Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κάστρα’

Το φρούριο Γκύκλος


 

Στο συγκρότημα του όρους Αραχναίου Αργολίδας, που από την αρχαιότητα εθεωρείτο σαν πέρασμα για την επικοινωνία της Αργολίδας με την Κορινθία, από τις αρχές της πρώτης Ενετοκρατίας αναγέρθηκαν πολλά φρούρια, μεταξύ των οποίων στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου]  είναι το φρούριο Γκύκλος (πιθανόν Κύκλος). Εκτός από το φρούριο Γκύκλος στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου (Μετόχι) υπάρχουν δύο ακόμα φρούρια το Ξεροκαστέλι και το Πυργούλι στα Ζεγκίλια.

Ερείπια του φρουρίου Γκύκλος.

Τα φρούρια αυτά, καθώς επίσης και οι πύργοι ή και τα οχυρά που βρίσκονται διάσπαρτα στο όρος Αραχναίο είναι αρχαία πολλά δε και μεσαιωνικά και εθεωρούντο σαν θέσεις εποπτεύσεων από τα στρατεύματα των Φράγκων, των Βυζαντινών κ.λπ. που κατά καιρούς κυριαρχούσαν στα μέρη αυτά και αποτελούσαν ακόμη οχυρές θέσεις για την παρεμπόδιση των μετακινήσεων των στρατευμάτων των αντιμαχομένων την εποχή εκείνη.

Το φρούριο Γκύκλος βρίσκεται στο δρόμο που συνδέει απ’ ευθείας το Χέλι [Αραχναίο] με το Λυγουριό. Ξεκινάμε από το χωριό για το Λυγουριό πεζοπορώντας, αφήνουμε αριστερά μας τον παλαιό Βυζαντινό Ναό «Μετόχι» που ήταν το καθολικό της παλαιάς Μονής Ταλαντιου πριν από το 1761 που μεταφέρθηκε αυτή στη νέα θέση και συνεχίζοντας φθάνουμε στην πολύ γνωστή τοποθεσία «Πηλιάρος». Από εκεί ανηφορίζουμε και φθάνουμε στον αυχένα Σκούντι-Αραχναίο για να κατηφορίσουμε από εκεί σε δρόμο όλο στροφές που οδηγεί τελικά στο Λυγουριό.

Αριστερά από τον αυχένα υπάρχει μικρό βραχώδες ύψωμα, όπου επάνω σε αυτό υπάρχουν τα ερείπια ενός φρουρίου που έχει την ονομασία Γκύκλος και περιβάλλεται Νότια και Ανατολικά από βραχώδη έξαρση ενώ το υπόλοιπο τμήμα Βόρεια και Δυτικά περιβάλλεται από τείχος. Το περιμετρικό τείχος του φρουρίου έχει πάχος 1,80 μέτρα και έχει την τεχνοτροπία του Δελαρός δηλαδή είναι ξερολιθοδομή όπου οι δύο όψεις του τείχους είναι κτισμένες με μεγάλες πέτρες και ενδιάμεσα το γέμισμα έχει γίνει με μικρότερες πέτρες. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Περισσότερες πληροφορίες για το τον τρόπο δομήσεως των φρουρίων της Αργολίδας:  Ιωάννης Ε. Πέππας, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 52-61].

 

Τοπογραφικό σκαρίφημα του φρουρίου Γκύκλος.

 

Το τείχος διατηρείται σε καλή σχετικά κατάσταση σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων. Εσωτερικά και σε απόσταση επτά περίπου μέτρων από το εξωτερικό τείχος υπήρχε δεύτερο τείχος του ιδίου πάχους και της ιδίας δομής, το οποίον όμως είναι γκρεμισμένο και βρίσκεται σε σωρούς από ερείπια. Μεταξύ των δύο τειχών το επίπεδο είναι γαιώδες, ενώ το τμήμα της επιφανείας του φρουρίου το πέρα και Νότια του εσωτερικού τείχους είναι βραχώδης επιφάνεια. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σαν άκρο του φρουρίου λογίζεται εκεί που η κλίση της βραχώδους επιφάνειας γίνεται απότομη και δεν επιτρέπει στους επιτιθέμενους στο φρούριο να ανέβουν επάνω.

Το φρούριο σύμφωνα με όλα τα στοιχεία είναι οπωσδήποτε Μεσαιωνικό, κτισμένο μεταξύ του 395 μ.Χ. και 1453 μ.Χ., χρονική περίοδος που καλύπτει τον Μεσαίωνα. Από την τεχνοτροπία του, το φρούριο κατά πάσα πιθανότητα να κτίσθηκε από τον Όθωνα Δελαρός, γνωστόν ευπατρίδη από την Βουργουνδία που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1225) και εξουσίαζε τότε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κιβέρι, το Δαμαλά, την Πιάδα και την ευρύτερη περιοχή της, δηλαδή ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Σκοπός του Φρουρίου αυτού ήταν να παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό του Σγουρού, Άρχοντα του Ναυπλίου την εποχή που αυτός βρισκόταν στον Ακροκόρινθο και πολεμούσε εναντίον των Φράγκων. Από το φρούριο Γκύκλος μπορούσε να ελεγχθεί η επικοινωνία του Ναυπλίου – Λυγουριού – Οροπεδίου του Αραχναίου – Αγγελοκάστρου – Κορίνθου.

 

Τοποθεσία του φρουρίου Γκύκλος.

 

Παραθέτουμε περιγραφή του ιστορικού της εποχής εκείνης που φανερώνει τον ρόλο που έπαιζε το φρούριο Γκύκλος.

«Πέραν του Αγγελοκάστρου υπήρχαν δύο κύριοι οδικοί άξονες. 1) προς τα λιμάνια του Αργολικού μέσω του αυχένα πάνω από το σημερινό χωριό Σταματαίικα και 2) προς τα λιμάνια του Σαρωνικού μέσω Δήμαινας. Οι Δελαρός απέκοψαν την πρώτη όδευση προς Αργολικό κτίζοντας το Φρούριο Γκύκλου, το οποίον ήταν έτσι κτισμένο για να ελέγχει την επικοινωνία της Κορινθίας με την Αργολίδα μέσω του Οροπεδίου του Χελιού».

Από το φρούριο Γκύκλος φαίνεται προς τα βορειοδυτικά το σημερινό χωριό Αραχναίο και Ανατολικότερα του χωριού η τοποθεσία Φράκια επάνω δε από την τοποθεσία αυτή αυχένας που αποτελεί φυσική δίοδο προς το Αγγελόκαστρο και από εκεί στην υπόλοιπη Κορινθία. Από το ίδιο φρούριο Γκύκλος φαίνεται ο δρόμος Ναυπλίου-Λυγουριού, δεν φαίνεται όμως το Λυγουριό, αλλά φαίνεται το νησάκι Ψηλή στον Αργολικό Κόλπο.

Η περιοχή κοντά στον Γκύκλο προς το μέρος του χωριού Αραχναίου ονομάζεται «Πηλιαρός», άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία αυτή. Ολόκληρη η περιοχή του Πηλιαρού είναι μια εύφορη καλλιεργήσιμη έκταση Από τα πολύ παλιά χρόνια υπάρχει εκεί πηγάδι με αρκετό νερό όπως επίσης και εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο που πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου. Επίσης από τα παλιά χρόνια εκεί γίνεται κάθε χρόνο πανηγύρι που πρωτοστατούσαν όλοι οι τσοπάνηδες της περιοχής που πότιζαν τα γιδοπρόβατά τους στο παραπάνω πηγάδι και συγκέντρωνε πάρα πολύ κόσμο από το Λυγουριό και από το Χέλι [Αραχναίο].

Νότια του Γκύκλου και κάτω από το φρούριο εκτείνεται μια μεγάλη αγροτική περιοχή που φέρει το όνομα «Βίλλια» [1] και είναι ορατή από το Φρούριο Γκύκλος. Εκεί υπάρχει επίσης πηγάδι με αρκετό νερό. Ο Γκύκλος το 1364 ήταν στην εξουσία του Νικολάου Ατζεόλη από δε το 1388 περιήλθε στην κατοχή του Θεοδώρου Α. Παλαιολόγου, ο οποίος κατείχε και την Βίλλια. καθώς επίσης και μια άλλη τοποθεσία τη «Βίλιζα» που βρίσκεται Νοτιότερα από τη Βίλλια.

 

Υποσημειώση


 

[1] [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Βίλλια. Η λέξη Βίλλια απαντάται συχνά σε πολλές περιοχές είτε ως Εδαφονύμιο είτε ως όνομα οίκισμού τόσο εντός όσο και εκτός του Ελληνικού χώρου. Στην Ελλάδα απαντάται α) στην Ηπειρο και δη στη Θεσπρωτία ο Αγιος Δονάτος, β) στην Αττική, στη Μεγαρίδα όπου υπάρχουν τα Βίλλια και η Βιλιαρί και στη Λαυρεωτική, όπου υπάρχουν Βίλλια, γ) στην Ηλεία, η Πεύκη και δ) ιδιαίτερα στην Αργολίδα όπου υπάρχουν:

  1. Η Ξεροβίλλια στους ανατολικούς του όρους Φαρμακά (μεταξύ των φρουρίων Φαρμακά και Τζιρίστρας – Ντομακού) εκεί υπάρχουν ενδείξεις (τάφοι) ότι υπήρχε οικισμός.
  1. Στη λεκάνη της Αλέας, βορειότερα της Φρυσούνας, όπου μεγάλη γεωργήσιμη επιφάνεια 1000 στρεμμάτων. Εδώ τα Βίλλια κατέχουν τους νότιους πρόποδες του μικρού όρους Τσούκιζα, όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό. Επί δε της Τσούκιζας υπάρχουν ενδείξεις (πλήθος από πεσμένες πέτρες) παλαιού οικισμού, πιθανώς της αρχαίας Νεμέας.
  1. Στη περιοχή των αρχαίων Υσιών υπήρχε το παλαιό Σκαφιδάκι, δυτικότερα του οποίου σήμερα υπάρχει ο Ι. ναός της Αγ. Παρασκευής. ΒΑ αυτού του ναού μεγάλη έκταση φέρει την ονομασία «Ξεροβίλλια», ενώ ΝΔ του ίδιου ναού, επί υψώματος, υπάρχει μεσαιωνικό φρούριο. Οι νότιοι πρόποδες αυτού του υψώματος λέγονται Βίλλια.
  1. Χαμηλότερα, κοντά στον αυχένα των κοιλάδων του Ελληνικού (Μπουμπά) και της κοιλάδας Κόκλας υπάρχει ο μικροσυνοικισμός Φακίστρα, βορειότερα της οποίας είναι η Βίλιζα, όπου σώζεται το λίθινο αλώνι, ενώ άφθονα κεραμικά όστρακα μαρτυρούν παλαιό οικισμό.
  1. Οι νότιοι πρόποδες του υψώματος του Γκύκλου, είναι μεγάλη καλλιεργούμενη περιοχή, φέρει την ονομασία Βίλλια. Άλλη δε θέση, νοτιοδυτικά της παραπάνω, ονομαζόμενη Βίλλιζα, συμπληρώνει την κατόπτευση όλου του χώρου έως το Ναύπλιο, και θα μετέδιδε ασφαλώς πληροφορίες στα γειτονικά Βίλλια.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι το οροπέδιο του Αραχναίου κατά τον μεσαίωνα ανήκε σε ξεχωριστό χωροδεσπότη, που ήτο ο δεσπότης του Μυστρά, ενώ η κατοπτευόμενη Ναυπλία άνηκε στους Βενετούς.

Γενικά κατά την περίοδο 1388 – 1394 (τέλος των Ντε Ενγκιέν και απόδοση του Άργους στους Βενετούς) πρέπει να τοποθετηθεί η ίδρυση των πολυπληθών Βιλλίων και Βιλλιζών στην περιοχή της Αργολίδας.

  1. Στην περιοχή Λιμνών αντί της ονομασίας Βίλλια υπάρχει η ονομασία Βιλλιατούρι, που ως τοπωνύμιο αποδίδεται σε κωνοειδές ύψωμα, από την κορυφή του όποιου υπάρχει ανεμπόδιστη θέα των περιοχών. Βιλλιατούρια, υπάρχουν εκτός της Αργολίδας στην Αττική (Κιθαιρώνα, Λαυρεωτική), στην Αιγιαλεία, το νότιο άκρο της νήσου Νάξου (Βιγλατόρι).
  1. Τέλος τοπωνύμιο Βίλλια υπάρχει και στην περιοχή Ερμιονίδας και συγκεκριμένα 3,5χλμ. Α-ΝΑ του συνοικισμού Ηλιόπετρας (Καρακάσι), όπου υπάρχει το φρούριο Ηλιόκαστρου, το όποιο κατά την αρχαιότητα έλεγχε την οδό Τροιζηνίας – Ερμιονίδας (μέσω του αυχένος του όρους των Αδέρων) και όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό, ενώ 3 χιλιόμετρα ανατολικότερα αυτού υπάρχει η αγροτική περιοχή Βίλλια – Πλεπίου.
  1. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι ο Hahn αναγράφει Βορειοαλβανική πατριά με το όνομα Willja ή Willjai άνηκε στην τέταρτη ομάδα (σημαία) της Μιρδίτας, όμως η πατριά είναι εντελώς άσχετη με τα πολυάριθμα Βίλλια.

Ως γενικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Βυζαντινή λέξη Βίγλα από τους Αλβανόφωνους μετατράπηκε σε Βίλλια και μ’ αυτή ονόμαζαν κάθε οικισμό των φυλάκων που ήταν προσαρτημένοι σε κάποιο φρούριο, ώστε να είναι η Βίλλια του α’ η β’ φρουρίου].

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας αντλεί της πληροφορίες του από το βιβλίο του Ιωάννου Ε. Πέππα, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 255-262].

Read Full Post »

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου


 

Πάνω από την ΝΑ άκρη του παλαιού Ναυπλίου (γιατί το νεότερο έχει επεκταθεί πολύ ανατολικότερα) υψώνεται το Παλαμήδι. Ένας συμπα­γής βράχος, ύψους 216 μέτρων, και διαστάσεων στην κορυφή του, 500Χ1000 μέτρων περίπου. Εκεί επάνω, πρώτος ο Μοροζίνης όταν ανακατέλαβε το Ναύπλιο από τους Τούρκους το 1686, υπέδειξε στις Βενετσιάνικες αρχές την ανάγκη να γίνουν οχυρωματικά έργα, που να προστατεύουν το Παλαμήδι, και διά του Παλαμηδίου, το Ναύπλιο. Και το 1687, ο Μοροζίνης άρχισε τα προκαταρτικά έργα. Επειδή εντωμεταξύ, προήχθη και πήγε στην Βενετία και λίγο αργότερα πέθανε στο Ναύπλιο, το έργο της οχύρωσης συνεχίστηκε από τους διαδόχους του προνοητές του Ναυπλίου. Έτσι το 1690, ο Ιάκωβος Κορνέρ, Γενικός Προβλεπτής του Μορέως, σε έκθεσή του προς τις Βενετικές αρχές, αναγράφει ότι είχε κάνει επί του Παλαμηδίου οχυρωματικά έργα και την κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη.

Η περάτωση των έργων έγινε επί των ημερών του Agostino Sagredo, όπως αναφέρεται στο σχετικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος την 20.11.1714 προς τις αρχές της Βενετίας.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

 

Η οχύρωση του Παλαμηδίου

Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) [1]. (Σελίδες 742-747)

Εκτός από τα οχυρά που ανεγέρθηκαν υπό των εξοχότατων προκατό­χων μου για την υπεράσπιση της πόλης του Ναυπλίου, αποφάσισα κατ’ αρχήν το σπουδαιότερο, που μου κάνει τιμή να θέσω στην υπηρεσία των Εξοχοτήτων Σας, να προσθέσω δηλ. φρούρια με τα οποία κατέχεται το όρος Παλαμήδι, που υπέρκειται σ’ αυτή την πόλη, και να ενισχύσω τα δύο άλλα που ανέφερα παρά πάνω, της Μεθώνης και το Κάστρο του Μορέως (Ρίον).

Μετά την άφιξή μου στη θέση μου, αν και δεν είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων, άρχισε να διαφαίνεται κάποια συγκεχυμένη πληροφορία για σκοτεινά σχέδια για το Μοριά, γι’ αυτό αποφάσισα τη χωρίς αναβολή λήψη των πιο ενδεικνυόμενων μέτρων. Βοηθούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια πότε από τον ευγενέστατο κύριο Zorzi Grimani και πότε από τον ευγενέστατο κύριο Antonio Civran, αμιλλόμενους σε ζήλο και σε επιμέλεια, εξετέλεσα το σημαν­τικότερο έργο πάνω στο Παλαμήδι, που εθεωρείτο άλλοτε ο μεγαλύ­τερος κίνδυνος, και τώρα έχει μετατραπεί στον σπουδαιότερο προμα­χώνα του Ναυπλίου με τις εργασίες που έγιναν εκεί, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια.

 

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal. Αρχές του 18ου αιώνα.

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal.
Αρχές του 18ου αιώνα.

 

Πάνω στην πρώτη κορυφή του Παλαμηδίου, ανήγειρα το φρούριο το αποκαλούμενο Άγιος Γεράρδος [προμαχώνας Αγίου Ανδρέου] που είναι συμπληρωμένο τελείως, με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας των στρατιωτών, καταλήγει στον ακραίο πύργο (Maschio) και προστατεύει την κεφαλή της καθόδου από το Βουνό (Παλαμήδι) προς την Πόλη. Αυτό το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει εννέα υπόγειες κρύπτες (αποθήκες, γαλαρίες), διαρρυθμισμένες για τις ανάγκες των στρατιωτών, μια αποθήκη για πυρίτιδα, δύο άλλες που χρησιμοποιούνται για τον ναό, το σκευοφυλάκιο, και το ενδιαίτημα του εφημέριου. Υπάρχουν εκεί και άλλοι τοξωτοί σηκοί (αποθήκες, γαλαρίες), που χρησιμεύουν για την εναποθήκευση μηχανημάτων (όπλων) και πολεμοφοδίων, μία μεγάλη δεξαμενή χωρισμένη σε τρία διαμερίσματα, χωρητικότητας 17.000 Mezarole [2] περίπου νερού, το φυλάκιο της φρουράς της Πύλης που βρίσκεται στην έξοδο αυτού του φρουρίου, και στην προωθημένη αυτή θέση, και που προστατεύεται εξωτερικά με τείχος και συρόμενη καγκελωτή θύρα (rastello). Περιλαμβάνει την κατοικία του διοικητή της φρουράς, και μία άλλη πυριτιδαποθήκη. Ο πύργος (Maschio) έχει δύο υπόγειες κρύπτες και μία έξοδο στο πλευρό του, και στην κεφαλή της καθόδου, κλείνει με μία πύλη η οποία προστατεύεται εσωτερικά με άλλο τείχος και καγκελωτή θύρα.

 

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

 

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Από τον πύργο αυτό (Maschio) μέχρι το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει κατασκευαστεί εσωτερικά, στα πόδια του τείχους προστα­σίας της επικοινωνίας, μία άνοδος με σκαλοπάτια φαρδιά δέκα πόδια, που διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία.

Στα πόδια της καθόδου από το Όρος (Παλαμήδι), στην κορυφή του οχυρού (Caponiera) ανεγέρθηκε εντελώς στην άκρη πάνω από τον γκρεμό, μία οχυρωμένη θέση (Posto) [3], που προστατεύει τα πλευρά αυτού του οχυρού (Caponiera) από το μέρος της Καραθώνας.

Από το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, βγαίνοντας από την πύλη εξόδου που δεξιά βλέπει προς τη θάλασσα, ένας ανηφορικός δρόμος επικοινωνεί με το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου, [προμαχώνας Θεμιστοκλή] που χτίστηκε στα χείλη του γκρεμού, πάνω στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή (του Παλα­μηδίου), και το οποίον είναι ολοκληρωμένο.  Αυτό το οχυρό, απέναντι ενός ενδιάμεσου οχυρού, παρουσιάζει το μέτωπο του εστραμμένο προς την κορυφή του Όρους, η οποία επιμηκύνεται έτσι.

 

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

 

Προστατεύεται αυτό το μέτωπο με μία τάφρο πλάτους σαράντα και πλέον ποδών (13 μέτρων), και βάθους 27 ποδών (9 μέτρων), σκαμμένη σε καθαρό βράχο. Εις το πλευρό υπάρχει επίσης άλλη τάφρος όχι μικρότερου βάθους. Το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου κλείνει με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας, στη γωνία του πλευρού του Αγίου Γεράρδου. Περιλαμβάνονται σ’ αυτό, (το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου) τέσσαρες μεγάλες υπόγειες κρύπτες, και μία άλλη αρκετά επιμήκης, απέναντι από την Caponiera, ένας πολύ ευρύ­χωρος στρατώνας, οι απαραίτητες κατοικίες για τον διοικητή της Φρουράς, τους λοχαγούς των μονάδων και τους κατώτερους αξιωμα­τικούς, όπως επίσης για τον αρχιπυροβολητή και τους πυροβολητές [4].

Στα δεξιά του οχυρού αυτού του Αγίου Αυγουστίνου, σ’ απόσταση λίγων βημάτων από την γωνία, χτίστηκε στο χείλος του γκρεμού, μία πύλη εξόδου από την οποία κατέρχεται κανείς με μια σκάλα σκαμ­μένη στο βράχο, μερικά σκαλοπάτια, για να επικοινωνήσει μέσω μιας στενής προεξοχής του βράχου με την τάφρο, και απ’ αυτήν με το οχυρό το αποκαλούμενο Διπλή Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας], που βρίσκεται μακρύ­τερα πάνω στο ίδιο το βουνό και καταλαμβάνει μιάν άλλη κορυφή αλλά λιγότερο ψηλή [5].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Αυτή η Διπλή Τανάλια, όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν χρειαζό­ταν τίποτ’ άλλο, παρά κάποια καλύτερη εκβάθυνση της τάφρου της στο βράχο και κάποια διευθέτηση του εδάφους στην αριστερή της πλευρά, για να μπορέσει να θεωρηθεί τελειοποιημένη, οι οποίες εργασίες θέλω να πιστεύω ότι ήδη θα έχουν γίνει. Σ’ αυτό το οχυρό βρίσκονται επίσης τέσσερις υπόγειες αποθήκες, και σε ένα μικρό πλευρό, χτισμένο στα χείλη του γκρεμού, είναι μία πύλη εξόδου που προορίζεται για επικοινωνία με ένα σκεπαστό δρομάκι [6].  Στ’ αριστερά αυτού του οχυρού του Αγίου Αυγουστίνου που αναφέρ­θηκε πάρα πάνω, αφού διευρύνθηκε η κορυφή (το έδαφος) και πήρε μέτωπο μεγαλύτερο, χτίστηκε ένας προμαχώνας (Baloardo) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] με εννέα μεγάλες υπόγειες αποθήκες, μια μεγάλη δεξαμενή και με ένα πολύ ευρύχωρο κατάλυμα για τους αξιωματικούς.

 

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Πέρα από τη θύρα εξόδου, στο δεξιό του πλευρό, έχει ομοίως στο μέρος που κλείνει αυτό το άνοιγμα (gola), άλλη κύρια Πύλη ασφαλισμένη εξωτερικά με τοίχο του οποίου το ένα πλευρό χρησιμεύει για να υποστηρίζει με τυφεκιο­φόρους το ανάχωμα (κρηπίδωμα) (Piattaforma) που έβαλα να κάμουν στ’ αριστερά αυτού του οχυρού [προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα], πάνω στο χείλος της από­κρημνης προεξοχής που δεσπόζει της αρχής του στενού δρόμου, που οδηγεί από την ύπαιθρο στην πόλη. Αυτό το κρηπίδωμα, έχει τέσσερις υπόγειες κρύπτες και μία μικρή στέρνα. Όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν έμενε εκεί άλλη εργασία, παρά να ανυψωθούν μερικά τείχη πάνω από τις υπόγειες αποθήκες, για να σχηματιστεί το ανάχωμα και τα παραπετάσματα.

 

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Σ’ αυτή την κατάσταση άφησα τις εργασίες στο Παλαμήδι. Έγι­ναν όλες με πέτρα καθαρή και ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες και τα μαρμάρινα διαζώματα δουλεύτηκαν a la rustica. Ανέρχονται τα τείχη σε κυβικά βήματα 7505. Όλα τα προαναφερθέντα οχυρά έχουν αμυν­τική διάταξη τέτοια που να μην είναι ευάλωτα, ώστε με μεγαλύτερη ασφάλεια να εκπληρώσουν το σκοπό τους.

Το τείχος που πρέπει από το κρηπίδωμα (Piattaforma) να επεκταθεί για να περιλάβει το αριστερό μέτωπο του Χωριστού Οχυρού, (προ­μαχώνας του Μιλτιάδη) είναι ήδη μερικά πόδια σκαμμένο στο βράχο και πρέπει να βαθύνει μέχρι 20 πόδια, οπότε το ύψος του τείχους που αναφέραμε, θα είναι χαμηλότερο από το βάθος του βράχου, (σ.σ. Δηλαδή οι αμυνόμενοι θα βρίσκονται ψηλότερα από το τείχος, και επομένως σε πλεονεκτική θέση) και θα μείνει γι’ αυτό, και χάρη στο πλεονέκτημα της απόκρημνης και απότομης μπροστινής κατωφέ­ρειας, τελείως έξω από κάθε επίθεση. Κατόπιν η απόσταση που θα μείνει μεταξύ του περιβόλου του Χωριστού Οχυρού και του προμαχώ­να του Αγίου Αυγουστίνου, θα πρέπει να συνδεθεί με ένα δρόμο προστατευόμενο με τείχος, πάνω στο αντέρεισμα, μέχρι τη Διπλή Τανάλια, και στη μέση του διαστήματος αυτού του παραπετάσματος θα πρέπει να γίνει η Κυρία Πύλη που θα είναι και η κανονική έξοδος του Φρουρίου.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οχυρά τόσο μεγαλοπρεπή, των οποίων η φήμη είναι διασπαρμένη παντού, με την επιδοκιμασία των υπηκόων και προς δόξαν του ονόματος της Δημοκρατίας, απαιτούν το βάρος μιάς πολυάριθμης φρουράς, αλλά εγώ θα μπορούσα αντίθετα να διαβεβαιώσω τις Υμετέρες Εξοχότητες, με τη σύμφωνο γνώμη των στρατιωτικών αρχηγών, ότι ο υπάρχων ή λίγο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών, θα μπορούσε να είναι επαρκής για το Παλαμήδι και για την ίδια την πόλη, γιατί η φρουρά του Παλαμηδίου είναι ταυτόχρονα και φρουρά της ίδιας της πόλης, η οποία δεν είναι ποτέ δυνατόν να υποστεί επίθεση, παρά μόνο στην περίπτωση που θα έχουν καταλη­φθεί τα οχυρά του Παλαμηδίου.

Έχουν κατά τέτοιο τρόπο σχεδιαστεί και τοποθετηθεί, έτσι που το ένα οχυρό υποστηρίζει το άλλο, και το καθένα να μπορεί να αμυνθεί και να αντισταθεί με τις ίδιες του τις δυνάμεις, ειδικά το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, αλλά και τα άλλα, για ένα και δύο χρόνια εφόσον είναι επαρκώς εφοδιασμένα. Αν τα πεδινά οχυρά, που εγείρονται προσωρινά (πρόχειρα) στην εκστρατεία από χώμα και ξύλα για την αντιμετώπιση του εχθρού, θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, πολύ περισσότερο πρέπει να περιμένει κανείς από τα οχυρά του Παλαμηδίου, που δεν χτίστηκαν, όπως το είπα ήδη, από ξύλα και χώμα, αλλά από ασβεστοκονίαμα και πέτρα, εξαιρετικού μεγέθους, και με την πιο στέρεη κατασκευή, σε σημείο που καθένας που θα τα ιδεί, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ανεγέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και θα σχηματίσει τη γνώμη ότι η Υμετέρα Γαληνότητα θα έχει ξοδέψει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Και όμως είναι αληθέστατο, και το αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα η εσώκλειστη κατάσταση του Λογιστηρίου (της Οικονομικής Υπηρεσίας) του Ναυπλίου, ότι δεν εκόστισαν στην Υμετέρα Γαληνότητα περισσότερο από 53.081 ρεάλια [7].

Οι ίδιοι οι υπήκοοι δεν προσέφεραν άλλη συνδρομή, παρά μόνο τη μεταφορά της άμμου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί συνδρομή, δεδομένου ότι αυτοί με την πρόσκληση μου, έσπευσαν και εβοήθησαν με καλή διάθεση, όπως εκείνοι της επαρχίας της Αχαΐας και Μεσσηνίας εβοήθησαν για το Κάστρο του Μοριά (Ρίον), και της Μεθώνης, με εθελοντική προσφορά χρημάτων, γνωρίζοντας πολύ καλά όλοι, ότι δεν εργάζονται παρά για την άμυνα και ασφάλεια τους.

Εγώ από μέρους μου γνωρίζω ότι έκαμα, θα έλεγα ακόμη ότι ξεπέρασα τις δυνάμεις μου, για να βοηθήσω την επειγόμενη Δημοκρατία στην οχύρωση αυτού του πιο σημαντικού Φρουρίου του Βασιλείου (Regno).

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

Είναι βέβαιο  ότι μόνο το υλικό των τειχών δεν επαρκεί. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν με στρατεύματα και με κατάλληλα εφόδια. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Υπηρεσία μου. Εξαρτάται αποκλειστικά από την Υψηλή φροντίδα των Υμετέρων Εξοχοτήτων, και εδώ θα μου συγχωρηθεί αν δεν μπορώ να συγκρατήσω το ζήλο μου, (την επιθυμία μου) να ξαναθίξω εκείνο, που από παλιότερους καιρούς υποπτευόμουν (πίστευα), (και) να λάβω το θάρρος να γράψω πιο διεξοδικά γύρω από το θέμα της εγκατάλειψης των άχρηστων και μισοτελειωμένων οχυρών του Βασιλείου, που δε­σμεύουν με κίνδυνο και με έξοδα, 2000 στρατιώτες περίπου οι οποίοι αποσυρόμενοι από εκεί, θα μπορέσουν επωφελέστερα και οικονομικό­τερα να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση των σπουδαιοτέρων θέσεων, από τις οποίες θα μπορούσα να πω ότι εξαρτάται η διατήρηση αυτού του Βασιλείου (του Μοριά), δεδομένου ότι, όπως από αναρίθμητα παραδείγματα καταφαίνεται, λίγες οχυρωμένες θέσεις και καλά εφο­διασμένες, αποτέλεσαν εμπόδια σε ισχυρότερους εχθρούς κατά δια­φόρους καιρούς, και διέσωσαν κράτη από την καταστροφή.

 

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Μέσα σ’ αυτή την πόλη του Ναυπλίου, και αλλού έξω όπως τα ανωτέρω οχυρά, ανήγειρα πολλά άλλα κτίρια, αποτελείωσα όσα ήσαν μισοτελειωμένα, και επιδιόρθωσα άλλα που είχαν υποστεί ζημιές από το χρόνο. Αν ώφειλα να τα περιγράψω όλα, θα επιμήκυνα την ανία της Εξοχότατης Συγκλήτου. Θα πω μόνο ότι ίδρυσα μια μεγάλη αποθήκη στην κεντρική μεγάλη Πλατεία (Piazza d’ Armi) [σήμερα αρχαιολογικό μουσείο], που είναι τελειωμένη και μπορεί να περιλάβει 1000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο, μια πυριτιδαποθήκη στο Φρούριο [8], και άρχισα την κατα­σκευή μιας άλλης στην πόλη κοντά στις πυροβολαρχίες.

 

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Άφησα υπερυψωμένη μέχρι τα τόξα των παραθύρων, μιάν άλλη αποθήκη στο Φρούριο (Ακροναυπλία) για την αποθήκευση διαφόρων μηχανημά­των. Εις τα τείχη του Τρίτου Οχυρού (Ακροναυπλίας) περιέβαλα (περιέκλεισα) ένα ρήγμα (Εικ. 17), (Brecchia), και κατασκεύασα σ’ αυτό το σημείο ένα «πλευρό» με τέσσερα κανονιοστάσια (Imbrasure) για τέσσερα κανόνια, που σκοπό έχουν να υποστηρίζουν την Ακρο­ναυπλία, να καλύπτουν την πόλη και να προσβάλουν τον στενό δρόμο που οδηγεί στην Πύλη μεταξύ του Παλαμηδίου και της Θαλάσσης. Προσέθεσα μιάν άλλη πυροβολαρχία πάνω από την Πύλη του Δεύτε­ρου Οχυρού (την Πύλη της Ξηράς).

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Διά το Πρεσβυτέριο, που τόσες φορές κατέφυγε στην ευσπλαχνία των Υμετέρων Εξοχοτήτων, άρχισα την κατασκευή ενός κτιρίου, με την αποπεράτωση του οποίου, θα σταματήσει για το Δημόσιο Ταμείο, η επιβάρυνση των εισφορών που κατέβαλε ετησίως στους κληρικούς.

Στερέωσα την προκυμαία στο παραθαλάσσιο, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, από τις εισπράξεις της οποίας προκύπτει αντίθετα το κέρδος 621 ρεαλίων ετήσιο βέβαιο εισόδημα. Ανήγειρα στην προκυμαία ένα υπόστεγο για τις άγκυρες και ένα άλλο για τα κουπιά, απέναντι από τη θύρα του οποίου προς Δυσμάς, άφησα ανοικτό ένα χώρο, που θα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες αυτού του υπόστεγου. Οι Υ.Υ.Ε.Ε., θα διατάξουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί σε κανένα (αυτός ο ακάλυπτος χώρος).

Εις τον προμαχώνα του Mocenigo [9] χτίστηκε μια μεγάλη αποθήκη για τα κατάρτια που χρησιμοποιούν τα πλοία και οι γαλέρες. Ανύψωσα τον προμαχώνα και σχημάτισα το στηθαίο του κρύβοντας την εξωτε­ρική του πλευρά και τις υπόγειες κρύπτες που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες των σιδηρουργών και των αμαξών του Δημοσίου.

Στην ανέγερση αυτών των κτιρίων και μερικών άλλων, που όλα αποβλέπουν στην καλύτερη υποστήριξη του Φρουρίου, συνέδραμαν και μερικοί άλλοι με αξιέπαινη επιμέλεια, οι Ν.Ν.Η.Η. S. Giustin Dona και S. Zuane Foscarini. Στα έργα αυτά χρειάστηκαν άλλα 3.745 βήματα κυβικά τοιχοποιίας, όλα με πέτρα μάρμαρο και ασβέστι, είς τρόπον ώστε οι εργασίες του Ναυπλίου ανήλθαν σε κυβικά βήματα 11.250.

AGOSTINO SAGREDO

Ritornato Prov.

General da Mar [10]

Βενετία τη 20 Νοεμβρίου 1714           

                                                          

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρ. Λάμπρου. Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμενοι, Δ.I.E.Ε., 5 (1910), α. 605-823. Έκθεσις Αυγου­στίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού Πελοποννήσου (1715-16), σ. 736-765.

[2] Η Mezzarola ήταν μέτρο χωρητικότητας υγρών ίσον με 39,39 Its. Η δεξαμενή περιελάμβανε 680 τόννους νερό.

[3] Posto. Φυλάκιο

[4] Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Έχουν κατεδαφιστεί.

[5] Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Doppia Tenaglia. τ. Yürüyüs tabya.

[6] Η Πύλη εξόδου της Διπλής Τανάλιας.

[7] To real (ρεάλι) ήταν ασημένιο νόμισμα ισπανικό και αντιστοιχούσε σε μισή περίπου σημερινή χρυσή λίρα. Επομένως οι εργασίες του Παλαμηδίου εκόστισαν 53000 ρεάλια Χ 7.800 δρχ.: 400.000.000. Σημειωτέον ότι εργατικά πληρώθηκαν πολύ λίγα, διότι στις εργασίες χρησιμοποιήθηκαν και οι κατάδικοι και τα πληρώματα από τις γαλέρες.

[8] Η Ακροναυπλία.

[9] Ο προμαχώνας του Mocenigo ήταν χωρισμένος από την πόλη του Ναυπλίου με μία τάφρο γεμάτη νερό (φόσα), και βρισκόταν βορεινά από το σημερινό Γυμνάσιο και ανατολικά από την οικία Καράπαυλου μέχρι το άγαλμα του Κανάρη.

[10] Proweditor και Proveditor, ήταν ο Διοικητής επί των οικονομικών και στρατιω­τικών υποθέσεων. Rettor ήταν ο επί των αστικών και ποινικών. Σπυρ. Λάμπρου, Relazione del nobil homo Angelo Emo ritornato di Proweditor Generali(l)n Morea. Proweditor General in Regno, ήταν ο Γενικός Διοικητής της Πελoπoννήσoυ, και Proweditor General da Mar, ο Αρχιναύαρχος, ο ανώτερος όλων, αλλά κατώτερος από τον Proccuratore di San Marco, ο οποίος στην ιεραρχία ήταν αμέσως μετά τον Δόγη.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Η βυζαντινή εκκλησία στο Κάστρο του Άργους (Εκκλησία της Θεοτόκου)


 

Όπως έχουμε διαπιστώσει, σε ελάχιστους είναι γνωστό ότι στο Κάστρο του Άργους διατηρούνται, ακόμα, τα ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας του 12ου αιώνα, ενώ είναι ακόμα λιγότερο γνωστό ότι αυτής της εκκλησίας προϋπήρξε άλλη, σε άλλη θέση μέσα στο κεντρικό περίβολο του φρουρίου, ίχνη της οποίας έχουν επισημανθεί στις μέρες μας. Το 1987 είδε το φως της δημοσιότητας η πρώτη αρχιτεκτονική μελέτη του  ναού του 12ου αιώνα, στον ετήσιο τόμο επιστημονικών μελετών που εκδίδει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο καθηγητής της ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Χαράλαμπος Μπούρας. Από τη σημαντική αυτή μελέτη μεταφράσαμε για τον «Ελλέβορο» το εισαγωγικό μέρος και τα συμπεράσματά του,  που είναι πιο προσιτά για το ευρύ κοινό.

Β. Κ. Δωροβίνης

 

Βυζαντινός Ναός 12ος αι. μ.Χ.

«Το μόνο μεσαιωνικό μνημείο που διατηρήθηκε στο εσωτερικό του κεντρικού περιβόλου του φρουρίου του Άργους (Λάρισα) είναι ο μικρός ναός της Παναγίας, σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Αν και το μνημείο δεν αγνοήθηκε εντελώς από τους αρχαιολόγους (σημείωση του συγγραφέα αναφέρεται σε μελέτες των Β. Κόντη, Ν. Παπαχατζή, Κέβιν Άντριους, Β. Φόλγκραφ και Αντ. Μπον), η αρχιτεκτονική του δεν μελετήθηκε μέχρι σήμερα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς αφού χρονολογείται με πλήρη ακρίβεια ( έτος 1174).

Ο Βίλχελμ Φόλγκραφ (Vollgraff) υπήρξε ο πρώτος που μνημόνευσε την εκκλησία της Παναγίας, όταν στο τέλος της δεκαετίας του 1920 πραγματοποίησε βαθειές (και καταστροφικές) ανασκαφές στο εσωτερικό του φρουρίου, όπου έψαχνε για τα προϊστορικά ανάκτορα του Άργους ( ο Χαράλαμπος Μπούρας  σημειώνει ότι, έτσι, φαίνεται ότι εξαφανίστηκαν, τότε, ένα τζαμί, μια  καθολική εκκλησία και η κατοικία του διοικητή του φρουρίου). Διέλυσε τα υπολείμματα μεσαιωνικών οικοδομών καθώς και όλα τα υποκείμενα στρώματα, απογυμνώνοντας, σε όλη την επιφάνεια της ακρόπολης, τον φυσικό βράχο. Το έδαφος του ναού τρυπήθηκε μέχρι το βάθος των 2, περίπου, μέτρων και, έτσι, τα θεμέλια του, ξεκαθαρισμένα σε όλο το ύψος τους, βρίσκονται σήμερα πολύ φθαρμένα. Ο Φόλγκραφ δεν δημοσίευσε παρά μόνο φωτογραφίες της εκκλησίας: μία γενική άποψη της, τέσσερα γλυπτά και μια επιγραφή.

Τελικά, αρνήθηκε να συσχετίσει αυτή την επιγραφή με τον ναό, που παραδόξως θεώρησε ως ενετικό. Πολύ αργότερα (1969), ο Αντουάν Μπον, που μελέτησε το φράγκικο κάστρο και του οποίου έδωσε ένα γενικό σχέδιο, δημοσίευσε φωτογραφίες του μνημείου, για το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η ημερομηνία κατασκευής του δίδεται από την επιγραφή. Το κείμενο της τελευταίας είναι το ακόλουθο: «Ανεκτίσθη  ο πάνσεπτος ναός της υπεραγίας Θεοτόκου παρά του Θεοφιλεστάτου επισκόπου ιμών Άργους κε Ναυπλίου βασηλέβοντος Μανοΐλ δεσπότου του Κομνηνού παρφηρογςννήτου επισκόπου δε ημόν Κυρού Νικύτα έτους ηχπβ’».

Και καταλήγει ο Χ. Μπούρας:

«Σύμφωνα με την αφιερωτική επιγραφή του 1174, η εκκλησία ιδρύθηκε από τον επίσκοπο του τόπου. Τίποτε δεν επιτρέπει να  σκεφθούμε ότι επρόκειτο για το καθολικό ενός μοναστηριού: η ύπαρξη μοναστηριού στο εσωτερικό ενός βυζαντινού φρουρίου φαίνεται εντελώς απίθανη. Ακόμα κι αν οι διατηρούμενες σήμερα οχυρώσεις  της Λάρισας χρονολογούνται στον 13ο αιώνα (δυστυχώς δεν υπάρχει λεπτομερειακή μελέτη του φρουρίου του Άργους) είναι σίγουρο ότι το βυζαντινό φρούριο που χρησίμευε ως φρούριο του οικισμού που, όπως και σήμερα, εκτεινόταν στην πεδιάδα, υψωνόταν στο ίδιο μέρος.

Η μακρόχρονη αντίσταση που πρόβαλε, λίγα χρόνια υστερότερα, αυτό το φρούριο στη φράγκικη κατάκτηση, δείχνει καλά την ισχύ του (αντίθετα προς την αδυναμία της πόλης).

Όπως οι πηγές μας δείχνουν ότι ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τους πολίτες να διεισδύουν στα βυζαντινά φρούρια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο ίσχυε στο Άργος  και, επομένως, ότι η εκκλησία της Θεοτόκου είχε κτιστεί για τη φρουρά κι ότι δεν ήταν καθολικό μονής.

Η λέξη «ανεκτίσθη», με την οποία αρχίζει το κείμενο της επιγραφής, θα πρέπει, ίσως, να συσχετισθεί με την πρώτη τρίκογχη βασιλική που πιθανότατα βρισκόταν σε ερείπια του 1174 και από την οποία ελάχιστα απομένουν σήμερα. Η ύπαρξη μιας τόσο μεγάλης εκκλησίας στο εσωτερικό του Κάστρου του Άργους θα πρέπει, ίσως, να εξηγηθεί με την αναδίπλωση της πόλης στο εσωτερικό του φρουρίου, ειδικά κατά μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας, τον 7ο ή 8ο αιώνα. Ορισμένα γλυπτά μέλη  γύρω από τη θέση αυτής της βασιλικής θα έπρεπε, ίσως, να αποδοθούν σε αυτήν, εξαιτίας της παλαιότητάς τους.

Ο επικεφαλής της εκκλησίας, επίσκοπος Νικήτας, που διοικούσε την επισκοπή Ναυπλίου και Άργους, ενοποιημένη από το 1166, μας είναι γνωστός από τον «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Στον κατάλογο τον επισκόπων προηγείται ενός Ιωάννη υπό τον οποίο, το 1189, η επισκοπή προήχθη στο βαθμό της μητρόπολης. Αν κρίνουμε από την  αδεξιότητα και τα ορθογραφικά λάθη της επιγραφής, ο Νικήτας δεν ανήκε στους γραμματισμένους κληρικούς της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η διαφορά φαίνεται καθαρά από τη σύγκριση με την αφιερωτική επιγραφή που συντάχθηκε είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, από ένα προκάτοχό του, τον Λέοντα, για την Αγία Μονή Ναυπλίας».  

  

Πηγή


 

  • Περιοδικό, «Ελλέβορος», τεύχος 8, Άργος, 1991. 

Χαράλαμπος Μπούρας, η περίληψη της ανακοίνωσης στο 6ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας & Τέχνης: Η Εκκλησία της Θεοτόκου στο Κάστρο του Άργους

Χαράλαμπος Μπούρας, η ανακοίνωση στο Bulletin de correspondance hellénique. Volume 111, livraison 1, 1987: L’Église de La Théotokos de la citadelle d’Argos

Read Full Post »

Κάστρο Άργους The Castle of Argos

Κάστρο Άργους - The Castle or Argos

Κάστρο Άργους - The Castle or Argos

 

 

 

 

Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Read Full Post »

William Gell (1777-1836)


 

William Gell

Sir William Gell, Άγγλος περιηγητής, αρχαιολόγος και τοπογράφος, απόφοιτος του Cambridge. Γεννήθηκε στο Hopton στο Derbyshire, ο γιος του Φιλίππου Gell. Η οικογένεια ήταν μία από τις παλαιότερες οικογένειες στην Αγγλία, με παράδοση στην υπηρεσία του Στρατού, του Ναυτικού, του Κοινοβουλίου και της Εκκλησίας που χρονολογούνται από το 1209, στην εποχή του Βασιλιά Ιωάννη. Άνθρωπος με αξιόλογη κλασική παιδεία ο οποίος επισκέπτεται αρκετές φορές την Ελλάδα  ως απεσταλμένος της αγγλικής κυβέρνησης με αντικειμενικό σκοπό του ταξιδιού του αρχικά τη λύση του Ομηρικού ζητήματος. Για το λόγο αυτό ταξιδεύει στην Ιθάκη και την Τρωάδα. Ο περιηγητής κάνει τοπογραφικές μελέτες και καταγράφει χρήσιμες πληροφορίες για τον ταξιδιώτη.

Ο πρώτος τόμος του τετράτομου έργου του The itineray of Greece, 1810, αναφέρεται στην Αργολίδα, περιλαμβάνει ως επί το πλείστον τοπογραφικές μελέτες και δίνει χρήσιμες πληροφορίες στο μελλοντικό ταξιδιώτη. Ο Gell επισκέπτεται αρχικά το Άργος και το Ναύπλιο. Από εκεί περνάει στα νησιά του Σαρωνικού και γράφει αναλυτικά για την Ύδρα, την Ερμιόνη και τον Πόρο. Στη συνέχεια, όπως και ο Dodwell, επισκέπτεται τα Μέθανα δια ξηράς από την Τροιζήνα, έχοντας ανά χείρας το έργο των Στράβωνα και Παυσανία, το οποίο και επικαλείται πολύ συχνά.

 Για το Ναύπλιο γράφει: 

 «Το Ναύπλιο είναι η καλύτερα χτισμένη πολιτεία του Μοριά και η ονομαστική έδρα του Πασά. Βρίσκεται σε μιαν απόκρημνη άκρη, όπου υπάρχουν αρκετά υπόλοιπα από αρχαία τείχη. Το λιμάνι είναι εξαίρετο και πολύ οχυρωμένο. Οι οχυρώσεις, αν και παραμελημένες, βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση απ’ ότι συνηθίζεται ανάμεσα στους Τούρκους. Σ’ ένα νησί κοντά στη στεριά είναι επίσης ένα μικρό κάστρο. Πάνω από την πολιτεία, στην κορυφή ενός πολύ ψηλού βράχου, είναι το φρούριο Παλαμήδι, φημισμένο σαν άπαρτο, δεν  είναι όμως απρόσβλητο από το ανατολικό μέρος. Οι Τούρκοι προφέρουν το όνομα Νάπλι ή Ανάπλι: οι Ιταλοί του έδωσαν το όνομα Νάπολι: οι Έλληνες προφέροντας το u σαν v Navplia”.  ( William Gell, Itinerary of the Morea being a Description of the Routes of that Peninsula. Λονδίνο 1817, σ. 181 ).

 

Έργα

 

  • A Tour in the Lakes Made in 1797, [Edited by W. Rollinson, published 1986].
  • The Topography of Troy and its vicinity illustrated and explained by drawings and descriptions etc..London, 1804.
  • The Geography and Antiquities ofIthaca.London, 1807.
  • The Itinerary of Greece, with a commentary on Pausanias and Strabo, and an account of the Monuments of Antiquity at present existing in that country, compiled in the years 1801, 2, 5, 6 etc.. London, 1810. [2nd ed. containing a hundred routes in Attica, Boeotia,Phocis, 1827].
  • The Itinerary of the Morea, being a description of the Routes of that Peninsula. London, 1817
  • Vievs in Barbary – taken in 1813.London, 1815.
  • Pompeiana. The Topography of Edifices and Ornaments ofPompeii. 2 vols.London, 1817-8. [New ed. 1824. Further edition by Gell alone incoroprating the results of latest excavations.London1832 and 1852].
  • Narrative of a Journey in the Morea.London, 1823.
  • Le Mura di Roma disegnate sa Sir W. Gell, illustrates con testo note da A. Nibby.Rome, 1820.
  • Probestücke von Städtemauern des alten Griechenlands … Aus dem Englischen übersetzt.Munich, 1831.
  • The Topography ofRomeand its Vicinity with Map”. 2 vols. London, 1834. [Rev. and enlarged by Edward Henry Banbury.London1846].
  • Analisi storico-topografico-antiquaria della carta de’ dintorni di Roma secondo le osservazione di Sir W. Gell edelprofessore A. Nibby.Rome1837 [2nd ed. 1848].
  •  W. Gell, The itinerary ofGreecewith a commentary on Pausanias and Strabo and an account of the monuments of the antiquity at present existing in that country, 1810.

 

Βιβλιογραφία


  • Clay, Edith (ed.) -Sir William Gell in Italy: Letters to the Society of Dilettanti, 1831-1835. London, 1976.
  •  Wallace-Hadrill, A. -”Roman Topography and the Prism of Sir William Gell”, in Haselberger, L. & J. Humphrey (eds.) Imaging AncientRome: Documentation, Visualization, Imagination.Portsmouth,RI, 2006, p. 285-296.
  • W. Gell, The itinerary ofGreecewith a commentary on Pausanias and Strabo and an account of the monuments of the antiquity at present existing in that country, 1810.

 

Read Full Post »

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810

Read Full Post »

Older Posts »