Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κοινωνία’

«Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» – Αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου τρία χρόνια μετά την εφαρμογή του. ©  Αθανασία Β. Τριανταφυλλοπούλου – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αναπτυξιακών Θεσμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΤΕΙ Πελοποννήσου, Δικηγόρος


 

«Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες»

Εισήγηση στην Ημερίδα: «Τρία Χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης “Καλλικράτης”: εμπειρίες και προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

Η Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση & την Τοπική Αυτοδιοίκηση του ΤΕΙ Πελοποννήσου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σειρά ερευνών, παρουσίασε στην ημερίδα του Άργους την προβληματική μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που αναζητά σύγχρονους τρόπους ύπαρξης σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που φαίνεται να αλλάζει πολύ γρήγορα στο επίπεδο όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων αλλά και των πολιτικών και διοικητικών σχέσεων και (αλληλ)εξαρτήσεων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη μετά την εισήγηση του Θεόδωρου Ν. Τσέκου με τίτλο «Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις», και την εισήγηση του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, «Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες», δημοσιεύει σήμερα την εισήγηση της  Αθανασίας Β. Τριανταφυλλοπούλου. Στις εισηγήσεις παρουσιάζονται οι σημαντικότερες πλευρές της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», τρία χρόνια μετά την υιοθέτησή της και τίθενται ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, έξι χρόνια μετά και σε περίοδο βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης, είναι επίκαιρα και αναζητούν απάντηση.

 

«Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» – Αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου τρία χρόνια μετά την εφαρμογή του.

 

Γενικές Παρατηρήσεις

 

ΣκάκιΗ τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα έχει την αφετηρία της πολύ πριν την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Στην Ελλάδα της προεπαναστατικής περιόδου οργανωμένες κοινότητες λειτουργούσαν συλλογικά ως όργανα με αποδοχή της τοπικής κοινωνίας και διοικούσαν απευθείας τις τοπικές υποθέσεις σε τοπικό επίπεδο. Σημαντικός ήταν και ο ρόλος των οργανωμένων σχηματισμών αυτοδιοίκησης κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Η οργάνωση της διοίκησης, ωστόσο, κατά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους δημιούργησε διενέξεις σχετικά με το ρόλο των οργανωμένων σχηματισμών, που είχαν συγκροτηθεί στον ελλαδικό χώρο, καθώς και στη δομή και λειτουργία του ελληνικού διοικητικού συστήματος.

Στα πρώτα ελληνικά συντάγματα, καμία αναφορά δεν γίνεται για τη τοπική αυτοδιοίκηση, ως αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί. Στο σύνταγμα του 1864 και σ΄ αυτό του 1911 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με την εκλογή των τοπικών αρχόντων, ενώ ο συντακτικός νομοθέτης το 1925 ενσωμάτωσε τα αυτοδιοικούμενα κατά τόπο σχήματα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Στο σύνταγμα του 1952 αναγνωρίζεται το αποκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και η τοπική αυτοδιοίκηση, της οποία εξασφαλίζεται η διοικητική αυτοτέλεια «δια της αναδείξεως των οργάνων διοίκησής της με καθολική ψηφοφορία»

Η  διάταξη του άρθρου 102 του ισχύοντος συντάγματος 1975/1986/2001/2008, κατοχυρώνει δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, αναγνωρίζει τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και αναθέτει στο κοινό νομοθέτη τον καθορισμό του εύρους και των κατηγοριών των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή των υποθέσεων αυτών μεταξύ των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης και την ανάθεση στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης την άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους.

Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής με το νόμο για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης»[1], επήλθε στο διοικητικό σύστημα οργάνωσης του κράτους η τελευταία μεταρρύθμιση, με την οποία προβλέπεται η αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και των περιφερειακών οργάνων της κεντρικής διοίκησης[2].

Ο δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, διευρύνεται στο επίπεδο των πρώην περιφερειακών οργάνων της κεντρικής διοίκησης, ενώ οι δήμοι και οι κοινότητες συνενώνονται και οι δήμοι αποτελούν, πλέον, τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης σε σύντομο, σχετικώς, χρονικό διάστημα από τη τελευταία μεταρρύθμιση του 1997[3] και της ίδρυσης του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης το 1994[4], δημιούργησε εύλογα ερωτηματικά  ως προς τη νέα αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού συστήματος για τη διοίκηση των υποθέσεων δημόσιου ενδιαφέροντος σε τοπικό επίπεδο. Η έλλειψη ενός ουσιαστικού, άτυπου, έστω, διαλόγου για τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων του 1994 και 1997 και η αποσπασματική έρευνα για τον καθορισμό κριτηρίων που θέτει το Σύνταγμα για τις μεταβολές των ορίων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (πληθυσμιακά, συγκοινωνιακά, κοινωνικά κριτήρια) προδιέθεταν για τη διατύπωση προβληματισμών σχετικά με την αποτελεσματικότητα ως προς την εφαρμογή του συστήματος που επρόκειτο να θεσπιστεί με το νέο νόμο.

Οι διεκπεραιωτικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ωστόσο, του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως αυτές προβλέπονταν στη μεταρρύθμιση του 1994 και οι τάσεις της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων για την μη επιτρεπτή ανάθεση αρμοδιοτήτων γενικού δημόσιου ενδιαφέροντος στη τοπική αυτοδιοίκηση, είχαν ήδη οριοθετήσει τις συνθήκες για ην θέσπιση διατάξεων από το κοινό νομοθέτη, άσκησης αποφασιστικού χαρακτήρα υποθέσεων από τη τοπική αυτοδιοίκηση και της παραχώρησης προς αυτήν αρμοδιοτήτων, οι οποίες ανήκουν στην ευθύνη της κεντρικής διοίκησης.

Παράλληλα, ζητήματα διοικητικής εποπτείας, διαδημοτικής συνεργασίας, δημοσιονομικού ελέγχου, λειτουργίας των Υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά κυρίως, ζητήματα τα οποία προέκυπταν από τη συνεχιζόμενη οικονομική εξάρτιση της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, είχαν δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα του πρώτου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης.

Συγχρόνως, κατά τη διάρκεια του δημόσιου διαλόγου για την ήδη εξαγγελθείσα αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία σημειωτέον ήταν στο πρόγραμμα της Κυβέρνησης, η δημοσιονομική κατάσταση του κράτους και η οικονομική ύφεση, η οποία επικρατούσε την περίοδο αυτή στον ευρωπαϊκό χώρο και ειδικότερα στην Ελλάδα, είχαν ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο τετελεσμένων αποφάσεων, ως προς  την επικείμενη μεταρρύθμιση. Πράγματι, ο νόμος 3852/2010, ήταν το πρώτο νομοθέτημα μετά τη θέσπιση του πρώτου Συμφώνου Κατανόησης μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων, αντικείμενο του οποίου ήταν η εξοικονόμηση δημοσίων εσόδων[5].

Το γεγονός ότι η νέα μεταρρύθμιση θεσπίστηκε υπό τους διαμορφούμενους, βάσει του Συμφώνου Κατανόησης όρους, δεν απέκλειε, την ευχέρεια για τον Έλληνα νομοθέτη ως προς μια συνολική αναδιάρθρωση στη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη τις μέχρι το χρόνο αυτό εμπειρίες από τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις του 1994 και 1997, αλλά και των συνθηκών και διεργασιών της τελευταίας δεκαετίας στον ευρωπαϊκό χώρο[6].

 Ο νόμος για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», που τελικώς θεσπίστηκε, προβλέπει, πέραν της συγχώνευσης των δομών του πρώτου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης και την γεωγραφική διεύρυνση του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, τον καθορισμό του εύρους των αρμοδιοτήτων για κάθε βαθμό αυτοδιοίκησης, την αναδιάρθρωση των περιφερειακών κρατικών οργάνων και την αναδιοργάνωση της δημοτικής και περιφερειακής αποκέντρωσης και των Υπηρεσιών των δήμων. Εισάγει, επίσης, νέους συμμετοχικούς θεσμούς στη τοπική αυτοδιοίκηση παράλληλα με την αναδιοργάνωση του συστήματος διακυβέρνησης αυτής, νέο σύστημα εποπτείας του Κράτους επί των δήμων και περιφερειών και μεταβάλει το εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη των τοπικών αρχών[7]. Η πολιτεία και στη νέα αυτή μεταρρύθμιση δεν προχώρησε στον, κατά το σύνταγμα προβλεπόμενο, καθορισμό τοπικών εσόδων και την οικονομική αποδέσμευση της τοπικής αυτοδιοίκησης από την κρατική επιχορήγηση. Ειδικότερα προβλέπονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις ανωτέρω ρυθμίσεις.

 

Τα όρια των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η διοίκηση των τοπικών και περιφερειακών υποθέσεων

 

Η βασική διάκριση μεταξύ της διοίκησης των τοπικών υποθέσεων από τη τοπική αυτοδιοίκηση και αυτής των γενικών υποθέσεων, τις οποίες ασκούν όργανα της κεντρικής διοίκησης, συνδέεται με την ανάμιξη ενός ευρύτερου αριθμού πολιτών στη λήψη των αποφάσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η άσκηση, συνεπώς,  αρμοδιοτήτων δημόσιου χαρακτήρα από εκλεγμένα σε τοπικό επίπεδο όργανα, διαφέρει από την αντίστοιχη άσκηση όμοιων αρμοδιοτήτων της κεντρικής διοίκησης, στον τρόπο με τον οποίο διοικούνται οι τοπικές υποθέσεις. Ο κοινός νομοθέτης, επεχείρησε και στην τελευταία αυτή μεταρρύθμιση έναν ενδεικτικό, αλλά συγχρόνως αναλυτικό προσδιορισμό των τοπικών υποθέσεων, διευρύνοντας τον κύκλο των γενικών αρμοδιοτήτων, τη διοίκηση των οποίων παραχώρησε στη τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού.

Η ευρύτητα των υποθέσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης  επιτυγχάνεται μόνο εφόσον συνοδεύεται με την παραχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων. Η παραχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε όργανα, τα οποία δεν ανήκουν στη κεντρική διοίκηση απετέλεσε κεντρικό σημείο διένεξης από τις πρώτες ρυθμίσεις τόσο για την πρωτοβάθμια όσο και για τη δευτεροβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση[8]. Τόσο η κεντρική διοίκηση όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση ευρίσκονται συνεχώς σε σημείο τριβής, ακριβώς εξ αιτίας του γεγονότος ότι καθένας διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας. Η διάκριση του περιεχομένου των υποθέσεων κατά το συντακτικό νομοθέτη σε «γενικές» και «τοπικές», αποτελεί κριτήριο για το δημόσιο εκείνο φορέα, με την ευθύνη του οποίου διοικούνται οι υποθέσεις.  Ωστόσο τα όρια δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα. Η «γενική υπόθεση» αποτελεί άμεσα και υπόθεση τοπικού ενδιαφέροντος, ενώ αντίστοιχα οι τοπικές υποθέσεις έχουν και εθνικό αντίκτυπο. Επί παραδείγματι  η εθνική οικονομία, η οποία κατά το σύνταγμα αποτελεί υπόθεση «του κράτους», έχει έντονο τοπικό χαρακτήρα. Τούτο διότι, στο τοπικό επίπεδο με την «ευκαιρία» άσκησης της γενικής υπόθεσης, αναπτύσσονται συναλλαγές, κοινωνικές σχέσεις και επικοινωνίες και αναπτύσσεται η τοπική και ευρύτερα περιφερειακή οικονομία. Είναι, επίσης, δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των γενικών και τοπικών  υποθέσεων, οι οποίες ανάγονται στο τομέα εκπλήρωσης του κοινωνικού ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η απασχόληση, το περιβάλλον. Τούτο δεδομένου ότι, είναι «εθνικό», δεν μπορεί παρά να αναφέρεται και σε επίπεδο τοπικό, το οποίο επηρεάζεται και το οποίο πρωτίστως δέχεται τις επιλογές του κοινού νομοθέτη. Στο Σύνταγμα κηρύσσεται η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης στο μέρος περί της διοίκησης του κράτους. Ωστόσο σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος προβλέπεται ρητά η υπέρ του κράτους αρμοδιότητα σημαντικών υποθέσεων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση γενικών και τοπικών υποθέσεων, γεγονός, το οποίο δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη στον προσδιορισμό του εύρους και των κατηγοριών των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στη διοικητική μεταρρύθμιση του 2010, ο κοινός νομοθέτης, ως εκ τούτου, είχε την ευχέρεια να οριοθετήσει το περιεχόμενο των γενικών και τοπικών αρμοδιοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις πάγια αποδεκτές πλέον αρχές της εγγύτητας και της επικουρικότητας, κατά τρόπον ώστε,  η τοπική αυτοδιοίκηση και ειδικότερα η περιφερειακή αυτοδιοίκηση, ως εκ του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου ευθύνης της, να αναδειχθεί στον αρμόδιο δημόσιο φορέα σύλληψης, οργάνωσης και εφαρμογής της περιφερειακής πολιτικής στον αντίστοιχο χώρο, το κράτος δε, να διατηρήσει έναν ρόλο κατεύθυνσης της πολιτικής σε επίπεδο επικράτειας, αυτό που είναι ευρέως γνωστό ως «ο επιτελικός ρόλος του κράτους», προσδιορίζοντας κατά τρόπο σαφή τις αρμοδιότητες τις οποίες τα κεντρικά όργανα του κράτους πρέπει να διατηρήσουν. Η περιπτωσιολογική  αναφορά αρμοδιοτήτων δεν προωθεί τη δυναμική μεταφοράς όλων εκείνων των αρμοδιοτήτων και θεμάτων στη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά θέτει φραγμούς προς το σκοπό αυτό. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη, εκτός από το γεγονός, ότι δημιουργεί και συνταγματικά προβλήματα, με δεδομένο ότι, περιορίζει την καθ΄ύλην αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 102, δημιουργεί και προβλήματα κατά την εφαρμογή. Τούτο απεδείχθη, διότι κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων εφαρμογής του νέου νόμου, ο νομοθέτης προέβη σε μεγάλης έκτασης τροποποιήσεις, προκειμένου να προσδιοριστεί ο τοπικός χαρακτήρας αντίστοιχων υποθέσεων[9].

 Η ευρύτητα του γεωγραφικού χώρου, συνεπώς,  και  η, ως εκ τούτου, εκπροσώπηση ενός μεγάλου αριθμού πολιτών στη διοίκηση των υποθέσεων που τους αφορούν, θα εύρισκε ανταπόκριση εάν συνδέονταν και με την αποφασιστική συμμετοχή του πολίτη στη διοίκηση των υποθέσεων και συνοδεύονταν  με τις απαραίτητες δομές και «εργαλεία», για την αποτελεσματική εκπλήρωση του σκοπού ενός θεσμού εξουσίας.

Η αποφασιστική αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης αναδεικνύεται και στη δυνατότητα εκπόνησης του περιφερειακού σχεδιασμού. Στην τελευταία μεταρρύθμιση, ο περιφερειακός προγραμματισμός αποτελεί διακριτό τομέα αρμοδιοτήτων, στον οποίο εντάσσεται η εξειδίκευση των στόχων και κατευθύνσεων της αναπτυξιακής πολιτικής της αυτοδιοικούμενης περιφέρειας. Ο νομοθέτης, ως προς αυτή την αρμοδιότητα επανέρχεται στις επιλογές του 1986 και επαναφέρει την έννοια του δημοκρατικού προγραμματισμού.

Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης επιτρέπει στη τοπική αυτοδιοίκηση τον σχεδιασμό μιας αναπτυξιακής πολιτικής, η οποία λαμβάνει υπόψη της τις ανάγκες των πολιτών στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Με άλλη, ωστόσο διάταξη[10], η περιφερειακή αυτοδιοίκηση δεσμεύεται στην άσκηση της αναπτυξιακής της πολιτικής από τις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές[11]. Οι προτεραιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ανάγκη πράγματι να συνάδουν με τις αντίστοιχες εθνικές,   ο αναπτυξιακός δε σχεδιασμός και προγραμματισμός  αποτελεί υπόθεση της κεντρικής διοίκησης. Εν τούτοις η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί το δημόσιο εκείνο φορέα, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη αμεσότητα με το επίπεδο ευθύνης του και γνωρίζει εκ του σύνεγγυς τις προτεραιότητες των ενδιαφερόντων  των πολιτών. Η έκφραση της γνώμης των τοπικών αρχών, συνεπώς,  αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την επιτυχία και αποτελεσματικότητα του εθνικού προγραμματισμού[12].  Ως εκ τούτου, προκειμένου να εφαρμοστεί η αρχή του δημοκρατικού προγραμματισμού, ορθότερο θα ήταν στη διάταξη του νόμου, ο περιφερειακός και αντίστοιχα δημοτικός σχεδιασμός να αποτελεί το θεμέλιο του εθνικού προγραμματισμού, υπό την έννοια ότι, τα κεντρικά όργανα διοίκησης, θα είχαν την υποχρέωση να εντάξουν στον εθνικό σχεδιασμό και προγραμματισμό τις αναγκαιότητες που θα διατυπώνονταν στους αντίστοιχους τοπικούς και περιφερειακούς.

 

Δημοτική και περιφερειακή αποκέντρωση

 

Η παραχώρηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων από τις κεντρικές Υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης προς διακριτά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αλλά και προς ιδρύματα, αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, μορφή αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διοίκηση.

Η παραχώρηση των αρμοδιοτήτων συνδέεται αφενός μεν με τη φύση των υποθέσεων που ο κεντρικός οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης έχει να διοικήσει[13], αλλά κυρίως, με το χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης ως συμμετοχικού θεσμού. Τούτο επιτυγχάνεται με την αξιοποίηση στη διοίκηση των νομικών αυτών προσώπων, εκτός  λαϊκών μελών, τα οποία, χωρίς να είναι αιρετοί, έχουν σχέση και γνωρίζουν το αντικείμενο αρμοδιοτήτων των νομικών προσώπων.  Η διαδικασία λειτουργίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,  αλλά και η, για μεγάλο χρονικό διάστημα διάκριση των αρμοδιοτήτων σε αποκλειστικές και συντρέχουσες με αποτέλεσμα την μη επιτρεπτή άσκηση από τη τοπική αυτοδιοίκηση,  αρμοδιοτήτων που αναδεικνύουν τον κοινωνικό της ρόλο[14], συνετέλεσε στην περιορισμένη ανάπτυξη του θεσμού. Αντιθέτως η ίδρυση επιχειρήσεων, αποτέλεσε ένα θεσμό, ο οποίος συνέβαλε, σε αρκετές περιπτώσεις στην αξιοποίηση τοπικών πόρων και στην ολοκληρωμένη τοπική και ευρύτερα περιφερειακή ανάπτυξη,  σχεδόν στο σύνολο των κλάδων της οικονομίας. Οι αναπτυξιακές εταιρίες[15] σε περιφερειακό επίπεδο, συνετέλεσαν στην προώθηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας όχι μόνο από τη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις, το αντικείμενο των οποίων είναι συναφές με τους τομείς κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, πολιτισμού, αθλητισμού, παιδείας[16],  δραστηριοποιήθηκαν στην εφαρμογή προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση και ενίσχυσαν σε τοπικό επίπεδο την απασχόληση. Ασφαλώς παρατηρήθηκαν και φαινόμενα, τα οποία δεν δικαιώνουν το θεσμό, από της θέσπισής του το 1984,με το ν. 1416/1984, ωστόσο δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι ο ρόλος των επιχειρήσεων στη τοπική ανάπτυξη υπήρξε σημαντικός.

Στη τελευταία μεταρρύθμιση ο νομοθέτης,  κατήργησε τη δυνατότητα αξιοποίησης του θεσμού,  των κοινωφελών επιχειρήσεων και προβλέπει τη δημιουργία μίας αναπτυξιακής εταιρίας σε επίπεδο περιφέρειας. Οι υφιστάμενες κοινωφελείς επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να συγχωνευτούν, εφόσον λειτουργούσαν σε δήμους και κοινότητες που συνενώθηκαν.

Σε συγχώνευση υποχρεώθηκαν και τα υφιστάμενα νομικά πρόσωπα, κατά τρόπον ώστε να λειτουργούν δύο το πολύ νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε κάθε νέο δήμο.

Η ρύθμιση αυτή του νόμου, τόσο για τη συγχώνευση των κοινωφελών επιχειρήσεων, όσο και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθούν τα εξής: Σύμφωνα με το ν.3852/2010 οι δήμοι, εφόσον διατηρούν δύο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποχρεούνται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του τομέα του πολιτισμού και αυτού της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, στην περίπτωση δε λειτουργίας κοινωφελούς επιχείρησης, δεν επιτρέπεται η σύμπτωση αντικειμένων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κοινωφελούς επιχείρησης. Η διάταξη αυτή του νόμου δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί ως ευθεία παρέμβαση στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και συνεπώς στην αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα διακριτά νομικά πρόσωπα, τα οποία ιδρύει η τοπική αυτοδιοίκηση, είναι υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής, η οποία εγκρίνει τον προϋπολογισμό τους, οι αποφάσεις της διοίκησης ελέγχονται, με όμοιο με τις αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων τρόπο, υπόκεινται δε σε δημοσιονομικό έλεγχο, κατά τα ισχύοντα για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.  Όσον αφορά δε τα λειτουργικά έξοδα, κατά κανόνα, τα δημοτικά νομικά πρόσωπα στεγάζονται σε ακίνητα των δήμων. Το προσωπικό, το οποίο θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί δαπάνη που επιβαρύνει τον προϋπολογισμό των δήμων, ο νόμος προβλέπει τη μετακίνηση προσωπικού, το οποίο υπηρετεί ήδη στο δήμο να απασχοληθεί για τις ανάγκες του νομικού προσώπου. Ανάγκη τροποποίησης θα είχε η δυνατότητα να ρυθμίζει το δημοτικό συμβούλιο τη καταβολή ή όχι αποζημίωσης προς τον πρόεδρο και αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Συνεπώς, η εξοικονόμηση πόρων από τη κατάργηση νομικών προσώπων, όπως εξαγγέλλεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 3852/2010, δεν ήταν δεδομένη. Εκτός αυτού, η πρόβλεψη για τη μετακίνηση του προσωπικού των συγχωνευμένων επιχειρήσεων στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, δημιούργησε τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα, ήδη δε υφίσταται η ανοικτή, πλέον συζήτηση, να τεθεί σε διαθεσιμότητα ή να αποχωρήσει.

Η περιπτωσιολογική, συνεπώς, ρύθμιση διατάξεων για τη διαδημοτική αποκέντρωση, η οποία αποτελεί αποκλειστικά και μόνο υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης,  δεν επιτρέπει στη τοπική αυτοδιοίκηση να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, κατά τον τρόπο που η διοίκησή της θα αποφασίσει, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά στοιχεία του προϋπολογισμού της και το προσωπικό που διαθέτει.

 

Νέοι θεσμοί δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης και συμμετοχής του πολίτη

 

Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα, παραδοσιακά, έχει συνδεθεί με την αμεσότητα στην επικοινωνία των πολιτών με τους αιρετούς. Η θέσπιση ενός ευρύτερου επιπέδου τοπικής αυτοδιοίκησης απομακρύνει τον πολίτη από τον «αιρετό» με τον οποίο έχει δυνατότητα και ευχέρεια να εκθέσει τα τοπικά ζητήματα και ενδιαφέροντα σε σχέση με τους εκπροσώπους της εθνικής αντιπροσωπείας. Η διοικητική μεταρρύθμιση του 2010 πέραν της περιφερειακής αυτοδιοίκησης περιλαμβάνει και τη διεύρυνση των δήμων. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η αμεσότητα του πολίτη απομακρύνεται και από το σύνολο των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Περαιτέρω, η θέσπιση ενός νέου θεσμού, αυτού του περιφερειακού συμπαραστάτη της περιφέρειας και της επιχείρησης και αντίστοιχα του δημότη και της επιχείρησης για το πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος, κατά την εισηγητική έκθεση, αποβλέπει στη διαμεσολάβηση πολιτών και αιρετών, ώστε να μην αποσπώνται οι αιρετοί από το έργο της διοίκησης, απομακρύνει τον πολίτη από την άμεση επικοινωνία με τα αιρετά όργανα. Θεωρείται αναγκαίο, παρ΄ όλα αυτά, να διατυπωθεί και ο αντίλογος: Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι η απομάκρυνση του πολίτη από το αιρετό όργανο το οποίο τον εκπροσωπεί διασφαλίζει και την πολιτική απομάκρυνση, δηλαδή τον περιορισμό ενός «πελατειακού» συστήματος διοίκησης. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις δεν ανακόπτουν ενέργειες αυτού του συστήματος[17].

Η δυνατότητα, πάντως, του πολίτη να εκφράσει την άποψή του για τα τοπικά ζητήματα και να συμμετέχει στη διαμόρφωση των αποφάσεων των τοπικών αρχών, ευρίσκει έρεισμα στους νέους συμμετοχικούς θεσμούς, οι οποίοι εισάγονται στη μεταρρύθμιση του 2010 και στην αναδιοργάνωση του συστήματος της δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης. Η σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής εξασφαλίζει την άμεση εμπλοκή του συνόλου των αιρετών, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την πραγματοποίηση των δράσεων του δημοτικού και περιφερειακού έργου. Η διοίκηση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, συγκροτημένη σε σώμα έχει άμεση γνώση του προγράμματος δράσης και τη δυνατότητα κατεύθυνσης για την πρόοδό τους, ενώ οι αρμοδιότητες της οικονομικής επιτροπής φαίνεται ότι προσιδιάζουν περισσότερο με τη σωστή λειτουργία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.  Η θέσπιση, επίσης, νέων θεσμών με σκοπό την εμπλοκή ενός ευρύτερου κύκλου πολιτών στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων (επιτροπή διαβούλευσης, επιτροπή ποιότητας ζωής, συμβούλιο ένταξης μεταναστών και ο συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης), αποτελούν θεσμούς που ανταποκρίνονται στο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης ως συμμετοχικού θεσμού. Στην εφαρμογή, ωστόσο, παρατηρείται ένα «κράτημα» των τοπικών αρχών ως προς την πλήρη εφαρμογή των θεσμών. Είναι σκόπιμο να αξιοποιηθούν περαιτέρω οι νέοι θεσμοί, συμβάλλοντας σε ζητήματα, τα οποία έχουν άμεση προτεραιότητα σε τοπικό επίπεδο. Η πρωτοβουλία ανήκει στη τοπική αυτοδιοίκηση να αξιοποιήσει τους νέους θεσμούς για τη συμμετοχή των πολιτών. Η ανάδειξη ζητημάτων, για τα οποία οι πολίτες έχουν άμεσο ενδιαφέρον, γνωρίζουν τις ανάγκες και επιδιώκουν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση της απόφασης της διοίκησης, ώστε να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις στις επιλογές αυτής αποτελεί μέρος της αυτοδιοικητικής πολιτικής και ορθολογικής διακυβέρνησης των τοπικών υποθέσεων.

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της Οικονομικής αυτοδυναμίας και η επιλογή του νομοθέτη

 

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων τόσο του κράτους, όσο και της τοπικής αυτοδιοίκησης, χρηματοδοτείται από έσοδα, τα οποία προσδιορίζει ο νόμος. Για την οικονομική διαχείριση, ασκείται δημοσιονομικός έλεγχος, τόσο εσωτερικός από ίδια όργανα, όσο και εξωτερικός από ελεγκτικούς μηχανισμούς τους οποίους έχει θεσπίσει ο συντακτικός και κοινός νομοθέτης[18]. Πέραν των ελεγκτικών μηχανισμών, η δράση του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, ελέγχεται είτε αμέσως από τους πολίτες στην περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, είτε δια των αντιπροσώπων, βουλευτών, στην περίπτωση του κράτους. Τα εκλεγμένα όργανα του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, έχουν ευθύνες κατά την άσκηση της εξουσίας, την οποία τους παρέχει το Σύνταγμα και ο νόμος. Με νόμο, επίσης, έχει θεσπιστεί ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος των ευθυνών των αιρετών οργάνων του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η εξασφάλιση των οικονομικών και ανθρώπινων πόρων για αποτελεσματική περιφερειακή αυτοδιοίκηση, αποτελεί, επίσης, πρωταρχικό στόχο του νομοθέτη για τη θέσπιση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης[19]. Η οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα πάγιο ζήτημα και έχει απασχολήσει τα συλλογικά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης όχι μόνο του δεύτερου βαθμού αλλά και του πρώτου. Η εξασφάλιση της οικονομικής αυτοδυναμίας της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί και συνταγματική επιταγή. Αλλά μέχρι σήμερα, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει προβεί στην έκδοση σχετικού νόμου, τούτο δε δεν προβλέπεται  και στην περίπτωση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης.  Η κατανομή των δημοσίων εσόδων συνδέεται με τις ανάγκες των πολιτών και ενισχύεται εκείνος ο δημόσιος φορέας ο οποίος επιμελείται των αναγκών των πολιτών. Η παράλειψη του νόμου να ρυθμίσει την οικονομική αυτοδυναμία της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, επιδιώκεται να αναπληρωθεί με τα αυξημένα έσοδα σε επίπεδο περιφέρειας από τα επιβαλλόμενα ανταποδοτικά τέλη και τη κατανομή με τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης για τη χρηματοδότηση των περιφερειακών έργων και δράσεων, καθώς και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση προγραμμάτων, η αποτελεσματικότητα των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί.  Ωστόσο ελέγχεται  αφενός εάν τα ανταποδοτικά τέλη θα αποτελέσουν μία εγγυημένη πηγή εσόδων, δεδομένου ότι αυξανομένου του γεωγραφικού χώρου επί του οποίου εκτείνεται η ευθύνη διοίκησης του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, αυξάνονται οι ανάγκες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν, αφετέρου ο βαθμός αποτελεσματικότητας της εκπλήρωσης των αναγκών της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, εξαιτίας της «υπό αίρεση» χρηματοδότησης[20].

Η εξάρτιση της χρηματοδότησης της περιφερειακής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, γεγονός το οποίο αποβαίνει εις βάρος της προώθησης των συμφερόντων των πολιτών. Η απευθείας οικονομική διαχείριση των υποθέσεων από την περιφερειακή αυτοδιοίκηση καθιστά ευχερέστερο τον έλεγχο τόσο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όσο και από τους πολίτες, δεδομένου ότι, δεν θα αποτελεί πλέον άλλοθι για την περιφέρεια «η μη έγκαιρη ή η έλλειψη χρηματοδότησης από το κράτος», ισχυρισμός τον οποίο συχνά επικαλούνται οι αιρετοί, προκειμένου να «δικαιολογήσουν» την μη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους προς τους πολίτες.

 

Η διοικητική εποπτεία στη μεταρρύθμιση του 2010

 

Η διοικητική εποπτεία έχει αποτελέσει σημείο προβληματισμού για τον έλληνα νομοθέτη. Η μακρά συγκεντρωτική παράδοση και πρακτική της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, ωθεί τον κοινό νομοθέτη, αλλά και την πρακτική της δημόσιας διοίκησης να αντιμετωπίζει την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, διευρύνοντας τα περιθώρια ανάμειξης της δημόσιας διοίκησης στη λειτουργία και δράση της τοπικής αυτοδιοίκησης συχνά και πέραν των ορίων που το συνταγματικό αυτό πλαίσιο προβλέπει. Η συνταγματική αρχή του ελέγχου νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας των πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπήρξε μεν μια κατάκτηση ως προς την αποκεντρωτική δόμηση του διοικητικο-πολιτικού μας συστήματος, αφήνει όμως σημαντικά περιθώρια παρέμβασης της κεντρικής διοίκησης που υπερβαίνει τα όρια ελέγχου νομιμότητας. Η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης στη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι πλέον εμφανής κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο. Η από το νόμο δυνατότητα ελέγχου του σκοπού των δράσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης, αποτελεί ευθεία παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης στην άσκηση λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τούτο διότι, η δημιουργία δαπανών από τη τοπική αυτοδιοίκηση συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση του έργου της.  Οι τοπικές και περιφερειακές δαπάνες συνδέονται περαιτέρω και με την οικονομική ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα πάγιο ζήτημα και έχει απασχολήσει τα συλλογικά όργανα και των δύο βαθμών της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η κατανομή των δημοσίων εσόδων συνδέεται με τις ανάγκες των πολιτών και ενισχύεται εκείνος ο δημόσιος φορέας ο οποίος επιμελείται των αναγκών των πολιτών. Η εξάρτιση της χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, γεγονός το οποίο αποβαίνει εις βάρος της προώθησης των συμφερόντων των πολιτών. Η απευθείας οικονομική διαχείριση των υποθέσεων από την τοπική αυτοδιοίκηση καθιστά ευχερέστερο τον έλεγχο τόσο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όσο και από τους πολίτες, δεδομένου ότι, δεν θα αποτελεί πλέον άλλοθι για την τοπική αυτοδιοίκηση «η μη έγκαιρη ή η έλλειψη χρηματοδότησης από το κράτος», ισχυρισμός τον οποίο συχνά επικαλούνται οι αιρετοί, προκειμένου να «δικαιολογήσουν» την μη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους προς τους πολίτες. Πέραν των τυπικών νομοθετημένων ελεγκτικών διαδικασιών[21], η δράση  της τοπικής αυτοδιοίκησης ελέγχεται ουσιαστικά και αμέσως από τους πολίτες. Τα εκλεγμένα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, έχουν ευθύνες κατά την άσκηση της εξουσίας, την οποία τους παρέχει το Σύνταγμα και ο νόμος. Με νόμο, επίσης, έχει θεσπιστεί ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος των ευθυνών των αιρετών οργάνων  της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παράλειψη του νόμου να ρυθμίσει την οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιδιώκεται να αναπληρωθεί με τα αυξημένα έσοδα στο ευρύτερο επίπεδο των δήμων που συνενώθηκαν από τα επιβαλλόμενα ανταποδοτικά τέλη και τη κατανομή με τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης για τη χρηματοδότηση των δημοτικών και περιφερειακών έργων και δράσεων, καθώς και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση προγραμμάτων, η αποτελεσματικότητα των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί.  Ωστόσο ελέγχεται  αφενός εάν τα ανταποδοτικά τέλη μπορεί να αποτελέσουν μία εγγυημένη πηγή εσόδων, δεδομένου ότι αυξανομένου του γεωγραφικού χώρου επί του οποίου εκτείνεται η ευθύνη διοίκησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυξάνονται οι ανάγκες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν, αφετέρου ο βαθμός αποτελεσματικότητας της εκπλήρωσης των αναγκών της τοπικής αυτοδιοίκησης, εξαιτίας της «υπό αίρεση» χρηματοδότησης.

Η ασκούμενη από τη κεντρική διοίκηση εποπτεία σε συνδυασμό με τον δημοσιονομικό έλεγχο, εμποδίζει εν πολλοίς, την εκπλήρωση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιπροσθέτως δε, δημιουργεί κλίμα αφερεγγυότητας εις βάρος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τούτο διότι, ο έλεγχος νομιμότητας, ο οποίος προηγείται του δημοσιονομικού ελέγχου, δεν επιτρέπει την παρέμβαση της διοίκησης στον σκοπό, δεδομένου ότι, κατά το σύνταγμα δεν είναι επιτρεπτή η παρεμπόδιση της πρωτοβουλίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο δημοσιονομικός έλεγχος, ωστόσο, ο οποίος κατά τα ανωτέρω, παρεμβαίνει στον σκοπό, ακυρώνει σε αρκετές περιπτώσεις τις ειλημμένες και ήδη ελεγμένες από άποψη νομιμότητας αποφάσεις, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πραγματοποίηση των δράσεων και προγραμμάτων.

Ο διοικητικός έλεγχος νομιμότητας θα πρέπει να νοείται μόνον στα πλαίσια ενιαίας διοικητικής δομής, όπου ο ελέγχων είναι ιεραρχικώς προϊστάμενος του ελεγχόμενου. Στο βαθμό που η τοπική αυτοδιοίκηση δεν έχει δοτή από το κεντρικό κράτος εξουσία, αλλά εξουσία και αυτοτέλεια θεμελιωμένη αφενός στο Ελληνικό Σύνταγμα, αφετέρου στην ευθεία αναφορά της στη λαϊκή κυριαρχία δια της καθολικής ψηφοφορίας ο έλεγχος νομιμότητας δεν θα έπρεπε να νοείται παρά μόνον ως διοικητικός ακυρωτικός έλεγχος.

Στη τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση ο νομοθέτης, όχι μόνον δεν ακολουθεί τη διαδικασία ελέγχου των διοικητικών πράξεων από τη δικαστική εξουσία, η οποία είναι επιφορτισμένη να απονέμει δικαιοσύνη και λόγω της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, συνταγματικά κατοχυρωμένης, αλλά και της ιδιαίτερης δομής και γνώσης του αντικειμένου κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστοσύνη και το κοινό αίσθημα περί της δίκαιης εφαρμογής του νόμου, αλλά επανέρχεται στο συγκεντρωτικό σύστημα εποπτείας.  Με το νέο σύστημα εποπτείας των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο νόμος επαναφέρει ένα συγκεντρωτικό σύστημα. Η Αυτοτελής Υπηρεσία ΟΤΑ που ιδρύεται  υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εσωτερικών.  Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι ο θεσμός δεν έχει τύχει εφαρμογής τρία και πλέον χρόνια μετά την ισχύ του ν.3852/2010.  Η εποπτεία εξακολουθεί να ασκείται στην πλειοψηφία, από το Γενικό Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης, γεγονός το οποίο δημιουργεί ερωτηματικά για την ακολουθούμενη πρακτική της διοίκησης.

 

Συμπερασματικά

 

Η διοίκηση υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα σε τοπικό επίπεδο και τα γεωγραφικά όρια επί των οποίων ασκούνται οι τοπικού χαρακτήρα αρμοδιότητες,  έχει απασχολήσει το ελληνικό διοικητικό σύστημα από τις πρώτες δεκαετίες ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους.

Ο συντακτικός νομοθέτης αναθέτει τη διοίκηση των γενικών υποθέσεων στο κράτος και των τοπικών υποθέσεων στη τοπική αυτοδιοίκηση. Ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι τόσο το «κράτος», όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση, αποτελούν θεσμούς εξουσίας: Η διοίκηση είναι άμεσα εκλεγμένη με μυστική και καθολική ψηφοφορία, προερχόμενη από τους διοικούμενους της αντίστοιχης γεωγραφικής περιφέρειας. Συνεπώς η εξουσία της τοπικής αυτοδιοίκησης θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία, αντίστοιχα με τη θεμελίωση της εξουσίας του κράτους. Οι υποθέσεις που ασκούν είναι δημόσιου χαρακτήρα και απευθύνονται στους πολίτες την ευθύνη διοίκησης της οποίας έχουν το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση αντίστοιχα, η εξουσία δε, ασκείται σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.

Η ίδρυση οποιωνδήποτε  βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν είναι ζήτημα περιορισμένης ή διευρυμένης γεωγραφικής έκτασης. Πρωτίστως πρέπει να αντανακλά τη βούληση του νομοθέτη να αναγνωρίσει αποφασιστικές αρμοδιότητες στη τοπική αυτοδιοίκηση, ζήτημα άλλωστε το οποίο προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Ωστόσο προκειμένου η τοπική αυτοδιοίκηση να εκπληρώσει την αποστολή της, είναι αναγκαίο να της παραχωρηθούν από το νομοθέτη και οι αναγκαίες δομές, πόροι και «θεσμικά εργαλεία».

Στη μεταρρύθμιση του 2010, ο νομοθέτης εμμένει στην λεπτομερή ρύθμιση των τοπικών υποθέσεων, παρά τη συνταγματική διάταξη για την αναγνώριση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης και δημιουργεί με την επιλογή αυτή, αλλεπάλληλες τροποποιήσεις στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Οι νέοι θεσμοί συμμετοχής των πολιτών και δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης, είχαν μικρή ανταπόκριση από τη τοπική αυτοδιοίκηση. Οι νέοι θεσμοί, οποτεδήποτε και αν θεσπίζονται απαιτούν τη στήριξη της πολιτείας. Στην χρονική περίοδο κατά την οποία θεσμοθετήθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, αντικειμενικές συνθήκες, όχι μόνο δεν επέτρεψαν στη πολιτεία να παρέχει τα θεσμικά εργαλεία για την επιτυχή εφαρμογή των θεσμών, τουναντίον επικρατούν τέτοιου βαθμού προϋποθέσεις, ώστε αντί της ενίσχυσης των αυτοδιοικητικών θεσμών, η τοπική αυτοδιοίκηση να «αποψιλώνεται» από μέσα και ανθρώπινο δυναμικό, ώστε με την πρωτοβουλία της πολιτείας, να διαφαίνεται ένας προβληματισμός για την δυνατότητα εκπλήρωσης του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμού εξουσίας. Ο περιορισμός των αναπτυξιακών θεσμών στη τοπική αυτοδιοίκηση και η παρέμβαση στην αναδιοργάνωση της δημοτικής και περιφερειακής αποκέντρωσης, δεν επιτρέπουν στη τοπική αυτοδιοίκηση την άσκηση πολιτικών για την προώθηση των οικονομικών, πολιτισμικών, πολιτιστικών και κοινωνικών ενδιαφερόντων των πολιτών και την προώθηση των πρωτοβουλιών για την αξιοποίηση των πόρων σε τοπικό επίπεδο.

Η διοικητική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν διασφαλίζεται και στην τελευταία μεταρρύθμιση, η θέσπιση δε νέου οργάνου διοικητικής εποπτείας δεν έτυχε εφαρμογής, παρά την παρέλευση τριών και πλέον ετών από την ισχύ του νέου νόμου. Η διοικητική εποπτεία, με τις μορφές που εφαρμόζεται από όργανα της κεντρικής διοίκησης, εκτός από τους πρακτικούς κινδύνους γραφειοκρατικοποίησης των διαδικασιών και αδρανοποίησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, οδηγεί σε ασφυκτικό πλαίσιο επιτήρησής της από την κεντρική διοίκηση, η οποία αναιρεί επί της ουσίας, έστω και αν θεωρηθεί νομότυπη διαδικασία, την αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η σημασία της διασφάλισης αυτοτέλειας της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση δεν περιορίζεται σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αλλά γίνεται σημαντική για την αναδιάρθρωση και ποιοτική ανέλιξη της δημοκρατίας γενικότερα.

 

Υποσημειώσεις


[1]   Ν. 3852/2010, Ε.τ.Κ τ. Α΄   87 /2010.

[2] Σχετικώς με τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, σημειώνονται οι ακόλουθες μεταρρυθμίσεις: Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, με το δημοτικό νόμο του 1833,  οι δήμοι αποτελούν οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι διοικούν και διαχειρίζονται τις τοπικές υποθέσεις, τις οποίες διέκρινε σε αποκλειστικές και συντρέχουσες. Το 1912 με το ν.ΔΝΖ΄/1912, επέρχεται η πρώτη διοικητική μεταρρύθμιση στη τοπική αυτοδιοίκηση και προβλέπονται πλην των δήμων  και οι κοινότητες ως πρώτη βαθμίδα τοπικής αυτοδιοίκησης, για την ευχερέστερη δε διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, προβλέπεται η δημιουργία διακριτών νομικών προσώπων, των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων. Το καθεστώς αυτό παρέμεινε μέχρι και το 1997, οπότε με το ν. 2459/1997, προβλέπεται αναγκαστική συνένωση ΟΤΑ πρώτου βαθμού. Το 1994, με το ν.2218/1994, ιδρύθηκε ο δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο νομαρχίας, ως αποκεντρωμένο δε κρατικό όργανο δημιουργείται με το ν.2503/1997, η Περιφέρεια της οποίας προΐσταται ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διορισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών.

[3] Ν. 2539/1997, Ε.τ.Κ  τ. Α΄  244 /1997

[4] Ν. 2218/1994, Ε.τ.Κ τ. Α΄  90  /1994

[5] Ν.3840/2010

[6] Τροποποίηση του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, Αστικός Ευρωπαϊκός Χάρτης

[7]  Άρθρα 31 και 137 του ν. 3852/2010

[8] Ενδεικτικά αναφέρονται: Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Απάνθισμα Μελετημάτων Γ. Θεοτοκά, Γιάννη Κορδάτου, Σπύρου βασιλείου, Γ. Σεφέρη,εισ. Γ. Βλαχογιάννη, Αθήνα , εκδόσεις Μπάϋρον, Χ.Κλειώση(1977), Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Αθήνα, Ν-Κ Χλέπα(2005), Ο Δήμαρχος, Αθήνα.

[9] Ήδη ο ν. 3852/2010, ως προς το άρθρο των αρμοδιοτήτων της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με τους ακόλουθους νόμους:  ν. 3870/2010, Ε.τ.Κ., Α΄138 ,  ν. 3879/2010, Ε.τ.Κ., Α΄163, 3889/2010, Ε.τ.Κ., Α΄182, ν.3979/2011, Ε.τ.Κ., Α΄138, ν. 3996/2011, Ε.τ.Κ. Α΄170, ν. 4001/2011, Ε.τ.Κ. Α΄179, ν. 4042/2012, Ε.τ.Κ. Α΄24, ν. 4052/2012, Ε.τ.Κ. Α΄41, ν. 4061/2012, Ε.τ.Κ., Α΄66, ν. 4070/2012, Ε.τ.Κ., Α΄80, ν.4071/2012, Ε.τ.Κ., Α΄85, ν. 4075/2012, Ε.τ.Κ Α΄89, ν. 4089/2012, Ε.τ.Κ Α΄ 206, ν.4128/2013, Ε.τ.Κ Α΄51, ν.4111/2013, Ε.τ.Κ. Α΄18, ν.4144/2013, Ε.τ.Κ. Α΄88, ν.4150/2013, Ε.τ.Κ Α΄102.

[10] Άρθρο 3παρ. 2 ν. 3852/2010

[11] Σημειώνεται ότι αντίστοιχη διάταξη περιλαμβάνει και ο ν. 3463/2006 για τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

[12] Η αναγκαιότητα συμμετοχής και των τοπικών αρχών για την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, αναγνωρίζεται και από την Επιτροπή των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών. Συγκεκριμένα κατά την παρουσίαση των αρχών του ευρωπαϊκού αστικού χάρτη ΙΙ στη σύνοδο της Επιτροπής το Μάιο του 2008, η επιτροπή αναφέρεται στη τρίτη  αρχή του χάρτη τοπικής αυτονομίας για την ενεργό συμμετοχή των πολιτών, οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στη συζήτηση των τοπικών υποθέσεων και τη λήψη αποφάσεων με τη μορφή του δημόσιου διαλόγου, ώστε να εκφράζεται η άποψή τους για το «αστικό πολιτικό έργο», πρότεινε δε στις τοπικές και περιφερειακές αρχές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι αποφάσεις των οργάνων «να διακατέχονται από ένα αίσθημα χωρικής δικαιοσύνης».

[13] Η αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων δεν ευνοείται από ένα καθεστώς το οποίο διοικείται με κανόνες δημοσίου δικαίου, αλλά απαιτεί ευελιξία και εφαρμογή κανόνων της αγοράς. Η εφαρμογή κανόνων της αγοράς δεν ταυτίζεται με τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, αλλά έχει την έννοια της εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων, προκειμένου η διαχείριση να είναι πλέον ευέλικτη. Η δημιουργία εσόδων, αποτελεί δείγμα ορθής διαχείρισης, αξιοποιούνται δε, για την περαιτέρω εκτέλεση έργων κοινωφελούς χαρακτήρα στα όρια του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει ιδρύσει την αντίστοιχη επιχείρηση.

[14] Η κατάργηση της διάκρισης αποκλειστικών και συντρεχουσών αρμοδιοτήτων προβλέπεται με τις διατάξεις  ν.2218/1994, οπότε η τοπική αυτοδιοίκηση είχε τη δυνατότητα να ασκεί αρμοδιότητες του τομέα κοινωνικών υπηρεσιών, παιδείας, πολιτισμού, χωρίς την έγκριση της κεντρικής διοίκησης, στις οποίες μέχρι τότε είχε τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθεί με την έγκριση της κεντρικής διοίκησης.

[15] Οι αναπτυξιακές εταιρίες προβλέπονται με τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 3βτου ν.3463/2006.

[16] Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις προβλέπονται πρώτη φορά με το ν.3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων». Με τη διάταξη 269 ο νόμος προέβλεψε τη μετατροπή αμιγών επιχειρήσεων, οι οποίες είχαν ιδρυθεί κατά τις διατάξεις του π.δ 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας», σε κοινωφελείς επιχειρήσεις και απαγόρευσε να περιλαμβάνουν στο σκοπό τους εμπορικές δραστηριότητες. Ο ν. 3463/2006 προέβλεπε για την εμπορική δραστηριότητα μόνο την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών με την πλειοψηφία της τοπικής αυτοδιοίκησης.

[17] Ο θεσμός, πάντως του δημοτικού ή περιφερειακού διαμεσολαβητή δεν βρήκε ανταπόκριση από τις τοπικές Αρχές. Τόσο οι δήμοι, όσο και οι περιφέρειες δεν εφάρμοσαν το θεσμό. Τούτο μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια επιφύλαξη των αιρετών απέναντι σε ένα νέο θεσμό. Ωστόσο, εάν ένας θεσμός δεν δοκιμαστεί δεν μπορεί και να γίνει φανερή η επιτυχία ή αποτυχία του, ή ακόμη και οι πιθανότητες βελτίωσής του σε περίπτωση που παρατηρούνται ηθελημένα ή αθέλητα κενά του νομοθέτη.

[18] Έλεγχο στην τοπική αυτοδιοίκηση ασκούν αναλόγως των αρμοδιοτήτων τους, πλην των δικαστηρίων και οι λοιποί ελεγκτικοί μηχανισμοί όπως: Το Ελεγκτικό Συνέδριο, Ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 185 του νόμου για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», 3852/2010, κάθε χρόνο σε ειδική συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου γίνεται ο απολογισμός πεπραγμένων της περιφερειακής αρχής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος δράσης, την οικονομική κατάσταση και τη διοίκηση της περιφέρειας.

[19] Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση «τοπική αυτοδιοίκηση που δεν διαθέτει το απαραίτητο μέγεθος ή στερείται τους αναγκαίους για την εκπλήρωση της αποστολής τους πόρους ανθρώπινους και οικονομικούς, τείνει να εκφυλιστεί σε φορέα με συμβολικό ή διεκδικητικό χαρακτήρα».

[20] Στην εισηγητική έκθεση γίνεται αναφορά σε  διοικητικά συστήματα ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα «περιφερειακής αυτοδιοίκησης». Ως προς τη κατανομή των εσόδων βάσει της ευθύνης της διοίκησης υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα, που προβλέπεται σε κράτη της Ευρώπης δεν γίνεται αναφορά.

[21]    Να σημειωθεί, ότι έλεγχος στη τοπική αυτοδιοίκηση ασκείται, πλην των δικαστηρίων, και από: Το Ελεγκτικό Συνέδριο, τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 185 του νόμου για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», 3852/2010, κάθε χρόνο σε ειδική συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου γίνεται ο απολογισμός πεπραγμένων της περιφερειακής αρχής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος δράσης, την οικονομική κατάσταση και τη διοίκηση της περιφέρειας.

 

Αθανασία Β. Τριανταφυλλοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αναπτυξιακών Θεσμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΤΕΙ Πελοποννήσου – Δικηγόρος.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θεόδωρος Ν. ΤσέκοςΟι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις – © Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης  του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου


 

«Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις»

Εισήγηση στην Ημερίδα: «Τρία Χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης “Καλλικράτης”: εμπειρίες και προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

 

Η Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση & την Τοπική Αυτοδιοίκηση του ΤΕΙ Πελοποννήσου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σειρά ερευνών, παρουσίασε στην ημερίδα του Άργους την προβληματική μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που αναζητά σύγχρονους τρόπους ύπαρξης σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που φαίνεται να αλλάζει πολύ γρήγορα στο επίπεδο όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων αλλά και των πολιτικών και διοικητικών σχέσεων και (αλληλ)εξαρτήσεων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη δημοσιεύει σήμερα την εισήγηση του Θεόδωρου Ν. Τσέκου με τίτλο «Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις» και θα ακολουθήσουν οι εισηγήσεις  των: Δημητρίου Π. Σωτηρόπουλου, και Αθανασίας Β. Τριανταφυλλοπούλου,  στις οποίες παρουσιάζονται οι σημαντικότερες πλευρές της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», τρία χρόνια μετά την υιοθέτησή της και τίθενται ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, έξι χρόνια μετά και σε περίοδο βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης, είναι επίκαιρα και αναζητούν απάντηση.

 

«Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις»

 

1. Η ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα της αυτοδιοίκησης

 

Τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά η θέση της αυτοδιοίκησης στα πλαίσια των σύγχρονων πολιτικο-διοικητικών συστημάτων καθίσταται σταδιακά όλο και περισσότερο βαρύνουσα.

Από ποσοτικής πλευράς, αν σταθούμε στον ευρωπαϊκό και μόνο χώρο, βλέπουμε να υπάρχουν  στην Ευρώπη των 27 91.000 πρωτοβάθμιοι και  1.100 δευτεροβάθμιοι ΟΤΑ που καλύπτουν το 34% της συνολικής δημόσιας δαπάνης και το  16% του συνολικού ΑΕΠ αλλά και δημιουργούν το 50% της συνολικής δημόσιας απασχόλησης. Πρόκειται δηλαδή για φορείς δημόσιας δράσης με αξιοπρόσεκτο θεσμικό αλλά και οικονομικό εκτόπισμα.

Πέραν όμως του ποσοτικού εκτοπίσματος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης  αυτό που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία  είναι η ποιοτική διάσταση του θεσμικού και λειτουργικού της ρόλου. Ο ρόλος αυτός καθίσταται σταδιακά όλο και περισσότερο σημαντικός εξ αιτίας της εγγύτητας της Τ.Α. προς την τοπικότητα τόσο ως πεδίο χωρικής εξειδίκευσης, πρακτικής ανάδυσης και καθημερινής επίλυσης κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων όσο και ως πεδίο φυσικής παρουσίας του (ατομικού αλλά και συλλογικού) αποδέκτη των παραγόμενων δημοσίων υπηρεσιών: των ατόμων, των νοικοκυριών, των συλλογικοτήτων, των επιχειρήσεων, των κοινοτήτων.

Σημαντικές αποτυχίες στην άσκηση δημοσίων πολιτικών έχουν καταγραφεί διεθνώς λόγω ακριβώς του συγκεντρωτισμού των διαδικασιών σχεδιασμού και εφαρμογής τους. Βασική αιτία των εν λόγω αποτυχιών απετέλεσε η αυξημένη απόσταση του πεδίου σχεδιασμού από το πεδίο του προς επίλυση προβλήματος. Προσπάθειες αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών έγιναν προς δύο βασικές κατευθύνσεις:

Πρώτον, υπήρξε εκχώρηση αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος ούτως ώστε ο σχεδιασμός και η απόφαση να πραγματοποιούνται εγγύτερα στο πεδίο των επιπτώσεών τους.  Η εκχώρηση αυτή παίρνει την μορφή της αποσυγκέντρωσης  όταν οι αρμοδιότητες μεταφέρονται σε περιφερειακά κρατικά όργανα, δηλαδή σε φορείς η ηγεσία των οποίων δεν αποτελείται από τοπικά αιρετούς, ή της αποκέντρωσης όταν οι αρμοδιότητες μεταφέρονται σε αυτοδιοικούμενα όργανα, δηλαδή σε φορείς η ηγεσία των οποίων εκλέγεται τοπικά.  Η αρχή της επικουρικότητας είναι, στην γενικότητά της, προϊόν ακριβώς αυτής της δυναμικής προς αντιμετώπιση πιέσεων επί των μηχανισμών λήψης δημόσιων αποφάσεων και γενικότερα επί των θεσμών. Πιέσεων που αφορούν την επιτάχυνση και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας δράσης. Η αρχή αυτή βρίσκει εφαρμογή ως γνωστόν και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης νοούμενη ως  εκχώρηση της ευθύνης σχεδιασμού και ενέργειας στα όργανα που βρίσκονται εγγύτερα στα πεδία εφαρμογής του σχεδιασμού αυτού. Επί της αρχής οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν μόνο όπου τα υποκείμενα θεσμικά επίπεδα, τοπικά και εθνικά, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα ή να αξιοποιήσουν μια ευκαιρία. Στην περίπτωση βέβαια των ενωσιακών θεσμών η ανάδειξη της έννοιας της επικουρικότητας, πέραν των τεχνικών της διαστάσεων, επιτελεί και μιά καθαρά πολιτική λειτουργία στοχεύοντας στην δημιουργία ισορροπιών και την εξεύρεση συμβιβασμών.

Η δεύτερη κατεύθυνση προς την οποία αναζητήθηκαν λύσεις είναι  η αφιεράρχιση.  Με τον όρο αυτόν σημαίνεται η μείωση των  ιεραρχικών διοικητικών επιπέδων ούτως ώστε να περιοριστεί η  μονοδιάστατη, ατελής και – υπό τις δεδομένες συνθήκες, αναποτελεσματική-  κάθετη επικοινωνία, δηλαδή η καθοδική κίνηση εντολών και η ανοδική κίνηση  αναφορών επί της εκτέλεσης και των αποτελεσμάτων των εντολών και, αντιθέτως,  να ενισχυθούν  οι οριζόντιες συντονιστικές λειτουργίες και οι  αντίστοιχοι επικοινωνιακοί μηχανισμοί.

Η έμφαση στις οριζόντιες λειτουργίες συνεπάγεται πιο πολλούς και περισσότερο ισότιμους μετόχους. Οδηγούμεθα έτσι στην έννοια του δικτύου, δηλαδή στην μη ιεραρχημένη, οριζόντια, λειτουργική διασύνδεση μιάς πληθώρας, κατά βάση ισότιμων, δρώντων υποκειμένων. Τέτοια δίκτυα μπορούν να έχουν κάθετο ή οριζόντιο χαρακτήρα. Η  κάθετη δικτύωση αναπτύσσεται μεταξύ υπερεθνικών, εθνικών και τοπικών μετόχων ενώ η οριζόντια μεταξύ φορέων δημόσιας δράσης που λειτουργούν παράλληλα και συμπληρωματικά στο ίδιο θεσμικό επίπεδο, π.χ. διϋπουργικά δίκτυα, τα οποία διασυνδέουν δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι παρεμβαίνουν ή δραστηριοποιούνται στο ίδιο πεδίο, π.χ. κοινωνική ή αναπτυξιακή πολιτική. Τέλος μικτά δίκτυα συγκεντρώνουν μετόχους τόσο κάθετα όσο και οριζόντια, π.χ. δίκτυα ενωσιακών τομεακών πολιτικών.

Υπό την οπτική αυτή ως σχεδιαστές και παραγωγοί δημόσιας πολιτικής παύουν να θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο οι θεσμικοί μέτοχοι δηλαδή οι δημόσιες υπηρεσίες, τα δημόσια βουλευόμενα σώματα και η πολιτικο-διοικητική στελέχωση. Παύει εξ  άλλου η παραγωγή δημοσίων πολιτικών να προσεγγίζεται μέσα από το παραδοσιακό δίπολο διοικούντες/αποφασίζοντες (κράτος, διοίκηση) έναντι διοικουμένων/συμμορφούμενων (κοινωνία πολιτών, επιχειρήσεις, πολίτες, συλλογικότητες). Εμφανίζονται νέες έννοιες και νέες αναλυτικές κατηγορίες όπως οι κοινότητες δημόσιας πολιτικής (policy communities) που συμπεριλαμβάνουν τόσο τους εκπροσώπους του  δημοσίου με την ευρεία έννοια, όσο και τους  εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, των   ομάδων δηλαδή που υφίστανται τις – θετικές ή αρνητικές – συνέπειες δεδομένης δημόσιας πολιτικής καθώς και οι μέτοχοι του προβλήματος ή της ευκαιρίας (stakeholders), έννοια που καλύπτει τους κάθε είδους ενδιαφερομένους ανεξάρτητα από τον θεσμικό τους ρόλο και αναγνωρίζει σε συμβολικό επίπεδο την ισοτιμία τους. Στα πλαίσια των «κοινοτήτων πολιτικής» βασικό παραγωγικό όργανο καθίσταται λοιπόν ο δημόσιος διάλογος μεταξύ των ισοτίμων μετόχων που υποκαθιστά την μονομερή επιβολή θέσεων της δημόσιας εξουσίας. Ο δημόσιος διάλογος συνιστά πλαίσιο διαπραγμάτευσης προς εξασφάλιση συναίνεσης και επιδίωξης αμοιβαίου οφέλους (Win-win model) όπου συνειδητά αναπτύσσονται περιθώρια ώστε όλοι οι μέτοχοι να αποκομίσουν στο μέτρο του δυνατού κάποιο όφελος από τις τελικές ρυθμίσεις μιάς δημόσιας πολιτικής, ρυθμίσεις που διασφαλίζονται μέσω συμφωνιών και όχι μέσω κανόνων (Deals not rules).

Οδηγούμεθα έτσι σταδιακά σε μία ριζική διαφοροποίηση του μοντέλου άσκησης δημοσίων πολιτικών. Στο παρελθόν τα ανώτερα ιεραρχικά επίπεδα και το κέντρο ελάμβαναν την απόφαση, ενώ τα κατώτερα ιεραρχικά επίπεδα και η περιφέρεια επωμίζονταν την εκτέλεση. Τώρα πλέον,  τα  ίδια τα συλλογικά δρώντα υποκείμενα τείνουν να μεταβληθούν: στην θέση των «ανώτερων» ιεραρχικά επιπέδων σταδιακά διαμορφώνονται «ευρύτερα» συναποφασίζοντα σχήματα και αντί για «κατώτερα» ιεραρχικά επίπεδα έχουμε «ειδικότερα» θεματικά ή τοπικά δίκτυα.

Στην παρούσα φάση δεν μπορεί, ασφαλώς, να μιλήσει κανείς για πλήρη αφιεράρχηση. Άλλωστε μια τέτοια έννοια, στην καθαρότητά της, είναι εντόνως ιδεοτυπική και μπορεί ως κοινωνική πραγματικότητα να μην υπάρξει ποτέ. Στον πραγματικό κόσμο καταγράφονται μίξεις, όπου οι κλασσικοί, ιεραρχικοί και ιεραρχημένοι, θεσμοί υφίστανται τις επιδράσεις «αφιεραρχικών» δυναμικών [1]  και καλούνται να προσαρμοστούν σ’ αυτές ως προς τις θεσμικές και ως προς τις  λειτουργικές τους διαστάσεις. Κατ’ αυτή την έννοια οι κεντρικοί θεσμοί – με την διευρυμένη και συμμετοχική φυσιογνωμία που σταδιακά αποκτούν – επωμίζονται τον γενικό σχεδιασμό της επιθυμητής  κατάστασης (διαμόρφωση των σκοπούμενων επιπτώσεων [impacts]  και των ευρύτερων εκροών [outcomes] των δημοσίων πολιτικών),  τον καθορισμό των  γενικών προδιαγραφών αποτελεσμάτων και διαδικασιών,   την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, την κατανομή και την αναδιανομή των πόρων όπου αυτό απαιτείται. Αντίθετα τα ιεραρχικά υποκείμενα επίπεδα με την διοικητική έννοια (εκτελεστικές διοικητικές υπηρεσίες υποκείμενες αποφασιζόντων πολιτικών οργάνων) αλλά και οι τοπικές οντότητες αναλαμβάνουν την προετοιμασία των αποφάσεων με συλλογή επεξεργασία και διάχυση δεδομένων και πληροφοριών, την εξειδίκευση των προδιαγραφών προς υλοποίηση (τοπικός και τομεακός σχεδιασμός) αλλά και την παροχή των υπηρεσιών μέσα από τις οποίες εμπεδώνεται η άσκηση δεδομένης πολιτικής (π.χ. εκπαιδευτικές ή κοινωνικές υπηρεσίες).

 

2. Τοπικός σχεδιασμός και συμμετοχή

 

Ο δημόσιος σχεδιασμός στρατηγικού χαρακτήρα υπήρξε  ιστορικά καθοδικός. [2] Σταδιακά ωστόσο άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο η σημασία του τοπικού  – και κατ’ επέκταση του ανοδικού – σχεδιασμού. Ο καθοδικός χαρακτήρας διασφαλίζει κατ΄ αρχήν ένα –απαραίτητο – ελάχιστο κοινών κατευθύνσεων και προδιαγραφών. Το ελάχιστο αυτό πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι αποδεκτό από τους – υποκείμενους – φορείς που πρόκειται να  εμπλακούν στην υλοποίησή του, άρα να είναι συμπεφωνημένο. Οι άνωθεν προερχόμενες κατευθύνσεις και προδιαγραφές  δεν μπορεί παρά να είναι γενικές, στοχεύοντας στη διασφάλιση μιάς ελάχιστης ομοιογένειας του επιπέδου των παρεχομένων δημοσίων υπηρεσιών. Άρα πάντοτε θα υπάρχει χρεία εξειδίκευσης και προσαρμογής τους στις τοπικές συνθήκες. Η εξειδίκευση αυτή αποτελεί αντικείμενο του τοπικού σχεδιασμού.

Η καθοδικότητα, εξ άλλου, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον κρατισμό. Δεν συνεπάγεται δηλαδή αυτονόητα ότι οι γενικές κατευθύνσεις και προδιαγραφές δεδομένου πεδίου πολιτικής πρέπει απαραιτήτως να καθορίζονται από κρατικά όργανα. Το υπερκείμενο αποφασίζον όργανο μπορεί να είναι αντιπροσωπευτικό και εμμέσως αιρετό, εκφράζοντας έτσι τη συλλογική βούληση των αιρετών σωμάτων και οργάνων του χαμηλότερου επιπέδου. Μια τέτοια προσέγγιση εμπεδώνει ακριβώς την φιλοσοφία του ανοδικού (bottom-up)  σχεδιασμού. Μπορεί επίσης, σε μια περισσότερο ρεαλιστική και λιγότερο ιδεοτυπική προσέγγιση, ένα τέτοιο συλλογικό όργανο ανοδικά συγκροτούμενο – αυτοδιοικητικό –  να μετέχει στον κεντρικό σχεδιασμό από κοινού και εκ παραλλήλου με τις κρατικές δομές.

Εκείνο που σίγουρα διασφαλίζεται καλύτερα δια του τοπικού σχεδιασμού είναι η πληρέστερη συμπερίληψη στις παραγόμενες πολιτικές των εκπεφρασμένων αναγκών των δυνητικών χρηστών, δεδομένου ότι σε τοπικό επίπεδο οι πληθυσμοί είναι μικρότεροι και περισσότερο ομοιογενείς άρα οι απόψεις τους μπορούν να καταγραφούν σε υψηλότερο βαθμό λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Έτσι οι τοπικές ιδιαιτερότητες και τα προβλήματα που αυτές τυχόν προκαλούν αναδεικνύονται αμεσότερα αλλά και η αντιπροσωπευτικότητα διασφαλίζεται ευκολότερα περιορίζοντας την ανάγκη διαμεσολάβησης. Αυτό επιτυγχάνεται στο μέτρο που οι απόψεις των εμπλεκομένων μπορούν να καταγράφονται άμεσα δια της συμμετοχής τους σε ανοικτές διαβουλεύσεις, τοπικά δημοψηφίσματα, πάνελ πολιτών, κυλιόμενες τοπικές έρευνες σε διευρυμένο δείγμα ή σε ορισμένες περιπτώσεις και στο σύνολο του πληθυσμού κ.λπ.

Ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος η συμμετοχή να είναι προσχηματική και να εκφυλίζεται σε διαδικαστική υπόθεση που απλώς στοχεύει στην τυπική νομιμοποίηση προειλημμένων αποφάσεων. Στην χώρα μας από την δεκαετία του ’80 υπάρχει μεγάλη εμπειρία ψευδο-συμμετοχικών τελετουργικών. Για να παραμείνει ουσιαστική και να αποτελέσει εργαλείο ποιοτικής βελτίωσης του δημόσιου σχεδιασμού η συμμετοχή χρειάζεται να εμπλέξει το μέγιστο δυνατό αριθμό προσώπων και ομάδων προερχομένων από τον πληθυσμό-στόχο, επιλύοντας τρεις τύπους προβλημάτων: (α) τη διαμεσολάβηση, που καθιστά τη συμμετοχή υπόθεση των επαγγελματιών της εκπροσώπησης (β) τη συμβολική απόσταση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων του ευρέως κοινού (και ακόμη περισσότερο των μειονεκτουσών ομάδων που αποτελούν σήμερα κατά τεκμήριο τους βασικούς αποδέκτες των κοινωνικών πολιτικών), το φόβο δηλαδή των φυσικών υποκειμένων ότι η διαδικασία τους υπερβαίνει και (γ) την ανάγκη εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων προκειμένου να καταστούν κατανοητά τα διακυβεύματα.

Όπως προελέχθη στην αντιμετώπιση του πρώτου από τα προβλήματα αυτά συμβάλει καθ’ αυτό το γεγονός ότι ο σχεδιασμός σε τοπικό επίπεδο διευκολύνει την  άμεση συμμετοχή και περιορίζει την ανάγκη διαμεσολάβησης. Για την επίλυση του δεύτερου από τα ανωτέρω προβλήματα απαιτείται ένα στοχευμένο και μακρόχρονο πρόγραμμα προετοιμασίας που θα περιλαμβάνει ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των δυνητικών χρηστών, παροχή δυνατοτήτων εναλλακτικής τεκμηρίωσης καθώς και ανάπτυξη δεξιοτήτων δημόσιας διαβούλευσης, χρήσης τεχνικών συμμετοχικής λήψης αποφάσεων και επίλυσης συγκρούσεων (όπως μεθοδολογίες Delphi, Cogniscope κ.λπ.).

Τέλος ο τρίτος τύπος προβλημάτων μπορεί να αντιμετωπισθεί με επεξεργασίες  που απλουστεύουν και συστηματοποιούν την πρόσληψη των κοινωνικών προβλημάτων και ευκαιριών, αναδεικνύοντας τα κρίσιμα διακυβεύματα με όρους καθημερινότητας και καθιστώντας την κατανόησή τους υπόθεση και μη ειδικών, όπως δόμηση προβλήματος, εννοιολογική/ ορολογική εξομάλυνση, ταξινόμηση εναλλακτικών, διαφανής και δομημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων με χρήση τεχνικών όπως αυτές που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο.

 

3. Οι ΟΤΑ ως μηχανισμοί άσκησης δημόσιας πολιτικής: μέθοδοι προσέγγισης

 

Βάσει των ανωτέρω θεωρητικών και μεθοδολογικών αντιλήψεων φαίνεται ότι δεν έχει πλέον νόημα να προσεγγίζονται αναλυτικά και μεθοδολογικά τα αυτοδιοικητικά προβλήματα μέσα από την ανάδειξη των θεσμικών ιδιαιτεροτήτων και της αυτονομίας των ΟΤΑ έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στην Ελλάδα ανιχνεύεται  μια παρόμοια τάση αναγόμενη στην ιστορία των σχέσεων Κράτους – Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οφειλόμενη στην προσπάθεια των ΟΤΑ να διευρύνουν θεσμικά και να  ασκήσουν εμπράκτως τον ρόλο τους. Ωστόσο η διερεύνηση της σημασίας που η τοπικότητα  – αλλά και η «περιφερειακότητα» –  αποκτούν στις σύγχρονες κοινωνίες και η κατανόηση της δυναμικής που εξ αυτού ακριβώς του γεγονότος αποκτά διεθνώς η αυτοδιοίκηση μπορεί να μας πείσει ότι η λύση δεν πρέπει να αναζητείται στην αντίστιξη αλλά στην σύνθεση, στην σύνθεση του κέντρου και της τόπου, της καθοδικότητας και της ανοδικότητας. Άλλωστε η σύντομη ματιά στην ευρωπαϊκή εμπειρία που επιχειρήθηκε στο ανα χείρας κείμενο καταδεικνύει ότι το διακύβευμα μοιάζει πλέον να είναι λιγότερο η σχέση και οι εντάσεις ανάμεσα στο κράτος και την αυτοδιοίκηση και περισσότερο εκείνες ανάμεσα στο εμπορευματικό και το δημόσιο αγαθό και, συμπληρωματικά, ανάμεσα στην αγορά και την αναδιανομή.

Απαιτείται λοιπόν μια προσέγγιση διαφορετική,  επικεντρωμένη στην συμμετοχή των ΟΤΑ στην άσκηση της εν όλω δημόσιας δράσης. Δράσης νοούμενης ως συνόλου αλυσίδων δημόσιας πολιτικής οι κρίκοι των οποίων συγκροτούνται από δρώντα υποκείμενα που εδράζονται σε επίπεδα διαδοχικά: το υπερεθνικό, το εθνικό, το περιφερειακό, το τοπικό και σε πεδία όμορα  και συνδεδεμένα: τους δημόσιους θεσμούς και την κοινωνία των πολιτών. Άλλωστε « […] Τα μεγάλα προβλήματα και οι ενέργειες αντιμετώπισής τους σπανίως σέβονται τα οργανωσιακά σύνορα. Αντιθέτως τέμνουν  κάθετα και οριζόντια τα διοικητικά επίπεδα, τους τομείς αρμοδιότητας και τις οργανωσιακές μονάδες. Για να αντιμετωπισθούν λοιπόν οι σύγχρονες προκλήσεις δημιουργείται ανάγκη για νέους κατευθυντήριους μηχανισμούς επικεντρωμένους σε ευρύτερα κοινωνικά αποτελέσματα». [3]

Η  υπό το ανωτέρω πρίσμα διερεύνηση της υφιστάμενης κατάστασης, της δυναμικής και των προοπτικών της τοπικής αυτοδιοίκησης στον ευρωπαϊκό χώρο, απαιτεί σύνθετα εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία. [4] Πρώτον, καθίσταται αναγκαία η μελέτη των θεσμικών εξελίξεων με βάση την υπόθεση ότι η εκάστοτε υφιστάμενη κατάσταση επικαθορίζει την επερχόμενη, υπόθεση που αποτυπώνεται στην έννοια της «εξάρτησης από την διαδρομή» (path-dependence). [5] Δεύτερον, απαιτείται ο προσδιορισμός και η κατανόηση των συμπεριφορών των δρώντων υποκειμένων (θεσμικοί παίκτες, ομάδες συμφερόντων και πίεσης) τα οποία αναπτύσσουν διεκδικήσεις και συγκροτούν στρατηγικές, οδηγούμενα σε συμμαχίες και αντιπαραθέσεις. [6] Τρίτον, είναι απαραίτητο να μελετηθούν οι αντιλήψεις που διαμορφώνουν το πλαίσιο κατανόησης και ανάλυσης εκ μέρους των δρώντων υποκειμένων των δεδομένων συνθηκών, των σκόπιμων και εφικτών επιδιώξεων και της κατάλληλης δράσης οδηγώντας σε αποφάσεις και ενέργειες. Το πλαίσιο αυτό παράγεται μέσα από διεργασίες δημόσιου διαλόγου και επιχειρηματολογίας που οδηγούν στην διαμόρφωση και νομιμοποίηση λύσεων και επιλογών. Ο διάλογος αυτός «περί τις πολιτικές» συνιστά ταυτόχρονα ένα πεδίο αντιπαράθεσης με στόχο την κυριαρχία των νομιμοποιητικών επιχειρημάτων και την προώθηση επιλογών. Η κυριαρχία των επιχειρημάτων οδηγεί στην επιβολή λύσεων αφού κατά κανόνα «κυρίαρχη άποψη είναι η άποψη του κυρίαρχου» [7] υπό την διπλή έννοια του ότι είτε ο εκάστοτε «κυρίαρχος» – δηλαδή ο ισχυρότερος δρών δεδομένου πεδίου- επιβάλλει  την άποψή του, είτε η άποψη η οποία θα επιβληθεί, επειδή θα υπαγορεύσει δεδομένες επιλογές και πρακτικές, καθιστά τον φορέα της «κυρίαρχο».

Άξιο παρατήρησης σε συνάρτηση με τον εξελισσόμενο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ένα ακόμη φαινόμενο: αυτό της μίμησης των τρόπων δημόσιας οργάνωσης και άσκησης δημοσίων πολιτικών. Η θεσμική και οργανωσιακή μίμηση είναι φαινόμενο το οποίο και έχει απασχολήσει από ετών την ερευνητική κοινότητα της πολιτικής και διοικητικής επιστήμης, αλλά και παραμένει επίκαιρο, ειδικά στα πλαίσια του Ενωσιακού εγχειρήματος, για ευνόητους λόγους. Το φαινόμενο αυτό έχει αποκληθεί  «θεσμικός μιμητισμός». [8] Ο Darbon ορίζει τον θεσμικό μιμητισμό ως μαζική μεταφορά, εξωτερικών θεσμών αποσπασμένων από το γενεσιουργό τους περιβάλλον και αυθαίρετα αναδομημένων με στόχο την ενσωμάτωσή τους σε ένα περιβάλλον διαφορετικό όπου θα υπαχθούν στις πολιτικές στρατηγικές των ανταγωνιζόμενων ελίτ της χώρας εισαγωγής. [9]

Η προσέγγιση του μιμητισμού επιτρέπει την αποτελεσματική ανάλυση σε ενωσιακό επίπεδο,  των διαδράσεων μεταξύ των προηγμένων εθνικών πολιτικο-διοικητικών συστημάτων και εκείνων που, όπως το ελληνικό, βρίσκονται σε αναζήτηση τρόπων βελτίωσης – και ειδικότερα των αυτοδιοικητικών υποσυνόλων τους.  Οι  αναλύσεις του μιμητικού φαινομένου υπογραμμίζουν γενικά την μη αναλογική αλλά στρεβλά προσαρμοσμένη και «χρηστική» λειτουργία των επείσακτων θεσμών στο πεδίο υποδοχής τους .

Η συμμετοχή των ελληνικών ΟΤΑ σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα επιβεβαιώνει τις εν λόγω παραδοχές. Η διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων επέβαλε, την υιοθέτηση προηγμένων τεχνικών προγραμματισμού: σύνταξη τεχνικών δελτίων, εκπόνηση μελετών επιπτώσεων, πραγματοποίηση αναλύσεων SWOT και αναλύσεων κινδύνου κ.λπ. Η ενσωμάτωση όμως των τεχνικών αυτών στις πρακτικές φορέων της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξε προσχηματική. Συνήθως τηρούνται οι τύποι, επειδή  συνιστούν προϋπόθεση της χρηματοδότησης, σπανίως όμως και η ουσία. Η σύνδεση, δηλαδή, των δράσεων με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους η παρακολούθηση των ενεργειών βάσει χρονοδιαγραμμάτων, η διόρθωση των αποκλίσεων ή η τροποποίηση του προγράμματος και η τελική αξιολόγηση βάσει μετρήσεων της ποιοτικής και ποσοτικής αποτελεσματικότητάς του, δεν αποτελούν τον κανόνα στις πρακτικές προγραμματισμού των ΟΤΑ. Στην πράξη εκείνο που συνέβη δεν είναι η προσαρμογή των ελληνικών τρόπων προγραμματισμού και ελέγχου στις ενωσιακές μεθόδους αλλά ακριβώς το αντίθετο: η αφομοίωση των επείσακτων μεθοδολογιών από τις εγχώριες διοικητικές και αυτοδιοικητικές πρακτικές. [10]

 

4. Ευρωπαϊκές εξελίξεις και ελληνικές προοπτικές στον ρόλο της αυτοδιοίκησης

 

Αυτό που η τρέχουσα έρευνα καταγράφει σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια   σαφής τάση  επαναφοράς στον κορμό των OTA αρμοδιοτήτων, δραστηριοτήτων και υποδομών που είχαν «απωλέσει» από τις δεκαετίες του ‘80 και μετά, τόσο μέσω της   «εταιριοποίησης» όσο και της ιδιωτικοποίησης. Στην πρώτη περίπτωση αρμοδιότητες που είχαν εκχωρηθεί σε αυτοδιοικητικούς μεν φορείς εταιρικής όμως νομικής μορφής  επανέρχονται εντός του κορμού της δημοτικής υπηρεσίας. Στην δεύτερη περίπτωση οι δημοτικές αρχές ανακτούν δια της επαναγοράς φορείς που είχαν ιδιωτικοποιηθεί ή αποκτούν εταιρείες που δημιουργήθηκαν από ιδιωτικά κεφάλαια προκειμένου να δραστηριοποιηθούν σε κλάδους τοπικών υπηρεσιών. Η τάση αυτή άπτεται ενός ευρύτατου φάσματος υπηρεσιών τοπικού χαρακτήρα. Ο Hall [11] απαριθμεί έξι κλάδους όπου καταγράφεται στην Ευρώπη δυναμική «επαναδημοτικοποίησης»: ύδρευση, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, συγκοινωνίες, διαχείριση απορριμμάτων, καθαριότητα και κοινωνική κατοικία. Ερευνητές όπως ο Hellmut Wollmann και ο Gérard Marcou ομιλούν περί φαινομένου «επαναδημοτικοποίησης» (remunicipalization) των τοπικών υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις διαδοχικές μεταπτώσεις του ρόλου των ΟΤΑ στην παραγωγή και παροχή υπηρεσιών δημοσίου ενδιαφέροντος ως κίνηση εκκρεμούς μεταξύ αγοράς και δημόσιου αγαθού. [12]

Ένα ενδιαφέρον μεθοδολογικό αλλά και πρακτικό ζήτημα αφορά την  κατεύθυνση της κίνησης του εκκρεμούς, υπό την έννοια των ενδεχομένων επιπτώσεων της κρίσης επί της  αναπτυχθείσας στην Ευρώπη τάσης «επαναδημοτικοποιήσεων».  Η τάση αυτή εμφανίσθηκε παράλληλα με την παρακμή της μεθοδολογίας του Νέου Δημοσίου Μάνατζμεντ και την γενικότερη υποχώρηση των αντίστοιχων διοικητικών πρακτικών. Ωστόσο την τελευταία πενταετία καταγράφονται ισχυρές ενδείξεις ότι οι πρακτικές αυτές επανέρχονται με αιτιολογία τα δημοσιονομικά προβλήματα, την αδυναμία χρηματοδότησης των δημοσίων δραστηριοτήτων και την μείωση του χρέους. Παρατηρούμε εκ νέου και ιδιαίτερα στις περισσότερο εκτεθειμένες στο χρέος χώρες – αλλά όχι μόνο- εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό κρατικών και αυτοδιοικητικών λειτουργιών, συρρίκνωση ή κατάργηση δημοσίων φορέων. Πρόκειται άραγε για επιστροφή του εκκρεμούς  προς την κατεύθυνση της αγοράς ή παρακολουθούμε ένα απλό επεισόδιο παροδικής επιβράδυνσης της πορείας του προς την επανεπιβεβαίωση του δημόσιου αγαθού; Ο χρόνος και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη μιαν οριστική απάντηση. Η Ελλάδα, ωστόσο, δεδομένου ότι, για ιστορικο-πολιτικούς λόγους, την αμέσως προηγούμενη φάση – που οριοθετείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 – δεν ακολούθησε την κυρίαρχη ευρωπαϊκή τάση των ιδιωτικοποίησεων και στρέφεται μόλις τώρα προς αυτές, μοιάζει μάλλον να κινείται στην αντίστροφη φορά του ευρωπαϊκού εκκρεμούς.

 

Υποσημειώσεις


[1] Η ίδια η Ε.Ε. αναπτύσσει από την φύση της τέτοιες δυναμικές: στα πλαίσιά της υφίσταται θεσμική ισοτιμία – όχι στενά συμβολική αλλά με σημαντικές λειτουργικές και πολιτικές συνέπειες- μεταξύ δρώντων υποκειμένων [εθνικά κράτη] με βαθμό ισχύος τόσο άνισο, που θα ήταν αδιανόητη σε οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο –βλ. πχ την δημιουργία του Ηνωμένου Βασιλείου και τις  θεσμικές (αν) ισορροπίες μεταξύ των συστατικών του οντοτήτων: ενώ η πληθυσμιακή αναλογία μεταξύ Αγγλίας και Σκωτίας ήταν 5:1 η  «θεσμική» τους αναλογία (αντιπροσώπευση στα βουλευόμενα και αποφασίζοντα σώματα) ήταν 10:1.

[2] Βλ. ενδεικτικά Bryson John, (2011), Strategic Planning for Public and Nonprofit Organizations: A Guide to Strengthening and Sustaining Organizational Achievement. , Jossey-Bass, 4η έκδ., 576 σελ., Steiss Alan-Walter,(2003),  Strategic management for Public and Non Profit Organizations, Marcel Dekker, 438 σελ., Courtney Roger , (2002), Strategic Management for Nonprofit Organizations, Routledge, 336 σελ.

[3] Christensen Tom, Lægreid Per (2011), “Post-NPM Reforms: Whole of Government Approaches as a New Trend”, σε Groeneveld, Sandra, Van De Walle Steven (επιμ.) New Steering Concepts in Public Management, Emerald Group Publishing Limited, σ.σ.11-24

[4] Wollmann Hellmut, (2011), “Provision of Public Services in European Countries”, Croatian and Comparative Public Administration, 11 (4), σσ. 889–910

[5] Pierson, P. (2000), “Increasing returns, path dependence, and the study of politics”, American Political Science Review, σσ 251-267.

[6] βλ. σχετικά Scharpf F.W. (1997), Games Real Actors Play: Actor-Centered Institutionalism in Policy Research, Westview Press, 320 σελ. και Sabatier Paul, Jenkins-Smith Hank (2007-β’ εκδ.) “The Advocacy Coalition Framework: An assessment” σσ. 117-166 σε Sabatier P. (επιμ). Theories of the Policy Process, Westview Press, 352 σελ.

[7]  Wollman (2011), οπ.παρ.

[8] Darbon Dominique “A qui profite le mime ? Le mimétisme institutionnel confronté a ses représentations en Afrique.” σε  Meny Yves  (επιμ.), Les politiques de mimétisme institutionnel: La greffe et le rejet,  Editions L’Harmattan, 286 σελίδες.

[9] Αυτόθι, σ.σ. 119-120

[10] Πασσάς Α., Τσέκος Θ., (2006), «Οι διοικητικές επιπτώσεις της Ελληνικής Ενωσιακής πορείας», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, τ. 3, Εκδ.Παπαζήση, σ.σ. 178-195.

[11] Hall (2012), οπ.παρ.

[12] Wollmann H., Marcou G., (2010), (Eπιμ) The Provision of Public Services in Europe: Between State, Local Government and Market, Edward Elgar Publishing, 288 σελ.

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης 

του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης  του ΤΕΙ Πελοποννήσου

 

Ημερίδα: Τρία χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης «Καλλικράτης»: εμπειρίες και προοπτικές.

Άργος, αίθουσα εκδηλώσεων επιμελητηρίου Αργολίδας,  Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

Διοργάνωση: Δήμος Άργους Μυκηνών  – ΑΤΕΙ Πελοποννήσου-Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Read Full Post »

Το φαινόμενο της ζητείας κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο – Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη


 

Οι ζητείες αποτελούσαν ένα εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όντος του οθωμανοκρατούμενου χώρου αλλά και πολύ πέρα από αυτόν. Ζητείες εκτελούνταν από τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες για την κάλυψη τακτικών και έκτακτων αναγκών τους αλλά και από απλούς ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ποικίλα δεινά και προβλήματα. Η λέξη «ζητεία» ειδικά αναφερόμενη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δήλωνε καταρχήν όλα τα συνήθη δοσίματα που αυτό λάμβανε από το ποίμνιο και τους κληρικούς που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του και αποτελούσαν μέρος των εκκλησιαστικών εισοδημάτων.

Δοσίθεος Νοταράς (1641-1707), Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Δοσίθεος Νοταράς (1641-1707), Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, η δυσκολία συλλογής των πατριαρχικών φόρων λόγω της απροθυμίας καταβολής τους από τους μητροπολίτες, τον κατώτερο κλήρο άλλα και το ορθόδοξο ποίμνιο είχε αναγκάσει τους Πατριάρχες να αναχωρούν προσωπικά σε περιοδεία για την είσπραξη των φόρων. Πριν από την αναχώρησή του ο Πατριάρχης έπρεπε να εφοδιαστεί με σχετικό διάταγμα του σουλτάνου το οποίο θα επέτρεπε την περιοδεία και θα εξασφάλιζε την ασφάλεια τη δική του και τής συνοδείας του που συχνά την αποτελούσαν μέλη αρχοντικών οικογενειών. Το διάταγμα εξασφάλιζε επίσης διευκολύνσεις από τις τοπικές αρχές και τους καδήδες για τον πειθαναγκασμό των δυστροπούντων χριστιανών να καταβάλουν τους φόρους. Η «πατριαρχική ζητεία» και η «τοπική ζητεία» ήταν επομένως αναγνωρισμένες από το οθωμανικό κράτος από ενωρίς, κατά τον 18ο αιώνα μάλιστα αναγράφονταν στο βεράτιο που εξέδιδε ο σουλτάνος για την ανάληψη του αξιώματος του Πατριάρχη.

Στα κείμενα όμως της Τουρκοκρατίας η λέξη «ζητεία», ή σε μερικές περιπτώσεις «ζήτη», χρησιμοποιείται συνηθέστατα για να χαρακτηρίσει μια κοινότατη πρακτική που δεν ανήκε στη θεσμοθετημένη κατηγορία που αφορούσε ειδικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά αποτελούσε ουσιαστικά μια μορφή εράνου, συλλογής ελεών, που πραγματοποιούσαν μέσω εκπροσώπων τους τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια, και οι μητροπόλεις. Συχνότερα από τη λέξη ζητεία χρησιμοποιείται η λέξη «ταξίδιον», προκειμένου να χαρακτηρίσει την περιοδεία για τη συλλογή ελεών, ίσως για να μην δημιουργείται σύγχυση με τα συνήθη δοσίματα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι, το «ταξίδιον» αποτέλεσε έναν άλλον τρόπο δήλωσης της ζητείας ή του εράνου που τον απαντούμε συχνά σε συστατικές επιστολές και «απανταχούσες». Αυτοί που διεξήγαν τις περιοδείες ζητείας συχνά αποκαλούνται στα σύγχρονα κείμενα «ταξιδιάρηδες» ή «ταξιδευτές».

Η διάκριση ανάμεσα στη ζητεία για τη συλλογή των υποχρεωτικών δοσιμάτων προς το Πατριαρχείο και τον προαιρετικό έρανο που αποσκοπούσε στην κάλυψη έκτακτων αναγκών δεν είναι πάντα σαφής ιδίως κατά τους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση. Από πράξη του Πατριάρχη Ματθαίου Α’ (1397-1410), που δεν φέρει χρονολογία, βλέπουμε πως συνιστά στους αρχιερείς τον ηγούμενο της μονής των Μαγγάνων Λουκά, ο οποίος περιόδευε για τη συνάθροιση βοήθειας για το Πατριαρχείο, την περιποίηση και λυχνοκαΐα της Αγίας Σοφίας και για τη συντήρηση των πενόμενων κληρικών. Πιθανότατα η πράξη αυτή ταυτίζεται με την πληροφορία από άλλη πηγή ότι το 1401, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ο Πατριάρχης Ματθαίος Α’ έστειλε ένα μοναχό να περιοδεύσει σε διάφορα μέρη, ανάμεσά τους και στη Σταυρούπολη, για τη συγκέντρωση έκτακτης οικονομικής βοήθειας. Κατά τον Μανουήλ Γεδεών η πρώτη γνωστή έξοδος για ζητεία πραγματοποιήθηκε κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Συμεών Α’ του Τραπεζουντίου (1482-1486). Στη συνέχεια το φαινόμενο γενικεύτηκε ταχύτατα και από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά οι σχετικές πληροφορίες είναι πολυάριθμες και συχνά λεπτομερείς.

Τα χρήματα ή άλλα ποικίλα αφιερώματα που συλλέγονταν με τις ζητείες ανακούφιζαν την Εκκλησία και τα καθιδρύματά της από δυσβάστακτα χρέη ή άλλες έκτακτες ανάγκες που προέκυπταν κατά διαστήματα στους χαλεπούς εκείνους χρόνους. Ακόμα και πάγιες ανάγκες έπρεπε συχνά να καλυφθούν από την πηγή αυτή, που χρηματοδοτούσε επίσης και το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. Εκτός από τα Πατριαρχεία, τα μοναστήρια και οι ναοί χρειάζονταν επίσης χρήματα για να πληρώσουν συσσωρευμένα χρέη, έκτακτα δοσίματα, ή για να εξασφαλίσουν άδεια για την επιδιόρθωση ή την ανακαίνισή τους είτε από τη φθορά του χρόνου, είτε από τις ποικίλου είδους φυσικές ή άλλες καταστροφές που προκαλούνταν από πολεμικές ή ληστρικές επιχειρήσεις. Είναι εύλογο πως η σημασία των ζητειών ήταν μεγάλη είτε επρόκειτο για τα συνήθη δοσίματα προς το Πατριαρχείο είτε για τη συλλογή ελεημοσύνης για την ανακούφιση των προβλημάτων της Εκκλησίας. Η επίσημη πατριαρχική ζητεία ήταν ζωτικής σημασίας για τα οικονομικά του Πατριαρχείου και η μη καταβολή της, όπως και των άλλων δοσιμάτων, αποτελούσε συχνά λόγο καθαίρεσης όσων αρχιερέων αρνούνταν να την καταβάλουν ή και αφορισμού. Την ίδια σπουδαιότητα είχε και η κατακράτηση των προσφορών των χριστιανών που προορίζονταν για εκκλησιαστικά ιδρύματα ή των ελεών που δίνονταν υπέρ του Παναγίου Τάφου. Για τον λόγο αυτό είχαν εκδοθεί πατριαρχικές αποφάσεις που κατέτασσαν τις υπεξαιρέσεις αυτές ανάμεσα στις πράξεις που αφορίζονταν από την Εκκλησία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το φαινόμενο της ζητείας κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο

Read Full Post »

Πικρός Πέτρος – Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας


 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές…

 

[Κυριακή, 2 Μαΐου 1926] 

Ένα κομμάτι Μεσαίωνας παραστρατημένο, λησμονημένο μέσα στο σύγχρονό μας «υψηλό πολιτισμό».

Ένα κομμάτι Νύχτα στις παραμονές μιας αυγής.

Τ’ Ανάπλι με τα κάστρα του και με τις φυλακές του.

Τ’ Ανάπλι με τους σκοτεινούς τους θρύλους, τα βαριά τα σίδερα, κανόνια κι αλυσίδες. Με τα λυπητερά τραγούδια τα μακρόσυρτα:

…Αν είσαι μάννα και πονής

έλα στ’ Ανάπλι να με δεις…

…Και με το μαρμαρένιο λεοντάρι τ’ Αγίου Μάρκου.

Pax tibi.

Ας φύγαν τα χρόνια κι ας έχουν διαβή «κερβάνια αιώνες και χάροντες καβάλα…».

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα:

Στου τουρκοβενετσιάνικου

παλιού Αναπλιού τη στράτα

περνά περνά ή παράτα

τ’ αλλοτινού καιρού

– Ανάπλι! Τί δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι;

– Σαν πώς μου λες να χαίρουμαι και να βαρώ παιχνίδι οπούμ’  Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο…

Αλήθεια ξακουστό κι αλήθεια παινεμένο Ανάπλι! Μα πώς να χαίρεται, όταν έχη ένα Μπούρτζι, ένα Ίτς Καλέ, ένα Παλαμήδι;

Και μόν’ αυτά; Να! κι οι φυλακές του Λεονάρδου, οι γυναικείες φυλακές, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας, οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθος.

Πώς να βαράη παιχνίδι άλλο εξόν απ’ το παραπονιάρικο «μπαγλαμαδάκι» μέσα στους πνιγερούς αχνούς του χασισιού;

 …Μας έσπασες τον ναργιλέ

κυρ λοχαγέ στον Ίτς Καλέ…

Ωχ, τα μεράκια!… Που μέσα τους κλαίει το μαύρο φτωχολόι -κι όλα τους κι ή χαρά τους, μοιρολόι πικρό κι αργό…

…Έλα στ’ Ανάπλι δυο σκαλιά

να σου φιλήσω την ελιά…

 

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

 

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στην ερευνά του, το 1926, ο Πέτρος Πικρός για τις φυλακές του Ναυπλίου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Μια έρευνα που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, σε μορφή βιβλίου με τίτλο «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη, χάρη στην πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια του Νίκου Βαρβατάκου, επιμελητή και σχολιαστή της έκδοσης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζουμε:

Δημοσιογραφική και λογοτεχνική περιήγηση «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας», γραμμένη από τον πρωτοπόρο διανοούμενο της Αριστεράς του μεσοπολέμου, Πέτρο Πικρό. Κατά την τακτική του των «ζωντανών ρεπορτάζ», βιώνει ο ίδιος την κατάσταση που περιγράφει, συναναστρέφεται με τους κρατουμένους, βλέπει με τα μάτια του την αθλιότητα των καταλυμάτων τους και διαπιστώνει τις απάνθρωπες και μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσής τους.

Ως δημοσιογράφος αποκαλύπτει και ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα του σωφρονιστικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την άμεση λήψη μέτρων από την πολιτεία, ώστε να σταματήσει η τραγική κατάντια των φυλακισμένων. Παράλληλα, το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο συμπληρώνει το έργο του μαχητικού δημοσιογράφου, εμπλουτίζοντας την έρευνά του με ιστορικές και λαογραφικές αναφορές και προσδίδοντάς της λυρισμό, αμεσότητα και ανθρώπινη ζεστασιά.

Η έρευνα αυτή, που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, αποτελεί ένα δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα συγγραφικό σταθμό στην έως τώρα ταραχώδη ιστορική διαδρομή των φυλακών και της ποινής του εγκλεισμού. Συνιστά επίσης ένα ιστορικό ντοκουμέντο, προσφέροντας στο σημερινό αναγνωστικό κοινό μια διεισδυτική ματιά σε μια «σκοτεινή», αθέατη πτυχή της νεοελληνικής κοινωνίας την εποχή του μεσοπολέμου.

Είναι μια δημοσιογραφική-λογοτεχνική καμπάνια του 1926 που διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα, διατηρώντας συγχρόνως μια θαυμαστή επικαιρότητα.

Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας

Εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη

Ιούλιος 2016 – Σελίδες 308

Επιμέλεια:  Νίκος Βαρβατάκος

Πρόλογος: Γιαλαννης Μπάρτζης

ISBN 9786185161323

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή τον ερχομό της Εθνικής Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα»  το Λόγο της Εθνικής Επετείου που εκφωνήθηκε από τον Δρ. Γεώργιο Κόνδη στις 28 Οκτωβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους, με τίτλο: 

«Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου»

 

16 Φεβρουαρίου 1941

Σήμερα είναι Κυριακή. Το αρβανίτικο χωριό που καταυλιζόμαστε το λένε Γράμποβα. Είναι σε ύψος 1300 μέτρα, πάνω στις ράχες τις Κάμνιας. Οι κάτοικοί του είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Έχουνε μια εκκλησιά τον Άη Νικόλα. Ο συνάδελφός μου Καρυδάκης έρχεται πρωί και με φωνάζει να πάμε στην εκκλησία. «Παρ’το κράνος σου» μου λέει «και να ’σαι κοντά μου. Έχει χιονίσει τη νύκτα κι όλα παντού είναι άσπρα. Σκύβουμε και προχωρούμε προς την εκκλησία τρέχοντας. Οι Ιταλοί μας βλέπουν από απέναντι και μπορεί να μας ξύσει καμιά σφαίρα. Πραγματικοί προσκυνητές που όλο το δρόμο μέχρι το ναό τον κάνουμε σκύβοντας ως τη γη. Ο παπάς λειτουργάει στην ελληνική αλλά δεν την ξέρει καλά. Ακούω ευλαβικά το ευαγγέλιο, όπως κι αν το λέει.  Κάνει παγωνιά, αλλά τα λιγοστά κεριά, το λιβάνι και οι μορφές των αγίων σε ζεσταίνουν. Η εκκλησία στις περιστάσεις αυτές συγκινεί δυνατά. Μου φαίνεται πως αν ζήσω σε μέρες ειρήνης θα νιώθω πάντα ετούτη τη συγκίνηση μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας του αλβανίτικου φαραγγιού.

«Θεέ μου, άφισέ με να ζήσω»!

Μέσα στην εκκλησία είναι καμιά εικοσαριά φαντάροι. Δεν βλέπω τις μορφές τους. Σκέφτομαι τα σπίτια τους, στα πέρατα της Ελλάδας, Νησιά, Μοριά, Στερεά, Μακεδονία, Θράκη, και βλέπω τα νήματα της σκέψης τους να ξεκινάνε, από τούτο δω μέσα το ιερό πόστο, για κείνες τις μακρινές εστίες. «Θεέ μου, άφισέ τους κι αυτούς να γυρίσουν στα σπίτια τους»!

Ο γυρισμός μας προς τον καταυλισμό δεν γίνεται ανενόχλητα. Οι Ιταλοί μας βάλλουν με το πολυβόλο. Κοντεύω να σπάσω τη μέση μου από το σκύψιμο. Οι σφαίρες σφυρίζουνε, σαν ξύσιμο βίαιο του αέρα, αλλά ευτυχώς φτάνουμε στον καταυλισμό.

Το απόγευμα φεύγουμε οι μισοί για να αντικαταστήσουμε τις προφυλακές. Σκοτεινά μονοπάτια, γιομάτα νερά, χιόνι που χώνεται στις αρβύλες  και τις ποτίζει, πέτρες που κατρακυλάνε, καθώς προχωρείς και που πέφτεις απάνω τους σκοντάβοντας. Κι όλα αυτά να γίνονται με φόβο γιατί το αυτί του εχθρού απέχει 200 μέτρα. Ανεβαίνουμε ένα βουνό όρθιο, που το μονοπάτι του τόφτιαξαν οι νυχτερινές αυτές πορείες».

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

[…] Με τα λόγια που μόλις ακούσατε περιγράφει μια μέρα του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας ο οπλίτης Δημήτριος Λουκάτος. Και είναι μια περιγραφή που στην ίδια μέρα κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ειρήνευση που νιώθει ο μαχητής στο μόνο αποκούμπι που βρίσκει μέσα στην κόλαση του αλβανικού μετώπου: την εκκλησίτσα του χωριού Γράμποβα ή στην ύπαιθρο όπου οι στρατιωτικοί ιερείς λειτουργώντας δίνουν τη δική τους μάχη στήριξης. Κι ύστερα αρχίζει και πάλι ορμητική η ροή του πολέμου. Φεβρουάριος 1941. Ένας από τους τρομερότερους χειμώνες στα Βαλκάνια. Το κρύο να τσακίζει τις ανθρώπινες αντοχές και τα κρυοπαγήματα να τσακίζουν πόδια και χέρια. Ελάχιστες οι ελπίδες για τον Έλληνα στρατιώτη της πρώτης γραμμής να αποκτήσει κάλτσες ζεστές και άρβυλα καινούρια για να αντιμετωπίσει το δεύτερο μεγάλο εχθρό που δε φοβάται σφαίρες και κανόνια: τα κρυοπαγήματα. Κι όμως είναι όλοι ταγμένοι στο μεγάλο σκοπό. Να αγωνιστούν για την πατρίδα. Να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Να συνεχίσουν με δύναμη και ηρωισμό μέχρι να πετύχουνε το στόχο που ’βγαινε, σα λάβα από ηφαίστειο που μόλις είχε εκραγεί, από τους στίχους που γραψε στις 10 Νοεμβρίου 1940 ο  Άγγελος Σικελιανός:

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’ Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

Τ’ ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα, τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Μεταδίδουμε το πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού γενικού στρατηγείου. Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κι επειδή στη χώρα αυτή τη ρημαγμένη από τις κακουχίες και τους βαλκανικούς πολέμους δεν έφταναν τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν την είδηση του πολέμου σε κάθε χωριό και γειτονιά πόλης, άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να το διαλαλούν και οι Έλληνες να τρέχουν να παρουσιαστούν σαν να ’ταν λίγες οι θέσεις για τούτη τη γιορτή που άρχιζε και ήτανε κρίμα να τη χάσουν.

«Ήμουν στο Άργος υπάλληλος στο μπακάλικο του Αγιωργίτη», γράφει ο Κ. Κατσένης (Κωτσιο-Κατσένης) στο αφιέρωμα της 28ης Οκτωβρίου στην τοπική εφημερίδα «Καρυά»: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 είδα τα απιδιά του δημοτικού σχολείου να επιστρέφουν, ώρα 8.30 π.μ., από το σχολείο κλαίγοντας. Απόρησα γιατί κλαίνε και τα ρώτησα : «Γιατί κλαίτε παιδιά;». τα 7-10 χρονών παιδάκια μου απάντησαν : «Οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο και οι δάσκαλοί μας επιστρατεύτηκαν». Αμέσως άκουσα τις καμπάνες να χτυπάν…. Τα Καρυωτάκια με τραγούδια και χαρές άφησαν αρραβωνιαστικές, γυναίκες με βυζασταρόνια, επήραν την αυχή από τους γονιούς τους και έφυγαν ποδαρόδρομο για το Άργος. Από κεί με ό,τι μέσον ευρήκαν, σούστες, μοτοσικλέτες, σαραβαλάκια φορτηγά, τρένα και ποδήλατα έφθασαν στο Ναύπλιο να ντυθούν…»

Κι ο Κωστής Κωτσοβός από το Κουτσοπόδι μας δίνει επίσης μια εξαιρετική περιγραφή αυτού του κλίματος : «Στις 27 (Οκτωβρίου) ξεκουράστηκα λιγάκι και στις 28 κατέβηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό Κουτσοποδίου για να πληροφορηθώ την ανταπόκριση του τρένου για το Ναύπλιο. Φεύγοντας από εκεί με φωνάζει ο Σταθμάρχης Χρήστος Δερζιώτης : «Κώστα Κώστα γύρισε πίσω εκηρύχθη πόλεμος». Τότε εκείνος από το τηλέφωνο παίρνει τις σχετικές οδηγίες  από την υπηρεσία του και εγώ τις γράφω. Αφού εγύρισα στο πατρικό μου σπίτι  ανήγγειλα την κήρυξη του πολέμου στις αδελφές μου Σοφία και Βασιλική. Ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια μου Παναγιώτης και Βαγγέλης έμαθαν την κήρυξη του πολέμου και άφησαν τον σπαρτό, όπως και ο άλλος ο κόσμος και επέστρεψαν στα σπίτια τους για τον πόλεμο. Δεν περίμενα το τρένο αλλά με αυτοκίνητο περαστικό ήλθα στο Άργος. Εδώ διαπιστώνω μεγάλον ενθουσιαμό, σωστό πανηγύρι, να πηδούν οι επίστρατοι γρήγορα επάνω στα αυτοκίνητα σαν τα κατσίκια για να προφθάσουν να παρουσιαστούν στη μονάδα τους, ενώ ρήτορες στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της πόλεως έβγαζαν πύρινους λόγους για τον πόλεμο. (…) Με τον ίδιο και εγώ ενθουσιασμό μετέβηκα και παρουσιάστηκα στο χωριό Λευκάκια έξω από το Ναύπλιο. Σε χωριό ήταν το κέντρο επιστρατεύσεως για να αποφύγουμε τον βονβαρδισμόν από τα Ιταλικά αεροπλάνα».

Καμιά ιστορική και κοινωνική ανάλυση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συλλάβει στην ολότητά του το θαύμα που συντελέσθηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας από τον Ελληνικό Λαό. Αντίθετα το Έπος του ’40 πέρασε στο χρόνο της εθνικής ιστορίας ως μια επέτειος του «ΟΧΙ» και μόλις πρόσφατα αρχίζουμε να αναδεικνύουμε με έρευνες και μαρτυρίες το μεγαλείο του αγώνα εκείνου. «Ωστόσο» γράφει ο μεγάλος μας συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης, «αυτή η εκστρατεία που όλοι τη λένε «το Έπος», έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο – θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο χρονολογικά και Ιστορικά απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων. Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξεκίνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της Ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο Αρχείο προτού μνημονευτεί».

Οι Έλληνες στρατιώτες με εξοντωτικές πορείες ήδη από την αρχή του πολέμου, με το μουλάρι και με οπλισμό των βαλκανικών πολέμων ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο με άψογη στρατιωτική προετοιμασία, οργανωμένες επιμελητείες και ότι πιο σύγχρονο υπήρχε στο επίπεδο του οπλισμού την εποχή εκείνη. Απέναντι, όμως στον μουσολινικό μεγαλοϊδεατισμό αντιτάχθηκε ένας λαός που ζήταγε δικαίωση για όλες τις θυσίες που είχε κάνει μέχρι τότε. Σε ποια γεγονότα να πρωτοσταθεί κανείς και τι να μνημονεύσει περισσότερο από τις μάχες και τους ηρωισμούς απλών στρατιωτών και αξιωματικών που έδιναν τη μάχη υπέρ βωμών και εστιών. 8 Νοεμβρίου 1940 σε μια από τις φονικότερες μάχες του πολέμου στο Καλπάκι με φτυάρια και γκασμάδες για τα ορύγματα και όπλα περασμένων δεκαετιών ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να εξουδετερώσει τα ιταλικά τεθωρακισμένα  και να δώσει φτερά στις ελληνικές δυνάμεις. 21 Νοεμβρίου 1940 Κορυτσά. 3 Δεκεμβρίου 1940 Πρεμετή. 6 Δεκεμβρίου 1940 Άγιοι Σαράντα. 8 Δεκεμβρίου 1940 Αργυρόκαστρο. Κι ακόμα πάρα πέρα τραγούδαγαν με καντσονέτες περιπαικτικά οι επιθεωρήσεις στην Αθήνα.

Ποιο πολεμικό ανακοινωθέν και ποιο κείμενο ιστορίας θα κατορθώσει να περιγράψει κάποτε τη μάχη του υψώματος 731, άγνωστη ακόμα στους πολλούς, όταν στις 9 Μαρτίου 1941, στα προεόρτια της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι, 4 λόχοι ελληνικού στρατού θα κρατήσουν ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα που έπρεπε να είχε σβήσει από το χάρτη της περιοχής. Τόσος ήταν ο βομβαρδισμός που λιώνε σώματα, σιδερικά, πέτρες και χώματα κάνοντας ένα τρομακτικό σφαγείου σκηνικό.

«Είταν χαροκόπι δαιμονικό, βομβαρδισμός απίθανος σε ένταση και πυκνότητα, βροντοκόπημα από κεραυνούς απανωτούς, που τράνταζαν συθέμελα τη γη, με λύσσα να της ξεριζώσουν τα σπλάχνα. Πέρα, σε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση, σ’ άλλους τομείς του μετώπου, οι φαντάροι που βρίσκονταν ακόμα με το κεφάλι πλαγιασμένο στο χώμα, άκουγαν σαστισμένοι τη γη να βογκάει και να τρέμει σα να γινόταν στα έγκατά της τυμπανοκρουσία συναγερμού. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι μεγάλο αρχίζει». Λόγια του Άγγελου Τερζάκη.

Κάτι μεγάλο είχε ήδη αρχίσει και δεν θα το σταμάταγε κανένας βομβαρδισμός και καμιά πολεμική μηχανή όσο καλή κι αν ήταν. Το εγγυόταν η φωτιά που έκαιγε στα στήθη των Ελλήνων, το τραγουδούσε κάνοντας τις καρδιές να ριγούν η αγέρωχη φωνή της Σοφίας Βέμπο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», το τύλιγε η θαλπωρή της κουβέρτας που ’φτασε στον στρατιώτη των προφυλακών μας κι είχε πάνω της κεντημένο το όνομα : Ευδοκία Αποστολίδου – Νέα Κίος.

Κι όταν στις 27 Απριλίου 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ακόμα και τότε αντηχεί ένα «ΟΧΙ» θαρραλέο και ηρωικό. Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια «ΟΧΙ» – 28η Οκτωβρίου 1940», 11 Οκτωβρίου 1990.

Η έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα υπήρξε η κορυφαία ιταμή εκδήλωση του φασιστικού μεγαλοϊδεατισμού του Μουσολίνι. Υπήρξε όμως και μια εξαιρετική ευκαιρία που χάρισε η Ιστορία στον κόσμο για να συγκριθούν και να μετουσιωθούν σε κοινωνικό παράδειγμα οι αξίες της πατρίδας, της πίστης, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και του κοινού σκοπού. Αξίες που προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον πόλεμο του 40 αναμετρήθηκαν δυο κοινωνικές λογικές. Εκείνη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, της άδολης προσφοράς και της θυσίας για την προάσπιση μιας πατρίδας, μιας κοινότητας, μιας οικογένειας, μιας φιλίας. Από την άλλη παρατάχθηκε ο εγωιστικός μοναδισμός, υπόλογος στον Αρχηγό. Το πειθήνιο όργανο ενός μηχανισμού που δεν γνωρίζει συναισθηματισμούς, απάνθρωπα μοχθηρός και ανέκφραστος.

Στην αγάπη αντιπαρέβαλε το μίσος, στην ελευθερία την υποταγή, στην ελεύθερη σκέψη το δόγμα του αλάνθαστου Ηγέτη. Οι Έλληνες υπέγραψαν την ιστορία με το αίμα τους και έδωσαν με θάρρος την απάντηση που έπρεπε στη φασιστική και ναζιστική θηριωδία. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε το νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940 από την επετειακή στενότητα και να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα για μας και τις επόμενες γενιές βασισμένο στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την άδολη προσφορά και την αγάπη σε μια πατρίδα που δεν έχασε το νόημά της.

Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι

Ο Παναγιώτης Μπασακίδης, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Διοικητής του 8ου Συντάγματος που με έδρα το Ναύπλιο θα πάρει μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράφει στις 14 Ιανουαρίου 1941 ανάμεσα σε άλλες και την παρακάτω ημερήσια διαταγή συντάγματος αξιωματικών:

«Τον Διοικητήν του 7ου Λόχου Χριστόπουλον Παναγιώτην διαμνημονεύω διότι κατά τας επιχειρήσεις των βορειοανατολικών υψωμάτων Σκίβοβικ Μάλισπατ από 11 Δεκεμβρίου μέχρι 19 ιδίου επεδείξατο θάρρος, ψυχραιμίαν, ορμητικότητα και εξαιρετικήν διοικητικήν ικανότητα, παρορμών, εμψυψών, και ενθαρρύνων τους άνδρας του δια την κατάληψιν των εκάστοτε  αντικειμενικών σκοπών. Κατά δε τη λυσσώδη επίθεσην της 15ης Δεκεμβρίου προς κατάληψιν των βορείων υψωμάτων Προγκονατίου – χωρίου Προγκονατίου ώρμησεν ακάθεκτος μετά του Λόχου του συντρίβων μίαν προς μίαν τας πεισμόνους εχθρικάς αντιστάσεις, εξαναγκάζων τον εχθρόν να τρέπεται εν σπουδή εις φυγήν εγκαταλείπων επί του πεδίου της μάχης αυτόματα όπλα και όλμους και τέλος κατά την άνοδόν του προς κατάληψιν του τελευταίου υψώματος Προγκονάτ ετραυματίσθη υποστάς θλασιν οστού αριστεράς χειρός. Καίτοι δε φέρων σοβαρόν τραύμα δεν εδέχθη να αποχωρήση του Λόχου του ειμή  μετά ώραν αφού ο Λόχος του εγκατεστάθη επί του καταλειφθέντος υψώματος.

Τούτον επρότεινα όπως απονεμηθεί το Αριστείον Ανδρείας».

Η αυτοθυσία του και η θυσία των 13.936 αξιωματικών και οπλιτών και των χιλιάδων πολιτών, ανδρών και γυναικών, που έδωσαν το αίμα τους για να ζήσουμε ελεύθεροι ας οδηγεί τα δικά μας βήματα και εκείνα των επόμενων γενεών.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ορφανοτροφείο του Άργους


 

Προλογικά

 

Όταν έγραφα με τους μαθητές μου τα οδωνύμια του Άργους, εκείνος που με βοήθησε ξεχωριστά ήταν ο μακαριστός π. Ευάγγελος Στασινόπουλος, ο οποίος μου υπέδειξε – συν τοις άλλοις – και ποιος ήταν ο Ιωάννης Λαλουκιώτης.[1]

Στην πορεία του χρόνου έτυχε να γίνω μέλος της Συντακτικής Επιτροπής (Σ.Ε.) του περιοδικού του Δήμου μας (2000). Και θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχολούμαστε με τη μικροϊστορία του Άργους, όπως συμβαίνει άλλωστε σε πολλά περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Ενδεικτικά μνημονεύω την εργασία του Βασίλη Ζάχου Χριστιανική Ένωση Άργους (ανδρών), [2] την οποία ετοίμασε ο αγαπητός συνάδελφος κατά παράκληση της Σ.Ε. Η πρόταση ανήκε στο μέλος της Σ.Ε. και αγαπητό συνάδελφο Γιώργο Τασσιά.

Πρόθεσή μου ήταν να φιλοξενήσω την εργασία μου για το Ορφανοτροφείο Άργους στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, αλλά δυστυχώς αναστέλλεται επ’ αόριστον η επανέκδοσή του για οικονομικούς λόγους. [3] Όμως ο ερευνητικός λόγος, πριν ακόμη πάρει σάρκα και οστά, δεν μπορεί ν’ αναζητεί στέγη… Γι’ αυτό και συνεχίζω.

 

Ο ιδρυτής του Ορφανοτροφείου Ιωάννης Λαλουκιώτης [4]


Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [5] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [6] Μετά το θάνατο του Ι. Λαλουκιώτη ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την ψυχοκόρη  του Έλλη Τσεκούρα. Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[7]

 

Η προσωπικότητα του Ι. Λαλουκιώτη

 

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης ήτανε φιλάνθρωπος, ξύπνιος και πολύ εργατικός, αλλά ταυτόχρονα ματαιόδοξος,  και  φιλάργυρος. [8] Η ματαιοδοξία του φαίνεται από το γεγονός ότι μετά το θάνατο της γυναίκας του Αρτεμισίας (1942), επάνω στο μαυσωλείο που δέχτηκε τη σορό της, τοποθέτησε δύο ολόσωμα αγάλματα, το δικό του (δεξιά) και της Αρτεμισίας (αριστερά από το δικό του). Και κάθε βράδυ έπαιρνε ταξί, από το σπίτι του (Ζαΐμη 19) για να επισκεφθεί το μαυσωλείο και να καμαρώσει τα δύο αγάλματα στο κοιμητήρι της Παναγίας. Όμως, συχνά κάποιοι λέρωναν τα αγάλματα, όχι μόνο το δικό του αλλά και της νεκρής Αρτεμισίας. Και ο Ι. Λαλουκιώτης αναρωτιόταν: Μα γιατί τα κάνουν όλα αυτά στον τάφο μου; Δε σκέφτονται ότι πολλές οικογένειες τρώνε ψωμί από το εργοστάσιό μου; Έβαλε τότε κάποιον βιομηχανικό εργάτη από τον Συνοικισμό, τον Γιώργη Β., να προσέχει τον τάφο και τα αγάλματα τη νύχτα, γιατί είχε την υποψία ότι οι δράστες ήτανε οι θαμώνες ενός ταβερνείου (σκυλάδικου) απέναντι από το νεκροταφείο, εκεί όπου βρίσκεται το βενζινάδικο του Λιλή. Το ταβερνείο το είχε ενοικιάσει η γριά Μηλιά και για τους νεαρούς έπαιζε μπουζουκάκι ο μπαρμπα – Διονύσης. Οι νεαροί ερχόντουσαν σε κέφι και οι υποψίες του Ι. Λαλουκιώτη ήταν βάσιμες. Φυσικά, το περιβάλλον γύρω από το ταβερνείο και στο νεκροταφείο ήταν αλλιώτικο. Τα αγάλματα προφανώς θεωρούνταν πρόκληση, τη στιγμή που υπήρχε ανέχεια και πολύ μεγάλη πείνα. Δεν γνωρίζω εάν τα αγάλματα τοποθετήθηκαν λίγο μετά το θάνατο της Αρτεμισίας, δηλαδή επί γερμανικής κατοχής. [9] Δεν μπόρεσα να εκμαιεύσω αυτή τη λεπτομέρεια, αν και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να είχε σχέση με την απόφαση του Ι. Λαλουκιώτη να ιδρύσει ορφανοτροφείο.

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Έκανα δηλαδή την εξής τολμηρή σκέψη: Μήπως η κακοποίηση των αγαλμάτων ήταν μία ενέργεια των δραστών, οι οποίοι διέκριναν ένα χάσμα ανάμεσα στην πλουτοκρατία και στον πεινασμένο λαό; Εάν αυτή τη σκέψη έκανε και ο Ι. Λαλουκιώτης, μήπως θα έπρεπε να αντιδράσει με μία δαπανηρή αγαθοεργία;

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια.
Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Η φιλανθρωπία του φαίνεται από πολλά περιστατικά. Μνημονεύω το γεγονός ότι επί γερμανικής κατοχής έδινε στους εργάτες του (που ήταν όλοι σχεδόν από το Συνοικισμό, πολλοί Πόντιοι) ψωμί και κρεμμύδια και ό,τι άλλο είχε. Ήταν πολύ εργατικός, ιδιόρρυθμος και αυστηρός με τους βιομηχανικούς του εργάτες και έβαζε τους δείχτες του ρολογιού πίσω, για να τους ξεγελάει και να δουλεύουν περισσότερο χρόνο. Δεν υπήρχαν τότε ρολόγια χεριού. Σημειωτέον ότι το ορφανοτροφείο έκλεισε λίγο μετά το θάνατό του, γιατί αυτός το συντηρούσε σε τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Το Λαλουκιώτικο Ορφανοτροφείο Άργους (1947 – 1952)

Έναρξη – Παύση

Πότε ακριβώς λειτούργησε το ορφανοτροφείο δεν γνωρίζουμε, γιατί είναι γνωστό ότι τα εγκαίνια ενός μεγάλου έργου γίνονται συνήθως αργότερα. Πιθανότατα να λειτούργησε τον Σεπτέμβριο 1947, αλλά τα εγκαίνια έγιναν ανήμερα του Αγ. Πέτρου, 3 Μαΐου 1948, όπως μας πληροφορεί η εφ. «Ασπίς» (30 – 4 -1950): Προ δύο ακριβώς ετών, ήτοι κατά την εορτήν του Πολιούχου μας Αγίου Πέτρου του έτους 1948 μία σεμνή και περίλαμπρος τελετή εχάρισεν εις την Αργολίδα και εις το κοινωνικό σύνολον εν έργον μεγίστης χριστιανικής και κοινωνικής σημασίας.[10] Και έκλεισε τον Ιούνιο 1952, όπως δείχνουν οι σημειώσεις στις φωτογραφίες και όπως μαρτυρούν πολλοί τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου, που δέχτηκαν να μου παραχωρήσουν συνέντευξη.[11]

 

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο. …Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος… (Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα του σημερινού Γηροκομείου).

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο.
…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των
παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος
εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…
(Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εφ. «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948)

 

Το κτήριο

Το ορφανοτροφείο κτίστηκε στην Αγιά Σωτήρα, – ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος- νότια της πόλης του Άργους, δίπλα στο πάρκο του Ελληνοαμερικανικού Συλλόγου, το οποίον και αυτό κατά το πλείστον οφείλεται εις τον ίδιον κ. Ιωάννην Λαλουκιώτην. [12] Σύμφωνα με μαρτυρία Αργείου, εκεί όπου κτίστηκε το Ορφανοτροφείο, υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Και οι τελευταίοι Τούρκοι πήρανε τα κόκαλα των πεθαμένων τους κατά την αναχώρησή τους. Το οικοδόμημα είχε κάτοψη ορθογώνια παραλληλόγραμμη, όχι Γ, και ήταν τριώροφο από μπετόν αρμέ με εξωτερική σκάλα. Τα παιδιά κοιμούνταν στον 2ο όροφο, ενώ στον 3ο όροφο έμενε καμιά φορά ο δεσπότης (Δεσποτικό). Στο ισόγειο υπήρχαν πλυντήρια, αποθήκες, ιματιοθήκες, λουτρά και τουαλέτες (δεν υπήρχαν τουαλέτες στους κοιτώνες), καθώς επίσης και αίθουσα εστιατορίου, ενώ στον 1ο όροφο υπήρχε αίθουσα υποδοχής «σαλονάκι» και αίθουσα επιστασίας. Τη Στέγην Ορφανών Μητροπόλεως Αργολίδος παρέδωσε ο Ι. Λαλουκιώτης στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη με πλήρη εξοπλισμό. Το οικοδόμημα με τον εξοπλισμό του στοίχισε στον δωρητή 2000 χρυσές λίρες περίπου.

 

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό του Ορφανοτροφείου.

 

Διευθύντρια του ορφανοτροφείου ήταν η νεαρή τότε Μαγδαληνή Σικαλίδου, η οποία παντρεύτηκε το φθινόπωρο 1952 και έμεινε στην ιστορία του Άργους με το επώνυμο του άνδρα της (Τσιωτάκη). Η Μαγδαληνή Τσιωτάκη, λοιπόν, ανήκε στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους (ΧΕΝΑ) Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και ο Σύλλογος της ΧΕΝΑ τη διόρισε Διευθύντρια του ορφανοτροφείου.

 

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

 

Η μητέρα της Μαγδαληνής Τσιωτάκη κυρα – Μαριγώ Σικαλίδου ήταν η μαγείρισσα του ορφανοτροφείου. Η κυρα – Βάσω, η Βασιλική Παρασκευοπούλου, μοδίστρα στο επάγγελμα, ήταν η πλύστρα. Έπλενε και σιδέρωνε. Η μητέρα της κυρα – Ελένη βοηθούσε κι αυτή όσο μπορούσε. Στο (βοηθητικό;) προσωπικό ήταν ο Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια. Εκτελούσε χρέη παιδονόμου και έτρεχε για εξωτερικές δουλειές. Η Ρόζα Τσεκούρα έκανε Γαλλικά στα ορφανά. Επίσης, δίδαξε η Φωτεινή Φίλη, η μετέπειτα σύζυγος του π. Ευάγγελου Στασινόπουλου. Επίσης, υποθέτω πως δίδαξε και η Σταυρούλα Σέρφα. (Δεν μπόρεσα να μιλήσω με την ίδια, αλλά ο άνδρας της Σπύρος Κυριάκου μου είπε: Ξέρω ᾽γω τι έκανε; Πήγαινε στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν ξέρω τι έκανε εκεί πέρα. Η Σέρφα Σταυρούλα πέθανε τον Οκτώβριο 2015). Ακόμη, ας μνημονεύσω τη Σοφία Κλησιάρη (1921 -2015), τη γνωστή ράπτρια, η οποία έραβε παντελονάκια με λάστιχο και μπλουζάκια με υφάσματα από το εργοστάσιο Λαλουκιώτη ή με ρετάλια δικά της για τα ορφανά.

Το ορφανοτροφείο διοικείτο από 13μελές Συμβούλιο. Υπήρχαν 12 Σύμβουλοι και ένας ακόμη, ο τότε αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μετέπειτα Δεσπότης ως Χρυσόστομος Β’. Μερικά ονόματα ήταν ο Νικόλαος Παπανικολάου, φαρμακοποιός, πατέρας του Άγγελου, ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος, καθηγητής καλλιτεχνικών, και ο Γεώργιος Βούλγαρης, έμπορος.[13]

Στην εφ. «Ασπίς» (22 – 4 – 1951) δημοσιεύονται για το Λαλουκιώτειον Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος δωρεές στη μνήμη Ιωάννου Λαλουκιώτη:

  • Κωνσταντίνος Καραλλής, δρχ. 100.000
  • Δήμος Λεβέντης (Δολλάρια 15), δρχ. 225.000
  • Εμμανουήλ Μαγκολέτσης (Θεσσαλονίκη), δρχ. 100.000
  • Αστέριος Αστεριάδης (Καβάλα), δρχ. 100.000
  • Εμπορικός Σύλλογος Άργους, δρχ. 200.000
  • Ανδρέας Ζέης (Ηράκλειο), δρχ. 200.000
  • Γεώργιος Ρασσιάς (δωρεά που αντιστοιχεί για την επένδυση των ορφανών του ιδρύματος) δρχ. 2.100.000
  • Σύλλογος Βιομηχάνων, δρχ. 500.000

Οι τρόφιμοι ήταν μόνο αγόρια και φοιτούσαν στο 1ο Δημοτικό (Καποδιστριακό) Άργους.

Δε θα ήταν δύσκολο να βρεθούν τα ονόματα όλων των τροφίμων, ίσως από το αρχείο του 1ου Δημοτικού Σχολείου. Όμως, με δυσφορία τους ανάγκαζα να θυμηθούν, γιατί όπως εύκολα διαπίστωνα, δεν ήθελαν να θυμούνται. Ποιο το όφελος για τους παλιούς τρόφιμους;

Όταν αποφοιτούσαν, έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν. Πολλά παιδιά γίνανε πολύ καλοί τεχνίτες (επιπλοποιοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι). Δύο παιδιά βγήκαν τεχνίτες στο νησί της Λέρου, δύο άλλα παιδιά (αδέλφια, αφοί Τσολάκου) αποδήμησαν στον Καναδά. Φαίνεται πως κάποιος δικός τους άνθρωπος τους έκανε πρόσκληση, αλλά τα ναύλα ήταν υψηλά. Και ήταν ατυχία να μην τους συναντήσω το καλοκαίρι που μας πέρασε, γιατί η πληροφορία μου ήταν πως είχανε έρθει.

Μερικοί από τους τρόφιμους υιοθετήθηκαν στη συνέχεια. Να και μερικές υιοθεσίες, όσες μπόρεσα να επισημάνω: Πέτρος Κοτζιάς, Δημήτρης Λαμπρινός, Μιχάλης Τσαγκαρέλης, Γιάννης Δωρής.

 

Τα πριν

 

Το πρώτο ορφανοτροφείο στεγάστηκε στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Άργους [14] στην οδό Γούναρη, λίγο νοτιότερα από το φούρνο του Τσαμπάση, το καλοκαίρι 1943. Ο πατήρ Χρυσόστομος, ο ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης, ήταν αυτός που το ίδρυσε και η Διεύθυνση του 3ου Δημοτικού παραχώρησε ευγενώς το κτήριο για το σκοπό αυτό. Οι γυναίκες του Άργους φρόντιζαν τα παιδιά, γύρω στα 100, που ήταν ορφανά και απροστάτευτα.

Μετά τη μάχη του Αχλαδόκαμπου, όταν το ΕΑΜ κατέλαβε το Άργος, πήρε εντολή ο μακαριστός Δεληγιαννόπουλος να μεταφέρει το Ορφανοτροφείο στο κτήριο του Γ. Ρούσσου (1944). [15] Το οίκημα του φαρμακοποιού Γ. Ρούσσου κατεδαφίστηκε και στη συνέχεια κτίστηκε η καφετερία του Σπ. Μήλια, στην οδό 28ης Οκτωβρίου 4, που τότε δεν υπήρχε η οδός. Νότια ονομαζόταν πάροδος Καποδιστρίου και βόρια πάρ. Βασ. Γεωργίου Α’. Τα παιδιά υποθέτω πως πηγαινοέρχονται στο ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου από τη Βασ. Γεωργίου Α’, γιατί ο ενδιάμεσος χώρος ήτανε χωράφι. Η οδός ονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου με την αρ.244/1990 Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι το εξής: ενώ στο Λαλουκιώτειο Ορφανοτροφείο υπήρχαν μόνο αγόρια, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου οι τρόφιμοι ήταν αγόρια και κορίτσια. Διευθυντής δεν υπήρχε. Εκείνος, ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή, ήταν ο τότε ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, η προσφορά του οποίου ήτανε πολύ μεγάλη.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Τα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου, [16] ήταν πάρα πολλά, γύρω στα 100 (!), όπως μου είπαν πολλοί τρόφιμοι. Και φοιτούσαν στο 1ο (Καποδιστριακό) Δημοτικό Σχολείο. Έπιναν γάλα σε μορφή σκόνης και έτρωγαν κίτρινο τυρί, κονσέρβες, λουκάνικα και μακαρόνια με….σκουληκάκια. Καθημερινά έπαιρναν ένα καφέ χάπι, προφανώς για να μην αρρωσταίνουν. Και όταν έφτανε ο πατέρας Δεληγιαννόπουλος κατακουρασμένος, οι κοπέλες που πρόσεχαν και φρόντιζαν τα…ζουζούνια, έβγαζαν το άχτι τους, γιατί ο κ. Διευθυντής έβγαζε τη λούρα του και πού σε πονεί και πού σε σφάζει!

Μόνο μια υιοθεσία μπόρεσα να βρω, την υιοθεσία Παρασκευής Λειβαδίτου. Επίσης, μια κοπελίτσα, εννέα ετών τότε, η Μαρίκα Δωρή, όταν είδε το υπέροχο περιβάλλον στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδριανού, αποφάσισε να μείνει εκεί. Και ήταν πολύ γνωστή στην Αργοναυπλία, γιατί έμεινε μόνη στο μοναστήρι ύστερα από τόσα χρόνια. Το μοναστικό της όνομα ήτανε Ζωή. Πέθανε το 2014.

 

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον ευεργέτη του, του χάρισε μια οδό, από Τριπόλεως 56 έως Σταδίου, στο σημερινό Γηροκομείο. Το 1981 το άλλοτε Ορφανοτροφείο λειτουργεί ως Γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά. Από το 1953 έως το 1981 γίνονταν διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις ή φιλοξενούνταν παιδιά για θερινές διακοπές. [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γνωριμία με το Άργος (οδοί, πλατείες, προτομές, διατηρητέα μνημεία, έκδ. Δήμου Άργους, 1997, εξαντλημένο. Επανέκδοση με τον τίτλο Άργος το Πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

[2] Αργειακή Γη, τχ. 5, σσ. 163 -170.

[3] Στα Διονύσια Άργους (14-5-2015) είπα κατ΄ ιδίαν στον κ. Δήμαρχο: «Ντροπή για το Δήμο μας, να μην μπορούμε να εκδώσουμε την «Αργειακή Γη», μια και ο Δήμαρχός μας επανεξελέγη με τόσα ποσοστά επιτυχίας!» Και αυτός μου απάντησε: «Αφού δεν υπάρχουν λεφτά!» Ήταν η τελευταία μας κουβέντα. Ας μην επεκταθώ σε όσα είχαν προηγηθεί, γιατί δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας μου.

Παρεμπιπτόντως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω την άποψή μου, ότι πρόθεσή μου ήταν να παραιτηθώ λόγω ηλικίας και για λόγους υγείας και να αναλάβουν κάποιοι νεότεροι και αξιότεροί μου. Το να επιμένεις να κατέχεις μία θέση τόσο σημαντική – ασήμαντη ίσως για τους ιθύνοντες – και μάλιστα ύστερα από….διορισμό, αποτελεί «’Υβριν». Πέραν τούτου, θεωρώ προσωπικά ότι η Σ.Ε. απέτυχε, γιατί στόχο μας ήταν να αποδεσμεύσουμε το περιοδικό του Δήμου από την πολιτική και ο Δήμος να είναι απλώς υποχρεωμένος για την έκδοσή του. Φαίνεται πως το είχαμε επιτύχει λίγο, μια και δεν υπήρξε εκ μέρους της ΚΕΔΑΜ αντίδραση στη σύσταση νέας Συντακτικής Επιτροπής. Αλλά αυτό συνέβη προφανώς όχι από παραχώρηση δικαιωμάτων και απεξάρτηση από την πολιτική, αλλά από αδιαφορία των ιθυνόντων. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εξέλιξη. Αφού πρώτα ζητήσω συγγνώμη από τους συγγραφείς και συνεργάτες του περιοδικού μας, ξαναβυθίζομαι στη σιωπή μου.

[4] Απαραίτητη διευκρίνιση. Πριν μπω στο θέμα μου, οφείλω να διευκρινίσω ότι η εργασία μου, καθαρά – θα έλεγα – ερευνητική, καθυστέρησε πολύ για διάφορους λόγους και κυρίως γιατί οι δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν πολλές. Και ενώ έχω δώσει δείγματα καλής γραφής και δεν έχω θίξει ποτέ και κανέναν, – δεν ασχολούμαι για το Άργος πρώτη φορά – αυτοί που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν δεν το έκαναν, λες και εγώ θα γινόμουν πλουσιότερος. Η εργασία μου, λοιπόν, που ακολουθεί είναι ελλιπέστατη και αφήνω περιθώρια στον μελλοντικό ερευνητή να τη συνεχίσει και να με διορθώσει, αν χρειαστεί. Ευχαριστώ πάντως όσους μου έδωσαν λιγοστές πληροφορίες για το Ορφανοτροφείο Άργους, – και δεν είναι λίγοι – τα ονόματα των οποίων δεν δημοσιεύονται για λόγους ευνόητους. Την ευθύνη των όσων καταγράφονται παρακάτω την έχω εξ ολοκλήρου εγώ. Επίσης, σχεδόν πέντε χρόνια έψαχνα να εντοπίσω κάποιον φάκελο με το αρχείο του Ορφανοτροφείου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει. Και είναι μάταιο να ψάχνει και ο μελλοντικός ερευνητής. Και η εργασία μου βασίστηκε σε συνεντεύξεις.

[5] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[6] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[7] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22 – 4 -1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

[8] Όταν εξέφρασα την ανησυχία μου για το αποτέλεσμα της έρευνάς μου σε μια κυρία (φίλη μου), πήρα την εξής αποστομωτική απάντηση: Και λοιπόν; Πού είναι το πρόβλημά σου; Έπρεπε να το περιμένεις. Η γιαγιά μου π.χ. ήταν πολύ τσιγκούνα. Όμως, κατάφερε να φτιάξει διαμερίσματα για όλα τα παιδιά της…

[9] Στη βάση των αγαλμάτων, στο νότιο τμήμα, υπάρχει η επιγραφή Ε. Τζωρτζάκης εποίει, αλλά χωρίς χρονολογία. Για τον Εμμανουήλ Τζωρτζάκη ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πιθανότατα είναι τηνιακής καταγωγής. Στον Πύργο της Τήνου μαρτυρείται οικογένεια Τζωρτζάκηδων με μαρμαρογλυπτική παράδοση και σώζεται μέχρι σήμερα το σπίτι της (θαυμάσια μαρμάρινη πορτοσιά και υπέρθυρο). Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. και έλαβε μέρος στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών στα 1916 και 1917. (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988).

[10] Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Σύλλογος «Δαναός» δεν λειτουργούσε τότε. Το σημειώνω αυτό, γιατί όλες οι αρχές παρευρίσκονταν στα εγκαίνια του Ορφανοτροφείου. Ο «Δαναός» ξαναλειτούργησε στις 30 Οκτωβρίου 1949 με ομιλητή τον τότε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, έπειτα από σιγήν εννέα ολοκλήρων ετών, δηλαδή 1940 – 1949. (Από το βιβλίο των ομιλητών του Δαναού).

[11] Ας μου επιτραπεί ένα πικρό σχόλιο: για τα εγκαίνια ασχολήθηκε ο Τύπος, αναφερόμενος με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στα εγκαίνια της τελετής, παρόντων όλων των επισήμων. Για την παύση της λειτουργίας δε γίνεται καθόλου λόγος. Γιατί; Δεν υπήρξε «Δελτίο Τύπου» για τις εφημερίδες;

[12] Εφ. «Ασπίς», φ. 480/39 Κυριακή 30 Απρ. 1950.

[13] Μαρτυρία Μαγδαληνής Τσιωτάκη (μέσω τρίτου προσώπου. Η ίδια αρνήθηκε να μου παραχωρήσει συνέντευξη). Θα έλεγα πως κάθε τρόφιμος είχε τη δική του τύχη.

[14] Διονυσίου Χ. Στραβόλεμου, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), βίος και προσφορές του, έκδ. Χριστ. Αδελφότητος Άργους Η «Αγία Μακρίνα», Θεσσ/κη 1985, σ. 148.

[15] ό.π. σ. 148

[16] Η ονομασία του ορφανοτροφείου είναι δική μου.

[17] Οδ. Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Άργος 14 Νοεμβρίου 2015

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα» Περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης


 

«Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα» Περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, μια έκδοσή της Εταιρείας Μελετών Ερμιονίδας. Το τεύχος είναι διαθέσιμο και σε μορφή PDF, από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

Εκδόθηκε και κυκλοφορεί το 17ο τεύχος του περιοδικού «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα». Σ’ αυτό το τεύχος γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής του ονόματος Ερμιόνη από την Μυθολογία μέχρι την Αστρολογία και από τη Ζωγραφική μέχρι την Θεολογία, ας δούμε τη γράφει η συντακτική επιτροπή του περιοδικού, για το θέμα, στο εισαγωγικό της σημείωμα.

 

Εισαγωγικό Σημείωμα της Συντακτικής Επιτροπής

 

Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα». Εξώφυλλο:Από τη σπανιότατη έκδοση του βιβλίου (σελ.55) του G. Rouillι «Promptuarii Iconum Insigniorum», (Κατάλογος Χαρακτικών Εικόνων) Lyon, France 1553.

Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα». Εξώφυλλο:Από τη σπανιότατη έκδοση του βιβλίου (σελ.55) του G. Rouillι «Promptuarii Iconum Insigniorum», (Κατάλογος Χαρακτικών Εικόνων) Lyon, France 1553.

Όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ακούσει ότι σύμφωνα με τον περιηγητή και γεωγράφο του 2ου μ.Χ. αιώνα Παυσανία, η Ερμιόνη έχει πάρει το όνομά της από τον Ερμίονα, γιο του Ευρώπου. Θυμίζουμε ότι ο Παυσανίας, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο «Κορινθιακά §34.4», του μνημειώδους έργου του «Ελλάδος περιήγησις», γράφει:

«τὰ μὲν δὴ Μέθανα ἰσθμός ἐστι τῆς Πελοποννήσου: ἐντὸς δὲ τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Τροιζηνίων ὅμορός ἐστιν Ἑρμιόνη. οἰκιστὴν δὲ τῆς ἀρχαίας πόλεως Ἑρμιονεῖς γενέσθαι φασὶν Ἑρμίονα Εὔρωπος».

Όποια κι αν είναι η προέλευση του ονόματος της μικρής μας πόλης πιστεύουμε πως θα συμφωνήσετε μαζί μας πως η λέξη Ερμιόνη είναι εύηχη και εύρυθμη. Σε προδιαθέτει θετικά.

Αλήθεια όμως, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί πόσες άλλες «Ερμιόνες» μπορεί να υπάρχουν;

Από την Μυθολογία μέχρι την Αστρολογία και από τη Ζωγραφική μέχρι την Θεολογία, το όνομα «Ερμιόνη», μοιάζει να έχει κινήσει κατά καιρούς έντονα το ενδιαφέρον, τόσο των ισχυρών, όσο και των αδύναμων του κόσμου αυτού, ώστε στη διαδρομή των αιώνων να βαφτιστούν με αυτό, εκτός από απλούς ανθρώπους, Μυθικά πρόσωπα, Άγιοι της εκκλησίας, ουράνιοι γαλαξίες, ζώα, ακόμα και πλοία! Το όνομα της Ερμιόνης τιμήθηκε πολύ. Μια προσπάθεια καταγραφής και ανάδειξης όλων αυτών, θα βρείτε στο τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας.

Θεωρήσαμε το εγχείρημα αυτό ιδιαιτέρα ενδιαφέρον και προκλητικά πρωτότυπο για όλους μας, ώστε να προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε από όσες περισσότερες πλευρές μπορούσαμε.

Σας παρουσιάζουμε λοιπόν ένα διαθεματικό σχέδιο εργασίας, ένα project συλλογικής δουλειάς, που αποβλέπει στη διερεύνηση και την παρουσίαση γνώσεων, σχετικών με το όνομα «Ερμιόνη». Έτσι το περιοδικό μας παραμένει ένα ζωντανό και δημιουργικό εργαστήρι, που προωθεί τη συνεργασία όλων, όσων θέλουν να συμβάλουν στις εκδόσεις του.

Το έργο μας δεν ήταν εύκολο. Ακόμα και τώρα, όσοι ασχοληθήκαμε με τη συλλογή του υλικού που είναι τελικά καταχωρημένο στο παρόν τεύχος, δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι καταφέραμε να καλύψουμε όλο το εύρος της ερευνητικής μας προσπάθειας. Διατηρούμε πάντως την ελπίδα ότι έχουμε ανταποκριθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στον φιλόδοξο στόχο μας και ευελπιστούμε να προκαλέσει το ενδιαφέρον Ερμιονιτών και μη. Αν ωστόσο μας έχει ξεφύγει κάποια/ες Ερμιόνη/ες, ζητούμε την κατανόηση σας και προσβλέπουμε στη συνδρομή σας για την αποκατάστασή της/ους σε επόμενο μας τεύχος.

 

Περιεχόμενα

 

  • Εισαγωγικό σημείωμα
  • Η λαμπροτάτη πόλις των Ερμιονέων – ΛΙΝΟΣ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ σελ. 4
  • L’ Hermione «Η φρεγάτα της ελευθερίας» – ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΑΠ. ΓΚΑΤΣΟΣ σελ. 5
  • Η κόρη Ερμιόνη – Από τον Μύθο στην Τέχνη – ΜΥΡΣΙΝΗ Γ. ΣΑΜΑΡΑ σελ. 12
  • Η Ερμιόνη στον …Χάρι Πότερ – ΒΙΚΥ Δ. ΚΟΥΤΡΑΦΟΥΡΗ – ΕΛΕΝΗ ΕΥΑΓ. ΚΟΥΤΣΑΚΗ σελ. 17
  • Η Ερμιόνη στη …Ζωολογία – ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ σελ. 18
  • Ερμιόνη 121 – ΚΩΝΤΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΟΝ. ΤΣΕΦΑΛΑΣ σελ. 19
  • Ερμιόνη (Πάουελ Κρούπκα)- ΗΡΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ – ΒΕΛΛΕ σελ. 19
  • «Ερμιόνη η Γραμματική», Από την Αίγυπτο στο Cambridge… ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΑΠ. ΓΚΑΤΣΟΣ σελ. 20
  • Η Ερμιόνη στον …Μαγικό κύκλο – ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ – ΤΖΕΝΗ Δ. ΝΤΕΣΤΑΚΟΥ – σελ. 22
  • Το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη κωμόπολη της Ερμιονίδας. Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση – ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓ. ΗΣΑΪΑΣ σελ. 24
  • Ερμιόνη – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ – ΡΗΓΑ σελ. 26
  • Η Αγία Ερμιόνη – ΕΛΕΝΗ ΔΑΚΗ-ΚΑΛΑΜΑΡΑ σελ. 27
  • Ο ιερός ναός της Αγίας Ερμιόνης στην πόλη μας – ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΦΑΣΙΛΗΣ σελ. 28
  • Τοπικές φορεσιές της Ερμιόνης – ΑΝΘΟΥΛΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ – ΔΟΥΡΟΥΚΟΥ σελ. 31
  • Η Αγία Ερμιόνη της Χίου… σώζει – ΒΙΒΗ Δ. ΣΚΟΥΡΤΗ σελ. 32
  • Τι θα έγραφε το Λεξικό… σελ. 34
  • Ένας πολύ λυπηρός αιφνίδιος θάνατος. Ευάγγελος Ν. Αθηναίος (1935 – 2015)- ΛΙΝΟΣ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ σελ. 35

 Για την ανάγνωση του περιοδικού πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα»

Read Full Post »

Older Posts »