Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ζωγράφος’

Καρύμπακα Αργυρώ | Γλύπτρια- Ζωγράφος


 

 

Η Αργυρώ Καρύμπακα γεννήθηκε στην Πάτρα από γονείς Αρκάδες. Σπούδασε Γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Μιχάλη Τόμπρο και στο σχέδιο τον Γιάννη Μόραλη (1952-1957). Ταυτόχρονα, σε αυτά τα χρόνια, στο εργαστήριο του αγγειοπλάστη Γιάννη Δελαβίνια στο Μαρούσι, έμαθε την τέχνη της τερακότας και στο σχεδιαστήριο του Παύλου Πατρινού, αρχιτεκτονικό σχέδιο. Έκανε σχέδια σε βιβλία του Γιάννη Νεγρεπόντη και συνεργάστηκε μαζί του στην έκθεσή της με θέμα «Γυναίκες στις Νέες Μορφές», όπου και παρουσίασε μελοποιημένα ποιήματά του από την σειρά «Φεμινιστικά». Επίσης παρουσιάστηκαν σχέδια με κεντήματα που εξέθεσε η αδελφή της Μαρία Ολυμπίου στην Σχολή Μαρούδα, καθώς και σχέδια για ασπροκεντήματα κοφτά που τα εξέδωσε σε βιβλίο. Συνεργάστηκε σε αρκετές ταινίες της Φίνος Φίλμς.

 

 Αργυρώ Καρύμπακα

Αργυρώ Καρύμπακα

 

Υλικά που μεταχειρίζεται στην Γλυπτική είναι πηλός (τερακότα), τσιμέντο, γύψο, πέτρες, μάρμαρο, ξύλο, φύλλο χαλκού και μπρούντζου αλλά κυρίως διάφορες πέτρες της Αίγινας όπου έμεινε τον περισσότερο καιρό από το 1968 έως το 1991. Οι πέτρες είναι το υλικό που αγάπησε πιο πολύ από όλα.

Από το 1991 ζει και δημιουργεί στο Κιβέρι Αργολίδας όπου πέρασε και τα καλοκαίρια των παιδικών της χρόνων. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, στο Μουσείο Βορρέ, στην Εθνική Πινακοθήκη κ.α.

Είναι μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και σύμβουλος του Συλλόγου Γλυπτών Ελλάδας. Την δουλειά της χαρακτηρίζει ο ανθρωποκεντρισμός. Πιστεύει στην επικοινωνία του έργου τέχνης με τον άνθρωπο.

«Με μαγεύει το πορτρέτο, γιατί μέσα από ένα πρόσωπο αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος, είναι ο κόσμος ενός ανθρώπου, ο οποίος γράφεται, βγαίνει στο πρόσωπό του» αναφέρει για τις πηγές της έμπνευσής της. «Σ’ όλη μου τη ζωή παρατηρώ πρόσωπα. Αναπαριστώ επίσης ανθρώπινες στιγμές, όπως τη μαμά με το παιδί, στιγμές από την καθημερινότητα, την αληθινή ζωή, αυτά είναι η ουσία». 

Έχει πάρει μέρος σε 49 ομαδικές εκθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Επίσης έχει κάνει 29 ατομικές εκθέσεις Γλυπτικής, Ζωγραφικής και μεικτές.

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, χάραξη σε ατσάλι.  J.J. Wolfensberger (1797-1850), 1844.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Το Παλαμήδι είναι οικοδομημένο σε ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας σε ύψος 216μ. Για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλαμβάνεται από του Τούρκους μέχρι το 1822, οπότε περιέρχεται στα χέρια των Ελλήνων.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ζωγραφικοί πίνακες του Ναυπλίου, φιλοτεχνημένοι από μεγάλους ζωγράφους


 

«…Ποσειδάωνι δε κούρη

πριν ποτ’ Αμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα

Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

(Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, στ. 138)

Έτσι δημιουργήθηκε το πολυθρύλητο Ναύπλιο. Στους πίνακες που παραθέτουμε θα δείτε την «μαγική πόλη» όπως την είδαν σπουδαίοι ζωγράφοι, αναγνωρισμένοι διεθνώς.

[ Μια πόλη γλυκιά, χωρίς ραθυμία, με παραδόσεις, μια πόλη με πολλούς λάτρεις της ομορφιάς της, που η ιστορία της γνώρισε πραγματικά «τον κόσμο ολόκληρο…» μια ευχάριστη πόλη που απλώνεται γύρω από το πανέμορφο ιστορικό κέντρο της ]. 

 Ας γνωρίσουμε τους πίνακες του Νίκου Χατζηκυριάκου- Γκίκα, του Φώτη Κόντογλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Αγήνωρος Αστεριάδη, του Σπύρου Βασιλείου, του Πάρι Πρέκα, του Γιώργου Μανουσάκη, της Μαρίας Πώπ και της Ντιάνας Αντωνακάτου που ζωγράφισε το Ναύπλιο με το δικό της ύφος και το πάθος ενός μεγάλου καλλιτέχνη κι ας αφήσουμε την ψυχή μας να περιπλανηθεί στις ντάπιες του κάστρου, στα πλακόστρωτα στενά του, στα σκαλωτά δρομάκια του, στις γωνιές με τις γαζίες και τ’ αγιοκλήματα.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης, «Ναύπλιο», Λάδι σε μουσαμά – Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου.

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994), «Ναύπλιο 1958», Λάδι και gouache σε χαρτόνι.

Φώτης Κόντογλου (1895-1965), «Ναύπλιο 1926», Υδατογραφία.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), Τέμπερα σε χαρτί.

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), «Σπίτια στο Ναύπλιο 1927», Νερομπογιά σε χαρτί.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), «Ακροναυπλία».

Γιώργος Μανουσάκης, «Το σπίτι του Αρμανσμπεργκ στο Ναύπλιο 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Σπύρος Βασιλείου (1902-1985), «Ιστιοφόρο Μαρία», Λάδι σε μουσαμά.

Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

Μαρία Πωπ, «Κυριακή πρωί στο Ναύπλιο 1980», Λάδι σε ξύλο.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Γιώργος Μανουσάκης, «Σπίτια στο Ναύπλιο, 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες

Προσωπογραφία του Βασίλη Γούδα έργο του  Louis Duprè. Ο Βασίλης Γούδας ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1779 και απεβίωσε στην Αθήνα το 1845, φέροντας το βαθμό του αντιστράτηγου.

 

Πορτραίτο του Βασίλη Γούδα, έργο του ζωγράφου Louis Dupré.

 

 

Τον Βασίλη Γούδα, γραμματέα και υπαρχηγό του Μάρκου Μπότσαρη,  ο Duprè γνώρισε το 1828, όταν ο αγωνιστής είχε μεταβεί στην Γενεύη για να αποθεραπεύσει τα τραύματά του.  Καθισμένος με τα γόνατα σταυρωμένα, κρατώντας τη μακριά πίπα, ο Γούδας εικονίζεται λίγο νεότερος από ό,τι είναι και χωρίς τα ίχνη της πρόσφατης δοκιμασίας του. Καπνίζει και σκέπτεται […] ο θεατής συγκρατεί ως ακραία και διαρκή εντύπωση τη σύνθεση της οξύτητας και του βάθους που έχουν τα μάτια του. Η προσωπογραφία είναι έργο των αρχών της τελευταίας περιόδου του καλλιτέχνη.

Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Dupré Louis – Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821


 

Ο Γάλλος ζωγράφος Λουί Ντυπρέ (1789-1837), επισκέπτεται την Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1819, διατρέχει την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού, συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου φτάνει  στο Βουκουρέστι. Ζωγραφίζει πρόσωπα, τοπία, ιστορικές και θρησκευτικές σκηνές. Τα έργα του από την Ελλάδα δημοσιεύθηκαν το 1825 στο μνημειώδες εικονογραφημένο ταξιδιωτικό χρονικό, Voyage à Athènes et à Constantinople, με υπότιτλο,  ou collection des portraits, de vues et costumes grecs et ottomans = Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη, μια συλλογή από πορτραίτα, τοπία, ελληνικές και οθωμανικές ενδυμασίες.

