στρατού και ο δεύτερος μπορεί εξίσου να την εγγράψει στο δημοκρατικό ενεργητικό του. Μακάρι το παράδειγμά της να γίνει ευρύτερα γνωστό και πάλι στο πανελλήνιο και να εμπνεύσει τις νεότερες γενιές.

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

  

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Eric Hobsbawm, The Age of Revolution: Europe 1789-1848, Abacus, 1962

[2] Δ. Βικέλας, Η ζωή μου, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Εν Αθήναις, 1908, σελ. 85-86

[3] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 226.

[4] Χρήστος Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α., Ένας Μακεδόνας Ήρωας, Υπολοχαγός Πυροβολικού Αλέξανδρος Γ. Πραΐδης (Η Σταδιοδρομία και η Δράση του), Στρατιωτική Επιθεώρηση, τευχ. 4, Ιουλίου – Αυγούστου 1996, σελ. 9-31.

[5] Κούλα Ξηραδάκη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, 1809-1898, Η Γυναίκα που Κλόνισε το Θρόνο του Όθωνα, Εκδόσεις Φιλιππότη, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 1998, σελ. 210.

[6] Βλέπε πίνακα σε παράρτημα.

[7] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 199-200.

[8] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britanica, τόμος 46, 2007, σελ. 221-222.

[9] Op.cit., τόμος 16, 2007, σελ. 450-451.

[10] Τάσου Γούναρη, Η Ναυπλιακή Επανάσταση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, Β’ Έκδοση, Αθήνα 2010, σελ. 91-94.

[11] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 181-182.

[12] Op.cit., σελ. 183.

[13] Op.cit., σελ. 183-184.

[14] Op.cit., σελ. 184-185. Η παραπομπή είναι από την Ποικίλη Στοά, 1912, σελ. 617-18.

[15] Op.cit., σελ. 185-186.

[16] Op.cit., σελ. 186.

[17]Ibid., σελ. 186-187.

[18] Ibid.,., σελ. 188.

[19] Ibid., σελ. 188-189.

[20] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 189.

[21] Op.cit., σελ. 190-191.

[22] Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974, επιμέλεια Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου, τόμος Β’, Ινστιτούτο Ελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2008, σελ. 442. Λήμμα του Κώστα Γ. Μίσσιου.

[23] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 191-193.

[24] Ibid., σελ. 193-194.

[25] Ibid., σελ. 194-195.

[26] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 195-196.

[27] Ibid., σελ. 196.

[28] Ibid., σελ. 197-199.

[29] Ibid., σελ. 200.

[30] Στο ίδιο, σελ. 200-201.

[31] Κ.Ξ., σελ. 201.

[32] Στο ίδιο, σελ. 202-204.

[33] Δ. Βικέλας, Op.cit., σελ. 378.

[34] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204.

[35] Για την ενεργό συμμετοχή των δικηγόρων του Ναυπλίου στη Ναυπλιακή επανάσταση, βλ. την αντίστοιχη ανακοίνωση του Τάσου Γούναρη στο Συμπόσιο για τα 150 χρόνια της Ναυπλιακής επανάστασης, Ναύπλιο, Οκτώβριος 2012.

[36] Κούλα Ξηραδάκη, Op.cit., σελ. 204-207.

[37] Ibid., σελ. 207-208.

[38] O.π., σελ. 209-210.

[39] Ο.π., σελ. 210-212.

[40] Θεοδόση Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, Εισαγωγή-επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης, Τόμος Β’, 2010, σελ. 228-231.

[41] Ibid., Τόμος Β’, 2010, σελ. 186-188.

[42] Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της 1ης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως, Εν Αθήναις 1862, σελ. 47.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »