Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θουκυδίδης’

Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό»

 

Ο Θουκυδίδης, ο αντικειμενικότερος όλων των ιστορικών της αρχαιότητας, στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του, αμέσως μετά τον περίφημο Επιτάφιο του Περικλή, που αποτελεί έναν ύμνο στην αυτοπεποίθηση της πόλης, ένα εγκώμιο στη δύναμή της,  περιγράφει το διαβόητο λοιμό που ξέσπασε ξαφνικά στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το καλοκαίρι του 430 π.Χ., ενώ οι Πελοποννήσιοι είχαν εισβάλει στην Αττική. Ο λοιμός αυτός ήταν μια καταστροφική επιδημία που κράτησε αρχικά δύο χρόνια και κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της αρχαίας Αθήνας μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ.  Έπειτα από μία μικρή περίοδο ύφεσης η επιδημία εμφανίστηκε ξανά το χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Θουκυδίδη επρόκειτο για άκρως μεταδοτική νόσο, που έπληττε τους ανθρώπους και τα ζώα. Όσοι προσβάλλονταν και διέφευγαν το θάνατο είχαν πλέον ανοσία. Χιλιάδες Αθηναίοι όμως βρήκαν φρικτό θάνατο. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία. Ο Περικλής, ο ηγέτης που σηματοδότησε εκείνη την εποχή, ήταν ένας από τους χιλιάδες πολίτες που υπέκυψε χτυπημένος από τη νόσο. Και ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας και των στρατιωτικών του στόλου και της ξηράς πέθανε κατά τη διάρκεια του λοιμού. Αυτή ήταν και μία, ίσως η κυριότερη, από της αιτίες της ήττας των Αθηναίων από τη Σπαρτιατική Συμμαχία στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αφού μετά το λοιμό την εξουσία στην πόλη ανέλαβαν διάφοροι αντικαταστάτες, τους οποίους ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει ως ανίκανους και αδύναμους. Η Αθήνα που εγκωμιάζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» υπέκυψε στο λοιμό.  Η θέα των αναρίθμητων νεκρικών πυρών στην πόλη έκανε τους Σπαρτιάτες να αποχωρήσουν για να αποφύγουν την επιδημία.

 

Λοιμός σε αρχαία πόλη, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Μίχιελ Σβέιρτς (Michiel Sweerts, 1618-1664), 17ος αιώνας, Los Angeles County Museum of Art (LACMA). Ο πίνακας θεωρείται ότι αναφέρεται στο λοιμό της Αθήνας ή έχει στοιχεία από αυτόν.

 

Ο Θουκυδίδης, ζώντας ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου και με την εμπειρία του ανθρώπου που νόσησε ο ίδιος, αφιερώνει  στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του εννέα κεφάλαια (Θουκ. ΙΙ 2.47-255) στον πρωτοφανή λοιμό που έπληξε την πόλη – κράτος της Αθήνας.

Ο ιστορικός, θέλοντας μεταξύ άλλων να είναι η μαρτυρία του και πρακτικά χρήσιμη, αν τυχόν εμφανιζόταν και πάλι κάποια ανάλογη επιδημία, περιγράφει με  λεπτομέρειες τα συμπτώματα και την εξελικτική της πορεία, καθώς και τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε στην τότε αθηναϊκή κοινωνία. Αναφέρει την πορεία που ακολουθούσε η νόσος, τα εξωτερικά και εσωτερικά συμπτώματα, τα γενικά χαρακτηριστικά της, τις επιπτώσεις της στην κοινωνική συνοχή και την κατάρρευση των ηθικών φραγμών και αξιών που επέφερε ο λοιμός. Στην Αθήνα επικράτησε το χάος και η αβεβαιότητα. Τα ήθη χαλάρωσαν και επικράτησαν ανόσιες και παράνομες συμπεριφορές από τους ανθρώπους. Έβλεπαν ότι η ζωή τους είναι πρόσκαιρη, εφήμερη και αδιαφορούσαν για τα όσια και την εντιμότητα ακόμα και για τους νόμους των θεών, όπως αναφέρει ο ιστορικός. Εγκατέλειψαν ακόμα και την ελπίδα στους θεούς, άφηναν τη φαντασία τους να εξυφαίνει σενάρια συνωμοσίας. Κατηγορούσαν τον Περικλή για τα δεινά τους, ενώ συνωμοσιολογίες, προφητείες και χρησμοί ήρθαν στην επικαιρότητα και στις καθημερινές συζητήσεις.

Η βιωματική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη είναι από τα συγκλονιστικότερα χωρία της συγγραφής του. Ανεξάρτητα από την όποια επιστημονική αξία της περιγραφής, βέβαιη είναι η λογοτεχνική της αξία, αφού η περιγραφή αυτή αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών, ένα θέμα που άσκησε ιδιαίτερη έλξη στη λατινική και στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το κείμενο του Θουκυδίδη για τον λοιμό στην αρχαία Αθήνα είναι ακόμα ζωντανό και επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας. Ας την παρακολουθήσουμε σε μετάφραση Ε. Λαμπρίδη ελαφρώς διασκευασμένη:

 

«Πριν  περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική οι Λακεδαιμόνιοι, πρωτοφανερώθηκε στην Αθήνα αρρώστια, που λένε πως έπεσε άλλοτε και σε πολλούς τόπους, όπως γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. Οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, ενώ πέθαιναν και οι ίδιοι σε μεγαλύτερη αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν. Κάθε άλλη ανθρώπινη τέχνη κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς και τα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια ήταν όλα του κάκου. Στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.

Η αρρώστια ξεκίνησε, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά.

Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά. Οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες, γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες στον Πειραιά. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία και τότε πέθαιναν πολύ περισσότεροι. 

Ο καθένας, λοιπόν, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, λέει γι’ αυτό όσα ξέρει, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, και αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές, για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή σε μια κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν και από τι συμπτώματα θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από πριν, ώστε να μην τα ‘χει εντελώς χαμένα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, γιατί την πέρασα κι εγώ ο ίδιος και είδα πολλούς άλλους που υπέφεραν απ’ αυτή.

… Όσους δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, κοκκίνιζαν τα μάτια τους και ερεθίζονταν πολύ, άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, και η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· Έπειτα άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα και σε λίγο το πάθημα κατέβαινε στο στήθος με δυνατό βήχα. Και, όταν έφτανε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή. Έβγαινε χολή από το στόμα και μάλιστα με δυνατούς πόνους. Μετά τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερα’ από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες.

Όποιον άρρωστο άγγιζες απ’ έξω, το κορμί του δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές. Από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοιο πυρετό, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο  ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ένιωθαν την πιο μεγάλη ανακούφιση, αν μπορούσαν να ριχτούν μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει, έπεφταν μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα και όσο νερό κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να την σβήσουν.

Πάνω απ’ όλα όμως τους βασάνιζε η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα τους, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στην οξεία φάση της, δε αδυνάτιζε, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Οι περισσότεροι πέθαιναν ύστερα’ από εφτά ή εννιά ημέρες από τον ψηλό πυρετό, χωρίς να έχει εξαντληθεί εντελώς η δύναμή τους.

Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, όπου προκαλούσε έλκος, τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια και πέθαιναν οι περισσότεροι σ’ αυτό το δεύτερο στάδιο από την  εξάντληση. Η αρρώστια διαπερνούσε όλο το σώμα. Ξεκινούσε από το κεφάλι, κατέβαινε σ᾽ ολόκληρο το σώμα και, αν κανείς άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Άλλοι  πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους. Ενώ δηλαδή άντεξαν την αρρώστια στην αρχή, ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.

Η μορφή της αρρώστιας ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψει κανείς και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαριά απ’ όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση. Ότι δεν ήταν καμιά από τις συνηθισμένες αρρώστιες, φανερώθηκε κι από το γεγονός ότι τα όρνια και τα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινη σάρκα, παρόλο που είχαν μείνει πολλά κορμιά άταφα, δεν τα πλησίαζαν, ή, αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά.  Παρουσιάστηκε μάλιστα καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια, ενώ τα σκυλιά, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο, έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς αυτό.

Αυτά ήταν γενικά τα χαρακτηριστικά της αρρώστιας, αν και παραλείπω πολλά ασυνήθιστα συμπτώματα που διαφέραν από περίπτωση σε περίπτωση. Καμιά άλλη από τις συνηθισμένες αρρώστιες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό. Γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτη εδώ. Οι άνθρωποι πέθαιναν, άλλοι χωρίς περιποίηση και άλλοι, παρόλο που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Δε βρέθηκε κανένα γιατρικό αυτής της αρρώστιας που να βοηθήσει τον άρρωστο, αν του το ‘δινε κανείς. Γιατί  ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο χειροτέρευε τον άλλον και καμιά ανθρώπινη κράση, είτε ήταν πολύ δυνατή είτε τόσο αδύνατη, δε φάνηκε από μόνη της άξια ν’ αντισταθεί στην αρρώστια, ώστε να μην την πιάσει το κακό. Τους σάρωσε όλους, ακόμα κι εκείνους που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής.

Χειρότερο απ’ όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε. Η ψυχική τους κατάσταση γύριζε στην απελπισία, αφήνονταν πολύ περισσότερο από την αρχή και δεν αντιδρούσαν. Τη μεγαλύτερη φθορά όμως την προξενούσε τούτο: Καθώς ο ένας περιποιόταν τον άλλον, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα. Αν πάλι δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κι έρημοι. Έτσι άδειασαν  πολλά σπίτια, γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει. Εκείνους πάλι που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει, γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους άρρωστους αγαπημένους τους, τους τσάκιζε η αρρώστια.

Στο τέλος ακόμα και οι συγγενείς παράτησαν τα μοιρολόγια των πεθαμένων αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά.  Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια και είχαν σωθεί, σπλαχνίζονταν περισσότερο τους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους και δε φοβούνταν. Ήξεραν τί σημαίνει η αρρώστια, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν πια φόβο. Η αρρώστια δεν πρόσβαλλε ποτέ τον ίδιο άνθρωπο δεύτερη φορά ή, αν τούτο συνέβαινε, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλοι μακάριζαν όσους είχαν σωθεί, και οι ίδιοι απ᾽ την μεγάλη χαρά για τη σωτηρία τους, είχαν την μάταιη ελπίδα ότι δεν θα πέθαιναν πια ποτέ από άλλη αρρώστια.

Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια, έμεναν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας πάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσα στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήταν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι από την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια.  Όλες οι κανονικές τελετές, που συνηθίζονταν άλλοτε στις κηδείες, έγιναν άνω–κάτω και έθαβαν τους νεκρούς όπως μπορούσε ο καθένας. Πολλοί κατάντησαν να κηδεύουν τους δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τους έλειπαν τα απαραίτητα, αφού τους είχαν πεθάνει τόσοι συγγενείς. Άλλοι αποθέταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κι έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κι έφευγαν γρήγορα.

Η αρρώστια έδωσε την κυριότερη αφορμή για παρανομίες και σε άλλα πράματα. Γιατί, βλέποντας κανείς πως η τύχη γύριζε γρήγορα, τολμούσε εύκολα να κάνει πιο φανερά τώρα εκείνα που πρωτύτερα τα έκανε κρυφά ή δεν τα έκανε καθόλου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κι έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία.  Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανένας πια δεν είχε όρεξη να κοπιάσει για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο, επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνει πριν το φτάσει.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη. Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το κέρδος με οποιοδήποτε μέσον και η ευχαρίστηση της στιγμής κατάντησε να θεωρείται και ωφέλιμο και σωστό. Ούτε ο φόβος των Θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν  πια. Έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν χωρίς διάκριση, δεν είχαν πια την αίσθηση για το τί ήταν ευσέβεια και τί δεν ήταν και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώσει από την αρρώστια, για να δώσει λόγο και να τιμωρηθεί για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία, που κρεμόταν κιόλας πάνω στο κεφάλι τους, ήταν πολύ βαρύτερη από κάθε άλλη κι έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάτι απ’ τη ζω.

Τέτοιες ήταν οι συμφορές που πάθαιναν οι Αθηναίοι. Μέσα στην πολιτεία πέθαιναν οι άνθρωποι κι έξω στην ύπαιθρο τα κτήματά τους καταστρέφονταν. Και μέσα στα βάσανά τους θυμήθηκαν και ένα χρησμό, που έλεγαν οι γεροντότεροι πως το τραγουδούσαν άλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, και μαζί μ’ αυτόν λιμός».  Και, όπως ήταν επόμενο, πολλές συζητήσεις άναβαν. Άλλοι υποστήριζαν πως δεν έλεγε ο στίχος «λοιμό» (επιδημία), αλλά «λιμό» (πείνα). Με όσα όμως δοκίμαζαν τότε επικράτησε η γνώμη, όπως ήταν φυσικό, πως η λέξη ήταν λοιμός (αρρώστια). Γιατί οι άνθρωποι εξηγούν ανάλογα με τα παθήματά τους.

Μου φαίνεται όμως ότι, αν καμιά φορά έρθει άλλος  Δωρικός πόλεμος και τύχει να πέσει πείνα, θα τον ερμηνεύουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση, δηλαδή όπως τους βολεύει.

Θυμήθηκαν ακόμα και ένα χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους, όταν ρώτησαν το θεό αν πρέπει να κηρύξουν πόλεμο και τους προφήτεψε πως, αν πολεμήσουν μ’ όλη τους τη δύναμη θα νικήσουν, και ότι ο ίδιος θα τους βοηθήσει. Γι᾽ αυτό και θεωρούσαν ότι τα όσα συνέβαιναν είχαν σχέση με τον χρησμό, γιατί η επιδημία άρχισε μόλις είχαν κάνει εισβολή οι Πελοποννήσιοι.

Η αρρώστια ήταν βαριά στην Αθήνα και σ’ άλλα μέρη με σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Στην Πελοπόννησο δεν έπεσε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν αξίζει τον κόπο να τις αναφέρει κανείς.  Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστια».

 

Η αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της ιατρικής. Στα χρόνια που πέρασαν οι μελετητές ανέπτυξαν αρκετές θεωρίες και ταύτισαν τον λοιμό με δεκάδες σύγχρονες ασθένειες, όπως χολέρα, ελονοσία, ευλογιά, τύφο, βουβωνική πανώλη, Ιλαρά, σύνδρομο τοξικού shock, ασθένεια του άνθρακα, αιμορραγικός πυρετός (Έμπολα), μηνιγγίτιδα, κακοήθη οστρακιά κ.α., χωρίς όμως να καταφέρουν να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Σήμερα είναι λογικό να συσχετίζει κανείς το λοιμό της Αθήνας με την πανδημία του κορονοϊού, που ταλαιπωρεί τις περισσότερες χώρες του πλανήτη μας, επειδή και ο λοιμός εκείνος είχε τα χαρακτηριστικά πανδημίας, αφού κατά τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε  από την Αιθιοπία, μεταδόθηκε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της Περσίας, δηλαδή απλώθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Αν και η ακρίβεια και η αξιοπιστία Θουκυδίδη δεν αμφισβητούνται, η κλινική εικόνα της περιγραφής του λοιμού δεν ταιριάζει σε καμία από τις σύγχρονες μορφές λοιμώξεων. Άλλωστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής, ώστε να δώσει έμφαση σε ορισμένα σημεία και συμπτώματα της νόσου, που να αποτελούν παθολογικά χαρακτηριστικά για συγκεκριμένες παθήσεις. Τόνισε απλώς τα στοιχεία που τον εντυπωσίασαν περισσότερο, ίσως σε βάρος άλλων. Εξ άλλου η ίδια νόσος είναι δυνατόν να μην εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα όπως στην αρχαιότητα.

Σίγουρα ο λοιμός του 5ου αιώνα π.Χ. δεν έχει σχέση με τη σημερινή πανδημία. Ο πολιτισμός δεν είχε βρει τον τρόπο να αναγνωρίζει μικρόβια και ιούς, όργανα δεν υπήρχαν εκτός από την παρατήρηση διά γυμνού οφθαλμού και η σημερινή τεχνολογία της ιατρικής ήταν αδιανόητη.

Και στο σημείο αυτό εμφανίζεται το ενδιαφέρον. Ενώ τα εργαλεία της Ιατρικής το 2020 απέχουν έτη φωτός απ’ αυτά του 5ου αιώνα π. Χ., η μέθοδος αναχαίτισης του εχθρού δεν αλλάζει. Η επιστήμη έχει χαρτογραφήσει τον ανθρώπινο οργανισμό, έχει υποσχεθεί την αθανασία με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό σαν τον κορονοϊό, καταφεύγει στα σχέδια αμύνης που είχαν εκπονήσει οι πρόγονοι των σημερινών επιστημόνων χιλιάδες χρόνια πίσω. Αποφύγετε τους συνωστισμούς και τις συναθροίσεις.

Αποφύγετε την κοινωνική συναναστροφή, η οποία, ενώ είναι προϋπόθεση επιβίωσης του καθενός μας, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μεταμορφώνεται σε απειλή. Αποφυγή του συνωστισμού εντός των τειχών τον 5ο αιώνα, αποφυγή συνωστισμών το 2020. Και όλα αυτά από την αδυναμία του ανθρώπου, όσο ισχυρός κι αν νομίζει ότι είναι, να αντιμετωπίσει κάτι που έρχεται έξω από αυτόν, μια καταστροφή που δεν κάνει διακρίσεις σε φύλλο, ηλικία, θρήσκευμα, οικονομικό και κοινωνικό status.

Το δίδαγμα που βγαίνει από τη σύγκριση της μικροβιακής επίθεσης τότε και σήμερα δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όλες τις λοιμώδεις νόσους και τους ιούς που μεταλλάσσονται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, ως πρώτοι κάτοικοι του πλανήτη χωρίς να παίρνουν την άδειά μας. Ο παντοδύναμος πολιτισμός μας, η εκπληκτικά εξελιγμένη τεχνολογίας μας τρέμει μπροστά σ’ έναν ιό, ο οποίος, όπως όλοι οι ιοί, θα εξουδετερωθεί μόλις τα εργαστήρια παράγουν το εμβόλιό του. Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί το εμβόλιο. Όλη η ανθρώπινη ευφυΐα και γνώση πολεμάει την πανδημία! Μυριάδες εργαστήρια, αναρίθμητοι επιστήμονες, μαζί και η τεχνητή νοημοσύνη, συνδυάζουν απειράριθμα στοιχεία για να τον τσακίσουν. Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν στην επόμενη στροφή του δρόμου! Ως τότε όμως οι άνθρωποι και οι «θεωρίες συνωμοσίας» δεν αλλάζουν.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας 

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Δημοσθένης (384-322 π.Χ.)


 

Δημοσθένης, ρωμαϊκό αντίγραφο, έργο του κατά τα άλλα άγνωστου γλύπτη Πολυεύκτου. Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg, Κοπεγχάγη, Δανία.

Δημοσθένης, ρωμαϊκό αντίγραφο, έργο του κατά τα άλλα άγνωστου γλύπτη Πολυεύκτου. Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg, Κοπεγχάγη, Δανία.

Δημοσθένης [1] πολιτικός και ρήτορας της αρχαιότητας. Ο Δημοσθένης Δημοσθένους Παιανιεύς γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα (384-322 π.Χ.) σε μια εποχή μεταβατική, με πολλά προβλή­ματα και αλλαγές, που οδήγησαν σε νέες μορφές ζωής. Ο πατέρας του ή­ταν εύπορος, ιδιοκτήτης δυο εργαστηρίων, όπου δούλευαν 70 δούλοι. Πέθανε όμως όταν ο Δημοσθένης ήταν 7 χρονών, και οι κηδεμόνες που άφησε (Άφοβος, Δημοφώντας, Θηριππίδης) κατασπατάλησαν την πε­ριουσία του, πράγμα που ανάγκασε το Δημοσθένη, όταν ενηλικιώθηκε να καταφύγει στα δικαστήρια, για να περισώσει ελάχιστα (1 τάλαντο περί­που) από τη σημαντική περιουσία, που άφησε ο πατέρας του (15 τάλα­ντα). Τα παιδικά του χρόνια λοιπόν δεν ήταν ανέμελα, και η εφηβεία του δύσκολη. Είχε όμως σιδερένια θέληση και κατόρθωσε να ξεπεράσει ακό­μα και τα φυσικά του ελαττώματα (ασθενική φύση, αδύναμη φωνή, βραδυγλωσσία).

Δάσκαλός του ήταν ο Ισαίος, από τον οποίο διδάχτηκε την αυστηρή νομική γλώσσα. Μελέτησε καλά τον Πλάτωνα και κυρίως τον Θουκυδίδη, από τον οποίο διδάχτηκε τη μέθοδο του ορθού λόγου, που τη χρησιμο­ποίησε αργότερα στην επιχειρηματολογία του και στην ερμηνεία των γε­γονότων, και γνώρισε την ιδανική εικόνα της Αθήνας του 5ου αι., που χα­ράχτηκε στην ψυχή του και σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε να την ξαναπλάσει, γιατί πίστεψε ότι η Αθήνα μπορούσε και όφειλε να γίνει ξανά, ό,τι ήταν τον περασμένο αιώνα.

Άσκησε για αρκετό καιρό το επάγγελμα του λογογράφου και σε ηλι­κία 30 ετών στράφηκε στην πολιτική (355 π.Χ.), έχοντας ήδη μεγάλη δι­κανική πείρα. Την εποχή εκείνη η άρχουσα τάξη της Αθήνας (η Αθήνα ποτέ δεν έπαψε να είναι δουλοκτητική κοινωνία) ήταν χωρισμένη στα δυο:[2]

Από το ένα μέρος το δημοκρατικό αντιμακεδονικό κόμμα. Το απο­τελούσαν έμποροι, ναυτικοί και βιοτέχνες, που είχαν συναλλαγές με τις πόλεις της Θράκης, του Ελλησπόντου και του Εύξεινου Πόντου και σκέ­φτονταν, ότι, αν τις καταλάμβανε ο Φίλιππος, θα έχαναν τις αγορές τους. Τους ακολουθούσαν μεσαία στρώματα του λαού, που δεν ήθελαν να έρθει ο Φίλιππος και να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, γιατί θα έχαναν και τα πολιτικά τους δικαιώματα και τους μισθούς (δικαστικό, εκκλησια­στικό, θεωρικά).

Ο Δημοσθένης αναδείχτηκε αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος με συνεργάτες τον Ηγήσιππο, τον Υπερείδη και το Λυκούργο. Από το άλλο μέρος το ολιγαρχικό μακεδόνικο κόμμα. Το αποτελούσαν οι ολιγαρχικοί, οι πλούσιοι και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες, που για να αντιμε­τωπίσουν τους φτωχούς και τους καταχρεωμένους αγρότες, οι οποίοι ζη­τούσαν «αναδασμό της γης» και «αποκοπή των χρεών» στράφηκαν στο Φίλιππο και επιδίωκαν με την υποστήριξή του να καταλύσουν το δημο­κρατικό πολίτευμα και να οργανώσουν με την ηγεσία του μια πανελλήνια εκστρατεία εναντίον της Περσίας. Έτσι θα εκμεταλλεύονταν τους απέ­ραντους πόρους της Ασίας και θα έστελναν εκεί τους άνεργους και πει­νασμένους ακτήμονες. Επικεφαλής του κόμματος αυτού ήταν ο Εύβουλος, ο Φιλοκράτης, ο Αισχίνης, ο Φωκίων, ο Μειδίας και ο Ισοκράτης ως θεωρητικός και ιδεολογικός εκπρόσωπος του κόμματος.

Ο Δημοσθένης σ’ όλη την πολιτική του σταδιοδρομία αγωνίστηκε με πάθος υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας, με πρότυπο την Αθήνα του περασμένου αιώνα, και εναντίον του Φίλιππου. Η κατακτητική συ­μπεριφορά του Φίλιππου στη Χαλκιδική, Θράκη, Εύβοια και στις άλλες πόλεις που κατέλαβε, δικαίωσε το Δημοσθένη. Η ιστορία όμως μετά το κατόρθωμα του Μ. Αλεξάνδρου δικαίωσε τους αντιπάλους του.

Ο Δημο­σθένης στάθηκε ο τελευταίος μεγάλος της δημοκρατίας, ένα τραγικό πρόσωπο, που αγωνίστηκε κόντρα στην εποχή του, και το μόνο που κα­τάφερε ήταν να γράψει τον επιτάφιο της αρχαίας Ελληνικής δημοκρα­τίας.

Στα γεράματά του ο Δημοσθένης κατηγορήθηκε ότι δωροδοκήθηκε με 20 τάλαντα από τον Άρπαλο, ταμία του Μ. Αλεξάνδρου, και καταδικά­στηκε σε υπερβολικό πρόστιμο (50 τάλαντα). Κλείστηκε στη φυλακή, αλ­λά δραπέτευσε και κατέφυγε στον Πόρο, όπου μετά από περιπέτειες δυο περίπου χρόνων ήπιε μέσα στο ναό του Ποσειδώνα το δηλητήριο, που έ­κρυβε για ώρα ανάγκης στον κονδυλοφόρο του, κυνηγημένος από τους ανθρώπους του Αντίπατρου, που είχε καταλάβει την Αθήνα μετά την μάχη της Κραννώνας.

Ο Δημοσθένης ως πολιτικός και ρήτορας έγινε αντικείμενο μελέτης σ’ όλες τις μεταγενέστερες εποχές. Θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας. Ο Κικέρωνας μάλιστα τον θεωρεί «κατ’ εξοχήν» ρήτορα της ελευθερίας. Ως πολιτικό τον είπαν «άγιο», «δικηγόρο» όλων όσων αντι­τίθενται στον ιμπεριαλισμό, αλλά και «πράκτορα των Περσών». Οι αντι­θέσεις πάντως που δημιουργήθηκαν γύρω από το Δημοσθένη οδήγησαν στη βαθύτερη μελέτη του έργου του.[3]

Με το όνομα του Δημοσθένη σώθηκαν 61 λόγοι, που χωρίζονται σε τρεις ομάδες:

  • Λόγοι που αφορούν δίκες ιδιωτικού δικαίου, προσωπι­κές του ή τρίτων
  • Λόγοι δικανικοί δημοσίου δικαίου με πολιτικό πε­ριεχόμενο (προς Λεπτίνην, κατ’ Ανδροτίωνος, κατά Τιμοκράτους, περί παραπρεσβείας, περί του στεφάνου κ.ά.).
  • Πολιτικές δημηγορίες για διάφορα θέματα (περί των συμμοριών, περί ειρήνης, υπέρ Μεγαλοπολιτών, οι τρεις Ολυνθιακοί, οι τέσσερις Φιλιππικοί, περί των εν Χερρονήσω κ.ά.).

