Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κατοχή’

Βασικά Βιβλία για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά – Βασίλης Γκάτσος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Βασίλης Γκάτσος παρουσιάζει και σχολιάζει βασικά βιβλία για την Κατοχή, στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά και καταθέτει σκέψεις  για την έρευνα και ανάδειξη όλων των πτυχών της Εθνικής μας Αντίστασης, με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, ώστε οι νεότερες γενιές με επίγνωση να ομονοούν στο βασικότερο: Ποτέ άλλος εμφύλιος σε αυτή τη μικρή πατρίδα όλου του κόσμου.

 

«Βασικά Βιβλία για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα γύρω νησιά…»

 

Η Ερμιονίδα, η Τροιζηνία με τα νησιά Πόρο, Ύδρα, Δοκό, Σπέτσες, ήταν την Κατοχή μια απομονωμένη περιοχή με συγκοινωνία κυρίως μέσω θαλάσσης. Τα παρακάτω βιβλία φωτίζουν την περίοδο αυτή, αλλά αποσπασματικά. Ανάγκη η συγγραφή μιας όσο γίνεται αντικειμενικής Ιστορίας, με σοβαρή μελέτη και συγκέντρωση τεκμηρίων.

 

  1. Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον,  Εμμανουήλ Βαζαίος, Αντισυνταγματάρχης ε.α. Κόρινθος, 1961.

Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον.

 

Είναι το σημαντικότερο βιβλίο αναφοράς  για τη δράση του θρυλικού 6ου Συντάγματος ΕΛΑΣ στην Αργολιδοκορινθία κατά την Κατοχή, γραμμένο από το Διοικητή του, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με την αριστερά και το ΚΚΕ. Δυσεύρετο, αλλά υπάρχει ολόκληρο αναρτημένο στο διαδίκτυο. Όλοι όσοι έχουν γράψει για την περίοδο αυτή στην ευρύτερη περιοχή μας, ξεκινούν από αυτό το βιβλίο, άσχετα το πώς χρησιμοποιούν το περιεχόμενό του. Όσοι το «αγνοούν» στα γραπτά τους, το κάνουν σκόπιμα, με σκοπό να στηρίξουν μια δικιά τους άποψη για γεγονότα και πρόσωπα.

  1. Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού. Τάσου Γεωργοπαπαδάκου, Αθήνα, 1987.

Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού

 

Γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1945. Αναδημοσιεύτηκε στο σύνολό του από την τοπική εφημερίδα «Η Φωνή της Ερμιόνης» περί το 1987 – 1988.

Είναι το δεύτερο σπουδαίο βιβλίο για την Κατοχή στην Ερμιονίδα, Τροιζηνία, Ύδρα, Πόρο. Ο συγγραφέας του Τάσος Γεωργοπαπαδάκος, καθηγητής στην Ύδρα, ήταν στέλεχος του ΕΑΜ Ύδρας. Αν και ουσιαστικά γραμμένο το 1945, είναι «Μνήμες», αφού τα αρχεία του ΕΑΜ  Ύδρας αλλά και ολόκληρης της περιοχής έπεσαν στα χέρια των Γερμανών ή χάθηκαν.

  1. Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης, Απόστολου Χ. Φραγκούλη, 1988, Εκδότης: Τοπική Εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ».

Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης

 

Ο συγγραφέας υπήρξε τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ Ερμιόνης. Είναι ημερολόγιο γεγονότων που κρατούσε ο συγγραφέας κατά τη διάρκεια της Κατοχής και κατάφερε να διασώσει, και σε αυτό έγκειται η αξία του.

  1. 65η Επέτειος (1944-2009) Ηρωικού θανάτου Αγωνιστών – Εθνομαρτύρων Εθνικής Υδραϊκής Αντίστασης, Θεμιστοκλής Ε. Ραφαλιάς, Ύδρα 2009 – 2010. Ο συγγραφέας, όπως και ο αδελφός του, υπήρξε στέλεχος του ΕΑΜ Ύδρας.

65η Επέτειος (1944-2009) Ηρωικού θανάτου Αγωνιστών

  1. Η Εθνική Αντίσταση συνολικά και στην Ύδρα, Χρήστος Ι. Χριστοδούλου, Ύδρα – Πειραιάς 2007. Αγωνιστής του ΕΑΜ Ύδρας.

Η Εθνική Αντίσταση συνολικά και στην Ύδρα

 

Σημείωση: Οι Υδραίοι έχουν συγκεντρώσει λεπτομερώς όλα τα ονόματα των πεσόντων Υδραίων και τραυματιών υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, της περιόδου 1460 – 1949, τιμώντας ευλαβώς τη μνήμη τους! Την περίοδο 1939 – 1945 τα δεκάδες θύματα από το ηρωικό νησί ήταν ναυτικοί της υπερπόντιας ναυτιλίας που τα πλοία τους βυθίστηκαν από γερμανικά υποβρύχια ή πλοία επιφανείας.

Τα παραπάνω βιβλία είναι γραμμένα από ανθρώπους σύγχρονους των γεγονότων. Επειδή υπήρχε μεγάλη μυστικότητα, ως είναι φυσικό, για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων σε στεριά και θάλασσα, των κλιμακίων που φυγάδευαν κυρίως Άγγλους στη μέση Ανατολή κ.λ.π. εκτός από τον Βαζαίο, οι άλλοι συγγραφείς γνώριζαν επιμέρους γεγονότα του τομέα τους. Και ο Βαζαίος γνωρίζει κυρίως τη δράση του ΕΛΑΣ στον στρατιωτικό τομέα.

 

Πέραν αυτών των βιβλίων υπάρχουν και τα παρακάτω στα οποία υπάρχουν στοιχεία για την Κατοχή, και οι συγγραφείς έζησαν αυτά σε ηλικία που να μπορούν να κρίνουν, να αποφασίζουν και να δρουν.

  1. Κόκκινος Επιτάφιος, Γιόνα Μικέ Παΐδούση, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2008. Η συγγραφέας ήταν σε οργάνωση ΕΑΜ (ΕΠΟΝ) Διδύμων. Ως προς τα κύρια γεγονότα μέσα στα Δίδυμα κατά την επιδρομή των Γερμανών, οι πληροφορίες είναι λίγες.

Κόκκινος Επιτάφιος

 

  1. Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης, Μιχ. Αγγ. Παπαβασιλείου, Αθήνα 1988, Αυτοέκδοση. Υπάρχουν μικρές αναφορές στην Περίοδο της Κατοχής.

 

Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης

  1. Νικηφόρος, Ευαγγελία Τέσση, Εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1999. Η συγγραφέας υπήρξε μέλλος οργάνωσης του ΕΑΜ Ερμιόνης. Μικρές αναφορές σε αυτή την περίοδο.

  1. Η Περιπέτεια. Σπέτσες 1939 – 1945, Σαράντος Τσουλουχόπουλος, Εκδ. Πολιτιστικός Σύλλογος Σπετσών, 2010. Ο συγγραφέας ήταν γραμματέας ΕΑΜ Σπετσών. Συνελήφθη από τους Γερμανούς τον Ιούνιο 1944 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία.

 

Η Περιπέτεια. Σπέτσες 1939 – 1945

 

  1. Οι αντάρτες της θάλασσας – Δράση του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού – Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2002.  

 

Οι αντάρτες της θάλασσας

 

  1. Το Κρανίδι και οι αλήθειες του, Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2008.

 

Το Κρανίδι και οι αλήθειες του,

 

  1. Σαν Παραμύθι (Ιστορία μιας ζωής), Βασίλης Λαδάς, Αθήνα, 2005.

 

Σαν Παραμύθι (Ιστορία μιας ζωής)

 

Ο Βασίλης Λαδάς, την Κατοχή ήταν μικρό παιδί, δεν είχε, ως είναι φυσικό, υπεύθυνη θέση στο ΕΑΜ και ως εκ τούτου όσα γεγονότα έπεσαν στην αντίληψή του, τα δίνει με τα μάτια μικρού παιδιού, ή σύμφωνα με όσα άκουγε ή του διηγήθηκαν αργότερα.

 

Βιβλία συγγραφέων που δεν έζησαν την Κατοχή, ή την Κατοχή στην περιοχή μας

 

  1. Φαντάσματα του Εμφύλιου, Πλάκα Αργολίδας, 1943 – 44, Στέλιος Περάκης, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2010.

 

Φαντάσματα του Εμφύλιου, Πλάκα Αργολίδας, 1943 – 44

 

Με αφορμή την αναζήτηση της πορείας συγγενικού του προσώπου μέχρι την σπηλιά Διδύμων όπου και εκτελέστηκε, μαζί με άλλους, αναίτια και άδικα από την ΟΠΛΑ, θέτει με την έρευνά του το σημαντικό θέμα: Οι θηριωδίες και η τρομοκρατία του περιβόητου Στάθη, πολιτικού κομισάριου του ΚΚΕ στο 6ο Σύνταγμα ΕΛΑΣ του Βαζαίου, περιορίζονταν στον χώρο και τα πρόσωπα που ο ίδιος ο Στάθης επηρέαζε,  διοικούσε και κατηύθυνε (όπως καταγγέλλει ο Βαζαίος), ή ήταν σχέδιο ευρύτερο της καθοδήγησης του ΚΚΕ, όχι μόνον στην Αργολιδοκορινθία αλλά πανελλαδικά;

Μοναδικές οι πληροφορίες του για τη σφαγή των ομήρων από την ΟΠΛΑ στη Μεγάλη Σπηλιά Διδύμων 28/29 Μαΐου 1944, πέντε μέρες πριν μπουν οι Γερμανοί στα Δίδυμα.

  1. Μνήμες Ερμιονίδος, Γη – Θάλασσα – Κόσμος, Προκοπίου Τσιμάνη, Ηπειρώτου, 1975, Αθήναι, Εκδόσεις: «Χαρτοβιβλιοεκδοτική».

 

Μνήμες Ερμιονίδος, Γη – Θάλασσα – Κόσμος

 

Μνήμες Ερμιονίδος, όπως την έζησε ως διαμένων για ορισμένα χρόνια κυρίως επί Χούντας, στο Πορτοχέλι, όμως ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση με την Κατοχή στην περιοχή μας. Όσον αφορά τα γεγονότα της Κατοχής στην Ερμιονίδα, συρράβει μια ιστόρηση επιλεκτικών «μνημών» από πρόσωπα της Κατοχής που ο ίδιος επιλέγει. Σκοπός δεν είναι η ιστόρηση αυτών καθ’ αυτών των γεγονότων της Κατοχής αλλά η νομιμοποίηση της Χούντας, ως «επανάστασης».

 

Ανέκδοτες σημειώσεις – ημερολόγια

 

Αναμνήσεις ανέκδοτες του Γεωργίου Σταματίου (Σπέτσες), Γεωργίου Πασαμήτρου, (Σπέτσες), Πέτρου (Δίδυμα) και άλλων, που δυστυχώς δεν έχουν βρει το δρόμο της δημοσιότητας, αν και φαίνεται να είναι πολύ σημαντικές και τεκμηριωμένες.

Αναμνήσεις – διηγήσεις – μαρτυρίες συμπατριωτών που έζησαν την Κατοχή και που έχουν καταγραφεί σε διάφορους τοπικούς ιστότοπους, υπάρχουν αρκετές αλλά για επιμέρους γεγονότα, κυρίως στον ιστότοπο του κυρίου Κουτουζή για Τροιζηνία – Πόρο, του κυρίου Χαριτάτου για Σπέτσες. Επίσης σε ιστότοπους, Ερμιονίδας, Ύδρας, Λεωνιδίου, Άργους, Ναυπλίου και γενικότερα Αργολιδοκορινθίας.

 

Γενικότερα βιβλία

 

Κυρίως όσα αναφέρονται στην Κατοχή της Πελοποννήσου όπως το «Πελοπόννησος 1940-45. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης» του Παντελή Μουτάλα, Βιβλιόραμα, 2004. Φυσικά αυτά τα βιβλία ελάχιστα περιλαμβάνουν για την περιοχή μας.

 

Πελοπόννησος 1940-45

 

Επιπλέον τρία ιδιαίτερα βιβλία

 

Ι. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και στην Ελλάδα, Χέρμαν – Φρανκ Μάγερ, ΕΣΤΙΑ, 2003.

 

Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα.

 

Ο Μάγερ (Γερμανός) ερευνά εξονυχιστικά τα της 117 Μεραρχίας. Ο πατέρας του Μάγερ ήταν αξιωματικός και εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ.

Η 117 Μεραρχία ορεινών καταδρομών, ονομαζόμενη και Μεραρχία κυνηγών, με διοικητή τον Karl Maximilian von le Suire, είναι αυτή που έκαψε τα Καλάβρυτα και στη συνέχεια αιματοκύλισε την Ερμιονίδα, Τροιζηνία και τα νησιά μας. Η 117 Μεραρχία αποδεκατίστηκε κατά την επιστροφή της στην Γερμανία και ο αιμοσταγής Suire πιάστηκε από τους Ρώσους, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή το 1954, χωρίς να δικαστεί ως εγκληματίας πολέμου. Στη γενέτειρα του οι συμπατριώτες του έχουν στήσει μνημείο τιμώντας τον ως στρατηγό της Βέρμαχτ, στο οποίο κάθε χρόνο συγκεντρώνονταν οι εναπομείναντες βετεράνοι της 117 Μεραρχίας εις ένδειξη τιμής.

Στην Ελλάδα ο ηρωικός συνταγματάρχης Βαζαίος ο κύριος πολέμιος της 117 Μεραρχίας που την είχε κάνει να χάσει τον ύπνο της, ήρωας του Αλβανικού Έπους, αποτάχθηκε και φυλακίστηκε.

Το βιβλίο αυτό χρησιμοποιεί κυρίως Γερμανικά αρχεία, και έχει στοιχεία για την επιδρομή των Γερμανών στην περιοχή μας. Μπορεί να γίνει αφορμή για περαιτέρω έρευνα των Γερμανικών αρχείων σχετικά με την Ερμιονίδα – Τροιζηνία – Πόρο – Ύδρα – Σπέτσες.

 

ΙΙ. Επιχείρηση «Καλάβρυτα»: Η Δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από Γερμανικά Αρχεία. Εκδότης: Γενικό Επιτελείο Στρατού, Δρ. Ηλίας Ηλιόπουλος Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμων, 2012.

 

Επιχείρηση «Καλάβρυτα»

 

Ένα εξαιρετικό βιβλίο (υπάρχει και στο διαδίκτυο) με όλα τα τεκμήρια, μεταφρασμένα, που αφορούν διαταγές και αλληλογραφία της 117 Μεραρχίας, όμως, μέχρι το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Ασφαλώς στα γερμανικά αρχεία υπάρχουν τα τεκμήρια του αιματοκυλίσματος της Ερμιονίδας, Τροιζηνίας, Πόρου, Ύδρας, Σπετσών.

 

Καιρός να ενδιαφερθεί και να τα αναζητήσει ο Δήμος Ερμιονίδας.

 

ΙΙΙ. Εμφύλιος Ελλάδα 1943-1949. Ένας Διεθνής Πόλεμος. Η εξέλιξή του και ο αντίκτυπος στη σύγχρονη Ελλάδα, Andre Gerolymatos, Μετάφραση Διονύσης Αρκαδιανός, Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, 2018.

 

Εμφύλιος Ελλάδα 1943-1949.

 

Ο Εμφύλιος μέσα στην ιστορία του τόπου μας και στο παγκόσμιο πολιτικοκοινωνικό στάτους της εποχής.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε το δίτομο Λεύκωμα του Κ. Α. Δοξιάδη και των συνεργατών του, με το οποίο παρουσιάστηκαν παραστατικότητα στους συμμάχους μας (γι’ αυτό γραμμένο στα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και ρώσικα) το 1945 «Αι Θυσίαι της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Ανύποπτοι οι συγγραφείς του για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

 

 

Αι Θυσίαι της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Έτσι παραστατικά έπρεπε να δοθούν και τα αποτελέσματα του αδελφοκτόνου εμφυλίου 1945 – 1949, έστω και σήμερα.

Και τα δύο να μοιράζονται και να διδάσκονται στους μαθητές στα σχολεία, για να αντιληφθούν ότι αυτά που πέρασε η χώρα μας την Κατοχή είναι τα χειρότερα, αλλά αυτά που έζησε και έπαθε στον εμφύλιο είναι τα χείριστα.

Τα γεγονότα της Κατοχής ήσαν καταιγιστικά ιδιαίτερα από την συνθηκολόγηση των Ιταλών και μετά.

 

Για την περιοχή μας  μπορούμε να διακρίνουμε τις παρακάτω περιόδους:

 

1η. Έναρξη Κατοχής μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943, οπότε αρχίζει η μεγάλη αντεπίθεση των Ρώσων στο Στάλιγκραντ. Είναι η μεγάλη ανατροπή του πολέμου.

2η. Από τον Φεβρουάριο του 1943 μέχρι τις 8/9/1943 που ανακοινώνεται η συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Τέλος Ιταλοκρατίας και έναρξη Γερμανοκρατίας στην περιοχή μας.

3η. Από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας μέχρι τις 6/6/1944, απόβαση στη Νορμανδία, που είναι η έναρξη της κατάρρευσης της Γερμανίας.

4η. Από απόβαση στη Νορμανδία μέχρι Απελευθέρωση.

Το βέβαιο είναι ότι η χώρα μετά το έπος στα Αλβανικά βουνά και το έπος της Εθνικής Αντίστασης, οδηγήθηκε στη χειρότερη μορφή πολέμου, τον Εμφύλιο Πόλεμο (οι ρίζες του φτάνουν μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή για πολλούς ιστορικούς), οι πληγές του οποίου ακόμη καθορίζουν τη σκέψη μας, την πολιτική μας άποψη και τη δράση μας.

Ηγεσίες και ηγέτες, δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, την στιγμή που σε καμιά άλλη χώρα υπό Γερμανοϊταλική Κατοχή δεν συνέβη κάτι το ανάλογο μετά την απελευθέρωσή της, σε όποιο στρατόπεδο και αν βρέθηκε τελικά.

Πολλοί ιστορικοί επισημαίνουν ότι η Γαλλία απέφυγε τον εμφύλιο λόγω της χαρισματικής προσωπικότητας του Σαρλ Ντε Γκωλ ο οποίος κατόρθωσε να επιβληθεί στις αντιστασιακές οργανώσεις, στους Συμμάχους και στην προκατοχική πολιτική τάξη της χώρας του.

Και επειδή όποιοι δεν διδάσκονται από την ιστορία τους, είναι υποχρεωμένοι να την ξαναζήσουν, είναι υποχρέωση όλων να φέρουν στο φως της αλήθειας (της μη λήθης) τα γεγονότα και τα τεκμήρια της Κατοχής για την περιοχή μας, όσο και αν αυτά πονούν ή ξύνουν πληγές, ή ό,τι άλλο. Αν ήσαν αλλιώς τα πράγματα, δεν θα φτάναμε και στον εμφύλιο. Ούτε ο μεγαλειώδης Αγών της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν χωρίς σκοτεινές περιοχές (ο φοβερός εμφύλιος που ξέσπασε, λίγο έλειψε να μας υποδουλώσει εκ νέου στον Οθωμανικό ζυγό, αν δεν παρενέβαιναν οι ξένες δυνάμεις).

Πώς όμως μπορεί να γραφθεί και πού μπορεί να στηριχθεί η Ιστορία (μιλάμε για Ιστορία και όχι για διαμάχη ιδεοληψιών) της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης για την ευρύτερη περιοχή μας, που περιλαμβάνει Ερμιονίδα, Τροιζηνία, Πόρο, Ύδρα, Δοκό, Σπέτσες, και που απλώνεται κυρίως προς την ενδοχώρα της Αργολιδοκορινθίας και τον Πειραιά;

 

Συνοπτικά:

 

1). Λείπουν τα τεκμήρια, είτε γιατί χάθηκαν, είτε γιατί καταστράφηκαν, είτε γιατί αποκρύφτηκαν, είτε γιατί δεν αναζητήθηκαν.

1.1.). Τα τεκμήρια από τη μεριά των κατακτητών, Ιταλών και Γερμανών. Ποιες στρατιωτικές δυνάμεις βρέθηκαν στον τόπο μας, οι διαταγές τους, οι προκηρύξεις, οι εκθέσεις, οι οικονομικές συναλλαγές κ.λ.π. συνιστούσαν αρχεία που φυλάσσονταν υποχρεωτικά. Οι Γερμανοί κυρίως, πέρα των δικών τους αρχείων, είχαν κατασχέσει αρχεία του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, κ.λ.π, είχαν έγγραφη αλληλογραφία με τα Τάγματα Ασφαλείας, με την Κατοχική Κυβέρνηση, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έφυγαν από τη χώρα μας συντεταγμένα και τα περισσότερα τα πήραν στη χώρα τους και υπάρχουν σήμερα σε διάσπαρτα αρχεία.  Βέβαια δεν δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να εξυπηρετούν τους μελετητές και ιστορικούς. Όμως οι κάτοικοι των Καλαβρύτων και άλλων μαρτυρικών ελληνικών πόλεων και χωριών, ερεύνησαν τα αρχεία αυτά και βρήκαν πλήθος στοιχείων που τεκμηριώνουν την Ιταλική και Γερμανική θηριωδία. Το ίδιο πρέπει να κάνει και η ευρύτερη περιοχή μας. Είναι γεγονός ότι τα αρχεία των τοπικών οργανώσεων του ΕΑΜ της περιοχής μας κάηκαν από τους Γερμανούς. Όλα; Δεν μετέφεραν τίποτα στην πατρίδα τους, τόσο συστηματικός λαός που είναι; Τίποτα δεν διασώθηκε στα χέρια Ελλήνων;

1.2.). Είναι γνωστό ότι στην περιοχή μας σπουδαίο ρόλο έπαιξε στη συγκρότηση και στο ηθικό των τοπικών οργανώσεων ΕΑΜ και ΕΛΑΝ, ιδιαίτερα σε Ύδρα, Πόρο, Ερμιόνη, Σπέτσες και Τροιζηνία, η Εκκλησία. Ηγετική μορφή του ΕΑΜ ο Μητροπολίτης Προκόπιος (σημειώνεται ότι ήταν φανατικός βασιλικός  βασιλικότερος του Βασιλέως!). Οι Υδραίοι ομολογούν ότι χωρίς αυτόν, το ΕΑΜ  Ύδρας και κυρίως η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού θα ήταν ανέφικτος. Τα μοναστήρια μας είχαν μεγάλη συμμετοχή στη φυγάδευση Εγγλέζων και άλλων προς τη Μέση Ανατολή και στο κρύψιμο αγωνιστών. Τίποτα σχετικό δεν έχει γραφτεί, ούτε καν μια προτομή του Προκόπιου δεν στήθηκε εις μνήμην της εθνικής προσφοράς του έξω από την Ύδρα.

1.3.). Οι σύμμαχοι που έστελναν τα υποβρύχιά τους σε αποστολές στην περιοχή μας, η Κυβέρνηση του Καΐρου, οι πράκτορες με τους ασυρμάτους στις Αδέρες, στην Πετροθάλασσα κ.λ.π., οι αποστολές αεροπλάνων για δράση στην περιοχή μας, είναι φυσικό να άφησαν πολλά τεκμήρια στα αρχεία των συμμάχων και μάλιστα των Άγγλων. Ούτε και αυτά αναζητήσαμε ποτέ.

1.4.). Το ΕΑΜ είχε το πολιτικό σκέλος που γρήγορα πέρασε στον πλήρη έλεγχο του ΚΚΕ. Ο ΕΛΑΣ επικράτησε, αφού διέλυσε ή αφομοίωσε όλες τις άλλες αντιστασιακές ομάδες. Είχε τριπλή δομή: Το στρατιωτικό σκέλος όπου οι μαχητές αντάρτες, στην πλειοψηφία τους αγροτόπαιδα, δεν είχαν σχέση με αριστερή ιδεολογία. Οι Διοικητές και Αξιωματικοί που κυρίως προέρχονταν από τους μονίμους που είχαν διωχθεί από το στράτευμα επί Μεταξά. Ο Καπετάνιος με το επιτελείο του που ασχολείτο με την επιμελητεία. O Πολιτικός εκπρόσωπος που διηύθυνε και την ΟΠΛΑ και επιτηρούσε τα πάντα. Και εδώ υπήρξαν αρχεία, διαταγές, αποφάσεις, επιστολές, κ.λ.π. Πολλά χάθηκαν, άλλα εξαφανίστηκαν, άλλα πρέπει να αναζητηθούν.

1.5.). Υπήρξαν τα Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη, τα θύματα «αριστερής» τρομοκρατίας που κατέφυγαν στα Τάγματα, τα θύματα της «δεξιάς» τρομοκρατίας που κατέφυγαν στο ΕΑΜ. Και φυσικά ο πόλεμος είναι πόλεμος, αν δεν είσαι με μένα είσαι εχθρός μου, ουδέτερη στάση δεν υπάρχει. Και εδώ υπήρξαν αρχεία, υπάρχουν αναμνήσεις κ.λ.π.

1.6.). Υπάρχουν οι άμαχοι που υπέστησαν πολλά, οι μικροϊστορίες τους, εκτελέσεις, αφανισμοί, διαρπαγές, πυρπολήσεις από τους κατακτητές. Τόποι θυσίας άγνωστοι, ηρωισμοί άγνωστοι, συνεργασίες με τον κατακτητή, εκμετάλλευση καταστάσεων, άδικοι πλουτισμοί κ.λ.π.

1.7.). Υπήρξε η κανονική ζωή που δεν σταματά ποτέ. Γεννήσεις, κοινωνικές υποχρεώσεις, παιδιά, σχολεία, δουλειές, παραγωγή, συναλλαγές, κάτω από τη μπότα του κατακτητή κ.λ.π.

 

2). Αναπάντητα ερωτήματα για την ευρύτερη περιοχή μας:

 

2.1.). Γιατί τόσο μένος από τους Γερμανούς; Ήδη στις 6/6/1944 έγινε η απόβαση στη Νορμανδία και μέσα σε 20 μέρες η ήττα της Γερμανίας ήταν οριστική. Γιατί συνέχιζαν την ίδια τακτική; Γιατί δεν υπολόγιζαν ούτε τους νεκρούς τους;

2.2.). Οι Σύμμαχοι, ουσιαστικά οι Άγγλοι, ήσαν υπέρ του ΕΑΜ, μάλιστα είχαν αποστολές και συνδέσμους στα Συντάγματα του ΕΛΑΣ. Πότε και γιατί άλλαξαν στάση; Είχαν ενδιαφέρον όσο η Πελοπόννησος ήταν στα αποβατικά τους σχέδια, και όταν τα σχέδια άλλαξαν, ουσιαστικά έβλεπαν το ΕΑΜ ως κοινό εχθρό με τους Γερμανούς;

2.3.). Οι Γερμανοί ήσαν όντως όλοι Γερμανοί; Ο Βαζαίος αναφέρει ότι το 80% των λεγόμενων κατοχικών γερμανικών στρατευμάτων Πελοποννήσου δεν ήσαν Γερμανοί αλλά Ρώσοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Γάλλοι, κ.λ.π. (πολλοί αυτομολούσαν και πολεμούσαν με τους αντάρτες) επιστρατευμένοι με το ζόρι ή λόγω της ιδεολογίας τους από τις κατακτημένες χώρες. Πολλοί ήσαν Αυστριακοί.

Να μην ξεχνάμε ότι μόνο η Ελλάδα, χάρη στο μεγάλο συλλαλητήριο του ΕΑΜ και τις αντιστασιακές πράξεις στην Αθήνα απέτρεψε την επιστράτευση Ελλήνων που κατά κύματα θα είχαν σταλεί στο ανατολικό μέτωπο, στα εργοστάσια της Γερμανίας, και θα υπήρχαν χιλιάδες τα θύματα.

Στην περιοχή μας μιλάμε για Γερμανούς, αφού ο κόσμος έβλεπε γερμανικές στολές. Άρα, όλες οι μεμονωμένες πράξεις ευσπλαχνίας ή βοήθειας προς Έλληνες, όπως η μη εκτέλεση Διδυμιώτη με το παιδάκι του στο βουνό, ή μη ρήψη χαριστικής βολής σε άλλον πατριώτη, είχαν πιθανότητα μεγάλη να έγιναν από μη Γερμανούς.

2.4.). Η υπερκινητικότητα των Γερμανών της 117 Μεραρχίας των Κυνηγών που έδρευε στην Κόρινθο, με σκοπό τον πλήρη αφανισμό του 6ου Συντάγματος του Βαζαίου, σε τι αποσκοπούσε; Ήταν τακτική για να αποφύγουν τον εγκλεισμό σε αστικά κέντρα και την μοιραία παράδοσή τους στο ΕΛΑΣ ή τον αφανισμό τους, αφού από πουθενά δεν περίμεναν ενισχύσεις; Δηλαδή να πάθαιναν ότι οι Τούρκοι  από τον Κολοκοτρώνη όταν κλείστηκαν στην Τρίπολη;

2.5). Μετά την αντεπίθεση στο Στάλινγκραντ τον Φεβρουάριο του 1943 άρχισε πραγματικά η συνεννόηση Άγγλων με μέρος των Γερμανικών δυνάμεων για το μέλλον της χώρας μας; Έχουν βάση οι υπαινιγμοί του Γεωργοπαπαδάκου ότι παρόλο που ειδοποιούσαν την RAF για τη συγκέντρωση γερμανικών σκαφών στις επιχειρήσεις στην Ερμιονίδα, αυτοί δεν έστειλαν αεροπλάνα να τα βουλιάξουν; Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις αυτές συμπίπτουν με την απόβαση στη Νορμανδία, ήταν αυτό σκόπιμη ενέργεια των Άγγλων, δηλαδή να αφήσουν τους Γερμανούς ανενόχλητους να καθαρίζουν την περιοχή από τον μελλοντικό κίνδυνο ΕΑΜ, ή η RAF ήταν απασχολημένη στη μείζονα επιχείρηση της Νορμανδίας;

2.6.). Ποια ήταν τα οικονομικά της Κατοχής στην περιοχή μας; Το «δούναι και λαβείν» που δεν είναι μόνο οι μαυραγορίτες αλλά ένα τεράστιο πλέγμα «συναλλαγών» με ανταλλαγές προϊόντων, όπλων και χρυσών λιρών, εξαγοράς αιχμαλώτων, δωροδοκιών, που αγγίζει τα στρατεύματα κατοχής, τα τάγματα ασφαλείας, τους τρομοκρατημένους από κάθε πλευρά, την Αντίσταση, τους κατοίκους. Και αυτά πέρα από το σύστημα διαρπαγής παραγωγής και περιουσίας που είχαν εγκαταστήσει οι Κατακτητές. Στην περιοχή μας οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες δεν είχαν παραγωγή και έρχονταν στην απέναντι ακτή με λίρες, χρυσαφικά, πολύτιμα έπιπλα και σκεύη να αγοράσουν τρόφιμα.

2.6.). Πόσο «καλύτερη» ήταν η διαγωγή των Ιταλών κατακτητών; Οι στρατηγική επιδίωξη τους ήταν η κατοχή της Πελοποννήσου, ώστε να αποτραπεί αναμενόμενη απόβαση των συμμάχων, ή η σταδιακή ενσωμάτωση στην Ιταλία παλαιών Ενετοκρατούμενων περιοχών και ιδιαίτερα Επτανήσων και Πελοποννήσου; Άλλωστε τα Ιταλικά στρατεύματα που εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο ήταν περί τις 80000 (!) και με βαρύ οπλισμό. Στις 16/10/1940 είχε γίνει απογραφή του πληθυσμού και η Πελοπόννησος είχε 1173541 κατοίκους.

Ένας Ιταλός ανά 14 άοπλους Έλληνες! Στους 4 Έλληνες άνδρες, ένας Ιταλός στρατιώτης!

Μήπως ο ενδόμυχος φόβος των Πελοποννησίων ήταν όχι η κυριαρχία των Ιταλών, αλλά η ενσωμάτωση της Πελοποννήσου στην Ιταλία, όπως παλιά στη Βενετία;

Αν ο Άξονας είχε επικρατήσει και σταθεροποιηθεί σε μια ευρύτατη περιοχή που γινόταν με συνθήκη αποδεκτή από ΗΠΑ, Αγγλία, Ρωσία, η Ελλάδα ως ηττημένη θα ερχόταν πίσω στα σύνορά της, θα έπαιρνε και τα Δωδεκάνησα, ή θα είχε περιοριστεί στη Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη και σε ορισμένα νησιά, ενώ τα υπόλοιπα θα είχαν κατά κάποιον τρόπο δωριθεί σε Ιταλία, Βουλγαρίας, Αλβανία, Τουρκία;

Το 1916 – 1917 η Ιταλία κατέλαβε σχεδόν τη μισή Ήπειρο και τα Ιωάννινα. Η τακτική της ήταν να κατάσχει τα τρόφιμα και να δίνει μικρές ποσότητες στους αδιάφορους και μεγάλες στους πρόθυμους να υπογράψουν διαβήματα προς την Ελληνική Κυβέρνηση ότι …. θέλουν να είναι υπό την ιταλική κυριαρχία. Τα ίδια δεν έκαναν οι Ιταλοί στην Πελοπόννησο, μάλιστα με μεγαλύτερη αρχικά ωμότητα από τους λίγους Γερμανούς που ήσαν αρχικά στην Πελοπόννησο; Δεν προσπάθησαν με τα τρόφιμα και τα διάφορα προνόμια και τις «ευκολίες» σε κάθε χωριό να δημιουργήσουν έναν κύκλο συμφερόντων, φιλικό προς αυτούς;

Σε τέτοιες κοσμοχαλασιές όπως ήταν για την Ευρώπη ο Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η γεωπολιτική ήταν το σπουδαιότερο. Οι Γερμανοί χάσανε για πάντα τις εστίες τους στη Πρωσία και αλλού. Σήμερα τη σφαίρα που γεωπολιτικά θα μπορούσε να είχε σταθεροποιήσει υπέρ του ο Άξονας, την κατέχουν με οικονομικά μέσα, αλλά τις εστίες τους γεωπολιτικά τις έχασαν.

Επειδή λοιπόν σε αυτή την κοσμοχαλασιά η χώρα μας έδωσε παράδειγμα ανδρείας και αντίστασης, υπερασπίζοντας αξίες πέρα από γεωπολιτική και οικονομία, είναι χρέος όλων η έρευνα και ανάδειξη όλων των πτυχών της Εθνικής μας Αντίστασης, με σωφροσύνη και δικαιοσύνη, ώστε οι νεότερες γενιές με επίγνωση να ομονοούν στο βασικότερο: Ποτέ άλλος εμφύλιος σε αυτή τη μικρή πατρίδα όλου του κόσμου.

Αυτονόητο και το χρέος όλων μας στην Ερμιονίδα να τιμήσουμε τους ιερούς μας νεκρούς αυτής της περιόδου, να δούμε κατάματα τα λάθη και τις οξύτητες αυτής της περιόδου, πέρα από ιδεοληψίες, με τη σύνεση που δίνει το πέρασμα του χρόνου, να τιμήσουμε τους ήρωες, και σε κάθε μικρό τόπο όπου από βόλι εχθρικό έπεσαν συμπατριώτες, ας καίει ένα μικρό καντηλάκι. Γιατί η παραμικρή πράξη που δεν ευνοεί τον εχθρό είναι αντίσταση.

Όταν ο Διδυμιώτης βοσκός με τρόμο πήγαινε να σκορπίσει το κοπάδι να μη το πάρουν οι Γερμανοί και τα Τάγματα Ασφαλείας, είτε ήξερε την απαγόρευση στο να κυκλοφορεί στα βουνά, είτε όχι, προς όφελος της οικογένειας του και των συμπατριωτών του ενήργησε, ένα κομμάτι αντίστασης ήταν αυτό.

Ως εκ τούτου, πρέπει να συγκεντρωθούν όλα τα τεκμήρια αυτής της περιόδου, να ερευνηθούν αρχεία και να αφεθούν οι ιστορικοί στο έργο τους. Κάτι που πλέον έχει αρχίσει να γίνεται πανελλαδικά. Η λήθη είναι εθνικά ασύμφορη.

Ο Θουκυδίδης σημειώνει ότι αυτά είναι της ανθρώπινης φύσης και θα ξαναγίνονται. Αν όμως με επίγνωση αναγνωρίζουμε την αλήθεια του παρελθόντος μας και τα λάθη μας, υπάρχει ελπίς.

 

Βασίλης Γκάτσος

 

Read Full Post »

Κατοχικές μνήμες στην Καρυά Αργολίδας – Σπύρος Κ. Καραμούντζος


 

Φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζώα, ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες,  βασικές στερήσεις αγαθών… Τη ζωή της κατοχής θυμάται και γράφει ο  Σπύρος Κ. Καραμούντζος μέσα στις σελίδες του βιβλίου του  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», », σελ. 213-217, που εκδόθηκε το 2007.

 Σε σημείωσή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι έπεται άλλο βιβλίο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου.

 Όμως επανέρχεται ένα χρόνο αργότερα και με άρθρο του στην Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008, «ζωντανεύει» την σύλληψη και την εκτέλεση από τους Γερμανούς του θείου του, αδελφού του πάτερά του, δασκάλου του χωριού Σπύρου Ι. Καραμούντζου…

 

Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι, τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια. Στην πραγματικότητα ήμασταν μία γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και γεγονότα όπως πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.), ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες κ.λπ. δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου, είναι βιώματα από κούνια, που ευχόμαστε να μην τα ζήσουν άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε όμως τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε πολλές υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Ο συγγραφέας Σπύρος Καραμούντζος σε ηλικία 13 ετών στο Άργος, το 1945.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να μην κάνουμε σπατάλες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε και το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1940-1950, ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής. Όταν αναφερόμαστε στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα παιδιά και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα «της Ελλάδας παιδιά» επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας τα δικά τους παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα ζήτησε να καταλάβει την πατρίδα μας.

Εκεί είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χίτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, να επιστρέφουν με ψηλά το κεφάλι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό επιτάξανε και όλα τα μουλάρια, που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια.

Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλκε γρήγορα από το κακό που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα και προδοσίες οργανώθηκαν οι Έλληνες στις πόλεις και στη συνέχεια ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά. Από εκεί, σαν άλλοι ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολη τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματα τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από τους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. (Η Κατοχή, ο Ανταρτοπόλεμος, ο Εμφύλιος και φυσικά όσα συνέβηκαν και αφορούν το δικό μας χωριό, είναι κεφάλαια ενός άλλου βιβλίου μου, που θα κυκλοφορήσει αργότερα).

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν αρνητικά τη μέχρι τότε φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται στη Βόχα, στη Βοϊστίτσα και σ’ άλλα εύφορα μέρη για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους χαθήκανε στο Μέτωπο. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών. Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία και τα δικαστήρια υπολειτουργούσαν. Δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά σιγά συγκατοικούσε, χωρίς να μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ού­τε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία. Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε για όλο το χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Για λάδι δε γίνεται λόγος, ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο και, ανυπόφορο κακό είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταΐσουν και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρόνων, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα ζευγάρι παπούτσια και κανά ρουχαλάκι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια.

Μετά το χειμώνα οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες ζυμώνανε μόνο κριθαρένιο μαύρο ψωμί και μπομπό­τα που σκόρπαγε και δε γινότανε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια, φάγανε λαθούρια, με αποτέλεσμα, τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μία αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα χρόνια εκείνα βελανίδια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι ήμερες βελανιδιές στο Μάζι και τα έψηναν στη θράκα ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες, αν είχαν.

Στο δικό μας σπιτικό δοκιμάσαμε κι εμείς τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνουμε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Η αλήθεια είναι ότι στο χωριό μας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν πείνασε ο κόσμος, με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, έτρωγε κανείς απ’ ό,τι ζωντανό είχε στο σπιτικό του, κυρίως κότα. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά και όχι μόνο στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και πιάναμε πού και πού κανένα λαγό. Από τότε έχω να φάω πάλι.

Οι γυναίκες τότε μαζεύανε στα χωράφια λάχανα που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά πώς να τα έτρωγες χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα. Από φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε κανένα πορτοκάλι, το μοιράζαμε όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: Φάε μούρες, πιες νερό κι έβγα στο προ­σηλιακό, να δεις θέρμες και κακό. Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε, πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα και σταφύλια.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες καβουρδίζανε λίγο κριθάρι και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένος με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι. Επίσης η ελονοσία, το καλααζάρ κ.λπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Ο θάνατος παραμόνευε παντού.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμη και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν και φυσικά δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια. Πρώτη προτίμηση είχαν στις κότες, στα κατσικάκια και σε ό,τι άλλο φαγώσιμο. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες κοιμόντουσαν, καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους.

Εμείς τα παιδιά βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια όρεξη για γέλια και παιγνίδια. Ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές και ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, η μαύρη Κατοχή, όπως αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι.

 

Η εκτέλεση του Δάσκαλου Σπύρου Ι. Καραμούντζου*…

 

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου (1908- 1944). Με άλλους συχωριανούς του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 5 Αυγούστου 1944.

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα.

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχολεία: Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρόνια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44). Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης.

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντιστήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς.

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύχτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέντε άσχετους, άοπλους και φυσικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχίες, τους προπηλάκισαν βάναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Άργος «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.

Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυτουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυγούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο Άργους, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Άργος και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους.

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Άργους, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισης του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενους του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγο του.

Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατο του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

Εκπαιδευτικός – Ποιητής 

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος,  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», Αθήνα, 2007.

 * Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008.

 

Read Full Post »

Μαρτυρίες από την Κατοχή. Κλοπές αρχαιοτήτων, λαθρανασκαφές, καταστροφές αρχαιοτήτων στην Πελοπόννησο από τις γερμανικές και ιταλικές στρατιωτικές μονάδες κατοχής* – Κωνσταντίνος Χαρ. Τζιαμπάσης


 

Στους απολογισμούς των δεινών που επέφεραν οι ξένοι κατακτητές στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι καταστροφές της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αυτές που έχουν απασχολήσει σε μικρότερη έκταση έως σήμερα τους ερευνητές. Το ίδιο άγνωστες είναι οι καταστροφές των αρχαιολογικών θησαυρών της Πελοποννήσου, παρά τις συνοπτικές αλλά έγκαιρες καταγραφές.

Η παρούσα εργασία βασίζεται κυρίως στο βιβλίο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών Κατοχής» και αφορά την τύχη των αρχαιοτήτων της Πελοποννήσου.

Το βιβλίο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών Κατοχής» είναι μια έκθεση-μελέτη 160 σελίδων του 1946, η οποία συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων του τότε Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, με εντολή του υπουργού Α. Παπαδήμου. Από τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, στη διάρκεια της Κατοχής σε 37 πόλεις και περιοχές της χώρας εκλάπησαν αρχαιότητες από τους Γερμανούς κατακτητές, ενώ την ίδια περίοδο Γερμανοί αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν παράνομες ανασκαφές σε 17 περιοχές της Ελλάδος, απ’ όπου τα ευρήματα εστάλησαν στη Γερμανία. Δεν είναι αμελητέα η συμπεριφορά των Ιταλών που ρήμαξαν ίσως και περισσότερο από τους Γερμανούς τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.

Σύμφωνα με τον τόμο του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, «όλους σχεδόν τους αρχαιολογικούς τόπους τούς κατέλαβαν οι δυνάμεις του εχθρού και σε πολλούς προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές, γιατί έκλεψαν, κατέστρεψαν, έκτισαν πυροβολικά και έργα, χωρίς να σέβωνται τίποτε. Οι Γερμανοί προκάλεσαν καταστροφές σε 87 αρχαιολογικούς ή ιστορικούς χώρους, οι Ιταλοί σε 39. Σήμερα, μερικοί σημαντικοί αρχαιολογικοί τόποι, δεν υπάρχουν». Και συνεχίζει: «Έγιναν, όμως, και αυθαίρετες ανασκαφές, που προκάλεσαν την καταστροφή και την κλοπή αρχαιολογικών θησαυρών. Ό,τι βρήκαν στις ανασκαφές αυτές, οι κατακτητές το πήραν μαζί τους και μας μένει ακόμα άγνωστο. Τέτοιες καταστροφές έγιναν από Γερμανούς σε 24 τόπους και από Ιταλούς σε 2. Σημαντικές ήταν και οι κλοπές αρχαιολογικών θησαυρών. Οι Γερμανοί, ειδικότερα, έκλεψαν αρχαιότητες από 42 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους (σ.σ.: αρχαιολογικές συλλογές, αγάλματα, ανάγλυφα, νομίσματα, χρυσοί στέφανοι, ιερά σκεύη κ.λπ.). Οι Ιταλοί έκλεψαν αρχαιότητες από 33 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους.

 

Η προετοιμασία για τον Πόλεμο

 

Άγνωστη επίσης στους πολλούς είναι η προετοιμασία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας να προστατέψει τις αρχαιότητες της χώρας, ήδη από το 1939, όταν έγινε σαφές ότι ο μεγάλος πόλεμος δε θα άφηνε ανεπηρέαστη την Ελλάδα. Η γιγαντιαία επιχείρηση «εξασφάλισεως των αρχαιοτήτων», όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε, περιελάμβανε την πλήρη εκκένωση των μουσείων και την απόκρυψη των εκθεμάτων, σε υπόγεια, σε θησαυροφυλάκια τραπεζών, σε ορύγματα κάτω από τις αίθουσες των μουσείων που τα φιλοξενούσαν, ακόμα και σε σπηλιές. Και είναι γεγονός ότι, κατά την είσοδό τους στη χώρα, οι εισβολείς αντίκρισαν μουσεία άδεια.

Μια κατηγοριοποίηση των καταστροφών εις βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της Πελοποννήσου, στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, θα κατέληγε στο διαχωρισμό τεσσάρων βασικών κατηγοριών: 1) τις μεγάλες ζημιές στα Αρχαιολογικά Μουσεία και 2) τις καταστροφές στις επαρχιακές Αρχαιολογικές Συλλογές, 3) τις καταστρεπτικές επεμβάσεις στους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, και τέλος 4) στις παράνομες αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου και τα στοιχεία τους δεν έχουν περιέλθει ακόμη στη Αρχαιολογική Υπηρεσία. Γεγονός πάντως είναι ότι οι καταστροφές αυτές υπήρξαν τεράστιες, παρά την πολιτική προστασίας των Ελληνικών Αρχαιοτήτων από τη Γερμανική Υπηρεσία Προστασίας Τέχνης, μέλη της οποίας υπήρχαν βέβαια και στην Πελοπόννησο.

Σε αυτό το σημείο είναι καλό να δούμε αυτές τις πράξεις και να τις απαριθμήσουμε ανά νομό της Πελοποννήσου. Ξεκινώντας πρώτα από την Αργολίδα.

 

1) Αργολίδα

 

Μυκήνες

α) Το καλοκαίρι του 1941 Γερμανοί στρατιώτες πήραν δύο πλάκες από τον κυκλικό περίβολο των τάφων.

β) Τον Αύγουστο του 1943 πέντε Γερμανοί στρατιώτες μπήκαν στο Θησαυρό του Ατρέως και με κοπίδια, σφυριά κ.λπ. κατέστρεψαν τάφους για να αφαιρέσουν πέντε χάλκινους ήλους.

γ) Άλλοι «συμβάρβαροί» τους, πυροβόλησαν με περίστροφα τα λιοντάρια στην Πύλη των Λεόντων.

δ) Στην Πύλη των Λεόντων χάραξαν και τα ονόματα τους για να μείνουν στην Ιστορία.

ε) Γερμανοί στρατιώτες μετακίνησαν ογκόλιθους από την ακρόπολη των Μυκηνών και κατέστρεψαν μια γρώνη (γούρνα).

στ) Τον Ιανουάριο του 1943 οι Ιταλοί γκρέμισαν ογκόλιθους από την ακρόπολη των Μυκηνών και τις έριξαν μέσα σε τάφους του Ά ταφικού κύκλου. Ένας στρατιώτης χάραξε το όνομα του μέσα στον τάφο του Ά ταφικού κύκλου (Locatelli Mario).

 

Ιταλός καραμπινιέρος στις Μυκήνες: Η περίφημη «Πύλη των Λεόντων», φρουρείται από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Ιστορικό Φωτογραφικό Αρχείο της Ιταλίας.

 

Άργος

α) Από τα έγγραφα προκύπτει ότι από εσκαφικές εργασίες στρατιωτικής φύσεως κοντά στο σύγχρονο νοσοκομείο του Άργους βρέθηκαν πήλινα αντικείμενα που για χρόνια παρέμειναν στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και μετά την Κατοχή επιστραφήκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

β) Οι Ιταλοί της διοικήσεως του Άργους διέρρηξαν το παράθυρο του Αρχαιολογικού Μουσείου και έκλεψαν πολλά αντικείμενα. Το σημαντικότερο είναι ένα χρυσό δακτυλίδι, γλυπτά και πήλινα αντικείμενα τα οποία αγνοούνται έως και σήμερα. Η προέλευση ήταν από τις ανασκαφές του Vollgraff.

Μια ιστορία με πρωταγωνιστές τους Ιταλούς συνέβη την 24 Οκτωβρίου 1941, όταν ο λοχαγός Α. Marcarino αφαίρεσε από το Μουσείο του Άργους μαζί με στρατιώτες της 3a Regg. Ant. alpina διάφορα αντικείμενα, ένα ιππάριον, πέντε αγγεία γεωμετρικής περιόδου, δυο λύχνους και δύο ειδώλια γυναικών. Όταν οι Γερμανοί πληροφορήθηκαν την κλοπή των αρχαίων από το μουσείο, τον ανάγκασαν να τα επιστρέψει στην θέση τους. Τότε αυτός σκηνοθέτησε εκ νέου μια κλοπή στο μουσείο, στις 30 Οκτωβρίου, όταν και εκλάπη ακόμη ένα γεωμετρικό αγγείο, δυο οξυκόρυφοι κορινθιακοί αμφορείς, δυο αττικές λήκυθοι με ανθέμια, αβαφές ρωμαϊκό αγγείο, πήλινα ειδώλια και ο κατάλογος του μουσείου. Στον λοχαγό Marcarino ζητήθηκε να επιστρέψει τα κλοπιμαία αλλά μάταια, τα τρία αγγεία γεωμετρικής περιόδου παρέμειναν στην κατοχή του και μάλλον βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βενετίας.

γ) Κατά το καλοκαίρι του 1943 Ιταλοί στρατιώτες κατέστρεψαν τμήματα των παλαιών ανασκαφών του Volgraff, μετατόπισαν πέτρες από το ενετικό τείχος και τις χρησιμοποίησαν σε οχυρωματικά έργα.

 

Ναύπλιο

α) Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου του 1942 οι Ιταλικές Αρχές διέταξαν την μεταφορά των πέντε ιστορικών κανονιών του Ναυπλίου που ονομάζονταν και «πέντε αδέρφια» και ένα άλλο μαζί με μια βομβάρδα ενετικής περιόδου με ιστορικά ακιδογραφήματα, που ήταν συνδεδεμένα με την ιστορία του Ναυπλίου. Η δικαιολογία για την κλοπή ήταν ότι επρόκειτο για παλιοσίδερα.

β) Κατά τον Φεβρουάριο του 1942, Ιταλοί στρατιώτες που διέμεναν στις «φυλακές Λεονάρδου» έσπασαν με βίαιο τρόπο την πόρτα και άνοιξαν πολλά από τα κιβώτια με αρχαία που βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας ανεπανόρθωτες ζημιές στην επιστήμη.

 

Τίρυνθα

α) Το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην ακρόπολη της Τίρυνθας μιας και έκαναν εκτεταμένα οχυρωματικά έργα ανοίγοντας στο βράχο δυο καταφύγια. Σ’ ολόκληρη την ακρόπολη έφτιαξαν θέσεις για πολυβολεία προκαλώντας ζημιές στην είσοδο, στη μέση ακρόπολη και στη δυτική αυλή, ανατίναξαν δε το λίθινο κατώφλι της εισόδου προς την αυλή, μέρος από τον βωμό και τη βάση του.

β) Τον Απρίλιο του 1943 καταστράφηκαν οικίες από την αρχαία πόλη της Τίρυνθας  για οχυρωματικά έργα και έργα οδοποιίας.

 

Ασίνη

α) Το καλοκαίρι του 1943 καταστράφηκαν αρχαίοι τάφοι στο λόφο της Μπαρμπούνας. Για την ολοκληρωτική καταστροφή της Ασίνης και την μετατροπή της σε οχυρωματικό έργο, έχουν εξολοκλήρου ευθύνη οι Ιταλοί και ιδιαίτερα ο λοχαγός Bagnolesi από την Πίζα που σχεδίασε την όλη επιχείρηση.

β) Την καταστροφή της ακρόπολης της Ασίνης συνέχισαν οι Γερμανοί.

 

2) Αρκαδία

 

Άγιοι Απόστολοι – Λεοντάρι

Οι Γερμανοί κατέστρεψαν με δυναμίτη το καμπαναριό και θρυμμάτισαν τις καμπάνες, ζημιές υπέστησαν ένας κίονας και η οροφή του ναού.

 

Μεγαλόπολη

Στην Μεγαλόπολη οι Ιταλοί στρατοπέδευσαν εκεί που βρίσκονταν η αρχαιολογική συλλογή, την οποία μετέφεραν σε ένα κοντινό χοιροστάσιο. Ακόμη έχει διαπιστωθεί ότι υπήρχαν κλοπές αρχαίων αλλά και καταστράφηκε ο κατάλογος της συλλογής.

 

Λυκόσουρα 

Τον Μάρτιο του 1942, 400 Ιταλοί στρατιώτες στρατοπέδευσαν στις αρχαιότητες της Λυκόσουρας, κατέρριψαν τους τρεις όρθιους κίονες του ναού της Δέσποινας και κατέστρεψαν τέσσερεις μαρμάρινες πλάκες.

 

3) Αχαΐα

 

Πάτρα 

α) Την 31 Αυγούστου του 1943 κλάπηκαν από Ιταλούς στρατιωτικούς από το φρούριο των Πατρών δυο επιγραφές, μια ελληνική και μια λατινική. Την ίδια περίοδο ο Ιταλός πρόξενος της Πάτρας έκλεψε την συλλογή Craw, που αποτελούνταν από έναν θώρακα από την Ολυμπία, μια μεταλλική περικεφαλαία, 96 πήλινα τεμάχια, έναν μεταλλικό ίππο και άλλα μεταλλικά αντικείμενα.

β) Οι Γερμανοί γκρέμισαν την αριστερή γωνία της Α. πύλης, για να διέρχονται φορτηγά αυτοκίνητα. Οι αρχές Κατοχής επέφεραν διάφορες τροποποιήσεις στο τείχος χρησιμοποιώντας το υλικό του φρουρίου.

 

Αγία Λαύρα 

Καταστράφηκε από πυρκαγιά που έβαλαν οι Γερμανοί ο πάνω όροφος των κελίων της μονής.

 

Ρίο 

Το φρούριο στο Ρίο σε ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς λόγω της οχυρής του θέσης.

 

4) Ηλεία

 

Ολυμπία 

α) Από την παραμονή των μηχανοκίνητων μονάδων στο χώρο, προξενήθηκαν μεγάλες ζημιές (σ.σ.: δεκάδες εξ αυτών αναφέρονται). Καταστράφηκε το πιο μεγάλο μέρος του πήλινου αγωγού του Γυμνασίου. Καταστράφηκαν εξολοκλήρου ή μερικώς οι βάσεις της εσωτερικής κιονοστοιχίας του Γυμνασίου. Καταστράφηκε τμήμα του περιβόλου της Ιεράς Άλτεως, τμήμα του αγωγού κοντά στο Πελόπιον. Και όλα αυτά έγιναν ύστερα από τη διαβεβαίωση του αντιπροσώπου του Γ’ Ράιχ, Άλτενμπουργκ, ότι η Ολυμπία είναι χώρος «που ενδιαφέρει εξαιρέτως τον Χίτλερ». Να φανταστεί κανείς και να μην τον ενδιέφερε εξαιρετικά.

β) Την 8η Ιουλίου του 1942 Ιταλοί στρατιώτες αφαίρεσαν 6 επεξεργασμένους λίθους για την κατασκευή πυροβολείου. Αργότερα οι Γερμανοί επέστρεψαν δυο από αυτούς.

 

5) Κορινθία

 

Αρχαία Κόρινθος

α) Γερμανοί αξιωματικοί και διπλωματικοί υπάλληλοι κατά διαστήματα έκλεψαν πολλά αρχαία μαρμάρινα μέλη από το Ασκληπιείο και τον ναό του Καπιταλίου Δία. Επανειλημμένα αφαιρούσαν υλικό από το δάπεδο του λουτρού κοντά στην Πειρήνη κρήνη και από τα καταστήματα της Ρωμαϊκής Αγοράς. Σοβαρές ήταν και οι κλοπές από αρχαιότητες που αφαίρεσαν από τις αποθήκες του Μουσείου Κορίνθου από το Μάιο του 1941 έως τον Απρίλιο του 1943.

β) Οι Ιταλοί που είχαν εγκατασταθεί στην Αρχαία Κόρινθο λεηλάτησαν το χώρο του Ασκληπιείου και τα αντικείμενα που φυλάσσονταν εκεί. Άλλοι από το πολεμικό ναυτικό της Ιταλίας έκλεψαν τα κιβώτια και αποκόλλησαν αρχαία μάρμαρα την 26η Ιανουαρίου 1943. Το ίδιο έγινε και την 2α Απριλίου 1943. Μετά από διαταγή του Ιταλού Στρατιωτικού Διοικητή της Πελοποννήσου που έδρευε στο Ξυλόκαστρο, τέσσερεις Ιταλοί στρατιώτες απέκοψαν δέκα τρία γλυπτά από το γείσο. Η εργασία έγινε υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του στρατηγού Giuseppe Pafundo, commandante del 8o corpo d’armata, γνωστού συλλέκτη αρχαιοτήτων από τη βόρεια Ιταλία.

γ) Το καλοκαίρι του 1941 καταστράφηκαν αρχιτεκτονικά μέλη και πώρινος κίονας μετά από μετατόπιση μεγάλων λίθων κοντά στην Πειρήνη κρήνη. Την ίδια περίοδο Γερμανοί βρέθηκαν στο εσωτερικό του Μουσείου και κομμάτιασαν αρχαιότητες εκτός από εκείνες που έκλεψαν.

δ) Το τέλος του καλοκαιριού του 1941 οι Ιταλοί έσπασαν πολλές αρχαιότητες (πώρινα αρχιτεκτονικά μέλη), μιας και με τη βία κατέστρεψαν το χώρο των αποθηκών του Ασκληπιείου.

6) Λακωνία

 

Ο γερμανός W.v. Vacano εργάσθηκε, κατά τις πληροφορίες της DIA, σε διάφορες περιοχές της Λακωνίας, μεταξύ αυτών και στο Κουφόβουνο. Από την ανασκαφή ήρθαν στο φως όστρακα, πυρόλιθοι, οστέινα εργαλεία, που μεταφέρθηκαν στην Αυστρία και αργότερα στην Γερμανία.

 

7) Μεσσηνία

 

Καλαμάτα

Γερμανικό πυροβολικό κανονιοβόλησε το βυζαντινό μοναστήρι της Βελανιδιάς, μέσα στο οποίο υπήρχαν πολλές βυζαντινές εικόνες και πολύτιμη βιβλιοθήκη. Μετά των κανονιοβολισμό της Μονής της Βελανιδιάς καταστράφηκαν πλήθος βυζαντινών αρχαιοτήτων και η πολύτιμη βιβλιοθήκη της μονής.

 

Μεθώνη

α) Οι Γερμανοί για να εγκαταστήσουν πυροβόλα ανατίναξαν το ΒΔ μέρος του φρουρίου και ένα οικοδόμημα που βρίσκονταν κοντά στην εκκλησία του κάστρου.

