Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιωάννης Καποδίστριας’

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Εθνεγερσία του Μάρτη 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα – Στέλιου Αλειφαντή & Σέργιου Ζαμπούρα


 

Το 1901 ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου εξέδωσε, με δική του εισαγωγή και σχολιασμό («Εισαγωγικά Μελετήματα»), το «Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είχε ο ίδιος εντοπίσει ένα χρόνο νωρίτερα, καταχωνιασμένο στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου και εργαζόταν ως επιμελητής. Το πλούσιο και πολύτιμο αυτό υλικό περιλαμβάνει τρείς επιστολές, [1] που ο Ιωάννης Καποδίστριας έγραψε προς τον συμπατριώτη του, επτανήσιο Διονύσιο Ρώμα, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1821. Κομιστές των επιστολών ήταν έμπιστοι άνθρωποι του Καποδίστρια, οι Σπυρίδωνας Ναράντζης, Πρόξενος της Ρωσίας στη Βενετία και ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, διερμηνέας του ρωσικού Προξενείου στη Πάτρα. Την περίοδο εκείνη, ο Καποδίστριας, γραμματέας επικρατείας (υπουργός) επί των Εξωτερικών του αυτοκράτορα/τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου, βρισκόταν στο Laibach (σημερινή Ljubljana της Σλοβενίας), όπου λάμβανε χώρα μία από τις διπλωματικές Διασκέψεις των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ρώμας, παλαιός πολιτικός του συνεργάτης από το 1803 [2] στην «Επτάνησο Πολιτεία» (1800-1807), ήταν αυτοεξόριστος στην Βενετία, διεξάγοντας αγώνα ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλλει στα Επτάνησα (1816-1823) ο άγγλος ύπατος αρμοστής, λόρδος Thomas Maitland.

Η μελέτη των συγκεκριμένων επιστολών και άλλων συναφών υπομνημάτων είναι εξόχως διαφωτιστική, αποκαλυπτική θα μπορούσε κανείς να πει, για την πραγματική στάση, τον αποφασιστικό ή και, τολμούμε να υποθέσουμε, ηγετικό ρόλο του, κατά μία έκφραση χαρακτηριστική για τις δυτικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, «διαβόητου» («infamous» [3]) Ιωάννη Καποδίστρια, στην Επανάσταση του Μάρτη 1821 και, ειδικότερα, στην προετοιμασία της έκρηξής της. Καθιστούν, κατά την άποψή μας, σαφές και προφανές, τα κείμενα αυτά, ότι η συμβολή του Καποδίστρια, δεν περιοριζόταν στην, εν πολλοίς αποτελεσματική, διπλωματική αποτροπή της επαπειλούμενης συλλογικής ευρωπαϊκής καταδίκης της, ή και του κινδύνου η «Ιερά Συμμαχία» να συνέδραμε στρατιωτικά, όσο και διπλωματικά, τους Οθωμανούς στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν στο αίμα την επανάσταση. [4] Τα υπομνήματα και οι επιστολές του ανθρώπου, παρέχουν ισχυρά τεκμήρια, ότι, στη πραγματικότητα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν ένας  αμέτοχος διπλωματικός παρατηρητής, αλλά ένας ένθερμος υπέρμαχος ελληνικού ξεσηκωμού, άριστος γνώστης και μέτοχος όχι μόνο των διπλωματικών διεργασιών αλλά και των προεπαναστατικών διεργασιών που οδήγησαν στην ένδοξη εκείνη άνοιξη του 1821. Σε μερικά από τα τεκμήρια ή τις ενδείξεις αυτές, εστιάζουμε εδώ την προσοχή μας.

 

Η ευρωπαϊκή πολιτικο-διπλωματική συγκυρία

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Προτού ασχοληθούμε με τις προς Ρώμα επιστολές, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ορισμένα ειδοποιά χαρακτηριστικά ή βασικές τάσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων της εποχής. Ήταν μια εποχή, κατά την οποία οι απανωτές επαναστατικές εκρήξεις φιλελεύθερων και εθνικών κινημάτων, στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και στις χώρες υπό τον οθωμανικό ζυγό, καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή έως αδύνατη την μετα-ναπολεόντεια «Συννενόηση των Δυνάμεων» (Concert of Powers) – Αγγλίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. [5]

Η αναζωογόνηση της «Συμμαχίας» αυτής, ήταν βασική επιδίωξη του ρώσου τσάρου Αλέξανδρου στις διπλωματικές Διασκέψεις που με δική του πρωτοβουλία συνεκάλεσε στο Troppau (Φθινόπωρο 1820) και το Laibach (Ιανουάριος-Μάιος 1821). Στη πράξη, ωστόσο, οι Διασκέψεις αυτές, στις οποίες η Αγγλία και η Γαλλία απέστειλαν μόνον παρατηρητές, ήταν συνάξεις της «Ιεράς Συμμαχίας» (Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας) και εξυπηρετούσαν τελικά μόνο τις επιδιώξεις του αυστριακού Υπουργού Εξωτερικών, Μέττερνιχ: Την αναγωγή, δηλαδή, της βίαιης καταστολής των επαναστατικών κινημάτων σε θεμελιώδη «αρχή» της ευρωπαϊκής διπλωματίας («Πρωτόκολλο Troppau», Νοέμβριος 1820) και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αποδοχή τετελεσμένων, όπως η καταστολή του κινήματος των καρμπονάρων στο ιταλικό Βασίλειο της Νεάπολης, τον Ιανουάριο του 1821.

Η, παρά τις επίπονες προσπάθειες του Καποδίστρια, ρυμούλκηση του τσάρου στην αυστριακή πολιτική, υπήρξε πρόσκαιρη μόνο επιτυχία του Μέττερνιχ, από τον οποίο είχε εγκαίρως φροντίσει να αποστασιοποιηθεί ο κατά τα άλλα ιδεολογικά συγγενής του, συντηρητικός Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, λόρδος Castlereagh.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Η εμμονή του Μέττερνιχ «να γενικεύσει» την αρχή των επεμβάσεων, έγραφε ο Castlereagh, ήδη τον Μάιο του 1820, «και να την καταστήσει σύστημα [διεθνών σχέσεων] ή να την επιβάλλει ως υποχρέωση [των ευρωπαϊκών Δυνάμεων], είναι ένα σχέδιο απολύτως ανεφάρμοστο και ανάρμοστο» (“… a Scheme utterly impracticable and objectionable…”). [6] Τον Νοέμβριο 1820, απέστειλε οδηγίες προς όλες τις αγγλικές πρεσβείες, γιά αποχή από κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση, επί τη βάσει της «αρχής» της ένοπλης επέμβασης τους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Όπως διείδε ο Καποδίστριας, ήταν οι οδηγίες αυτές του Castlereagh που σηματοδότησαν την διάλυση, ουσιαστικά, της μεταναπολεόντιας «ευρωπαϊκής συμμαχίας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο Αάχεν».[7] Εφεξής, οι συννενοήσεις θά γίνονταν ανάλογα με την περίσταση, ad hoc, μεταξύ δύο ή περισσότερων δυνάμεων. Ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο συνεννοήσεων, ο διάδοχος του Castlereagh, George Canning, θα επιφέρει λίγο αργότερα  το τελειωτικό χτύπημα στον Μέττερνιχ και στο «μαλακό υπογάστριο» της «Ιεράς Συμμαχίας»: Το «ελληνικό ζήτημα», που κατέστη βάση μιας μερικής αγγλο-ρωσικής επαναπροσέγγισης δια της οποίας επήλθε ο απεγκλωβισμός της Ρωσίας από την πολιτική Μέττερνιχ. Από αγγλική σκοπιά, βέβαια, η«κονιορτοποίηση» της Ιεράς Συμμαχίας διά της «λύσης» του «ελληνικού ζητήματος»,  μέσα από ένα νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, που, όμως, δεν θα κατέληγε σε ρωσικό έλεγχο των Στενών, συνιστούσε έναν άλυτο ακόμα γρίφο της περίτεχνης διπλωματίας του Canning. [8]

Εν μέσω αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικο-διπλωματικών διεργασιών, ο μέχρι πρότινος Στρατηγός του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού, ο Εθνεγέρτης της νεώτερης Ελλάδας, πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, κήρυξε στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, την Επανάσταση, σπέρνοντας τον πανικό στην Υψηλή Πύλη και όχι μόνο, με τον ισχυρισμό του ότι οι Έλληνες σύντομα θα έβλεπαν και μία «Κραταιά Δύναμη» να «υπερασπίζεται τα Δίκαιά» τους. Είκοσι μέρες αργότερα ξεσπούσε η Επανάσταση και στον Μοριά.

 

Καποδίστριας και Υψηλάντης

 

Όπως σημειώνει ο Καποδίστριας στο γνωστό υπόμνημά του 1826 προς τον διάδοχο του Αλέξανδρου, τσάρο Νικόλαο, ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο που ορισμένοι, εσφαλμένα, θεώρησαν «αυτοβιογραφία», ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να αποκηρύξει «το εγκληματικό κίνημα των Εταιριστών όπως, επίσης και να καταδικάσει τις πράξεις του πρίγκιπα Υψηλάντη». Για να προσθέσει, ο Καποδίστριας, ευθύς αμέσως: «…Όμως, ούτε η έντονη αποδοκιμασία ούτε και όποια άλλη ενέργεια θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της επανάστασης…».

Ο Καποδίστριας, ούτε τότε, ούτε αργότερα, θέλησε να μιλήσει ανοικτά και με σαφήνεια «περί του Υψηλάντη, περί της Εταιρείας του και του τρόπου με τον οποίον ήρχισεν η Επανάστασις». [9] Επέμεινε, βέβαια, στο ότι «ποτέ» ο ίδιος «δεν ενέκρινε το επιχείρημα του Υψηλάντη» και «την αναρχίαν και κακοήθειαν των οπαδών του». [10] Τι ακριβώς δεν ενέκρινε, ωστόσο; Όχι, βεβαίως, «το μέγα και γιγαντιαίον της ελευθερίας μας επιχείρημα», αλλά «τον τρόπον με τον οποίον ήρχισε… χωρίς όπλα, χωρίς πολεμικάς έξεις, χωρίς επιστήμονας στρατιωτικούς, χωρίς χρήματα, και το χειρότερον γέμοντες από τα ελαττώματα πολλών αιώνων δουλείας…». [11] Το μυστήριο της συνεργασίας ή διαφωνίας Υψηλάντη-Καποδίστρια δεν επιλύεται ούτε από τα όσα ο Υψηλάντης φέρεται να είχε εκμυστηρευθεί σε δικούς του ανθρώπους, ότι δηλαδή ο ίδιος είχε έγκαιρα και διεξοδικά ενημερώσει τον Καποδίστρια για το όλο εγχείρημα, τον Μάϊο ή Ιούνιο 1820, ότι ο Καποδίστριας «επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει την ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του» και ότι, ακόμα, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε την προς τα έξω προβολή και καλλιέργεια της εντύπωσης ότι ο τσάρος ευνοούσε και υποστήριζε τα επαναστατικά σχέδια. [12] Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος γνώριζε για την υπόθεση πολύ λιγότερα πράγματα απ’ όσα γνώριζε ο Καποδίστριας. [13]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Στο υπόμνημα του 1826, ο Καποδίστριας αναφέρεται σε μία παλαιότερη συνομιλία του με τον Υψηλάντη, τον χειμώνα του 1819-1820 στην Πετρούπολη, όπου όταν ο στρατηγός τον ερώτησε απεγνωσμένα «Και οι ΄Ελληνες τι θα απογίνουν; Οι Τούρκοι σφάζουν και η Ευρώπη δεν προτίθεται να κάνει το παραμικρό!», ο Καποδίστριας, τον συμβούλευσε μεν ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν ποτέ να «… εξαναγκάσουν τον [ρώσο] αυτοκράτορα να αναλάβει δράση…», αφού, ωστόσο, προηγουμένως, υπογράμμισε και τα εξής: «Όσοι Έλληνες διαθέτουν όπλα θα συνεχίσουν να αντιστέκονται στα βουνά, όπως κάνουν εδώ και αιώνες. Αν στον επικείμενο πόλεμο με τον Αλή Πασά καταφέρουν να κρατήσουν το Σούλι και άλλα τέτοια οχυρά, τότε η αντίστασή τους θα είναι μακρά. Από αυτή την θέση, την κάπως ευνοϊκή, δεν θα χρειάζεται να περιμένουν οτιδήποτε από την Ευρώπη. Αν πάλι ο χρόνος και οι εξελίξεις μεταβάλουν την υφιστάμενη κατάσταση, τότε ίσως οι νέες περιστάσεις να είναι καλύτερες για τους Έλληνες…». [14] Ο Καποδίστριας ανέπτυσσε εδώ την πρόβλεψη, εκτίμηση, ή θέση ότι οι έλληνες επαναστάτες θα συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση, δημιουργώντας, όπως επί γενιές ολόκληρες εδίδασκαν η Μάνη και το Σούλι, εδαφικά τετελεσμένα. Επρόκειτο για μία πολιτική θέση η οποία, σε διεθνές επίπεδο, εναρμονιζόταν με την παραδοσιακή ρωσική στάση ενθάρρυνσης των επαναστατικών θυλάκων, ως ερεισμάτων που η Ρωσία θα μπορούσε κατά βούληση να αξιοποιήσει εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το κρίσιμο στοιχείο της τοποθέτησης αυτής του Καποδίστρια, ωστόσο, έγκειτο στην εθνική, πρωτίστως, υπόστασή της, στην πεποίθησή του, δηλαδή, ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις και να μην εξαρτάται από έξωθεν υποκίνηση ή στήριξη. [15] Παρά την επίσημη θέση του και παρά τις με κάθε ευκαιρία επίσημες διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την Εταιρία των Φιλικών, ο Καποδίστριας φαίνεται εδώ να σκέφτεται και να ομιλεί περισσότερο σαν Φιλικός και λιγότερο σαν Υπουργός του ρώσου Αυτοκράτορα. Όπως δε έχει επισημάνει ο Γκριγκόρι ΄Αρς, « όλα τα γεγονότα συνηγορούν στο ότι όλες οι πράξεις της ελληνικής επαναστατικής οργάνωσης είχαν σκοπό την εθνική απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Μεταξύ των επιδιώξεών της και των πολιτικών στόχων της τσαρικής κυβέρνησης υπήρχε πάντα μεγάλο ρήγμα, εάν όχι πραγματικό χάσμα» [16].

 

Οι προς Ρώμα Επιστολές

 

Ας έλθουμε όμως τώρα, στις προς Ρώμα επιστολές. Στην πρώτη επιστολή με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου (5 Φεβρουαρίου) 1821, o Καποδίστριας, όντας ήδη παραλήπτης αρκετών επιστολών του Ρώμα, φαίνεται ότι κρίνει απαραίτητο να τον προϊδεάσει σχετικά με τις επικείμενες επαναστατικές εξελίξεις. Τον διαβεβαιώνει ότι η μεγάλη καθυστέρηση της απάντησής του, οφείλεται αποκλειστικά στις βεβαρημένες υποχρεώσεις του και σπεύδει να τονίσει ότι, όπως θα εξηγήσει στον Ρώμα και διά ζώσης ο Ναράντζης, «μοι είναι αδύνατον να παρακολουθώ τας λεπτομέρειας ιδιαιτέρας αλληλογραφίας».

Δεν είναι γνωστό το περιεχόμενο των επιστολών Ρώμα, στις οποίες αναφέρεται ο Καποδίστριας, ωστόσο στους μήνες που προηγήθηκαν επικρατούσε οργασμός προ-επαναστατικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας των Φιλικών στον Μοριά όπου το μέγα ζήτημα προβληματισμού ήταν ο χρόνος και ο τόπος έναρξης της επανάστασης. Ήδη τον Αύγουστο του 1820, επιστρέφοντας από προηγηθείσα επαφή του με τον Καποδίστρια, ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, διερμηνέας στο ρωσικό προξενείο της Πάτρας, συνάντησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό και του μετέφερε την άποψη των πελοποννήσιων προεστών, ότι για να προλάβουν τις οθωμανικές προετοιμασίες καταστολής της, έπρεπε να επισπευτεί η έκρηξη της επανάστασης και ότι τούτο να γίνει όχι στον Μοριά αλλά στις Ηγεμονίες, ως αντιπερισπασμός αλλά και για να δημιουργηθεί ευκαιρία ρωσικής επέμβασης.[17] Τον Οκτώβριο 1820, για την στρατιωτική προπαρασκευή του Αγώνα, ο Αλ. Υψηλάντης έστειλε τον Περραιβό και τον Παπαφλέσσα στη Πελοπόννησο. 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Ο Ρώμας, όντας έφορος της Εταιρίας των Φιλικών στην Ζάκυνθο σε στενή επικοινωνία με τον Μοριά, θα γνώριζε αυτές τις διεργασίες και είναι εύλογο  να υποθέσουμε ότι ζητούσε τις απόψεις του Καποδίστρια γι’ αυτές. Ο Καποδίστριας τον παρέπεμψε στον «κύριο Κόμη Συγούρο» που «θα σας είπη, όσα τω έγραψα σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος μας», πληροφορώντας τον ότι και ένας ακόμα έμπιστός του «ο Ναράντζης θα συμμετάσχη της συνδιαλέξεώς σας».  Δεν γνωρίζουμε τι συγκεκριμένα είχε γράψει ο Καποδίστριας στον Συγούρο και τι ο τελευταίος μετέφερε στον Ρώμα «σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος».  Όμως σ’ αυτήν την πρώτη επιστολή ο Καποδίστριας ενθαρρύνει τον Ρώμα και τον διαβεβαιώνει για την ανάγκη σταθερότητας στην εκπλήρωση του εθνικού σκοπού, για τον οποίο εργαζόταν ο Ρώμας όντας, ήδη από Απρίλιο 1819, μυημένος στην Εταιρία των Φιλικών από τον Αριστείδη Παππά.[18] Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο 1818, ο Παππάς, στη Κέρκυρα,  γνωρίζουμε ότι είχε μυήσει στην Εταιρία των Φιλικών τον Βιάρο Καποδίστρια, αδελφό του Ιωάννη.[19] Φιλικός – και μάλιστα Έφορος της Εταιρίας στην Κέρκυρα – να θυμίσουμε επίσης, ήταν και ο άλλος αδελφός, Αυγουστίνος Καποδίστριας.[20] Στα Επτάνησα, είχαν μυηθεί στην Εταιρία και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως και άλλοι μωραΐτες οπλαρχηγοί που, την άνοιξη του 1819, μετά από συνεννόηση Αυγουστίνου Καποδίστρια-Ρώμα, συναντήθηκε στην Κέρκυρα με τον Ιωάννη Καποδίστρια.[21] Στην επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 1821, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε τον ζακύνθιο Φιλικό να έχει «Υπομονή, Εγκαρτέρησις και Θάρρος… Ας είμαστε σταθεροί εις την απόφασιν να εκπληρώσωμεν τα καθήκοντα ημών προς την Πατρίδα…»

Ο Καποδίστριας έγραψε την δεύτερη επιστολή του προς το Ρώμα, με ημερομηνία 6/18 Απριλίου 1821, αφού έχει ξεσπάσει η Επανάσταση, στην Μολδοβλαχία, το Μοριά, από κοντά και στη Στερεά. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της προηγηθείσης επιστολής του Ρώμα. Ωστόσο από την απάντηση του Καποδίστρια και τις συσχετίσεις με τα συμβάντα της περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι, πιθανόν, ο Διονύσιος Ρώμας να ζητούσε νέα παρέμβαση του Καποδίστρια στον τσάρο υπέρ της επανάστασης, αλλά και ότι, επιπρόσθετα,   στην δική του επιστολή προέβαλε αντιρρήσεις που εξέφραζε κυρίως ο υπό τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο [22] κύκλος της Πίζας και Προεστοί για την ηγεσία Υψηλάντη.