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α. , Ιστορία Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 823 κ. ε.

[2] Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ιν, σελ. 81-89.

[3] Παπανικολάου Ν. Κ., Εισαγωγή στο έργο του Δημοσθένη, σελ. 78-81.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Read Full Post »

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)


 

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,

καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή,

ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη

παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται.

Επιτάφιος του Περικλή

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) [1]: Ο μεγάλος ιστορικός, που αποτελεί την κορυφή του τριγώνου των ι­στορικών της αρχαίας Ελλάδας – στη βάση του στέκονται ο Ηρόδοτος που προηγήθηκε απ’ αυτόν και ο Ξενοφώντας που τον ακολούθησε – γεννή­θηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής από ευγενή και πλούσια οικογέ­νεια, που είχε θρακική καταγωγή και συγγένευε με το Μιλτιάδη και τον Κίμωνα. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, είχε οι­κογενειακά κτήματα και μεταλλεία χρυσού. Μορφώθηκε άριστα με δα­σκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα, το ρήτορα Αντιφώντα και πιθανότατα τους σοφιστές Γοργία, Πρόδικο και άλλους.

Το 424 π.Χ. ήταν στρατηγός και ως διοικητής μικρής μοίρας Αθηναϊ­κού στόλου στη Θράκη δεν κατόρθωσε να εμποδίσει το Σπαρτιάτη στρα­τηγό Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Οι Αθηναίοι τον καταδίκα­σαν σε εξορία (ή αυτοεξορίστηκε) και έζησε 20 χρόνια μακριά από την Αθήνα, στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη. Η εικοσάχρονη εξορία του, του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλούς τόπους, όπου διαδραμα­τίζονταν τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, να ερευνήσει, να συλλέξει πληροφορίες και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων. Μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων γύρισε για λίγο στην Αθήνα και τελικά πέθανε ξαφνικά στη Σκαπτή Ύλη από άγνωστη αιτία γύρω στο 399 π.Χ.

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

 

Στο έργο του, «Θουκυδίδου ξυγγραφή» το ονόμασαν οι Αλεξανδρι­νοί και το χώρισαν σε 8 βιβλία, περιγράφει την ιστορία του Πελοποννη­σιακού πολέμου από το 431 π.Χ. ως το 411 π.Χ. Εργάστηκε με επιστημο­νικό τρόπο. Υπέβαλλε τις πληροφορίες και τις πηγές του σε αυστηρό κρι­τικό έλεγχο. Διέκρινε τις αιτίες από τις αφορμές που προκαλούν κάθε γε­γονός. Με τον ορθολογισμό του απέκλεισε την άμεση επέμβαση των θεϊ­κών δυνάμεων στα ιστορικά φαινόμενα και έδωσε πρωταρχική σημασία στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, πολιτικούς ή οικονομι­κούς. Χρησιμοποίησε ακριβείς προσδιορισμούς του χρόνου και του τόπου και απέφυγε τις άσκοπες παρεκβάσεις και τα ανέκδοτα. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει την «αλήθεια», να αποκαλύψει τη νομοτέλεια που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση και να κληροδοτήσει στις μελλοντικές γενιές το έργο του σαν αιώνιο απόκτημα («κτῆμα ἐς αεί»).

Στις 45 συνολικά δημηγορίες, που υπάρχουν στο έργο του, διαγράφει με σαφήνεια και αμεσότητα την ψυχολογική ατμόσφαιρα, παρουσιάζει τους χαρακτήρες και τη νοοτροπία των δρώντων προσώπων, προβάλλει τα κίνητρα της δράσης τους και συνδέει την ανθρώπινη φύση με τις πρά­ξεις. Πιστεύει ότι τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της ανθρώ­πινης φύσης και συμπεριφοράς.

Στα πολιτικά του φρονήματα φαίνεται πως ήταν οπαδός της συγκρα­τημένης δημοκρατίας, της μετριοπαθούς και συνετής εξουσίας. Επαινεί τον Περικλή, που τον θεωρεί πρότυπο πολιτικού άνδρα. Είναι εχθρός της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και δίνει ένα συντριπτικό χαρακτηρισμό για τους ηγέτες της Κλέωνα και Υπέρβολο. Τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη μετριοπαθή ολιγαρχική διακυβέρνηση του 411 π.Χ. που, κατά τη γνώμη του, υπήρξε ένα λογικό κράμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Πάντως είναι ο πιο μεγάλος από τους αρχαίους ιστορικούς και ο πρώτος που εφάρμοσε την αυστηρά αμερόληπτη κριτική στην ιστορική έρευνα, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και η κορυφαία «μεγαλοφυΐα της αντικειμενικότητας».

 

Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

 

Ο Θουκυδίδης στο 1° βιβλίο της ιστορίας του (κεφ. 24-87) παρουσιάζει τα αίτια του πολέμου που ιστορεί. Βαθύτερο αίτιο («αληθέστατη πρόφασις») του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί την αύ­ξηση της Αθηναϊκής δύναμης και το φόβο που προκλήθηκε απ’ αυτή στη Σπάρτη και στους συμμάχους της ή όπως συμπλήρωσαν νεότεροι ιστορι­κοί, τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δυο συνασπισμών και των μελών τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα επεξέτεινε την εμπορική της δραστηριότητα στη Δύση και απείλησε σοβαρά τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Παράλληλα υποστήριζε την επικράτηση δημοκρατικών πολι­τευμάτων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη, που θα στηρίζονταν στις εμποροβιοτεχνικές και λαϊκές τάξεις. Η δραστηριότητα αυτή της Αθήνας αύξανε την οικονομική και πολιτική της επιρροή σε βάρος των «Λακεδαιμονίων και των συμμάχων» τους, που ευνοούσαν τις παλιές αριστοκρατικές δο­μές της κοινωνίας και τα ολιγαρχικά πολιτεύματα.

Ως αφορμές («ἐς τό φανερόν αἰτίαι») του πολέμου ο Θουκυδίδης α­ναφέρει τα Κερκυραϊκά, τα Ποτιδαιακά και το Μεγαρικό ψήφισμα. Το 433 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν αμυντική συμμαχία (επιμαχία) με τους Κερ­κυραίους, που από το 435 π.Χ. βρίσκονταν σε πόλεμο με τη μητρόπολή τους Κόρινθο, και ο αθηναϊκός στόλος απέτρεψε με την παρουσία του την ολοκληρωτική καταστροφή των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους στα Σύβοτα. Οι Κορίνθιοι για αντεκδίκηση βοήθησαν την Ποτίδαια να αποστατήσει από την Αθηναϊκή Συμμαχία και το 432 π.Χ. Κορίνθιοι ε­θελοντές συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους, που έσπευσαν να πολιορ­κήσουν την Ποτίδαια. Οι Αθηναίοι απάντησαν με το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο απαγόρευσαν στους Μεγαρείς να καταπλέουν στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας και να εμπορεύονται στις αγορές της Αττικής [2].

Ο Θουκυδίδης για να δείξει την ψυχολογική κατάσταση, που δη­μιουργήθηκε απ’ αυτά τα γεγονότα, και την ατμόσφαιρα, από την οποία ξεπήδησε ο πόλεμος, παραθέτει 4 δημηγορίες, που συγκροτούν δύο με­γάλες αντιθέσεις, κατά το πρότυπο των «δισσών λόγων» των σοφιστών. Πρώτα-πρώτα στο συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρ­τη το 432 π.Χ. μιλάει ένας απεσταλμένος της Κορίνθου, που κατηγορεί την Αθήνα και ζητάει να της κηρύξουν τον πόλεμο, και ένας απεσταλ­μένος της Αθήνας -βρισκόταν εκεί για άλλη υπόθεση- που υπερασπίζεται την Αθηναϊκή πολιτική. Κατόπιν στη Σπαρτιατική συνέλευση, όταν οι σύμμαχοι έφυγαν, μιλάει ο βασιλιάς Αρχίδαμος κατά του πολέμου και ο έφορος Σθενελαίδας, φανατικός πολεμόχαρος [3].

Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι κάτω από την πίεση των Κορινθίων κήρυ­ξαν τον πόλεμο, με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι παραβίασαν τις «τριακοντούτεις σπονδές» και με το καλοϋπολογισμένο πολιτικό σύνθη­μα της «απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή τυ­ραννία», που έβρισκε απήχηση στους δυσαρεστημένους συμμάχους της Αθήνας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, σελ. 38.

[3] Bury J., ό.π. σελ. 41.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »