Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ευρώπη’

Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820)


 

 

Γενικά – Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας – Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας – Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων – Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Γενικά

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στις 17 Φεβρουαρίου 1820 ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν μετέφερε, μ’ ένα απόρρητο υπόμνημά του προς τον Μέττερνιχ, τις ύστατες -λίγο πριν την πολιτική εξουθένωση του- απόψεις του Καποδίστρια: «Αυτό που θα είχε εξασφαλίσει μια αιώνια ειρήνη στην Ευρώπη», είχε δηλώσει ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας, «θα ήταν να διακηρυχτεί η αρχή της ουδετερότητας σαν θεμελιώδης βάση της Γερμανικής Ομοσπονδίας, να περιληφθούν δε σ’ αυτή όλες οι Ομόσπονδες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Δανίας. Ποιος θα πολεμούσε τότε και γιατί; Θα βλέπαμε τότε την μάστιγα των μονίμων στρατών να εξαφανίζεται από παντού… αλλά αυτό είναι μια χίμαιρα» [i].

Οι τολμηρές αυτές σκέψεις του υπεύθυνου φορέα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, διατυπωμένες στα δύσκολα και αντιδραστικά χρόνια της «Ιεράς συμμαχίας», αποδεικνύουν, ότι ο Καποδίστριας είχε χαράξει προσωπική εξωτερική πολιτική, η εφαρμογή της οποίας μοιραία θα τον εξέθετε στα μάτια του προϊσταμένου του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου I. Λίγους μήνες αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1820, ο Λέμπτζελτερν αποκάλυπτε στον Καγκελλάριό του ότι ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε συχνά διαφορετική γνώμη από εκείνη του Κόμητος Καποδί­στρια και ότι ο τελευταίος είχε διατυπώσει πολλές φορές τα παράπο­νά του σχετικά μ’ αυτές τις «συγκρούσεις».

 

«Είναι επιτήδειος», έγραφε για τον Καποδίστρια ο Αυστριακός πρεσβευτής, «σταθερός στην πορεία του, ανεξάρτητος στην τακτική με την οποία αντιμετωπίζει τα πολιτικά ζητήματα, υπερήφανος για τις θεω­ρίες του δεν είναι προσκολλημένος στη θέση του και ο Αυτοκράτορας, απορροφημένος με την εργασία του, έχοντας άλλωστε πολλά κοινά σημεία μ’ αυτόν, θαυμάζει στον συνεργάτη του την αρετή ενός φιλόσοφου. Εκτός λοιπόν εάν πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες εκ των προτέρων είναι προκατειλημμένος με συγκεκριμένες ιδέες ο Αυτοκράτορας, θα αφήσει την εργασία του Υπουργείου στον Υπουργό του και θα του επιτρέψει να ενεργήσει έστω και εάν αργότερα εξαναγκαστεί να τον αποδοκιμάσει στο ενδεχόμενο ενός λανθασμένου χειρισμού» [ii].

 

Μπορούμε επομένως με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι από το 1814 και μετά ο Καποδίστριας κατέβαλε – σαν πληρεξούσιος διπλωμάτης αρχικά και κατόπιν σα Γραμματέας της Επικρατείας- ιδιαίτερες προσπάθειες για την επιβολή των δικών του πολιτικών σχεδίων, που θα οδηγούσαν σε μια ιδανικότερη λύση των ευρωπαϊκών ζητημάτων.

Η ανεξάρτητη, θα λέγαμε, εξωτερική πολιτική του Κερκυραίου διπλωμάτη, με βάση τα τολμηρά πολιτικά σχέδιά του – διατυπωμένα σε 65 περίπου μακροσκελέστατα υπομνήματα- [iii] για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη, καλύπτει τέσσερις περιόδους δράσεως:

α) τη δραστηριότητα για την κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας,

β) τη συμβολή στην καθιέρωση της Γερμανικής Ομοσπονδίας,

γ) τις πρωτοβουλίες για τη δικαίωση της ηττηθείσης Γαλλίας και

δ) τη γενική πολιτική για την οργάνωση της Ευρώπης.

 

Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας

 

Το Νοέμβριο του 1813 ο Καποδίστριας συνοδευόμενος από τον Αυστριακό απεσταλμένο Λέμπτζελτερν έφτασε στην Ελβετία με βασική αποστολή: την προσέλκυση των Ελβετών προς το συνασπισμό των συμμάχων, την ταυτόχρονη αποδέσμευση της Ελβετίας από τη Γαλλία και την εγγύηση της ελεύθερης διαβάσεως του συμμαχικού στρατού από το ελβετικό έδαφος [iv].

Αμέσως ο Ρώσος πληρεξούσιος ήρθε σε επαφή με τον Πρόεδρο της Ελβετικής Ομοσπονδίας φον Ράινχαρτ και τον έπεισε να διαπραγματευθεί σύμβαση σύμφωνα με την οποία το σύστημα ουδετερότητας που είχε ήδη υιοθετηθεί (στις 20 Νοεμβρίου 1813), τροποποιούμενο σε μερικά σημεία, να καθίστατο δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τις σύμμαχες Δυνάμεις και να εξασφαλίσει, παράλληλα, τα ζωτικά συμφέροντα της Ελβετίας [v].

Σε μιαν άλλη επαφή του με τον Ράινχαρτ ο Καποδίστριας έθεσε σαφέστερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετία θα ανακτούσε την ουδετερότητά της και αυτές ήταν:

1) μία διακήρυξη με την οποία ο ελβετικός λαός θα αφαιρούσε από το μεσάζοντα Ναπολέοντα οποιαδήποτε εξουσία ή επιρροή,

2) η ανάκληση των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία της Γαλλίας,

3) η ακύρωση των συνθηκολογήσεων που είχαν συναφθεί.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Καποδίστριας δέχτηκε ισχυρές πιέσεις να αποκαταστήσει το Σύνταγμα του 1798, ενώ παράλληλα πιεζόταν από τον Μέττερνιχ να υπογράψει τη σχετική διακήρυξη που θα επέτρεπε στα συμμαχικά στρατεύματα να διαβούν και να παραβιάσουν την ελβετική ουδετερότητα. Σχετικά με το συνταγματικό ζήτημα, ο Ρώσος απεσταλμένος ενημέρωνε με έκθεση του τον συνάδελφο του Νέσσελροντε, ότι τα πολιτικά δίκαια της Ελβετίας επέβαλαν οπωσδήποτε την άμεση ψήφιση Συντάγματος[vi]. Όσον αφορούσε στο ζήτημα της υπογραφής της διακηρύξεως, ο Καποδίστριας δε δίστασε να την υπογράψει, συμβάλλοντας έτσι με δική του πρωτοβουλία στην αποκατάσταση της ελβετικής ενότητας [vii].

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Αξίζει να σημειωθεί, καθώς αναπτύξαμε αλλού [viii], ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Ζυρίχη ο Λέμπτζελτερν ενημέρωνε ανελλιπώς, με μακροσκελέστατες απόρρητες εκθέσεις, τον Μέττερνιχ σχετικά με την εξέλιξη των πολιτικών υποθέσεων στην Ελβετία. Από τις ανέκδοτες αυτές εκθέσεις προκύπτει η δόλια τακτική της Αυστρίας και οι προθέσεις της για μια μεμονωμένη παρασκηνιακή αντιμετώπιση των ελβετικών υποθέσεων, γεγονός που είχε έγκαιρα αντιληφθεί και καταδικάσει ο Καποδίστριας.

Σε μία έκθεσή του, στις 25-1-1814, ο Λέμπτζελτερν ανέλυε στον προϊστάμενό του τις δυνατότητες της αποκλειστικής αναμίξεως της Αυστρίας στις ελβετικές υποθέσεις, τον ενημέρωνε δε παράλληλα για τα σχέδια του Καποδίστρια απέναντι στο συνταγματικό πρόβλημα τέλος, σχολίαζε τη σιωπή του συναδέλ­φού του σχετικά με το πρόγραμμα των ενεργειών του Τσάρου Αλέ­ξανδρου [ix].

 Ύστερα από διπλωματικούς αγώνες, που προορίζονταν να προετοιμάσουν τη λύση των πολύπλοκων ελβετικών ζητημάτων, ο Καποδί­στριας συνέβαλε στην ολοκλήρωση της συντακτικής εργασίας της Δί­αιτας η οποία καθόρισε τελικά το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα[x].

 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1814, λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη, ο Κερκυραίος διπλωμάτης έγραφε στον πατέρα του: «Αν δυνηθούν (οι Ελβετοί) εις το μέλλον να είναι ευτυχείς και να απολαύσουν την ανεξαρτησία των, θα ειπώ ότι δεν έχασα τον καιρόν μου και το έργον μου» [xi]. Στις επίσημες συζητήσεις του Συνεδρίου της Βιέννης ο Καποδίστριας, υποστηριζόμενος από το βαρώνο φον Στάιν, υπερασπίστηκε με αυτοθυσία την ενότητα των Ελβετών, την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των καντονιών και τις μεγαλύτερες δυνατές ευνοϊκές εδαφικές διαρρυθμίσεις υπέρ της μικρής αυτής χώρας [xii].

Έτσι, στις 20 Μαρτίου 1815, υπογράφηκε από όλους τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο, η διακήρυξη για τις ελβετικές υποθέσεις. Με τη διακήρυξη αυτή, που τα προσχέδιά της είχε επεξεργαστεί ο Καποδίστριας, ρυθμίζονταν οριστικά η διαρκής ουδετερότητα και η ανεξαρτησία της Ελβετίας με βάση τα 19 καντόνια τα οποία θα αποτελούσαν το θεμέλιο του ελβετικού ομοσπονδιακού συστήματος. Το πρώτο βήμα για την ουδετεροποίηση της κεντρικής Ευρώπης, μακριά από πολέμους και αναταραχές, είχε γίνει με την ομόφωνη αναγνώριση θεμελιωδών κανόνων του γενικού διεθνούς Δικαίου.

  

Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας

 

Όσον αφορά στα γερμανικά ζητήματα στο Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας διεκατείχετο από μεταρρυθμιστικές ιδέες που ήταν επηρεασμένες από τις κινήσεις για το γερμανικό Σύνταγμα και την ενοποίηση της Γερμανίας. Έτσι τάχθηκε αμέσως υπέρ μιας βελτιωμένης ομοσπονδοποιήσεως της Γερμανίας, ενώ οι Χάρντενμπεργκ, Χούμπολτ και Μέττερνιχ ήσαν αντίθετοι [xiii].

Στις 9 Φεβρουαρίου 1815, ο Καποδίστριας υπέβαλε στο Συνέδριο βαρυσήμαντο υπόμνημα για τις γερμανικές υποθέσεις, επισημαίνοντας κατ’ αρχήν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη καθώς και το απαραίτητο της αποκαταστάσεως του Γερμανικού έθνους, αφ’ ενός μεν προς όφελος του, αφ’ ετέ­ρου δε χάριν της εξασφαλίσεως της ηρεμίας και της γαλήνης στην Ευ­ρώπη. «Οποιαδήποτε και αν είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ηγεμόνων που κυβερνούν», διακήρυξε, «οφείλουν υπό την πίεση των γεγονότων να παράσχουν στη χώρα τους ενιαίο Σύνταγμα».

Αναπτύσσοντας, περαιτέρω, τις απόψεις του ο Καποδίστριας, υποστήριξε διπλωματικά ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες εμφανίζονται διηρημένοι αναμεταξύ τους επηρεαζόμενοι και από τις αντιζηλίες των μεγάλων Δυνάμεων. «Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο γερμανικός λαός, δυσαρεστημένος και εξαπατημένος στις προσδοκίες του, θα προχωρήσει μόνος του για την απελευθέρωσή του και για την εγκαθίδρυση μιας σταθερής τάξεως πραγμάτων επομένως», συμπέραινε ο Ρώσος πληρεξούσιος, «καταφαίνεται ότι η σχεδιαζόμενη, από τις λοιπές Δυνάμεις, ομοσπονδιακή συνθήκη είναι όχι μόνο αντίθετη προς την ηρεμία και την ανεξαρτησία της Γερμανίας, αλλά θέτει επίσης φραγμούς στην εδραίωση μιας πραγματικής ισορροπίας και στην ανάπτυξη σταθερών σχέσεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Υπό διαφορετικές συνθήκες», εξακολουθούσε ο Καποδίστριας, «θα πρέπει να αγωνιστούμε, ώστε να δοθεί πολιτικό Σύνταγμα στη Γερμανία κατάλληλο για τον προσδιορισμό της σφαίρας της ηθικής δραστηριότητας των λαών της, το οποίο να επαναφέρει την εθνική ροπή, τις παραδοσιακές αρχές και να εξασφαλίζει την διαιώνιση και την ακμή των αναπτυσσομένων».

«Με τη λύση αυτή», κατέληγε ο Καποδίστριας, «θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στα γερμανικά κρατίδια μια διαρκή εγγύηση ελευθερίας και στην Ευρώπη τις στερεές βάσεις για την εγγύηση του μελλοντικού πολιτικού της συστήματος» [xiv].

Μετά από έντονες συζητήσεις υπογράφηκαν στη Βιέννη, στις 8 Ιουνίου 1815, οι συνθήκες για τη Γερμανική Ομοσπονδία που αναγνώριζαν, σύμφωνα προς τις υποδείξεις του Καποδίστρια, μια επί διεθνούς Δικαίου εδραζόμενη ένωση κρατών, η οποία σεβόταν την κυρίαρχη εξουσία των μελών της και η οποία περιλάμβανε 41 γερμανικά κράτη [xv]. Ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια -κι ενώ ο Καποδίστριας, εξουσιοδοτημένος από τον Τσάρο, παρακολουθούσε την εξέλιξη των γερμανικών ζητημάτων-[xvi] η κρίση που ξέσπασε λόγω των φιλελεύθερων κινήσεων στη Γερμανία κατά του αυστριακού απολυταρχισμού, υποχρέωσε τους συμμάχους να συνέλθουν στο Κάρλσμπαντ για το «ξεκαθάρισμα» των γερμανοαυστριακών διαφορών.

Ο Καποδίστριας που είχε υποπτευθεί τη δόλια πολιτική της Αυστρίας, επέστησε την προσοχή του Τσάρου στον ενδεχόμενο κίνδυνο μιας περαιτέρω εδραιώσεως της αυστριακής κυριαρχίας στη Γερμανία. Η έναντι των γερμανικών υποθέσεων στάση του Καποδίστρια, το 1819, προκύπτει από μια απόρρητη διπλωματική έκθεση του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν προς τον Μέττερνιχ, σχετικά με τις συνομιλίες που είχε με τον Ρώσο Υπουργό για τις υποθέσεις της Γερμανικής Ομοσπονδίας.

Στην αρχή, καθώς έγραφε ο Λέμπτζελτερν, ο Καποδίστριας διαχώρισε τη θέση της Ρωσίας ως προς τις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία, απομονώνοντας έτσι την Αυστρία, που δεν μπορούσε να επέμβει μεμονωμένα και να λάβει αποφάσεις ερήμην των λοιπών συμμάχων. Στη συνέχεια ο Καποδίστριας καταφέρθηκε εναντίον των Συνταγμάτων των γερμανικών κρατών, που ψηφίστηκαν ύστερα από αυστριακές πιέσεις. «Τι σημαίνει Συντάγματα τα οποία περιέχουν μοναρχικές αρχές;», ρώτησε τον Λέμπτζελτερν, «σε όσα παραχωρήθηκαν δεν βλέπω παρά μόνο τον Μονάρχη διαπραγματευόμαστε αποκλειστικά με αυτόν, αυτός μιλά και ενεργεί, παντού βλέπω μοναρχικές αρχές αλλά και μονάρχες οι οποίοι δεν γνωρίζουν να τις επιβάλλουν. Τα Συντάγματα της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης παραχωρήθηκαν με κακή πίστη θέλησαν να ευχαριστήσουν μ’ αυτά τους λαούς και συγχρόνως να τους εμπαίξουν με λόγια. Όλα αυτά δεν συμφέρουν ούτε στους Μονάρχες ούτε στα μικρά κράτη».

«Έπραξα», κατέληγε ο πρεσβευτής, «ό,τι μου ήταν δυνατόν για να μειώσω τη δυσαρέσκεια που εκδηλώθηκε εδώ προς τον πρίγκιπα Καγκελλάριο (Μέττερνιχ) και για να πείσω τον κόμητα Καποδίστρια ότι έδινε υπερβολική σημασία σε μια πρόταση (της εφαρμογής του δόγματος μη επεμβάσεως), η οποία, εφόσον απορρίφθηκε, δεν αξίζει πια καμιά προσοχή και η οποία, καθώς διατυπώθηκε σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Από τότε μου φάνηκε ηρεμότερος αναφορικά με αυτό το ζήτημα (της Γερμανικής Ομοσπονδίας)» [xvii].

 

Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων

  

Ιωάννης Καποδίστριας

Μετά την προσωρινή επίλυση των γερμανικών ζητημάτων, ο Καποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τις σύμμαχες Δυνάμεις να μελετήσει τις γαλλικές υποθέσεις που είχαν περιπλακεί, ύστερα από τη συντριβή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο Βατερλώ. Με ένα υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στο Συνέδριο των Παρισίων στις 28 Ιουλίου 1815, ο Καποδίστριας ανέπτυσσε τις εγγυήσεις τις οποίες διακινούντο να ζητήσουν οι μεγάλες Δυνάμεις από την ηττηθείσα Γαλλία. «Αυτές», τόνισε, «μπορούν να είναι πραγματικές και ηθικές».

Ξεκαθάρισε πάντως ότι η παρούσα κατοχή της Γαλλίας, από τους συμμάχους, δεν παρείχε σ’ αυτούς και το δικαίωμα της κατακτήσεως. «Εάν θιγόταν η ακεραιότητα της Γαλλίας», σημείωνε «θα χρειαζόταν να επανεξεταστούν όλες οι αποφάσεις της Βιέννης, να καθοριστούν νέ­ες εδαφικές διαρρυθμίσεις και να εφαρμοστεί εκ νέου το σύστημα ισορροπίας. Αυτή η δύσκολη επιχείρηση, αντίθετη προς τις φιλελεύθε­ρες αρχές των μεγάλων Δυνάμεων, θα μετέβαλε την ομοιόμορφη πο­ρεία που ακολούθησαν μέχρι σήμερα και η οποία μόνη εξασφαλίζει τη γαλήνη των λαών».

«Είναι συνεπώς σωστό να συμπεράνουμε», κατέληγε ο Καποδί­στριας, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις δεν μπορούν να αναζητήσουν μόνο στην κατηγορία των ηθικών εγγυήσεων αυτές τις εγγυήσεις τις οποίες οφείλουν να εμφανίσουν στην Ευρώπη σαν τεκμήριο θεμελιώσεως της γαλήνης της. Απαιτείται επομένως αναγκαστικά να αναζητηθούν οι εγ­γυήσεις αυτές και στις δύο κατηγορίες με βάση την αρχή, ότι οι πραγ­ματικές εγγυήσεις δεν είναι δυνατό να βασιστούν στο δικαίωμα της κα­τακτήσεως»[xviii].

Καθώς προκύπτει από τις παραπάνω θέσεις, η Ρωσία, προσπάθησε, μετά τη συντριβή του Βοναπάρτη, να αναλάβει πρωτοβουλίες για μια δίκαιη αντιμετώπιση της ηττηθείσας Γαλλίας. Ο Καποδίστριας δεν παρέλειψε να διακηρύξει, ότι η γαλήνη θα καθίστατο δυνατό να εδραιωθεί στη Γαλλία και στην Ευρώπη, μόνο με την επιβολή μιας νέ­ας τάξεως πραγμάτων ως ανασχετικού κατά των επαναστάσεων φραγμού.

Αλέξανδρος Α΄ Παύλοβιτς (1777-1825)

Πιστεύουμε, ότι όχι μόνο η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία του αλλά και η πεποίθησή του για μια μελλοντική συνδρομή της Γαλλίας στο ελληνικό ζήτημα, τον είχαν επηρεάσει να υπερασπιστεί τα γαλλικά συμφέροντα. Η δράση του στο Παρίσι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, που τον διόρισε, παρά τις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός του, Υπουργό επί των εξωτερικών υποθέσεων της Αυτοκρατορίας. Με τη λήξη των διαπραγματεύσεων, στις 20 Νοεμβρίου 1815, ο Κα­ποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τον Αλέξανδρο να αναλάβει τη διεκπεραίωση των θεμάτων, που αφορούσαν στην εξέλιξη του γαλλι­κού ζητήματος· δηλαδή, τα θέματα του στρατού κατοχής, της πληρωμής της πολεμικής αποζημιώσεως από τη Γαλλία και της εξοφλήσεως των δανείων τα οποία ήσαν γνωστά σαν «ιδιωτικά χρέη» [xix].

Από τη διπλωματική αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Ρώσο πρεσβευτή στο Παρίσι Πότσο ντι Μπόργκο προκύπτει, ότι ο Κερκυραίος διπλωμάτης ήσαν ο βασικός εκπρόσωπος της Ρωσίας στις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για τα γαλλικά ζητήματα και, ότι, παράλληλα, στις δικές του υποδείξεις όφειλε -καθώς θα δούμε- η Γαλλία τη συμμετοχή της στο Διευθυντήριο των Δυνάμεων, τρία χρόνια μετά την καταστροφή της στο Βάτερλω [xx].

 Ο Καγκελλάριος Μέττερνιχ, αντίθετος προς το φιλελεύθερο πνεύμα των συμμάχων, είχε ταχθεί υπέρ της σμίκρυνσης του κύκλου των υπεύθυνων για τα γαλλικά ζητήματα, προσπαθώντας, μ’ αυτή την τακτική, να αποκλείσει τον «δημοκρατικό» Καποδίστρια από τις διαπραγματεύσεις. Ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας δίδοντας τις σχετικές οδηγίες στον Πότσο ντι Μπόργκο, διατύπωνε, εξοργισμένος, τις αντιρρήσεις του κατά της πολιτικής του Αυστριακού Καγκελλάριου σχετικά με την αντιμετώπιση της Γαλλίας.

Το Νοέμβριο του 1817, έγραφε στον πρεσβευτή του: «Γνωρίζετε ότι η Γαλλία, ελεύθερη από την επιτήρηση των συμμάχων και έχοντας επανέλθει στον εαυτό της, εμπίπτει (δικαιωματικά) σε μας. Εν τούτοις, επιθυμία μας είναι να πα­ραμείνει η Γαλλία στον εαυτό της (μόνο) και στην ευρωπαϊκή οικογέ­νεια και όχι ιδιαίτερα στη Ρωσία». Τον Μάρτιο του 1818, ο Ρώσος Υπουργός μιλούσε ανοιχτά πια για την απελευθέρωση της Γαλλίας και την εκκένωσή της από τα στρατεύματα κατοχής, διαβλέποντας κινδύνους μόνο στην παράταση της καταπιέσεως των Γάλλων από τις Δυνάμεις[xxi].

Στο Συνέδριο του Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν), το 1818, ο Καποδίστριας, τάχθηκε υπέρ της αναθεωρήσεως των σχέσεων των συμμάχων με το βασιλέα της Γαλλίας και υπέρ του παράλληλου διακανονισμού της εκκενώσεως της Γαλλίας από τα συμμαχικά στρατεύματα- αγωνίστηκε επίσης για τη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών και, τέλος, για την επανατοποθέτηση του Γάλλου βασιλέα στα ευρωπαϊκά συμβούλια.

 

Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν)

 

Γράφοντας στον Αυτοκράτορα του Λουδοβίκο XVIII, στις 18 Οκτωβρίου 1818, ο Ρισελιέ σημείωνε τα εξής: «Ελπίζω, ότι παρά τα αυστριακά και τα αγγλικά τεχνάσματα, μπορούμε να βασιστούμε στη σταθερότητα των επιχειρημάτων του κόμητα Καποδίστρια στον οποίο όχι μόνο εμείς αλλά και η Ευρώπη οφείλουμε τις μέγιστες υποχρεώ­σεις» [xxii]. Λίγες μέρες αργότερα -αφού η Γαλλία υπό την ηγεσία του νόμιμου και συνταγματικού μονάρχη της επανήρχετο στους κόλπους της ευρω­παϊκής συμμαχίας- ο κόμης Μολέ δήλωσε: «Εάν η Γαλλία παραμένει ακόμη Γαλλία, αυτό οφείλεται σε τρεις ανθρώπους, των οποίων τα ονό­ματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστούν: στον Αλέξανδρο και στους δύο Υπουργούς του, τον Καποδίστρια και τον Πότσο ντι Μπόργκο» [xxiii].

  

Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Μετά τη δυναμική υπεράσπιση των ελβετικών, των γερμανικών, των γαλλικών, των ισπανικών, των πολωνικών και των επτανησιακών υποθέσεων [xxiv], ο Καποδίστριας άρχισε να διατυπώνει επίσημα τις απόψεις και θεωρίες του για την οργάνωση της Ευρώπης. Πιστεύουμε ότι μετά το 1815 είχε ταχθεί υπέρ μιας νέας τάξεως πραγμάτων για την παλινόρθωση της Ευρώπης, εδραιουμένης όμως σε εθνικά κράτη και συνταγματικές κυβερνήσεις με βάση ένα διεθνές ευρύτερο σύστημα. Το 1818 στο Αιξ λα Σαπέλ, ο Καποδίστριας είχε διακηρύξει, ότι η Ευρώπη πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους των επαναστάσεων και από την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου με τη βία. Μ’ αυτές τις απόψεις καταδίκαζε την αρχή της επεμβάσεως, εφόσον απέρριπτε έμμεσα, το συστατικό στοιχείο της νομικής έννοιας της επεμβάσεως: τον καταναγκασμό με τη βία.

Ο Ρώσος Υπουργός δεχόταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων είχε την ανάγκη σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο όσο και στα εσωτερικά του κάθε κράτους. Υποδείκνυε δε την καθιέρωση μιας υπερεθνικής ενώσεως, στα πλαίσια της οποίας να εγγυηθούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τη σημερινή εδαφική τους κατάσταση και την ισχύουσα μορφή διακυβερνήσεώς τους.

Στα πλαίσια του υπερεθνικού αυτού οργανισμού, ο Καποδίστριας προσπάθησε να αναγάγει την επέμβαση σε εγγύηση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ασφάλειας όλων των κρατών. Κατά τα ισχύοντα, ως νόμιμη επέμβαση αναγνωρίζεται όχι η επέμβαση σα συνέπεια μονομερούς αποφάσεως ενός ή περισσότερων κρατών, αλλά εκείνη που πραγματοποιείται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή κατόπιν εντολής αυτού. Εκτελώντας λοιπόν το Διευθυντήριο των Δυνάμεων τα χρέη ενός Συμβουλίου Ασφαλείας, θα μπορούσε, σύμφωνα προς τους οραματισμούς του Καποδίστρια, να επεμβαίνει μόνο για διευθέτηση των διεθνών διαφορών και όταν υφίστατο απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης.

Οι σύμμαχοι όμως αντέδρασαν στις προοδευτικές θέσεις της ρωσικής διπλωματικής αποστολής και εξανάγκασαν τη Ρωσία να προχωρήσει, με τη λήξη του Συνεδρίου του Αιξ λα Σαπέλ, στη σύνταξη μιας μυστικής συνθήκης, που όρισε, ότι οι Δυνάμεις εγγυούνται τα σχετικά εδάφη όπως είχαν διαρρυθμιστεί, υπόσχονται δε να αντιμετωπίζουν σαν κοινή αναμεταξύ τους υπόθεση κάθε κατάσταση που θα απειλούσε την ειρήνη[xxv].

Οι ανησυχίες του Καποδίστρια για το μέλλον της Ευρώπης διαφαίνονται καθαρά στις τακτικές συνομιλίες του με τον Αυστριακό πρεσβευτή στην Πετρούπολη. Μια ατέλειωτη σειρά από απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις προς τον Μέττερνιχ αποκαλύπτουν αρκετές από τις τολμηρές πολιτικές απόψεις του. Αρχές του 1820, συζητώντας με τον Λέμπτζελτερν για το μέλλον της Γερμανίας, τόνιζε: «Υπάρχουν ακόμη τόσα πράγματα που οφείλουμε να εξετάσουμε και να σκεφτού­με πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Παραδείγματος χάρι, θα παραχωρήσει η Γερμανική Ομοσπονδία το δικαίωμα διελεύσεως σε μια ξένη στρατιά; εάν το πράξει η στάση της δεν θα είναι καθαρά αμυντική αλλά επιθετι­κή, γιατί όποιος διευκολύνει τη διέλευση ενός στρατού για να επιτεθεί εναντίον ενός κράτους, διαπράττει -ταυτόχρονα- εχθρική πράξη ενα­ντίον του· το γεγονός αυτό τον θέτει σε κατάσταση πολέμου»[xxvi].

Μέττερνιχ. Ένας από τους διασημότερους διπλωμάτες και πολιτικούς της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης.

Η Αυστρία, ωστόσο, επέμεινε στην απολυταρχική τακτική της και, την ίδια χρονιά, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί και πάλι την εξέγερση της Νεαπόλεως (καθώς είχε ενεργήσει το 1819 στο Κάρλσμπαντ), ενώ παράλληλα πρότεινε στη Ρωσία να συνεργαστεί μαζί της για μια αμοιβαία επίλυση του ιταλικού ζητήματος.

Ο Καποδίστριας αντέδρασε με έντονη επιστολή του, που επιδόθηκε στον Μέττερνιχ στις 12 Σεπτεμβρίου 1820, όπου σχολίαζε με δυσμένεια τις αυστριακές πρωτοβουλίες στην Ιταλία [xxvii]. Με άλλη εγκύκλιό του, προς τους λοιπούς συμμάχους, ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας κατέβαλε προσπάθεια για τη διαφοροποίηση των επιδιώξεων της Αυστρίας, που είχαν ήδη τεθεί και απέβλεπαν στην κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερης κινήσεως [xxviii].

Στο Τρόππαου, όπου συγκεντρώθηκαν τελικά οι σύμμαχοι για να συζητήσουν για την «απειλή» της ιταλικής επαναστάσεως, ο Μέττερνιχ δήλωσε, ότι η κατάπνιξη της κινήσεως ήταν αυστριακή υπόθεση, επικαλούμενος δικαιώματα επιρροής στη Βόρεια Ιταλία. Ωστόσο ο Καποδίστριας αντέδρασε, μ’ ένα μακροσκελέστατο υπόμνημα στις 2 Νοεμβρίου 1820, καταδικάζοντας το ενδεχόμενο μιας μεμονωμένης αυστριακής επεμβάσεως.

«Η Αυστρία θα πρέπει να συντάξει μια διακήρυξη», υποστήριξε ο Καποδίστριας, «με την οποία ν’ αναγγέλλει στους λαούς των δύο Σικελιών, ότι μοναδικός λόγος και μοναδικός σκοπός αυτού του διαβήματος θα είναι ο σεβασμός της ακεραιότητας του Βασιλείου, η σταθεροποίηση της πολιτικής και εθνικής του ανεξαρτησίας και η εγκαθίδρυση -από συμφώνου με τον βασιλέα- ενός συστήματος διακυβερνήσεως, που θα κατορθώσει να πείσει όλους τους υπηκόους για την ειρηνική ικανοποίη­ση αυτής της διπλής ελευθερίας». Στη συνέχεια ο Ρώσος Υπουργός ανέλυε τους κινδύνους των αυστριακών πρωτοβουλιών: «Παρατηρήσαμε, πως κάθε μεμονωμένη ενέργεια, θα αποδείκνυε, ότι η γενική συμμαχία είναι υπό διάλυση και τα αποτελέσματα θ’ απέβαιναν ένα νέο όπλο στα χέρια του εχθρού τον οποίο πρέπει οι Δυνάμεις να πολεμήσουν».

«Πιστεύουμε», διακήρυξε, τέλος, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στις υποθέσεις της Νεαπόλεως. Πιστεύουμε ότι είναι υποχρεωμένες να επεμβαίνουν. Πιστεύουμε, ότι μπορούν και πρέπει να προσδώσουν στην επέμβαση συγκεντρωτικό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει για να είναι σωτήρια»[xxix].

Καθώς υποστηρίξαμε ήδη, η προταθείσα από τον Καποδίστρια λύση της προγενέστερης συνδιαλλαγής, υιοθετήθηκε, ύστερα από 130 περίπου χρόνια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών σαν διαδικασία διευθετήσεως των διεθνών διαφορών [xxx]. Αυτά, σε πολύ γενικές γραμμές [xxxi], υπήρξαν τα πολιτικά σχέδια του Καποδίστρια για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης. Η πίστη του στο Διεθνές Δίκαιο, η εμμονή του στην πολιτική της αυτοδιαθέσεως των λαών, η προ­σήλωσή του στη συνταγματική νομιμότητα και η αποστροφή του για την ύπαρξη μόνιμων στρατευμάτων, συντέλεσαν ουσιαστικά στην κάμψη της απολυταρχικής τακτικής των μεγάλων Δυνάμεων στα δύ­σκολα χρόνια της παλινορθώσεως.

 

Παύλος Β. Πετρίδης

Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Υποσημειώσεις


[i] Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, (18 σελίδες), παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ερευνών μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο τμήμα πολιτι­κών υποθέσεων, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Μέρη του υπομνήματος αυτού δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδη. Η διπλωματική δράσις του Ιωάν­νου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 101-103 και στη μελέτη του ίδιου, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ. 53-54.

[ii] Το υπόμνημα αυτό, της 29ης Ιουλίου, παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε στους φα­κέλους των Αρχείων της Βιέννης, τμήμα πολιτικών υποθέσεων, ό.π. Αποσπάσματα αυ­τού του εγγράφου χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη μας, «Ο Μέττερνιχ ανάμεσα στον Καποδίστρια και τον Τσάρο Αλέξανδρο – Ένα απόρρητο υπόμνημα του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν από τα Αρχεία της Βιέννης», στη Μνημοσύ­νη (1978).

[iii] Βλ. την πρόσφατη εργασία του Ζ.Ν. Τσιρπανλή, «Υπομνήματα και εκθέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια (1809-1822) (προβλήματα και έρευνα)», Επ. Επετ. Φιλ. Σχ. Παν. Ιωαννίνων, 6 (1977), σ. 99-134. Για περισσότερα βλ. την μελέτη μας, «Βιβλιογραφία Ιω­άννη Καποδίστρια (1776-1831)», στο  Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας.

[iv] Βλ. την εργασία του W. Oechsli, «Lebzeltern und Capo d’Istria in Zürich», Festg. z. Ehren M. Büdingers (1898), σ. 431-447. Επίσης, W. Oechsli, Die Verbündeten und die Schweizerische Neutralität im Jahre 1813, Zürich, 1898, σ. 39-41 – Ε. LévisMirèpoix, Mémoires et papiers de Lebzeltern, Paris, 1949, σ. 273-291 – Π. Πετρίδη, «H συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 14 (1977).

[v] Η έκθεση αυτή, της 24ης Νοεμβρίου 1813, που βρέθηκε από μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16, Berichte aus der Schweiz (K. 312), παρα­μένει ανέκδοτη. Μια παράγραφος μόνο χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vi] Βλ. την ανέκδοτη αυτή έκθεση – επιστολή στα Αρχεία Βιέννης στο φάκελο Actenstücke betreffend die Schweiz, Fol. 4-13! Αποσπάσματα αυτού του σημαντικού εγ­γράφου αξιοποιήθηκαν στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vii] Βλ. σχετικά Αρχεία Βιέννης, Schweiz 1813-14 (Κ. 311) Ι-ΙΙΙ – Actenstücke bettrefent die Schweiz (Κ. 312) – Schweiz II 1813-16. Επίσης, W. Oechsli, «Lebzeltern», ό.π., σ. 280-291 – P. Kasser, «Der Durchmarsch der Alliirte durch die Schweiz im Winter 1813 auf 1814», Schw. Kriegsgeschichte. 9 (1912), σ. 36-38 – G. Steiner, «Der Bruch der schweizerichen Neutralität im Jahre 1813», Basler N. jahrsblatt (1924), σ. 100-103 – W. Oechsli, «Der Durchzug der Alliirten durch die Schweiz», N. jahrsblatt d. Waisenhauses (1908), σ. 15 κ.ε.

[viii] Π. Πετρίδη, «Η συμβολή», ό.π.

[ix] Βλ. τις εκθέσεις αυτές στα Αρχεία Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16 (Κ.
312), Berichte aus der Schweiz, Fol. 1-55.

[x] To μεγαλύτερο μέρος της διπλωματικής αλληλογραφίας της σχετικής με τη διαπραγμάτευση των ελβετικών υποθέσεων παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία της Βιέννης στο φάκελο Berichte aus der Schweiz (Κ. 312), Fol. 18-104. Σημαντικότατες νότες του Καποδίστρια για τα ελβετικά ζητήματα δημοσιεύτηκαν από τους E. Lévis-Mirèpoix, Une mission diplomatique austro-russe en Suisse, 1931, σ. 46-48, 53-55 – S. Lascaris, Capodistrias avant le Révolution Grecque, Lausanne, 1918, α 44,46,47-51,51-52,57. Βλ. επίσης στις εκδόσεις της VPR (Vnesnjaja Politika Rossii, XIX i nacala XX veka), τ. 8, σ. 81-85,111-112και 204-206.

[xi] Π. Κ. Ενεπεκίδης, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 ανέκδοτα γράμματα προς τον πατέρα του, 1809-1820, Αθήναι, 1972, σ. 182.

[xii] Βλ. τα σχετικά υπομνήματα του Καποδίστρια στα Αρχεία Βιέννης, στους φακέ­λους St. Κ. Wiener Kongressakten, Fsz. 9 και 23.

[xiii] Π. Πετρίδης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ.37-54.

[xiv] Η έκδοση του υπομνήματος αυτού, στα γαλλικά, στου G.H. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1851/55, τ. 4, σ. 735-739.

[xv] A. Papermann, Diplomatische Geschichte, τ. 2, σ. 444-451 – R. Flassan, Der Wiener Kongress, x. 2, σ. 116-118 – F. Berber, Lehrbuch des Völkerrechts, 1960, τ. I, σ. 140 – Α. Nussbaum, Geschichte des Völkerrechts, 1954, σ. 205.

[xvi] G.H. Pertz, Das Leben, ό.π., τ. 4, σ. 444, 454 – τ. 5, σ. 37 επ., 50,51. Βλ. επίσης στο VPR, τ. 8, σ. 570-571 ένα σχέδιο πρωτοκόλλου για τα γερμανικά ζητήματα που παρου­σίασε ο Καποδίστριας στους πληρεξούσιους αντιπροσώπους των συμμάχων Δυνάμεων.

[xvii] Βλ. στα Αρχεία Βιέννης, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Βλ. επίσης την «Aperçu des idées de l’ Empereur sur les affaires d’Allemagne» (21-11-1819) στου Ch. Webster, The Forein Policy of Castlereagh, 1963, τ. 2, σ. 193-194.

[xviii] «Memorandum de M. Capo d’ Istria, ministre de Russie, 28 (18) juillet 1815», στου Angeberg, Le Congrès de Vienne, Paris, 1863, τ. 2, σ. 1470-1476. H αξιοποίηση του υπομνήματος αυτού στου Π. Πετρίδη, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η αντιμετώπιση των γαλλικών υποθέσεων από το Διευθυντήριο των Δυνάμεων 1815-1818», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 13 (1976), σ. 34-39.

[xix] Π. Πετρίδης, ό.π., σ. 42.

[xx] Ό.π., σ. 43.

[xxi] Η σημαντική διπλωματική αλληλογραφία Καποδίστρια -Πότσο ντι Μπόργκο δη­μοσιεύθηκε -κατά μεγάλο μέρος- στου C. Pozzo di Borgo, Correspondance diplomatique duComte Pozzo di Borgo et du comte de Nesselrode (1814-18), Paris 1890,97 βλ. ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο, σ. 395-504 και στον δεύτερο σ. 94-566. Οι περισσότερες επιστολές δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμη σε ευρύτερη εργασία.

[xxii] R. Cisternes, Le Due de Richelieu, son action aux Conférences d’Axi la Chapelle, Paris, 1895, σ. 91.

[xxiii] C. Grünwald, Alexandre ler, le Tsar mystique, Paris, 1955, σ. 249.

[xxiv] Εκτός από τα σημαντικότερα υπομνήματα και τις εκθέσεις του για τα ελβετικά, τα γερμανικά και τα γαλλικά ζητήματα, ο Καποδίστριας συνέταξε σημαντικότατα έγγραφα με αντικείμενο την κατάσταση και την εξέλιξη των πολωνικών, των ισπανικών και
των επτανησιακών υποθέσεων. Για τα υπομνήματα αυτά βλ. αναλυτικά (Αρχείο, Έκδοση, και Βιβλιογραφία) την εργασία μας «Βιβλιογραφία Ιωάννη Καποδίστρια 1776-1831»,στο Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας (έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.).

[xxv] Βλ. αντί άλλων Ε. Molden, Zur Geschichte des österreichisch russischen Gegen­satzes. Die Politik der europäischen Grossmächte und die Aachener Konferenzen, Wien, 1916, σ. 51-167.

[xxvi] Αρχεία Βιέννης, Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, ό.π.

[xxvii] Ό.π., Gesandtschaftsarchive, Kongresse von Troppau und Laibach (K. 60), Fol. 12-16.

[xxviii] Ό.π., St. K. Kongressakten, Troppau, Fsz. 38, Fol. 28-35. Αποσπάσματα αυτής της εγκυκλίου δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 103-106.

[xxix] Το σημαντικότατο αυτό υπόμνημα παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία Βιέννης, St. Κ. Kongressakten, Troppau 1820, Fsz. 38, Fol. 32-48· αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 109-112.

[xxx] Π. Πετρίδη, «Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια (1814-21)», Δελτ. Ε.Β.Ε.Θ. (1976), σ. 12. Η γενική ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια, με πλήρη αξιο­ποίηση των πηγών που βρέθηκαν και βρίσκονται στα ξένα αρχεία, θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας πληρέστερης και ευρύτερης εργασίας μας.

[xxxi] Εκτενέστερα για την ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια στα χρόνια της παλι­νόρθωσης, βλ. Π. Πετρίδης, Η ευρωπαϊκή πολιτική του I. Καποδίστρια, Θέσεις και προ­τάσεις για μια προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη 1814-1821, Αθήνα (1988).

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

    

Read Full Post »

Άργος  


 

Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

 

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

 

Ιστορικοί Χρόνοι

 

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

 Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.  
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

 [1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

 

Read Full Post »