Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)’

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

  

 

Προς τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.



Υφαντήριο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

 

Υποσημειώσεις

 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 


Read Full Post »