Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ερμιόνη’

Γυναικεία στοιχειά στους μύθους και τις παραδόσεις της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Τα γεγονότα κάθε εποχής τα αφηγείται η ιστορία. Η «ατμόσφαιρα» όμως, οι δοξασίες, οι αφηρημένες ιδέες, τα άυλα πνεύματα και οι θεσμοί αποτυπώνονται σε σύμβολα. Συχνά πίσω τους κρύβονται συναρπαστικές ιστορίες και μυθοπλασίες, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και παγιώνονται από γενιά σε γενιά. Γίνονται λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά έργα, κάθε λογής εικαστική δημιουργία προξενώντας ξεχωριστό ενδιαφέρον. Με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ή να αποσιωπήσει τη σημασία των συμβόλων, καθώς η μελέτη τους φέρνει στο φως τα κρυμμένα μυστικά τους.

Προσεγγίσαμε δύο τέτοια ερμιονίτικα σύμβολα – στοιχειά κάνοντας ένα ταξίδι ανακάλυψής τους στην άβυσσο των χρόνων. Ιχνηλατώντας μυθικές παραδόσεις, όπου συνδέονται πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προϊόντα υποκειμενικής σκέψης και κοινωνικών αντιλήψεων, συναντήσαμε τη Βιτόρα και τη Ζώρα. [1] Δύο αόρατες γυναικείες υπάρξεις που στοίχειωσαν μέσω της προφορικής παράδοσης σε ωραίους τοπικούς μύθους και επηρέαζαν σημαντικά τη ζωή των Ερμιονιτών.

 

Η Βιτόρα ή Βιτόριζα

 

Για άγνωστους λόγους τη φανταστική της ιστορία [2] οι παλιοί ναυτικοί του τόπου μας τη συνέδεαν με μια «ερμιονίτικη παραλλαγή» γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου.

Εκεί στη… μακρινή Κρήτη «με τα θελκτικά, τερπνά και πολυφίλητα όρη» ο πατέρας των θεών Δίας και η όμορφη νύμφη Κάρμη απέκτησαν μια πανέμορφη θυγατέρα, τη Βριτόμαρτη, που το όνομά της θα πει «γλυκιά παρθένα». Στη Βριτόμαρτη άρεσε να διατρέχει στεριές και θάλασσες, να κυνηγάει και να ψαρεύει με τα δίχτυα που η ίδια είχε εφεύρει, γι’ αυτό, συμβολικά, την ονόμαζαν και Δίχτυνα (Δίκτυννα). [3]

Κάποτε ο παντοδύναμος βασιλιάς της Κρήτης, ο γνωστός Μίνωας, θαμπωμένος από τα κάλλη της Βριτόμαρτης θέλησε να την απαγάγει και γυναίκα του να την κάνει. Εκείνη όμως γρήγορα αντιλήφθηκε τα πονηρά του σχέδια και μη θέλοντας να πέσει στα χέρια του, καταδιωκόμενη απ’ αυτόν, βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς κολυμπούσε τρομαγμένη, μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιου – για φανταστείτε, ερμιονίτικου καϊκιού. Την ώρα που οι ψαράδες ανέβαζαν τα δίχτυα τους, έκπληκτοι διαπίστωσαν πως ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν και μια πανέμορφη γυναίκα. Αμέσως την ελευθέρωσαν κι εκείνη ανακουφισμένη τους ευχαρίστησε, γνωρίζοντας, βέβαια, πως τη σωτηρία της την όφειλε  στη θεά Άρτεμη. [4]

Στη συνέχεια η Βριτόμαρτη τούς διηγήθηκε την ιστορία της και οι ψαράδες προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν, να φτάσει στην Αθήνα. Όμως τον λόγο τους δεν τον τήρησαν. Θαμπωμένοι από τα κάλλη της ονειρεύονταν… θεϊκές απολαύσεις. Το πάθος και ο πόθος τους γίνηκαν πέλαγος απέραντο σαν κι αυτό που ταξιδεύαν… Εκείνη αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και για να γλιτώσει, έπεσε ξανά στη θάλασσα και βρέθηκε στην Αίγινα! Εκεί, με τη βοήθεια του πατέρα της του Δία, χάθηκαν τα ίχνη της. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά σε πευκοφυτεμένο δάσος [5] κι έτσι γλίτωσε. Οι Αιγινήτες την θεοποίησαν και την ονόμασαν Αφαία, επειδή έγινε άφαντη.

 

The Drowning of Britomartis, probably design by Jean Cousin the Elder, tapestry. This tapestry is from a set depicting scenes from the story of Diana probably made for the château of Anet, about forty miles west of Paris, which was the chief residence of Henry II's mistress, Diane de Poitiers. She herself, born in 1499, was named after the goddess, a sign that the Renaissance, with its emulation of classical antiquity, had come to France. The inscription in French verse on the upper border of the tapestry tells the story depicted: Britomartis, pursued by Minos, who wished to take her by force in the woods, greatly preferred to end her life in the sea rather than submit to his outrageous will. Accordingly, wishing to give her fame for her death, Phoebe [Diana] invested fishnets and snares, with which the body was brought to a holy place, and since then the Greeks have called her Dictynna ["fishnet"]. O holy death, that gave such a valuable thing to the world by means of such a misfortune! Diana stands in the center of the tapestry, a crescent on a support above her forehead. To the right, the drowning Britomartis raises one hand above the water. In the middle distance, Minos, king of Crete, stands looking into the water with his arms raised in astonishment, while Britomartis' body is being fished out of the water to the right. In the left background we see Minos pursuing Britomartis, and farther back, to the right, Diana hands a net to two men. The version of the story shown here is not precisely that found in the writings of any classical author, and the invention of the net by Diana does not seem to be a classical idea at all. It is here in order to glorify Diane de Poitiers, who is portrayed in the guise of the goddess. The borders of the tapestry are marked by the Greek character delta and other symbols of Diane. (The Metropolitan Museum of Art)

Σκηνή από την ιστορία της Βριτόμαρτης. Έργο πιθανότατα σχεδιασμένο από το Γάλλο Jean Cousin the Elder (1490 – 1560;). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Με τον ερχομό και την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο και φυσικά στον τόπο μας από τα τέλη του 14ου αιώνα και μετά, ένα στοιχειό με γυναικεία μορφή, αρβανίτικη καταγωγή και …ελληνική ιθαγένεια, έρχεται να ταράξει για τα καλά τη ζωή των Ερμιονιτών και να ξυπνήσει μνήμες αλγεινές.

Είναι η Βιτόρα, που λίγο από το φόβο μιας παλιάς χρωστούμενης εκδίκησης, λίγο από τη φωνητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, συνδέθηκε με τη μυθική Βριτόμαρτη. Η ιστορία της φαίνεται πως δεν είχε ξεχαστεί. Διατηρήθηκε ζωντανή στη μνήμη των προγόνων μας και στις δύσκολες στιγμές ή στα αναπάντεχα γεγονότα της ζωής τους, ερχόταν στο προσκήνιο. Έχοντας ριζωμένο τον φόβο μέσα τους για όσα θέλησαν να κάνουν κάποτε στη Βριτόμαρτη, περίμεναν πως θα επιστρέψει και θα πληρώσουν ακριβά για την προσβλητική τους σκέψη. Η Βιτώ, όπως την αποκαλούσαν κάποιοι παλαιοί Ερμιονίτες, θα πάρει αργά ή γρήγορα την εκδίκησή της…

Για να καλοπιάσουν το ξωτικό, να το εξευμενίσουν ή και να το κολακέψουν το προσφωνούν με το χαϊδευτικό του, Βιτόριζα [6] το λένε! Θέλουν να δηλώσουν – μετανιωμένοι για όσα οι πρόγονοί τους επιχείρησαν να κάνουν, ότι το αγαπούν και το θεωρούν κομμάτι της ζωής τους.

Τέτοιες όμως γαλιφιές στη Βιτόριζα δεν περνάνε! Η προσβολή ήταν μεγάλη! Κι αν ακόμη η ίδια είχε σκοπό να τους συγχωρήσει, η θεά Άρτεμη δεν θα το επέτρεπε. Έτσι η παρουσιάζεται, τώρα, σαν μια γυναίκα μοχθηρή, σκληρή και εκδικητική, πνιγμένη στον θυμό της. Μια γυναίκα στοιχειό, ψιλόλιγνη και σκελετωμένη, αναμαλλιασμένη, με λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που φτάνουν σχεδόν ίσαμε τα πόδια της. Με όψη φρικιαστική και πρόσωπο ολημερίς αγριεμένο. Με μακάβριο χαμόγελο και δόντια σουβλερά που διακρίνονται κατάμαυρα στο μισάνοιχτο στόμα της. Με μάτια βαθουλωμένα και βλέμμα ανέκφραστο και παγερό. Με φωνή πνιχτή και βραχνή που με δυσκολία βγαίνει από τα σωθικά της. Με χέρια μακριά, κάτισχνα και νύχια γαμψά και ακάθαρτα, έτοιμα να ξεσκίσουν σάρκες!

Έτσι ακριβώς την είχε απεικονίσει ένας παλαιός ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος στον τοίχο της ταβέρνας/μπαρμπέρικου του Μαρουλά ζωντανεύοντας το μύθο, όπως τον άκουγε στις διηγήσεις ηλικιωμένων Ερμιονιτών, που τον μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Έτσι τη σκέφτονταν τα παιδιά «βλέποντας από την κλειδαρότρυπα τη ζωγραφιά και την καρδιά τους έσφιγγε ο φόβος σαν τη μέγγενη» και τα δόλια έτρεμαν σύγκορμα! Η Βιτόριζα! έλεγαν τρομαγμένα και το αίμα τους πάγωνε. [7]

Το ξωτικό μας, λοιπόν, έμενε σε μια απόμερη σπηλιά στην άκρη του Μπιστιού, όπου βασίλευε νεκρική σιωπή. Την αμφιθεατρική είσοδό της κατάφατσα στην Ανατολή, την έκρυβαν πελώρια βράχια. [8]  Το εσωτερικό της βαθύ, θεοσκότεινο και δαιδαλώδες. Κανείς, ποτέ του δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί πώς θα ήταν εκεί μέσα! Γνώριζε πως αν επιχειρούσε να πλησιάσει, εκείνη θα πεταγόταν αγριεμένη από τα απόκρημνα βράχια, όπου παραφύλαγε τις νύχτες, θα τον άρπαζε, θα τον βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα τον …«μαρμάρωνε».

Σ’ αυτή τη σπηλιά το στοιχειό έπαιρνε τρομερές αποφάσεις, που νους ανθρώπου δεν χωρούσε. Μόνο συμφορές προξενούσαν στους Ερμιονίτες και τη ζωή τους όριζαν κάνοντάς την κόλαση!

Διηγούνται οι παλαιότεροι, κυρίως οι ναυτικοί που τα πίστευαν κιόλας, πολλά τέτοια συμβάντα που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της πόλης μας. Ισχυρίζονται πως εξαιτίας της μανίας του στοιχειού καταστράφηκαν περιουσίες, ερημώθηκαν σπίτια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές χάθηκαν.

Ο Σπύρος Λάμπρου στην κριτική του για το έργο του Νικ. Πολίτη «Μελέται περί του βίου και της γλώσσας του ελληνικού λαού. Παραδόσεις», σημειώνει: «Εν Ερμιόνη ήκουσα το 1879 παράτινος λεμβούχου την παράδοσιν ότι κατά την βραχώδη άκραν την υπερκειμένην εκ των βορειοανατολικών του σημερινού Καστρίου του επέχοντος την θέσιν της αρχαίας πόλεως υπάρχει σπήλαιον βαθύ, εις το οποίον οι παλαιοί είδον πολλάκις πολλούς μαρμαρωμένους ανθρώπους. Από του σπηλαίου δ’ εκείνου εξήρχεντο από καιρού εις καιρόν υψηλή γυνή ονομαζόμενη Βιτόριζα». [9]

 

– Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε τέτοια πράγματα; Όλα αυτά ψέματα είναι! Στους θρύλους και τα παραμύθια τα ξωτικά και οι μάγισσες «μαρμαρώνουν» ανθρώπους και προστατεύουν θησαυρούς. Κάτι άλλο κρύβεται πίσω τους, σχολίαζαν οι πιο θαρραλέοι και οι πιο γνωστικοί.

– Κι αυτοί οι μαρμαρωμένοι άνθρωποι που «είχαν δει» οι παλαιοί Ερμιονίτες στη σπηλιά της, ψέματα είναι; αναρωτιόνταν άλλοι.

– Αγάλματα ήσαν, που τα είχαν μεταφέρει εκεί, για να τα προστατεύει το …στοιχειό! κορόιδευαν οι πρώτοι.

 

Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν βρει τον καλύτερο τρόπο να «φοβερίζουν» τα παιδιά, για να είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Στα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στον ουρανό, προέτρεπαν τους «ζωηρούς» να αναγνωρίσουν τη μορφή της Βιτόριζας. Και καθώς εκείνη έτρεχε στους αιθέρες κυνηγημένη από τον δυνατό άνεμο, τα …απειλούσαν πως έρχεται να τα …φάει, στο δρόμο σαν τα βρει!

Αλλά και κάποιοι άλλοι παλαιοί Ερμιονίτες έκαναν με το στοιχειό χρυσές δουλειές! Βλέπετε το λαθρεμπόριο, η λαθραλιεία και όλα τα σχετικά δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας! Υπήρχαν από παλιά και έφερναν στους ανθρώπους παράνομα κέρδη από απαγορευμένες διακινήσεις και συναλλαγές. Ποιος να ξέρει τι γινόταν τότε, μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει!

Οι περισσότεροι Ερμιονίτες θεωρούμε πως πίστευαν στην ύπαρξη του μυθικού γυναικείου στοιχειού και της σπηλιάς του, όχι γιατί ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες, αλλά γιατί είχαν ανάγκη, σαν στήριγμα ζωής, την πεποίθησή τους αυτή.

 

Βιτόριζα, πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου. Η κ. Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου.

 

Η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον γνωστό πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου. Η άλλη όψη της Βιτόριζας, ως γυναίκας σκληρής και εκδικητικής, ενισχύθηκε, καθώς μας είπε, και από τα εξής γεγονότα: [10]

«Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πατέρας των οπλαρχηγών του ΄21 Γιάννη και Σταμάτη Μήτσα, αποφάσισε να σηκώσει Μύλο (ανεμόμυλο) στο Μπίστι, για να αλέθει τα γεννήματά του. Για να κρατήσει μακριά από τις παράνομες δουλειές του τους «περίεργους» Ερμιονίτες, ανέσυρε, σκόπιμα και καθόλου τυχαία, τον μύθο της μοχθηρής Βιτόρας». [11]

Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πανέξυπνος, αλλά και παμπόνηρος άνθρωπος καταγόμενος από τη Χειμάρα, ασφαλώς γνώριζε τη Βιτόρα, όπως όλοι οι Αρβανίτες, και από την καλή και από την ανάποδη. Για τους δικούς του λόγους, λοιπόν, βρήκε την ευκαιρία να τη «χρησιμοποιήσει» και να συνεργαστεί μαζί της!

Το συσχετισμό, ωστόσο, του αρχαιοελληνικού μύθου της Βριτόμαρτης με το θρύλο της Βιτόρας, τον συναντήσαμε στην Ερμιόνη. Στο θέμα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε…

 

Η Ζώρα

 

Στο πλούσιο αποκριάτικό τραπέζι που στρωνόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής με τα μακαρόνια, τα κρέατα, τα τυριά, το γιαούρτι και τα πιπέκια θυμάμαι τη μητέρα μου, να λέει:

-Φάτε ό,τι φάτε σήμερα, γιατί από αύριο νηστεύουμε! Ό,τι μείνει θα το μαζέψουμε, να το πάρει η Ζώρα!

Πράγματι τα περισσέματα από τα φαγητά τα μάζευε προσεχτικά και τα έβαζε ξεχωριστά, διπλωμένα σε μια εφημερίδα, πλάι στα σκουπίδια. Άλλες νοικοκυρές τα άφηναν σε μια άκρη στο παραγώνι. Ήθελαν να τα βρει η Ζώρα ή «Σώρα», [12] το απαίσιο φάντασμα με τη γυναικεία όψη, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα κατέβαινε στα κρυφά, χωρίς κανείς να την αντιληφθεί, από την καμινάδα. Έπρεπε κάτι να βρει να φάει και ευχαριστημένη, φεύγοντας, τα πεθαμένα του σπιτιού να «συγχωρέσει», μια και οι ψυχές «γύριζαν έξω» εκείνες τις μέρες της Σαρακοστής. Στην περίπτωση που η νοικοκυρά την ξεχνούσε και δεν της άφηνε φαγητό, μικροαναποδιές και μικροπροβλήματα έφερνε στο σπίτι.

 

Ζώρα. Η λαϊκή μας ζωγράφος Ανθούλα Λαζαρίδου παρουσιάζει ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

 

Αυτή η Ζώρα πολύ με είχε «μπερδέψει». Συσχέτιζα το όνομά της με τα εντόσθια των ζώων και κυρίως των ψαριών, που στον τόπο μας τα λέμε «ζώρες», λέξη, πιθανόν, αρβανίτικη. «Του βγήκανε οι ζώρες έξω!», λέγαμε βλέποντας την  εικόνα ξαντεριασμένων ψαριών.

-Σου βγήκαν οι ζώρες έξω! Βάλτες μέσα! Μάς έλεγαν, επίσης, όταν είμαστε παιδιά και έβγαιναν τα ρούχα μας από το παντελόνι.

Αλλά και τα ανδρικά «ολόσωμα» εσώρουχα, φερμένα από την Αμερική, που φορούσαν τα ηλικιωμένα άτομα, «ζώρες» τα έλεγαν, καθώς μας είπε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω «δανείζονται» το όνομά τους από το ξωτικό, τη Ζώρα, πιθανότατα, επειδή συνδέονται με την ασχήμια του. Η λαϊκή μας ζωγράφος κ. Ανθούλα παρουσίασε ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

Στην εθνολογία η Ζώρα συναντάται ως «Ζέρα», φάντασμα, δηλαδή, αντίστοιχο με τη νεράιδα. Άσχημη, όμως, στη μορφή και δύστροπη στον χαρακτήρα, δηλώνεται, συχνά, και με τον αρβανίτικο όρο «τε πρεγιάσμ» που θα πει «ξωτικό». Θεωρείται πνεύμα του κακού, όπως λέμε «διαβόλισσα» και «εξαποδώ». Ζέρες και πρεγιάσμες συναντώνται και στους Αρβανίτες.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η Ζώρα κάνει την εμφάνισή της! οι Ερμιονίτες την καλοδέχονται και δεν παραλείπουν να αφήσουν το πεσκέσι της στο παραγώνι! Έτσι πιστεύουν πως τα πεθαμένα τους θα συγχωρέσει και οι μέρες τους θα κυλήσουν ήσυχα, χωρίς προβλήματα κι αναποδιές.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Άλλα στοιχειά στις λαϊκές μας παραδόσεις είναι οι: Αραήδες, Νεράιδες, Ανερούσες, Μοίρες, Στρίγγλες, Λάμιες.

[2] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[3] «Δίχτυνα» ήταν ένα από τα πολλά επίθετα της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού. Η Βριτόμαρτη, ως αγνή κόρη, πάντοτε συνόδευε τη θεά στους χορούς και στο κυνήγι και της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

[4] Η θεά Άρτεμη πάντοτε προστάτευε τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους που είχαν την ανάγκη της και τιμωρούσε αυστηρά, όσους αψηφούσαν τη δύναμή της. Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια και τους αγνούς νέους. Εξάλλου και η ίδια, παιδί όταν ήταν, «γύρεψε και πήρε από τον Δία την άδεια να μείνει για πάντα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου».

[5] Η Δικτύνα επέλεγε πάντα πευκόφυτους τόπους κατοικίας, καθώς το πεύκο ήταν το ιερό της δέντρο. Γι’ αυτό και στις γιορτές που γίνονταν προς τιμή της, στεφάνωναν τους αθλητές με στεφάνια από κλαδιά πεύκου, καθώς σημειώνει ο Ν. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.

[6] Η κατάληξη (ζε) ή (σε), μπαίνει στις αρβανίτικες λέξεις, για να δείξει κάτι το μικρό, το αγαπητό και ταυτόχρονα πολύ δικό μας. Βιτόριζα: η δικιά μας Βιτόρα.

[7] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[8] Ακόμα και σήμερα στην Ερμιόνη όταν βλέπουν γυναίκα απεριποίητη, αναμαλλιασμένη, με ματιά που προξενεί φόβο, λένε: Τι είσαι μωρή έτσι σαν τη Βιτόριζα!

[9] Σήμερα, μετά τις ανασκαφές που έγιναν, γνωρίζουμε πως πρόκειται για τάφο, πιθανόν κάποιου άρχοντα του τόπου, καθώς πρόκειται για μοναδικό κτίσμα με μεγαλοπρεπή κατασκευή (Β. Γκάτσος).

[10] Σπύρος Π. Λάμπρου, περιοδ. «Νέος Ελληνομνήμων», τομ. 1ος (1904), σ. 505.

[11] Πρβλ. Β. Γκάτσος, «Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας», σελ. 158-159.

[12] «Σώρα» την ονομάζει ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, στο βιβλίο του «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης». Θεωρούμε πιο σωστό το όνομα «Ζώρα», γιατί στην εθνολογία τα φαντάσματα αυτά αναφέρονται ως «Ζέρες».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Read Full Post »

Αδριανός Ι. Μήτσας – Ο Γενάρχης της ένδοξης οικογένειας των Μητσαίων – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Η οικογένεια των Μητσαίων, σύμφωνα με την παράδοση, έλκει τη μακρινή καταγωγή της από την ιστορική Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Οι πρόγονοί τους λέγεται πως πήραν μέρος στη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571. Εκεί, αντιμέτωποι βρέθηκαν ο ενωμένος στόλος των Ισπανών, Βενετών κ.λπ. με τον Τουρκικό στόλο ενισχυμένο με αλγερινά πλοία. Η περίφημη ναυμαχία έληξε με τη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων και έτσι αναχαιτίστηκε ο επεκτατισμός των Οθωμανών στην Ευρώπη. Στη συνέχεια οι Μητσαίοι μετακινήθηκαν στην Πελοπόννησο, κάποιοι έφτασαν στην Ερμιονίδα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ερμιόνη, απασχολούμενοι, κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, με τη ναυτιλία, το εμπόριο αλλά και την πειρατεία.

Το επώνυμο της οικογένειας, «Μήτζας» αρχικά και κατόπιν «Μήτσας», φαίνεται να προέρχεται από τη λέξη «μίντζα», το εργαλείο, δηλαδή, με το οποίο άναβαν το μπουρλότο. Ίσως κάποιος από τους προγόνους τους να ήταν τρανός μπουρλοτιέρης. Έτσι, με τα χρόνια, φαίνεται ότι το παρατσούκλι έγινε επίθετο. [1]

Πατριάρχης της οικογένειας ήταν ο αυστηρός και θαρραλέος καραβοκύρης Αδριανός Ι. Μήτσας. Ένας πανέξυπνος και δραστήριος άνθρωπος, που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στον τόπο μας, το τελευταίο τέταρτο του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη μικρή κοινωνία της Ερμιόνης, ο καπετάν Αδριανός έζησε σαν άρχοντας απολαμβάνοντας πλουσιοπάροχα τιμές και ευρύτατη αναγνώριση. Παντρεμένος με την Κρανιδιώτισσα αρχοντοπούλα Θεοδότη ή Θεοδώρα (;) της γνωστής εύπορης οικογένειας Σαρρή, απέκτησαν δυο γιους, τον Γιάννη και τον Σταμάτη, μετέπειτα οπλαρχηγούς και καπεταναίους της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο καπετάν Αδριανός αναζητούσε συχνά και αξιοποιούσε τις νέες επαγγελματικές ευκαιρίες, νόμιμες και παράνομες, που του παρείχαν οι καιροί, θέλοντας να επεκτείνει και να προστατέψει την επιχειρηματική και εμπορική του δράση, που έφτανε μέχρι τη θαλάσσια πειρατεία, Έτσι έχτισε τον γνωστό ανεμόμυλο στην ανατολική άκρη της πόλης, στο «μάτι των ανέμων», λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Ο «Μύλος του Μπιστιού», όπως συνηθίσαμε να τον λέμε, είναι ένα επιβλητικό απομονωμένο οικοδόμημα χτισμένο τη δεκαετία 1780-1790. Έχει σχήμα κυλινδρικό με χοντρό τοίχωμα και δίνει την εντύπωση ενός ισχυρού προμαχώνα. Η πρόσβαση στον Μύλο από στεριά και θάλασσα δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση για τους παντός είδους σφετεριστές, πειρατές και ληστές αλλά και τους «περίεργους», καθώς απολάμβανε μιας φυσικής όσο και «μυστικής» προστασίας. Από τη μια οι απόκρημνοι ρυτιδωμένοι πέτρινοι όγκοι επάνω ακριβώς από τις ακτές του Ερμιονικού κόλπου έκαναν την αναρρίχηση αρκετά δύσκολη. Εμπόδιζαν τους επίδοξους και ανεπιθύμητους «επισκέπτες» να σκαρφαλώσουν και να φτάσουν στον Μύλο, καθώς θα γίνονταν εύκολα αντιληπτοί από τους φύλακες και βίαια θα απωθούνταν.

 

Ο Μύλος του Μπιστιού.

 

Από την άλλη, λίγα μέτρα παρακάτω, ανάμεσα σε απότομα βράχια, βρισκόταν το κρησφύγετο της τρομερής Βιτόριζας, στοιχειό της Ερμιόνης, που παραμόνευε καρτερικά τους «αδιάκριτους και απερίσκεπτους επισκέπτες», γιατί τρεφόταν αποκλειστικά με ανθρώπινο κρέας. Ποιος θα τολμούσε, λοιπόν, να πλησιάσει σ’ εκείνο το μέρος ιδιαίτερα τη νύχτα;

Μετά τον θάνατο του Αδριανού Μήτσα και του γιου του καπετάν Γιάννη, όπως έχει ειπωθεί, ο Μύλος περιήλθε στην κατοχή της κόρης του δεύτερου, Θεοδώρας, μετέπειτα συζύγου του Δημήτρη Νικολάου, ο οποίος διετέλεσε και Δήμαρχος Ερμιόνης.

Την ίδια περίπου εποχή με τον Μύλο του Μπιστιού (πριν από το 1770 υποστηρίζουν ορισμένοι) ο καπετάν Αδριανός έκτισε στα Μαντράκια τον περιώνυμο «Πύργο του Κουλέ», από την αρβανίτικη λέξη «κούλια», που θα πει αμυντικός πύργος. [2]

Μια πραγματική αετοφωλιά σκαρφαλωμένη πάνω στη βραχώδη πλαγιά, απροστάτευτη από τον νοτιά και τη σοροκάδα. Ένας Πύργος ιερός και μυστηριώδης, περιχαρακωμένος, λιτός και απρόσιτος, που έμελλε να κλείσει μέσα του κομμάτια της νεότερης ιστορίας του τόπου μας και της Ελλάδας.

Πρόκειται για ένα απροσπέλαστο κτίσμα δίπατο [3] με υπόγειο σκοτεινό. Κάθε όροφος ήταν ένας ενιαίος χώρος 29 τετραγωνικών μέτρων, με εσωτερική ξύλινη σκάλα, τον καταρράχτη με την καταπακτή του που διευκόλυνε την επικοινωνία. Στο μεγάλο δωμάτιο του πρώτου ορόφου υπήρχε τζάκι χαμηλό για πολλές χρήσεις, κυρίως για την κατασκευή της πυρίτιδας (μπαρουτιού) και άλλων εκρηκτικών και πολεμικών υλών. Δυο παράθυρα στον επάνω όροφο κι ένα στον κάτω, κοιτούν τον νοτιά. Ένα ακόμα τοξωτό παράθυρο φτιαγμένο με πέτρα που υπήρχε δυτικά στον επάνω όροφο, καθώς δείχνουν τα σημάδια, είναι  κλεισμένο από παλιά.

Ο Πύργος επικοινωνούσε με την κύρια κατοικία που βρισκόταν ακριβώς από κάτω, με τρία πέτρινα σκαλιά και πορτάκι, που οδηγούσε στη μικρή βραχώδη αυλή του σπιτιού. Μπροστά από το σπίτι απλωνόταν το πέτρινο μαντράκι των Μητσαίων, που διευκόλυνε την ασφαλή προσάραξη των πλοίων και εξυπηρετούσε τα πληρώματα στην αποβίβαση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων.

Η εντοιχισμένη πλάκα (1830) στο σπίτι της οικογένειας Δ. Τουτουντζή.

Σ’ αυτό το καστρόσπιτο που μοιάζει με απόρθητο φρούριο, με πολεμίστρες και κρυψώνες, ο καπετάν Μήτσας στέγαζε την οικογένειά του, καθώς φημολογείται, για να είναι ασφαλής και προστατευμένη, όταν αυτός απουσίαζε στα πολύμηνα μακρινά ταξίδια του από την Οδησσό μέχρι τη Μασσαλία! Στον ίδιο χώρο οι Μητσαίοι φύλαγαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, απαραίτητα σε αποκλεισμούς και ένοπλες συρράξεις, αλλά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Σήμερα υπάρχει μόνο ο Πύργος ανακαινισμένος, [4] με μπαλκόνι με ξύλινη περίφραξη κι ένα μεταγενέστερο σύγχρονο ξέχωρο χτίσμα στα βορειοανατολικά του, καθώς το σπίτι κάηκε από τους Γερμανούς στις 6 Απριλίου του 1944, την εβδομάδα του Λαζάρου, [5] έτσι χάθηκε «διά παντός» ένα ιστορικό χτίσμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Απέμεινε η εντοιχισμένη, αναμνηστική πλάκα με επιγραφή να «συντηρεί» την ύπαρξή του…

Στη θέση του λίγα μέτρα προς το εσωτερικό του δρόμου βρίσκεται η καλαίσθητη οικία του Δημήτρη και της Μαρίκας Τουτουντζή που αποπνέει την παράδοση και την ιστορία του τόπου μας.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Είναι συχνό το φαινόμενο της μετατροπής του γράμματος (ζ) σε (σ) και η αποβολή του προηγούμενου συμφώνου (ν). Το Μήντζας, λοιπόν, έγινε Μήτζας και κατόπιν Μήτσας. Τη μεταβολή του (ν) τζ σε τσ την παρατηρούμε και σε άλλα ερμιονίτικα επίθετα. Έτσι το Καντζογιώργης της παλαιάς γραφής γίνεται Κατσογιώργης, το Σπετζιώτης – Σπετσιώτης κλπ.

[2] Τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες του Πύργου μάς παραχώρησαν με προθυμία ο Δημήτρης και η Μαρίκα Τουτουντζή.

[3] Η σύζυγος του Θόδωρου Κανέλλη, Λέλα, έλεγε πως ο πύργος είχε και τρίτο πάτωμα. (Πληροφορία κας Ανθούλας Λαζαρίδου – Δουρούκου).

[4] Ιδιοκτησία της Έλενας Τουτουντζή – Κουμάντου δώρο του παππού της Θόδωρου Κανέλλη.

[5] Παλαιότερα στο ίδιο σπίτι έμενε η οικογένεια του Θεοδώρου Κανέλλη, πατέρα της Μαρίκας, καθώς ο παππούς της, Βασίλης Κανέλλης, είχε αγοράσει αρχικά τον Πύργο και στη συνέχεια το σπίτι. Στον πρώτο όροφο του πύργου είχε μείνει και ο Γκίκας Βρεττός, αδελφός του παππού μου Γιάννη, από τη μητέρα μου, με τη γυναίκα του Ελένη, αδελφή του Βασίλη Κανέλλη.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Στην Ερμιόνη παρουσιάζεται το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης» του Σπύρου Ευαγγελάτου


 

Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και ο Θεατρικός Όμιλος Ερμιονίδας παρουσιάζουν το ιστορικό δράμα του Σπύρου Ευαγγελάτου «Νικόλαος Γαλάτης» σε διασκευή Τίνας Αντωνοπούλου και σκηνοθεσία Δημήτρη Σίδερη, το Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Συμμετέχει το Γυμνάσιο και το Λύκειο Ερμιόνης.

Η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση  (1827) στην Ερμιόνη.

Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

O σκηνοθέτης Σπύρος Α. Ευαγγελάτος (1940-2017) υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους σκηνοθέτες του Ελληνικού θεάτρου, πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός. Σπουδαίος δημιουργός, με πλήθος σκηνοθεσίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος  (1977-1980).

Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ για πρώτη φορά το 1964, με τη διπλή ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, παρουσιάζοντας το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης», με την οποία το ΚΘΒΕ συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

 

Νικόλαος Γαλάτης

Φιλική Εταιρεία

Ο Νικόλαος Γαλάτης γεννήθηκε το 1792 στην Ιθάκη. Στη Φιλική Εταιρεία τον μύησε στις 7 Ιουλίου 1816 στην Οδησσό ο Σκουφάς, λίγο μετά την ίδρυσή της. Τον Σκουφά, στην κυριολεξία, τον κατέκτησε ο Γαλάτης με την ευφυΐα του.

Ο Τσακάλωφ, φέρεται ως κατηγορών τον Γαλάτη, ότι ζητούσε χρήματα από την Εταιρεία, άλλως θα τους πρόδιδε στην Πύλη. Λέγεται, επίσης, ότι ο Γαλάτης ήθελε να του δώσουν το Ταμείο και τα Αρχεία της Εταιρείας, για να είναι αυτός το «Κέντρον». Και τότε κατά τον Πατριαρχέα, οι Φιλικοί γνωμοδότησαν για το θάνατό του.

Αυτός που εξετέλεσε, κατ’ εντολήν των Φιλικών, τον Γαλάτη, ήταν ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο οποίος είχε υπηρετήσει στα στρατιωτικά σώματα των ξένων στα Επτάνησα. Επειδή δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν στην Πόλη, χάλκευσαν, το 1819, μια αποστολή στο Μοριά, όταν ο Γαλάτης ήλθε με τον υπηρέτη του, όπου τον σκότωσε ο Δημητρακόπουλος, που ήξερε από όπλα. Ο φόνος έγινε στην Ερμιονίδα. Ο Τσακάλωφ που παρευρίσκετο, φυγαδεύτηκε πρώτα στη Μονεμβασιά και από εκεί στη Μάνη και Ιταλία…

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 και ώρα 8:00 μ.μ. Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού).

Η παράσταση Θα επαναληφθεί τη Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019 την ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο.

Συνδιοργάνωση: Δήμος Ερμιονίδας

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Περί της κατάταξης του Δήμου Ερμιόνης (1834 -1914) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

O Δήμος Ερμιόνης σχηματίστηκε σύμφωνα με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου – 10ης Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) «Περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Κατατάχθηκε στην Γ’ κατηγορία με πληθυσμό «χιλίους εβδομήκοντα εννέα (1.079) κατοίκους» και έδρα την Ερμιόνη. Ο δημότης του ονομάστηκε Ερμιονεύς. Στον Δήμο Ερμιόνης ανήκαν, επίσης, το Θερμήσι, το Πλέπι, η Σαμπάριζα, το Μετόχι και η Μονή των Αγίων Αναργύρων, ενώ η σφραγίδα του Δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα.

«Κατά βιβλιάριον έντυπον φέρον ημερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1836» και υπογραφή «του επί των Εσωτερικών Γραμματέως Δρόσου Μανσόλα κατά την Επικράτειαν Διοικήσεως Δήμοι εν όλω τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ (468). Ο ολικός ούτος των Δήμων αριθμός διηρήτο κατ’ Επαρχίας και Νομούς κατά τον επόμενον πίνακα και έφερον τα ονόματα, άτινα εισί σημειωμένα εν τη αρμοδία σελίδι». [1]

Ο Νομός Αργολίδος είχε πέντε (5) επαρχίες:

α) Ναυπλίας (9 δήμοι),

β) Άργους (15 δήμοι),

γ) Τροιζηνίας (4 δήμοι),

δ) Σπετσών και Ερμιονίδος (4 δήμοι) και

ε) Ύδρας (1 δήμος).

Σύνολο: τριάκοντα τρεις (33) δήμοι.

Με το Β.Δ. της 12ης Ιανουαρίου 1837 ο αριθμός των τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) δήμων της Ελλάδας περιορίστηκε σε διακοσίους εξήκοντα πέντε (265).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το Β.Δ. της 24ης Δεκεμβρίου 1841 (5 Ιανουαρίου 1842), το οποίο δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [2] τμήμα του Δήμου Διδύμων (Δίδυμο, Καρακάσι, Τσουκαλιά, Λουκαΐτι, Σαλάντι, Καψοσπίτι, η Μονή του Προδρόμου/Σταϋλια) συγχωνεύθηκε στον Δήμο Ερμιόνης, ενώ οι δήμοι του Νομού Αργολίδος μειώθηκαν από τριάντα τρεις (33) σε είκοσι οκτώ (28). [3]

Μετά τη συγχώνευση και την προσθήκη του νέου τμήματος, όπως ήταν φυσικό, ο πληθυσμός του νέου Δήμου αυξήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο, έπρεπε ο Δήμος να αλλάξει τάξη και να καταταγεί από την Γ΄ στη Β΄, καθώς υπερέβαινε τους δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους. Η νέα κατάταξη του δήμου, αν και δεν βρίσκεται πουθενά δημοσιευμένη, φαίνεται πως έγινε. Στο υπ’ αριθμ. 1486/10 Μαρτίου 1851 έγγραφο του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κωνσταντίνου Ράδου προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου αναφέρονται τα αποτελέσματα των εκλογών (1851), αναγράφεται η φράση «του άρτι προβιβασθέντος Δήμου Ερμιόνης». [4]

Με το Β.Δ. της 29ης Ιουλίου 1866 (εν Κερκύρα), Φ.Ε.Κ.60/29 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του δήμου Ερμιόνης εις δήμους Διδύμων και Ερμιόνης» ανασυστάθηκε ο Δήμος των Διδύμων και απέσπασε από τον Δήμο Ερμιόνης το τμήμα που είχε συγχωνευθεί σ’ αυτόν το 1841.  Έδρα του μεν Δήμου Διδύμων ορίστηκε η κωμόπολη Δίδυμοι του δε Δήμου Ερμιόνης η κωμόπολη Ερμιόνη (Καστρί), όπως αναφέρεται.

«Αμφότεροι δε κατατάσσονται εις την Γ΄ τάξιν ως έχοντες πληθυσμόν ο μεν δήμος Διδύμων ψυχών χιλίων ενενήκοντα έξη (1.096), ο δε της Ερμιόνης ψυχών χιλίων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε (1.465).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το υπ’ αριθμ.480/15 Ιουλίου 1870 έγγραφό του «περί προβιβασμού του δήμου Ερμιόνης εις την Βα  τάξιν [5] προς τον Έπαρχον Σπετσών ο δήμαρχος Ερμιόνης Γεώργιος Καραγιάννης αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο δήμος Ερμιόνης και μετά τον ανασχηματισμόν του δήμου Διδύμων έπρεπε να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του [6] ως έχων ψυχάς περισσοτέρας των δύο χιλιάδων (2.000). Απορούμεν πώς (έγινε;) το λάθος τούτο με τον πληθυσμόν» και αναφέρονται «εις το διάταγμα ψυχαί (δήθεν) χίλιαι τετρακόσιαι εξήκοντα πέντε (1.465) εξ ού βεβαίως και υπεβιβάσθη η τάξις του δήμου από την Βαν  εις την Γην  τάξιν».

Στη συνέχεια ζητεί άμεσα τον προβιβασμό του Δήμου στην επόμενη τάξη, αφού έχει δύο χιλιάδες έντεκα κατοίκους (2.011) και καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του από 27 Δεκεμβρίου 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» νόμου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1871 και ενώ το θέμα δεν είχε προωθηθεί από τον Έπαρχο, ακολουθεί το υπ’ αριθμ. 9 έγγραφο του δημάρχου Ερμιόνης Γεωργίου Καραγιάννη προς το Υπουργείο Εσωτερικών για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο προβιβασμό του Δήμου. Ο Δήμαρχος διαμαρτύρεται, μάλιστα, προς τον Υπουργό ότι ενώ έχει ενημερώσει τον Έπαρχο για την προαγωγή του Δήμου σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει το θέμα και ούτε έχει λάβει κάποια απάντηση. Παρακαλεί δε τον Υπουργό να μεριμνήσει ώστε να αποκατασταθεί η αδικία, αφού ο δήμος πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προβιβασμού του.

Στο ίδιο έγγραφο το οποίο φέρει αριθ. πρωτ. 2390/22 Ιανουαρίου 1871 (προς το Υπουργείο των Εσωτερικών) υπάρχουν τρεις διευκρινιστικές διαδοχικές σημειώσεις, μάλλον του Υπουργού, αναφερόμενες στον πληθυσμό του Δήμου Ερμιόνης κατά τις επίμαχες χρονολογίες (1861 και 1870).[7]

Με το Β.Δ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1871 (Φ.Ε.Κ.6/1872) ο δήμος Ερμιόνης προβιβάζεται στη Βα τάξη «ως έχων πληθυσμόν δύο χιλιάδας εκατόν έντεκα (2.111) κατοίκους κατά τον επίσημον πίνακα του πληθυσμού των Δήμων του Κράτους δημοσιευθέντα εις το υπ’ αριθμ. 23 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».[8]

Τρεις μήνες νωρίτερα με το Β.Δ. της 5ης Ιουνίου 1871 (Φ.Ε.Κ.47, σελ.331) είχε καθοριστεί και το έμβλημα της σφραγίδας του Δήμου, επιλεχθέν από τον αρχαιολόγο Π. Ευστρατιάδη. [9]  Η σφραγίδα είχε κυκλικό σχήμα, με «άνδρα άγοντα βουν» στο κέντρο και περιμετρικά τις λέξεις «Δήμος Ερμιόνης».

Η Ερμιόνη παρέμεινε ως Δήμος μέχρι το 1914, καθώς αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές του 1912 λόγω της κήρυξης των Βαλκανικών Πολέμων. Ήδη, είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος ΔΝΖ΄(4057) της 14ης Φεβρουαρίου 1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων».

Σύμφωνα λοιπόν με το Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.282/31 Αυγούστου 1912 §4 «Περί αναγνωρίσεως δήμων και κοινοτήτων εν τω Νομώ Αργολίδος και Κορινθίας» αναγνωρίστηκε η Ερμιόνη ως Κοινότητα «έχουσα υπέρ τους τριακοσίους (300) κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Με το ίδιο Φ.Ε.Κ.§6 «Περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Αργολίδος και Κορινθίας συνοικισμών του νομού τούτου» προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Ερμιόνης «ο συνοικισμός Θερμησία (πρώην Δήμου Ερμιόνης) και η Μονή των Αγίων Αναργύρων (πρώην Δήμου Ερμιόνης)».

Αξιοσημείωτο είναι πως το ανωτέρω Β.Δ. φέρει την υπογραφή του Υπουργού των Εσωτερικών Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι. Η Ερμιόνη ως Κοινότητα διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1994.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34, αρ. 928.

[2] Γ.Α.Κ. Οθωνικό αρχείο Υπουργείο Εσωτερικών, Φ.102.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34 «Δήμοι Αργολιδοκορινθίας τεσσαράκοντα πέντε (45) (28 και 17)».

[4] Γ.Α.Κ. «Αρχείο Γραμματείας Εσωτερικών», Φακ. 1411 (Η φράση αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο παρά «τον προβιβασμόν» του δήμου στην επόμενη τάξη, εκτός αν εννοούσε, πράγμα απίθανο, αποκλειστικά τη γεωγραφική του επέκταση).

[5] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», Φακ. 1596, Περίοδος Γεωργίου Α’.

[6] Η φράση του εγγράφου έπρεπε «να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του» νομίζω πως ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μας ότι ο Δήμος Ερμιόνης από το 1850 – 1866 ανήκε στη Β΄ τάξη.

[7] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», φακ.1596, Περίοδος Γεωργίου Α΄.

[8] Θεοδόσης Απ. Γκάτσος – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης: «Ποιος ήταν ο Δήμαρχος Ιωάννης Γεωργ. Οικονόμου;», Άρθρο στο περιοδικό «στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» τεύχ. 22, Μάρτιος 2018.

[9] Αρχαιολογική Εταιρεία, αρχ. Π.Ε. αριθμ. Πρωτ. Γ.Ε. αρχαιοτήτων 943.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Η Μουσικοχορευτική Παράδοση της Ερμιόνης – Βιβή Σκούρτη


 

Ένα νέο βιβλίο της Βιβής Σκούρτη, το τρίτο στη σειρά, έρχεται να επιβεβαιώσει και να σφραγίσει τη μεγάλη αγάπη της συγγραφέως για την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Ερμιόνη, γράφει σε σημείωμά του στο βιβλίο, ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γιάννης Σπετσιώτης από την Ερμιόνη.

Και συνεχίζει:

Το περιεχόμενό του νοσταλγικό, χαρούμενο, ζωντανό, ξεχωριστό. Γεμάτο μουσικές, τραγούδια και χορούς, που πλημμύριζαν τους δρόμους, τις πλατείες, τις ταβέρνες και τα σπίτια της πόλης μας.

Δημοτικά, καντάδες και ρεμπέτικα, αλλά και συρτά με ονόματα παράξενα. Το καλαφάτικο και το συρτοπολίτικο, ο συλιβριανός και τα μιλλεούνια, όπως τα ονομάτιζαν αλλά και τα έπαιζαν, οι μακαρίτες οργανοπαίχτες Λεωνίδας και μπαρμπα- Λιάς (οι Νακαίοι), μια ζυγιά, Παναγιώτης και μαστρο-Γιάννης, (οι Φασιλήδες), η άλλη. Κοντά και οι μπάλοι, τα χασαποσέρβικα και οι καρσιλαμάδες έδιναν τον δικό τους ιδιαίτερο τόνο στις ολονύχτιες διασκεδάσεις του τόπου μας.

Καλλίφωνοι, ζωγράφοι… της πίστας και δεξιοτέχνες των ήχων και της πενιάς, όλοι τους μερακλήδες, έδιναν το παρών, στις συνάξεις του γλεντιού, λες κι ο ένας «μυριζόταν» πού ήταν ο άλλος, ανεβάζοντας το θερμόμετρο του κεφιού στα ύψη! «Ας πάει και το παλιάμπελο!», «έξω η φτώχεια και τα βάσανα!», φώναζαν οι … «έξω καρδιά» της παρέας βλέποντας τον μπαρμπα-Λιά να παίζει με το λα(γ)ούτο στην πλάτη και τον Παναγιώτη έτοιμο να «πετάξει», καθώς έσερνε τις δοξαριές καθισμένος στην άκρη της καρέκλας, σχεδόν πάνω στο ποδάρι της, ενώ η «χαρτούρα» έπεφτε βροχή!

Εμείς, μικροί τότε, με τεντωμένα αυτιά και γουρλωμένα μάτια απολαμβάναμε εκείνες τις …περίεργες αλλά ζυγισμένες εικόνες και καθώς μεγαλώναμε τις αναζητούσαμε όλο και περισσότερο μέχρι που γίναμε κι οι ίδιοι πρωταγωνιστές! Όλα αυτά τα αλησμόνητα κομμάτια της ερμιονίτικης μουσικοχορευτικής παράδοσης, που σιγά- σιγά χάνονται και ξεχνιούνται, θέλησε η Βιβή με γνώση, τρυφερότητα και ωριμότητα να τα συγκεντρώσει και με τον δροσερό βιβλιογραφικό της λόγο να μας τα παρουσιάσει, ταξιδεύοντάς μας σε πρόσωπα, κουβέντες και γεγονότα, που η «αθανασία της μνήμης» τα κρατά ακόμα ζωντανά.

Πηγές, τα προσωπικά της βιώματα, οι αφηγήσεις της κυρα- Θωμαΐτσας, της μητέρας της, οι αναμνήσεις φίλων και συγγενών που συχνά έλεγαν: «Τα γλέντια που κάναμε τότε, δεν γίνονται σήμερα ούτε κατά διάνοια!». Αλλά και οι προηγούμενες καταγραφές, έρευνες και μελέτες σχετικά με τη Μουσική Ιστορία της Ερμιόνης.

Στα προτερήματα του βιβλίου και το φωτογραφικό του υλικό! Φωτογραφίες πολλές, επιλεγμένες από το τεράστιο προσωπικό της αρχείο, του λόγου τεκμήρια και της μνήμης επένδυση, επιβάλλεται να αξιολογηθούν με έμφαση και προσοχή.

Έτσι, ώστε όλα όσα είδε, άκουσε, ένιωσε και έμαθε η συγγραφέας ταιριασμένα και αναλλοίωτα να παραδοθούν στις επόμενες γενιές.

 

Η Μουσικοχορευτική Παράδοση της Ερμιόνης

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

 

Θα ήταν ακατόρθωτο να χωρέσει η «ζωή» μέσα σε μερικές σελίδες. Κι όμως! Το τραγούδι και ο χορός είναι συνυφασμένα με την ίδια τη ζωή, γι’ αυτό και μπορούν να δώσουν ένα μικρό δείγμα της, που προσφέρεται για νέες προσεγγίσεις. Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, μία διεξοδική λαογραφική έρευνα και καταγραφή της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Ερμιόνης, που περιγράφεται πολύ καθαρά, με βάση πρωτογενείς πηγές, καθώς παρατίθενται μαρτυρίες και συνοδεύεται από σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Περιέχει προφορικό πολιτισμό, νοσταλγικά λησμονημένα τραγούδια, σημαντικές βιωματικές αφηγηματικές καταθέσεις και χαριτωμένα περιστατικά του παρελθόντος, καθώς στην καρδιά της Ερμιόνης υπήρχε κάθε είδους ταβέρνα, όπου λάμβαναν χώρα ολονύχτια γλέντια με λιτά γεύματα και κρασί χύμα από τ’ αμπέλια της ερμιονίτικης γης.

Όλα τούτα τα στοιχεία, πολύτιμα λαογραφικά ντοκουμέντα, συγκεντρώθηκαν με αγάπη, σεβασμό, υπομονή, και συνέπεια, με σκοπό οι αναγνώστες να ξαναζήσουν τις αλησμόνητες εκείνες στιγμές και να μεταλαμπαδεύσουν τις αξίες και το ήθος του παραδοσιακού μουσικού και χορευτικού μας πολιτισμού.

Στην πραγματικότητα τούτες οι αλησμόνητες στιγμές των ανθρώπων είναι κοινές σε κάθε τόπο της πατρίδας μας και συνδέονται άμεσα με τη μουσικοχορευτική του παράδοση. Προβάλλουν ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πια. Γιατί η παράδοση ενός τόπου αποτελεί για εμάς μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο, αλλά εξίσου σπουδαίο και σημαντικό αποτελεί και η μεταβίβαση τούτου του πλούτου της πατρίδας μας από γενιά σε γενιά, με τις λιγότερες εύλογες απώλειες και αλλοιώσεις.

 

ΣυγγραφέαςΣκούρτη, Βιβή

Eκδότης Άρτεον

ISBN  978 6188 348851

Έτος κυκλοφορίας 2019

Σελίδες 90

 

Read Full Post »

Older Posts »