Η ουσία των θέσεων που εξέφραζε τότε ο Ιγνάτιος και τις οποίες υιοθετούσε και ο Ρώμας, ήταν η πεποίθησή τους ότι απόλυτη και αναγκαία προϋπόθεση της επανάστασης ήταν η εξωτερική στήριξή της και ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να ξεκινήσει, τότε μόνο όταν αυτό θα επέτρεπαν και θα το επέβαλαν συμφέροντα και αποφάσεις Μεγάλων Δυνάμεων. [23] Η αντίληψη αυτή της διαρκούς αναζήτησης «προστάτιδων δυνάμεων», συγκρούονταν με την πραγματικότητα της διαφοροποίησης των επιδιώξεων των ελλήνων επαναστατών και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Ωστόσο, στη περίπτωση του Ιγνάτιου, ή του Ρώμα, η πραγματικότητα δεν οδήγησε σε ουσιαστική αναθεώρηση της αντίληψης αυτής της διαρκούς αναζήτησης προστασίας, αλλά απλά και μόνο σε έναν, ούτως ειπείν, διεθνή αναπροσανατολισμό της εξάρτησης, από την Ρωσία στην Αγγλία, σ’ αντίθεση με τον Καποδίστρια που κράτησε αποστάσεις από την ρωσική διπλωματία. [24] 

Ο Καποδίστριας στην επιστολή εκδηλώνει εκνευρισμό για την στάση του Ρώμα. Τον επιπλήττει γιατί δεν αντιλαμβάνεται την θεσμική ιδιότητα του Καποδίστρια στη Πετρούπολη, εκθέτοντάς τον στα μάτια του τσάρου, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις Αλέξανδρου A’ και Καποδίστρια βρίσκονταν σε τεντωμένο σκοινί. Σε κάθε περίπτωση είναι κατηγορηματικός για να μην επιτρέψει την οιαδήποτε παρανόηση όχι απλώς του Ρώμα αλλά και στην αντίληψη του οιουδήποτε άλλου που ενδεχομένως θα διάβαζε την επιστολή: «… Ζητείτε, Κόμη μου, οδηγίας από εμέ. Από ποιον; Από εμέ ως ιδιώτην, ή από εμέ ως δημόσιον άνθρωπον; Δεν πρέπει να συγχέωνται αι δύο αυταί ιδιότητες. Είναι ολίγον εκείνο, το οποίον δύναμαι ως δημόσιος άνθρωπος, περί τούτου έχετε ήδη απόδειξιν. Δεν δύναμαι να πράξω περισσότερον. Εάν μοι ήτο δυνατόν, θα το έπραττον, χωρίς να παραστή ανάγκην ωθήσεων και προτροπών ουδαμόθεν. Το λέγω αυτό και περί μέλλοντος. Οσάκις δυνηθώ να ωφελήσω την κοινήν Πατρίδα, θα το πράξω με όλην μου την ψυχήν. Η υπόθεσις της Πατρίδος είναι και θα είναι πάντοτε υπόθεσις ιδική μου. Η ιερώτερα καθώς και η προσφιλέστερα πάσης άλλης».

Στην συνέχεια αυτής, ίσως της πιο αποκαλυπτικής επιστολής ο Καποδίστριας εξηγεί με σαφήνεια – … «ως ιδιώτης» – την πολιτική του θέση έναντι της ελληνικής εξέγερσης (οι υπογραμμίσεις δικές του): « η αναγέννησις και η αληθής ανεξαρτησία ενός λαού δεν δύναται να είναι, ειμή το μόνον και ίδιον έργον του. Η εξωτερική βοήθεια δύναται να την στερεώση, ουδέποτε να την δημιουργήση. Αι ημέτεραι Ιονικαί ατυχίαι καταδεικνύουν αρκετά την μεγάλην ταύτην αλήθειαν. Αν η ημετέρα ανεξαρτησία δεν προήρχετο εκ περιστάσεων αλλοτρίων και εξωτερικών, αι αλλότριαι και εξωτερικαί περιστάσεις δεν θα ήθελον μας την αρπάσει». Δύσκολα, πράγματι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε περιεκτικότερη δήλωση των εθνικών ελληνικών προτεραιοτήτων του Καποδίστρια, σε μια εποχή που παρέμενε ακόμα στην υπηρεσία του ρώσου Αυτοκράτορα! Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για ισχυρότατο τεκμήριο ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, όπως ορισμένοι θεωρούν και θέλουν να πιστεύουν, στην θεμελιώδη αντίληψη της Εταιρίας των Φιλικών υπέρ μιας αυτοδύναμης ελληνικής εξέγερσης. Αντίθετα, το 1821, ήταν ο Καποδίστριας που κατεξοχήν εξέφραζε ακριβώς αυτήν την επαναστατική θέση.

Περαιτέρω, είναι βεβαίως αξιοσημείωτο και επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, το γεγονός ότι στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας αντιπαρέρχεται την επιχειρηματολογία κύκλων που αντιπολιτεύονταν την ηγεσία Υψηλάντη, περί της αν-επάρκειας των μέσων για την διεξαγωγή του Αγώνα, και εστιάζει ευθέως στο ζήτημα της πολιτικής ενότητας των ηγετικών παραγόντων του Αγώνα. Με δεδομένη  πλέον την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης, ο Καποδίστρια θεωρεί το ζήτημα «περί επάρκειας των μέσων» προσχηματικό για την διεκδίκηση της ηγεσίας του Αγώνα. Επιμένει ότι το κρίσιμο πλέον ζήτημα δεν είναι ο χρόνος έναρξης της Επανάστασης αλλά το ζήτημα της συσπείρωσης όλων για την στρατιωτική επιτυχία της. Με ευθύτητα γράφει στον Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».

Μερικές γραμμές παρακάτω, ο Καποδίστριας φαίνεται να θέτει  προσωπικά τον Ρώμα ενώπιον των ευθυνών του, καλώντας τον να επιλέξει τη στάση που τελικά θα κρατούσε:

«Αν λοιπόν αι γνώσεις, τας οποίας κατέχετε, σας επιτρέπουν να θεωρειτε ως δυνατήν την έκβασιν, αν πιστεύητε, ότι δύνασθε να συντελέσητε εις τούτο, μη αρμηθήτε την συνδρομήν σας. Εν προσωπον περισσότερον, και μάλιστα πρόσωπον οποίον είσθε σεις, δύναται να προσθέση πολύ εις την πλάστιγγα. Εν εναντία όμως περιπτώσει, μεταχειρίσθητε την επιβλητικότητά σας εις τρόπον, ώστε να επανελθη εκαστος εις την προτέραν αφάνειαν. Αύτη  μόνη δύναται να επιφυλάξη εις την Πατρίδα άνθρωπον τινα ικανόν να την υπηρετήση μιαν ημέραν».

Η αποστροφή αυτή της επιστολής συνιστά μια ακόμη ένδειξη της ηγετικής στην εθνεγερσία θέσης του … «ιδιώτη» Ι. Καποδίστρια που την εκφράζει μάλιστα όντας ως υπουργός εξωτερικών του τσάρου. Εύλογα, ωστόσο, λόγω της δημόσιας ιδιότητας του προσπαθούσε να διαφυλάξει την ήδη λεπτή θέση του έναντι του τσάρου, κρατώντας τα προσχήματα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Αγνοώ, ως αγνοώ καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα, δεν δύναμαι να κρίνω. Αγνοώ πάντα ταύτα, καίτοι πλέον ή άπαξ μοι προσεφέρθη μικρα τις γνωσις’  λέγω δε μικρά τις, διότι το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους. Εγώ δε δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι».

Ο Ρώμας διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές θα πρέπει να αντιλαμβανόταν πλήρως ότι, στη πραγματικότητα, ο Καποδίστριας γνώριζε «καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα», στο οποίο … «δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι», όπως και τον επιπλέον υπαινιγμό ότι «το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους».

Η τρίτη επιστολή, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1821, φαίνεται ότι απαντά σε προηγούμενη επιστολή με την οποία ο Ρώμας του επεσήμανε προβληματισμούς και εκτιμήσεις κάποιου μη-κατονομαζόμενου νέου για τις εξελίξεις, επιζητώντας τον σχολιασμό του Καποδίστρια.

 Ο Καποδίστριας αρνείται να απασχοληθεί με ζητήματα που θίγει ο νέος, «εις τας πολύ ενδιαφέρουσας επιστολάς του», για τις οποίες παρακαλούσε τον  Ρώμα να ευχαριστήσει τον εύελπι νέο αλλά και να τον πληροφορήσει ότι ο Καποδίστριας δεν θα απαντούσε και ότι τις «κατέστρεψε«. Φαίνεται μάλιστα να αντιδιαστέλλει τα θέματα που θίγει ο αναφερόμενος νέος με τα πραγματικά σημαίνοντα θέματα των ημερών, που δεν ήταν άλλα από τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Χριστιανών στη Πόλη, που προκαλούσαν την φρίκη («αι εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστολαί μου φθάνουσι μέχρι πρώτης Απριλίου- εμποιεί φρίκην…«).

Η επιστολή αποτελεί κραυγή στους επαΐοντες, ότι  «κατά γενικόν κανόνα διευθύνονται κακώς οι υποθέσεις υπό των αγνοούντων αυτάς«. Ότι, «είναι κακόν και ήκιστα έντιμον το διευθύνειν μακρόθεν και άνευ προσωπικού κινδύνου, επιχείρησιν μέλλουσα να αποφασίση περί της κεφαλής και της υπάρξεως των ημετέρων ομοεθνών«. Ότι δεν ήταν ώρα εκείνη για περισπούδαστες αναλύσεις για τα τεκταινόμενα, για τα «γεγονότα» τα οποία «επέρχονται μετά της ταχύτητος της σκέψεως». Ότι «ευρισκόμεθα ενώπιον δύο επαναστάσεων» (της ελληνικής και των αλβανών του Αλή Πασά) και ότι «οποία έσσεται η έκβασις τοσαύτης διαπάλης, ο Θεός μόνος δύναται να το ηξεύρει«. Ότι, τελικά, ήταν η ώρα της έμπρακτης και ουσιαστικής συνεισφοράς του καθενός στον Αγώνα, από όποια θέση και αν βρισκόταν. «Έκαστος εξ’ ημών εν τη προκειμένη υποθέσει βεβαίως δεν δύναται ειμή να εκπληρώση το καθήκον αυτού’  εγώ δε εκτελώ και θα εκτελώ το χρέος μου … Περί τούτου εστέ βέβαιος…«.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Μετά τον Μάρτη του ΄21 και μέχρι την ουσιαστική παραίτησή του από το ύπατο ρωσικό αξίωμά του, τον Αύγουστο του 1822, συνέχισε τις προσπάθειες να μεταπείσει τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, ότι δεν ήταν το «αυστριακό σύστημα» που «μπορούσε να διατηρήσει την ειρήνη και την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων» και ότι, αντίθετα, ήταν προς το απόλυτο συμφέρον της Ρωσίας να αναλάβει αποφασιστικές, στρατιωτικές όσο και διπλωματικές πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβάλλει τον τερματισμό των τουρκικών θηριωδιών  εναντίον των ομοδόξων της στην βυθιζόμενη στο αίμα οθωμανική αυτοκρατορία και να ηγεμονεύσει σε έναν από κοινού με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, διπλωματικό διακανονισμό του Ανατολικού Ζητήματος. [25] Έδινε, στην ουσία, μάχες οπισθοφυλακής. Όχι χωρίς αποτελέσματα, αφού τελικά έπεισε τον Τσάρο να μην διαρρήξει όσα διπλωματικά ερείσματα του είχαν απομείνει στους χριστιανούς της περιοχής, να απορρίψει κάθε ιδέα «συλλογικής δράσης» του πρίγκιπα Μέττερνιχ και του βρετανού πρέσβη, λόρδου Stewart, δηλώνοντας σ’ αυτούς ότι «θεωρεί την ελληνο-τουρκική σύγκρουση του ένα ζήτημα το οποίο θα διευθετηθεί αποκλειστικά ανάμεσα στην Ρωσία και την Υψηλή Πύλη», [26] και φτάνοντας τέλος ο τσάρος να ανακαλέσει τον ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη, βαρόνο Στρόγκανοφ, ο οποίος, αφού επέδωσε ένα σκληρό διάβημα στην Υψηλή Πύλη,  στις 4 Ιουλίου 1821, αηδιασμένος από τις τουρκικές φρικαλεότητες και την οθωμανική διπλωματική κωλυσιεργία, αρνήθηκε να αποδεχθεί την καθυστερημένη απάντηση του Ρεϊς-Εφέντη Μοχάμεντ Σαντίκ, στις 26 Ιουλίου και, στις 10 Αυγούστου, επιβιβάστηκε σε ρωσική φρεγάτα που απέπλευσε αμέσως για την Οδησσό. «Ότι κατάφερε να φύγει χωρίς να κακοποιηθεί», σημειώνει ένας σύγχρονος ιστορικός, «οφείλετο εν πολλοίς σε προσπάθειες» των ομολόγων του πρέσβεων της Αγγλίας και της Αυστρίας. «Η Βρετανία και η Αυστρία επιθυμούσαν να αποτρέψουν την διάλυση της τουρκικής αυτοκρατορίας στα χέρια της Ρωσίας, και το κοινό αυτό συμφέρον τους απαιτούσε ότι έπρεπε να συνεργασθούν για την διατήρηση της ειρήνης». [27]

Προφανώς, ο Καποδίστριας θα είχε αντιληφθεί ότι, πέραν των διπλωματικών αυτών παραστάσεων, οι εισηγήσεις του δεν μπορούσαν να έχουν περαιτέρω επίδραση στην πολιτική του τσάρου. Από τον Μάιο, έγραφε σχετικά στον Ρώμα:

«Δέεσθε, ως και εγω δέομαι εκ βάθουςψυχής, εις την θείαν Πρόνοιαν, ίνα ευσπλαχγνισθη τους ημέτερους. Αύτη μόνη δύναται να εμπνεύσει γενναία αισθήματα εις μόνον Ισχυρόν, όστις δύναται να έλθη εις αυτούς αρωγός. Γένοιτο! »

 

Συμπερασματικά

 

Μέσα από τις τρεις διασωθείσες επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, με τα παραλειπόμενά τους, τις υπαινικτικές αναφορές αλλά και τα όσα έκρινε, με τόλμη, ότι έπρεπε να πει ευθέως, «ως ιδιώτης», μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τον δραματικό τρόπο με τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας βίωσε την έκρηξη της Επανάστασης του ’21.

Αλλά και την αφοσίωσή του σε αυτήν! Οι συγκεκριμένες επιστολές, όπως και άλλα κείμενα του, υποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, αλλά ότι, αντιθέτως, ήταν εκείνος, εν πολλοίς, ο οποίος συνέλαβε, και το 1821 κατ’ εξοχήν εξέφραζε, την πολιτική αντίληψη, θέση, σχέδιο ή στρατηγική της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι, αν και βεβαίως, σε κάθε βήμα της, έπρεπε με προσοχή να συνυπολογίζει τις επιδιώξεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, τις προτεραιότητες, ακόμα και τις εμμονές και προκαταλήψεις των βασιλέων και των αξιωματούχων τους, ωστόσο η επανάσταση έπρεπε και να προετοιμασθεί, και να ξεκινήσει και να προχωρήσει, αυτοτελώς, αν επρόκειτο να επιβληθεί και να καταστεί λειτουργικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος: Ως κράτος αδύναμο, εκ των πραγμάτων τότε, και κατ’ αρχήν, αλλά σε θέση, με δυνατότητα και με προοπτική να εδραιώσει την εθνική του ανεξαρτησία, στην απορρόφηση των κραδασμών του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. [28]

Θα πρέπει, συμπερασματικά, να τονίσουμε ότι, πέρα και ανεξάρτητα από την διπλωματική του δεινότητα, πέρα και από την ιδεολογία ή κοσμοθεωρία του [29] και την βαθιά ορθόδοξη του πίστη, την φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια και την ανεκτίμητη προσφορά του στην Ελλάδα, πάνω από όλα, ή σε τελική ανάλυση, προσδιόρισε η πολιτική του Πράξη. Σε όλο τον δημόσιο βίο του, ο οποίος ξεκίνησε στα χρόνια της «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807). Εκεί, να θυμίσουμε, για πρώτη φορά αναδείχθηκαν οι σπάνιες ηγετικές, πολιτικές, διοικητικές, οργανωτικές και άλλες του ικανότητες και δυνατότητες. Εκεί, συναντήθηκε γιά πρώτη φορά με τους πέραν των Επτανησίων «Έλληνες της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου», τους «[οπλ-]αρχηγούς της Ελλάδας» με «την γενναία και χριστιανική ψυχή», [30] με τους οποίους θα διατηρούσε έκτοτε διαρκή επαφή και συνεργασία. Αλλά η πολυσχιδής προεπαναστατική δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και η ανάπτυξη της πολιτικής του σκέψης, παραμένουν εξέχοντα ζητήματα, για τα οποία υπάρχει πολύτιμο, πρωτογενές και άλλο, υλικό το οποίο χρήζει διεξοδικότερης διερεύνησης και συσχέτισης με το ευρύτερο ελληνικό και διεθνές ιστορικό πλαίσιο της εποχής.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Οι επιστολές, οι οποίες είναι γραμμένες στην ιταλική γλώσσα, καθώς και οι μεταφράσεις τους περιλαμβάνονται στο: Δ. Γρ. Καμπούρογλου,  Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, Τομ. Α’, 1819-1825, Αθήνα, 1901, σελ. 33-40 . Οι υπογραμμίσεις σε αποσπάσματα επιστολών του Ι. Καποδίστρια περιλαμβάνονται στις επιστολές.

[2] Για μια περιεκτική  αναδρομή των διαχρονικών σχέσεων Καποδίστρια-Ρώμα, Χ.Ν. Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις. Αθήνα 2015, σελ. 102-114 (Διδακτορική διατριβή: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

[3] Κ. Μάρξ & Φρ. ΄Ενγκελς, Η Ελλάδα. Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα. Εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, σελ. 64

[4] Σε «Υπόμνημα προς τους Έλληνας», τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1822 (Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμος ΣΤ, σελ 234, Κέρκυρα 1984), αμέσως μετά, δηλαδή, την αποχώρησή του από την Αγία Πετρούπολη για την Γενεύη, μεταξύ άλλων ο Καποδίστριας έγραφε: «… Όσον κατ’ εμέ, όχι μόνο δεν φοβούμαι την εγκατάλειψιν της Ευρώπης, αλλά και την επιθυμώ. Εν μόνον φοβούμαι, μήπως αι φιλότουρκοι Δυνάμεις δώσουν πραγματικάς χείρας βοηθείας εις τους ολοθρευτάς μας, αλλά και τότε η γνώμη μου δεν αλλάζει. Είναι συμφερώτερον, είναι ενδοξώτερον να αποθάνωμε με τα άρματα εις τας χείρας, παρά να υποπέσωμεν και αύθις από το γιαταγάνι των Τούρκων, ζωή μυριάκις φοβερωτέρα από τον θάνατον. Ελπίζω όμως ότι η Ιερά Συμμαχία δεν θέλει καταντήσει εις τοιαύτην αισχρότητα….»

[5]  Θεσμοθετήθηκε, ως «Πενταμερής Συμμαχία» στα Συνέδρια του Άαχεν (Aix-la-Chapelle -1818), όπου η Γαλλία αποκαταστάθηκε ως ισότιμη ευρωπαϊκή Δύναμη, του Τροπάου (Troppau -1820), με αντικείμενο την καταστολή της επανάστασης στη Νάπολι (Ιούλιος 1820) ζήτημα στο οποίο η Αγγλία και μερικώς η Γαλλία διαφώνησαν με Αυστρία και Ρωσία σχετικά με την ανάληψη συλλογικής δράσης, του Λάϊμπαχ (Laibach-1821) με αντικείμενο τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις στην Ιταλία, όπου συνεχίστηκαν οι διαφωνίες Βρετανίας και Γαλλίας με Αυστρία και Ρωσία και τέλος της Βερόνα (Verona-1822) με αντικείμενο την ισπανική εξέγερση, όπου η Αγγλία διαχώρισε πλήρως την θέση της στην ανάληψη συλλογικής δράσης αλλά και υποστήριξης μιας γαλλικής επέμβασης για την καταστολή της. Η «Ιερά Συμμαχία» ήταν ένας στενότερος ατελέσφορος και θνησιγενής συνασπισμός που δημιουργήθηκε (Σεπτέμβριος 1815) από τους αυτοκράτορες της ορθόδοξης Ρωσίας, καθολικής Αυστρίας και προτεσταντικής Πρωσίας γιά να καταρρεύσει με το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου Α’.

[6] The Cambridge History of British Foreign Policy, 1783-1919, τόμος ΙΙ: 1815-1866 (Cambridge At the University Press, 1923, Appendix A: “Lord Castlereagh’s Confidential State Paper of May 5th 1820”, σελ. 631). Τόσο αντιπαθής ήταν στους φιλελεύθερους κύκλους της Αγγλίας ο Castlereagh, ώστε ο ποιητής  Percy Shelley, στο ποίημά του “The Mask of Anarchy”, είχε γράψει ότι ενσαρκώνει και προσωποποιεί το έγκλημα της δολοφονίας (“…I met Murder on the way, he had a mask like Castlereagh…”). Ο διπλωματικός πραγματισμός του, ωστόσο, συναντήθηκε στην πράξη της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής με τον φιλελεύθερο αστισμό του διαδόχου του George Canning, ο οποίος μετακινείται από την αδιέξοδη συντηρητική πολιτική της «ουδετερότητας» και μη-παρέμβασης σε πολιτική ενεργητικής μεσολάβησης και παρέμβασης σε διεθνή ζητήματα.

[7] Ιωάννης Καποδίστριας, Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου από το 1798 έως το 1822. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014, σελ. 126

[8] Στη πολιτική της εναλλαγής συμμαχιών και της παρέμβασης γιά την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» του George Canning, «τα στρατηγικά συμφέροντα λίγο είχαν να κάνουν με την Ελλάδα καθαυτή, αλλά περιστρέφονταν γύρω από Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ρωσία». Andrew Montgomery Endort, “British Foreign Policy under Canning”, Thesis, University of Montana, 2008, p.71

[9] «Υπόμνημα προς τους ΄Ελληνας», οπ. παρ., σελ. 234-235

[10] Οπ. παρ., σελ. 242

[11] Οπ. παρ., σελ. 235

[12] Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας. Έρευναι εις τα αρχεία. Σελ. 123-125

[13] Καθόσον αφορά στοιχεία από τα κρατικά ρωσικά αρχεία, δείτε μελέτες του ρώσου ειδήμονα Γκρ. Αρς, όπως «Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία»,  Αθήνα 2011.

[14] Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας,οπ. παρ., σελ. 120

[15] Ο Καποδίστριας είχε εκφράσει τις ίδιες απόψεις, για παράδειγμα στα 1818, στους οσποδάρους της Μολδαβίας και της Βλαχίας όταν απέστειλαν αντιπροσώπους τους, αντίστοιχα τους Πανταζόγλου και Α. Μαυροκορδάτο (τον νεώτερο), για να χαιρετίσουν τον Αλέξανδρο Α’ κατά την άφιξη του στα σύνορα: «Στις συνομιλίες που είχα μαζί τους προσπάθησαν να μου αποδείξουν ότι ως ΄Ελληνες ανυπομονούσαν να μάθουν πότε τα στρατεύματα της Ρωσίας θα περνούσαν τον Προύθο, καθώς πίστευαν ότι η διατήρηση της ειρήνης με τους Τούρκους ήταν αδύνατη. «Νομίζετε, λοιπόν», απάντησα, «ότι θα περάσουν τον Προύθο γιά να σας ανακηρύξουν ανεξάρτητους ηγεμόνες; Δείξτε μου ανάλογο ιστορικό παράδειγμα. Δεν υπάρχει! Φαντάζεστε ότι η τύχη σας θα αποτελέσει εξαίρεση του κανόνα; Γιά να γίνουν όσα περιγράφετε θα πρέπει να χυθεί αίμα, να θυσιασθούν ζωές και περιουσίες, και γιά ποιό λόγο; Για να αντικαταστήσουμε το τουρκικό σαρίκι με ευρωπαϊκό καπέλο! Ως ΄Ελληνας, η μόνη ελευθερία που οφείλω να επιθυμώ γιά τους ομοεθνείς μου είναι αυτήν που μπορούν να αποκτήσουν με τις δικές τους δυνάμεις, αφότου προηγουμένως έχουν οδεύσει προς τον αληθινό πολιτισμό. Αλλά από το σημείο αυτό η πατρίδα μας βρίσκεται μακριά ακόμα. Γι’ αυτό και ο καθένας από εμάς οφείλει να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις, ώστε να προετοιμαστεί η οδός μέσω της οποίας θα αναδειχθεί η πατρίδα μας έθνος πολιτισμένο. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώνω ότι ο αυτοκράτορας έχει την σταθερή και αμετάπειστη  πρόθεση να εδραιώσει την ειρήνη με τους Τούρκους στη βάση των υφισταμένων συνθηκών. Αν οι ΄Ελληνες θελήσουν να επωφεληθούν –καλοπροαίρετα- από αυτό το σύστημα, τότε όχι μόνο δεν θα χάσουν αλλά θα κερδίοσυν πολλά». Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου, Οπ.παρ., σελ. 88.

[16] Γκρ. ΄Αρς, Οπ. παρ., σελ. 406

[17] Αλ. Δεσποτόπουλου, «Παράγοντες, Διάρκεια, Φάσεις και Ιδιομορφία της Ελληνικής Επαναστάσεως», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ.17

[18] Ο  Ρώμας θα έχει κεντρικό ρόλο στην δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας στην Ζάκυνθο μέχρι το Φθινόπωρο του 1820, όταν λόγω έντασης των διώξεων της αγγλοκρατίας, θα καταφύγει στην Βενετία, όπου θα παραμείνει αυτοεξόριστος για τέσσερα χρόνια χωρίς να διακόψει τους δεσμούς του με την οργανωτική προσπάθεια των Φιλικών. Δες Βλαχόπουλος, οπ. παρ. σελ. 102

[19] Αρχείο Ξάνθου, Τόμος Α’ σελ. λη

[20] Ντίνος Οικονόμου, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα, 1972 σελ. 55

[21] Ντίνος Οικονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966, σελ. 75. Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Οπ. Παρ., σελ. 100-104

[22] Κούκου, Ελένη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν. «Δέλτιον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος», 12 (1957-8), σελ. 151-177. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος.  «ΑΘΗΝΑ», 60 (1956), σελ. 145-182.

[23] Βλαχόπουλος, όπ. παρ., σελ.61.

[24] Konstantina Zanou, Beyond ‘Neo-Hellenic Enlightenment’ Greek intellectuals between the Ionian Islands, Italy and Russia (1800–1830), CAS Working Paper Series, Sofia, No. 6/2014 , p.19

[25] Καποδίστριας, Επισκόπηση, όπ.παρ. σελ. 132 κ.ε.

[26] Irby C. Nichols, JR. The European Pentarchy and the Congress of Verona. . M. Nijhof, The Hague, 1971, σελ.6

[27] Οπ. παρ. σελ.7

[28] Πρόκειται για την έννοια του «παρεμβαλλόμενου» κράτους (buffer state): Μartin Wight, Power Politics, London,: Pelican Books, 1979, σελ. 160. Στο σημαντικό αυτό έργο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων, το οποίο είναι ιδιαίτερο χρήσιμο για την κατανόηση της εποχής της «Συνεννόησης Δυνάμεων», η οποία, κατ’ αυτόν ξεκίνησε με το Συνέδριο της Βιέννης του 1815 και τερματίσθηκε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, ο Wight διακρίνει τα «παρεμβαλλόμενα κράτη» από «παρεμβαλλόμενες ζώνες» (buffer states or zones), ή περιοχές, τις οποίες ορίζει ως «κενό ισχύος» που διεκδικούν δύο οι περισσότερες δυνάμεις, όπου κάθε μία προωθεί σ’ αυτές την επιρροή της, «αναλόγως της ισχύος της, με δύο τρόπους: Είτε υπεραμύνεται την ουδετερότητά της ή την ανεξαρτησία της, είτε επιβάλλει την κατοχή της και, ενδεχομένως την προσάρτηση και μετατροπή της σε μεθοριακή επαρχία».

[29] Ειδοποιά χαρακτηριστικά της κοσμοθεωρίας αυτής, έχουν επιχειρήσει, με γοητευτικό ομολογουμένως τρόπο, να αναδείξουν ερευνητές όπως η Κωνσταντίνα Ζάνου, «Η ρωσική στιγμή του Ιονίου και η κληρονομιά της». Εισήγηση στο Πανιώνιο Συνέδριο, Μάιος 2014

[30] Καποδίστριας, Επισκόπηση, οπ.παρ., σελ.15-16.

 

Στέλιος Αλειφαντής – Σέργιος Ζαμπούρας

 

Read Full Post »

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830), Βγένα Α. Βαρθολομαίου, «Μνήμων», τόμος 4ος (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Βασικές ήταν οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος είδε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση κράτους ελληνικού μέσα από τα ερείπια που προκάλεσαν η Επανάσταση και οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δεύτερος, θρεμμένος με τις ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, δεν άργησε να θεώρηση τυραννική και επικίνδυνη για την υλική και πνευματική πρόοδο του λαού κάθε από­πειρα κατάργησης των συνταγματικών θεσμών, που είχαν καθιερώσει οι Εθνοσυνελεύσεις. Φοβόταν εξ άλλου ότι ο Κυβερνήτης ήταν φορέας πολιτικών αντιλήψεων ρωσικών, τις οποίες ο Φαρμακίδης γνώριζε από προσωπική εμπειρία και διαφωνούσε ριζικά μαζί τους.

Στην ιδεολογική διαφορά προστέθηκε και η προσωπική: ο Φαρμα­κίδης απογοητεύτηκε από την άρνηση του Κυβερνήτη να τον χρησιμοποίηση στην εκκλησιαστική οργάνωση του νέου κράτους ή να τον βοηθήσει στις εκδοτικές του προσπάθειες. Από τις αρχές του 1829 ο Φαρμακίδης φαίνεται πως συμμεριζόταν την άποψη και άλλων δυσαρεστη­μένων με τον Ιωάννη Καποδίστρια Ελλήνων, ότι η παραμονή του τελευταίου στην εξουσία ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά τους. Με ενθουσιασμό λοιπόν πληροφορήθηκε ότι οι τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν αποφασίσει, με το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829, την οργάνωση της Ελλάδος σε μοναρχία.

Είχε την ελπίδα ότι η εκλογή ηγεμόνα θα απομάκρυνε τον Κυβερνήτη από την εξουσία και θα επέτρεπε ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά φοβόταν μήπως ο Ιω. Καποδίστριας χρησιμοποίηση τους αφοσιωμένους οπαδούς του και το λαό για να εμποδίσει την εφαρμογή των αποφάσεων των Δυνάμεων. Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούσαν στο μυαλό του Φαρμακίδη, όταν με ημερομηνία 7 Μαΐου 1829, έγραψε στον Μπενιζέλο Ρούφο επιστολή, στην οποία, αφού αναφερόταν στους όρους του νέου πρωτοκόλλου, σημείωνε και τα ακόλουθα:

 

«Αν και το πρωτόκολλον δεν εκφράζηται ωρισμένως περί τον προσ­ώπου του ηγεμόνος, είναι βέβαιον όμως και εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο νυν Κυβερνήτης δεν μένει ηγεμών δια πολλούς και ισχυρούς λόγους. Τις θέ­λει είναι ο μέλλων, άδηλον εις ημάς μέχρι τούδε. Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης παρασκευάζεται εις αντίστασιν, αλλά δια τούτον δεν θέλει ωφελήσει τον εαυτόν του και είναι κίνδυνος μη βλάψη ημάς, αν ανοήτως εμπλεχθώμεν εις την οποίαν αυτός μελετά να κάμη αντίστασιν, και πρέπει να λάβη έκαστος Έλλην φρόνιμα μέτρα και να πράξη κατά το κοινόν συμφέρον. Ενώ ο λό­γος είναι περί Ελλάδος οι Έλληνες δεν ερωτώνται. Τούτο έχει και καλόν και κακόν, ως έκαστος ημπορεί να κρίνη. Τρεις δυνάμεις μεγάλως βουλεύονται και ενεργούσιν υπέρ Ελλάδος. Η Ελλάς χάνεται εν μέσω αυτών και πρέπει να προσμένη την απόφασιν της τύχης της από εκείνας. Αν αύται αποφασίσωσι καλά, ευδαιμονεί[ς] ή Ελλάς, αν κακά, κακοδαιμονεί[ς]. Άλλα και το εν και το άλλο θέλει προέλθει έξωθεν. Εις την εξουσίαν αυτής δεν μένει».

 

Η επιστολή κλείστηκε και παραδόθηκε στον Κ. Κεφάλα για να τη δώσει στο Ρούφο περνώντας από την Πάτρα. Ήταν πιο σίγουρο ότι έτσι, χέρι με χέρι, θα έφτανε στον προορισμό της, παρά με το κρατικό ταχυ­δρομείο. Και τούτο γιατί ήταν γνωστό πια πως ο Κυβερνήτης, λίγο μετά την άφιξή του, έδωσε εντολή ή έστω ανέχθηκε «να αποσφραγίζουν τα γράμματα που ο κόσμος τα εμπιστευόταν στο ταχυδρομείο…». Ο Κεφα­λάς, περνώντας από την Κόρινθο, συναντήθηκε με τον Διονύσιο Ορφανό, Διοικητή Κορινθίας, και αποφάσισε να δώσει σ’ αυτόν την επιστολή του Φαρμακίδη, γιατί, όπως είδε, ετοιμαζόταν να στείλει κι’ αυτός διάφορα έγγραφα στον Μπενιζέλο Ρούφο. «Ο Ορφανός», γράφει ο Κεφάλας, «έμπροσθέν μου περικλείσας αυτά (τα έγγραφά του μαζί με την επιστολή του Φαρμακίδη) και σφραγίσας το γράμμα του τα έστειλεν εις Πάτρας με ένα πεζοδρόμον».

Ποτέ όμως η επιστολή αυτή δεν έφτασε στα χέρια του Ρούφου. Αν και ήταν σφραγισμένη και κλεισμένη, ανοίχτηκε και διαβάστηκε. Μόλις εί­δαν τα κρατικά όργανα ότι περιέχονταν σ’ αυτή λεπτομέρειες για το πρω­τόκολλο και κρίσεις για το πρόσωπο του Κυβερνήτη και τα σχέδιά του, τον ενημέρωσαν αμέσως. Ο τελευταίος, από το Ναύπλιο με έγγραφό του της 25 Μαΐου 1829, έδωσε εντολή στο Υπουργικό Συμβούλιο να καλέσει τον Φαρμακίδη, που βρισκόταν στην Αίγινα, και να τον ρωτήσει εάν η επιστολή ήταν δική του. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο Συμβούλιο και αντίγραφο της επιστολής. Ζήτησε επίσης να καταγραφή η απάντηση του Φαρμακίδη στα πρακτικά του Συμβουλίου και να του κοινοποιηθεί αμέσως.

Με ταχύτητα κινήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 27 Μαΐου κά­λεσε ενώπιόν του τον Φαρμακίδη, ο οποίος, αφού διάβασε το αντίγραφο της επιστολής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν αυτός την έγραψε, γιατί δεν είχε την υπογραφή του ή σημείωση για τον παραλήπτη της. Ζήτησε το πρωτότυπο και τότε θα ήταν πρόθυμος να απάντηση στις ερωτήσεις του Συμβουλίου. Δεν απόκρυψε όμως ότι και τον Κεφαλά γνώριζε και ότι κάποτε του είχε δώσει συστατικές επιστολές για την Πάτρα. Το Υπουρ­γικό Συμβούλιο, μέσω της Γραμματείας της Επικρατείας, έσπευσε να ενημέρωση τον Κυβερνήτη για τα παραπάνω.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βγένας Α. Βαρθολομαίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν – Αλέξανδρος Στούρτζας


 

Λόγος Επιτάφιος

Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος

Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

(Συντεθείς υπό του Εξοχωτάτου Κυρίου Αλ. Στούρζα)

 

Ο Αλέξανδρος Στούρτζας γεννήθηκε το 1791 στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Ήταν πέ­ντε χρόνια μικρότερος της Ρωξάνδρας αλλά στάθηκε μέχρι τέλους ο αγαπημέ­νος της αδερφός και ταυτόχρονα, ο έμπιστος του Καποδίστρια.

Ο πατέρας του Σκαρλάτος Στούρτζας καταγόταν από πάμπλουτη ευγενή οικογέ­νεια, που ήταν εγκατεστημένη στη Μολδαβία. Η μητέρα του ήταν πριγκίπισσα, κό­ρη του Έλληνα πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη. Μετά τη συνθήκη του Ιασίου το 1792 και έπειτα από πρόσκληση της Αικατερίνης Β’, η οικογένεια Στούρτζα ε­γκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Η οικογένεια Στούρτζα γνώρισε τον Καποδίστρια το 1809 όταν εκείνος έφθασε στην Πετρούπολη, επίσημα προσκεκλημένος από τον Τσάρο, και διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στα επίσημα δείπνα που έδινε η οικογένεια, απαραίτητοι ήταν και ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας και ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, που ήταν και συγγενής τους.

Για τρία χρόνια ο Καποδίστριας ήταν ο καθημερινός επισκέπτης της οικογέ­νειας Στούρτζα. Όταν έφυγε, ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και η τοποθέτησή του στο διπλωματικό γραφείο του είχε γίνει με τη πρωτοβουλία του ίδιου του Καποδί­στρια. Ο Αλέξανδρος παρέμεινε δίπλα στον Καποδίστρια μέχρι τέλους. Δικό του είναι και το «Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλά­δα. Ιδέαι προκαταρκτικαί» για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που επιχειρούσε ο Καποδίστριας το 1829.

Αυτός ο πιστός συνεργάτης και πολύτιμος φίλος και πρώτος βιογράφος του Κα­ποδίστρια, θρήνησε το θάνατο του Κυβερνήτη και εκφώνησε στην εκκλησία της Οδησσού τον επικήδειο λόγο [1]:

 

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την

Ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού.»

(Ιωάννης ο Ιερός Ευαγγελιστής, κεφ. 15 στιχ.13)

 

Ως ανεξερεύνητα τα κρίματά Σου, Κύριε Παντοκράτορ! Επότισας ημάς πάλιν οίνον κατανύξεως.

Απέστρεψας το πρόσωπόν Σου από του λαού Σου. Εσαλεύθη και έντρομος εγεννήθη η γη των προγόνων μας διότι παρέδωκας ημάς εις αδόκιμον νουν, και ετελειώθη, κατά παραχώρησιν Σου, η πατροκτονία! Χείρες ανόσιοι, θηρία ανθρωπόμορφα, άνδρες αιμάτων επεβουλεύθησαν την πλέον πολύτιμον ζωήν, και την ύπαρξιν έθνους ολοκλήρου μετά του εκλεκτού Σου συνέκλεισαν εις ένα τάφον. Τω όντι, τά κρίματά Σου, Κύριε, άβυσσος πολλή, και εις το μυστήριον της ανοχής και προνοίας Σου ουδείς δύναται παρακύψαι.

Πενθούντες, ιδού παριστάμεθα έμπροσθεν του θρόνου της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς, και, βαρέως στενάζοντες, εκφωνούμεν· Κύριε, έως πότε; Ευχάς και δά­κρυα και δέησιν προσφέρομέν Σοι εκτενή υπέρ αναπαύσεως, εν ταις άγιαις Σου μοναίς, του δούλου Σου Ιωάννου Αντωνίου του Καποδίστρια, όστις, εναθλήσας μέ­χρις αίματος, ηρπάσθη αφ’ ημών, εν τω μέσω των αγώνων και της δόξης του.

Αλλά τί εγκαυχάται εν κακία ο ασεβής, και μίσος χορτάσας το βδελυρόν, νομί­ζει, ότι ενέπαιξε Σε τον Παντοδύναμον Θεόν, ότι εξύβρισε την Ελλάδα και όλην την ανθρωπότητα! Μήπως φαντάζεται η κακία, ότι αυθαιρέτως συνέτριψε το σκεύος της εκλογής Σου; Μήπως ο αείμνηστος Ανήρ και μέγας πολίτης, τον όποιον την σήμερον κλαίοντες μνημονεύομεν, δεν εδύνατο να αποφυγή την δολοφονίαν, να, πατήση επί όφιν και σκορπίον, ενώ Σε είχεν υπερασπιστήν της ζωής του; εδύνατο βέβαια. Αλλ’ η αγάπη, η ισχυρά ως ο θάνατος, η αγάπη, η μη ζητούσα τα εαυτής, η αγάπη, η έξω βάλλουσα τόν φόβον, κατά τον λόγον Σου, η αγάπη προς τον Θεόν και τους αδελφούς του Έλληνας τον έσυρεν εις τον θάνατον, ως προαιρε­τικής θυσίας ολοκάρπωμα, και η μακάρια Του ψυχή ήρπασε της αφθαρσίας τον στέφανον.

 

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν

 

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, «ίνα τις την ψυχή αυτού θη υπέρ των «φίλων αυτού».

Τεθλιμμένοι χριστιανοί, οι τιμώντες την μνήμην του Κυβερνήτου της Ελλάδος, ζητήσατε παραμυθίαν της λύπης σας εις αυτό το θείον ρητόν της πανσόφου και ουρα­νίου αγάπης. Κατατρυφήσατε του Κυρίου, και δώσει τα αιτήματα των καρδιών σας. Υψώσατε τον νουν εις την θεωρίαν των άνω πραγμάτων τότε μόνον θέλετε εκτιμήσει πρεπόντως το έπιγειον στάδιον του Καποδίστρια, και δοξάσει εν εκστάσει ψυχής τον αγωνοθέτην της σωτηρίας Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον δόντα χάριν ολοτελούς απαρνήσεως και τελείας αγάπης εις ολίγους τινάς εκλεκτούς ανθρώπους.

Ο Θεός αγάπη εστί, είπεν ο επιστήθιος μαθητής της αγάπης· όθεν πας πιστός, φέρων την εικόνα και ομοίωσιν του Δημιουργού του, πας μιμητής του Χριστού, ως δι’ αυτού λαμβάνων το χάρισμα της αναπλάσεως, πρέπει να φθάση εις βαθμόν, ώ­στε να κατασταθή όλος αγάπη. Όλοι οι κατά καιρούς αληθείς ευεργέται της ανθρωπότητος, εμψυχωθέντες υπό της αγάπης, κατώρθωσαν τα ακατόρθωτα, και, κατ’ αναλογίαν της ενδομυχούσης εν αύτοις αγάπης, ενεδύθησαν δύναμιν εξ ύψους. Αύ­τη η ζωογόνος πνοή του Θεού φωτίζει τον νουν, θερμαίνει την καρδίαν, απαλύνει τα πάθη, εμποιεί πειθώ εις τους λόγους, ρυθμίζει τα έργα των πιστών, και τους διαθέτει εις το να απαρνηθώσι παν ίδιον συμφέρον, πάσαν ιδίαν απόλαυσιν, και αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν των. Τοιούτος εκ νεαράς του ηλικίας και μέχρι θανάτου εφάνη ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Ευγενής βλαστός ευγενούς οικογενείας της Κερκύρας, δευτερότοκος υιός συνε­τού πατρός και μητρός ευσεβεστάτης, άρχισε την επί γης παροικίαν του εις το 1776 έτος. Διέτρεξε το στάδιον της σπουδής εις την Ιταλίαν, και, εκτός των φιλολογικών και φιλοσοφικών μαθημάτων, επεμελήθη την φιλάνθρωπον και περιληπτικήν επιστήμην της Ιατρικής. Μόλις έφθασεν εις εκείνην την ακμήν της νεότητος, καθ’ ήν οι ομήλικές του δυσκολεύονται να διοικήσωσιν εαυτούς· ότε η φωνή της πατρίδος τον εκάλεσεν είς τα ίδια, και ενεπιστεύθη εις αυτόν το πηδάλιον της αρτιγεννήτου Ε­πτανήσου Πολιτείας. Έκτοτε και έως εις το 1807 έτος δεν έπαυσε νυχθημέρως αγω­νιζόμενος υπέρ του κοινού, συμβιβάζων πολλάκις τα ασυμβίβαστα, οικονόμων τα σφοδρά πάθη των ομογενών του, αναπληρών την πολιάν δια της φρονήσεως, και ως επί το πλείστον, ως άλλος Ιωάννης, κηρύσσων εν τη ηθική ε ρ ή μ ω. Κατελύθη το πολίτευμα, παρεδόθη εις τον τότε κοσμοκράτορα και ο Καποδίστριας σταθερώς αποποιησάμενος τα προβλήματα του Ναπολέοντος, δια να έμβη εις την δούλευσίν του, επρόκρινε την ομόθρησκον βασιλείαν, εις την οποίαν έκπαλαι ατενίζοντες οι πρόγονοι ημών, εύρον της ορθοδοξίας το ακτινοβόλον άσυλον. Ήλθεν εις βασιλεύουσαν ο αείμνηστος τω 1809, έτει. Δύο χρόνους ειργάσθη εν γωνία και παραβύστω, προετοιμαζόμενος με γενναίαν υπομονήν εις το μετά ταύτα στάδιόν του. Εστάλη εις Βιένναν, και εκείθεν διωρίσθη εις τον του Δουνάβεως Ρωσσικόν στρατόν, διευθυ­ντής όλων των διπλωματικών σχέσεων. Όλοι, οι αυτόπται γενόμενοι των εξαίσιων συμβάντων εκείνης της φοβέρας εποχής, εθαύμασαν τους μόχθους, ετίμησαν τους άθλους, επαίνεσαν την βαθύνοιαν, εσεβάσθησαν την διαγωγήν, και αείποτε θέλουν ενθυμείσθαι την αγάπην του Καποδίστρια. Δεν την έσβεσαν, αλλ’ ούτε την εψύχρανάν ποτέ η αχαριστία, ο φθόνος, αι μικροπρέπειαι, των ανθρώπων. Έλληνες χρι­στιανοί, ούτος ο Έλλην παρευρέθη εις όλας τας μάχας, μετείχεν όλων των διαπραγ­ματεύσεων, υπέφερεν όλους τους κινδύνους, όλας τας κακοπαθείας, μέχρι της ενδό­ξου αλώσεως του Παρισιού. Επέμφθη υπό του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου εις την Ελβετίαν, επεχειρίσθη, και ετελείωσε το δεινόν έργον της ειρηνοποιήσεώς της. Εκεί όλαι αι ευγενείς καρδίαι αντηχούν το όνομα του μεγαλοφυούς Έλληνος. Τους ηγάπησεν εμπράκτως ο αείμνηστος όθεν συμπολίτην, αδελφόν και ευεργέτην τον εκήρυξεν η ευγνώμων Ελβετία. Αλλά συγχρόνως ο αοίδιμος της Ευρώπης ελευθε­ρωτής, Αλέξανδρος ο Πρώτος, τον οικειοποιήθη ως Γραμματέα των απορρήτων της αχανούς επικράτειάς του. Πληρεξούσιος του γενναιότατου των μοναρχών, ο Καπο­δίστριας ειργάσθη, και υπέγραψε τας συνθήκας της Βιέννης, του Παρισιού, του Άαχεν, και εμφρόνως κατώρθωσεν αναρίθμητους διαλλακτικούς συμβιβασμούς, εις τον παλαιόν και εις τον νέον Κόσμον. Εν ω όμως έλαμπεν, ως αστήρ, εις τον κο­λοφώνα των ανθρωπίνων μεγαλείων και της δόξης, η καρδία του δικαίου εμνημόνευεν αδιακόπως την πατρίδα του. Δυστυχούντων των ομογενών, δεν έστεργεν ευτυχίαν δια τον εαυτόν του. Πτωχευόντων αυτών, κατεφρόνει τον πλούτον, ή τον εσκόρπιζεν εις τους χρείαν έχοντας. Έβλεπε τα αγαθά της ευνομίας, της ευμάθιας, και εζήλου ζήλον τω όντι θείον, ως τε να μεθέξωσι και οι Έλληνες των αυτών πολυ­τίμων αγαθών. Παραβλέψας πολλά συμφέροντα, και ευλαβούμενος μόνον το καθή­κον, έσπευσεν εις Κέρκυραν, ησπάσθη το προγονικόν έδαφος και την πατρικήν εστίαν – και είπεν εις αυτήν το: Χαίρε δια πάντα! Μετ’ ου πολύ, μαύρα σύννεφα εκάλυψαν τον πολιτικόν ορίζοντα. Εσείσθη η Ευρώπη, εταράχθη η Ελλάς, διερράγη μεγάλη, βαθυτάτη πληγή – εσάλπισεν άγγελος ολοθρευτής εξ ουρανού, και άρχισεν ο επταετής αγών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Τα δεινά ταύτης της χρονικής περιό­δου τίς διηγήσεται; Ο άμεμπτος Ανήρ, τον οποίον μνημονεύομεν, εδοκίμασε τότε ωδίνας θανάτου εις την ευαίσθητον καρδίαν του, ήτις έπνεεν αγάπην προς τους αδελφούς· και μ’ όλον ότι δικαίως ηγανάκτει δια το αστόχαστον και πάρωρον της επιχειρήσεως, πάντα λίθον εκίνησεν υπέρ της του έθνους σωτηρίας. Τέλος, βλέπων ότι εις μάτην ικετεύει, παρητήθη γενναίως όλα τα μεγαλεία του, και ανεχώρησε, περικλεής απόμαχος του δικαίου, εις ξένην γην, προκρίνας το να ιδιωτεύη, παρά να φανή επεμβαίνων, ή αδιαφορών εις τα πάθη των αδελφών του. Χριστιανοί! ιδού πάλιν δείγματα της φλογέρας αγάπης του αειμνήστου, όστις εφάνη ανώτερος όλων των πραγμάτων, όσα συνήθως θέλγουν, και δεσμεύουν τους υλόφρονας ανθρώπους.

Μετά παρέλευσιν τεσσάρων χρόνων, καθ’ ους εσπένδετο ο Μακαρίτης καθη­μερινώς υπέρ της πατρίδος, ευκαίρως, α κ α ί ρ ω ς, κατά τον Απόστολον Παύλον, ομιλών, γράφων, προτρέπων, δαπανών δι’ αυτήν – ανέτειλεν η ημέρα της εκλογής του. Ψηφίζεται επταετής Κυβερνήτης πλοίου, καταβυθιζομένου ήδη υπό άγριων κυμάτων. Τον προσκαλεί πανδήμως εθνική Συνέλευσις – άλλα πού; εις ερείπια αιματοσταγή, εις έδαφος γέμον Αφρικανών και Μουσουλμανικής ύβρεως. Προσκα­λείται εις ερείπια, και ο εκλεκτός του γένους δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν. Οι χρηματικοί πόροι εξηντλήθησαν της αναρχίας ο πυρσός μόνος καταυγάζει τούτο το θέατρον των θορύβων και της απογνώσεως. Προσκαλείται εις ταλαιπωρίαν και θά­νατον ο άμεμπτος Ανήρ, και δέχεται η αγάπη το ποτήριον. Τρέχει εις τα ανακτόρια της Ευρώπης, κινεί εις οίκτον τους δυνατούς της γης, συνάζει εκ των, ανελπίστων πόρους, σπεύδει προς τους αδελφούς, και αφοσιοί εις αυτούς το υπόλοιπον της κα­ταστάσεως, της ισχύος, και της ζωής του.

Ας παραβάλη πας φιλαλήθης την Ελλάδα, εφ’ ης επάτησεν ο αείμνηστος εν αρχαίς του 1828, με την γην, η οποία απερρόφησε το αίμα του τη 27 Σεπτεμβρίου 1831. Ας εμβλέψη εις τα έργα του, και εις τα βδελύγματα των εχθρών του: έπειτα κρινέτω. Χριστιανοί, αν ίσως άγγελος εξ Ουρανού ήθελε προφητεύσει τω αειμνή­στω, δοκιμάζων αυτόν και λέγων: μη πατήσης εις αυτήν την γην: αποβήσεται γάρ Σοι εις μαρτύριον στοχάζεσθε άραγε, ότι ήθελε σταματήσει και αποποιηθή τον σημαινόμενον θάνατον; Όποιος το φρονεί, δεν γνωρίζει την χριστιανικήν αγάπην εις την τελειότητά της.

«Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, « ί ν α τ ι ς την ψυχήν αυτού θη υπέρ των «φίλων αυτού».

Την είχες, μακαρία ψυχή! την έλαβες άνωθεν παρά του Ζωοδότου, όστις ηξίωσέ Σε να περιθάλπης τους ορφανούς, να φωτίζης την νεολαίαν, να ενιδρύσης ναούς και δικαστήρια, να ημερόνης βάρβαρα ήθη, να πρεσβεύης ακαμάτως υπέρ Ελλάδος εις όλην την Ευρώπην, και τον απλούν αυτής λαόν να απαλλάξης της των Ολίγων καταδυναστείας, οι οποίοι δι’ αυτό τούτο θανασίμως Σε εμίσησαν, και τοι πολλάκις συγχωρηθέντες. Αναπαύου λοιπόν εις τας αιωνίους μονάς μετά πάντων των απ’ αιώ­νος μαρτύρων της αλήθειας. Την πληγήν, την οποίαν Σοι επέφερεν η πατροκτόνος χειρ, μη, μη γύμνωσης έμπροσθεν του φοβερού βήματος του αδέκαστου Κριτού των εθνών∙ αλλά μάλλον, ποτιζόμενος τον χείμαρρον της ουρανίου τρυφής εν Χρι­στώ Ιησού, εκλιπαρεί την άπειρον αυτού ευσπλαγχνίαν και αγαθότητα· όπως νεύση εις τας καρδίας των ζώντων Ελλήνων όπως αποσβέση τα μιαρά πάθη, και ενθρόνι­ση εν τω μέσω των απογόνων αυτών την αγάπην και την ομόνοιαν. Και, καθώς αείποτε των δικαίων το αίμα εστάθη σπόρος της αρετής, και των υπερ άνθρωπον κατορθωμάτων το θείον ελατήριον παρομοίως και την σήμερον, θεάνθρωπε, Συ η ανάστασις και η ζωή του πιστού Σου μιμητού και θεράποντος Ιωάννου, πρόσδεξαι, ευλόγησον, και πλήθυνον τους οψίμους καρπούς της πολυμόχθου ζωής και του πι­κρού του θανάτου. Μη ματαίωσης τον διακαή πόθον του εκλεκτού Σου, την ανέγερσιν της πενθούσης Ελλάδος, δι’ ην έπνεε ζων, και υπέρ της οποίας εξέπνευσεν, αγω­νιζόμενος. Μη οργισθής ημίν σφόδρα, αλλ’ επίστρεψον την αιχμαλωσίαν των ψυχών ημών διάλυσον το σκότος, καταίσχυνον την απάτην των αθέσμων. Θραύσον επαιρομένην την ασέβειαν. Κύριε, Κύριε, Επίφανον τό πρόσωπόν Σου εφ’ Η μ ά ς, και επί την πόλιν ταύτην, και επί το πλήρωμα όλης της στρατευομένης εκκλη­σίας Σου, και σωθησόμεθα δια της αγάπης. Αμήν.

 

Αλέξανδρος Στούρτζας

Λόγος Επιτάφιος Εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστριαν, Συντεθείς υπό του Εξοχωτάτου Κυρίου Αλ. Στούρζα, Εν Αιγίνη, Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, 1832.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

 

[1] Ο λόγος εκφωνήθηκε στην εκκλησία της Οδησσού στις 18 Νοεμβρίου 1831.

 

Read Full Post »

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο (Πρόδρομη ανακοίνωση) Κώστας Δανούσης


  

Η μνήμη του παρελθόντος και ιδιαίτερα του ενδόξου κλέους των προγόνων απο­τέλεσε από τα χρόνια της απώτερης αρχαιότητας βασικό στοιχείο συνέχειας -και ενότητας- μιας φυλής, ενός έθνους. Η αναφορά στις κοινές ρίζες, στις κοινές περιπέτειες, στις μεγάλες νίκες και στις συμφορές, λειτούργησε πάντοτε συνεκτικά και επέτρεπε, σαν είδος ψυχικού και πνευματικού εφαλτηρίου, την κοινή όραση και όραμα του μέλλοντος. Έτσι λοιπόν, από τους πρώτους ιστορικούς τουλάχιστον χρό­νους, ο άνθρωπος θα επινοήσει το «σήμα μνήμης», το μνημείο, ως σημείο κοινής αναφοράς, φορτωμένο όμως με μεγάλο ιδεολογικό βάρος. Το μνημείο δε θα αρκε­στεί να υπενθυμίζει στους μεταγενεστέρους ότι «τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», αλλά θα φιλοδοξεί να δίνει κατευθύνσεις για το μέλλον, σηματοδοτώ­ντας την κοινή πορεία, την κοινή ταυτότητα, το κοινό αύριο, ό,τι δηλαδή συνέχει τις κοινωνικές ομάδες στη διαιώνια πορεία τους.

«Θα αρχίσω από τους προγόνους μας», τόνισε ο Περικλής του Ξανθίππου, όταν στις αρχές του πελοποννησιακού πολέμου, ορίστηκε να κάνει τον έπαινο των νεκρών. «Δίκαιο και σωστό σε μια τέτοια ώρα να τους κάνουμε την τιμή της μνήμης. Γιατί από γενιά σε γενιά οι ίδιοι πάντα έζησαν σ’ αυτή τη γη και χάρη στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη», συνέχισε ο μεγάλος Αθηναίος πολιτικός. Αυτό επαναλαμβάνουμε και ᾽μεις αιώνες τώρα. Αυτό θέλησαν να πουν και οι Έλληνες της Παλιγγενεσίας, ευθύς ως το Γένος αιμόφυρτο βγήκε από τις φωτιές και τους καπνούς του Αγώνα. Ευθύς ως μπόρεσε να ανασάνει από τον πολύχρονο τιτάνιο αγώνα του για λευτεριά και δικαιοσύνη. Και ήταν επόμενο το Ναύπλιο, το «άτι του Μοριά», όπως προσφυώς έλεγε ο Γέρων Κολοκοτρώνης, να βγει μπροστά σε αυτή την προσπάθεια. Σε αυτή την πόλη, όπου συναντήθηκαν πολλές φορές οι μεγάλες εξάρσεις και τα μεγάλα πάθη του έθνους, ήταν αναγκαίο η συλλογική μνήμη να σημαδέψει στο χώρο και στο χρόνο, την τιμή της μνήμης των προμάχων της λευτεριάς μας, Ελλήνων και ξένων. Εδώ η Ελλάδα ευγνωμο­νούσα θα σκύψει και θα καταθέσει λίγα λουλούδια σε αυτούς που συνετέλεσαν στην εθνική μας αποκατάσταση.

Η βαριά κληρονομιά του Ναυπλίου, της πρώτης «πρωτεύουσας πόλης» του νεο­ελληνικού κράτους πλανάται στον αέρα που αναπνέουμε. Δίπλα μας, κάτω από τον πλάτανο της κεντρικής μας πλατείας, ακούγονται ακόμη οι θερμοί λόγοι του Ηλία Μηνιάτη· λίγο πιο πέρα ηχούν τα βαριά βήματα της βάρδιας στις ντάπιες, ενώ στον Άγιο-Σπυρίδωνα ο χρόνος έχει σταματήσει στο πρωινό εκείνο της 27 Σεπτεμβρίου του 1831, όταν βάσκανος οφθαλμός φθόνησε τον εκ της τέφρας του αναγεννώμενο φοίνικα. Αυτή την κληρονομιά σφραγίζουν, υπογράφουν, σημειώνοντας υποθήκες για το μέλλον, τα μνημεία που στολίζουν την πρωτεύουσα της Αργολίδας. Και ανά­μεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει ο ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθε­ρης Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Η πόλη του Ναυπλίου υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, αφού σε αυτή ανέπτυξε την τιτάνια προσπάθειά του για τη δημιουργία ελληνικού κράτους -πολιτείας ευνόμου -, αφού σε αυτή βρήκε τραγικό θάνατο, ένα θάνατο που ψαλίδισε τις φτερούγες του έθνους που αναγεννιόταν. Αμέσως μετά το θάνατό του κατατέθηκε η ιδέα για την ανίδρυση μαυσωλείου του στην ακρόπολη της Τίρυνθας, ώστε να επισκοπεί του ναυπλιακού κόλπου αλλά και της πρώτης εθνι­κής οδού που εκείνος άρχισε, της οδού από Άργος εις Ναύπλιον, και τριών ανδριάντων του. Πιο συγκεκριμένα η Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, με το ΙΣΤ’ Ψήφισμα της, το Φεβρουάριο του 1832, αποφάσισε:

  

«Β’. Ν’ ανεγερθή ως μαυσωλείον τάφος του αειμνήστου Κυβερνήτου επί του λόφου της Τίρυνθος και πλησίον αυτού ιερός ναός, ως ο του εν Αιγίνη Ορφανοτροφείου, επ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Θε­ολόγου τιμώμενος» και «Ε’. Να κατασκευασθώσιν, άμα επιτρέψωσιν οι χρηματικοί πόροι του κράτους, εκ χαλκού τρεις κολοσσαίοι ανδριάντες, φέροντες τα εμβλήματα της ειρήνης και της φρονήσεως, εξ ων ο εις θέλει σταθή εις Αίγιναν, ο δε κατά την Πελοπόννησον, εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως ή εις Τριπολιτσάν, ο δέ τρίτος εις την Στερεάν Ελλάδα κατά το Μεσολόγγιον, ή εις την καθέδραν της Κυβερνήσε­ως, εάν κατασταθή εις τινα πόλιν της Στερεάς Ελλάδος».

 

Η αναρχία που ακολούθησε, αλλά και η εχθρική στάση του Οθωνικού κράτους έναντι του Καποδίστρια και της μνήμης του δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της ιδέ­ας. Αλλά και αργότερα, παρόλο που η Α’ Εθνική Συνέλευση, η οποία ακολούθησε την εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, αποφάσισε με το ΙΖ’ Ψήφισμά της, «εκπληρούσα χρέος Ιερόν προς την διαιώνισιν του μεγάλου σεβασμού και της εξαίρε­του ευγνωμοσύνης την οποίαν οι λαοί της Ελλάδος σώζουσιν εις την μνήμην του Αοιδίμου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου, ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος….», «να εγερθή επιμελεία της κυβερνήσεως Αδριάς τούτου ως ευεργέτου της πατρίδος», εντούτοις τίπο­τα δεν εγένετο. Ο Καποδίστριας, παραμένοντας ανυπέρβλητο σημείο αναφοράς, απωθούσε κάθε τέτοια ιδέα. Και δε θα πρέπει να λησμονείται ότι οι καποδιστριακές σπουδές άρχισαν να αναπτύσσονται στην Ελλάδα σχεδόν πρόσφατα, μετά την πτώση της επτάχρονης Δικτατορίας. Και, φυσικά, έφτασαν σε σημείο αγιοποίησής του. Από το ένα άκρο στο άλλο!

Έπρεπε, λοιπόν, να περάσουν χρόνοι πολλοί, να φτάσουμε στις γιορτές της Α’ Εκατονταετηρίδας από την Παλιγγενεσία, στα χρόνια της Α’ Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά από μια τραγική καταστροφή, για να ξανατεθεί το θέμα της ανέγερσης ανδριά­ντα του Καποδίστρια. Λίγα χρόνια πριν τα ιδανικά γενεών και γενεών Ελλήνων είχαν καταποντιστεί άδοξα στο λιμάνι της Σμύρνης. Το έθνος ζητούσε μια νέα αυτοπεποίθηση, ενώ οι νέοι δημιουργοί, αναζητώντας νέες διεξόδους, άρχιζαν ένα νέο διάλογο με την παράδοση (βλ. «Ελεύθερο πνεύμα» του Γ. Θεοτοκά). Και η Εκα­τονταετηρίδα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία. Η Ελλάδα γέμισε μνημεία πεσόντων και ανδριάντες ηρώων.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας προώθησε, με­ταξύ άλλων εκδηλώσεων, και την ανέγερση – κυρίως στην Αθήνα – μνημείων και ανδριάντων των επιφανών αγωνιστών και προσωπικοτήτων. Έτσι αποφασίστηκε η ανίδρυση ανδριάντα του Καποδίστρια έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίπλα στον ανδριάντα του Αδαμαντίου Κοραή, και ανάδοχος του έργου αναδείχτηκε ο πληθωρικός Κεφαλλήν γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος. Έως τότε είχε ανιδρυθεί μόνον ένας ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη, το 1887, στην Κέρκυρα, έξω από το μέγαρο της Ιόνιας Ακαδημίας, έργο του Λεωνίδα Δρόση.

 Παίρνοντας αφορμή από τις εξελίξεις αυτές, το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου, με το 47 από 9.12. 1929 Ψήφισμα του ζητάει από την κυβέρνηση «να συστήση εις την Επιτροπείαν ταύτην, όπως μη παροραθή η θέλησις των κληροδοτησάντων προς ημάς την ελευθερίαν ενδόξων προγόνων, διάταξη δε όπως εκτός του ανδριάντος, ό­στις πρόκειται να ανεγερθή προ των προπυλαίων του Πανεπιστημίου πανομοιότυπον ανεγερθή και ενταύθα εις εκτέλεσιν ρητής εντολής της ως άνω Εθνικής Συνελεύσεως, καθ’ όσον ολόκληρον το έργον του Μεγάλου Κυβερνήτου μετά την ανεξαρτησίαν και η ζωή του συνδέεται με την πάλιν του Ναυπλίου».

Η πρόταση του Δημοτικού Συμβουλίου βρήκε ευήκοα ώτα στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Την υποστήριξε στη Βουλή ο βουλευτής Π. Πετρίδης, συνηγόρησε και ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης Παναγής Τσαλδάρης, ενώ τόσον ο Υπουργός Εσωτερι­κών Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος όσον και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποσχέθηκαν ότι η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας θα συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της και την ανέγερση ανδριάντα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλά­δας στο Ναύπλιο. Μάλιστα η κυβέρνηση διέθεσε για το σκοπό αυτό το ποσόν των 100.000 δρχ., η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας 50.000 δρχ. και ο Ε­λευθέριος Βενιζέλος προσωπικά 10.000 δρχ.

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Μετά την απόφαση αυτή, ο γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το Δήμαρχο Ναυπλιέων Κωνσταντίνο Κόκκινο μέσω του φίλου του Γεωργίου Θερμογιάννη, υποσχόμενος να διαθέσει αντίγραφο του ανδριάντα του Καποδί­στρια, που προόριζε για την Αθήνα, και στο Ναύπλιο αντί 435.000 δρχ. Ο Μπονά­νος είχε ήδη σχέσεις με την πόλη, αφού είχε φιλοτεχνήσει τρία επιτάφια μνημεία, εκείνα των οικογενειών Θερμογιάννη, Σωφρόνη και Μόρφη. Ταυτόχρονα όμως εκ­δηλώθηκε το ενδιαφέρον και του Ανδριώτη γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου, ο οποίος πρό­σφερε τον ανδριάντα σε πολύ χαμηλότερη τιμή, μέσω των πολιτικών παραγόντων Π. Πετρίδη και Κολιαλέξη, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημάρχου Ναυπλίου. Έτσι άρχισε μια επικοινωνία του Τόμπρου με το Ναύπλιο για να καταλήξει τελικά στην απευθείας ανάθεση σε αυτόν της φιλοτέχνησης του έργου.

Ο Δήμαρχος συγκρότησε εξαμελή υπό την προεδρία του Επιτροπή Ανέγερσης του Ανδριάντα, η οποία κάλεσε (30.5.1931) τον Μιχαήλ Τόμπρο και τον αρχιτέκτο­να Παπαδάκη «άνευ ουδεμιάς δεσμευτικής προς αυτούς υποχρεώσεως της Επιτρο­πής, όπως μελετήσωσι την εν τη πλατεία Δικαστηρίου ανέγερσιν του Ανδριάντος από γενικής απόψεως και συντάξωσι και υποβάλωσι τα απαιτούμενα σχέδια… μετά των οριστικών προτάσεων αναλήψεως του έργου».

Ο Τόμπρος θα φιλοτεχνήσει το πρόπλασμα του ανδριάντα, θα στείλει φωτογρα­φία του στο Ναύπλιο και η Επιτροπή θα αποφασίσει να στείλει στο εργαστήριο του ειδικούς καλλιτέχνες για να το εξετάσουν και να διατυπώσουν τη γνώμη τους «περί της καλλιτεχνικής αξίας τούτου εν γένει». Μια παρέμβαση του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας υπέρ του γλύπτη Μαλτέζου, ο οποίος είχε αναλάβει τη φιλοτέχνηση του ανδριάντα του Φιλικού Αναγνωστόπουλου και πρόσφερε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή – μόλις 175.000 δρχ.- , φαίνεται πως δεν είχε αποτελέσματα.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Τελικά ο Τόμπρος θα υποβάλει προσφορά ύψους 275.000 δρχ., η οποία θα γίνει δεκτή, πλην όμως αποφασίζεται (25.1.1932) η συγκρότηση Επιτροπής καλλιτεχνών, η οποία θα εξετάσει τη μακέτα του έργου, θα αποφανθεί για την καλλιτεχνική της αρτιότητα, αλλά και θα αναλάβει επ᾽ αμοιβή την παρακολούθηση της εκτέλεσης του έργου και τη μελέτη διαμόρφωσης των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικα­στηρίων. Μέλη της Επιτροπής αυτής διορίζονται ο Ν. Μπέρτος, Διευθυντής Καλών Τεχνών του Υπ. Παιδείας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ζωγράφος και καθηγητής της Σχο­λής Καλών Τεχνών, και ο Δημήτριος Πικιώνης, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχο­λής του Ε.Μ.Π., προσωπικότητες δηλαδή υψηλού καλλιτεχνικού κύρους.

Η Καλλιτεχνική αυτή Επιτροπή εξέτασε (13.2.1932) το πρόπλασμα του ανδριά­ντα και το σχέδιο της πλατείας, όπου επρόκειτο να ανεγερθεί. Και για μεν το πρό­πλασμα έκρινε «την επί χαμηλού και πλατέος βάθρου ανίδρυσιν του ανδριάντος και του παραπλεύρως συμβολικού κορμού ως αξιόλογον πλαστικήν έρευσιν, εξυπηρετουμένην πρεπόντως υπό του απτού και σχηματικού χειρισμού των όγκων ως την προ­βλεπομένη υπερφυσικήν κλίμακα διττώς ενδεικνυομένην και υπό των απαιτήσεων του χώρου και του θέματος».

Ο καλλιτέχνης, σχολιάζοντας στο Δήμαρχο Ναυπλιέων, την επίσκεψη της Ε­πιτροπής γράφει μεταξύ άλλων «Κατ’ αρχήν τους ήρεσε το έργον και μου συνέστησαν εις το μεγάλο να τονίσω την έκφρασιν του προσώπου και μερικές λεπτομέρειες εις τα ενδύματα, κυρίως ως προς τα κάτω άκρα… Ο κ. Παρθένης είνε Κερκυραίος και μαζύ με τον Πικιώνην εξήραν την απλότητα και το χάρισμα του ενδύματος «φράκου» που επροτίμησα, δια του οποίου φαίνεται καθαρά ο ευγενής και διπλωμάτης».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι γίνονται από τον Τόμπρο δύο έμμε­σες αναφορές, μια προς τον «Καποδίστρια» του Μπονάνου και μια προς τον αν­δριάντα του Κυβερνήτη, έργου του Λεωνίδα Δρόση, που έχει στηθεί στην Κέρκυρα προ της Ιονίου Ακαδημίας (1887). Ο «Καποδίστριας» του Τόμπρου γειτνιάζει με εκείνον του Δρόση.

Για την κάλυψη του υπολοίπου του απαιτουμένου ποσού για την ανέγερση του ανδριάντα η Επιτροπή απευθύνθηκε (28.3.1932) προς τα Κοινοτικά Συμβούλια του νομού Αργολιδοκορινθίας ζητώντας την οικονομική ενίσχυση της τόσον από τις Κοινότητες όσο και από τους γεωργούς κατοίκους τους σε εκπλήρωση του οφειλό­μενου «φόρου ευγνωμοσύνης προς τον ιδρυτήν της πρώτης Γεωργικής Σχολής εν Τίρυνθι και δι’ όσα υπέρ της γεωργίας της Ελλάδος έπραξεν… μέχρι του βιαίως και προώρως διακοπέντος έργου Αυτού».

Τελικά το συμβόλαιο ανέγερσης υπογράφηκε στις 12.5. 1932 και στις 13 Οκτω­βρίου του ίδιου έτους η Επιτροπής παρακολούθησης του έργου εξέτασε και ενέκρι­νε το τελειωτικό πρόπλασμα του ανδριάντα, καθώς και τις επιγραφές του χαράσσο­νταν στο βάθρο του. Παράλληλα ο Πικιώνης προέβη σε εμπεριστατωμένη μελέτη των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικαστηρίων.

Ο Τόμπρος γράφοντας στο Δήμαρχο Ναυπλίου (8.8. 1932) τονίζει μεταξύ άλ­λων: «Είπα προσέτι εις τον κ. Πικιώνην να σας εκθέση τας σκέψεις του και θα εξαρτηθή πλέον από Σας και το Δημοτικόν σας Συμβούλων, η χειρονομία της εξωρα­ϊστικής αυτής συμβολής μας, εις την ιστορίαν γενικώς των ημερών σας δια το Ναύπλιον. Εκείνο που βλέπω είνε ότι εκ της λύσεως αυτής, ήτις περιέχει και διαμορφώ­νει όλα τα κακώς έχοντα από απόψεως πολεοδομικής εις τον νέον χώρον και εν μέρει πάλαιαν του Ναυπλίου, θα πάρει μια όψι πολιτισμού συγχρόνου το τμήμα το νέον του Ναυπλίου……

Στις 12 Ιουνίου η Επιτροπή παρακολούθησης του έργου εξέτασε τον αποπερατωθέντα μαρμάρινο ανδριάντα, τον ενέκρινε και σημείωσε: «…εν τω ανδριάντι τούτω ο γλύπτης κατώρθωσε να πραγμάτωση διττώς δυσχερές έργον. Ήτοι εφήρμοσε επί του γλυπτικού τούτου έργου τας πολλαπλός απιτήσεις μιας αναγωγής εις σχήματα αρχιτεκτονικώς συντεθειμένα, απλά, σαφώς και ακριβώς διαγεγραμμένα. Ό,τι δε έχει μεγαλυτέραν σημασίαν είναι το ότι επετέλεσε το έργον τούτο εν απολύτω σεβασμό προς τον χαρακτήρα του υποκειμένου της μιμήσεως. Χάρις εις την διπλήν ταύτην ενέργειαν, η μορφή, ιστορικώς και ψυχολογικώς πιστή, λαμβάνει σημασίαν συμβόλου». Και βέβαια όταν έχουμε τέτοιες κρίσεις από έναν Παρθένη και έναν Πικιώνη, περιτ­τεύουν τα σχόλια.

Στο βάθρο του ανδριάντα χαράχθηκε η επιγραφή

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΙΝ ΤΟΥ ΙΖ’ / ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ε’ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΩΝ / ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ /1832 ΧΟΡΗΓΙΑΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ / ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ, ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, / ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ / ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ / 1932 ΔΗΜΑΡΧΟΥΝΤΟΣ Κ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ,

η οποία έγινε αντικείμενο κριτικής ως προς την ορθότητά της. Επειδή πίστεψαν ότι το πρώτο θέσπισμα για την ανίδρυση του ανδριάντα ήταν το ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης (1843), κάποιοι έσβησαν με μίνιον τη χρονολογία «1832», ενώ το μοναδικό λάθος της επιγραφής ήταν ο αριθμός του Ψηφίσματος (ΙΣΤ’ αντί ΙΖ’).

Τελικά ο Καποδίστριας θα φτάσει στο Ναύπλιον κατά πάσαν πιθανότητα λίγο πριν τις 25 Ιουνίου του 1933. Είχε όμως προηγηθεί το Κίνημα του Πλαστήρα (6.3.1933) και η απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Λ. Κηφισίας (6.6.1933). Τα πάθη ήσαν οξυμένα και η αναφορά στο βάθρο του ανδριάντα του ονόματος του Βενιζέλου πυροδότησε αντιδράσεις με αποτέλεσμα το βράδυ της 26ης προς 27η Ιουνίου να γίνει απόπειρα απόξεσης της επιγραφής, πράξη όμως που καταδικάστη­κε από όλους και δεν επαναλήφθηκε.

Στον οικείο φάκελο, στα ΓΑΚ Αργολίδας, στη Διεύθυνση και το προσωπικό των οποίων οφείλουμε χάριτες για την απεριόριστη βοήθειά τους, υπάρχει πλούσια αλ­ληλογραφία για την ανίδρυση του ανδριάντα του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, που άφορα τόσο την τοπική ιστορία όσο και την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης γενι­κότερα και η οποία αξίζει κάποια στιγμή να δημοσιευτεί συνολικά. Επί του παρό­ντος, όμως, υπείκοντες στην οικονομία της έκδοσης, παρουσιάζουμε ορισμένα μό­νον έγγραφα εξαιρετικής, πιστεύουμε, σπουδαιότητας.

Για την ανάγνωση των έγγραφων πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Παράρτημα Εγγράφων

 

Αντί σημειώσεων και βιβλιογραφίας:

 

  • Το μοναδικό δημοσίευμα αποκλειστικά για τον ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι του Ν. Π. Σοϊλεντάκη, «Το δικαιϊκό βάθρο του ανδριάντα του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 35, τχ 3, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1991, σσ. 330 – 347. Ο συγγραφέας λανθασμένα υποστηρίζει ότι η ανίδρυση του ανδριάντα στηρίζεται στο ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης. Το ορθόν είναι ότι η πρώτη σχετική πρόβλεψη γίνεται στο ΙΣΤ’ Ψήφισμα της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης του 1832. Έτσι το μόνο λάθος στην αναθηματική επιγραφή είναι το «ΙΖ’» αντί του «ΙΣΤ’».
  • Για τα Ηρώα και τους ανδριάντες που φιλοτεχνήθηκαν στο πλαίσιο των εορτασμών της Εκατονταετηρίδας βλέπετε Ηλία Μυκονιάτη, Ελληνική Τέχνη. Νεοελληνική γλυπτική, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1996, σσ. 21-23.
  • Για το γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο (1889-1974) υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Περιοριζόμαστε, όμως, στο τελευταίο και αρτίως τεκμηριωμένο λήμμα του Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών. 16ος -20ός αιώνας, «Μέλισσα», τόμος 4ος, Αθήνα 2000, που υπογράφει ο ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παυλόπουλος.
  • Για τον ανδριάντα του Καποδίστρια οι αισθητικές κρίσεις είναι λιγοστές. Ο Άγγελος Προκοπί­ου, στην Ιστορία της Τέχνης 1750-1950, τόμος Γ’, Αθήναι 1968-1969, σ. 442, θα γράψει: «Τον ερωτισμό της γαλλικής θητείας τον διαδέχεται τώρα ένας δωρισμός ανέρωτος, μια φάση πολεμική του νεοκλασσικισμού που φτάνει στα όρια της λογικής ψυχρότητας στον Στρατιώτη που έκανε ο Τόμπρος για το μαρμάρινο Ηρώο της Τεγέας το 1930 και στον μαρμάρινο ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια που βρίσκεται στημένος στην πλατεία του Ναυπλίου». Αργότερα ο Στέλιος Λυδάκης στο έργο του Οι Έλληνες Γλύπται. Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών, «Μέλισσα», Αθήνα 1981, σσ. 112-113, θα σημειώσει ότι ο ανδριάντας του Κυβερνήτη στο Ναύ­πλιο αποτελεί συμβιβασμό του Τόμπρου με τον κλασικό τύπο μνημειακού ανδριάντα που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει – στους όγκους και τη σύνθεση – και μια αντικλασική νοοτροπία. Ο κορμός του δέντρου, που στηρίζει τον ανδριάντα, συμβολίζει την καθημαγμένη Ελλάδα, ενώ τα κλαδιά που αναβάλλουν από τη ρίζα την Ελλάδα που αναγεννάται. Αυτή την αρχαϊστική – αυστηρή γενικότητα διατήρησε και σε αξιόλογες επιτύμβιες συνθέσεις.
  • Ο Μιχάλης Τόμπρος, ο πρώτος που εγκαινιάζει μια ελληνική γλυπτική, γνώριζε πολύ καλά να κινείται με άνεση ανάμεσα στο πρωτοποριακό στοιχείο και σε πιο συντηρητικές συνθέσεις.
  • Θεωρούμε αξιομνημόνευτη την κρίση του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου για τον καλλιτέχνη (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 46, σ. 222): «…ελεύθερος από τα έξωθεν ερεθίσματα, τα οποία, όσον γόνιμα και αν ήσαν διά την εξέλιξίν του, δεν μετέβαλαν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του, ο οποίος διετηρήθη πάντοτε ελληνοκεντρικός, ελληνοπρεπής… Εστάθη σταθερός πάντοτε εις τους πειρασμούς και πειραματισμούς της εποχής εις τον τομέα της τέχνης και με πυξίδα το ελληνικόν μέτρον έδωσε εις τα έργα του ευστάθειαν και δωρικήν σταθερότητα και εχάραξε εις μάρμαρον και χαλκόν πρωτοτύπους μορφάς». Αυτό ακριβώς, ευστάθεια και δωρική σταθερότητα, εκπροσωπεί και ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας προσέλκυσε το ενδιαφέρον και δύο σημαντικών Τηνιακών γλυπτών, του Λάζαρου Σώχου (1857-1911), του δημιουργού του έφιππου Κολοκοτρώνη, και του Ιωάννη Βούλγαρη, που φιλοτέχνησαν τον ανδριάντα του σε γύψινα προπλάσματα, τα οποία φιλοξενούνται στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών στο συγκρότημα του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας Τήνου. Βλέπετε και Αλεξάνδρας Γουλάκη -Βουτυρά, Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών. Κατάλογος Συλλογής Γλυπτών, «Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου», Θεσσαλονίκη 1990, εικόνες. 63, 94, 95 και 96.

Κώστας Δανούσης

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, Βασίλης Κρεμμυδάς, «Ο Ερανιστής», τόμος 14, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1977. 


 

Μια πολιτική δολοφονία είναι πάντοτε ένα σημαντικό Ιστορικό γεγονός, επειδή συνήθως εκφράζει ένα κρίσιμο πολιτικό κλίμα και είναι δυνατό να οδηγήσει σε αλλαγές στο χώρο άσκησης τής πολιτικής. Είναι ευνόητο ότι το πολιτικό κλίμα γίνεται ακόμη πιο βαρύ, αν στόχος της δολοφονικής ενέργειας είναι ο αρχηγός του κράτους. Δεν πρέπει μάλιστα να αμφιβάλλουμε ότι μια τέτοια δολοφονία μαρτυρεί ποικίλους ανταγω­νισμούς και κοινωνικές αντιθέσεις εξαιρετικά έντονες.

 

Η δολοφονία του πρώτου αρχηγού του ελληνικού κράτους σ’ αυτό ακριβώς το ιστορικό πλαίσιο τοποθετείται: το ελεύθερο τμήμα της νεο­ελληνικής κοινωνίας αναζητούσε την ταυτότητα του μέσα σε ένα κράτος με εύθραυστη ακόμη την ανεξαρτησία του, με ακαθόριστα όρια και με μια έκταση που, αντί να ρυθμίζει, έθετε μάλλον στον ελληνισμό σοβα­ρότατα προβλήματα εθνικής απελευθέρωσης και ανεξαρτησίας.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

 

Η αφορμή για να ξαναερευνηθεί το ζήτημα της δολοφονίας του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια δόθηκε από την πληρέστερη δικογρα­φία που γνωρίζουμε ως τώρα και που περιήλθε σε γνώση του συντάκτη αυτής της μελέτης. Η δικογραφία αυτή ανήκει σε ιδιώτη και αυτό μας υποχρεώνει να ξαναθέσουμε το ζήτημα της προστασίας των ιδιωτικών αρχείων, πολύ περισσότερο μάλιστα τώρα που με τη δικογραφία για τη δολοφονία του I. Καποδίστρια αποδεικνύεται ότι και επίσημα αρχεία βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια.

Με τη μελέτη της δικογραφίας αυτής ανασκευάζονται οι ουσια­στικότερες ερμηνείες που έχουν ως τώρα διατυπωθεί για το γεγονός αυτό. Παράλληλα, η γνώση μας για την πολιτική ατμόσφαιρα της στι­γμής εκείνης γίνεται ακριβέστερη, ενώ αποκαλύπτεται μια ευρύτατη αντικυβερνητική συνωμοσία, στην οποία όχι δευτερεύοντα ρόλο είχαν παί­ξει ξένα συμφέροντα, καθώς και οι οργανωτικές αδυναμίες του καποδιστριακού κράτους.

 

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Βασίλη Κρεμμυδά, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.


 

 

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς

Νικόλαος Σκουφάς

Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]

Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.

Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:

 

«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]

 

Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.

Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]

Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]

Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.

Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.

Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]

Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;

Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]

 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.

Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]

Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]

Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]

Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]

Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]

Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]

Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.

Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.

Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.

Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:

α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών

β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.

Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]

Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]

Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.

  

Υποσημειώσεις 


 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.

[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).

[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.

[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.

[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.

[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.

[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.

[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.

[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.

[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.

[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.

[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.

[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.

[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.

[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.

[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97

[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.

[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72

[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.

[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.

[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16

[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.

[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.

[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.

[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.

[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.

[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.

[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.

[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.

[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.

[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130

[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

 

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820)


 

 

Γενικά – Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας – Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας – Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων – Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Γενικά

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στις 17 Φεβρουαρίου 1820 ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν μετέφερε, μ’ ένα απόρρητο υπόμνημά του προς τον Μέττερνιχ, τις ύστατες -λίγο πριν την πολιτική εξουθένωση του- απόψεις του Καποδίστρια: «Αυτό που θα είχε εξασφαλίσει μια αιώνια ειρήνη στην Ευρώπη», είχε δηλώσει ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας, «θα ήταν να διακηρυχτεί η αρχή της ουδετερότητας σαν θεμελιώδης βάση της Γερμανικής Ομοσπονδίας, να περιληφθούν δε σ’ αυτή όλες οι Ομόσπονδες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Δανίας. Ποιος θα πολεμούσε τότε και γιατί; Θα βλέπαμε τότε την μάστιγα των μονίμων στρατών να εξαφανίζεται από παντού… αλλά αυτό είναι μια χίμαιρα» [i].

Οι τολμηρές αυτές σκέψεις του υπεύθυνου φορέα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, διατυπωμένες στα δύσκολα και αντιδραστικά χρόνια της «Ιεράς συμμαχίας», αποδεικνύουν, ότι ο Καποδίστριας είχε χαράξει προσωπική εξωτερική πολιτική, η εφαρμογή της οποίας μοιραία θα τον εξέθετε στα μάτια του προϊσταμένου του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου I. Λίγους μήνες αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1820, ο Λέμπτζελτερν αποκάλυπτε στον Καγκελλάριό του ότι ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε συχνά διαφορετική γνώμη από εκείνη του Κόμητος Καποδί­στρια και ότι ο τελευταίος είχε διατυπώσει πολλές φορές τα παράπο­νά του σχετικά μ’ αυτές τις «συγκρούσεις».

 

«Είναι επιτήδειος», έγραφε για τον Καποδίστρια ο Αυστριακός πρεσβευτής, «σταθερός στην πορεία του, ανεξάρτητος στην τακτική με την οποία αντιμετωπίζει τα πολιτικά ζητήματα, υπερήφανος για τις θεω­ρίες του δεν είναι προσκολλημένος στη θέση του και ο Αυτοκράτορας, απορροφημένος με την εργασία του, έχοντας άλλωστε πολλά κοινά σημεία μ’ αυτόν, θαυμάζει στον συνεργάτη του την αρετή ενός φιλόσοφου. Εκτός λοιπόν εάν πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες εκ των προτέρων είναι προκατειλημμένος με συγκεκριμένες ιδέες ο Αυτοκράτορας, θα αφήσει την εργασία του Υπουργείου στον Υπουργό του και θα του επιτρέψει να ενεργήσει έστω και εάν αργότερα εξαναγκαστεί να τον αποδοκιμάσει στο ενδεχόμενο ενός λανθασμένου χειρισμού» [ii].

 

Μπορούμε επομένως με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι από το 1814 και μετά ο Καποδίστριας κατέβαλε – σαν πληρεξούσιος διπλωμάτης αρχικά και κατόπιν σα Γραμματέας της Επικρατείας- ιδιαίτερες προσπάθειες για την επιβολή των δικών του πολιτικών σχεδίων, που θα οδηγούσαν σε μια ιδανικότερη λύση των ευρωπαϊκών ζητημάτων.

Η ανεξάρτητη, θα λέγαμε, εξωτερική πολιτική του Κερκυραίου διπλωμάτη, με βάση τα τολμηρά πολιτικά σχέδιά του – διατυπωμένα σε 65 περίπου μακροσκελέστατα υπομνήματα- [iii] για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη, καλύπτει τέσσερις περιόδους δράσεως:

α) τη δραστηριότητα για την κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας,

β) τη συμβολή στην καθιέρωση της Γερμανικής Ομοσπονδίας,

γ) τις πρωτοβουλίες για τη δικαίωση της ηττηθείσης Γαλλίας και

δ) τη γενική πολιτική για την οργάνωση της Ευρώπης.

 

Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας

 

Το Νοέμβριο του 1813 ο Καποδίστριας συνοδευόμενος από τον Αυστριακό απεσταλμένο Λέμπτζελτερν έφτασε στην Ελβετία με βασική αποστολή: την προσέλκυση των Ελβετών προς το συνασπισμό των συμμάχων, την ταυτόχρονη αποδέσμευση της Ελβετίας από τη Γαλλία και την εγγύηση της ελεύθερης διαβάσεως του συμμαχικού στρατού από το ελβετικό έδαφος [iv].

Αμέσως ο Ρώσος πληρεξούσιος ήρθε σε επαφή με τον Πρόεδρο της Ελβετικής Ομοσπονδίας φον Ράινχαρτ και τον έπεισε να διαπραγματευθεί σύμβαση σύμφωνα με την οποία το σύστημα ουδετερότητας που είχε ήδη υιοθετηθεί (στις 20 Νοεμβρίου 1813), τροποποιούμενο σε μερικά σημεία, να καθίστατο δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τις σύμμαχες Δυνάμεις και να εξασφαλίσει, παράλληλα, τα ζωτικά συμφέροντα της Ελβετίας [v].

Σε μιαν άλλη επαφή του με τον Ράινχαρτ ο Καποδίστριας έθεσε σαφέστερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετία θα ανακτούσε την ουδετερότητά της και αυτές ήταν:

1) μία διακήρυξη με την οποία ο ελβετικός λαός θα αφαιρούσε από το μεσάζοντα Ναπολέοντα οποιαδήποτε εξουσία ή επιρροή,

2) η ανάκληση των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία της Γαλλίας,

3) η ακύρωση των συνθηκολογήσεων που είχαν συναφθεί.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Καποδίστριας δέχτηκε ισχυρές πιέσεις να αποκαταστήσει το Σύνταγμα του 1798, ενώ παράλληλα πιεζόταν από τον Μέττερνιχ να υπογράψει τη σχετική διακήρυξη που θα επέτρεπε στα συμμαχικά στρατεύματα να διαβούν και να παραβιάσουν την ελβετική ουδετερότητα. Σχετικά με το συνταγματικό ζήτημα, ο Ρώσος απεσταλμένος ενημέρωνε με έκθεση του τον συνάδελφο του Νέσσελροντε, ότι τα πολιτικά δίκαια της Ελβετίας επέβαλαν οπωσδήποτε την άμεση ψήφιση Συντάγματος[vi]. Όσον αφορούσε στο ζήτημα της υπογραφής της διακηρύξεως, ο Καποδίστριας δε δίστασε να την υπογράψει, συμβάλλοντας έτσι με δική του πρωτοβουλία στην αποκατάσταση της ελβετικής ενότητας [vii].

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Αξίζει να σημειωθεί, καθώς αναπτύξαμε αλλού [viii], ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Ζυρίχη ο Λέμπτζελτερν ενημέρωνε ανελλιπώς, με μακροσκελέστατες απόρρητες εκθέσεις, τον Μέττερνιχ σχετικά με την εξέλιξη των πολιτικών υποθέσεων στην Ελβετία. Από τις ανέκδοτες αυτές εκθέσεις προκύπτει η δόλια τακτική της Αυστρίας και οι προθέσεις της για μια μεμονωμένη παρασκηνιακή αντιμετώπιση των ελβετικών υποθέσεων, γεγονός που είχε έγκαιρα αντιληφθεί και καταδικάσει ο Καποδίστριας.

Σε μία έκθεσή του, στις 25-1-1814, ο Λέμπτζελτερν ανέλυε στον προϊστάμενό του τις δυνατότητες της αποκλειστικής αναμίξεως της Αυστρίας στις ελβετικές υποθέσεις, τον ενημέρωνε δε παράλληλα για τα σχέδια του Καποδίστρια απέναντι στο συνταγματικό πρόβλημα τέλος, σχολίαζε τη σιωπή του συναδέλ­φού του σχετικά με το πρόγραμμα των ενεργειών του Τσάρου Αλέ­ξανδρου [ix].

 Ύστερα από διπλωματικούς αγώνες, που προορίζονταν να προετοιμάσουν τη λύση των πολύπλοκων ελβετικών ζητημάτων, ο Καποδί­στριας συνέβαλε στην ολοκλήρωση της συντακτικής εργασίας της Δί­αιτας η οποία καθόρισε τελικά το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα[x].

 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1814, λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη, ο Κερκυραίος διπλωμάτης έγραφε στον πατέρα του: «Αν δυνηθούν (οι Ελβετοί) εις το μέλλον να είναι ευτυχείς και να απολαύσουν την ανεξαρτησία των, θα ειπώ ότι δεν έχασα τον καιρόν μου και το έργον μου» [xi]. Στις επίσημες συζητήσεις του Συνεδρίου της Βιέννης ο Καποδίστριας, υποστηριζόμενος από το βαρώνο φον Στάιν, υπερασπίστηκε με αυτοθυσία την ενότητα των Ελβετών, την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των καντονιών και τις μεγαλύτερες δυνατές ευνοϊκές εδαφικές διαρρυθμίσεις υπέρ της μικρής αυτής χώρας [xii].

Έτσι, στις 20 Μαρτίου 1815, υπογράφηκε από όλους τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο, η διακήρυξη για τις ελβετικές υποθέσεις. Με τη διακήρυξη αυτή, που τα προσχέδιά της είχε επεξεργαστεί ο Καποδίστριας, ρυθμίζονταν οριστικά η διαρκής ουδετερότητα και η ανεξαρτησία της Ελβετίας με βάση τα 19 καντόνια τα οποία θα αποτελούσαν το θεμέλιο του ελβετικού ομοσπονδιακού συστήματος. Το πρώτο βήμα για την ουδετεροποίηση της κεντρικής Ευρώπης, μακριά από πολέμους και αναταραχές, είχε γίνει με την ομόφωνη αναγνώριση θεμελιωδών κανόνων του γενικού διεθνούς Δικαίου.

  

Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας

 

Όσον αφορά στα γερμανικά ζητήματα στο Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας διεκατείχετο από μεταρρυθμιστικές ιδέες που ήταν επηρεασμένες από τις κινήσεις για το γερμανικό Σύνταγμα και την ενοποίηση της Γερμανίας. Έτσι τάχθηκε αμέσως υπέρ μιας βελτιωμένης ομοσπονδοποιήσεως της Γερμανίας, ενώ οι Χάρντενμπεργκ, Χούμπολτ και Μέττερνιχ ήσαν αντίθετοι [xiii].

Στις 9 Φεβρουαρίου 1815, ο Καποδίστριας υπέβαλε στο Συνέδριο βαρυσήμαντο υπόμνημα για τις γερμανικές υποθέσεις, επισημαίνοντας κατ’ αρχήν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη καθώς και το απαραίτητο της αποκαταστάσεως του Γερμανικού έθνους, αφ’ ενός μεν προς όφελος του, αφ’ ετέ­ρου δε χάριν της εξασφαλίσεως της ηρεμίας και της γαλήνης στην Ευ­ρώπη. «Οποιαδήποτε και αν είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ηγεμόνων που κυβερνούν», διακήρυξε, «οφείλουν υπό την πίεση των γεγονότων να παράσχουν στη χώρα τους ενιαίο Σύνταγμα».

Αναπτύσσοντας, περαιτέρω, τις απόψεις του ο Καποδίστριας, υποστήριξε διπλωματικά ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες εμφανίζονται διηρημένοι αναμεταξύ τους επηρεαζόμενοι και από τις αντιζηλίες των μεγάλων Δυνάμεων. «Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο γερμανικός λαός, δυσαρεστημένος και εξαπατημένος στις προσδοκίες του, θα προχωρήσει μόνος του για την απελευθέρωσή του και για την εγκαθίδρυση μιας σταθερής τάξεως πραγμάτων επομένως», συμπέραινε ο Ρώσος πληρεξούσιος, «καταφαίνεται ότι η σχεδιαζόμενη, από τις λοιπές Δυνάμεις, ομοσπονδιακή συνθήκη είναι όχι μόνο αντίθετη προς την ηρεμία και την ανεξαρτησία της Γερμανίας, αλλά θέτει επίσης φραγμούς στην εδραίωση μιας πραγματικής ισορροπίας και στην ανάπτυξη σταθερών σχέσεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Υπό διαφορετικές συνθήκες», εξακολουθούσε ο Καποδίστριας, «θα πρέπει να αγωνιστούμε, ώστε να δοθεί πολιτικό Σύνταγμα στη Γερμανία κατάλληλο για τον προσδιορισμό της σφαίρας της ηθικής δραστηριότητας των λαών της, το οποίο να επαναφέρει την εθνική ροπή, τις παραδοσιακές αρχές και να εξασφαλίζει την διαιώνιση και την ακμή των αναπτυσσομένων».

«Με τη λύση αυτή», κατέληγε ο Καποδίστριας, «θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στα γερμανικά κρατίδια μια διαρκή εγγύηση ελευθερίας και στην Ευρώπη τις στερεές βάσεις για την εγγύηση του μελλοντικού πολιτικού της συστήματος» [xiv].

Μετά από έντονες συζητήσεις υπογράφηκαν στη Βιέννη, στις 8 Ιουνίου 1815, οι συνθήκες για τη Γερμανική Ομοσπονδία που αναγνώριζαν, σύμφωνα προς τις υποδείξεις του Καποδίστρια, μια επί διεθνούς Δικαίου εδραζόμενη ένωση κρατών, η οποία σεβόταν την κυρίαρχη εξουσία των μελών της και η οποία περιλάμβανε 41 γερμανικά κράτη [xv]. Ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια -κι ενώ ο Καποδίστριας, εξουσιοδοτημένος από τον Τσάρο, παρακολουθούσε την εξέλιξη των γερμανικών ζητημάτων-[xvi] η κρίση που ξέσπασε λόγω των φιλελεύθερων κινήσεων στη Γερμανία κατά του αυστριακού απολυταρχισμού, υποχρέωσε τους συμμάχους να συνέλθουν στο Κάρλσμπαντ για το «ξεκαθάρισμα» των γερμανοαυστριακών διαφορών.

Ο Καποδίστριας που είχε υποπτευθεί τη δόλια πολιτική της Αυστρίας, επέστησε την προσοχή του Τσάρου στον ενδεχόμενο κίνδυνο μιας περαιτέρω εδραιώσεως της αυστριακής κυριαρχίας στη Γερμανία. Η έναντι των γερμανικών υποθέσεων στάση του Καποδίστρια, το 1819, προκύπτει από μια απόρρητη διπλωματική έκθεση του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν προς τον Μέττερνιχ, σχετικά με τις συνομιλίες που είχε με τον Ρώσο Υπουργό για τις υποθέσεις της Γερμανικής Ομοσπονδίας.

Στην αρχή, καθώς έγραφε ο Λέμπτζελτερν, ο Καποδίστριας διαχώρισε τη θέση της Ρωσίας ως προς τις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία, απομονώνοντας έτσι την Αυστρία, που δεν μπορούσε να επέμβει μεμονωμένα και να λάβει αποφάσεις ερήμην των λοιπών συμμάχων. Στη συνέχεια ο Καποδίστριας καταφέρθηκε εναντίον των Συνταγμάτων των γερμανικών κρατών, που ψηφίστηκαν ύστερα από αυστριακές πιέσεις. «Τι σημαίνει Συντάγματα τα οποία περιέχουν μοναρχικές αρχές;», ρώτησε τον Λέμπτζελτερν, «σε όσα παραχωρήθηκαν δεν βλέπω παρά μόνο τον Μονάρχη διαπραγματευόμαστε αποκλειστικά με αυτόν, αυτός μιλά και ενεργεί, παντού βλέπω μοναρχικές αρχές αλλά και μονάρχες οι οποίοι δεν γνωρίζουν να τις επιβάλλουν. Τα Συντάγματα της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης παραχωρήθηκαν με κακή πίστη θέλησαν να ευχαριστήσουν μ’ αυτά τους λαούς και συγχρόνως να τους εμπαίξουν με λόγια. Όλα αυτά δεν συμφέρουν ούτε στους Μονάρχες ούτε στα μικρά κράτη».

«Έπραξα», κατέληγε ο πρεσβευτής, «ό,τι μου ήταν δυνατόν για να μειώσω τη δυσαρέσκεια που εκδηλώθηκε εδώ προς τον πρίγκιπα Καγκελλάριο (Μέττερνιχ) και για να πείσω τον κόμητα Καποδίστρια ότι έδινε υπερβολική σημασία σε μια πρόταση (της εφαρμογής του δόγματος μη επεμβάσεως), η οποία, εφόσον απορρίφθηκε, δεν αξίζει πια καμιά προσοχή και η οποία, καθώς διατυπώθηκε σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Από τότε μου φάνηκε ηρεμότερος αναφορικά με αυτό το ζήτημα (της Γερμανικής Ομοσπονδίας)» [xvii].

 

Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων

  

Ιωάννης Καποδίστριας

Μετά την προσωρινή επίλυση των γερμανικών ζητημάτων, ο Καποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τις σύμμαχες Δυνάμεις να μελετήσει τις γαλλικές υποθέσεις που είχαν περιπλακεί, ύστερα από τη συντριβή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο Βατερλώ. Με ένα υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στο Συνέδριο των Παρισίων στις 28 Ιουλίου 1815, ο Καποδίστριας ανέπτυσσε τις εγγυήσεις τις οποίες διακινούντο να ζητήσουν οι μεγάλες Δυνάμεις από την ηττηθείσα Γαλλία. «Αυτές», τόνισε, «μπορούν να είναι πραγματικές και ηθικές».

Ξεκαθάρισε πάντως ότι η παρούσα κατοχή της Γαλλίας, από τους συμμάχους, δεν παρείχε σ’ αυτούς και το δικαίωμα της κατακτήσεως. «Εάν θιγόταν η ακεραιότητα της Γαλλίας», σημείωνε «θα χρειαζόταν να επανεξεταστούν όλες οι αποφάσεις της Βιέννης, να καθοριστούν νέ­ες εδαφικές διαρρυθμίσεις και να εφαρμοστεί εκ νέου το σύστημα ισορροπίας. Αυτή η δύσκολη επιχείρηση, αντίθετη προς τις φιλελεύθε­ρες αρχές των μεγάλων Δυνάμεων, θα μετέβαλε την ομοιόμορφη πο­ρεία που ακολούθησαν μέχρι σήμερα και η οποία μόνη εξασφαλίζει τη γαλήνη των λαών».

«Είναι συνεπώς σωστό να συμπεράνουμε», κατέληγε ο Καποδί­στριας, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις δεν μπορούν να αναζητήσουν μόνο στην κατηγορία των ηθικών εγγυήσεων αυτές τις εγγυήσεις τις οποίες οφείλουν να εμφανίσουν στην Ευρώπη σαν τεκμήριο θεμελιώσεως της γαλήνης της. Απαιτείται επομένως αναγκαστικά να αναζητηθούν οι εγ­γυήσεις αυτές και στις δύο κατηγορίες με βάση την αρχή, ότι οι πραγ­ματικές εγγυήσεις δεν είναι δυνατό να βασιστούν στο δικαίωμα της κα­τακτήσεως»[xviii].

Καθώς προκύπτει από τις παραπάνω θέσεις, η Ρωσία, προσπάθησε, μετά τη συντριβή του Βοναπάρτη, να αναλάβει πρωτοβουλίες για μια δίκαιη αντιμετώπιση της ηττηθείσας Γαλλίας. Ο Καποδίστριας δεν παρέλειψε να διακηρύξει, ότι η γαλήνη θα καθίστατο δυνατό να εδραιωθεί στη Γαλλία και στην Ευρώπη, μόνο με την επιβολή μιας νέ­ας τάξεως πραγμάτων ως ανασχετικού κατά των επαναστάσεων φραγμού.

Αλέξανδρος Α΄ Παύλοβιτς (1777-1825)

Πιστεύουμε, ότι όχι μόνο η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία του αλλά και η πεποίθησή του για μια μελλοντική συνδρομή της Γαλλίας στο ελληνικό ζήτημα, τον είχαν επηρεάσει να υπερασπιστεί τα γαλλικά συμφέροντα. Η δράση του στο Παρίσι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, που τον διόρισε, παρά τις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός του, Υπουργό επί των εξωτερικών υποθέσεων της Αυτοκρατορίας. Με τη λήξη των διαπραγματεύσεων, στις 20 Νοεμβρίου 1815, ο Κα­ποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τον Αλέξανδρο να αναλάβει τη διεκπεραίωση των θεμάτων, που αφορούσαν στην εξέλιξη του γαλλι­κού ζητήματος· δηλαδή, τα θέματα του στρατού κατοχής, της πληρωμής της πολεμικής αποζημιώσεως από τη Γαλλία και της εξοφλήσεως των δανείων τα οποία ήσαν γνωστά σαν «ιδιωτικά χρέη» [xix].

Από τη διπλωματική αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Ρώσο πρεσβευτή στο Παρίσι Πότσο ντι Μπόργκο προκύπτει, ότι ο Κερκυραίος διπλωμάτης ήσαν ο βασικός εκπρόσωπος της Ρωσίας στις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για τα γαλλικά ζητήματα και, ότι, παράλληλα, στις δικές του υποδείξεις όφειλε -καθώς θα δούμε- η Γαλλία τη συμμετοχή της στο Διευθυντήριο των Δυνάμεων, τρία χρόνια μετά την καταστροφή της στο Βάτερλω [xx].

 Ο Καγκελλάριος Μέττερνιχ, αντίθετος προς το φιλελεύθερο πνεύμα των συμμάχων, είχε ταχθεί υπέρ της σμίκρυνσης του κύκλου των υπεύθυνων για τα γαλλικά ζητήματα, προσπαθώντας, μ’ αυτή την τακτική, να αποκλείσει τον «δημοκρατικό» Καποδίστρια από τις διαπραγματεύσεις. Ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας δίδοντας τις σχετικές οδηγίες στον Πότσο ντι Μπόργκο, διατύπωνε, εξοργισμένος, τις αντιρρήσεις του κατά της πολιτικής του Αυστριακού Καγκελλάριου σχετικά με την αντιμετώπιση της Γαλλίας.

Το Νοέμβριο του 1817, έγραφε στον πρεσβευτή του: «Γνωρίζετε ότι η Γαλλία, ελεύθερη από την επιτήρηση των συμμάχων και έχοντας επανέλθει στον εαυτό της, εμπίπτει (δικαιωματικά) σε μας. Εν τούτοις, επιθυμία μας είναι να πα­ραμείνει η Γαλλία στον εαυτό της (μόνο) και στην ευρωπαϊκή οικογέ­νεια και όχι ιδιαίτερα στη Ρωσία». Τον Μάρτιο του 1818, ο Ρώσος Υπουργός μιλούσε ανοιχτά πια για την απελευθέρωση της Γαλλίας και την εκκένωσή της από τα στρατεύματα κατοχής, διαβλέποντας κινδύνους μόνο στην παράταση της καταπιέσεως των Γάλλων από τις Δυνάμεις[xxi].

Στο Συνέδριο του Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν), το 1818, ο Καποδίστριας, τάχθηκε υπέρ της αναθεωρήσεως των σχέσεων των συμμάχων με το βασιλέα της Γαλλίας και υπέρ του παράλληλου διακανονισμού της εκκενώσεως της Γαλλίας από τα συμμαχικά στρατεύματα- αγωνίστηκε επίσης για τη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών και, τέλος, για την επανατοποθέτηση του Γάλλου βασιλέα στα ευρωπαϊκά συμβούλια.

 

Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν)

 

Γράφοντας στον Αυτοκράτορα του Λουδοβίκο XVIII, στις 18 Οκτωβρίου 1818, ο Ρισελιέ σημείωνε τα εξής: «Ελπίζω, ότι παρά τα αυστριακά και τα αγγλικά τεχνάσματα, μπορούμε να βασιστούμε στη σταθερότητα των επιχειρημάτων του κόμητα Καποδίστρια στον οποίο όχι μόνο εμείς αλλά και η Ευρώπη οφείλουμε τις μέγιστες υποχρεώ­σεις» [xxii]. Λίγες μέρες αργότερα -αφού η Γαλλία υπό την ηγεσία του νόμιμου και συνταγματικού μονάρχη της επανήρχετο στους κόλπους της ευρω­παϊκής συμμαχίας- ο κόμης Μολέ δήλωσε: «Εάν η Γαλλία παραμένει ακόμη Γαλλία, αυτό οφείλεται σε τρεις ανθρώπους, των οποίων τα ονό­ματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστούν: στον Αλέξανδρο και στους δύο Υπουργούς του, τον Καποδίστρια και τον Πότσο ντι Μπόργκο» [xxiii].

  

Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Μετά τη δυναμική υπεράσπιση των ελβετικών, των γερμανικών, των γαλλικών, των ισπανικών, των πολωνικών και των επτανησιακών υποθέσεων [xxiv], ο Καποδίστριας άρχισε να διατυπώνει επίσημα τις απόψεις και θεωρίες του για την οργάνωση της Ευρώπης. Πιστεύουμε ότι μετά το 1815 είχε ταχθεί υπέρ μιας νέας τάξεως πραγμάτων για την παλινόρθωση της Ευρώπης, εδραιουμένης όμως σε εθνικά κράτη και συνταγματικές κυβερνήσεις με βάση ένα διεθνές ευρύτερο σύστημα. Το 1818 στο Αιξ λα Σαπέλ, ο Καποδίστριας είχε διακηρύξει, ότι η Ευρώπη πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους των επαναστάσεων και από την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου με τη βία. Μ’ αυτές τις απόψεις καταδίκαζε την αρχή της επεμβάσεως, εφόσον απέρριπτε έμμεσα, το συστατικό στοιχείο της νομικής έννοιας της επεμβάσεως: τον καταναγκασμό με τη βία.

Ο Ρώσος Υπουργός δεχόταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων είχε την ανάγκη σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο όσο και στα εσωτερικά του κάθε κράτους. Υποδείκνυε δε την καθιέρωση μιας υπερεθνικής ενώσεως, στα πλαίσια της οποίας να εγγυηθούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τη σημερινή εδαφική τους κατάσταση και την ισχύουσα μορφή διακυβερνήσεώς τους.

Στα πλαίσια του υπερεθνικού αυτού οργανισμού, ο Καποδίστριας προσπάθησε να αναγάγει την επέμβαση σε εγγύηση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ασφάλειας όλων των κρατών. Κατά τα ισχύοντα, ως νόμιμη επέμβαση αναγνωρίζεται όχι η επέμβαση σα συνέπεια μονομερούς αποφάσεως ενός ή περισσότερων κρατών, αλλά εκείνη που πραγματοποιείται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή κατόπιν εντολής αυτού. Εκτελώντας λοιπόν το Διευθυντήριο των Δυνάμεων τα χρέη ενός Συμβουλίου Ασφαλείας, θα μπορούσε, σύμφωνα προς τους οραματισμούς του Καποδίστρια, να επεμβαίνει μόνο για διευθέτηση των διεθνών διαφορών και όταν υφίστατο απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης.

Οι σύμμαχοι όμως αντέδρασαν στις προοδευτικές θέσεις της ρωσικής διπλωματικής αποστολής και εξανάγκασαν τη Ρωσία να προχωρήσει, με τη λήξη του Συνεδρίου του Αιξ λα Σαπέλ, στη σύνταξη μιας μυστικής συνθήκης, που όρισε, ότι οι Δυνάμεις εγγυούνται τα σχετικά εδάφη όπως είχαν διαρρυθμιστεί, υπόσχονται δε να αντιμετωπίζουν σαν κοινή αναμεταξύ τους υπόθεση κάθε κατάσταση που θα απειλούσε την ειρήνη[xxv].

Οι ανησυχίες του Καποδίστρια για το μέλλον της Ευρώπης διαφαίνονται καθαρά στις τακτικές συνομιλίες του με τον Αυστριακό πρεσβευτή στην Πετρούπολη. Μια ατέλειωτη σειρά από απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις προς τον Μέττερνιχ αποκαλύπτουν αρκετές από τις τολμηρές πολιτικές απόψεις του. Αρχές του 1820, συζητώντας με τον Λέμπτζελτερν για το μέλλον της Γερμανίας, τόνιζε: «Υπάρχουν ακόμη τόσα πράγματα που οφείλουμε να εξετάσουμε και να σκεφτού­με πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Παραδείγματος χάρι, θα παραχωρήσει η Γερμανική Ομοσπονδία το δικαίωμα διελεύσεως σε μια ξένη στρατιά; εάν το πράξει η στάση της δεν θα είναι καθαρά αμυντική αλλά επιθετι­κή, γιατί όποιος διευκολύνει τη διέλευση ενός στρατού για να επιτεθεί εναντίον ενός κράτους, διαπράττει -ταυτόχρονα- εχθρική πράξη ενα­ντίον του· το γεγονός αυτό τον θέτει σε κατάσταση πολέμου»[xxvi].

Μέττερνιχ. Ένας από τους διασημότερους διπλωμάτες και πολιτικούς της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης.

Η Αυστρία, ωστόσο, επέμεινε στην απολυταρχική τακτική της και, την ίδια χρονιά, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί και πάλι την εξέγερση της Νεαπόλεως (καθώς είχε ενεργήσει το 1819 στο Κάρλσμπαντ), ενώ παράλληλα πρότεινε στη Ρωσία να συνεργαστεί μαζί της για μια αμοιβαία επίλυση του ιταλικού ζητήματος.

Ο Καποδίστριας αντέδρασε με έντονη επιστολή του, που επιδόθηκε στον Μέττερνιχ στις 12 Σεπτεμβρίου 1820, όπου σχολίαζε με δυσμένεια τις αυστριακές πρωτοβουλίες στην Ιταλία [xxvii]. Με άλλη εγκύκλιό του, προς τους λοιπούς συμμάχους, ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας κατέβαλε προσπάθεια για τη διαφοροποίηση των επιδιώξεων της Αυστρίας, που είχαν ήδη τεθεί και απέβλεπαν στην κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερης κινήσεως [xxviii].

Στο Τρόππαου, όπου συγκεντρώθηκαν τελικά οι σύμμαχοι για να συζητήσουν για την «απειλή» της ιταλικής επαναστάσεως, ο Μέττερνιχ δήλωσε, ότι η κατάπνιξη της κινήσεως ήταν αυστριακή υπόθεση, επικαλούμενος δικαιώματα επιρροής στη Βόρεια Ιταλία. Ωστόσο ο Καποδίστριας αντέδρασε, μ’ ένα μακροσκελέστατο υπόμνημα στις 2 Νοεμβρίου 1820, καταδικάζοντας το ενδεχόμενο μιας μεμονωμένης αυστριακής επεμβάσεως.

«Η Αυστρία θα πρέπει να συντάξει μια διακήρυξη», υποστήριξε ο Καποδίστριας, «με την οποία ν’ αναγγέλλει στους λαούς των δύο Σικελιών, ότι μοναδικός λόγος και μοναδικός σκοπός αυτού του διαβήματος θα είναι ο σεβασμός της ακεραιότητας του Βασιλείου, η σταθεροποίηση της πολιτικής και εθνικής του ανεξαρτησίας και η εγκαθίδρυση -από συμφώνου με τον βασιλέα- ενός συστήματος διακυβερνήσεως, που θα κατορθώσει να πείσει όλους τους υπηκόους για την ειρηνική ικανοποίη­ση αυτής της διπλής ελευθερίας». Στη συνέχεια ο Ρώσος Υπουργός ανέλυε τους κινδύνους των αυστριακών πρωτοβουλιών: «Παρατηρήσαμε, πως κάθε μεμονωμένη ενέργεια, θα αποδείκνυε, ότι η γενική συμμαχία είναι υπό διάλυση και τα αποτελέσματα θ’ απέβαιναν ένα νέο όπλο στα χέρια του εχθρού τον οποίο πρέπει οι Δυνάμεις να πολεμήσουν».

«Πιστεύουμε», διακήρυξε, τέλος, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στις υποθέσεις της Νεαπόλεως. Πιστεύουμε ότι είναι υποχρεωμένες να επεμβαίνουν. Πιστεύουμε, ότι μπορούν και πρέπει να προσδώσουν στην επέμβαση συγκεντρωτικό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει για να είναι σωτήρια»[xxix].

Καθώς υποστηρίξαμε ήδη, η προταθείσα από τον Καποδίστρια λύση της προγενέστερης συνδιαλλαγής, υιοθετήθηκε, ύστερα από 130 περίπου χρόνια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών σαν διαδικασία διευθετήσεως των διεθνών διαφορών [xxx]. Αυτά, σε πολύ γενικές γραμμές [xxxi], υπήρξαν τα πολιτικά σχέδια του Καποδίστρια για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης. Η πίστη του στο Διεθνές Δίκαιο, η εμμονή του στην πολιτική της αυτοδιαθέσεως των λαών, η προ­σήλωσή του στη συνταγματική νομιμότητα και η αποστροφή του για την ύπαρξη μόνιμων στρατευμάτων, συντέλεσαν ουσιαστικά στην κάμψη της απολυταρχικής τακτικής των μεγάλων Δυνάμεων στα δύ­σκολα χρόνια της παλινορθώσεως.

 

Παύλος Β. Πετρίδης

Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Υποσημειώσεις


[i] Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, (18 σελίδες), παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ερευνών μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο τμήμα πολιτι­κών υποθέσεων, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Μέρη του υπομνήματος αυτού δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδη. Η διπλωματική δράσις του Ιωάν­νου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 101-103 και στη μελέτη του ίδιου, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ. 53-54.

[ii] Το υπόμνημα αυτό, της 29ης Ιουλίου, παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε στους φα­κέλους των Αρχείων της Βιέννης, τμήμα πολιτικών υποθέσεων, ό.π. Αποσπάσματα αυ­τού του εγγράφου χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη μας, «Ο Μέττερνιχ ανάμεσα στον Καποδίστρια και τον Τσάρο Αλέξανδρο – Ένα απόρρητο υπόμνημα του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν από τα Αρχεία της Βιέννης», στη Μνημοσύ­νη (1978).

[iii] Βλ. την πρόσφατη εργασία του Ζ.Ν. Τσιρπανλή, «Υπομνήματα και εκθέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια (1809-1822) (προβλήματα και έρευνα)», Επ. Επετ. Φιλ. Σχ. Παν. Ιωαννίνων, 6 (1977), σ. 99-134. Για περισσότερα βλ. την μελέτη μας, «Βιβλιογραφία Ιω­άννη Καποδίστρια (1776-1831)», στο  Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας.

[iv] Βλ. την εργασία του W. Oechsli, «Lebzeltern und Capo d’Istria in Zürich», Festg. z. Ehren M. Büdingers (1898), σ. 431-447. Επίσης, W. Oechsli, Die Verbündeten und die Schweizerische Neutralität im Jahre 1813, Zürich, 1898, σ. 39-41 – Ε. LévisMirèpoix, Mémoires et papiers de Lebzeltern, Paris, 1949, σ. 273-291 – Π. Πετρίδη, «H συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 14 (1977).

[v] Η έκθεση αυτή, της 24ης Νοεμβρίου 1813, που βρέθηκε από μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16, Berichte aus der Schweiz (K. 312), παρα­μένει ανέκδοτη. Μια παράγραφος μόνο χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vi] Βλ. την ανέκδοτη αυτή έκθεση – επιστολή στα Αρχεία Βιέννης στο φάκελο Actenstücke betreffend die Schweiz, Fol. 4-13! Αποσπάσματα αυτού του σημαντικού εγ­γράφου αξιοποιήθηκαν στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vii] Βλ. σχετικά Αρχεία Βιέννης, Schweiz 1813-14 (Κ. 311) Ι-ΙΙΙ – Actenstücke bettrefent die Schweiz (Κ. 312) – Schweiz II 1813-16. Επίσης, W. Oechsli, «Lebzeltern», ό.π., σ. 280-291 – P. Kasser, «Der Durchmarsch der Alliirte durch die Schweiz im Winter 1813 auf 1814», Schw. Kriegsgeschichte. 9 (1912), σ. 36-38 – G. Steiner, «Der Bruch der schweizerichen Neutralität im Jahre 1813», Basler N. jahrsblatt (1924), σ. 100-103 – W. Oechsli, «Der Durchzug der Alliirten durch die Schweiz», N. jahrsblatt d. Waisenhauses (1908), σ. 15 κ.ε.

[viii] Π. Πετρίδη, «Η συμβολή», ό.π.

[ix] Βλ. τις εκθέσεις αυτές στα Αρχεία Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16 (Κ.
312), Berichte aus der Schweiz, Fol. 1-55.

[x] To μεγαλύτερο μέρος της διπλωματικής αλληλογραφίας της σχετικής με τη διαπραγμάτευση των ελβετικών υποθέσεων παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία της Βιέννης στο φάκελο Berichte aus der Schweiz (Κ. 312), Fol. 18-104. Σημαντικότατες νότες του Καποδίστρια για τα ελβετικά ζητήματα δημοσιεύτηκαν από τους E. Lévis-Mirèpoix, Une mission diplomatique austro-russe en Suisse, 1931, σ. 46-48, 53-55 – S. Lascaris, Capodistrias avant le Révolution Grecque, Lausanne, 1918, α 44,46,47-51,51-52,57. Βλ. επίσης στις εκδόσεις της VPR (Vnesnjaja Politika Rossii, XIX i nacala XX veka), τ. 8, σ. 81-85,111-112και 204-206.

[xi] Π. Κ. Ενεπεκίδης, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 ανέκδοτα γράμματα προς τον πατέρα του, 1809-1820, Αθήναι, 1972, σ. 182.

[xii] Βλ. τα σχετικά υπομνήματα του Καποδίστρια στα Αρχεία Βιέννης, στους φακέ­λους St. Κ. Wiener Kongressakten, Fsz. 9 και 23.

[xiii] Π. Πετρίδης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ.37-54.

[xiv] Η έκδοση του υπομνήματος αυτού, στα γαλλικά, στου G.H. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1851/55, τ. 4, σ. 735-739.

[xv] A. Papermann, Diplomatische Geschichte, τ. 2, σ. 444-451 – R. Flassan, Der Wiener Kongress, x. 2, σ. 116-118 – F. Berber, Lehrbuch des Völkerrechts, 1960, τ. I, σ. 140 – Α. Nussbaum, Geschichte des Völkerrechts, 1954, σ. 205.

[xvi] G.H. Pertz, Das Leben, ό.π., τ. 4, σ. 444, 454 – τ. 5, σ. 37 επ., 50,51. Βλ. επίσης στο VPR, τ. 8, σ. 570-571 ένα σχέδιο πρωτοκόλλου για τα γερμανικά ζητήματα που παρου­σίασε ο Καποδίστριας στους πληρεξούσιους αντιπροσώπους των συμμάχων Δυνάμεων.

[xvii] Βλ. στα Αρχεία Βιέννης, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Βλ. επίσης την «Aperçu des idées de l’ Empereur sur les affaires d’Allemagne» (21-11-1819) στου Ch. Webster, The Forein Policy of Castlereagh, 1963, τ. 2, σ. 193-194.

[xviii] «Memorandum de M. Capo d’ Istria, ministre de Russie, 28 (18) juillet 1815», στου Angeberg, Le Congrès de Vienne, Paris, 1863, τ. 2, σ. 1470-1476. H αξιοποίηση του υπομνήματος αυτού στου Π. Πετρίδη, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η αντιμετώπιση των γαλλικών υποθέσεων από το Διευθυντήριο των Δυνάμεων 1815-1818», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 13 (1976), σ. 34-39.

[xix] Π. Πετρίδης, ό.π., σ. 42.

[xx] Ό.π., σ. 43.

[xxi] Η σημαντική διπλωματική αλληλογραφία Καποδίστρια -Πότσο ντι Μπόργκο δη­μοσιεύθηκε -κατά μεγάλο μέρος- στου C. Pozzo di Borgo, Correspondance diplomatique duComte Pozzo di Borgo et du comte de Nesselrode (1814-18), Paris 1890,97 βλ. ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο, σ. 395-504 και στον δεύτερο σ. 94-566. Οι περισσότερες επιστολές δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμη σε ευρύτερη εργασία.

[xxii] R. Cisternes, Le Due de Richelieu, son action aux Conférences d’Axi la Chapelle, Paris, 1895, σ. 91.

[xxiii] C. Grünwald, Alexandre ler, le Tsar mystique, Paris, 1955, σ. 249.

[xxiv] Εκτός από τα σημαντικότερα υπομνήματα και τις εκθέσεις του για τα ελβετικά, τα γερμανικά και τα γαλλικά ζητήματα, ο Καποδίστριας συνέταξε σημαντικότατα έγγραφα με αντικείμενο την κατάσταση και την εξέλιξη των πολωνικών, των ισπανικών και
των επτανησιακών υποθέσεων. Για τα υπομνήματα αυτά βλ. αναλυτικά (Αρχείο, Έκδοση, και Βιβλιογραφία) την εργασία μας «Βιβλιογραφία Ιωάννη Καποδίστρια 1776-1831»,στο Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας (έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.).

[xxv] Βλ. αντί άλλων Ε. Molden, Zur Geschichte des österreichisch russischen Gegen­satzes. Die Politik der europäischen Grossmächte und die Aachener Konferenzen, Wien, 1916, σ. 51-167.

[xxvi] Αρχεία Βιέννης, Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, ό.π.

[xxvii] Ό.π., Gesandtschaftsarchive, Kongresse von Troppau und Laibach (K. 60), Fol. 12-16.

[xxviii] Ό.π., St. K. Kongressakten, Troppau, Fsz. 38, Fol. 28-35. Αποσπάσματα αυτής της εγκυκλίου δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 103-106.

[xxix] Το σημαντικότατο αυτό υπόμνημα παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία Βιέννης, St. Κ. Kongressakten, Troppau 1820, Fsz. 38, Fol. 32-48· αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 109-112.

[xxx] Π. Πετρίδη, «Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια (1814-21)», Δελτ. Ε.Β.Ε.Θ. (1976), σ. 12. Η γενική ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια, με πλήρη αξιο­ποίηση των πηγών που βρέθηκαν και βρίσκονται στα ξένα αρχεία, θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας πληρέστερης και ευρύτερης εργασίας μας.

[xxxi] Εκτενέστερα για την ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια στα χρόνια της παλι­νόρθωσης, βλ. Π. Πετρίδης, Η ευρωπαϊκή πολιτική του I. Καποδίστρια, Θέσεις και προ­τάσεις για μια προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη 1814-1821, Αθήνα (1988).

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

    

Read Full Post »

« Newer Posts