Το λεύκωμα περιλαμβάνει μια και μόνη πολεμική σκηνή με τίτλο «Ο Νικολάκης Μητρόπουλος* υψώνει τη σημαία με το σταυρό στο φρούριο των Σαλώνων».

* Μητρόπουλος Νικολάκης, αγωνιστής του 1821, Ζάτουνα Γορτυνίας.

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

 

Ο Δρ Μανώλης Βλάχος στο, Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994, γράφει – αναλύει  τη σκηνή:

Η μορφή του αγωνιστή, που έπειτα από σκληρή μάχη κατορθώνει να υψώσει την ελληνική σημαία στα τείχη των Σαλώνων, προβάλλεται πολύ περισσότερο από το πολεμικό επεισόδιο, έχει δε φιλοτεχνηθεί με την έμφαση και την επιμέλεια που ο ζωγράφος επιφυλάσσει στο πορτραίτο. Το γεγονός, εντούτοις, ότι ο άνδρας εικονίζεται στο περιβάλλον της μάχης επιτρέπει να θεωρηθεί η παράσταση πολεμική σκηνή.

Ο ζωγράφος σημειώνει στο οδοιπορικό του: «Θα έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω έναν από τους ήρωες που έστησαν επάνω στα τείχη αυτά τη σημαία του σταυρού». Ως παρουσίαση νοείται μόνον η ζωγραφική σύνθεση, διότι ο Μητρόπουλος δεν αναφέρεται πουθενά αλλού.

Τον αγωνιστή, εντούτοις, ο καλλιτέχνης γνώρισε στη Ρώμη το 1824, από τον οποίο και έμαθε τη διεξαγωγή της μάχης. Η γνωριμία αυτή είναι ο λόγος που έκαμε τον Dupre να περιλάβει στο λεύκωμα τη μοναδική ιστορική σκηνή από την Επανάσταση· το γεγονός, δηλαδή, ότι διέθετε έναν από τους συντελεστές του Αγώνα και την προσωπική γνώση του τόπου.

Θα παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι ο ζωγράφος περιόρισε την παράσταση του επεισοδίου στην προσωπογραφία κυρίως του Μητρόπουλου και σε μια υποτυπώδη δήλωση του χώρου. Δεν πρέπει να λησμονηθεί, ακόμη, ότι η απαίτηση της προσωπικής μαρτυρίας απέκλεισε από το λεύκωμα σπουδαιότερες μάχες και πολύ γνωστότερους αγωνιστές. Η πρώτη εντύπωση από τον πίνακα είναι ότι περιγράφει την τελευταία φάση της μάχης· τη δραματική άνοδο του σημαιοφόρου στις επάλξεις του φρουρίου, για να στήσει εκεί τη σημαία. Η παράσταση όμως θα μπορούσε να ερμηνευθεί και αντίστροφα: πρόθεση του καλλιτέχνη ήταν να απεικονίσει προπάντων τη μορφή του πολεμιστή, η οποία κατ’ ανάγκην επέσυρε και το ανάλογο περιβάλλον.

Αν και η μάχη ήδη έχει κριθεί, στις επάλξεις η συμπλοκή συνεχίζεται. Ανάμεσα στους νεκρούς του πρώτου επιπέδου, που κείτονται στις βαθμίδες, και τους άνδρες που πολεμούν στο βάθος ορθώνεται ο σημαιοφόρος. Τα πόδια του πατούν το πτώμα και τα όπλα ενός Τούρκου, με το αριστερό χέρι κρατά τη σημαία ενώ με το δεξί του σφίγγει το σπαθί. Στο λαβωμένο πρόσωπο, καθώς αιφνίδια στρέφεται στο θεατή, διαγράφεται η αποφασιστικότητα, η βίαιη έξαρση του πολέμου και η ικανοποίηση της νίκης.

Η προσεκτική θεώρηση του έργου αποδεικνύει ότι ο ζωγράφος, πέρα από τους εμφανείς προσωπογραφικούς στόχους, θέλησε να επισημάνει τη σπουδαιότητα του ιστορικού γεγονότος και να το προτείνει ως σύμβολο της Επανάστασης. Η οργάνωση της σύνθεσης και η λειτουργία των διαφόρων θεματικών ή μορφολογικών στοιχείων, που δρουν ως επί μέρους σύμβολα, εκεί κατατείνουν. Το σύνολο σχεδόν του θέματος – ο Μητρόπουλος, η σημαία και οι δύο νεκροί, ο Έλληνας και ο Τούρκος – περιέχεται στη θαυμάσια διαρθρωμένη πυραμίδα, η οποία ενώ εγκλείει εντονότατη δράση, συγκρατεί στέρεα την ισορροπία του σχήματος.

Ο ιστός της σημαίας χωρίζει την παράσταση σε δύο άνισα ορθογώνια, το αριστερό και ευρύτερο όπου επικρατεί ο πυρετός της μάχης, και το δεξιό που καταλαμβάνεται ολόκληρο από τον νεκρό Έλληνα. Η κατακόρυφος του ιστού αποτελεί το όριο πέρα από το οποίο η συμπλοκή δεν επεκτείνεται αλλά απωθείται προς τα αριστερά, προκειμένου να εκτεθεί με άνεση ο μαχητής που πέθανε σφίγγοντας την άκρη της σημαίας στο στήθος του. Το πρόσωπό του και το πρόσωπο του Μητρόπουλου, καθώς εντάσσονται στην ίδια ευθεία, αποτελούν δύο όψεις του αγώνα για την ελευθερία· τη θυσία και τη νίκη.

Η ιδέα επαναλαμβάνεται από τα σπαθιά των δύο Ελλήνων. Η επιτυχής έκβαση της μάχης δηλώνεται και από το ότι ο ιστός, με το σταυρό στην κορυφή, πατά, εάν προεκταθεί, επάνω στο σαρίκι του νεκρού Τούρκου. Η λειτουργία της σημαίας στη σύνθεση είναι ευρύτερη: κατ’ αρχήν, οι μεγάλες καμπύλες που σχηματίζονται από τον βίαιο άνεμο εγκαθιστούν το ιδεώδες πλαίσιο προβολής του Μητρόπουλου, αυξάνουν την ένταση και προοιωνίζονται το θρίαμβο, αποτελούν όμως και ισχυρές ανασταλτικές ωθήσεις προς τα αριστερά, δυσχεραίνουν την ανάβαση του σημαιοφόρου και τον υποχρεώνουν να εντείνει την προσπάθειά του.

Με το σώμα ολόκληρο – τον τεράστιο λοξό άξονα – φαίνεται να στηρίζει με δύναμη τη σημαία και να σφαλίζει την κατακόρυφο. Θα επισημανθεί ακόμη η δημιουργία του σχήματος S, που προκύπτει από τις καμπύλες της σημαίας και την παρυφή της φουστανέλας, στο οποίο φαίνεται να εγγράφεται η μορφή του. Εμφανής είναι η κλασική αντίληψη που διέπει τον πίνακα σε ό,τι αφορά την οργάνωση των διαφόρων στοιχείων του, αλλά και η ρομαντική διάθεση από την οποία διαπνέεται, ιδιαίτερα αισθητή στην ηρωική έξαρση που χαρακτηρίζει τη μορφή του σημαιοφόρου.

Το έργο, σύμβολο της εξέγερσης του ελληνισμού, «εικονογραφεί» κατάλληλα τη φράση του Dupre: «Σήμερα, το έθνος αυτό, οργισμένο από το μέγεθος της συμφοράς και εμπνεόμενο από τη μνήμη και το μίσος, ορθώθηκε για να πολεμήσει το δυνάστη και να ξεπλύνει στο αίμα τη μακροχρόνια και ωμότατη προσβολή». Η διττή φύση του έργου παραπέμπει έμμεσα στους πόλους των επιδράσεων που έχει δεχθεί τούτο. Ως σύνολο, η παράσταση φαίνεται μάλλον προσωπική σύνθεση του καλλιτέχνη. Εντούτοις, τα επί μέρους στοιχεία έχουν άμεση σχέση με την πολεμική εικονογραφία της εποχής. Ο κύκλος του David και οι ρομαντικοί, με επικεφαλής τον Delacroix, ασφαλώς συνέβαλαν στη δημιουργία του έργου. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »