Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση’

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Ο Τσάρος Νικόλαος Α’ (1796-1855). Λιθογραφία, Robert Theer, 1840.

Στα μισά του 19ου αιώνα το «Ανατολικό ζήτημα» βρισκόταν σε έξαρση καθώς είχε ενταθεί η αντιπαλότητα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Ο διαχρονικός γεωπολιτικός στόχος της Ρωσίας ήταν η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα και βασικό εμπόδιο  αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία την εξιστορούμενη εποχή ταλανίζεται από ενδογενή δομικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα (χαρακτηριζόταν εύγλωττα στην διεθνή διπλωματική γλώσσα ως «ο Μεγάλος Ασθενής»). Σύμφωνα με το σχέδιο του Τσάρου Νικολάου Α’ όπως αυτός το ανέλυσε το 1853 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Μόσχα Seimour, μετά την ολοσχερή ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ιδρύονταν δύο ανεξάρτητα κράτη στα Βαλκάνια (Σερβία, Βουλγαρία), η Ρωσία θα προσαρτούσε τον Βόσπορο, η Αυστρία τα Δαρδανέλια και η Αγγλία θα προσαρτούσε την Αίγυπτο και την Κρήτη. Οι υπερδυνάμεις της εποχής Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία αντιμετώπιζαν αρνητικά τις Ρωσικές επιδιώξεις τις οποίες θεωρούσαν ανταγωνιστικές σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο και προσπαθούσαν να τις ματαιώσουν υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Οι αφορμές για την όξυνση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και η έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου

 

Το ζήτημα της κυριότητας του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Άγιους Τόπους αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών της Ιερουσαλήμ για πάνω από τρεις αιώνες. Θεωρητικώς ο ναός βρισκόταν κάτω από την κυριότητα και των δύο κοινοτήτων, αυτό όμως δεν μείωνε τον ανταγωνισμό τους για να διεκδικήσουν τον ναό επικαλούμενοι αλληλοαναιρούμενα φιρμάνια του εκάστοτε Οθωμανού Σουλτάνου που είχαν εκδοθεί αιώνες πριν και κατά κανόνα ήταν προϊόν χρηματικής εξαγοράς. Ο θρησκευτικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον ναό του Πανάγιου Τάφου είχε διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, με τους Γάλλους, ειδικά μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’ σε Αυτοκράτορα, να στηρίζουν με έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δραστηριότητα τα δικαιώματα των Καθολικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Ρώσους αντίστοιχα των Ορθοδόξων.

Η κλιμάκωση του διπλωματικού αυτού ανταγωνισμού επήλθε στις 28 Ιανουαρίου 1852, όταν ο πρέσβης της Γαλλίας Valette εξασφάλισε ένα Σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεσίτ Πασά που ικανοποιούσε τις Γαλλικές αξιώσεις σχετικά με τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό όμως εξόργισε την Ρωσία η οποία εκμεταλλευόμενη την ανάδειξη του Ρεούφ πασά που την ευνοούσε, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση από την Πύλη νέου «Χάττι Σερίφ» τον Μάρτιο του 1852 που αναιρούσε το προηγούμενο φιρμάνι και ευνοούσε εκ νέου τους Ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «σπηλιά» του Μακρυγιάννη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της φιλολόγου, κυρίας Κατερίνας Σολακάκη,  που αφορά στη συγκυριακή όσο και συγκινητική ανακάλυψη ενός από τους τόπους που έδρασε ο Ιωάννης Μακρυγιάννης στην Αθήνα. Πρόκειται για τη «σπηλιά» του, της οποίας την ταυτοποίηση είχε την  τιμή να κάνει, το καλοκαίρι του 2019.

