Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καθηγητής’

Γιαννόπουλος Παναγιώτης


 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ο Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Louvain, γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1938 στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου και  τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

1957 : τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.

1962 : έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1962-1964 : υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.

1964 : γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1964-1965 : εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.

1966-1967: παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα: Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.

1967 : έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.

1968 : έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1969 : έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα των Ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1972 : υποστήριξε τη διατριβή La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IΧe siècles και ανακηρύχτηκε διδάκτορας ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του  Λουβαίν.

1972 : εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

1973 : έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1973 : ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

2005 : ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική. Επίσης από το 1977 ως το 1984 δίδαξε νεοελληνική γλώσσα στη Σχολή Μεταφραστών και διερμηνέων του Πανεπιστημίου του Μονς (Βέλγιο). Κατά καιρούς δίδαξε ως προσκεκλημένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας της Ισπανίας. Επί σειρά ετών δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και νεοελληνική λογοτεχνία στο Ινστιτούτο Libre Marie Haps των Βρυξελλών, και νεοελληνική ορολογία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος. Στιγμιότυπο από την ομιλία του στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», στις 15 Ιανουαρίου 2012.

 

Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά  ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως  ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.  Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου.

Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Βιογραφικά του σημειώματα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στο ελληνικό Who’s Who (1993-1994), στο βελγικό Qui est  francophone en Begique και σε  επιστημονικά περιοδικά.

 

Εργογραφία

Μονογραφίες

  • La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IXe siècles (Université de Louvain. Recueil de Travaux d’Histoire et de Philologie, 6e série, fasc. 6), Λουβαίν, 1975.
  • L’Hexagramme. Un monnayage byzantin en argent du VIIe siècle (Publi-cations d’Histoire de l’Art et d’Archéologie de l’Université Catholique de Louvain, XI = Numismatica Lovaniensia, 3), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1978.

Μονογραφίες σε συνεργασία

  • Νέα Ελληνικά (La langue grecque moderne. Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes, 29). Σε συνεργασία με την Φ. Σπυριδάκου, 6η έκδοση, Λουβαίν-λα-Νεβ, 1994.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Chronographia (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τον B. Coulie, Τουρνούτ, 1998.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Index nominum (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τους B. Coulie και B. Kindt, Τουρνούτ, 2000.

Συμμετοχή σε συλλογικές εργασίες

  • Donation Chanoine Léon Matagne. Le monnayage byzantin. Emission – Usage – Message (Séminaire de Numismatique Marcel Hoc de l’Uni-versité Catholique de Louvain), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1984. Η προσωπική μου συμμετοχή: L’émission des monnaies. L’usage des monnaies. Les légendes, σελ. 28-54.
  • Storia dei Concili Ecumenici, Μπρέσια, 1990. Η προσωπική μου συμμετοχή: Dal secondo concilio di Constantinopoli (553) al secondo concilio di Nicea (786-787), σελ. 119-154. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά.

Εκδόσεις

  • Actes du Ve Colloque International des Néo-hellénistes des Universités de langue française (Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes de l’Université Catholique de Louvain, 30), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1982.
  • Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ρήγας Βελεστινλής, 200 χρόνια μετά (Βρυξέλλες, 15 και 16 Μαΐου 1998), έκδ. Société Belge d’Etudes Néo-helléniques, Βρυξέλλες, 1999.

 

Read Full Post »

Νίκος Μαλιάρας – Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο θα φιλοξενήσει εκδήλωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 19.00 στην αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη», κατά την οποία θα μιλήσει ο κύριος Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία διοργανώνεται από την Πολιτιστική Πρωτοβουλία Εκπαιδευτικών Μουσικής Πελοποννήσου και είναι επίκαιρη λόγω της 28ης Οκτωβρίου, θα είναι: «Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί».

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, Παλαιό Δημαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος, Ναύπλιο, τηλέφωνο, 27510 47030.      

 

Νίκος Μαλιάρας

 

Ο Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας (Ιστορία των Μουσικών Οργάνων),  γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Βυζαντινής Φιλολογίας και Ιστορίας, Μουσικολογίας και Μουσικο­παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, τις οποίες ολοκλήρωσε με τη λήψη πτυχίου Magister Artium (Μ.Α.) το 1988 (η διπλωματική του εργασία είχε θέμα τη μορφολογική δομή των πρώιμων κουαρτέτων για έγχορδα του Haydn) και διδακτορικού διπλώματος «μετά μεγάλου επαίνου» το 1990.

Το θέμα της διδακτορικής του διατριβής, που εντάχθηκε τιμητικά στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου, ήταν: «Το όργανο στη βυζαντινή αυλική τελετουργία του 9ου και του 10ου αιώνα – μια έρευνα των πηγών» (στη γερμανική γλώσσα). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία υπηρέτησε και ως επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Μονάχου.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, υπηρέτησε αρχικά ως ειδικός επιστήμων Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ το 1995 εξελέγη μέλος Δ.Ε.Π. του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και διδάσκει ανελλιπώς μέχρι σήμερα μαθήματα Ιστορίας της Μουσικής, Ιστορίας των Μουσικών Οργάνων και Μουσικής Ανάλυσης, και επιβλέπει Σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία, πολλά άρθρα και κείμενα σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και είναι συνεργάτης και επιμελητής εκδόσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες του.

Ερευνητικά ενδιαφέροντα:

Τα ερευνητικά του διαφέροντα επικεντρώνονται στην αναλυτική μελέτη της μουσικής του Μανώλη Καλομοίρη και άλλων εκπροσώπων της Εθνικής Σχολής, καθώς και στην εξερεύνηση του πεδίου της βυζαντινής κοσμικής μουσικής και των μουσικών οργάνων μέσα από τις ιστορικές, φιλολογικές, αρχαιολογικές και εικονογραφικές πηγές. Έχει μελετήσει επίσης ιδιαίτερα το έργο του Μπαχ και του Μπραμς και έχει δημοσιεύσει σχετικές μελέτες.

Καλλιτεχνικές και άλλες δραστηριότητες:

Είναι διευθυντής της Μικτής Χορωδίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, με την οποία έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γερμανία και την Ιταλία, καθώς και της Παιδικής Χορωδίας «Μανώλης Καλομοίρης», η οποία έχει μόνιμη συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής. Είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. της Αθηναϊκής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων (Α.Σ.Ο.Ν.), Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου «Μανώλης Καλομοίρης», μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής της Unesco και μέλος του Συλλόγου των Φίλων της Ελληνικής Μουσικής Βιβλιοθήκης.

 

Read Full Post »

Αργυρόπουλος Ιωάννης (1394 – 1486)


 

Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και κληρικός. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία στην Πάντοβα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έφυγε στη Φλωρεντία, ασπάστηκε τον καθολικισμό και δίδαξε στην πλατωνική ακαδημία στην έδρα της ελληνικής ποίησης και φιλοσοφίας.

 

Ιωάννης Αργυρόπουλος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνστα­ντινούπολη (1394). Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1438-1439) και για πρώτη φορά ήρθε σε άμεση επαφή με τους μεγαλύτερους λογί­ους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας (1443), όπου έμεινε αρκετά χρόνια κι έμαθε λατινι­κά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αναληφθεί ό­τι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Παρά ταύτα, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη που υπεραγαπούσε και δεν έφυγε από αυ­τήν παρά μονάχα μετά την Άλωση της από τους Τούρκους (1453). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στη Βασιλεύουσα διακρί­θηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβε­βαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους ως πρόσφυγας στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Εκεί βρέθηκε σε ένα φιλικό πε­ριβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδί­κων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (1434-1464), ο οποίος είχε ονομαστεί και «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα δε στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνι­κή Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμι­στού ή Πλήθωνος.

Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία, εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλω­ρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακα­δημία με την υποστήριξη και του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)- και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά.

Πράγματι, ο Λαυρέντιος δεν έπεσε έξω σης προβλέψεις του και η επιτυχημένη δι­δασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Έτσι, πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου. Μεταξύ των μαθητών του εξέχουσα θέση έχουν οι Δονάτος Ατσαγιόλι και Άγγελος Πολιτσιάνο (Angelo Poli­ziano). Άλλος σημαντικός μαθητής του Αργυρό­πουλου (και συγγενής του γνωστού Ιωάννη Χρυσολωρά) ήταν και ο Ιωάννης Μαρία Φίλελφος, γιος του γνωστού Ιταλού ουμανιστή Φραγκίσκου Φίλελφο (Francesco Filelfo).

Ο Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτω­να. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία.

Το μάθημά του στο πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοπορια­κό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από μια συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Αργυρόπουλος, πέρα α­πό τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που εί­χε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέ­ρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Και αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική.

Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα δι­δάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής! Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι και το 1471, ο­πότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένειά του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του, ενώ δυο άλλα έζησαν. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία, ο Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου για να διδά­ξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό.

Ιωάννης Αργυρόπουλος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1866.

Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέ­στρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρή­κε τον Έλληνα φίλο του, το γνωστό Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό, και μετέπειτα πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε πολύ χρόνο για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, δίδαξε αρ­κετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επι­τυχία. Γρήγορα, όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Έτσι, γρήγορα εγκατέλειψε τη Ρώμη και το 1477 βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδασκε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κου­ρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευ­ταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς γι’ αυτόν, έ­πεσε σε έσχατη ένδεια, και μάλιστα έφτασε στο ση­μείο να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θά­νατος δεν άργησε να τον βρει γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγά­λη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγρα­φέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Παρά ταύτα, το  συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διάφορων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Αναλυτικότερα, τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι τα εξής:

1) Εκκλησιαστικά ποιήματα,

2) Πε­ρί συλλογισμού,

3) Περί Αριστοτελικής Φιλοσο­φίας,

4) Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά,

5) Λόγος πε­ριττής Συνόδου της Φλωρεντίας,

6) Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προ­τείναντας,

7) Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους.

Κοντά σε αυτά, οι σπουδαιότε­ρες μεταφράσεις στα λατινικά από τα ελληνικά εί­ναι: 1) Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί ουρανού, Περί γενέσε­ως και φθοράς, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης, 2) Βασιλείου του Μεγάλου Ομιλία εις εξαήμερον.

Η συμβολή του Ιωάννη Αργυρόπουλου στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Ευρώπη είναι μεγίστη. Ειδικά στη Φλω­ρεντία, όπου διέμεινε αρκετά χρόνια, τον θεωρούσαν και ήταν από τους πλέον ση­μαντικούς Έλληνες εκπρόσωπους του 15ου αιώνα στη διδασκαλία των ελληνικών και της φιλοσοφίας μαζί με τον Μιχαήλ Μάρουλλο Ταρχανιώτη, με­τά τον Μανουήλ Χρυσολωρά, που δίδαξε στο εκεί πανεπιστήμιο στα τέλη του 14ου αιώνα (1396-1399).

Η εκτίμηση που απολάμβανε στη Φλωρεντία ο Αργυρόπουλος ήταν μεγάλη όχι μόνο από τους λο­γίους της πόλης, αλλά και από τους μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο περίφημος λόγιος Δονάτος Ατσαγιόλι έλεγε ότι όταν ο Αργυρόπουλος δίδασκε, τότε φαινόταν να αναγεννώνται οι χρόνοι των αρ­χαίων φιλοσόφων. Ο Αργυρόπουλος στη Φλωρε­ντία ήταν αυτός ο οποίος πραγματικά έδωσε ώθηση στις ελληνικές σπουδές και στη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας, κάτω από ένα νέο και καινοτό­μο πνεύμα και προοπτική.

Γρήγορα η φήμη του ως δασκάλου της ελληνικής αλλά και της λατινικής γλώσσας διαδόθηκε και πέρα από την Ιταλία και για μερικά χρόνια επισκέφθηκε την αυλή του Ούγ­γρου βασιλιά, για να διδάξει και εκεί. Πέρα από τη διδασκαλία του, που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους συγχρόνους του, με τις μεταφράσεις του στα λατινικά των Ελλήνων κλασικών και ιδιαίτερα του Αριστοτέλη, έδωσε τη δυνατότητα στους λογίους Ιταλούς ουμανιστές της εποχής του να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και την αρχαία ελληνική δια­νόηση στην πιο τέλεια μορφή τους. Δικαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως αν θεωρήσουμε ότι ο Χρυσολωράς ήταν αυτός από τους Έλληνες ο οποίος συνέβαλε στο ξεκίνημα της αναγέννησης των ελληνικών σπουδών στη Φλωρεντία και την Ιτα­λία, τότε ο Αργυρόπουλος ήταν από τους πιο άξιους συνεχιστές του.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ. 45- 48.
  • Ζαβίρας Γεώργιος, Νέα Ελλάς, Αθήνα 1872, σ. 63-64.
  • Παύλος Καρολίδης, Ιστορία της Νέας Ελλάδας, Αθήνα 1925, σ. 252.
  • Ε. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siècle, Παρίσι 1962, pp. 81/97/132.
  • J. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
  • P. Burke, The Renaissance, Macmillan,Λονδίνο 1987.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Χαλκοκονδύλης Δημήτριος (1423 – 1511)


 

 Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και συγγραφέας των χρόνων της Αναγέννησης γεννημένος στην Αθήνα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Ήταν συγγενής του Βυζαντινού ιστορικού Λαονίκου Χαλκοκονδύλη. Η οικογένειά του έφυγε από την Αθήνα το 1435 και εγκαταστάθηκε στον Μιστρά. Το 1449, ο Χαλκοκονδύλης έφτασε στη Ρώμη, αφού προηγουμένως είχε σπουδάσει κοντά στον Πλήθωνα. Στη Ρώμη μαθήτευσε κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Δίδαξε στην Περούτζια τα έτη 1452-1455 και μετά στη Ρώμη μέχρι το 1463, συμμετέχοντας στη διαμάχη πλατωνιστών και αριστοτελιστών, καθώς ο ίδιος ήταν επηρεασμένος από την πλατωνική σκέψη, αλλά υπεράσπισε επίσης και την αριστοτελική φιλοσοφία.

 

Στην ιστορία της αναβίωσης των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού πνεύματος στην Ιταλία σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Βυζαντινοί λόγιοι που έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και γενι­κότερα από την Ανατολική Αυτοκρατορία πριν και μετά την Άλωση της Πόλης. Από τα τέλη του 14ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα έφταναν διαρκώς α­πό την Ανατολή και κατέκλυζαν τις χώρες της Ευ­ρώπης λόγιοι από βυζαντινές ή πρώην βυζαντινές περιοχές.

Η εικόνα που θέλει τον Έλληνα σοφό να φεύγει μπροστά από τον Τούρκο κατακτητή σφίγ­γοντας στα χέρια του πολύτιμα χειρόγραφα και να τα διασώζει μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο την αρχαία ελληνική γραμματεία στη Δύση, δεν αντα­ποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα ελληνικά χειρόγραφα αναζητούνταν και αγοράζονταν από τους Δυτικούς πολλά χρόνια πριν από την Άλωση και Βυζαντινοί διανοούμενοι βρέθηκαν στη Δύση, όπου δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και διέδωσαν την ελληνική σκέψη δεκαετίες πριν από το 1453.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, μεγάλο κύμα λογίων προσφύγων, όπως ήταν φυσικό, κατέφυγε στην Ιταλία για να διδάξει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική σκέψη, εφ’ όσον μάλι­στα το κλίμα είχε ήδη διαμορφωθεί νωρίτερα από τις συνεχείς επαφές της δυτικής διανόησης με τα επιτεύγματα της ελληνικής κουλτούρας και αφού είχε προηγηθεί η διάδοση των ελληνικών στην Ιταλική χερσόνησο από τους «πρόδρομους» διδα­σκάλους.

  

Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

 

Πορτραίτο του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (Giovio, Paolo, 1483-1552)

Ανάμεσα σε εκείνους, οι οποίοι ακολούθησαν το δρόμο προς τη Δύση και συνέβαλαν στο ουμανι­στικό κίνημα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, ήταν και ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511), από τους τελευταίους μεγάλους δασκάλους των ελληνικών την εποχή της ιταλικής Αναγέν­νησης και από τους πρώτους λογίους που εκτίμη­σαν την αξία της τυπογραφίας και διείδαν το ρόλο που θα διαδραμάτιζε στην εξάπλωση του ανθρωπιστικού κινήματος.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, γόνος αρχοντι­κής οικογένειας, γεννήθηκε στην Αθήνα, πιθανόν τον Αύγουστο του 1423. Συγγενής (εξάδελφος) του Βυζαντινού ιστορικού της Άλωσης Λαονίκου Χαλ­κοκονδύλη, ακολούθησε την οικογένειά του στη φυγή της από την πόλη της Παλλάδας, το 1435, ε­ξαιτίας προστριβών με τους Φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, Ατσαγιόλι.

Οι Χαλκοκονδύληδες κατέφυγαν στο Δεσποτάτο του Μορέως, αλλά δεν γνω­ρίζουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του Δημητρίου στον Μυστρά. Η πρώτη πληροφορία που υπάρχει προέρχεται από έναν μαθητή του, ο οποίος αναφέ­ρει ότι το 1449 έφτασε στη Ρώμη, αφού είχε σπου­δάσει φιλοσοφία, πιθανότατα κοντά στον Γεώργιο Γεμιστό (Πλήθων). Στην ιταλική πρωτεύουσα συμπλήρωσε τις σπουδές του κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο ίσως διδάχθηκε και λατινικά. Η φιλία που έ­νωσε τους δυο άνδρες επισφραγίστηκε με τη δια­θήκη του Γαζή, ο οποίος κληροδότησε αργότερα στον Δημήτριο την προσωπική βιβλιοθήκη του.

Μεταξύ των ετών 1452 και 1455 ο Χαλκοκονδύ­λης βρισκόταν στην Περούτζια, όπου πιθανότατα παρέδιδε μαθήματα ελληνικής και το 1455 επα­νήλθε στη Ρώμη. Εκεί παρέμεινε ως το 1463 και με την παρουσία του συνέβαλε στην άμβλυνση της διαμάχης που είχε ξεσπάσει μεταξύ των Ελλήνων λογίων γύρω από την προτεραιότητα της αριστοτε­λικής ή της πλατωνικής σκέψης. Ο ίδιος, αν και ο­παδός του Πλάτωνα, υπεραμύνθηκε των θέσεων του Αριστοτέλη με ένα κείμενο, το οποίο όμως δεν δια­σώθηκε. Ας σημειωθεί ότι οπαδός των ιδεών του Αριστοτέλη ήταν ο Θεόδωρος Γαζής, εναντίον του οποίου στρεφόταν ένα μανιφέστο που είχε συντάξει άλλος Έλληνας, ο Μιχαήλ Αποστόλης. Η στάση του Χαλκοκονδύλη να υπερασπιστεί τη φιλοσοφία του Σταγιρίτη φανερώνει τα αισθήματα φιλίας που έτρεφε για τον αριστοτελικό δάσκαλο και προστάτη του, αφού, παρά την προσωπική κλίση του προς τον Πλάτωνα, πήρε μαχητικά το μέρος ενός αρι­στοτελικού.

Από το 1463 ως το 1472 ο Χαλκοκονδύλης έζησε στην Πάντοβα, όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνι­κών στο εκεί πανεπιστήμιο. Διασώζονται εναρκτή­ριοι λόγοι της διδασκαλίας του, που αντικατοπτρί­ζουν τα πιστεύω του και αποτελούν πολύτιμο υλικό για το πρόγραμμα διδασκαλίας των μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας.

Από τους λόγους αυτούς πα­ρατίθενται χαρακτηριστικά αποσπάσματα (σε μετά­φραση από τα λατινικά του Κ. Γιαννακόπουλου στο έργο Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση, 330-1600, Αθήνα 1985, 372-388):

 

«Όταν, λοιπόν, […] εκλέχθηκα δημόσια να διδάξω ελληνικά γράμματα, νόμισα σωστό να πω κάτι, που δεν είναι εκτός θέματος, πόση χρησιμότη­τα, ύφος και τελειότητα φέρνουν [τα ελληνικά γράμματα] και πως η μελέτη της ελληνικής φιλο­λογίας έχει εξηγήσει και εξηγεί τα λατινικά γράμ­ματα. […] Πιστεύω ότι κανείς από σας δεν αγνοεί ό­τι οι Λατίνοι παρέλαβαν κάθε είδος ελευθερίων τε­χνών από τους Έλληνες. Και άλλο τόσο είναι γνω­στό ότι δημιουργοί όλων αυτών των τεχνών ήταν οι Έλληνες και το ίδιο το όνομα των τεχνών έχει τις ρίζες του στα ελληνικά. […] Εφ’ όσον η λατινική γραμματική συνδέεται με την ελληνική και φαίνε­ται να εξαρτάται από αυτή, πως είναι δυνατόν να έ­χει κανείς μια πλήρη γνώση της, αν δεν γνωρίζει τα ελληνικά γράμματα; […] Κανείς από εκείνους (τους παλαιούς Λατίνους συγγραφείς) δεν αγνοούσε τα ελληνικά γράμματα. Πραγματικά πολλοί από αυ­τούς τιμούσαν την ελληνική λογοτεχνία τόσο βαθιά ώστε αναρωτιέται κανείς αν γνώριζαν καλύτερα την ελληνική ή τη λατινική φιλολογία».

 

Σε άλλον εναρκτήριο λόγο του, στις 10 Νοεμβρί­ου του 1464, ο Χαλκοκονδύλης ήταν τολμηρότερος στην υπεράσπιση της διδασκαλίας της ελληνικής: «Επειδή σχεδόν όλοι εκείνοι [οι Ρωμαίοι] κατανο­ούσαν τη γλώσσα τους όσο και την ελληνική, προ­τιμούσαν να εκφράζουν τις διαθέσεις του πνεύμα­τός τους και την έννοια και υφή των πραγμάτων πιο συχνά στα ελληνικά παρά στα λατινικά». Και τε­λείωνε την ομιλία του προτρέποντας τους ακροατές και μελλοντικούς μαθητές του να στραφούν με επι­μέλεια στην εκμάθηση των ελληνικών, όπως έκα­ναν και οι πρόγονοί τους Ρωμαίοι, οι οποίοι έστελ­ναν τα παιδιά τους στην Αθήνα για να μορφωθούν καλύτερα: «Νέοι εσείς, […] ασκηθείτε και προσθέ­στε τις σπουδές αυτές στις άλλες και είθε σ’ αυτό να μιμηθείτε τους προγόνους σας. […] θα με βρεί­τε πάντα στη διδασκαλία των γραμμάτων αυτών πρόθυμο να σας βοηθήσω. […] Να θεωρείτε σίγου­ρο ότι θα σας εκπαιδεύσω στη σπουδή των γραμ­μάτων αυτών και σε σύντομο χρόνο θα σας παράσχω ίσως όχι ευκαταφρόνητη παιδεία αυτών».

Ανάγλυφο με τη μορφή του Αριστοτέλη, 15ος αιώνας. Επισκοπικό Μέγαρο του Τρέντο.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς δίδαξε ο Χαλ­κοκονδύλης στην Πάντοβα. Είναι πιθανόν ότι εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλο­σοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αρι­στοτέλη και ότι μεγάλο μέρος της διδασκα­λίας του αφιέρωσε στην παράδοση της ελληνικής γραμματικής. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι από τους επιφανέστερους μαθητές του ήταν ο νεαρός Ια­νός Λάσκαρις, τον οποίο διέκρινε ο καθηγητής από τους άλλους συμμαθητές του.

Το 1472 ο Χαλκοκονδύλης εγκατέλειψε τα πανε­πιστημιακά μαθήματα του στην Πάντοβα και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, χωρίς να γίνουν γνωστοί οι λόγοι που τον ώθησαν σε αυτή τη μετακίνηση. Πάντως, η πόλη των Μεδίκων κρατούσε αναμφισβήτητα τα σκήπτρα ως το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπι­στικών σπουδών και επομένως πολλοί Έλληνες λό­γιοι έτρεφαν τη φιλοδοξία να διδάξουν στην πόλη και στο Studium, όπου είχαν διακριθεί ο Χρυσολωράς, ο Τραπεζούντιος και ο Αργυρόπουλος.

Η Φλωρεντία, επιπλέον, ήταν ο χώρος στον οποίο για πρώτη φορά καλλιεργούνταν παράλληλα οι δυο με­γάλες φιλοσοφικές κοσμοθεωρίες, ο αριστοτελισμός και ο πλατωνισμός. Το 1475 ο Χαλκοκονδύλης προ­τάθηκε επίσημα για την περίφημη καθέδρα των ελ­ληνικών στη Φλωρεντία, όπου για δεκάξι χρόνια (ως το 1490) θα περνούσε την πιο ήρεμη περίοδο της ζωής του, διδάσκοντας και αποκτώντας φήμη στην πνευματική κοινότητα της πόλης. Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε για τα είδη που υπηρέτησε με τη διδασκαλία του ο Χαλκοκονδύλης στο περίφημο Studium: ποίηση (Όμηρο και άλλους επικούς ποι­ητές), ρητορική (κυρίως Ισοκράτη) και φιλοσοφία (Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ως οπαδός πλέον της θε­ωρίας του Αργυρόπουλου για τη σύντονη καλλιέρ­γεια των δυο φιλοσοφιών).

Ανάμεσα στο πλήθος των μαθητών του ξεχωρίζουν οι Ιταλοί: Τζοβάνι Πίκο ντελα Μιράντολα (Giovanni Pico della Mirandola), Τζοβάνι Μέντιτσι (Giovanni Medici) – ο μελλοντικός πάπας Λέων Ι’- και ο Πέτρος των Μεδίκων, γιος του Λαυρεντίου, καθώς και πολλοί ξένοι που ήλθαν να τον ακούσουν, όπως ο Γιόχαν Ρόιχλιν (Johann Reuchlin), ο περιφημότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές.

Στη Φλωρεντία, ο Έλληνας λόγιος, εκτός από τη διδασκαλία, αφοσιώθηκε και στην έκδοση ολό­κληρου του σωζόμενου ποιητικού έργου του Ομή­ρου. Το Ομήρου τα σωζόμενα αποτελεί την απαρ­χή της ενασχόλησης του Χαλκοκονδύλη με την έκ­δοση βιβλίων, εργασία πολύ κοπιαστική, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες να συγκεντρωθεί το χειρόγραφο υλικό και να τύχει της ανάλογης μελέ­της. Ο ίδιος ο εκδότης σημείωνε ότι για να αποκα­ταστήσει το κείμενο χρησιμοποίησε πολλές πηγές και ότι συμβουλεύθηκε τα υπομνήματα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου.

Το 1491 ο Δημήτριος εγκαινίασε την τρίτη φάση της σταδιοδρομίας του. Βρέθηκε στο Μιλάνο, χωρίς και πάλι να είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη θέση του στη Φλωρεντία. Ανέλαβε διδακτικά καθήκοντα στην αυλή του δούκα Λουδο­βίκου Σφόρτσα και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό α­ποκτώντας νέους μαθητές σε ένα κέντρο στο οποίο δεν είχαν καλλιεργηθεί συστηματικά τα ελληνικά γράμματα, παρ’ όλο που στην πόλη είχαν διδάξει για λίγο χρονικό διάστημα οι Μανουήλ Χρυσολωράς και Κωνσταντίνος Λάσκαρις.

Η ανακάλυψη της τυπογραφίας έδωσε μεγάλη ώθηση στην διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση.

Στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας παρέμεινε μέ­χρι το 1500 και συνέχισε το εκδοτικό έργο του, με την παρουσίαση τριών βιβλίων: Ισοκράτης, Λόγοι, Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα, Λεξικό Σουίδας. Όταν τα γαλλικά στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΒ’ κατέλαβαν το Μιλάνο (1499), ο Δημήτριος εγκατέλειψε την πόλη και προσπάθησε ανεπιτυχώς να α­ναλάβει την έδρα των ελληνικών στη Βενετία. Στη συνέχεια κατέφυγε στη Φεράρα, απ’ όπου ανακλήθηκε το 1501 από τη γαλλική κυβέρνηση για να ασκήσει πάλι διδακτικά καθήκοντα στην πόλη. Στη λομβαρδική πρωτεύουσα συνέχισε να διδά­σκει μέχρι το θάνατό του σε βαθιά γεράματα, στην ηλικία των ογδόντα οκτώ ετών, το 1511.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, όταν βρισκόταν στη Φλωρεντία, και από το γάμο του είχε αποκτήσει δέκα παιδιά, πολλά από τα οποία πέθαναν στη διάρκεια της πα­ραμονής του στο Μιλάνο, γεγονός που σκίασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η σταδιοδρομία του Χαλκοκονδύλη ως δασκάλου σε τρεις από τις σημαντικότερες πόλεις της ιταλικής Αναγέννησης, την Πάντοβα, τη Φλωρεντία και το Μιλάνο, συνέπεσε με το χρόνο που οι πόλεις αυτές βρίσκονταν στο κέντρο της ουμανιστικής παιδείας.

Δίδαξε συνολικά περίπου τριάντα πέντε χρόνια και απέκτησε εκατοντάδες μαθητές, μεταξύ των οποίων ήταν και άνθρωποι που συνέχισαν το έργο του, όπως ο Άγγελος Πολιτιανός (Angelo Poli-ziano), ο ο­ποίος έθρεψε μια μεγάλη ομάδα ελληνιστών, ο Μαρσίλιο Φιτσίνο (Marsillio Ficino), στενός συνεργάτης του στην πολύχρονη προετοιμασία της μετάφρασης του πλατωνικού έργου, και ο Άλδος Μανούτιος, ο οποίος παρακολούθησε μαθήματά του στο Μιλάνο. Η προσπάθειά του για τη διάδοση του ελ­ληνικού πνεύματος κορυφώθηκε με την αδιάκοπη ενασχόλησή του με τη μετάφραση και έκδοση ελ­ληνικών κειμένων.

Έργα του

Ο Χαλκοκονδύλης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας εκδότης στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο. Κυκλοφόρησε τέσσερα βιβλία: Ομήρου τα σωζόμενα (1488), Ισοκράτης, Λόγοι (1493), Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα (περ. 1494), Λεξικό Σουίδας (1499). Είχε συναίσθηση του γεγονότος ότι για τη διάδοση των ελληνικών σπουδών δεν αρκούσαν μόνον καλοί καθηγητές και επιμελείς μαθητές, αλ­λά χρειάζονταν πλήρεις εκδόσεις των ελληνικών κειμένων και σωστό μεταφραστικό έργο, έτσι ώστε να υπάρξει η κατάλληλη υποδομή. Σ’ αυτό το σκο­πό αφοσιώθηκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και με την παράλληλη προσφορά του στη διδασκαλία αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα της διάδοσης της ελληνικής σκέψης και παιδείας στην Ιταλία.

  

Ειρήνη Χρήστου

Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Βιβλιογραφία


  • Κ. Γιαννακόπουλος, Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση (330-1600), Αθήνα 1985.
  • Κ. Στ. Στάικος, Χάρτα της Ελληνικής Τυπογραφίας. Η εκδοτική δραστηριότητα των Ελλήνων και η συμβολή τους στην πνευματική Αναγέννηση της Δύσης, Αθήνα 1989.
  • Ν. G. Wilson, Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Αθήνα 1994.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Δωροβίνης Β. Ηλίας (1902-1979)   

 


Διαπρεπής φιλόλογος και γυμνασιάρχης Μέσης εκπαίδευσης και απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε στο χωριό Μπούντια (σήμερα Ήρα) της επαρχίας Άργους, το 1902, και απεβίωσε σε θερινές διακοπές στο Λουτράκι, την 29-7-1979. Αδελφός του Κώστα Β. Δωροβίνη, νυμφεύθηκε την πρεσβύτερη κόρη του Γυμνασιάρχη Ν. Παπαδιαμαντόπουλου Τούλα (Χάιδω) το 1039 και απέκτησαν γιο, που απεβίωσε σε μικρή ηλικία.

Μετά από σύντομη άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, στράφηκε οριστικά στο εκπαιδευτικό έργο, ως κλασικός φιλόλογος, που άφησε εποχή κυρίως σε δύο Γυμνάσια της Αθήνας, στο δημόσιο Β’ Αθηνών, επί της οδού Χέυδεν, και στο ιδιωτικό του Τυχόπουλου. Πολλοί από τους μαθητές του διακρίθηκαν, μέχρι σήμερα, στο δημόσιο βίο της χώρας (όπως οι Αν. Γιαννουλάτος, σήμερα αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, ο κινηματογραφιστής Θ. Αγγελόπουλος, ο γιος του βυζαντινολόγου Φ. Κουκουλέ Γιώργος Κουκουλές, καθηγητής Εργατικού Δικαίου κ.π.ά)

Ως καθηγητής διακρίθηκε για τις προοδευτικές αντιλήψεις του ως προς την παιδαγωγική μέθοδο και για την απόλυτη συνέπεια διδασκαλίας και προσωπικής ζωής, δείχνοντας κατανόηση αλλά και αυστηρότητα – εκφρασμένη ιδίως με λεπτή ειρωνεία -, αγάπη και στήριξη προς τους μαθητές του, ακόμα και στα προσωπικά προβλήματα του καθενός.

Συνέταξε πολλές μελέτες και έδωσε διαλέξεις στην Αθήνα και το Άργος, ενώ συνεντεύξεις του για εκπαιδευτικά θέματα δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά.

Μια μικρή συλλογή μελετών και άρθρων του έχει διασωθεί στο αρχείο του ανιψιού του Βασίλη Δωροβίνη και αποτελείται από τα εξής:

 

  1. Τον Αύγουστο του 1935 έκαμε ομιλία στο νεοσύστατο, τότε, προοδευτικό σωματείο του Άργους «Νέα Ζωή», με θέμα τον ρόλο των μελών των σωματείων (μνεία στην εφημ. «Ασπίς του Άργους» 4-8-35).
  2. Για το ίδιο σωματείο και στην αρχή του 1936 έδωσε διάλεξη στην αίθουσα του «Δαναού», με θέμα «Πως θεμελιώνεται ο χαρακτήρας κατά την άποψη της ατομικής ψυχολογίας». Σε φύλλα του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1936 της «Ασπίδας» δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης, πρωτοσέλιδα, ενώ το πλήρες δακτυλόγραφο κείμενο βρίσκεται στο αρχείο Β. Δωροβίνη.
  3. Στο ίδιο αρχείο, βρίσκεται το κείμενο άλλης διάλεξής του, που έδωσε άγνωστο πότε στον «Δαναό», με θέμα το «Έχουμε ανάγκη από μητέρες μορφωμένες» (το δακτυλόγραφο έχει χαριστεί στη Νίτσα Δωροβίνη, από την Κόρινθο όπου τότε υπηρετούσε ο Η.Β.Δ., με ημερομηνία «Μάρτιος 1938»).
  4. Δακτυλόγραφο κείμενο της διάλεξής του, με θέμα «Προβλήματα στην αγωγή των παιδιών», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, την 11-3-1956.
  5. Στο περιοδικό «Το Βήμα του Καθηγητού» (όργανο της Ο.Ε.Λ.Μ.Ε.), τεύχη Απριλίου και Μαΐου – Ιουνίου 1956, δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης που είχε δοθεί την 11-3-1956 στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών.
  6. Η μελέτη του «Μητέρα και παιδί» (εκδόθηκε χ.χ. από τις αθηναϊκές εκδόσεις του Ιω. Σιδέρη). Συναφές είναι το χρονογράφημα του Παύλου Παλαιολόγου, στο «Βήμα» φύλλου Ιανουαρίου του 1953 (πιθανώς της 23-1-53), άρα η έκδοση της μελέτης μπορεί να χρονολογηθεί στα 1952.
  7. Δακτυλόγραφο συγκλονιστικό κείμενό του, για τον θάνατο του παιδιού του Άγγελου (1954).
  8. Δακτυλόγραφο κείμενο διάλεξής του με θέμα «Πιο πολλή κατανόηση μεταξύ σχολείου και οικογένειας», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1958.
  9. Απόκομμα της εφημερίδας «Το Βήμα», της 5-5-1963, που αναγγέλλει διάλεξη του Η.Β.Δ. την ίδια μέρα, στην «Εταιρεία Φίλων του Λαού», στα πλαίσια της γιορτής του συλλόγου Αργείων «Ο Ατρεύς».
  10. Το 1958 το αθηναϊκό περιοδικό «Εικόνες», που εξέδιδε η Ελ. Βλάχου, δημοσίευσε έρευνα με αντικείμενο «Το πρόβλημα του κακού μαθητή» (τεύχος αρ. 155, της 13-10-1958). Μεταξύ άλλων, δημοσιεύονται και οι απόψεις του Ηλία Δωροβίνη, που μέχρι σήμερα παραμένουν εν πολλοίς άκρως επίκαιρες, γι’ αυτό αναδημοσιεύονται στον ιστότοπο της Α.Α.Β.Ι.Π.

 

Πηγή

  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης    

Read Full Post »

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Older Posts »