Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορικός’

Σταματίου Π. Γιώργος (1937-2013)


 

Σταματίου Π. Γιώργος (1937-2013)

Γόνος παλιάς αγροτικής οικογένειας των Μεσογείων, ο αθόρυβος γραμματολόγος, μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, ιστορικός ερευνητής, διηγηματογράφος, παιδαγωγός και συγγραφέας Γιώργος Π. Σταματίου γεννήθηκε το 1937. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών(1955-1960) ενώ παράλληλα φοίτησε για ένα χρόνο και στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Θήτευσε στη Μέση Εκπαίδευση, ως Καθηγητής στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών και κατόπιν Λυκειάρχης στο Λύκειο Σπετσών.

Στα 1983 αναγορεύθηκε Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με τη διατριβή «Ο Καζαντζάκης και οι Αρχαίοι», (εισηγητής ο Καθηγητής και γνωστός ποιητής και κριτικός Κώστας Στεργιόπουλος) που απέσπασε το Ειδικό «Βραβείο Καζαντζάκη» του Υπουργείου Πολιτισμού και εκδόθηκε με δαπάνη της Ελένης Καζαντζάκη. Επίσης στα 1991 τιμήθηκε με το «Βραβείο Καζαντζάκη» και χρηματικό έπαθλο από το Δήμο Ηρακλείου Κρήτης και με τη χορήγηση ειδικής πλακέτας από την «Ένωση Σπετσιωτών».

Θεωρείται ο σημαντικότερος συστηματικός, μεθοδικός και διεισδυτικός μελετητής του έργου του μεγάλου Κρητός, με πλήθος δημοσιευμάτων, εκδόσεων, διαλέξεων και ανακοινώσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια (Κύπρος, Γεωργία, Βέλγιο). Υπήρξε ενεργό μέλος της «Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Καζαντζάκη», του Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, του Μουσικού Συλλόγου Σπετσών και Επίτιμο Μέλος του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας.

Στα 1962 παντρεύτηκε την οδοντίατρο Ματίνα Σωτ. Λίτσα, ανιψιά από μητέρα του εθνικού ευεργέτη και ιδρυτή της Αναργύρειου και Κοργιαλένειου Σχολής Σπετσών, Σωτήρη Ανάργυρου.

Συνεργάσθηκε κατά καιρούς με τα περιοδικά «Νέα Εστία», «Διαβάζω», «Ιστορία Εικονογραφημένη», «Ελληνικό Πανόραμα» και το ελληνοδιεθνές πολιτιστικό περιοδικό «ΕΙ» του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης.

Στο ευρύ συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται τα βιβλία:

  • «Νίκος Καζαντζάκης, ένας αξεδίψαστος της ελευθερίας» (1971, β΄ έκδοση 1974).
  • «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» (ιδιωτική έκδοση1983, β΄ έκδοση  Καστανιώτης, 1997.
  • «Νίκος Καζαντζάκης, ο οικουμενικός», Έκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας.
  • «Ο συνταξιούχος και άλλα διηγήματα», Εκδ. Χατζηνικολή, 1989.
  • «Ο Λάκης και η Τζίλντα», Εκδ. Χατζηνικολή,1995.
  • «Ένα τραίνο ταξιδεύει στη Γη της Μεσογαίας και της Λαυρεωτικής, και άλλα διηγήματα», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 1999.
  • «Το ταξίδι της Αργώς και άλλα διηγήματα», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 2002.
  • «Μελένια Μάτια», Εκδ. Χατζηνικολή, 2001, β΄ έκδοση 2002.
  • «Η ασπίδα του Δημοσθένη», Εκδ. Συμβολή του Επιμορφωτικού Συλλόγου Παιανίας, 2001.
  • «Νικόλαος Δάβαρης – Η ζωή και το έργο του», αυτοέκδοση.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για τη συμβολή του στη μελέτη της Ιστορίας των Σπετσών. Καρπός αυτής της μακρόχρονης προσπάθειας τα βιβλία του:

  • «Ο εθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος, η ζωή και το έργο του», έκδοση της Ε. Ε. της Α.Κ.Σ.Σ., το 1973, δεύτερη έκδοση από τον ίδιο φορέα, Αθήνα 2000.
  • «Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών, ένα υποδειγματικό Κολλέγιο», έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2003.
  • «Οδηγός του Μουσείου Σπετσών», 1966.
  • «Πέντε Σπετσιώτες ποιητές», 1975.
  • «Η ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών», έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Αθήνα 2002, καθώς επίσης και μια σειρά άρθρων και μελετημάτων σε περιοδικά και εφημερίδες, των Αθηνών και τοπικές.

Ζούσε μόνιμα, από το 1962, στις Σπέτσες. Άφησε την τελευταία του πνοή τον Απρίλιο του 2013 στο πατρικό του σπίτι, στην Παιανία και κηδεύτηκε στις Σπέτσες.

 

Πηγές


  • BiblioNet
  • scriptamanent

Read Full Post »

Γκότσης Κωνσταντίνος


 

Κώστας Γκότσης

Κώστας Γκότσης

Ο Κωνσταντίνος Γκότσης (δικηγόρος-ιστορικός), γεννήθηκε το 1957 στην Πρόσυμνα Αργολίδας. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά τα έτη 1982-1983 παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο PARIS I (Σορβόννη) μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία και  κατά το διάστημα 1983-1987 εκπόνησε διδακτορική διατριβή, στο ίδιο Πανεπιστήμιο, με θέμα: «Αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα στην “παραδοσιακή” ελληνική κοινωνία: δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, τελετουργίες».

Δίδαξε στο Τ.Ε.Ι. της Αθήνας (Τμήμα Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας) από το 1998 μέχρι το 2008, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, (Τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών) το έτος 2004 και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.), στο τμήμα Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό, από το 2005 μέχρι το 2014. Ασκεί δικηγορία στο Ναύπλιο από το 1990 μέχρι σήμερα.  Έχει γράψει πολλά άρθρα για εφημερίδες και περιοδικά. Στα πανεπιστημιακά του χρόνια έγραφε στα περιοδικά  «Νομικός Διάλογος», «Προοπτική», και στον «Σχολιαστή».

Έχει γράψει το «Δημοτικά τραγούδια: μελέτες, σχόλια» , εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2014.

Στο βιβλίο με αφορμή το θέμα του «κάστρου της Ωριάς» τίθεται προς συζήτηση η μεθοδολογία προσέγγισης των δημοτικών τραγουδιών και τα «αδιέξοδα» της πάση θυσία αναζήτησης ιστορικών γεγονότων σ’ αυτά. Προσεγγίζεται επίσης το ανθρώπινο σώμα στα κλέφτικα τραγούδια, όπου παρουσιάζεται πρωτίστως ως αρματωμένο σώμα, που «μάχεται» αλλά και προβάλλεται ως τέτοιο.

Μέσα από τρεις μελέτες, για τον Μιχαήλ Λελέκο, τον Νικόλαο Πολίτη και τον θρύλο Πάτρη, οι οποίες καλύπτουν έναν περίπου αιώνα (από το 1852 έως το 1939), ερευνάται το δημοτικό τραγούδι στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο καταγράφεται-συλλέγεται και εκδίδεται.

Η διαδικασία αυτή, της καταγραφής, συλλογής και έκδοσης των δημοτικών τραγουδιών, δεν αποτελεί μία «ουδέτερη» επιστημονική εργασία αλλά τελεί υπό την «εξάρτηση» θεσμών, όπως το Πανεπιστήμιο και τα αρμόδια Υπουργεία, λόγω της μεγάλης σημασίας την οποία κατέχει το τραγούδι στη συγκρότηση, μεταξύ των άλλων, των αντιλήψεων για το νεοελληνικό έθνος και τη συνέχειά του στον χρόνο. Ειδικότερα, στη μελέτη για τον Ν. Πολίτη ερευνάται ο τρόπος με τον οποίον αυτός κατάρτισε τη δική του συλλογή δημοτικών τραγουδιών και η μεθοδολογία και τα κριτήρια με τα οποία τα «αποκατάστησε». Η συλλογή ολοκληρώνεται με μία μελέτη για τη σχέση του δημοτικού τραγουδιού με τα ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης του ’21, ενώ προσεγγίζονται οι απόψεις των Ν. Πολίτη, Σπ. Λάμπρου και Δ. Πατσόπουλου για την «κατάσταση των πραγμάτων» στη Μακεδονία και τον ορισμό του έθνους.

Έχει συμμετάσχει στα παρακάτω συλλογικά έργα:

  •  «Υγεία, ασθένεια και κοινωνικός δεσμός», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2011.
  • «Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2009.

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Γκότση στην φοιτήτρια Κουτρουφίνη Δήμητρα, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με τίτλο «Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία»: Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία

Read Full Post »

Ηρόδοτος


 

 

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.).  The Metropolitan Museum of Art,  New York.

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.). The Metropolitan Museum of Art, New York.

Ο Ηρόδοτος [1],περιηγητής, γεωγράφος και ιστορικός, γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Μ. Ασίας από επίσημη γενιά το 480 π.Χ., όταν εκεί κυβερνούσε η Αρτεμισία, ευφυής και δρα­στήρια σύμμαχος του Ξέρξη. Μετά τη νίκη των Ελλήνων στους περσικούς πολέμους και την κυριαρχία τους στο Αιγαίο η Αλικαρνασσός αγωνίστηκε να απαλλαγεί από τον τύραννο Λύγδαμη, διάδοχο της Αρτεμισίας, και ο Ηρόδοτος πήρε ενεργό μέρος στην προσπάθεια για την ανατροπή του Λύγδαμη και την απελευθέρωση της πατρίδας του, που επιτεύχθηκε το 454 π.Χ. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με τους συμπατριώτες του και αναγκάστηκε να φύγει για την Αθήνα (451 π.Χ.), που εξελισσόταν τότε σε πολιτικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνικού κόσμου. Το 444 π.Χ. μαζί με άλλους ονομαστούς Έλληνες (Πρωταγόρα, Ιππόδαμο, Εμπεδοκλή, κ.α.) πήρε μέρος στην ίδρυση της αποικίας των Θουρίων στη Ν. Ιταλία και έγινε πολίτης αυτής της πόλης. Ο θάνατός του τοποθετείται στο 430 π.Χ., λίγο μετά την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου.

 

Τα ταξίδια του

 

Στο διάστημα 460-444 π.Χ., από το διωγμό του Λύ­γδαμη ως την ίδρυση των Θουρίων, ο Ηρόδοτος παρακινημένος από την Ιωνική επιστημονική περιέργεια και την ορμή για μάθηση επισκέφτηκε όλες σχεδόν τις χώρες του τότε γνωστού κόσμου: Αίγυπτο, Λιβύη, Κυρήνη, Παλαιστίνη, Φοινίκη, Βαβυλώνα, Προποντίδα, Θράκη, Σκυθία, Κολ­χίδα, και βέβαια την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τη Ν. Ιταλία, όπου έμεινε πολλά χρόνια. Σκοπός του ήταν η γνώση χωρών και λαών με διαφορετικά ήθη και έθιμα και η συλλογή πλούσιου εθνογραφικού, γεωγραφικού, ιστορικού, θρησκειολογικού και γενικά πολιτισμικού υλικού, που το κατέγραψε στην ιστορία του και αποτελεί πολύτιμη προσφορά στην παγκόσμια ιστορία.

Οι εμπειρίες της ζωής του επηρέασαν και το έργο του. Στην Ιωνία γνώρισε σε βάθος την επική και λυρική ποίηση. Όταν έφτασε στην Α­θήνα διδάχτηκε από την τραγωδία, που ήταν τότε στο αποκορύφωμά της, την τραγική μοίρα της ανόδου και της πτώσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ ένα βαθμό επηρεάστηκε και από τη σοφιστική, που γνώρισε στην Αθήνα και στη Ν. Ιταλία. Πολιτικά η επαφή του με τους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας του Περικλή τον έκανε να διαμορφώσει δημοκρατικό και φιλελεύθερο φρόνημα. Αποδοκιμάζει την τυραννίδα, μερικές φορές όμως εκφράζει την εκτίμησή του για ορισμένους τυράννους π.χ. την Αρτεμισία. Συμπαθεί τους Αθηναίους, συχνά όμως μιλάει ευνοϊκά και με εκτίμηση για τους Σπαρτιάτες. Με περιφρόνηση αναφέρει τους μηδίσαντες και ιδιαίτερα τους «Θηβαίους και άλλους Βοιωτούς».

 

Το έργο του [2]

 

«Ιστορίας απόδεξιν» ονόμασε ο ίδιος την ιστορία του και αφηγείται τις σχέσεις Ελλήνων και Βαρβάρων από την άνοδο του Κροί­σου ως το τέλος των Ελληνοπερσικών πολέμων. Οι Αλεξανδρινοί το χώρισαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εν­νέα μούσες. Τα τρία πρώτα βιβλία αναφέρονται στην Ασία και περιλαμβάνουν τη βασιλεία του Κύρου και του Καμβύση, την κατάκτηση της Αιγύπτου και την εμφάνιση του Δαρείου. Τα τρία επόμενα αναφέρονται στην Ευρώπη, πραγματεύονται τη βασιλεία του Δαρείου και περιλαμβά­νουν την αποτυχία των Περσών στη Σκυθία και στο Μαραθώνα, και την αποτυχημένη ιωνική επανάσταση των Ελλήνων. Τα τελευταία τρία βιβλία αναφέρονται στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ξέρξη και περιλαμβάνουν τη μάχη των Θερμοπυλών, τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, και τέλος τη μάχη των Πλαταιών.

Το έργο του Ηρόδοτου διακόπτεται συχνά, κυρίως στα πέντε πρώτα βιβλία, από παρεκβάσεις, «προσθήκες» τις λέει ο ίδιος, με ποικίλο περιε­χόμενο: γεωγραφικό, εθνογραφικό, νομολογικό, θρησκειολογικό, ανεκδο­τολογικό, επεισοδιακό (νουβέλες). Οι παρεκβάσεις αυτές είναι οργανικά δεμένες με την κατευθυντήρια γραμμή του έργου, έρχονται στην κατάλληλη στιγμή για να δικαιολογήσουν, να επεξηγήσουν, να συμπληρώσουν, να επεκτείνουν κύρια σημεία της αφήγησης, και προσφέρουν ξεκουραστι­κές ανάπαυλες του ακροατή από την κουραστική μακριά αφήγηση [3].

Το Ζ’ βιβλίο συγκεκριμένα αρχίζει με την άνοδο του Ξέρξη στον περ­σικό θρόνο και την απόφασή του να εκστρατεύσει εναντίον των Ελλήνων. Περιγράφει την πορεία του περσικού στρατού από τις Σάρδεις ως τον Ελλήσποντο, το πέρασμα από τον Ελλήσποντο μετά από το μαστίγωμά του, που συνιστά ύβρι του Ξέρξη που θα πληρωθεί με την ήττα του, το πέρασμα του περσικού στόλου από τον Άθω με τη διώρυγα, που άνοιξαν οι πέρσες στο πιο στενό μέρος της χερσονήσου, και την άφιξη του Ξέρξη στα Τέμπη.

Εκεί τον συναντούν άπρακτοι οι απεσταλμένοι του στην Ελλάδα και του ανακοινώνουν ότι οι Έλληνες δεν πρόσφεραν «γῆν καί ὕ­δωρ». Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος θέλοντας να εξηγήσει γιατί ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες στην Αθήνα και στηΣπάρτη, αναφέρει το περιστα­τικό της θανάτωσης των κηρύκων του Δαρείου στις δυο πόλεις και με μια μικρή παρέκβαση, αφηγείται την ιστορία του Σπερθία και του Βούλη (κεφ. 133-137). Στο υπόλοιπο του Ζ’ βιβλίου ασχολείται με τις προετοι­μασίες των Ελλήνων για την άμυνά τους και τελειώνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

 

Η γλώσσα και το ύφος του

 

Ο Ηρόδοτος, αν και η καταγωγή του ήταν δωρική, ακολουθώντας τους προκατόχους του έγραψε στην ιωνική διάλεκτο, αλλά «μεμειγμένη και ποικίλη», γιατί δανείστηκε πολλά στοιχεία από την ποίηση, ιδιαίτερα την επική, και από την παλαιά αττική διάλεκτο. Είναι μια γλώσσα φιλολογική που διαφέρει από την ομιλούμενη [4]. Στην έκφρασή του ακολουθεί την κατά παράταξη σύνταξη, όπου η μία πρόταση συνδέεται ελεύθερα και ισότιμα με την άλλη, αποδίδοντας τη ζωντάνια του προφορικού λόγου, και αποφεύγει τις πολλές εξαρτημένες προτάσεις, που συχνά θολώνουν την καθαρότητα του νοήματος. Στέκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών, στο τέλος της αρχαϊκής και στην αρχή της κλασσικής, και είναι ικανός να αποδίδει τις ήρεμες εκδηλώσεις της ψυ­χής, τα ήθη, σε αντίθεση με το Θουκυδίδη, που με περίπλοκη έκφραση αποδίδει τα πάθη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., «Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί», εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1984, σελ. 38

[3] BuryJ., ό.π. σελ. 41

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ2, σελ. 436.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Read Full Post »

Ξενοφών (περ. 430 π.Χ. – περ. 355 π.Χ.)


 

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.  Madrid, Museo Nacional del Prado.

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.
Madrid, Museo Nacional del Prado.

Ο Ξενοφώντας γεννήθηκε στην Αθήνα το 430 π.Χ. από πλούσιους γονείς, το Γρύλλο και τη Διοδώρα, που ανήκαν στην αριστοκρατική τάξη. Μεγά­λωσε σαν πλουσιόπαιδο και υπήρξε μαθητής του Σωκράτη. Η αγάπη και ο θαυμασμός που έτρεφε για το δάσκαλό του δε στάθηκαν ικανά να τον στρέψουν στην άσκηση της φιλοσοφίας. Τον τράβηξαν περισσότερο ο πρακτικός βίος, η δραστήρια και συχνά γεμάτη περιπέτειες ζωή. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά. Μετά την πτώση του ολιγαρχικού καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων εγκατέλειψε την Αθήνα και το 401 π.Χ. πήρε μέρος στην εκ­στρατεία του Κύρου εναντίον του Αρταξέρξη. Η συμμετοχή του σ’ αυτή την τυχοδιωκτική πολεμική επιχείρηση, που έγινε με τις ευλογίες της Σπάρτης, αναμφίβολα δεν ήταν πράξη φιλοαθηναϊκή.[1]

Μετά την «κάθοδο των Μυρίων» στην οποία πρωταγωνίστησε, έδειξε τα φιλολακωνικά του αισθήματα και ακολούθησε τους παλιούς εχθρούς της πατρίδας του. Πολέμησε με τους Σπαρτιάτες Θίβρωνα και Δερκυλίδα κατά των Περσών και το 396 π.Χ. γνώρισε το βασιλιά της Σπάρτης Α­γησίλαο, που πολεμούσε στη Μ. Ασία. Γοητεύτηκε από την προσωπικό­τητά του, τον θαύμαζε για τις πολιτικές και στρατιωτικές του αρετές και τον ακολούθησε πολεμώντας ακόμα και εναντίον της πατρίδος του στη μάχη της Κορώνειας το 394 π.Χ.

Για τη συμπεριφορά του αυτή οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για φιλολακωνισμό και τον καταδίκασαν σε εξορία και δήμευση της περιουσίας του. Οι Σπαρτιάτες όμως τον αποζημίωσαν, στην αρχή με «προξενία» και αργότερα μ’ ένα κτήμα στο Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία, όπου έμει­νε 20 χρόνια, τα πιο ειρηνικά και γόνιμα της ζωής του, περνώντας τον καιρό του σαν μορφωμένος και πλούσιος γαιοκτήμονας, επιβλέποντας καβάλα στ’ άλογό του την καλλιέργεια των χωραφιών του, κυνηγώντας, καλώντας τους φίλους του, γράφοντας τα βιβλία του.[2]

Το 370 π.Χ. οι Η­λείοι ξαναπήραν το Σκιλλούντα και ο Ξενοφών αναγκάστηκε να καταφύ­γει στην ουδέτερη Κόρινθο, όπου έζησε ως το θάνατό του, λίγο αργότερα από το 355 π.Χ. Στο διάστημα αυτό οι Αθηναίοι είχαν ανακαλέσει το διάταγμα της εξορίας του, αλλά είναι άγνωστο αν ξαναεπισκέφτηκε την πατρίδα του. Πάντως υποστήριζε το ολιγαρχικό κόμμα της Αθήνας και ήταν σύμβουλος του Εύβουλου σε οικονομικά κυρίως θέματα, προτείνοντας μέτρα που ενίσχυαν τη θέση των μεγάλων γαιοκτημόνων, στους ο­ποίους ανήκε και ο ίδιος.[3]

Ο Ξενοφώντας ήταν από πεποίθηση αριστοκρατικός, βρέθηκε έξω από το δημοκρατικό πνεύμα της Αθηναϊκής πολιτείας και θαύμαζε το πολιτικο-κοινωνικο-στρατιωτικό σύστημα της Σπάρτης, γι’ αυτό εξορίστηκε και θεωρήθηκε προδότης της πατρίδας του, την οποία όμως δεν έπαψε να θυμάται και να παρακολουθεί τη μοίρα της στους ταραγμένους εκεί­νους καιρούς. Στα έργα του εξιδανικεύει τη Σπάρτη προσπαθώντας πα­ράλληλα να κρατήσει νομιμόφρονα στάση απέναντι στην Αθήνα.[4]

Υπήρξε από τους πολυγραφότατους αρχαίους συγγραφείς και τα έρ­γα του, που σώθηκαν σχεδόν όλα, χωρίζονται:

α. Ιστορικά (Κύρου Ανάβασις, Ελληνικά, Αγησίλαος, Κύρου Παιδεία. Τα δυο τελευταία πλησιά­ζουν περισσότερο στο είδος της βιογραφίας και του ιστορικού μυθιστο­ρήματος αντίστοιχα).

β. Φιλοσοφικά – Πολιτικά (Απομνημονεύματα, Λακε­δαιμονίων πολιτεία, Απολογία Σωκράτους, Συμπόσιον, Ιέρων).

γ. Τεχνι­κά – διδακτικά εγχειρίδια (Ιππαρχικός, περί ιππικής, Κυνηγετικός, Οικο­νομικός, Πόροι).

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Κύρου Ανάβασις: Στο έργο του «Κύρου Ανάβασις» ο Ξενοφών διηγείται γεγονότα που έζησε ο ίδιος και δίνει πολλές γεωγραφικές και εθνογραφικές λεπτομέρειες. Η Ανάβαση, η πορεία δηλαδή προς το εσωτερικό του περσικού κράτους, παρουσιάζεται στα 6 πρώτα κεφάλαια, ακολουθεί η περιγραφή της μάχης στα Κούναξα, ενώ το κύριο μέρος του έργου καλύπτουν τα γεγονότα της υποχώρησης προς τη Μαύρη Θάλασσα μέσα από εχθρική χώρα και δύσβατα μονοπάτια (Κάθοδος των Μυρίων).

Τα «Ελληνικά»:Το κύριο ιστορικό έργο του Ξενοφώντα είναι τα «Ελ­ληνικά» που χωρίζονται σε 7 βιβλία. Τα δυο πρώτα βιβλία συνεχίζουν την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου από το σημείο ακριβώς που είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης (411 π.Χ.) μέχρι τη συμφιλίωση των δυο πολιτικών κομμάτων στην Αθήνα το 403 π.Χ. Στο τμήμα αυτό του έργου του ακολουθώντας το Θουκυδίδη εκθέτει τα γεγονότα με χρονολογική σειρά και κατά το δυνατόν απρόσωπα. Τα επόμενα 5 βιβλία συνεχίζουν την ελληνική ιστορία μέχρι τη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Εδώ α­πομακρύνεται από τον τρόπο και τη μέθοδο του Θουκυδίδη. Τα χρονο­λογικά στοιχεία παραμελούνται, η κατανομή της ύλης είναι άνιση, η σύν­θεση γίνεται χαλαρότερη, η συμμετοχή του προσωπικού παράγοντα εντο­νότερη. Ζωγραφίζει έντονα τις ηγετικές προσωπικότητες που δρουν στο προσκήνιο, διαπλάθει εντυπωσιακές μεμονωμένες σκηνές και μένει πάντα στην επιφάνεια των πραγμάτων. Τέλος δεν αναφέρει σπουδαία γεγονότα, όπως η ναυμαχία της Κνίδου, η ίδρυση της β’ Αθηναϊκής συμμαχίας το 378 π.Χ., η ίδρυση της Μεγαλόπολης[6] κ.ά. Έτσι με το έργο του αυτό ως ιστορικός κινείται στη σκιά του Θουκυδίδη.

Αγησίλαος: Το έργο «Αγησίλαος» αποτελεί το εγκώμιο του βασιλιά της Σπάρτης, τον οποίο ο Ξενοφών τόσο θαύμαζε, ώστε τον ακολούθησε στον πόλεμο ενάντια στην πατρίδα του.

Κύρου Παιδεία: Το έργο που αποτελείται από 8 βιβλία, πραγματεύεται την ιστορία της νεότητας, της ανόδου στο θρόνο και της βασιλείας του Κύρου του Πρεσβύτερου. Το έργο είναι πλούσιο σε ηθοπλαστικές ιστορίες, ενώ η επιλογή και παρουσίαση των γεγονότων οδηγούν όχι στην περιγραφή του Kύρου ως ιστορικού προσώπου, αλλά στην περιγραφή του ιδανικού βασιλιά.

Απομνημονεύματα: Στα 4 βιβλία του έργου «Απομνημονεύματα» περιέχονται σωκρατικοί διάλογοι και επεισόδια σχετικά με το Σωκράτη, τον οποίο ο Ξενοφών θαύμαζε και από τον οποίο επηρεάστηκε. Στα Απομνημονεύματα εντάσσεται και η «Απολογία Σωκράτους». Στην ίδια ομάδα ανήκει και το «Συμπόσιον», στο οποίο περιγράφεται ένα γλέντι στο σπίτι του Καλλία, όπου ο Σωκράτης με ένα ρητορικό λόγο αναφέρεται στον ηδονικό και ψυχικό έρωτα.

Λακεδαιμονίων Πολιτεία: Η συμπάθειά του προς τη Σπάρτη τον οδήγησε και στην ενασχόλησή του με το πολίτευμά της στο σύγγραμμά του «Λακεδαιμονίων Πολιτεία». Σ’ αυτό εξαίρει τις αρχές που έθεσε ο Λυκούργος και τις θεωρεί, μαζί με το θεσμό της διπλής βασιλείας που ίσχυε στη Σπάρτη, ως τις βάσεις στις οποίες στηρίχτηκε η δύναμη της πόλης. Αντίθετα, η απομάκρυνση από αυτά τα ιδεώδη οδήγησε στην κατάπτωσή της.
Εξαιτίας του θαυμασμού του Ξενοφώντα προς το σπαρτιατικό πολίτευμα θεωρήθηκε ότι και το σημαντικό σύγγραμμα «Αθηναίων Πολιτεία» είναι έργο του ιδίου, λόγω του επικριτικού του χαρακτήρα. Όμως γενική είναι η πεποίθηση ότι πρόκειται για έργο ανώνυμου ολιγαρχικού. Η σημασία του βεβαίως δεν είναι μικρότερη, γιατί ο ανώνυμος συγγραφέας μάς δίνει μια παραστατικότατη εικόνα για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα, εξηγώντας στο προοίμιο ότι αν και ο ίδιος διαφωνεί με το πολίτευμα, θα δείξει ότι οι Αθηναίοι, εφόσον το επέλεξαν, ορθώς πράττουν ως πράττουν.

Ιέρων: Ο «Ιέρων» είναι ένα διαλογικό σύγγραμμα στο οποίο ο Ξενοφών παρουσιάζει τον ποιητή Σιμωνίδη να μιλά με τον Ιέρωνα, τύραννο της Σικελίας, για τη φύση και τις δυνατότητες του μονάρχη.

Ο «Ιππαρχικός» και το «Περί Ιππικής» είναι οδηγίες το μεν πρώτο προς τον αρχηγό των ιππέων το δε δεύτερο προς τον κάθε ιππέα για την περιποίηση του αλόγου του.

Οικονομικός: Σημαντική πηγή για τους ερευνητές αποτελεί το έργο του Ξενοφώντα «Οικονομικός». Ο Ισχόμαχος, εύπορος κτηματίας και νιόπαντρος, περιγράφει στο Σωκράτη με λεπτομέρειες το καθημερινό του πρόγραμμα και την κατανομή των εργασιών στους δούλους του. Αν και από την περιγραφή αυτή συνάγονται πολλές λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής εκείνη την εποχή, σημαντικότερη είναι η προσφορά του έργου στην επισκόπηση της ζωής μιας Αθηναίας.

Πόροι: Με τις οικονομικές συνθήκες της Αθήνας ασχολείται το έργο «Πόροι», στο οποίο προτείνει τρόπους για την εξυγίανση των οικονομικών της πόλης.

 Το πλούσιο λογοτεχνικό του ταλέντο και η απλότητα του περιεχομένου, του ύφους και της γλώσσας του τον κάνουν τον πιο προσιτό από τους παλιούς συγγραφείς και πολύτιμο μάρτυρα μιας κρί­σιμης φάσης της Ελληνικής Ιστορίας.[5] Όμως το πνεύμα του ήταν μέτριο και ούτε στην ιστορία, ούτε στη φιλοσοφία μπόρεσε να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Ως ιστορικός δεν είναι ούτε οξύς κρι­τικός, ούτε αμερόληπτος, ενώ ως φιλόσοφος δεν είναι ούτε βαθύς, ούτε πρωτότυπος.

 

Υποσημειώσεις


[1] LeskyΑ., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 849.

[2] FlaceliereR., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 383.

[3] Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. III, σελ. 542, 553.

[4] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 25, σελ. 47, 49.

[5] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Γ2, σελ. 449.

[6] LeskyA., ό.π, σελ. 852-853.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού – http://www.ime.gr

 

Read Full Post »

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Read Full Post »

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)


 

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,

καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή,

ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη

παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται.

Επιτάφιος του Περικλή

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) [1]: Ο μεγάλος ιστορικός, που αποτελεί την κορυφή του τριγώνου των ι­στορικών της αρχαίας Ελλάδας – στη βάση του στέκονται ο Ηρόδοτος που προηγήθηκε απ’ αυτόν και ο Ξενοφώντας που τον ακολούθησε – γεννή­θηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής από ευγενή και πλούσια οικογέ­νεια, που είχε θρακική καταγωγή και συγγένευε με το Μιλτιάδη και τον Κίμωνα. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, είχε οι­κογενειακά κτήματα και μεταλλεία χρυσού. Μορφώθηκε άριστα με δα­σκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα, το ρήτορα Αντιφώντα και πιθανότατα τους σοφιστές Γοργία, Πρόδικο και άλλους.

Το 424 π.Χ. ήταν στρατηγός και ως διοικητής μικρής μοίρας Αθηναϊ­κού στόλου στη Θράκη δεν κατόρθωσε να εμποδίσει το Σπαρτιάτη στρα­τηγό Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Οι Αθηναίοι τον καταδίκα­σαν σε εξορία (ή αυτοεξορίστηκε) και έζησε 20 χρόνια μακριά από την Αθήνα, στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη. Η εικοσάχρονη εξορία του, του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλούς τόπους, όπου διαδραμα­τίζονταν τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, να ερευνήσει, να συλλέξει πληροφορίες και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων. Μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων γύρισε για λίγο στην Αθήνα και τελικά πέθανε ξαφνικά στη Σκαπτή Ύλη από άγνωστη αιτία γύρω στο 399 π.Χ.

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

 

Στο έργο του, «Θουκυδίδου ξυγγραφή» το ονόμασαν οι Αλεξανδρι­νοί και το χώρισαν σε 8 βιβλία, περιγράφει την ιστορία του Πελοποννη­σιακού πολέμου από το 431 π.Χ. ως το 411 π.Χ. Εργάστηκε με επιστημο­νικό τρόπο. Υπέβαλλε τις πληροφορίες και τις πηγές του σε αυστηρό κρι­τικό έλεγχο. Διέκρινε τις αιτίες από τις αφορμές που προκαλούν κάθε γε­γονός. Με τον ορθολογισμό του απέκλεισε την άμεση επέμβαση των θεϊ­κών δυνάμεων στα ιστορικά φαινόμενα και έδωσε πρωταρχική σημασία στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, πολιτικούς ή οικονομι­κούς. Χρησιμοποίησε ακριβείς προσδιορισμούς του χρόνου και του τόπου και απέφυγε τις άσκοπες παρεκβάσεις και τα ανέκδοτα. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει την «αλήθεια», να αποκαλύψει τη νομοτέλεια που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση και να κληροδοτήσει στις μελλοντικές γενιές το έργο του σαν αιώνιο απόκτημα («κτῆμα ἐς αεί»).

Στις 45 συνολικά δημηγορίες, που υπάρχουν στο έργο του, διαγράφει με σαφήνεια και αμεσότητα την ψυχολογική ατμόσφαιρα, παρουσιάζει τους χαρακτήρες και τη νοοτροπία των δρώντων προσώπων, προβάλλει τα κίνητρα της δράσης τους και συνδέει την ανθρώπινη φύση με τις πρά­ξεις. Πιστεύει ότι τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της ανθρώ­πινης φύσης και συμπεριφοράς.

Στα πολιτικά του φρονήματα φαίνεται πως ήταν οπαδός της συγκρα­τημένης δημοκρατίας, της μετριοπαθούς και συνετής εξουσίας. Επαινεί τον Περικλή, που τον θεωρεί πρότυπο πολιτικού άνδρα. Είναι εχθρός της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και δίνει ένα συντριπτικό χαρακτηρισμό για τους ηγέτες της Κλέωνα και Υπέρβολο. Τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη μετριοπαθή ολιγαρχική διακυβέρνηση του 411 π.Χ. που, κατά τη γνώμη του, υπήρξε ένα λογικό κράμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Πάντως είναι ο πιο μεγάλος από τους αρχαίους ιστορικούς και ο πρώτος που εφάρμοσε την αυστηρά αμερόληπτη κριτική στην ιστορική έρευνα, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και η κορυφαία «μεγαλοφυΐα της αντικειμενικότητας».

 

Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

 

Ο Θουκυδίδης στο 1° βιβλίο της ιστορίας του (κεφ. 24-87) παρουσιάζει τα αίτια του πολέμου που ιστορεί. Βαθύτερο αίτιο («αληθέστατη πρόφασις») του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί την αύ­ξηση της Αθηναϊκής δύναμης και το φόβο που προκλήθηκε απ’ αυτή στη Σπάρτη και στους συμμάχους της ή όπως συμπλήρωσαν νεότεροι ιστορι­κοί, τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δυο συνασπισμών και των μελών τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα επεξέτεινε την εμπορική της δραστηριότητα στη Δύση και απείλησε σοβαρά τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Παράλληλα υποστήριζε την επικράτηση δημοκρατικών πολι­τευμάτων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη, που θα στηρίζονταν στις εμποροβιοτεχνικές και λαϊκές τάξεις. Η δραστηριότητα αυτή της Αθήνας αύξανε την οικονομική και πολιτική της επιρροή σε βάρος των «Λακεδαιμονίων και των συμμάχων» τους, που ευνοούσαν τις παλιές αριστοκρατικές δο­μές της κοινωνίας και τα ολιγαρχικά πολιτεύματα.

Ως αφορμές («ἐς τό φανερόν αἰτίαι») του πολέμου ο Θουκυδίδης α­ναφέρει τα Κερκυραϊκά, τα Ποτιδαιακά και το Μεγαρικό ψήφισμα. Το 433 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν αμυντική συμμαχία (επιμαχία) με τους Κερ­κυραίους, που από το 435 π.Χ. βρίσκονταν σε πόλεμο με τη μητρόπολή τους Κόρινθο, και ο αθηναϊκός στόλος απέτρεψε με την παρουσία του την ολοκληρωτική καταστροφή των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους στα Σύβοτα. Οι Κορίνθιοι για αντεκδίκηση βοήθησαν την Ποτίδαια να αποστατήσει από την Αθηναϊκή Συμμαχία και το 432 π.Χ. Κορίνθιοι ε­θελοντές συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους, που έσπευσαν να πολιορ­κήσουν την Ποτίδαια. Οι Αθηναίοι απάντησαν με το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο απαγόρευσαν στους Μεγαρείς να καταπλέουν στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας και να εμπορεύονται στις αγορές της Αττικής [2].

Ο Θουκυδίδης για να δείξει την ψυχολογική κατάσταση, που δη­μιουργήθηκε απ’ αυτά τα γεγονότα, και την ατμόσφαιρα, από την οποία ξεπήδησε ο πόλεμος, παραθέτει 4 δημηγορίες, που συγκροτούν δύο με­γάλες αντιθέσεις, κατά το πρότυπο των «δισσών λόγων» των σοφιστών. Πρώτα-πρώτα στο συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρ­τη το 432 π.Χ. μιλάει ένας απεσταλμένος της Κορίνθου, που κατηγορεί την Αθήνα και ζητάει να της κηρύξουν τον πόλεμο, και ένας απεσταλ­μένος της Αθήνας -βρισκόταν εκεί για άλλη υπόθεση- που υπερασπίζεται την Αθηναϊκή πολιτική. Κατόπιν στη Σπαρτιατική συνέλευση, όταν οι σύμμαχοι έφυγαν, μιλάει ο βασιλιάς Αρχίδαμος κατά του πολέμου και ο έφορος Σθενελαίδας, φανατικός πολεμόχαρος [3].

Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι κάτω από την πίεση των Κορινθίων κήρυ­ξαν τον πόλεμο, με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι παραβίασαν τις «τριακοντούτεις σπονδές» και με το καλοϋπολογισμένο πολιτικό σύνθη­μα της «απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή τυ­ραννία», που έβρισκε απήχηση στους δυσαρεστημένους συμμάχους της Αθήνας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, σελ. 38.

[3] Bury J., ό.π. σελ. 41.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Μανουσάκη – Quack, Ρεγγίνα


 

 

Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, κατά την ομιλία της στο Επιστημονικό Συμπόσιο για τα «150 Χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση». Βουλευτικό Ναυπλίου, Οκτώβριος 2012.

Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, κατά την ομιλία της στο Επιστημονικό Συμπόσιο για τα «150 Χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση». Βουλευτικό Ναυπλίου, Οκτώβριος 2012.

Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, διδάκτορας φιλοσοφικής σχολής του Ελεύθερου  Πανεπιστημίου του Βερολίνου, ιστορικός.   Η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη γεννήθηκε στο Βερολίνο της Γερμανίας. Κατά την περίοδο του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» ήταν κάτοικος του Δυτικού Βερολίνου. Φοίτησε στο Γαλλικό Κολέγιο. Ως μαθήτρια ανταλλαγής φοίτησε επίσης ένα χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατόπιν σπούδασε ιστορία και γαλλική φιλολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Οι μεταπτυχιακές σπουδές της που έκανε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις αλλά κυρίως στην Αθήνα, αφορούσαν στην ιστορική έρευνα στον τομέα της νεότερης ελληνικής ιστορίας και των γερμανό-ελληνικών σχέσεων.

Η διδακτορική διατριβή της έγινε δεκτή από το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και εκδόθηκε ως βιβλίο στο Μόναχο το 1984 στην επιστημονική σειρά «Μελέτες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης»  (αρ.79). Έχει τον τίτλο «Ο γερμανικός φιλελληνισμός κατά τον Ελληνικό Αγώνα Απελευθέρωσης, 1821-1827». (Regine Quack-Eustathiades, Der deutsche Philhellenismus während des griechischen Freiheitskampfes 1821-1827.)

Από πάνω από μια τριακονταετία η Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη ζει μονίμως στην Ελλάδα, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Ναύπλιο. Από το 1980 μέχρι το 1984 δίδασκε στη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Από το 1975 λαμβάνει τακτικά μέρος, με εισηγήσεις, σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα όπως και στη Γερμανία. Ήταν καλεσμένη ως ομιλήτρια στα πανεπιστήμια του Βερολίνου (Humboldt), του Wuerzburg, του Muenster και της Λευκωσίας της Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει πλούσιο έργο μελετών και μεταφράσεων σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και της Γερμανίας.

 

Read Full Post »

Older Posts »