Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη’

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδος του 920 μ.Χ.  (ο Άγιος Πέτρος Άργους Σύνεδρον Μέλος της), Eπισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου Κορομπόκη


 

Περί της, εις την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον του 920 μ.Χ., συμμετοχής του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, πληροφορούμεθα τόσο από τον Grumel στις καταχωρήσεις των Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου [1], όσο και  από τον οιονεί διάδοχο του Αγίου Πέτρου, Μεγάλο Πρωτοπαπά Ναυπλίου, περί τον 16ο αιώνα μ.Χ., ιερέα Νικόλαο Μαλαξό. Ο χαρακτηρισμός ενός Πρεσβυτέρου ως «οιονεί» διαδόχου ενός Επισκόπου δικαιολογείται από την ιστορική απαίτηση της εποχής. Συγκεκριμένα, το Ναύπλιο τελούσε τότε υπό Ενετική Κατοχή. Επειδή οι Ενετοί συνήθιζαν να αποδίδουν τον τίτλο της κατακτηθείσης εκκλησιαστικής Επαρχίας σε ρωμαιοκαθολικό Επίσκοπο, αδυνάτου ή και απαγορευομένης της υπάρξεως και του ορθοδόξου Επισκόπου του τόπου, οι πρόκριτοι Ορθόδοξοι (κληρικοί και λαϊκοί) επέλεγαν έναν εκ των πρεσβυτέρων και τον απέστελλαν προς τον πλησιόχωρο Ορθόδοξο Ιεράρχη, ο οποίος δρούσε ως Προστάτης της ακεφάλου ορθοδόξου εκκλησιαστικής Επαρχίας. Ο Νικόλαος Μαλαξός εξελέγη το 1538 μ.Χ. και υπήρξε ο τελευταίος Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, την επικύρωσιν δε της εκλογής του ενήργησε ο Αρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας [2]. Από τον Μητροπολίτη ο προβληθείς Πρωτοπαπάς ελάμβανε κατευθύνσεις και σε αυτόν ανεφέρετο. Ο ρόλος του Πρωτοπαπά ήταν σημαντικός, δεδομένου ότι ενεργούσε όλα τα διοικητικά, πνευματικά και λειτουργικά (πλην χειροτονίας) καθήκοντα  ενός Επισκόπου. Τούτο το γεγονός, ως και η γεωγραφική απόσταση από τον φορέα της Επισκοπικής εξουσίας, είχε καταστήσει τους Πρωτοπαπάδες πανίσχυρους.

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ο Πρωτοπαπάς Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός, βιογράφησε για πρώτη φορά τον σύγχρονο του Αγίου Πέτρου Άργους, Όσιο Θεοδόσιο τον Νέο και Ιαματικό. Σε αυτή την βιογραφία, η οποία εξεδόθη το πρώτον εν Βενετία κατά το έτος 1803 στο «Νέον Εκλόγιον» από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, πληροφορούμεθα ότι μετά από διαβολές μικρόψυχων ανθρώπων εναντίον του Οσίου Θεοδοσίου, ο Άγιος Πέτρος θέλησε, ως επιχώριος Ιεράρχης, να λάβει τα αναγκαία διοικητικά μέτρα. Τότε «έλαβε γράμματα Πατριαρχικά από την Κωνσταντινούπολη, όπου τον επροσκαλούσαν να υπάγη το ογλιγορώτερον εκεί, διά τι είχαν να κάμουν Σύνοδον» [3]. Ο Άγιος Πέτρος, ως Συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και ο γνωρίζων τις αρετές του και μάλιστα παλαιότερα προτείνας σε αυτόν, χωρίς όμως ο Άγιος Πέτρος να δεχθή, την διαποίμανση της Μητροπόλεως Κορίνθου, Οικουμενικός Πατριάρχης Νικόλαος Α’  o Μυστικός, ενυπνιάσθησαν ταυτόχρονα τον Όσιο Θεοδόσιο. Μετά την εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστροφή στην επαρχία του, ο Άγιος Πέτρος συνηντήθη με τον Όσιο Θεοδόσιο στο Ασκητήριο του δευτέρου, οπότε πλέον «κατενόησαν αλλήλους εν παροξυσμώ αγάπης» (Εβρ. ι , 24).

Ας μελετήσουμε όμως δι’ ολίγον τις ιστορικές συνθήκες της εν Κωνσταντινουπόλει περί το 920 μ.Χ. Συνόδου, εις την οποία μετέσχε ο Επίσκοπος Άργους Άγιος Πέτρος. Ο αυτοκράτωρ Λέων ΣΤ’  o Σοφός, μετά από τους θανάτους των τριών συζύγων του, χωρίς διάδοχο, απεφάσισε να συνάψει τέταρτο γάμο, προκειμένου να νομιμοποιήσει τον εκ της παλλακίδος του Ζωής Καρβονοψίνης αποκτηθέντα έκθεσμο υιό, μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Στην αξίωση αυτή εναντιώθηκε ο Πατριάρχης Νικόλαος Α’  ο Μυστικός, ο οποίος ως λαϊκός είχε υπηρετήσει στην αυτοκρατορική αυλή ως αυτοκρατορικός σύμβουλος «εξ απορρήτων», εξ ου και η προσωνυμία «Μυστικός». Ο Πατριάρχης εβάπτισε τον εξώγαμο υιό Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία κατά την Θεία Λειτουργία των Θεοφανείων το 906, αξιώνοντας όμως την απομάκρυνση από το «Ιερό Παλάτι» της παλλακίδος Ζωής, υπόσχεση την οποία έδωσε, αλλά δεν ετήρησε ο Λέων. Αντιθέτως, τρεις ημέρες μετά το βάπτισμα του υιού της Κωνσταντίνου, η Ζωή «εν τοις βασιλείοις εισήγετο βασιλικώς δορυφορουμένη» [4]. Ο Λέων παρέκαμψε τον αντιδρώντα Πατριάρχη και υπεχρέωσε τον Πρωθιερέα του Παλατίου πρεσβύτερο Θωμά, να τελέσει τον τέταρτο γάμο του και έστεψε, απόντος του Πατριάρχου, ιδίαις χερσί την Ζωή Αυτοκράτειρα. Η αντίδραση του Πατριάρχη Νικολάου ήταν άμεση. Απέκοψε τους νεονύμφους της εκκλησιαστικής κοινωνίας (αφορισμός) και καθήρεσε τον πρεσβύτερο Θωμά.

Ο αυτοκράτωρ Λέων δεν έμεινε άπραγος. Απευθύνθηκε προς τον Πάπα Σέργιο Γ’, μέσω του αυτοκρατορικού διπλωμάτου Λέοντος Χοιροσφάκτου προς τους Πατριάρχες της Ανατολής. Έτσι το 907, σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι παπικοί αντιπρόσωποι (καρδινάλιος Ιωάννης και επίσκοπος Νικόλαος) και οι εκπρόσωποι των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απήλλαξαν τους βασιλείς από τον πατριαρχικό αφορισμό και ανεγνώρισαν την εγκυρότητα του τετάρτου γάμου του Λέοντος. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας είτε απέστειλε επιστολή συμφωνίας είτε οι εκπρόσωποί του έφθασαν καθυστερημένοι και υπέγραψαν αργότερα τις Συνοδικές αποφάσεις. Παρά τις ευνοϊκές για τον Λέοντα Συνοδικές αποφάσεις, δεν εισήχθη με πολιτειακό διάταγμα και στην Ανατολή το λατινικό έθιμο του μη υπολογισμού των βαθμών γάμου. Ο Πατριάρχης Νικόλαος υποχρεώθηκε σε παραίτηση και εξορίσθηκε. Στη θέση του Νικολάου του Μυστικού προεβλήθη ο πνευματικός του αυτοκράτορος, ηγούμενος της Μονής Ψαμαθίας, Ευθύμιος.

Δύο κυρίως λόγοι εξηγούν την, από μέρους του Πάπα Σεργίου Γ’, δικαίωση των περί αναγνωρίσεως του τετάρτου γάμου αυτοκρατορικών απαιτήσεων. Από κανονολογικής – εκκλησιαστικής πλευράς ουδεμία δέσμευση αισθανόταν ο Ρώμης, δεδομένου ότι η Δυτική Εκκλησία δεν εγνώριζε βαθμούς γάμου ως κωλύματα για επόμενη γαμήλια σύζευξη του επιζώντος. Ο γάμος για την Εκκλησία της Ρώμης, ακόμη και σήμερα, είναι απόλυτα αδιάλυτος. Έτσι, αφ’ ενός μεν αποκλείεται διαδοχική πολυγαμία κατόπιν διαζυγίου, αφ’ ετέρου δε, αν ο γάμος λυθεί δι’ ακυρώσεως ή όπως στην περίπτωση του Λέοντος του ΣΤ’, διά θανάτου του ενός συζύγου, τότε θεωρείται ανύπαρκτος ο γαμικός δεσμός και έτσι η επομένη γαμήλια σύζευξη επιτρέπεται απεριόριστα, χωρίς να προσμετρείται ως βαθμός γάμου.

Τον 10ο αιώνα η Εκκλησία της Ρώμης δεν είχε ούτε συγκροτημένη ειδική Ακολουθία για τον γάμο. Συγκροτημένη Ακολουθία Γάμου στην Εκκλησία της Ρώμης ενεφανίσθη τον 11ο αιώνα, τον δε 12ο η Ακολουθία του Γάμου ενετάχθη εξ ολοκλήρου στην Θεία Λειτουργία, πρακτική εφαρμοζομένη μέχρι σήμερα για τους γάμους με πιστούς της ιδίας Εκκλησίας ή για γάμους με πιστούς άλλης χριστιανικής Εκκλησίας, της οποίας όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί αναγνωρίζουν τα μυστήρια. Όσον αφορά στην τελετουργική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχουμε από τα τέλη ήδη του 8ου αιώνος μία σύντομη, αλλά πλήρη Ακολουθία του Αρραβώνος και του Γάμου, καταγεγραμμένη στον Ελληνικό βαρβερινό κώδικα 336 της Βατικάνειας βιβλιοθήκης.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι επί Ιουστινιανού εσημειώθη το πρώτο βήμα προς την, από μέρους της Πολιτείας, αναγνώριση της ιερολόγησης του Γάμου διά του  αχωρίστου συνδυασμού του πολιτικού γάμου και της ιερολογίας. Το έτος δε 893 διά της Νεαράς (δηλαδή διά της διατάξεως) 89 του  αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, εκηρύχθη ο υπό της Εκκλησίας ευλογούμενος γάμος, ως μόνος νόμιμος. Για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η τελετουργία του εκκλησιαστικού Γάμου έλαβε Συνοδικώς την απόλυτη αποκλειστικότητά της το 1563, κατά την 24η συνεδρία της Συνόδου του Τριδέντου, όπου διεκηρύχθη ότι η εγκυρότης του Γάμου διασφαλίζεται του λοιπού από την παρουσία κληρικού και δύο μαρτύρων-παρανύμφων. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απορρίπτει εντελώς τον Πολιτικό Γάμο, όχι μόνον για λόγους θεολογικούς, αλλά και για λόγους ιδεολογικούς, δεδομένου ότι η απαίτηση της Πολιτείας να αναγνωρισθεί εγκυρότητα Γάμου μετά από τελετή ενώπιον φορέως Δημοτικής Αρχής στο Δημαρχείο, είναι αποτέλεσμα των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη και δημιούργημα του Μεγάλου Ναπολέοντος (Ναπολεόντειος Νομικός Κώδικας). Αντιθέτως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ επολέμησε τον Πολιτικό Γάμο και εξαπέλυσε απειλές εναντίον αυτού,  όπως η μη κήδευση των τελεσάντων αυτόν, εν τούτοις αναγνωρίζει εν τοις πράγμασι  αυτόν ως Γάμον, αφού δεν τελεί Εκκλησιαστικό Γάμο, αποδεχομένη έτσι τριγαμία, μετά από τρεις προηγουμένους Πολιτικούς Γάμους, όπως σαφώς διαλαμβάνει η από 19-5-1982 υπ’ αριθμόν 2320 Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου διαβάζουμε: «Δεν παραλείπομεν να επιστήσωμεν την προσοχήν Υμών επί τελεσθέντος πολιτικού Γάμου και μη λυθέντος δια θανάτου ή διαζυγίου, όστις προσμετρείται ως νόμιμος προηγούμενος Γάμος, προς αποφυγήν ποινικών συνεπειών διά τε τους Επισκόπους και τους ιερολογούντας το Μυστήριον Κληρικούς».

Τέλος, δεν είναι άσκοπο να πούμε ότι κατά την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και πράξη, ο τελετουργός Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος είναι ο τελών το Μυστήριον του Γάμου, διά της υπ’ αυτού διδομένης και δι’ αυτού καταπεμπομένης θείας ευλογίας (παθητική πράξη). Κατά την Ρωμαιοκαθολική όμως δογματική διδασκαλία και πράξη, το ζεύγος είναι το τελούν το μυστήριον, διά της επισήμου ενώπιον της Εκκλησίας διαβεβαιώσεως της αγάπης των και της προθέσεως για κοινή πορεία ζωής. Η επίδοση των δακτυλίων είναι υπόθεσις του ζεύγους (ενεργητική πράξη). Η παρουσία του τελετουργού περιορίζεται στην επευλόγηση της πράξεως. Η κρατούσα αυτή τάξη, έτυχε διαφοροποίησεων, δια της αναθεωρήσεως του τυπικού του Γάμου το έτος 1990 από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Η νυμφική ευλογία προβάλλεται πλέον εμφαντικώτερα, διδομένη διά της εκτάσεως των χειρών του κληρικού πάνω από τις κεφαλές των συζύγων. Η τέλεση δε του Γάμου άνευ Ευχαριστίας ανατίθεται πλέον και σε διακόνους, επιβεβαιουμένου πανηγυρικώς του δευτερεύοντος ρόλου του τελετουργού στο Μυστήριο.

Άλλος λόγος, που εξηγεί την αναγνώριση από μέρους του Πάπα, του τέταρτου γάμου του Λέοντος, είναι το γεγονός ότι ο Ρώμης εθεώρησε πως είχε χρυσή ευκαιρία για την ανάμειξή του στα πράγματα της Ανατολής. Μην λησμονούμε πως ήταν νωπή στη μνήμη της Δύσεως η καθαίρεση του Πάπα Νικολάου Α’ από την, επί Ιερού Φωτίου, Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 867, για αντικανονική επέμβαση στην Βουλγαρία, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι ιεραπόστολοι της Κωνσταντινουπόλεως, και εισήχθησαν εκεί τα ρωμαϊκά έθιμα και το Filioque. Επιπροσθέτως, η αποστροφή των Παπών της εποχής εκείνης προς το πρόσωπο του Ιερού Φωτίου, ο οποίος πιθανότατα υπήρξε διδάσκαλος του, εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Άργους [5], ασφαλώς δεν καθιστούσε συμπαθή στα μάτια τους και τον ανεψιό του Ιερού Φωτίου, δηλαδή τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό.

Στην εποχή εκείνη του Αγίου Πέτρου Άργους, οι επιδρομές του Βουλγάρων σε Ελλαδικές επαρχίες συνιστούσαν μείζον πρόβλημα. Τόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημα, ώστε στο εγκώμιόν του εις τους Αγίους ενδόξους και θαυματουργούς Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν, ακόμη και ο Άγιος Πέτρος Άργους παρακαλεί τους εγκωμιαζομένους Αγίους: «μη επί πλέον αίρεσθαι την Σκυθικήν οφρύν… εάσητε καθ’ ημών». Δηλαδή, να μην αφήσετε άλλο πλέον να φέρονται εναντίον μας με αυθάδεια οι Βούλγαροι. Η πολιτική, λοιπόν, επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις του Βουλγάρου ηγεμόνος Συμεών με την αυτοκρατορία, ανάγκασε τον ασθενή και ετοιμοθάνατο Λέοντα να επαναφέρει τον Νικόλαο στον πατριαρχικό θρόνο το έτος 912, αναθέτοντάς του τους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς με τους Βουλγάρους, δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν συμμαθητής και επιστήθιος φίλος του πατριάρχη Νικολάου. Τα πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του Νικολάου και μόλις το 920 μπόρεσε να ασχοληθεί και πάλι με το εκκρεμές θέμα της τετραγαμίας του νεκρού πλέον Λέοντος ΣΤ’. Έτσι, συνεκάλεσε Σύνοδο το 920 στην Κωνσταντινούπολη (ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν απλή συνοδική συνέλευση), όπου ανεγνωρίσθη «κατ’ οικονομίαν» ο τέταρτος γάμος του Λέοντος και απεφασίσθη ότι «από του παρόντος έτους… τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς» [6]. Επίσης, αναθεματίσθησαν τόσον οι «συκοφαντούντες την αγίαν εκκλησίαν, ότι τετραγαμίαν εδέξατο, χάριν της ευδοκία Θεού γεγενημένης οικονομίας», όσον και οι «εν καταφρονήσει τιθέμενοι τους ιερούς και θείους κανόνας των ιερών πατέρων, οι και την αγίαν εκκλησίαν υπερείδουσι και όλην την χριστιανικήν πολιτείαν κοσμούντες, προς θείαν οδηγούσιν ευσέβειαν» [7]. Η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 920 επιβεβαίωσε με αυτόν τον τρόπο την αντικανονικότητα της πολυγαμίας, που ήδη είχε ρυθμιστεί, τόσο με τον 3ο Κανόνα της εν Νεοκαισαρεία περί το 315 Συνόδου, όσο και με τον 4ο και με τον 5ο Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου σαφώς ακόμη και οι τρίτου βαθμού γάμοι χαρακτηρίζονται «ρυπάσματα της Εκκλησίας… της ανειμένης (δηλαδή, της αχαλίνωτης) πορνείας όμως αιρετώτερα» [8]. Σημειωθήτω ότι οι προαναφερθέντες ιεροί Κανόνες επεκυρώθησαν διά του 2ου Κανόνος της εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 691 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος του 920, μέλος της οποίας υπήρξε ο Άγιος Πέτρος Άργους, συνέταξε και υπέγραψε και τον περίφημο «Τόμον Ενώσεως», της ειρηνεύσεως δηλαδή των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως επί του θέματος τούτου, της διαστάσεως αποδοθείσης «εις την του πονηρού στασιώδη κακίαν, την το ιερόν της Εκκλησίας διαταράττουσα πλήρωμα», όπως διαβάζουμε στην Συλλογή Συνοδικών Αποφάσεων Mansi [9]. Τον «Τόμον Ενώσεως» υπέγραψαν στα πλαίσια ειδικής Συνοδικής συνεδρίας το επόμενο έτος, 921, λόγω καθυστερημένης αφίξεως και οι αντιπρόσωποι του Πάπα Ιωάννου Ι’.

 

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

 

 Η πιθανή μαθητεία του εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους παρά τους πόδας του ιερού Φωτίου, η συγγενική σχέση του Πατριάρχη Νικολάου του Μυστικού προς τον ιερόν Φώτιον, το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Νικόλαος είχε παλαιότερα προτείνει τον Άγιον Πέτρον για τη Μητρόπολη Κορίνθου, την οποία αρνουμένου του Πέτρου ανέλαβε ο αυτάδελφός του Παύλος, καθώς και η εκ μέρους του Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού, εκλεκτική συμπερίληψη του Αγίου Πέτρου μεταξύ των Επισκόπων των κληθέντων να μετάσχουν στην εν θέματι Σύνοδον, η οποία δεν ήταν η συνήθης για την Κωνσταντινούπολη ενδημούσα αλλά διευρυμένη, όλα αυτά μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι ο εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος Άγιος Πέτρος Άργους συνεδέετο πνευματικά με τον Πατριάρχη Νικόλαο ως ανήκοντες αμφότεροι στην τάξη των Φωτιανών.

Έτσι, με τη Σύνοδο του 920 εις την οποία μετέσχε ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ως Σύνεδρο Μέλος αυτής, εθεραπεύθη προς στιγμήν το τραύμα του σχίσματος της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση ικανοποιήσεως του Πατριάρχη Νικολάου Α’ του Μυστικού για την υιοθέτηση και από τους παπικούς αντιπροσώπους των συνοδικώς πλέον θεμελιωμένων θέσεων της Ανατολικής Εκκλησίας, όταν γράφει σε επιστολή του: «χάριτι Θεού τα ενταύθα καταλαβόντες (οι αντιπρόσωποι), ει τι σκάνδαλον εκ του τετάρτου γάμου εν τη Εκκλησία συμβέβηκε, τούτο μετά της ημών ταπεινώσεως τω αναθέματι παραδεδώκασι και πάντα όσα εδείτο θεραπείας έτυχε της οφειλομένης ιάσεως, και λοιπόν κοινή τοις αχράντοις υπηρετήσαμεν μυστηρίοις και της κοινωνίας αυτών μετέσχομεν και του αγιασμού και γέγονε λοιπόν η Ρωμαίων και η Κωνσταντινουπολιτών Εκκλησία μιας συμπνοίας και ομονοίας» [10].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] V. Grumel, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople τομ. Ι. Les actes des patriarches τευχ. ΙΙ –ΙΙΙ. Les regestes de 715 a 1206. Deuxieme edition revue et corrigee par J. Darrouzes, Παρίσι 1989², αρ 714 (666).

[2] Τάσου Γριτσοπούλου, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, εν Πελοποννησιακά, τομ. ΙΖ , σελ. 96-97.

[3] Νέον Εκλόγιον, σελ. 185.

[4] Νικολάου Μυστικού, Επιστολή 32, P.G. 111, 197.

[5] Κων. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους βίος και λόγοι, Εν Αθήναις 1976, σελ. 106

[6] Τόμος Ενώσεως, J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τ. 17Α.

[7] Συνοδικές αποφάσεις, Mansi, τ. 17Α.

[8] ν’  Κανών του Μ. Βασιλείου.

[9] ένθ. ανωτέρω.

[10] P.G. 111, 180.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο


 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

  

Γενικά εισαγωγικά


  

Δεν είναι παράξενο να αναζητήσουμε ιστορικά τους καθολικούς στο Ναύπλιο, δηλαδή να διερευνήσουμε την ιστορία της λατινικής ιεραρχίας, των καθολικών εφημερίων, μοναχικών ταγμάτων, αλλά και απλών πιστών της Ρωμαιοκαθολικής, άλλως λεγομένης Δυτικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιο. Η ιστορική αυτή πόλη, διετέλεσε επί σειρά αιώνων, υπό Φραγκική και Ενετική κατοχή. Είχαμε εδώ Φραγκοκρατία από το 1212 – 1389 και στη συνέχεια Ενετοκρατία από το 1389 – 1540 και κατόπιν τη Β’ Ενετοκρατία από το 1686 – 1715.

Κατά τα 357 συνολικά ξενικής κατοχής, υπό κυριάρχους του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανικού δόγματος, επόμενο ήταν να οργανωθεί εδώ τοπική λατινική Εκκλησία και μάλιστα να χρησιμεύσει, ως γέφυρα προέλασης των δυτικών συνηθειών και επεκτατικών σχεδίων.

Από την πολιτική ιστορία[i] γνωρίζουμε, ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), η Πελοπόννησος εκληρώθη στους Ενετούς. Επειδή αυτοί δεν είχαν χερσαίες δυνάμεις, ανέλαβε την κατάκτηση της κληρωθείσης χερσονήσου, ο Βονιφάτιος Μαρκίων Μομφερρατικός και στη συνέχεια, άλλοι Φράγκοι ιππότες.

Αυτοί έθεσαν, ως πρωταρχικούς στόχους τους, την κατάκτηση των φρουρίων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου. Το πράγμα όμως δεν ήταν εύκολο, όσο εδέσποζε σ’ αυτούς, ο Βυζαντινός άρχοντας Λέων Σγουρός. Όμως μετά το θάνατο του, το 1209, οι Ναυπλιείς παρεχώρησαν δια συνθήκης, που έγινε το 1212, προς τον Γοδοφρείδο Α’ Βιλλαρδουΐνο, ένα αυτοτελές τμήμα της πόλης, καθώς και το αντίστοιχο ανατολικό φρούριο. Έκτοτε αρχίζει η Φραγκική κυριαρχία επί του Άργους και Ναυπλίου, υπό την αυθεντία μάλιστα, των μεγάλων Δουκών των Αθηνών, του οίκου de la Roche, στους οποίους τελικά περιήλθαν οι δύο πόλεις.

Εν τω μεταξύ συναντούμε μόνιμα εγκατεστημένους  στο Ναύπλιο  ή περιστατικά διακινούμενους καθολικούς, όπως σποραδικά αναφέρονται σε συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα. Είναι ακόμη γνωστό, ότι Χιώτες μετανάστες, καθολικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, συνολικά 76 οικογένειες ή 211 ψυχές, όπως μαθαίνουμε από την βενετική απογραφή 1700[ii].

 

1. Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

  

Η Καθολική εκκλησία και νοσοκομείο στο Ναύπλιο


 

 α’. Nerio Acciajoli 

Με την ιστορία του Ναυπλίου, συνδέεται και ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης (Acciajoli)[iii]. Κύριος της Καστελανίας Κορίνθου και Βαρώνος Βοστίτζης. Ο Αιμ. Λεγκράν στη βιογραφία των Ιωάννου και  Θεοδοσίου  Ζυγομαλά, παραθέτει σε υποσημείωση της 1ης σελίδας τα επόμενα:

« Ο τελευταίος Γάλλος, όστις εβασίλευσεν επί του Άργους και Ναυπλίου ην  ο Guy dEngien, ου η θηγάτηρ νυμφευθείσα Ενετόν παρέσχε τη Ενετική Πολιτεία την ευκαιρίαν να υπαγάγη υπό την κυριαρχίαν  αυτής και το μικρόν τούτο κράτος της μοναδικής κληρονόμου αντί ετησίας χορηγίας κατά το Χρονικόν του Δωροθέου τω 1389· πλήν δεν διήρκεσεν επί πολύ, διότι ο Νέριος Άκκιαγιόλλης και ο γαμβρός του Κάρολος Τόκκος κατέλαβον τας δύο ταύτας αρχοντίας (του Άργους και Ναυπλίου), των οποίων ο Μιχαήλ Ζυγομαλάς εξεπλήρου τα καθήκοντα του υπουργού των Οικονομικών».

Κατά τη γνώμη άλλων χρονογράφων, ο Νέριος Ακκιαγιόλης κατέλαβε το Ναύπλιον και πριν την εκχώρησή του στους Ενετούς.

Ο Νέριος Ακκιαγιόλης, αιχμαλωτίσθηκε από τους Καταλανούς και αναγκάσθηκε να ζητήσει παρέμβαση των Ενετών, αφού πρώτα παραιτήθηκε από κάθε εξουσία, που είχε στο Ναύπλιο.

Μετά τη σύντομη αιχμαλωσία του (1393 – 1394), αφού ελευθερώθηκε, πέθανε στην Κόρινθο την 1ην Νοεμβρίου 1394· λίγο πριν, είχε συντάξει διαθήκη, στις 17 Ιουλίου 1394, στην οποία ανέφερε, ότι κληροδοτεί ολόκληρη την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, για την ίδρυση του Νοσοκομείου των πτωχών στο Ναύπλιον[iv].

Στην ίδια διαθήκη, ορίζει υπεύθυνο για τη διοίκηση της «‘Ημετέρας Μονής των Καλογραιών του Ναυπλίου» τον Επίσκοπο Άργους και  δηλώνει, ότι η Μονή αυτή των Καλογραιών Ναυπλίου, θα εισφέρει και οικονομικούς πόρους στο Νοσοκομείο.

 

β’. Η Φραγκοκλησιά

Η Μονή των Δυτικών Καλογραιών, η οποία ήταν « περιώνυμος»[v], βρισκόταν εκεί όπου τώρα υπάρχει ο καθολικός Ναός,  ο οποίος διαθέτει: κελιά, αποθήκες, στοές, στέρνα, πρεσβυτέριο.

Δηλαδή η κτιριακή του συγκρότηση, ξεπερνά τις απαιτήσεις ενός απλού Ναού[vi]. Η Φραγκοκλησιά, όπως είναι γνωστός ο καθολικός Ναός του Ναυπλίου, είχε και ανάλογη οχυρωματική επάρκεια, διότι βρισκόταν έξω απ’ τα τείχη  των κάστρων της Ακροναυπλίας.

Βέβαια, όταν τον 15ο αιώνα τ’ Ανάπλι της Α’ Ενετοκρατίας, επεκτείνεται με επιχωματώσεις έξω από τα τείχη, η Φράγκικη Εκκλησία ενσωματώνεται με τη νέα πόλη. Σίγουρα θα λειτουργούσε, τουλάχιστον ως Ναός και στη Β’ Ενετοκρατία. Αλλά λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση (1821), ξέρουμε ότι ερειπωμένη πια μετατρέπεται σε τζαμί, από την χήρα του Αγά Δερβενιώτη. Οι επεμβάσεις φαίνονται: ο πολύ χαμηλός και μεγάλος τρούλος, το στρογγυλό σχήμα κοντά στο Ναό,  όπου η βάση του μιναρέ.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Η Φραγκοκλησιά του Ναυπλίου, βρίσκεται  στην ανωφέρεια του ιστορικού κέντρου της πόλης. Είναι αφιερωμένη στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος» και ο μόνος Ναός στο Ναύπλιον, που διατηρεί εξωτερικά τη πέτρινη δομή του.

Στην εσωτερική πόρτα, φέρει γραμμένα (1841) ονόματα φιλελλήνων, που έπεσαν στον απελευθερωτικό αγώνα[vii]. Στο Ιερό Βήμα, σώζεται αντίγραφο της «Sacra Familia»του Ραφαέλε Σάντι. Η εικόνα, είναι δώρο του Βασιλιά της Γαλλίας Λουΐ Φιλίπ, ο οποίος είχε επίσης δωρίσει, μια όμορφη απεικόνιση της Μεταμόρφωσης κι ένα υψηλό ξύλινο θυσιαστήριο, που έχει την επιγραφή: «ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, 1843[viii]».

Η Εκκλησία έχει σχήμα τετραγωνικό και κάθε εσωτερική πλευρά, έχει μήκος 8,5 μ. Βγαίνοντας από την Εκκλησία, προς  τα δεξιά, υπάρχει η είσοδος υπόγειας κρύπτης. Στην κρύπτη αυτή υπάρχουν επιγραφές, τις οποίες κατέγραψε η καθηγήτρια Βασιλική Θ. Καραγιάννη και αναφέρονται σε ονόματα  αποθανόντων καθολικών του Ναυπλίου:

 +   

ANNA GRUND

KUPFERBERG ATHANASIUS GRUND

MORTUUM NAUPLIA (E)

 ANNO 1877

REQUIESCANT IN PACE

+

LE COLONEL FABVIER

OFFICIER FRANCAIS

 +

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΙΕΡΕΥΣ 1821 – 1907

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙ

ΛΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΑΙ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΟΥ ΠΡΙΝΤΕ

ΖΗ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΩΝ ΕΝ ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΟ 1873 ΚΑΙ 1878

 +

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΝΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ

ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΥ ΕΚ ΣΥΡΟΥ

ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΟΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ ΤΗΝ

27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1881

+

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ

ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ  ΟΡ

ΣΟΥΛΑΣ ΠΛΟΥΡΙΔΕΛ ΚΑΙ ΚΙΚΙΛΛΙ

 ΑΣ ΑΛΕΝ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΑΙ ΕΝ  ΝΑΥ

ΠΛΙΩ ΤΗ 2 ΚΑΙ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 

1868 ΑΜΦΟΤΕΡΑΙ ΕΚ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ

  +

ΕΝ ΤΟΥΤΩ

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ

 ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ

ΣΥΖΥΓΟΥ ΡΟΖΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

ΕΚ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΗΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ

ΤΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ….

+

R(EGGIA) CORAZZATA LEPANTO

PENSO BENIAMINO

MARINAIO ITALIANO

NATO LI 8  MARZO 1866 IN CHIOGGIA

MORTO  IL  14 8BRE 1889 IN NAYPLIA

 Ι

 COMPAGNI

 

Πάνω από την είσοδο του Ναού, βρίσκεται επιγραφή, στην οποία διαβάζουμε:

 +

ΑΙΩΝΙΑ

 Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ

Η ΑΝΑΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ

ΟΘΩΝΟΣ Α’

ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

1867

ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Ο Γεώργιος Σαργολόγος (1821 – 1907), του οποίου σώζεται επιβλητική φωτογραφία στον χώρο της υποδοχής της Φραγκοκλησιάς, ήταν εφημέριος των Καθολικών του Ναυπλίου κατά τα έτη 1849 – 1907.

Στο εσωτερικό της Εκκλησίας, υπάρχουν στο αριστερό δάπεδο δυο μαρμάρινοι τάφοι με επιγραφές. Εκεί διαβάζουμε: 

 

+

HIER RUHEN

ANNA GRUND GEB. WILD

AUS KUPFERBERG IN BOEHMEN

GEST. IN NAYPLIA D:25 APR. 1877

  

ALT 29 JAHRE

UND

ATHANASIUS GRUND

GEB. 15 OCT 1876. GEST:25 FEBR. 1877

REQUISCANT IN PACE 

JOSEF GRUND DER TREUE GATTE

 

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

ΑΝΝΗ ΘΥΓΑΤΗΡ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΦΡΕΡΡΗ

ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ ΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1865

ΚΑΙ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑ ΤΗ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1881

 

Υπάρχει ακόμα μια επιγραφή πάνω απ’ το κάγκελο της εισόδου στα Ελληνικά και στα Ιταλικά, που αναφέρει: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ, ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ». Στην εξωτερική αριστερή πλευρά της Εκκλησίας, βρίσκεται μια άλλη μαρμάρινη επιγραφή στα ιταλικά[ix]:

 

ALLA VENERATA MEMORIA DELL’AVO

GAVRE PIETRO NEGRI

 AGENTE DIPLOMATIKΟ E CONSOLE GENERALE

DI S.M. IL RE DI SARDEGNA

QUI DECEDUTO IL 10 OTTOBRE 1834

 

I NEPOTI

ENRICO NEGRI DI LAMPORO

GONSOLE GENERALE DIS. M. IL RE   D’ ITALIA

ETTORE NEGRI DI LAMPORO 

MAGGIORE DI STATO MAGGIORE

GIUSEPPE NEGRI DI LAMPORO

GAPITANO D’ ARTIGLIERIA

POSERO

NELL’ ANNO 1903.

 

Στην κρύπτη του καθολικού Ναού, υπάρχει επιτοίχιο ανάγλυφο, με θέμα: 

«Φιλέλληνες μάχονται υπέρ των Ελλήνων», το οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλαος Δαγούλης. Η παράσταση έχει διαστάσεις 1,10Χ2,20 μ. Περιλαμβάνει 14 μορφές Ελλήνων, Φιλελλήνων, Τούρκων και πέντε άλογα σε ώρα μάχης.

Στο αριστερό μέρος της παράστασης, βλέπουμε την εξέγερση των Ελλήνων και Φιλελλήνων και στο δεξιό την άτακτη φυγή των Τούρκων. Στο κέντρο  δύο έφιπποι αγωνιστές, ο Έλληνας με υψωμένο το γιαταγάνι και ο Φιλέλληνας να δείχνει κάποιο ακαθόριστο στόχο. Ένας τρίτος σηκώνει θριαμβευτικά τη γαλανόλευκη. Η σύνθεση καταλήγει σε τόξο, με θριαμβεύουσες τις μορφές του Έλληνα και του Φιλέλληνα.

Το 1839, όπως  θα δούμε στην οικία παράγραφο, η Φραγκοκλησιά που είχε μετατραπεί σε μουσουλμανικό τέμενος, δωρίθηκε απ’ το Βασιλιά Όθωνα, για να χρησιμεύσει και πάλι σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου, προς εξυπηρέτηση των πιστών του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος της περιοχή. Ως καθολικός Ναός λειτουργεί μέχρι τις ημέρες μας, κυρίως για τους πολλούς τουρίστες, που κατακλύζουν τους θερινούς μήνες το Ναύπλιο και την ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή.

  

γ’. Το καθολικό Νοσοκομείο.

Όπως είδαμε, ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης, με διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει την 17η Ιουλίου 1394, κληροδότησε την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, υπέρ της ιδρύσεως Νοσοκομείου στο Ναύπλιο, το οποίο βρισκόταν, στους βορειοδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας. Έτσι το Ναύπλιο με δαπάνες του Άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, Νέριου Ακκιαγιόλη του 1ου, απέκτησε το πρώτο στην Ελλάδα Νοσοκομείο των πτωχών. [x]

Το Νοσοκομείο αυτό, κτίστηκε κοντά στον προμαχώνα «Των Πέντε Αδελφών» και ανακαινίσθηκε απ’ τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Οι Ενετοί, διατήρησαν το Νοσοκομείο σε λειτουργία, όταν εξουσίαζαν το Ναύπλιο. Αυτό είναι το δεύτερο Νοσοκομείο Ναυπλίου, στα χρόνια της παλιγγενεσίας. Το άλλο ήταν το στρατιωτικό, που βρισκόταν στην Ακροναυπλία, σε θέση ανατολικά του Ωρολογίου, όπου σήμερα το εκκλησάκι των «Αγίων Αναργύρων» και το «χαμάμι».

Και το Νοσοκομείο των πτωχών, για μια περίοδο γίνεται στρατιωτικό.

Όμως, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1834, εκκενώνεται απ’ τους στρατιωτικούς και διατίθεται τον Ιούλιο του 1836 στο Δήμο Ναυπλίας, για να χρησιμεύσει πάλι σε πολιτικό Νοσοκομείο. Από το καλοκαίρι του 1836, λοιπόν, επαναλειτουργεί το Νοσοκομείο Ναυπλίου ως πολιτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, με πρώτη εφορευτική επιτροπή, (αδελφάτο) τους Γ. Μ. Αντωνόπουλο ( Δήμαρχο), Βελισσάριο Παυλίδη και Ηλία Βάβουλα[xi].

Εκεί οι Ενετοί ίδρυσαν ναΐσκο, στον περίβολο του Νοσοκομείου. Σήμερα δε σώζεται απ’ το όλο κτιριακό συγκρότημα, του ιστορικού αυτού νοσηλευτικού ιδρύματος, παρά το εκκλησάκι « Άγιοι Απόστολοι», παρεκκλήσιο επί των ημερών μας, της παλαιάς ενορίας του Ναυπλίου, της Παναγίας, στην οποία βρίσκεται και η ιστορική ελιά, που συνδέεται με το μαρτύριο του Αγίου Αναστασίου, Νεομάρτυρος, του Ναυπλιέως (1655).

Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, είναι χωστό στην κατωφέρεια του βράχου της Ακροναυπλίας, και κατανύσσει τους προσκυνητές με το ξύλινο τέμπλο και τις όμορφες εικόνες του, που είναι εξαιρετικής τέχνης. Οι εικόνες αυτές, μεγάλου σχήματος, προέρχονται απ’ το Ναό της Αγίας Σοφίας Ναυπλίου και χρονολογούνται, αρχές του 19ου αιώνα.

  

Τα Καθολικά μοναχικά τάγματα στο Ναύπλιο


  

Στα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας (1540 – 1689), που ακολούθησαν την Ενετοκρατία, δεν παρέμεινε σημαντικός αριθμός καθολικών κληρικών, στο Ναύπλιο.[xii]

Στα 1642 ιδρύθηκε Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών[xiii], που παρέμεινε και μέσα στο 18ον αιώνα εκτός από τη μικρή περίοδο, της δεκαετίας 1650 – 1660. Η αποστολή των μοναχών, εστόχευε στη διαποίμανση των καθολικών του Ναυπλίου και των πληρωμάτων των καθολικών πλοίων[xiv], που έφθασαν στο λιμάνι του Ναυπλίου και ακόμη στην επιδίωξη, να δημιουργήσουν σχέσεις με την τοπική εδώ Εκκλησία.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, 1687.

Όσον αφορά στο Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών στο Ναύπλιο[xv], είναι πιθανό να στεγάζονταν στο διώροφο κτίριο, δίπλα απ’ το Ναό του Αγίου Γεωργίου. Η άποψη της Σέμνης Καρούζου, ότι πρόκειται για «γυναικομονάστηρο», αμφισβητείται, αφού υπάρχει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει η ισχυρή παράδοση  ότι λειτουργούσε η Φραγκοκλησιά, ως γυναικείο Μοναστήρι»[xvi].

Η αρχιτεκτονική δόμηση, του Καθεδρικού Ναού Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου, επιτρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Ναός αυτός ήταν αρχικά καθολικός. Τόσο το Ιερό Βήμα όσο και ο νάρθηκας, είναι μεταγενέστερες προσθήκες και αυτό γίνεται αντιληπτό ακόμη και σήμερα, εάν παρατηρηθεί η κεραμοσκεπή του Ναού και το πώς ακουμπάει ο εξωτερικός τοίχος του Ιερού Βήματος, στο κυρίως σώμα του Ναού, που δίνει την εντύπωση, ότι το Ιερό είναι μεταγενέστερο προσάρτημα[xvii]. Επίσης υπάρχει δίοδος, που συνδέει το Ναό με το γειτονικό κτίριο, στο νότιο τοίχο του Ναού, η οποία ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν επρόκειτο να γίνει εγκατάσταση θέρμανσης. Όλα αυτά, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, πως εδώ βρισκόταν Μοναστήρι, πιθανώς των καπουκίνων μοναχών[xviii].

Οι καπουκίνοι, χρησιμοποιούσαν αυτό το μοναστήρι τους στο Ναύπλιο και ως κέντρο διοργάνωσης εκκλησιαστικών αποστολών. Εκτός από τους καπουκίνους, δεν ήταν λίγοι και οι περαστικοί μοναχοί άλλων  μοναχικών ταγμάτων προς άλλα μέρη της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα προς την Πάτρα.

Σημαντική περίπτωση, είναι και εκείνη των πατέρων Ιησουϊτών, που πέρασαν απ’ το Ναύπλιο στα 1640[xix]  και που είναι η πρώτη προσπάθεια των Ιησουϊτών, για μόνιμη εγκατάσταση, στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Ο ερχομός τους στο Ναύπλιο έγινε τυχαία και η παραμονή τους εδώ, κράτησε μόνο τρία χρόνια.

Επίσης, έχουμε εδώ και τη γυναικεία Μονή, στην οποία αναφέρεται η διαθήκη του Νέριου Ακκιαγιόλη, για την οποία ήδη μιλήσαμε στο κεφάλαιο με τίτλο: «η Φραγκοκλησιά».

Τέλος, να σημειωθεί η παρουσία στο Ναύπλιο Ουρσουλινών[xx] καλογραιών, οι οποίες ίδρυσαν εδώ σχολείο στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, με μαθήτριες από το Ναύπλιο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Πρόκειται για την λεγόμενη «Γαλλική Σχολή». Οι  πέντε συνολικά Ουρσουλίνες  μοναχές, εγκεταστάθησαν από τα μέσα του 1916, στο διώροφο κτίριο μεταξύ οδού 25ης Μαρτίου (Πρόνοια) και Ασκληπιείου στην «Ενδεκάτη», όπως φαίνεται σε φωτογραφία δημοσιευμένη στο βιβλίο με τίτλο «Το Ναύπλιο», της Σέμνης Καρούζου (εκδ. Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979). Το κτίριο σήμερα δε σώζεται, αφού  στη θέση του έχει ανεγερθεί πολυκατοικία.

Εδώ, οι μικρές μαθήτριες διδάσκονταν γαλλικά, κέντημα, εργόχειρο, ραπτική και μουσική. Οι μαθήτριες ήταν είτε εσωτερικές (οικότροφες) είτε εξωτερικές.

Η «Γαλλική Σχολή» έκλεισε απότομα το 1920. Μια μεταδοτική μολυσματική αρρώστεια  ετρόμαξε μοναχές, παιδιά, και κηδεμόνες και το σχολείο έκλεισε. Οι Ουρσουλίνες μοναχές, απ’ όπου πέρασαν άφησαν το φως της παιδείας και καλές εντυπώσεις με όσους συνεργάστηκαν.

Αξίζει να αναφερθούμε δι’ ολίγων και στη Ναυπλιώτισσα καθολική μοναχή Σεβαστιανή Ιατρού (1915 – 1990), του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ. Υπηρέτησε ως καθηγήτρια φιλόλογος, στη Σχολή Saint Josef την οποία και διηύθυνε. Απ’ το γραφείο αλλά και την έδρα διδασκαλίας της, που βρίσκονταν στην Αθήνα (αρχικά στην οδό Χαριλάου Τρικούπη και από το 1979 στην Πεύκη Αμαρουσίου) ευεργέτησε αμέτρητες ψυχές. Το στοργικό της ενδιαφέρον, απήλαυσαν πολλά παιδιά από το Ναύπλιο, τόσο κατά τις σπουδές τους, όσο και μετά την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Γι’ αυτό και η μνήμη της παραμένει σεβαστή, μεταξύ των παλαιών κατοίκων της παληάς πόλης του Ναυπλίου.

  

Σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο


 

Φραγκοκρατία (1212 – 1389)

Επί Φραγκοκρατίας, εγκαταστάθηκε πλήρως λατινική ιεραρχία στα εκκλησιαστικά πράγματα. Οι Ορθόδοξοι ιεράρχες παραγκωνίσθηκαν ή διώχθηκαν απ’ τις επαρχίες τους, για να πάρουν τη θέση τους λατίνοι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Αυτοί πάλι, δεν ήταν και οι καλύτεροι κληρικοί[xxi], που έστελνε η Ρώμη, γι’ αυτό και η επίδραση τους στους γηγενείς  ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο και η γύρω περιοχή, υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απ’ τον λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.

 

Α’ Ενετοκρατία (1389 – 1540)

Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα, από το 1397, στο Ναύπλιο αντί του Άργους.

Γνωστός λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Sesundus Nani[xxii]. Περί τα  τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, εσείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημιές στα κτίρια της πόλης.

Στις 21 Ιανουαρίου 1421, πρωτοστατούντος του λατίνου  Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο»[xxiii] αναφέρεται:  «τω στλκθ’ , νεμήσει ιδ’, ‘Ιανουαρίου κα’. ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετακόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυπλίου».

Έκτοτε, είμεθα σε αναζήτηση για τα λείψανα του Αγίου Πέτρου, δεδομένου ότι η μνήμη του παραμένει ζωηρή στη συνείδηση των Αργείων και των Ναυπλιέων, με επίκεντρο το Καθεδρικό Ναό του Άργους και την Ιερά Μονή οσίου Θεοδοσίου. Εδώ σώζεται η «Συνάντηση», που θυμίζει την ιερά συνάντηση, κατόπιν ενυπνίου, του Αγίου Πέτρου μετά του οσίου Θεοδοσίου του Νέου ( 10ος αι. μ.Χ.)

Δεν έχουν σταματήσει οι προσπάθειες, για ανεύρεση των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Άργους. Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος έχει κάνει πολλά ταξίδια στη Βενετία, παραστάσεις στο Βατικανό, για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος είναι σε συνεργασία με επιστήμονες ιστορικούς και αρχαιολόγους, για την ανεύρεση και επιστροφή των λειψάνων.

Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421 – 1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου.

Δέχθηκε, δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλητος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται, από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμένου της «Αγίας Μονής».

Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, εκοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων[xxiv].

Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του.

Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, ως επίφοβοι, αιρετικοί[xxv].

Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων. Έτσι αυτό το πρόβλημα του λατίνου Επισκόπου Αργολίδας, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρόσεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπολανθάνουσα μορφή, κρίση μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.

( Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης. Το παρόν κείμενο έχει γραφεί προγενέστερα από την εύρεση και Μετακομιδή των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Σημειοφόρου και Θαυματουργού στο Άργος και στον Ιερό ομώνυμο Ναό, όπου και φυλάσσονται, από την 19η Ιανουαρίου του 2008).

  

Β’ Ενετοκρατία (1686 – 1715).

Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Morea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο ( Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί)[xxvi] .

Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επίσκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίνθου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλληλα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης  Εκκλησίας.

 

α’ . Η έκθεση Corner.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του  Giacomo Corner, γενικού Προβλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας[xxvii].

Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή. Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και  Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν  στον εντόπιο πληθυσμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξή τους.

Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησιών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!

  

β’. Τα εκκλησιαστικά ακίνητα και η ορθόδοξη ενορία του Μέρμπακα

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο σφετερισμός των εκκλησιαστικών κτημάτων της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» και της περιουσίας του μοναστηριού, επί Αργολίδος Αμβροσίου[xxviii].

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία.

Όπως προκύπτει από έγγραφο παραστατικό στοιχείο, της λεγομένης εκκλησιαστικής Βενετικής Απογραφής, επί γενικού Διοικητού του Ναυπλίου Francisco Grimani, o Φραγκίσκος Μοροζίνης, παρεχώρησε μετά την κατάκτηση της περιοχής, με επίσημο έγγραφό του, της 9ης Δεκεμβρίου 1688, προς  τον προερχόμενο εκ Κρήτης Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου», για να τη νέμεται, ως πόρον ζωής «και ακόμη το μετόχι, ονομαζόμενο Παναγία εις του Μέρμπακα», που υπήγετο στη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου».

Ο Αθανάσιος όμως Χορτάτσης, Επίσκοπος Ρεθύμνης, που εκμεταλλεύθηκε δια βίου, την εκκλησιαστική αυτή περιουσία, αλλά και ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής «Αγ. Θεοδοσίου» όταν γέρασε, παρεχώρησε με συμβολαιογραφική πράξη της 9ης Ιουνίου 1694, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου»  και το μετόχι της «Παναγίας Μέρμπακα» στον ανεψιό του Φραγκίσκο Χορτάτση.

Η πράξη αυτή διασφαλίστηκε επίσημα, με το από 12 Οκτωβρίου 1701, διάταγμα του Giacomo da Mosto,  Γενικού Προνοητού Πελοποννήσου στο Ναύπλιο. Με το διάταγμα αυτό παραχωρήθηκε  η Μονή και το μετόχι, στο Φραγκίσκο Χορτάτση, στον πατέρα του Εμμανουήλ και γενικά στην οικογένεια του Χορτάτση, σε αναγνώριση των υπηρεσιών τους, προς τη Βενετική Πολιτεία.

Έτσι τα εκκλησιαστικά αυτά κτήματα πέρασαν στη νομή της βενετόφιλης οικογένειας Χορτάτση. Με το ίδιο διάταγμα ορίστικε ότι, μετά το θάνατο του Επισκόπου Αθανασίου Χορτάτση, για να διατηρηθεί η κατοχή των δύο κτημάτων από την οικογένεια των Χορτάτσηδων, ηγούμενος θα γινόταν, ο Μελέτιος Χορτάτσης , αδελφός του Φραγκίσκου Χορτάτση.

Η ευφυής αυτή μεθόδευση ευδοκίμησε, όχι όμως χωρίς διαμαρτυρίες των τοπικών Εκκλησιαστικών Αρχών των Ορθοδόξων και κυρίως του Μητροπολίτου Αργολίδος Αμβροσίου[xxix]. Αφορμή των διαμαρτυριών υπήρξε η ορθόδοξη ενορία του χωριού Μέρμπακα, που βεβαίως ανήκε πάντα στην κανονική αρχιερατική εποπτεία του ορθοδόξου Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους, ο οποίος τώρα εμποδιζόταν στην άσκηση των αρχιερατικών δικαιωμάτων του στην περιοχή, δηλαδή να διορίζει και εποπτεύει τον εφημέριο του Μέρμπακα, αφού οι Χορτάτσηδες διεκδικούσαν και την ενορία του Μέρμπακα, που συνεφάπτοταν με το μετόχι το οποίο ενέμοντο.

Η υπόθεση έφθασε στον Γενικό Προνοητή της θάλασσας Alvice Moncenigo. Ο Αμβρόσιος ζητά αποκατάσταση των αρχιερατικών του δικαιωμάτων. Την 8 Ιανουαρίου 1711 εκδίδεται διαταγή του Alvice Moncenigo υπέρ των Χορτάτσηδων, όπου ορίζεται, ότι το ενοριακό κανονικό δικαίωμα του οικισμού του Μέρμπακα, ανήκει στο μετόχι της Παναγίας, της οποίας ο εφημέριος θα λειτουργεί και στην ενοριακή εκκλησία του χωριού.

Ο Αμβρόσιος προσφεύγει στις Ενετικές Αρχές του Ναυπλίου κατά της αποφάσεως (Ιούνιος 1711) ενώ υποβάλλεται και αναφορά είκοσι Μερμπακιτών (Ιούλιος 1711), με  την οποία υπενθυμίζονται συγκεκριμένα γεγονότα της εκεί ενοριακής ζωής και άλλες ειδήσεις της εκκλησιαστικής πρακτικής, που έδειχναν τη συνέχεια της αρχιερατικής εποπτείας του Ορθοδόξου Μητροπολίτου Αργολίδος  επί της  ενορίας του Μέρμπακα.

Η έφεση του Αμβροσίου διεβιβάσθη από τον ρέκτορα Ναυπλίου, Pelegrin Pasgualigo,προς το Συμβούλιο των 40, στη Βενετία και κοινοποιήθηκε στον προεστό του Μέρμπακα και προς τους Χορτάτσηδες. Στη Βενετία παρακολούθησε ο Αργολίδος Αμβρόσιος την υπόθεση στενά, δια του ειδικού απεσταλμένου του, ιερέως Ιωάννου Κληματαρά, πρωτεκδίκου Ναυπλίου, μέχρι το Νοέμβριο του 1713. Ο δικαστικός αυτός αγώνας, που ήταν μακρός και πολυέξοδος, εστέφθη υπό επιτυχίας και ήταν ανάλογος προς τη γνωστή και εξ άλλων πηγών, ισχυρή προσωπικότητα του Αμβροσίου.

Ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Αμβρόσιος  [xxx], μετά την ήττα των Ενετών στην Πελοπόννησο και την επικράτησή των Τούρκων (1715) αιχμαλωτίσθηκε και δε γνωρίζουμε τι ακριβώς απέγινε. Μένει όμως το μνημόσυνο του, ως ζηλωτού και καλού Ιεράρχου[xxxi]. Πάντως απ’ όσα προαναφέραμε, φαίνεται καθαρά, ότι οι σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο, δεν ήταν πάντα ανέφελες.

  

Η τύχη Καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδας (1715 και εξής)


  

Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθήνα , το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιον παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.

Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1711 – 1822), μέχρι που ήρθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.

Το Βασιλιά Όθωνα συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυαρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί[xxxii], οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρωτεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του Όθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος[xxxiii] .

Το 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν λατίνοι Επίσκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρίθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμανικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακροναυπλίας, για να μετατραπεί σε Καθολικό Ναό του Ναυπλίου.

Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ. Α. Κράτους, και στους φακέλους : ΔΗΜ 1.1/Π 35 (1839) και ΔΗΜ 1.1/12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.

Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικητού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι « κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ΄αριθ.12021 διαταγής επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το παραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού « κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως». Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν» Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».

Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, αποστέλλει κατάλογο των « όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου.

Με το από 20 Φεβρουαρίου/ 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό  Διάταγμα, παραχωρείται «εις τους ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυπλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ίτσκαλέ».

Με το από 31 Μαρτίου/ 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυπλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «δια την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέβαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.

Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος , διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ίτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματός τους.

Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret[xxxiv]. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζημιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κούκουλα  και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιον συγκέντρωνε τριακόσιους (300) περίπου καθολικούς[xxxv], Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών  στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα.

Θα πρέπει εδώ να αναφερθούμε, στους Βαυαρούς στρατιώτες, που συνόδευσαν τον Όθωνα κατά την άφιξή του στο Ναύπλιο. Βρισκόμαστε στα 1833. Ο Όθωνας εγκαθίσταται στο Ναύπλιο και τη φρούρηση της πόλης αναλαμβάνει πλέον η Βαυαρική Βασιλική Φρουρά, ενώ η γαλλική φρουρά εγκαταλείπει το Ναύπλιο, με τις ευχές των πολιτών.

Ο Βαυαρικός στρατός, εκτός από τις συνηθισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες ασχολείτο και με διάφορα κοινωφελή έργα, που τότε είχε επείγουσα ανάγκη ο τόπος: συμπλήρωσε τις επισκευές οχυρωμάτων των φρουρίων, έχτισε πέτρινη σκάλα με 960 σκαλιά στη Βορειοδυτική πλευρά του Παλαμηδίου, κάνοντας έτσι ευκολώτερη την επικοινωνία με την πόλη του Ναυπλίου.

Έφιαξε «Οπλοστάσιο» στο Ναύπλιο με ειδικούς ξένους τεχνίτες, ιδίως Βαυαρούς, ενώ κατασκεύασε την πρώτη αμαξιτή οδό που συνέδεε το Ναύπλιο με το Άργος (12 χλμ.) και εργάσθηκε για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης σ’ όλο το Κράτος.

Στους Βαυαρούς στρατιώτες, που αποστρατεύτηκαν, δόθηκε στην Αρχαία Τίρυνθα «εθνική γή» για να φιάξουν δικό τους συνοικισμό. Όμως ο συνοικισμός αυτός, που είχε ονομασθεί «Νέα Τίρυνς» δεν έμελλε να ευδοκιμήσει, διότι οι κάτοικοι του Βαυαροί, αποδεκατίστηκαν από τον τύφο και την ελονοσία ή και από άλλες αρρώστιες, που προέκυψαν στην περιοχή. Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, στο έργο του «Ναυπλία» ( Αθήναι 1950, σελ315) μιλάει περί «πυρετών» κακοήθων, λαβόντων χαρακτήρα, ένεκα καταχρήσεως οπωρών αώρων ως επί το πολύ». Από τους επιζήσαντες, ελάχιστοι επέστρεψαν στη Βαυαρία. Οι ίδιοι εγκατεστάθησαν στο Ναύπλιο και στην Πρόνοια, ενώ μερικοί απ’ αυτούς αργότερα πήγαν στην Αθήνα. Από το συνοικισμό των Βαυαρών, δεν απέμεινε αξιόλογο ίχνος.

Την 6η Φεβρουαρίου 1836, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ήλθε στην Ελλάδα, για να επισκεφθεί το γιό του τον Όθωνα. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο και έγινε επίσημα δεκτός στην είσοδο της πόλης, απ’ το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου και το Δήμαρχο Σπύρο Παπαλεξόπουλο, ο οποίος τον προσφώνησε. Τότε, προς τιμήν του Λουδοβίκου δόθηκε επίσημος χορός στη μεγάλη αίθουσα « Βουλευτικού» Ναυπλίου.

Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος, σε ανάμνηση της Βαυαρικής αποικίας, διέταξε να ιδρυθεί περιφανές αναμνηστικό μνημείο, επί του βράχου που υπάρχει βορειοανατολικά της Πρόνοιας, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες, όσοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 – 34.

Λαμβάνοντας τη διαταγή αυτή, ο γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκλερ, με δαπάνη του Βασιλιά, ελάξευσε στο βράχο Λέοντα κοιμώμενο, όμοιο με εκείνον, που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη, προς τιμήν των συμπατριωτών τους, που είχαν σκοτωθεί στη Γαλλική Επανάσταση (1789).

 Ο Λέων παριστάνεται να κοιμάται ήρεμα και στα πόδια του υπάρχει επιγραφή, στη γερμανική γλώσσα:

DIE

OFFIZIERE UND SOLDATEN

 DER

KOENIGLICHEN BAYERISCHEN BRIGADE

IHREN KAMERADEN

 +

 1833 UND 1834

ZUR VOLLENDUNG GEBRACHT

DURCH

LUDWIG KOENIG VON BAYERN

 

Η επιγραφή στα ελληνικά σημαίνει:

ΟΙ

 ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

 ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥΣ

 +

1833 – 1834

ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΑΣ

ΔΙΑ

ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ:

(εννοείται αφιερώνουν το παρόν μνημείον)

 

Τα αποκαλυπτήρια του «Λέοντα των Βαυαρών», έγιναν την 16η Νοεμβρίου 1841 και είναι χαρακτηριστικό το ειδοποιητήριο του Βασιλικού Επιτρόπου προς το Δήμαρχο Ναυπλίου, το οποίο βρίσκεται στο ιστορικό αρχείο Ναυπλίου (ΔΗΜ 1.1 *Ψ50,1841):

 

« Ο Αντισυνταγματάρχης Χότζ

Προς

Το Δημαρχείον Ναυπλίας

Ο υποφαινόμενος έχει την τιμήν να ειδοποιήση την Δημαρχίαν Ναυπλίας, ότι αύριον εις τάς 11 ώρας π.μ. θέλει αποκαλυφθή το παρά της Α.Μ.

του Βασιλέως της Βαβαρίας Λουδοβίκου Ι προς ανάμνησιν των του επιβοηθητικού Στρατού αποθανόντων Βαβαρών τιθέμενον μνημείον είς Πρόνοιαν.

Παραδίδω λοιπόν, ως Βασιλικός Επίτροπος, το μνημείον τούτο της Δημαρχίας από την ώραν της ξεσκεπάσεως προς υπεράσπισιν κατά κάθε είδους φθοράς και του οποίου επομένως η μεγαλοπρεπής κατασκευή θέλει χρησιμεύσει ως στολισμός της πόλεως Ναυπλίας, ως το πρώτον έργον τοιούτου είδους, μετά παρέλευσιν αιώνων, εις την νέαν αναγενηθείσαν Ελλάδα.

 

Ναύπλιον τη 15η Νοεμβρίου 1841

Ο Επίτροπος

ΧΟΤΖ ΑΝΤΙΣΣΕΤΟΣ 

  

Η Καθολική εκκλησία σήμερα στο Ναύπλιο


 

Όπως φαίνεται καθαρά από ξενικά ονόματα των καθολικών  του Ναυπλίου το έτος 1838, που κατέγραψε ο τότε εφημέριος  του Πέτρος Πριβιλέγγιος και επικύρωσε δια την ακρίβειαν ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος, δεν υπήρχαν  ντόπιοι καθολικοί, παρά ελάχιστοι. Οι ξένοι καθολικοί  του Ναυπλίου απέθαναν, πολλοί μάλιστα  άτεκνοι και  οι περισσότεροι ακολούθησαν τον Όθωνα στην  Αθήνα.

Σύμφωνα  με πηγές της Καθολικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιον σήμερα, διαμένουν περίπου δέκα (10) οικογένειες, που ανήκουν στο Καθολικό Δόγμα. Οι λατρευτικές τους ανάγκες, εξυπηρετούνται στον καθολικό Ναό της «Μεταμορφώσεως» από εφημέριο, που έρχεται εδώ σε τακτά διαστήματα. Επίσης στον ίδιο Ναό, εκκλησιάζονται οι αλλοδαποί της ευρύτερης περιοχής, δηλαδή τουρίστες, εργάτες κλπ.

Η Διεύθυνση Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, ανέλαβε ως αρμόδια την ανακαίνιση της αψίδας των Φιλελλήνων, ενώ χρηματοδοτεί ως ιδιοκτήτρια τις επισκευές του Ναού, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο Μνημείο.

Ζωηρό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των Μνημείων αυτών, έχει εκδηλώσει και ο Δήμος Ναυπλιέων. Ο χώρος φωταγωγήθηκε και ευπρεπίστηκε, ενώ χρηματοδοτήθηκε και η κατασκευή της γλυπτής παράστασης με θέμα: «Φιλέλληνες μάχονται υπέρ Ελλήνων», για την οποία ήδη έχουμε μιλήσει. Η παράσταση εγκαινιάσθηκε στις 23 Ιουνίου 1990, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Καθολικών της Αθήνας κ.κ. Νικολάου, από τον τότε Δήμαρχο Ναυπλιέων κ. Γεώργιο Τσούρνο.

  

Επιλεγόμενα


 

Από τη μελέτη, που προηγήθηκε, εξάγονται ορισμένες εξηγήσεις, σχετικά με το φαινόμενο, της μη ύπαρξης καθολικών, σήμερα στο Ναύπλιο.

Η εμφάνιση εδώ πιστών του λατινικού Δόγματος είδαμε, ότι σχετιζόταν αρχικά με εμπορικές δραστηριότητες περιστασιακού χαρακτήρα. Οι Ενετοί, έχοντας κυρίως εμπορικά ενδιαφέροντα, κινούνταν, όπου έκριναν, ότι τα συμφέροντα τους εξυπηρετούνταν καλύτερα. 

Η στάση των Ενετικών Αρχών επί Ενετοκρατίας, έναντι των Ελλήνων Ορθοδόξων, θα πρέπει να ερμηνευθεί και πολιτικά. Η διστακτικότητα των Ενετών  έναντι της Ορθόδοξης εκκλησίας, ήταν και πολιτική επιλογή, για την διατήρηση της κυριαρχίας στον τόπο. Η Καθολική Εκκλησία, κάθε άλλο παρά είχε λόγους να αρνηθεί τις ευκαιρίες που δίνονταν για επέκταση των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών της. Μ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων, βλέπει με καχυποψία τις κινήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία ιστορικά συνδέθηκε με τον κατακτητή ( Φράγκο ή Βενετό).

Η ευκαιρία που δίνεται για ανάπτυξη του λατινικού στοιχείου, με τον ερχομό των Βαυαρών που συνόδευσαν τον Όθωνα, εξανεμίζεται, καθώς αυτοί οι ακόλουθοι του Βασιλιά, εγκαθίστανται στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα μαζί με τον Όθωνα.

Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου, καλού και ευγενούς χαρακτήρος, ήταν ευκατάστατοι και πεπαιδευμένοι. Η ελληνική γλώσσα, εκφράζονταν εδώ, στην πιο καθαρή και γλαφυρή της έκφραση, ενώ είναι γνωστές και οι εμπορικές επιδόσεις των κατοίκων Ναυπλίου[xxxvi].

Πιο συγκεκριμένα δεν υπήρχαν σημεία επαφής μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τη διαφορά γλώσσας, νοοτροπίας, αγωγής και κυρίως φρονήματος.

Άλλο το ορθόδοξο φρόνημα και άλλο το λατινικό.

Εξάλλου σοβούσε δυσπιστία, επιφυλακτικότητα μέχρι περιφρόνησης και από τις δύο πλευρές. Ας θυμηθούμε, την έκφραση «αδελφίσκοι» για τους Ορθόδοξους μοναχούς, στο έγγραφο του Φραγκίσκου Foscari, που εξετάσαμε παραπάνω. Ενδεικτικό είναι το γεγονός του σφετερισμού της Μοναστικής περιουσίας της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» από τους Δυτικούς, επί Αργολίδος Αμβροσίου, για το οποίο ήδη έχουμε μιλήσει. Αυτά, μαζί με τον παραγκωνισμό των Αρχιερέων, νομίζουμε, ότι εξηγούν την ανωτέρω εικόνα των Ορθοδόξων και Καθολικών στην Ναυπλία.

Η κατάσταση αυτή ήταν αναγκαστικά ανεκτή, λόγω της πολιτικής συγκυρίας. Οι κρατούντες ήταν καθολικοί· τι μπορούσαν να κάνουν οι Ορθόδοξοι; Απλά ανέμεναν την ανεξαρτησία και όταν αυτή ήλθε, έστω με αλλαγή πάλι ξένου καθεστώτος, έσπευσαν να αποκαταστήσουν, την Ορθόδοξο Εκκλησιαστική Διοίκηση.

Δηλαδή μετά τη Φραγκοκρατία και την Α’ Ενετοκρατία και την παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους δια συνθήκης, το επόμενο ακριβώς έτος (1541) έγινε ο διορισμός Μητροπολίτου Ναυπλίου, κατόπιν αιτήματος των Ναυλιέων, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού η Αργοναυπλία ήταν Εκκλησιαστική επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, όπως και οι άλλες Μητροπόλεις της Πελοποννήσου μέχρι το 1833, οπότε έχομε την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας του νεοελλαδικού κρατιδίου.

Βέβαια, καθ’ όλο το διάστημα της Ρωμαιοκρατίας, υπήρχε αντίδοση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Όταν όμως απεμακρύνθησαν οι Καθολικοί κατακτητές κατέρρευσε και το όλο πλέγμα των αναγκαστικών σχέσεων Ορθοδόξων και Καθολικών, διότι ακριβώς έλειπε ο εσωτερικώς ιδεολογικός σύνδεσμος.

Για τον  αυτόν λόγο εξέλειπαν και οι Καθολικοί από την περιοχή. Πάντως, ο ιστορικός αυτός διάλογος στην περιοχή του Ναυπλίου, μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, έχει προσδώσει στην πόλη, μια αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα, ιστορική, πνευματική και πολιτιστική.

                                                                       

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.  

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Βλέπε Α. Savvides, Nauplion in the Byzantine and Frankish periods (Ανάτυπον) εις Πελοποννησιακά, τομ.  ΙΘ’ (1991 – 1992). Επίσης βλέπε Σοφίας Δοανίδου, «Το πριγκιπάτο της Αχαΐας» (1205 – 1460), Σύλλογος προς διάδοσιν  ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1989.

[ii]  Βλέπε Βασ. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα 1985, σ. 140. Γ. Αθ. Χώρα, « Η Αγία Μονή Άρειας Ναυπλίου», εν Αθήναις 1975, σ. 95 επ.

[iii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρινίδου, « Η Ναυπλία», Αθήναι 1950, σ. 52 επ.

[iv]  Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 57 επ. Πρβλ. Γ. ΑΘ. Χώρα, Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος – 20ος αιώνας), εκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. σ. 34, 35.

[v] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 58. Ντιάνας Αντωνακάτου, Ναύπλιο 88, κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[vi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π.,σ. 218. Πάνου Λιαλιάτση, «Το Ναύπλιον», Τουριστικός οδηγός, Ναύπλιο 1972, σ. 52.

[vii]Την αψίδα ανήγειρε ο φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Όθωνα, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Περιέχει 280 ονόματα φιλελλήνων αγωνιστών. Τα αποκαλυπτήρια  έκαμε ο επίσκοπος Blanchis, την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1841.

[viii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π.,σ.328. Επίσης Μ. Φώσκολου, « Η  Καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τομ.Ι (1992) , εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 43. Επίσης Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 218.

9 Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, « Το Μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο απ’ το περιοδικό «Σύγχρονα Βήματα», τεύχ. 68, Αθήνα 1991.

[x] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ σ. 57, 58.

[xi] Βλέπε Ιωάννας Δ. Λιάτα, «Το Δημοτικό Νοσοκομείο Ναυπλίου από την ίδρυση του, μέχρι το 1851», Εργασία στο μάθημα της Ιστορίας της Ιατρικής Α. Ε. Μ. 15. 185, Θεσσαλονίκη 1983.

[xii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ. 39. 

[xiii] Βλέπε Π. Γρηγορίου, « Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων», Αθήναι 1958, σ. 319.

[xiv] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού» τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 404 κ. επ. και 430.

[xv] Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, «Φραγκισκανοί – Καπουκίνοι», Αθήνα 1996, σ. 267.

[xvi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, «Ναύπλιο 88», Κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.

[xvii] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 206.

[xviii]  Ο τελευταίος καπουκίνος μοναχός στο Ναύπλιο (1821) ονομαζόταν Πολύκαρπος και ήταν από τη Σμύρνη.

[xix] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 430. Επίσης Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη «Ιησουΐτες στον Ελλαδικό χώρο», εκδ. Κ.Ε.Ο., Αθήναι 1991, σ. 217.

[xx] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, «Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος –20ος αιώνας)», έκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. 54.

[xxi] Ο Δ. Ζακυθινός, παρατηρεί ότι δεν έλειψαν από το λατινικό κλήρο και πρόσωπα με παιδεία και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Βλέπε  Le Despotat grec de Moree, τ. Π σ. 41.

[xxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π.., σ.33.

[xxiii] Βλέπε Κ. Θ. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, βίος και λόγοι, εν Αθήναις 1976, σσ. 490 – 491.

[xxiv] Βλέπε εκτενέστερα Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 104 κ. επ. και περί του νομικού καθεστώτος διοικήσεως της Μονής από της βυζαντινής εποχής και κατά παράδοσιν επί βενετοκρατίας και στην συνέχεια μέχρι σήμερα, σσ. 219 κ. επ..

[xxv]  «… sunt etiam sidi vicini  guidam heretici gui dicuntur fraticelli, qui libenter subventerent patriam illam ad majores erores ex greco ritu…». Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 253.

[xxvi]  Βλέπε Σέμνης Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979. σσ. 28, 63.

[xxvii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σσ. 40, 41.

[xxviii]Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σ. 127. Επίσης Γ. Αθ. Χώρα, « Η Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Νέου Αργολίδος», Αθήνα 1994, σ. 24. 

 [xxix] Βλέπε Περ. Ζερλέντου, « Η εν Πελοποννήσω Ελληνική Εκκλησία επί Ενετών, έτεσι 1685 – 1715», εκδ. οίκος  Γ. Ι. Βασιλείου, εν Αθήναις 1921, σ. 19.

[xxx] Βλέπε Μ. Λαμπρνίδου, ό.π., σ, 98.

[xxxi] Τα περί δίκης Αμβροσίου, βλέπε λεπτομερέστερα εις Μ. Ι. Μανούσακα, Τα έγγραφα των Χορτάτσηδων της Σμύρνης  (Συλλογή Whittall), «Μικρασιατικά Χρονικά» τόμ. Ι, (1963), σ.σ. 9 – 86.

[xxxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. « Η καθολική Εκκλησία  Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμ Ι, 1992, σ. 43, όπου και παραπομπή.

[xxxiii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. ό.π., σ. 43. Πρβλ. Γ. Αθ. Χώρα, Οι ξένοι στο Ναύπλιον κατά την εθνικήν παλιγγενεσίαν  (1821 – 1831), «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙ (1995), σσ. 7 – 32.

[xxxiv] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ.44.

[xxxv] Βλέπε Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη, « Το μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο από το περιοδικό Σύγχρονα Βήματα, τεύχος 68, Αθήνα 1991, σ. 226.

[xxxvi] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα,  Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν Αθήναις 1975, σ. 126.

Read Full Post »