β) Ιταλοί αξιωματικοί έκλεψαν μια πώρινη πλάκα με παράσταση λιονταριού – προφανώς ενετικής περιόδου – αλλά δεν πρόλαβαν να την φυγαδεύσουν και παρέμεινε σε ξενοδοχείο της περιοχής. Οι Ιταλοί κατέστρεψαν και τις παραστάδες από τις πύλες του φρουρίου για να περάσουν στρατιωτικά οχήματα σε αυτό.

 

Κορώνη

Στο κάστρο της Κορώνης οι Γερμανοί κατέστρεψαν το τείχος στο Β και στο Α μέρος, στο Ν κατέστρεψαν τον προμαχώνα και τους εξωτερικούς πυργίσκους.

 

Ιθώμη 

Τον Μάιο του 1941 οι Γερμανοί έκλεψαν τρεις ογκόλιθους και του μετακίνησαν έξω από το κάστρο. Το Σεπτέμβρη του 1943 οι Γερμανοί κατέστρεψαν το Ν τμήμα του φρουρίου.

 

Πύλος 

Οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν μέσα στο φρούριο και κατέστρεψαν μέρος του τείχους για να κατασκευάσουν οχυρωματικά έργα. Το ίδιο έκαναν αργότερα και οι Γερμανοί. Τέλος, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν, αλλά και υπέστησαν τεράστιες ζημιές πολλές βυζαντινές αρχαιότητες. Και, βέβαια, κυρίως εκκλησίες. Εκτιμάται ότι καταστράφηκαν 15 μοναστήρια, μεταξύ των οποίων τα ιστορικής σημασίας Αγίας Λαύρας και Μεγάλου Σπηλαίου, καθώς και 300 εκκλησίες, με έργα μεγάλης πολιτιστικής αξίας.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να παραλείψω από την παρούσα εργασία τις ιστορίες – μαρτυρίες που έχω συλλέξει από φύλακες αρχαιοτήτων για τις βιαιότητες και τις απειλές αλλά ακόμα και τα βασανιστήρια που υπέστησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους. Η Αργολίδα και η Κορινθία ομολογώ ότι κρατούν τα σκήπτρα. Υπόσχομαι βέβαια ότι θα επανέλθω σύντομα, όταν ολοκληρωθεί η μελέτη, με νέο άρθρο.

Μια συνολική αποτίμηση των καταστροφών που προκλήθηκαν στις αρχαιότητες στην Κατοχή συνοψίζεται στην απώλεια αρκετών εκατοντάδων – ή και χιλιάδων – αρχαίων αντικειμένων που απομακρύνθηκαν από την Πελοπόννησο. Δεν ήταν όμως λίγες και οι καταστροφές που προκλήθηκαν στα αρχαία μνημεία από τους βανδαλισμούς και κυρίως από την τετράχρονη, κατά τη διάρκεια της κατοχής, έλλειψη σοβαρής συντήρησης.

Το ελληνικό κράτος αμέσως μετά τον πόλεμο επιδίωξε την αναζήτηση των κλεμμένων θησαυρών, ουδέποτε όμως οι Γερμανικές και Ιταλικές αρχές εκλήθησαν να επανορθώσουν με κάποιο τρόπο για τις καταστροφές που προξένησαν. Τα αποτελέσματα της αναζήτησης των αρχαιοτήτων που αποσπάσθηκαν από την Πελοπόννησο, παρά τη σοβαρότητα του μεταπολεμικού εγχειρήματος, υπήρξαν τότε, δυστυχώς, απογοητευτικά.

Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι το Υπουργείο Πολιτισμού επανεξετάζει τα αρχεία του, προκειμένου να ξεκινήσει νέο γύρο διεκδίκησης των κλεμμένων αρχαιοτήτων. Ευχόμαστε όλοι η αναζήτηση αυτή τη φορά να είναι περισσότερο επιτυχής.

 

Σημείωση

 

(*)Τις πιο θερμές ευχαριστίες στους διοργανωτές του Συνεδρίου και ιδιαίτερα στον Αν. Προϊστάμενο του Α.Ι.Π.Σ. (Τρίπολη) Σ. Ραπτόπούλο για τις όμορφες και οξυδερκείς πρωτοβουλίες του για την ιστορική γνώση και τη διάδοση της, πράγμα δύσκολο στις μέρες μας. Αμέριστη ευγνωμοσύνη στον διευθυντή της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας καθ. κ. Emm. Greco, για τις διευκολύνσεις, που μου προσέφερε και την ζεστή φιλοξενία, στην πλούσια βιβλιοθήκη της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας.

 

Ενδεικτική Βιβλιογαφία:


 

  • Αντωνάκης Χρ. Ν. «Το Ανταρτικό στον Ταΰγετο 1941 -1944: Πρωτοπόρα η Αλαγονία», εκδ. Τεχνική Εκδοτική, Αθήνα, 1994.
  • Αντωνόπουλος Κ., «Κατοχή 1941 -1944 – Εθνική Αντίσταση και ελευθερία», Καλαμάτα, 1980.
  • Βαζαίος Εμμ., «Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντίστασης εις την Πελοπόννησο», Κόρινθος, 1961.
  • Γλέντης Κ.Α., «Εφτά χρόνια στη Σπάρτη (1936-46)», Αθήνα, 1977.
  • Ζέρβης Ν. Ι., «Καλαμάτα: Πρώτη Γερμανική Κατοχή», τ. Ά, 1941.
  • Ζέρβης Ν. Ι., Η Γερμανική Κατοχή στην Μεσσηνία: Όπως καταγράφεται στις απόρρητες ημερήσιες αναφορές του Γερμανικού Στρατού Κατοχής (Σεπτέμβριος 1943 – Σεπτέμβριος 1944), Καλαμάτα 1998.
  • Κουτσούμπος Ι., «Ζωντανές εικόνες του Ναυπλίου από τον Πόλεμο και την Κατοχή, Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ.5, Ναύπλιο, 2005.
  • Λάγαρης Δ. «Πέντε χρόνια αίματος , δόξης και σκλαβιάς – Η Πάτρα στον πόλεμο και στην Κατοχή», Πάτρα 1946.
  • Mayer H.F., «Από την Βιέννη στα Καλάβρυτα: Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στην Σερβία και στην Ελλάδα» , εκδ. Εστία, Αθηνα, 2003.
  • Μπουγάς Ι., «Ματωμένες μνήμες 1940 -45», Εκδ. Πελασγός, 2009.
  • Παπακογκος Κ., Αρχείον Πέρσον: «Κατοχικά Ντοκούμέντα του Δ.Ε.Σ. Πελοποννήσου»,εκδ. Παπαζήσης, 1977.
  • Πετρόπουλος Γ., «Τα τάγματα ασφαλείας στην Πελοπόννησο», διδακτ. Πάντειο , Αθήνα 2007.
  • La Grecia ha diritto di essere diffesa, per la pace nel Mediterraneo, Societa’ editrice dell’Orso, Roma, 1949.
  • Documentazioni il drama del popolo Greco, Roma 1949.
  • «Φάκελος Ελλάς: Τα Μυστικά Αρχεία του Φόρεειν Όφφις: Δικτατορία, Πόλεμος, Κατοχή, Μέση Ανατολή, Αντάρτικο, Δεκεμβριανά» εκδ. Νέα Σύνορα,1989.
  • Πόλεμος και Κατοχή από τα Γερμανικά φωτογραφικά Αρχεία, Αθήνα, 1980.

 

Κωνσταντίνος Χαρ. Τζιαμπάσης

Ερευνητής Κλασσικής Αρχαιολογίας

University of Messina

  

Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα


 

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.

Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας (τόμ. 1, σ. 8081) δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.

Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στέλνεται στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ.

Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται:

«Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά. Ο Γιώργος ο Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς, ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.

Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον ¨Κέφαλο¨, ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία ¨Γαρύφαλλου¨, βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».

Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.

Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί. Είμαστε έξη. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας, ο Δημήτρης ο Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης ο Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθειά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.

Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.

Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή του Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο Παπαδάκο [Τάσος Γεωργοπαπαδάκος], που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος ο Κρεμύδας, ο Βασίλης ο Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

 

«Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.

Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή τον Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.

Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής ο Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σέριφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.

Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι. Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και ¨Νάτο, έφυγε¨. Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.

Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.

Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.

Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: ¨Εν τάξει, εν τάξει¨, σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.

 

Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

 

«Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την ¨Καταδίωξη¨, έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την ¨Καταδίωξη¨, στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα.

Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος ο Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:

– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.

– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;

– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.

Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του ¨Μπεκίρη¨. Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο τον Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη τον Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.

Γιώργος Σκούρτης  (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη - Παπαθανασίου.

Γιώργος Σκούρτης (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη – Παπαθανασίου.

Ο Πανουργιάς [Γιώργος Σκούρτης]  κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη τον Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.

«Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο τον Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου του Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».

«Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή».

Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Τάκης Μαύρος

Read Full Post »

Older Posts »