 

«Η σπηλιά του Μακρυγιάννη»

  

Η αναγκαιότητα της ησυχίας, η οποία πάντα συνοδεύει την εξεταστική των παιδιών μου, ώθησε τα βήματά μου, ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου του 2019, για πολλοστή φορά, στον αγαπημένο τόπο κατά τα διαστήματα των τελευταίων χρόνων που παρεπιδημώ στην Αθήνα· στον κήπο και στη «σπηλιά» του οπλαρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), στο χώρο του αρχαίου Ολυμπιείου, ο οποίος συνόρευε με το σπίτι και το περιβόλι του. Ίσως, επειδή το σπίτι έχει πια κατεδαφιστεί και ο κήπος χαθεί, βορά στην αδηφάγο ανάπτυξη, το ενδιαφέρον μου ήταν πάντα επικεντρωμένο στον εντοπισμό της «σπηλιάς», η οποία είναι θαμμένη στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις διαμαρτυρίες των ανθρώπων που πρόλαβαν να τη δουν, πριν καλυφθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, εδώ και 120 περίπου χρόνια. Το μεσημέρι αυτό, η μυστική μου ευχή να βγει ξανά στο φως, πραγματοποιήθηκε με ένα ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο, αφού η παρουσία μου εκεί συνέβαλε στην ταύτιση της θολωτής κατασκευής, την οποία είχε αποκαλύψει η σκαπάνη της κας Νίκης Σακκά, αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αθηνών, με τη «σπηλιά» του Μακρυγιάννη.

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

Η μελέτη αυτή, η οποία συντάχθηκε με την προτροπή της, ώστε να παρουσιαστεί τεκμηριωμένα η χρήση του χώρου αυτού από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, βασίστηκε κυρίως στις πρωτογενείς πηγές, δηλαδή στα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και στα σχόλια των εκδοτών τους. Θα εκπληρώσει δε ουσιαστικότερα το σκοπό της, αν φανεί χρήσιμη στους σύγχρονους μελετητές, στους εκπαιδευτικούς όπως και στους μαθητές. Ως καθηγήτρια, ερχόμενη καθημερινά σε επαφή με τη νέα γενιά στις αίθουσες διδασκαλίας, διαπιστώνω, ολοένα και περισσότερο, πόσο αναγκαία είναι σήμερα η επαφή των νέων ανθρώπων με τις αξίες που βίωσαν οι πρόγονοί μας και οι οποίες τους ώθησαν να δημιουργήσουν αξιόλογο διαχρονικά πολιτισμό. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρούνται και να αναδεικνύονται στη διαχρονικότητά τους οι χώροι και τα αντικείμενα που συνδέονται με αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση «η σπηλιά» του Μακρυγιάννη, διότι έτσι παραμένουν διαχρονικά και τα πρότυπα που εκείνοι αποτελούν και προβάλλουν.

 Η κάρτα της ελευθέρας εισόδου μου, ως εκπαιδευτικού, μου επιτρέπει να μπαινοβγαίνω στον αρχαιολογικό χώρο σαν στο σπίτι μου. Έτσι νιώθω, καθώς περιδιαβάζοντας στο χώρο, αναπλάθω με τη φαντασία μου τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη δυτική πλευρά του ναού, η οποία συνόρευε με το περιβόλι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο διορισμός του ως Πολιτάρχη των Αθηνών, τον Ιανουάριο του 1823, είναι η αρχή της σχέσης του, εικοσιεξάχρονου τότε, με την πολιτεία των Αθηναίων:

 

Κοινῇ γνώμῃ διορίζονται οἱ Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας καί Μακρυγιάννης μέ ἑξῆντα ἀνθρώπους ἀχωρίστως νά καθίσωσιν εἰς τήν κοινήν πόρταν ἐπιστάται κατά τήν συνήθειαν καί νά ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τήν φύλαξιν τῶν νόμων καί εὐταξίαν τῆς πόλεως […] ἐσφραγισμένα τῇ κοινῇ σφραγίδι καί ὑπογεγραμμένα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου 1823. Οἱ Ἔφοροι Ἀθηνῶν. (Βλαχογιάννης, 1907: Α΄, 3-5)

 

Η σχέση αυτή θα σφραγιστεί με τα σοβαρά τραύματα που θα λάβει κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης του κάστρου των Αθηνών από την πολιορκία των δυνάμεων του Κιουταχή (1826-1827), θα γίνει δε καθολικότερη και μονιμότερη, όταν κατά το 1827, ενώ ο Κιουταχής έχει υπό την κατοχή του την Αθήνα, θα αγοράσει μια έκταση εκτός του τείχους των Αθηνών, δίπλα στο ναό του Ολυμπίου Διός. Βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, το 1833 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, την ιδιαίτερη πατρίδα της γυναίκας του Αικατερίνης Σκουζἐ, όπου θα χτίσει το σπίτι του και θα φυτέψει το περιβόλι του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προεπαναστατικές ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις – Η Φιλική Εταιρεία


 

Οι ιδεολογικές ζυμώσεις – συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα του Nεώτερου Ελληνισμού στην κρίσιμη αυτή φάση της ιστορίας του. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση ορισμένων πλευρών του.

 

Α. Ιδεολογικό υπόβαθρο και νέοι προσανατολισμοί

 

Το ιδεολογικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο συντελούνται αυτές οι καθοριστικές για την πορεία του Ελληνισμού ζυμώσεις και συγκρούσεις είναι το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο δημιουργείται με τις έντονες επιρροές που δέχεται – όπως και τα αντίστοιχα κινήματα σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες – από τον γαλλικό Διαφωτισμό. Το κίνημα αυτό, εμφανίζεται λίγο πριν από τα μέσα του 18ου αι. και έρχεται να μορφοποιήσει πνευματικά επιτεύγματα που απορρέουν από τις κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οποίες συνοδεύουν την άνοδο των Φαναριωτών και των εμπόρων και οι οποίες μεταφέρουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» τα πνευματικά-επιστημονικά επιτεύγματα και τα ιδεολογικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης.

Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Κληρικός, παιδαγωγός, δάσκαλος του Γένους, μεταφραστής του Βολταίρου και διαπρεπής στοχαστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των ζυμώσεων είναι – στη μεγαλύτερη τουλάχιστον μερίδα των Διαφωτιστών, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη – η τάση αποδέσμευσης από τη θρησκευτική-εκκλησιαστική αυθεντία και απόρριψης του Βυζαντίου, που θεωρείται από αυτούς ως φορέας της θρησκευτικής και της απολυταρχικής εξουσίας. Γιατί υπάρχει και μία άλλη, μικρότερη βέβαια, κατηγορία λογίων (με κυριώτερο εκπρόσωπό της τον διαπρεπή λόγιο κληρικό Ευγένιο Bούλγαρη), που δέχονται τις κατακτήσεις του γαλλικού Διαφωτισμού και τις διδάσκουν, παραμένοντας ταυτόχρονα προσηλωμένοι στα ορθόδοξα δόγματα ή άλλοι, πιο απλοϊκοί, (όπως ο Kοσμάς ο Αιτωλός) που αγωνίζονται να (δια)φωτίσουν το Γένος παραμένοντας απόλυτα προσηλωμένοι στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

Όπως παρατηρεί ο Λέανδρος Bρανούσης, ένας από τους καλύτερους μελετητές αυτών των ζητημάτων, «οι ιδεολογικοί και πολιτικοί προσανατολισμοί του υπόδουλου Γένους συνδέονται αναπόσπαστα με το άμεσο και το απώτερο ιστορικό παρελθόν του και, φυσικά, συνυφαίνονται με τις ιστορικές του περιπέτειες, τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, τις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες που κάθε φορά επικρατούσαν».

Σταθερός παράγοντας ήταν η παράδοση που είχε κατά τους προηγούμενους αιώνες προφυλάξει το Γένος από τον αφανισμό. Βασικά συστατικά της ήταν η ορθόδοξη πίστη, ως συνεκτικός κρίκος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι κοινές ελπίδες για το μέλλον. H διαμορφωμένη μετά την Άλωση συνοχή του Ελληνισμού έχει ως σταθερές συνιστώσες από τη μια τη βυζαντινή κληρονομιά και από την άλλη τους αρχαίους Έλληνες, τιμωρούς των Περσών (που ταυτίζονται με τους Τούρκους) με τον M. Αλέξανδρο.

O υπόδουλος Ελληνισμός γαλουχείται με τους θρύλους του «μαρμαρωμένου βασιλιά», αναζητεί τα σημάδια της απελευθέρωσης στις προφητείες του Aγαθάγγελου και σ’ άλλα χρησμολογικά κείμενα. Ταυτόχρονα, ψέλνει και εικονίζει στις εκκλησίες σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο και  την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη, που του δίνουν κουράγιο στις δύσκολες ώρες, ακόμη και με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ονομάζει «ελληνικά» τα απομεινάρια των αρχαίων μνημείων, μαθαίνει τέλος στα σχολειά ότι κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο έζησαν μεγάλοι άνδρες. H παιδεία, που αναγεννάται, όπως είδαμε, αυτή την περίοδο σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνισμού, παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο. H συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης, στο να μην αφομοιωθεί ο Ελληνισμός μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης, είναι, επίσης, καθοριστική. [Σβορώνος, σ. 84-85]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Oρλωφικά)


 

Η ελληνική ιστοριογραφία διαχειρίστηκε αυτό το γεγονός στο πλαίσιο της αφύπνισης του Ελληνισμού, ως ένα επεισόδιο στη μακρά πορεία προς την απελευθέρωση και την πολιτική αυτοδιάθεση που ήρθε αργότερα με την Επανάσταση του 1821. Όπως παρατηρεί, εύστοχα, ο N. Pοτζώκος, η σύγκριση με την επανάσταση του Εικοσιένα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στην υποβάθμιση των Ορλωφικών, που θεωρήθηκαν ως «πρώιμη» και «άκαιρη» εξέγερση από έναν λαό του οποίου η εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη ωριμάσει.

Η πρώτη μελέτη αυτού του γεγονότος έγινε από τον Κ. Σάθα ο οποίος την εντάσσει στη μακρά σειρά των κινημάτων του Ελληνισμού για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ίδια γραμμή κινείται και η ερμηνεία του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Ο Π. Κοντογιάννης, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα αυτό εκτενή μελέτη, τονίζει ότι το απελευθερωτικό όραμα την εποχή της ρωσικής επέμβασης στα ελληνικά πράγματα χαρακτηριζόταν από έναν άκρατο και γενικευμένο ενθουσιασμό για την (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Η πιο σοβαρή προσπάθεια μελέτης αυτού του κινήματος έγινε από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου στη μελέτη του για την Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1939). Ο συγγραφέας δέχεται (όπως και ο Σάθας) ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού στην οθωμανική εξουσία μετά την Άλωση ήταν συνεχής. Στην ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη του όλες τις κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό και τονίζει ότι ήταν έργο – όσον αφορά στο Μοριά – των ηγετικών του ομάδων, των κοτζαμπάσηδων και των ανώτερων κληρικών, δηλαδή αυτών που η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκαλεί τοπικές ελίτ. Θεωρεί την εξέγερση ως ένα σκαλοπάτι στην πορεία του Ελληνισμού προς την εθνική ανεξαρτησία με την Επανάσταση του ’21.

O T. Γριτσόπουλος στη μονογραφία του για τα Ορλωφικά (1967) ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τον Σακελλαρίου. Ο Απ. Βακαλόπουλος αφιερώνει στον τέταρτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού πολλές σελίδες (372-464) σ’ αυτήν εξετάζοντάς την – όπως και τα άλλα γεγονότα – κάτω από ένα «εθνοκεντρικό» πρίσμα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως τη σφαιρική μελέτη της από τον Στέφ. Παπαδόπουλο στην οποία, κυρίως, θα στηριχτούμε για την παρουσίασή της.

H πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι η μελέτη του Ροτζώκου Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, (Αθήνα 2007), στην οποία επιχειρεί μία κριτική αποτίμηση των κυριότερων μελετών για τα Oρλωφικά επί τη βάσει των κεκτημένων της ελληνικής και της ξένης ιστοριογραφίας. Σημαντικές συμβολές στην έρευνα αυτού του γεγονότος συνιστούν και οι πρόσφατες μελέτες του Δ. Tζάκη και του Aθ. Φωτόπουλου, στις οποίες εξετάζεται κυρίως ο ρόλος των Πελοποννησίων κοτζαμπάσηδων. Από τις ξενόγλωσσες μελέτες αξίζει να μνημονεύσουμε την εξαιρετική προσέγγιση του Ιταλού ιστορικού Franesco Venturi. Οι πηγές είναι πολλές: ελληνικές και ξένες (γαλλικές, π.χ. η έκθεση του προξένου της Γαλλίας στο Mοριά A.- A. Lemaire, ρωσικές, βενετικές, οθωμανικές, όπως τα έργα του Vassif effendi και του Mοραΐτη Penah effendi.

 

1. Αίτια και χαρακτήρας της επανάστασης – O ρόλος του ρωσικού παράγοντα

 

H επανάσταση του 1770 στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, γνωστή ως Oρλωφικά, από το όνομα των αδελφών Oρλώφ, διοικητών της ρωσικής δύναμης που στάλθηκε στο Mοριά, είναι, αναμφίβολα, το σημαντικότερο από τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 1821, λόγω της έκτασης και των επιπτώσεών του. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εκδήλωση αυτής της επανάστασης, καθώς και τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το γνωστό Aνατολικό Zήτημα δηλαδή στον ανταγωνισμό τους για τη διανομή των εδαφών που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί κατά τις διαδοχικές τους ήττες.

 

Αλέξιος και Γκριγκόρι Ορλώφ. Άγνωστος καλλιτέχνης. Δεκαετία του 1770.

 

Στα τέλη 17ου – αρχές του 18ου αι. έσβησαν οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με βοήθεια από τη Δύση. Στο εξής, ως τη Γαλλική Επανάσταση, οι ορθόδοξοι λαοί της ΝΑ Ευρώπης θα εναποθέσουν τις ελπίδες για τη λύση του πολιτικού τους προβλήματος στην ομόδοξη Ρωσία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι προύχοντες της Πελοποννήσου στα Ορλωφικά και πριν το 1821 – Σαϊσανάς Βασίλειος


 

Εισαγωγή – Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης – Οι κοινότητες – Ο θεσμός των κοινοτήτων στην Πελοπόννησο κατά την Β΄ Τουρκοκρατία – Ο διοικητικός ρόλος των προεστών – Οι επαναστατικές και πολιτικές κινήσεις – Οι προεστοί ως παράγοντες στρατιωτικής και πολιτικής δράσης κατά το κίνημα των Ορλωφικών και πριν την επανάσταση του 1821 – Επίλογος – Συμπεράσματα – Παράρτημα. Προεστοί της Πελοποννήσου κατά την Β΄ Τουρκοκρατία

 

Εισαγωγή

 

Στην παρούσα εργασία θα εξεταστούν ζητήματα και προβληματικές που αφορούν τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά την δεύτερη τουρκοκρατία. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθεί ο ρόλος και η δράση τους ως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την διάρκεια του κινήματος των Ορλωφικών καθώς και κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος της Επανάστασης του 1821. Για την βέλτιστη κατανόηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προεστοί στα Ορλωφικά αλλά και για να προκύψουν ορθότερες ερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σκόπιμο και εν πολλοίς αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα  γεγονότα του εμπόλεμου αυτού ξεσπάσματος.

Μελετώντας κανείς, έστω και στοιχειωδώς το ιστοριογραφικό έργο  που αφορά στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη τουρκοκρατία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ένας από τους βασικούς διοικητικούς και δημοσιονομικούς άξονες που σχετίζεται με την Ελληνορθόδοξη – και όχι μόνο – πραγματικότητα υπήρξε η άτυπη τάξη των Προεστών ή Κοτζαμπάσηδων. Βασικοί μοχλοί πολιτικής εξουσίας και οικονομικής δύναμης οι τελευταίοι άσκησαν μεγάλη κοινωνική επιρροή και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα κρίσιμα εκείνα γεωπολιτικά και στρατηγικά δεδομένα που μετέβαλαν ουσιωδώς την μοίρα όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού όπως αποδείχθηκε.[1]

Ποιοι ήταν όμως οι Προεστοί; Πώς αυτοί παγίωσαν την πολιτική και οικονομική εξουσία τους και πώς συγκροτήθηκε ιδεολογικά η ταξική τους συνείδηση, στον βαθμό βέβαια, που αυτή υπήρξε; Οι απαρχές και οι βάσεις της συγκρότησης και στοιχειοθέτησης του κοτζαμπασισμού εντοπίζονται την εποχή της δεύτερης Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – 1715) όταν και αναδείχτηκε μία ισχυρή αγροτική ολιγαρχία που έτεινε περιοδικά να αντικαταστήσει τους Τούρκους φεουδάρχες του παλαιού κοινωνικο-οικονομικού σχήματος. Οι νέοι αυτοί τοπικοί αρχηγοί, όντας – κατά κανόνα – φιλοβενετικά στοιχεία άντλησαν δύναμη από το διοικητικό σύστημα που εφάρμοσαν οι βενετικές αρχές αξιοποιώντας τα προνόμια που προορίζονταν για κάθε κοινότητα βάσει ειδικά διαμορφωμένου καταστατικού χάρτη. [2] Υπό αυτούς τους όρους, έτσι όπως υπαγορεύονταν από το συγκεκριμένο βενετικό σύστημα αρχών, ορισμένες οικογένειες απέκτησαν διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες υπήρξαν οι Σύντιχοι στην Καρύταινα, οι Νοταράδες στην Κόρινθο, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Μπενάκηδες στην Μεσσηνία, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά κ.α.[3]

 

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

Αυτές οι οικογένειες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους εξουσία και μετά την οθωμανική ανακατάληψη της Πελοποννήσου το 1715. Η διαιώνιση αυτής της εξουσίας δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους όρους κατάκτησης που υιοθετήθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ στην Πελοπόννησο από τους Οθωμανούς κυριάρχους. Πιο συγκεκριμένα οι οθωμανικές αρχές διατήρησαν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ο οποίος αναντίρρητα ευνοούσε τα πεδία δράσης των προυχόντων.[4] Η οικειοθελής και έγκαιρη υποταγή των προεστών στα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα και η ομαλή ένταξή τους στην νέα πολιτική πραγματικότητα που συνεπαγόταν η κατάκτηση εξασφάλισε στους πρώτους όχι μόνο την εύνοια των κατακτητών αλλά και μία δεσπόζουσα θέση μέσα στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης με πολυσύνθετα διοικητικά και οικονομικά προνόμια.[5] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι πελοποννήσιοι προεστοί πέτυχαν δια σουλτανικού φιρμανίου την αναγνώριση προνομίων, κυρίως δημοκρατικήν διοίκησιν, δηλαδή δυναμική και εμπλουτισμένη τοπική αυτοδιοίκηση με αντιπροσώπους που αποφάσιζαν εις τας εκλογας και εις την διανομήν των επιτόπιων φόρων.[6] Βέβαια παρά την υπερβολή που αποδίδεται στον όρο δημοκρατική διοίκηση εντούτοις η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του Δεληγιάννη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ένοπλα φοιτητικά σώματα (1862-1897) – Η περίπτωση της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» | Χρήστος Δ. Λάζος


 

Εκπλήσσεται ο ακροατής ακούγοντας για την ύπαρξη ένοπλων φοιτητικών σωμάτων στη διάρκεια της περιόδου 1862-1897, την ίδια όμως έκπληξη δέχεται και ο Ιστορικός που διερευνά το θέμα. Και θα ήταν πολύ εύκολο να διολισθήσει κάποιος προς την άποψη ότι έχουμε να κάνουμε με μία έκρηξη πολεμικού πάθους ή εθνικιστικού μένους, πράγμα που φυσικά δεν συμβαίνει.

 

Το κτίριο όπου στεγάστηκε το Εθνικό Πανεπιστήμιο κατά την έναρξη λειτουργίας του, το Μάιο του 1837.

 

Υπάρχει ένας συνειρμός σ’ όλα αυτά και το υπό μελέτη φαινόμενο, δηλαδή η ίδρυση και δράση της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγας», δεν είναι αυθύπαρκτο και αυτοφυές, αλλά έχει ρίζες στο παρελθόν και προεκτάσεις στο μέλλον, στην πριν και μετά από αυτό χρονική περίοδο, και τυπικά ανήκει στην ιστορία του φοιτητικού κινήματος, του οποίου αποτελεί μιαν από τις λαμπρότερες σελίδες. Άρα δεν μπορούμε να το μελετήσουμε σαν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σαν συνέχεια και σαν κρίκο μιας διαδοχής.[1]

 

Διαχρονικότητα και μοναδικότητα του φαινόμενου

 

Μόνο μέσα από την έρευνα για την καθολική πορεία και δράση του φοιτητικού σώματος μπορεί ο ερευνητής να αντιληφθεί ότι τα ένοπλα φοιτητικά σώματα της περιόδου 1862-1897 έχουν μια διττή όψη: διαχρονική και παράλληλα μοναδική. Διαχρονική γιατί τόσο στην πριν από αυτά περίοδο, όσο και στην μετέπειτα, υπήρξαν παρόμοια σώματα, αλλά με τις επιμέρους διαφορές τους, και μοναδική γιατί οι αιτίες που τα δημιούργησαν υπήρξαν πολύ ειδικές, ιδωμένες τόσο από ελληνική σκοπιά όσο και παγκόσμια. Δε γνωρίζουμε πουθενά, στη παγκόσμια ιστορία, πανεπιστημιακό ίδρυμα να εσύστησε μάχιμο πανεπιστημιακό σώμα από καθηγητές και φοιτητές. Και το φαινόμενο παραμένει μοναδικό ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα.

Για την περίοδο 1821-1861, έχουμε την παρουσία και δράση του «Ιερού Λόχου» [2] και αργότερα την «Ελληνική Λεγεώνα των Εθνικοτήτων», που τα περισσότερα μέλη της ήταν φοιτητές, που μαζί με άλλους Έλληνες πήραν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις των Γαριβαλδινών εθελοντικών σωμάτων υπέρ της Ιταλικής ενοποίησης.[3]

Για την μετά το 1897 περίοδο έχουμε στα 1909 την ίδρυση της «Πανεπιστημιακής Ενώσεως», που συγκρότησε φοιτητική φάλαγγα 62 ατόμων και αγωνίστηκε στο πλευρό της επανάστασης του Ζορμπά στο Γουδί το 1909, [4] την «Παμφοιτητική Δημοκρατική Νεολαία», η οποία σύσσωμη, με 5.500 μέλη, οπλίστηκε και υπερασπίσθηκε τη Δημοκρατία, όταν στις 21 Οκτωβρίου 1923 ξέσπασε βασιλικό πραξικόπημα, [5] και τέλος, στα 1944, έχουμε την παρουσία του «Λόρδου Μπάϋρον», μάχιμου φοιτητικού λόχου του ΕΛΑΣ, που έλαβε μέρος σε συγκρούσεις κατά των Γερμανών και διαλύθηκε μετά το Δεκέμβριο του 1944.[6]

Όμως και μέσα στα όρια της περιόδου που εξετάζουμε, στα 1866, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, φοιτητές πολέμησαν εκεί μαζί με γαριβαλδινούς εθελοντές, συγκροτημένοι σε σώμα 130 ανδρών κάτω από τις διαταγές του ανθυπολοχαγού Λεονταρίδη.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Μαρία Ευθυμίου (Επεισόδια 1-15)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή τον εορτασμό του εθνικού ορόσημου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η ΕΡΤ μεταδίδει καθημερινά, ένα διαφορετικό μονόλεπτο βασισμένο σε χωρία κειμένων αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής, με γενικό τίτλο «Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21». 

Παρουσιάζουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» τα δεκαπέντε πρώτα μονόλεπτα επεισόδια.   

Η ιδέα, η επιλογή, η σύνθεση των κειμένων και η ανάγνωση είναι της καθηγήτριας Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, στο ΕΚΠΑ, Μαρίας Ευθυμίου, η οποία αφιλοκερδώς σταχυολόγησε και παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821, που εξηγούν, θυμίζουν και αφηγούνται τα επαναστατικά χρόνια μέσα από τα λόγια των αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής. 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 1.

 Ο Φωτάκος, ο Πελοποννήσιος αγωνιστής του ’21, για τη ζωή πριν την επανάσταση.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 2. 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την παιδεία που ο ίδιος έλαβε ως νέος, στα ορεινά της Πελοποννήσου.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 3. 

Ο Νεόφυτος Βάμβας, για την παιδεία στην Πάτμο πριν την Επανάσταση.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σπετσιώτης Γιάννης Μ. – «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη με τίτλο:  «Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)». Πρόκειται για μια λεπτομερή μονογραφία του Ερμιονίτη αξιωματικού και βουλευτή Αντώνη Σταμ. Μήτσα, γιου του Σταμάτη και της Μαρίας Μήτσα, καρπός μακροχρόνιας έρευνας και μελέτης.

Ως αξιωματικός ο ήρωας μας συμμετείχε στην Επανάσταση της Θεσσαλίας (1854), στην Κρητική Επανάσταση (1866) και στη Θεσσαλική Επανάσταση (1878). Ήταν παρών στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του Βασιλιά Όθωνα, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών». Επίσης ως επικεφαλής ομάδας ανδρών πέτυχε τη διάλυση των ληστρικών συμμοριών που μάστιζαν την Αττική. Ως πολιτικός ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας, από το 1865 και για μια 20/ετία, συμμετείχε σε εννέα εκλογικές αναμετρήσεις από τις οποίες τις 6 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας.

Τις σελίδες του βιβλίου κοσμούν σπάνιες φωτογραφίες, ενώ πίνακας που απεικονίζει τον αξιωματικό Αντώνη Σταμ. Μήτσα, έργο του ζωγράφου Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960), βρίσκεται στο γραφείο του Προέδρου της Κοινότητας Ερμιόνης.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

 

Στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει ο συγγραφέας:

 

Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τη μελέτη της ιστορικής ερμιονίτικης οικογένειας των Μητσαίων και κατά καιρούς έχω αρθρογραφήσει για τα περισσότερα μέλη της.

Η παρούσα εργασία αφορά στη ζωή και τη δράση του ήρωα Αντώνη Σταμ. Μήτσα. Το υλικό που έχει προκύψει από την έρευνα στα αρχεία και τις σημειώσεις από τις χιλιάδες σελίδες που έχω μελετήσει σε πρωτογενείς πηγές και ιστορικά βοηθήματα είναι τεράστιο.

Έτσι, έκρινα σκόπιμο, να το παρουσιάσω χωρίς ανώφελες περιττολογίες, σε μια μονογραφία, που εκτός των άλλων, λόγω του θέματος θα περιέχει και αρκετές πληροφορίες της τοπικής μας ιστορίας (στρατιωτικά γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (1850 – 1899). Και αυτό γιατί ο ήρωας μας, Αντώνης Μήτσας, συμμετείχε για σαράντα χρόνια στα πεδία των μαχών τριών μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, στην Επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στην Θεσσαλική Επανάσταση του 1878.

Tο δε στρατιωτικό του σώμα ήταν στρατολογημένο κυρίως από άνδρες της επαρχίας μας (Ερμιονίδας), της ευρύτερης περιοχής του Νομού Αργολίδας καθώς και των γύρω νησιών Ύδρας, Σπετσών και Πόρου. Κάποιοι από αυτούς έπεσαν ηρωικά ή τραυματίστηκαν σ’ εκείνες τις μάχες. Ορισμένα ονόματα των πεσόντων διασώθηκαν και αναγράφονται στην παρούσα μελέτη.

Επίσης ήταν παρών, ως υποστηρικτής του Βασιλιά Όθωνα, στη λαϊκή εξέγερση του 1862 που οδήγησε στην ανατροπή και την έξωση του, καθώς και στον εμφύλιο πόλεμο του 1863 μεταξύ «Ορεινών» και «Πεδινών».

Ο Αντώνης Σταμ. Μήτσας για είκοσι χρόνια πρωτοστάτησε και στην πολιτική σκηνή της χώρας, όπως ο πατέρας του, μαζί με τον διακεκριμένο πολιτικό της Ερμιονίδας και της Ελλάδας Γεώργιο Ιω. Μίληση, καθώς και άλλους αξιόλογους βουλευτές της επαρχίας μας.

Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να αναδειχθούν από τη μελέτη αρχειακών πηγών, εκτός από τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα και άλλες άγνωστες πτυχές της τοπικής μας Ιστορίας και του Πολιτισμού.

Ως τέτοιες θεωρούμε την εκκλησιαστική λατρεία, την εκπαίδευση, το εμπόριο, την οικονομία, τις τέχνες, τις παραδόσεις, την κοινωνική και οικογενειακή ζωή.

Πιστεύω πως η αναζήτηση, ανακάλυψη, διάσωση, μελέτη και διάδοση της τοπικής Ιστορίας και του Πολιτισμού συμβάλλει στη γνώση της σύγχρονης ταυτότητάς μας και καλλιεργεί τη συνείδηση και την ευθύνη για όσα έχουμε κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές και για όσα οφείλουμε να αφήσουμε παρακαταθήκη στις επόμενες…

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Ο καπετάν Αντώνης Σταμ. Μήτσας (1832-1897)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 74

ΙSBN 978-618-83000-3-3

 

Read Full Post »

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »