Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κρανίδι’

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859 & 1860 -1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το έτος 1847 υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου ο Ιωάννης Πάνος. Με την από 4 Ιουνίου 1847 αναφορά του ζητούσε να του καταβληθούν οι μισθοί των προηγουμένων μηνών, ειδάλλως θα υποχρεωνόταν να υποβάλλει την παραίτησή του. [1] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Ιωάννης Πάνος παρέμεινε και τον επόμενο χρόνο (1848) στη θέση του, ενώ στη συνέχεια πήρε μετάθεση για τον Πόρο.

Την ίδια περίοδο προβλήματα είχε και το διδακτήριο του Σχολείου. Με την υπ’ αριθμ. 7408/28 Δεκεμβρίου 1848 αναφορά του προς τον Υπουργό ο Νομάρχης Αργολίδας, αναφέρει ότι «το διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου μετά και την προτροπή σας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλ’ έκτοτε εχειροτέρευσεν. Η δε δημοτική αρχή Κρανιδίου, απροκαλύπτως ομολογούσης ως οικτράν την κατάστασιν αυτήν, μέχρις ότου νέα πρόσωπα αντικαταστήσωσι τα μέχρι τούδε διέποντα τα του Δήμου. Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως δεν δυνάμεθα να γνωμοδοτήσωμεν περί του διορισμού δημοδιδασκάλου καθότι το διδακτήριο είναι ετοιμόροπον».[2]

Για τα θέματα εξάλλου της μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων ο Νομάρχης Αργολίδας με την από 23 Οκτωβρίου 1848 αναφορά του είχε διατυπώσει προς τον Υπουργό το παράπονο όλων σχεδόν των δημοδιδασκάλων, καθώς το ήμισυ των μισθών τους που καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο, δεν το είχαν λάβει εδώ και αρκετούς μήνες.[3]

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. 522/18 Φεβρουαρίου 1849 έγγραφό του ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέας πληροφορεί τον Νομάρχη Αργολίδας ότι:

«Αν και επανειλημμένως σας προσκαλέσαμεν να μας ενημερώσετε περί της καταστάσεως του Σχολείου Μάσητος και να προτείνετε τον διορισμόν δημοδιδασκάλου εις αυτό το Σχολείον εισέτι όμως δεν ελάβομεν ουδεμίαν απάντησιν, έχοντας υπ’ όψιν την υπ’ αριθμ. 9 πράξιν του Επαρχιακού Συμβουλίου διορίζομεν ως δημοδιδάσκαλον τον Δημήτριον Αντωνάκην δημοδιδάσκαλον Θυρέας».

Ο διορισμός έγινε με την υπ’ αριθμ. 238/17 Φεβρουαρίου 1849 πράξη. [4] Αιτιολογώντας την καθυστέρηση που επέδειξε ο Νομάρχης Αργολίδας ανέφερε στον Υπουργό με το υπ’ αριθμ. 1391/7 Μαρτίου 1849 έγγραφό του ότι η Δημοτική Αρχή αδυνατεί να γνωμοδοτήσει για τον διορισμό δημοδιδασκάλου, καθώς το κτήριο που στεγάζεται το σχολείο κρίνεται ακατάλληλο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του.

Έναν χρόνο, σχεδόν, μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 5 Μαΐου 1850, ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Αντωνάκης αναφέρει στο Υπουργείο «τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των χρηματικών ενταλμάτων για την μισθοδοσία του».[5]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1850 επανέρχεται με νέα αναφορά του και ενημερώνει τον Υπουργό ότι λαμβάνει την μισθοδοσία την εκ μέρους της Κυβέρνησης μόνον και όχι από τον Δήμο. Εδώ και είκοσι μήνες «δεν έλαβον ούτε οβολόν απέναντι της εκ του Δήμου μισθοδοσίας μου», αναφέρει. [6]

Με το υπ’ αριθμ. 4375/24 Ιουλίου 1850 έγγραφό του ο Νομάρχης Αργολίδας στέλνει προς έγκριση στο Υπουργείο την επιτροπή των εξετάσεων αποτελούμενη από τους: Αναγνώστη Γουζούαση, Ανδρέα Πέπα, Αναγνώστη Π. Φασιλή, Βασίλειο Χαρακόπουλο και τον ιερέα Ιωάννη Σακελλαρίδη, η οποία και εγκρίθηκε από τον Υπουργό. [7]

Με την υπ’ αριθμ. 6173/2 Σεπτεμβρίου 1850 αναφορά του ο Νομάρχης Αργολίδας αποστέλλει τον πίνακα των θερινών εξετάσεων του Σχολείου στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα. Αυτός με το από 16 Σεπτεμβρίου 1850 έγγραφό του εκφράζει τις ευχαριστίες του και την ευαρέσκειά του προς τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Αντωνάκη. Πραγματικά ο Δημήτριος Αντωνάκης ήταν ένας εργατικός και τίμιος δημοδιδάσκαλος, γι΄ αυτό και οι κάτοικοι του Κρανιδίου τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.[8]

Τον επόμενο χρόνο (1851) ο Δ. Αντωνάκης φαίνεται πως μετατίθεται στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πόρου, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Πάνος μετατίθεται για δεύτερη φορά στο Κρανίδι.[9]

Στις 27 Οκτωβρίου 1851 ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος στέλνει αναφορά προς το Υπουργείο γράφοντας τα εξής:

«Με λύπη μου εδέχθην την άνευ λόγου μετάθεσίν μου εις Κρανίδιον. Μόλα ταύτα προθυμοποιούμαι να υπακούσω την διαταγήν του Σου Υπουργείου. Εις την θέσιν ταύτην και προ χρόνων υπηρέτησα δια δύο έτη, αλλά δεν πληρωνόμουν από τον Δήμον, αλλά ούτε οι προ εμού υπηρετήσαντες που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Προβλέπω δε ότι ούτε τώρα θα πληρωθώ».

Φαίνεται πως ο Δήμος Κρανιδίου δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους δημοδιδασκάλους και γενικότερα προς τα θέματα της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό ούτε αποδιδόταν στους δημοδιδάσκαλους ο μισθός τους, ούτε διατίθονταν χρήματα για τις επισκευές του διδακτηρίου και την αγορά των απαραιτήτων μέσων διδασκαλίας. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Ο Υπουργός προβληματισμένος από την αναφορά του Ιωάννη Πάνου εισηγήθηκε με το από 15 Δεκεμβρίου 1851 έγγραφό του τη μετάθεσή του στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ύδρας. Δημοδιδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ύδρας ήταν ο Γεώργιος Μαρινιώτης, ο οποίος είχε μετατεθεί στην Ύδρα από τις Βρασιές, με το υπ’αριθμ.10991/11 Αυγούστου 1848 έγγραφο του Υπουργείου, αντί του Δημητρίου Καλκάνη, που ήταν απασχολημένος στην Κόρινθο με την μισθοδοσία του και καθυστέρησε να αναλάβει υπηρεσία. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

Έτσι ο δημοδιδάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ύδρας Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Κρανίδι. Με τις ενέργειες του ανωτέρω δημοδιδασκάλου (οι από 19 Φεβρουαρίου 1852 και από 20 Απριλίου 1852 σχετικές αιτήσεις του) και επί Δημαρχίας Βασιλείου Νόνη δόθηκαν από το Υπουργείο στον βουλευτή Ερμιονίδας Ανδρέα Πέπα βιβλία για τις ανάγκες των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Κρανιδίου.[10]

 

 

Στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο,

με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο

από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση

στο Δημόσιο σχολείο της πόλης δεν ήταν εύκολη

 

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι και το ακόλουθο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8002/15 Νοεμβρίου 1852 αναφορά του Νομάρχη Αργολίδος προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για την κατάσταση των εκπαιδευτηρίων της Νομαρχίας αναφέρεται ότι στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο, με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση στο Δημόσιο σχολείο της πόλης (απόσταση 20 λεπτών) δεν ήταν εύκολη. Εκτός, όμως, από αυτό, όπως ισχυρίζονταν οι γονείς των μαθητών, ο διδάσκαλος, ο οποίος διέμενε στην ίδια γειτονιά με τους μαθητές, τους «παιδαγωγούσε» στον ελεύθερο χρόνο τους. Το έτος ίδρυσης/κατάργησης του ανωτέρω Γραμματοσχολείου παραμένει άγνωστο.

Τον κατάλογο των εκατόν έξι μαθητών (106) του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου που εξετάσθηκαν κατά τις θερινές εξετάσεις της 14ης Αυγούστου 1853, υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Άγγελος Γουζούασης, Ιωάννης Ζέρβας και ο ιερέας Ιωάννης Σακελλαρίδης.

Στο από 4 Σεπτεμβρίου 1853 έγγραφο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης επέδειξε επιμέλεια και ο μισθός του ανέρχεται στις ογδόντα δραχμές (80 δρχ.) πληρωτέος «εξ ημισείας» από το Δημοτικό και Δημόσιο ταμείο.

Να σημειώσουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1852-1853, σύμφωνα με τον πίνακα των εγγραφών της 19ης Αυγούστου 1853, ενεγράφησαν στο σχολείο εκατόν ενενήντα επτά (197) μαθητές. Τότε το Κρανίδι αριθμούσε τους επτά χιλιάδες (7.000) κατοίκους.[11]

Το έτος 1854 στο υπ’ αριθμ. 10345/27 Νοεμβρίου 1854 έγγραφο του Νομάρχη Αργολίδας προς τον Υπουργό αναγράφονται προς έγκριση τα ονόματα της εξεταστικής επιτροπής αποτελούμενης από τους: Γεώργιο Δέδε, Λογοθέτη Ζέρβα, Χρήστο Φασιλή, Σπηλιώτη Κρέστα, Κοσμά Τσαμαδό και Χρήστο Βενέτη. Δήμαρχος ήταν τότε ο Άγγελος Γουζούασης.

Τον επόμενο χρόνο, 1855, ο Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Τρίπολης. Απεβίωσε 21 χρόνια αργότερα στις 4 Σεπτεμβρίου 1876.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν γνωρίζουμε ονόματα δημοδιδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, ούτε εντοπίσαμε έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία του. Το 1859 δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ανέλαβε ο Ιωάννης Γλύνης.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου

κατά την περίοδο 1860 -1879

 

 

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου ήταν ο Ιωάννης Μ. Γλύνης, Β΄ τάξεως, που αποφοίτησε από το Β΄ Διδασκαλείο Αθηνών. Κατά την Α΄ τριμηνία (1861) ενεγράφησαν στο σχολείο τον Ιανουάριο τριακόσιοι οκτώ (308) μαθητές, τον Φεβρουάριο τριακόσιοι (300) και τον Μάρτιο τριακόσιοι τρεις (303), ενώ κατά τη Β΄ τριμηνία (1861), τελευταία του σχολικού έτους 1860 – 1861, ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι είκοσι (220) μαθητές, τον Μάιο διακόσιοι δώδεκα (212) και τον Ιούνιο διακόσιοι εβδομήντα εννέα (279). Το Κρανίδι αριθμούσε τότε έξι χιλιάδες εξακόσιους δεκαεννέα (6.619) κάτοικους.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το υπ’ αριθμ. 2585/16 Ιουνίου 1861 έγγραφο του Επάρχου Σπετσών και Ερμιονίδος προς τη Νομαρχία Αργολίδος «Περί της καταστάσεως των Δημοτικών Σχολείων της Επαρχίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

Δεν αναπληρώθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις, όπως αναφέρθηκαν στους ελέγχους της Α΄ τριμηνίας στα σχολεία Κρανιδίου και Ερμιόνης. Στον μεν δήμο Κρανιδίου εξαιτίας της αμέλειας και της ανικανότητας της δημοτικής αρχής αλλά και στην όχι καλή διαχείριση των δημοτικών πόρων. Στον δε δήμο της Ερμιόνης εξαιτίας της έλλειψης δημοτικού εισπράκτορα ώστε να εισαχθούν χρήματα στο Δημοτικό Ταμείο.

Νικόλαος Σκλιάς

Το επόμενο σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδάσκαλος παρέμεινε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ’ τριμηνίας (1861) στο σχολείο, «χωρητικότητας» τετρακόσιων (400) μαθητών, ενεγράφησαν τον Οκτώβριο τριακόσιοι σαράντα οκτώ μαθητές (348), τον Νοέμβριο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) και τον Δεκέμβριο τριακόσιοι σαράντα εννέα (349). Τη Β΄ τριμηνία (1862) ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι δεκατρείς (213), τον Μάιο διακόσιοι δύο (202) και τον Ιούνιο διακόσιοι δεκαπέντε (215) μαθητές. Είναι φανερό ότι κατά τη Β΄ τριμηνία ο αριθμός των  εγγραφέντων μαθητών ήταν λιγότερος κατά εκατόν τριάντα (130). Το σχολικό έτος 1862-1863 καθήκοντα δημοδιδασκάλου ασκούσε ο Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας, εξαιρετικά προσεκτικός και καλλιγράφος, βοηθούμενος από τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Νίκα.

Το σχολείο λειτουργούσε με τρία (3) συνδιδακτικά τμήματα και οκτώ (8) κλάσεις αλληλοδιδακτικών τμημάτων. Οι μαθητές που φοιτούσαν αριθμούσαν τους τριακόσιους εξήντα τέσσερις (364), από τους οποίους εξετάσθησαν οι τριακόσιοι τριάντα δύο (332). Η κατανομή των μαθητών ανά τμήμα/κλάση είχε ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα δύο (32)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: έντεκα (11)
  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι εννέα (29)
  • Η΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα τέσσερις (34)
  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα ένας (31)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι πέντε (25)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: σαράντα πέντε (45)

Οι υπόλοιποι εκατόν πενήντα εννέα (159) μαθητές φοιτούσαν στις άλλες τέσσερις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων, όπως αναγράφεται, συνοπτικά, στον κατάλογο των ετησίων εξετάσεων. Τριάντα (30) μαθητές εκρίθησαν ικανοί να δώσουν εξετάσεις και να φοιτήσουν στο Ελληνικό Σχολείο, σύμφωνα με το πρακτικό της 27ης Ιουλίου 1863, που υπογράφεται ως εξής:

 

Δημοδιδάσκαλος Δήμαρχος
Νικόλαος Σκλιάς Πέτρος Γουζούασης
Εξεταστική Επιτροπή
Ιωάννης Λουκάς ιερέας Πέτρος Γουζούασης

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδάσκαλος του σχολείου παρέμεινε ο Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον «κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων»[12] της 19ης Ιουλίου 1865 στο σχολείο φοιτούσαν οι μαθητές κατά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα επτά (37)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα εννέα (19)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 1ο δεκαοκτώ (18), Τμήμα 2ο είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι επτά (27)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δεκαεπτά (17)

Ο αριθμός των μαθητών των άλλων κλάσεων δεν αναγράφεται στο έγγραφο. Η εξεταστική επιτροπή έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Ευστάθιο ή Γεώργιο Υφαντίδη, ο οποίος από τη σύσταση του σχολείου βοηθούσε στην εύρυθμη λειτουργία του. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κοσμά Τσαμαδό και Ιωάννη Ζέρβα, ευελπιστεί ότι η σπουδαιότητα του ανωτέρω εγγράφου θα ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και θα τιμήσει δεόντως τον Υφαντίδη.

Το επόμενο σχολικό έτος 1865-1866 δημοδιδάσκαλος του σχολείου ήταν πάλι ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 27ης Ιουλίου 1866 το σχολείο λειτούργησε με μαθητές ανά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι πέντε (25)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι τέσσερις (24)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 2ο : πενήντα (50), Τμήμα 1ο : οκτώ (8)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι τέσσερις (24)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δεκαέξι (16)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Δ΄: δώδεκα (12)

Για τις υπόλοιπες (Γ΄, Β΄, Α΄) κλάσεις δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών. Την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής υπογράφουν: Ο Α΄ δημαρχεύων πάρεδρος Αντώνιος Σκρεπετός και οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Άγγελος Γουζούασης, Πέτρος Γουζούασης, Κ. Ζέρβας και Εμμανουήλ Μίλησης.

Κατά τη Β΄ τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1869-1870 στο σχολείο ενεγράφησαν τον Απρίλιο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) μαθητές, τον Μάιο τριακόσιοι σαράντα (340) και τον Ιούνιο τριακόσιοι σαράντα (340). Δημοδιδάσκαλος εκ νέου ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

 

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο

ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος

 

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1870-1871, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ΄ τριμηνίας (1870), στο σχολείο ενεγράφησαν τον Οκτώβριο διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τον Νοέμβριο διακόσιοι πενήντα δύο (252) και τον Δεκέμβριο διακόσιοι πενήντα τρεις (253) με δημοδιδάσκαλο τον ιερέα Νικόλαο Σκλιά.

Αντώνιος Στρίγκος

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 25ης Ιουλίου 1873, στο συνδιδακτικό τμήμα φοιτούσαν τριάντα (30) μαθητές χωρισμένοι σε δύο «κλάσεις». Στη Β΄ κλάση φοιτούσαν έντεκα (11) μαθητές και στην Α’ δεκαεννέα (19). Και η Η΄ κλάση του αλληλοδιδακτικού τμήματος ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα. Στο Β΄ τμήμα φοιτούσαν πενήντα επτά (57) μαθητές και στο Α΄ δεκατρείς (13). Στις υπόλοιπες κλάσεις οι εγγεγραμμένοι μαθητές κατανέμονταν ως εξής:

 

  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: επτά (7)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκαέξι (16)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δέκα (10)
  • Δ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκατρείς (13)
  • Γ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι οκτώ (28)

Στη σημείωση του σχετικού εγγράφου αναφέρεται πως άλλοι εκατόν είκοσι έξι (126) μαθητές ανήκουν στις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων Β΄ και Α΄. Το σύνολο των μαθητών ανέρχεται στους τριακόσιους (300). Από τους έντεκα (11) μαθητές της Β΄ κλάσης του συνδιδακτικού τμήματος εννέα (9) προετοιμάσθηκαν για τις εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Στη σχετική κατάσταση αναγράφεται η βαθμολογία των μαθητών ως εξής:

Πέντε (5) μαθητές είχαν βαθμολογία α΄ (άριστα)

Τρεις (3) μαθητές είχαν βαθμολογία β΄ (λίαν καλώς)

Ένας (1) μαθητής είχε βαθμολογία γ΄ (καλώς)

Δύο (2) μαθητές είχαν βαθμολογία δ΄ (σχεδόν καλώς)

Μηδέν(0) μαθητές είχαν βαθμολογία ε΄ (μετρίως)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Αριστείδης Ι. Ζέρβας, Νικόλαος Βασιλείου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σπύρος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Τσούτσας, ιερέας.

Το σχολικό έτος 1876-1877 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα (240). Οι εξετασθέντες διακόσιοι (200), οι απολυθέντες οκτώ (8) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60).

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (2 και 3 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι δεκατρείς (213). Οι εξετασθέντες εκατόν ογδόντα εννέα (189), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες σαράντα επτά (47). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Βασίλειος Βασιλείου. Ράλλης Πάππας, Ελληνοδιδάσκαλος, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος, Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (25 και 26 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι πενήντα τέσσερις (254). Οι εξετασθέντες εκατόν εβδομήντα (170), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Α. Βαλληνδάς, Ν. Α. Βασιλείου και Δ. Γιαλούρης.

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (27 και 28 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα τρεις (243). Οι εξετασθέντες διακόσιοι τριάντα τρεις (233), οι απολυθέντες διακόσιοι (200) και οι αριστεύσαντες εβδομήντα οκτώ (78). Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Μ. Βλαβιανός, Γ. Α. Νικολάου, Ν. Λέκκας και Μ. Μπιρμπίλης.

Η σύνταξη του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής έγινε στις 30 Ιουλίου 1879.

 

Υποσημειώσεις


  

[1]Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.

[2]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.177.

[3]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[4]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.176.

[5]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[6] όπ. π.

[7]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξεταστικαί επιτροπαί», Φ. 152.

[8] όπ. π.

[9]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Διορισμοί…», Φ. 138.

[10]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Περί βιβλίων», Φ. 172.

[11]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξετάσεις Δημοτικών Σχολείων», Φ. 168.

[12] Στον κατάλογο εκτός από το ονοματεπώνυμο του μαθητή αναγραφόταν η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η θρησκεία και η βαθμολογία, 4 =Άριστα, 3=Λίαν καλώς, 2= μέτριος.

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄, Φακ. 345 (1855-1886).

 

 Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Το Διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1899)


 

Από την αρχή της σύστασής του (1858) το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στεγάστηκε σε δημοτικό οίκημα που βρισκόταν σε μια ρεματιά. Ήταν εντελώς ακατάλληλο για σχολείο και μετά την εγκατάλειψή του (1890) μετατράπηκε σε ελαιοτριβείο.

Σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε στις 24 Ιουνίου 1883 ο τότε Δήμαρχος Κρανιδίου Πέτρος Γουζούασης το κτήριο αυτό είχε ένα μικρό προαύλιο, δύο απώπατους, τον ένα σε καλή κατάσταση «και ουδέν δωμάτιον πλην των δύο συνδιδακτικών τμημάτων». Την ίδια περιγραφή έχουμε και στο από 10 Νοεμβρίου 1888 έγγραφο του δημάρχου της πόλης Π. Παπαδημητρίου «Περί της καταστάσεως των διδακτηρίων Δημοτικής Εκπαιδεύσεως του Δήμου Κρανιδίου». Λίγο νωρίτερα, την 1η Αυγούστου 1888, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ο τότε Νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου (επιθεωρητής) Θεοδ. Ν. Λύρας σημείωνε:

 

«Το οίκημα του σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο καθόσον είναι στενό και μόνο η μία του αίθουσα έχει πάτωμα ενώ η άλλη έχει χώμα. Πάνω στο χώμα υπάρχουν σανίδες που κάθονταν οι μαθήτριες. Τον χειμώνα το κρύο είναι ανυπόφορο και το νερό τρέχει από την οροφή. Ρωτήσαμε διαφόρους και μας είπαν ότι με σαράντα (40) δραχμές ενοίκιο το μήνα μπορεί να βρεθεί άλλη οικία, κανείς όμως, μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί να προσφέρει ένα τέτοιο σπίτι για να στεγαστεί το σχολείο».

 

Τελικά, στις αρχές του 1890, το σχολείο στεγάστηκε στη νοικιασμένη ιδιωτική οικία της Ελένης, χήρας Αντωνίου Σκρεπετού. Η ενοικίαση της οικίας ήταν διετής, το μίσθωμα ανερχόταν σε τριάντα πέντε (35) δραχμές μηνιαίως και το συμβόλαιό της έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1892.

Στη συνέχεια, όταν ο χρόνος ενοικίασης τελείωσε και ενώ η ίδια είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, έκανε εκ νέου αίτηση για επανανοικίαση της οικίας της. Ανάφερε, μάλιστα, ότι δεν προσφέρεται στο Κρανίδι παρόμοια οικία για στέγαση του Σχολείου. Το Υπουργείο συνέστησε επιτροπή προς έγκριση της καταλληλότητας της οικίας, η οποία απάντησε ότι «η Ελένη Σκρεπετού διαμένει πλέον στον Πειραιά και όσες φορές την επισκεφθήκαμε δεν ήτο εκεί». Απ’ ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε η οικία είναι παντελώς ακατάλληλη να νοικιασθεί για σχολείο και μάλιστα Θηλέων «καθόσον δύο μόνον εκ των υπαρχόντων εξ παραθύρων έχουσιν υαλοστάτην και υαλοπίνακας. Τα λοιπά εισίν ερμητικώς κεκλεισμένα ελλείψει τούτων. Εκ τούτου ελάχιστον φως εισέρχεται εν τη αιθούσι».

Ο ειρηνοδίκης Μάσητος

Σ. Τυπάλδος

Εν Κρανιδίω τη 7 Ιουνίου 1893

Στο έγγραφο αναφέρονται και άλλα προβλήματα της οικίας που την έκριναν ακατάλληλη προς ενοικίαση Σχολείου Θηλέων. Φαίνεται, ωστόσο, πως ο Υπουργός, για άγνωστους λόγους, είχε εγκρίνει την ενοικίαση της οικίας πριν παραλάβει την έκθεση της επιτροπής.

Στις 12 Ιανουαρίου 1893 ο Ιωάννης Κοντοβράκης ενημερώνει, με αίτησή του, ότι διαθέτει δική του οικία για την ενοικίαση και στέγαση του σχολείου Θηλέων, που αποτελείται από τέσσερα (4) ευρύχωρα δωμάτια, με ενοίκιο σαράντα (40) δραχμές τον μήνα. Τελικά, στις 9 Φεβρουαρίου 1893, ο αρμόδιος Υπουργός ανακάλεσε, εγγράφως, την απόφασή του «και ενέκρινεν την ενοικίασιν της οικίας του Ιωάννου Κοντοβράκη».

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄: «Μισθώσεις Σχολείων», Θ.204, Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση των κοριτσιών στο Κρανίδι (1830-1879) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Τα πρώτα στοιχεία

 

Την πρώτη μαρτυρία για τη λειτουργία σχολείου Θηλέων στο Κρανίδι τη βρίσκουμε στην υπ’αρ. 410/Ιουλίου 1832 αναφορά – έκθεση «Περί των διδακτικών καταστημάτων» του Διοικητικού Τοποτηρητή της περιφέρειας του Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) Λογοθέτη Ζέρβα «Προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματείας».[1] Σ’ αυτή αναφέρει ότι στο Κρανίδι [2] εκτός των άλλων σχολείων λειτουργεί και ένα «ιδιαίτερον» στο οποίο «διδάσκεται παρά τινος γυναικός εκ Κρήτης η αλληλοδιδακτική μέθοδος την οποίαν όμως δεν επίσταται καλώς η διδάσκουσα· δύναται δε να χρησιμεύση ως δάσκαλος των κορασίων μόνον». Ορισμένοι όμως «φιλόκαλοι πολίται», συνεχίζει, στέλνουν τα παιδιά τους σ’ εκείνο το σχολείο «πληρούντες έκαστος εξ ιδίων την διδάσκουσαν κατά μήναν». Σύμφωνα με τα σημειούμενα στην αναφορά το σχολείο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιδιωτικό σχολείο. Εντυπωσιάζει ωστόσο η άποψη του Διοικητή πως η διδασκάλισσα με τις ελάχιστες γνώσεις της «περί την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον» κρίνεται ικανή να διδάσκει μόνο κορίτσια και όχι αγόρια!

Άλλες πληροφορίες για εκείνο το «Παρθεναγωγείον» δεν διασώθηκαν και δε γνωρίζουμε το έτος της κατάργησής του. Επίσης δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, καμία μαρτυρία αν για τα επόμενα δεκαέξι (16) χρόνια (1832 – 1858) λειτούργησε στην πόλη κάποιο άλλου είδους σχολείο Θηλέων. Αλλά και σε κατάλογο των Δημοτικών Σχολείων της χώρας που δημοσιεύτηκε το 1857, Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου δεν αναφέρεται.[3] Παρ’ όλα αυτά μικρός αριθμός κοριτσιών φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων από τις αρχές της 10/ετίας του 1840 και για τα επόμενα χρόνια. Έτσι το σχολικό έτος 1840-1841 σε σύνολο εκατόν εβδομήκοντα τεσσάρων (174) μαθητών, εκατόν εξήκοντα οκτώ (168) ήσαν αγόρια και έξι(6) κορίτσια. Δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ήταν ο Δημήτριος Μητσόπουλος. Το Κρανίδι είχε τότε τέσσερις χιλιάδες επτακοσίους (4.700) κατοίκους.

 

Η σύσταση και η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1879)[4]

 

Όπως έχουμε ξαναγράψει το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων (Κορασίων) ή Παρθεναγωγείο συστάθηκε και λειτούργησε το σχολικό έτος 1858-1859. Η πρώτη δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου απόφοιτη της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκειο) και με μισθό εξήντα (60) δραχμές τον μήνα. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο (των ενιαυσίων εξετάσεων του Σχολείου) που έγιναν στις 15 και 16 Ιουλίου 1859, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν ογδόντα μία (181) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαεννέα (19)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν τριάκοντα έξι (136)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Ρομπότης ιερέας, Δημήτριος Τσαμαδός, ενώ του τρίτου μέλους το όνομα είναι δυσανάγνωστο.

Το επόμενο σχολικό έτος 1859-1860 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η ίδια, ενώ σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «Κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 24 και 25 Ιουλίου 1860 στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εβδομήκοντα επτά (177) μαθήτριες ως εξής:

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος τριάκοντα επτά (37)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν είκοσι πέντε (125)

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου ενώ το σύνολο των μαθητριών ήταν κατά τι λιγότερο. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο του Σχολείου την πρώτη τριμηνία ενεγράφησαν στο Σχολείο τον Ιανουάριο εκατόν σαράντα (140) μαθήτριες, τον Φεβρουάριο εκατόν σαράντα μία (141) και τον Μάρτιο εκατόν τριάντα δυο (132), ενώ την δεύτερη τριμηνία, τον Απρίλιο εκατόν είκοσι (120), τον Μάιο εκατόν είκοσι έξι (126) και τον Ιούνιο εκατόν ογδόντα (180).

Το σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδασκάλισσα παρέμεινε για έναν ακόμη χρόνο η Χαρ. Β. Βασιλοπούλου. Στο Σχολείο κατά το Β΄ τρίμηνο ενεγράφησαν τον Απρίλιο εκατόν τριάντα τρεις (133) μαθήτριες, τον Μάιο εκατόν εβδομήντα πέντε (175) και τον Ιούνιο εκατόν εβδομήντα έξι (176). Είναι φανερή η αύξηση των εγγραφών τους δυο τελευταίους μήνες.

Το σχολικό έτος 1862-1863 δημοδιδασκάλισσα του σχολείου ήταν η Αγγελική Α. Κοκκίνου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν εξήντα (160) μαθήτριες ενώ λειτούργησε και τρίτη κλάση συνδιδακτικού τμήματος.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε(15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαοκτώ (18)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα εκατόν επτά (107)

Οι ετήσιες εξετάσεις του έτους έγιναν στις 25 Ιουλίου 1863, όπως ο σχετικός κατάλογος αναφέρει. Ο μισθός της δημοδιδασκάλισσας ήταν εξήντα (60) δραχμές τον μήνα.

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδασκάλισσα είναι η ίδια. Σύμφωνα με τον Γενικό Έλεγχο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 17 Ιουλίου 1865, στο Σχολείο φοίτησαν εκατόν είκοσι οκτώ (128) μαθήτριες, αρκετά λιγότερες από τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως στο

Αλληλοδιδακτικό τμήμα.

  • Α΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δεκαπέντε (15)
  • Β΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος δώδεκα (12)
  • Γ΄ Κλάση Συνδιδακτικού Τμήματος είκοσι (20)
  • Αλληλοδιδακτικό Τμήμα ογδόντα μία (81)

Είναι φανερή η απροθυμία των γονέων να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν ο Ιωάννης Λοτής, ιερέας και ο Αρ. Ζέρβας. Στην έκθεση της επιτροπής, η οποία στάλθηκε μέσω του Επάρχου στο Υπουργείο Παιδείας, καταγράφονται μεταξύ άλλων η επίδοση της διδασκάλισσας αλλά και οι ανάγκες του σχολείου.

Στοιχεία για τη λειτουργία του Σχολείου τη διετία 1866 – 1868 δεν βρέθηκαν. Το σχολικό έτος 1868 – 1869 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Μαριγώ Γ. Βάσσου, απόφοιτη «του εν Αθήναις Παρθεναγωγείου. Ο μηνιαίος μισθός της ήταν εξήντα (60) δραχμές. Οι εγγραφές των μαθητριών σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο ήσαν ως εξής: Απρίλιος διακόσιες τριάντα οκτώ (238), Μάιος διακόσιες δέκα οκτώ (218), Ιούνιος διακόσιες τριάντα (230).

Το επόμενο σχολικό έτος 1869 – 1870 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν η Χρυσή Ιωάννου. Στις 10 Οκτωβρίου 1870 διορίζεται στο Σχολείο για το έτος 1870 – 1871 η δημοδιδασκάλισσα Α(ν)δριανή Γερακιώτου με μηνιαίο μισθό ογδόντα (80) δραχμών. Η Χρυσή Ιωάννου μετατέθηκε στο Επαρχιακό Δημοτικό Σχολείο Κορασίων Λεωνιδίου με μηνιαίο μισθό εκατό (100) δραχμών και απολύεται η δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου Βασιλική Κατσαούνη. Το σχετικό έγγραφο που περιείχε και τις τρεις υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμός, μετάθεση, απόλυση) έγραφε για τη Βασιλική Κατσαούνη· «επιφυλασσόμενοι να σε επαναφέρομεν προσεχώς εις αυτήν (υπηρεσία) τοποθετούντες σε καταλλήλως». Όλα τα παραπάνω έγιναν «αυθημερόν».

Σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο στο Σχολείο κατά την Δ΄ τριμηνία ενεγράφησαν τον Οκτώβριο εκατόν σαράντα μία (141) μαθήτριες, τον Νοέμβριο εκατόν πενήντα έξι (156) και τον Δεκέμβριο εκατόν εβδομήντα τέσσερις (174).

Το σχολικό έτος 1876-1877 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου είναι η Αδριανή Δέδε ενώ στο σχολείο φοιτούν διακόσιες (200) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο των ετήσιων εξετάσεων που έγιναν στις 4 και 5 Αυγούστου 1877 εξετάσθηκαν εκατόν ογδόντα (180), απολύθηκαν εννέα (9) και αρίστευσαν ογδόντα (80) μαθήτριες. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι Λουκάς Ρομπότης ιερέας, Ράλλης Πάππας, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο και τελευταίο σχολικό έτος 1878-1879 δημοδιδασκάλισσα του Σχολείου ήταν και πάλι η Αδριανή Δέδε. Στο Σχολείο φοίτησαν διακόσιες πενήντα (250) μαθήτριες. Σύμφωνα με τον κατάλογο «των ενιαυσίων εξετάσεων» που έγιναν στις 29 και 30 Ιουλίου 1879 εξετάσθηκαν διακόσιες δέκα μαθήτριες(210), απολύθηκαν τέσσερις (4) και αρίστευσαν ογδόντα πέντε (85). Την 5/μελή εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: ; Βασιλείου, Σπ. Γεωργόπουλος, ; Καλομπούρης, ιερέας, Δημ. Φασιλής και υπογραφή δυσανάγνωστη.

 

Υποσημείωσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ.51, Σχολικά, αρ. 21033.

[2] Το Κρανίδι είχε τότε οκτακόσιες εξήκοντα τρεις (863) οικογένειες και τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιες δεκατρείς (4.813) κατοίκους.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, καταλ. Δ΄, κυτ.55.

[4] Γ.ΑΚ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Φακ.345, 1855 – 1886.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Δύο σωζόμενες σφραγίδες της πόλης του Κρανιδίου – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«…Και εσφραγίσθη μεν ως έθνος δια του σημείου του σταυρού ευχόμενοι καλήν ελευθερίαν».

 

1. «Σφραγίς της Κοινότητος του χωρίου Κρανιδίου 1788»

Ασύγκριτα, το σεβασμιότερο, το τιμιότερο, αγιότερο και με μεγίστη ιστορική αξία κειμήλιο της πόλης του Κρανιδίου είναι η μεγαλόπρεπη, ασημωμένη εικόνα του Τιμίου Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστή που βρίσκεται στον ομώνυμο ναό της Πόλης. Γύρω από το ιερό και επιβλητικό εικόνισμα που ήταν τοποθετημένο στο παλαιό εκκλησάκι του Προδρόμου, που σωζόταν μέχρι το 1852, έχουν υφανθεί συγκινητικές θρησκευτικές ιστορίες πίστης και ευλάβειας των κατοίκων του Κρανιδίου.

Για τον λόγο αυτό την εικόνα του την θεωρούν θαυματουργή και τον Άγιο Προστάτη και Πολιούχο της πόλης που πολλές φορές εισάκουσε τις προσευχές και τις δεήσεις και βοήθησε σε στιγμές δύσκολες.

Ποιο άλλο, λοιπόν, σύμβολο θα μπορούσε να απεικονίζει «η σφραγίς της Κοινότητος του χωρίου Κρανιδίου του έτους 1788» παρά εκείνο που φρουρεί και σκεπάζει την πόλη και που ο υμνωδός της εκκλησίας μας τον εγκωμιάζει ψάλλοντας ότι «ανεδείχθη η σφραγίς πάντων των Προφητών!».

 

Σφραγίς της Κοινότητος του χωρίου Κρανιδίου 1788

 

Το έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1821

 

Φιλογενέστατε αδελφέ αδελφικώς ασπάζομαι

 …Σας φανερώνομεν αυτού, ήρθε ο Γιάννης και ο Κυριάκος του Λαζάρου Ρούση φορτωμένο στάρι και είναι το στάρι εκατόν τριάντα πέντε (135) τσουβάλια στάρι. Το παρόν στάρι το πήρε κλεφτά… από άλλο καΐκι… που ερχότανε… και παρακαλούμεν να τους εδέσετε, να μας  τους εστείλετε με δικούς σας ανθρώπους κατά τους νόμους… (η τελευταία πρόταση είναι δυσανάγνωστη).

1821, Ιουλίου 18, Κρανίδι

Οι έμποροι του Κρανιδίου

Το παραπάνω έγγραφο που φυλάσσεται στο (Ι.Ε.Ε.) φέρει τη σφραγίδα με την απεικόνιση του Τιμίου Προδρόμου και σ’ αυτό αναφέρεται ο παραλήπτης.[1]

 

Το έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1821

 

2. «Οι του Κρανιδίου έφοροι 1822, ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ επί εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1822»

Το έγγραφο

Φιλογένεστατοι πρόκριτοι της νήσου Σπέτζας

«Σας ειδοποιούμεν ότι… οι Σπετσιώται Παναγιώτης Μαρής και λοιποί επήγαν με καΐκι χθες εις τα Φλάμπουρα και εμάζωξαν τα βαμπάκια των συγχωριανών μας έως πενήντα (50) οκάδες, βαμπάκι ως μας επαρέστησαν οι δραγάτες…».

Στη συνέχεια καλούν τους προκρίτους των Σπετσών να ενεργήσουν τα δέοντα και να ειδοποιηθούν αυτοί που πήραν το βαμβάκι να το επιστρέψουν στους κατόχους του.

 

Σφραγίδα στρογγυλή, στο κέντρο της, σε καλλιτεχνική μορφή, απεικονίζεται το ιερό σύμβολο του Χριστιανισμού.

 

Οι του Κρανιδίου έφοροι 1822, ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ επί εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1822

 

Το έγγραφο με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 1822 το υπογράφουν οι πρόκριτοι του Κρανιδίου. Αυτό σφραγίζεται με σφραγίδα στρογγυλή που είναι κάπως φθαρμένη. Στο κέντρο της, σε καλλιτεχνική μορφή, απεικονίζεται το ιερό σύμβολο του Χριστιανισμού, ο Τίμιος Σταυρός από τον οποίο απορρέει χαρά και ελπίδα και ισχυρή δύναμη που εξαγιάζει την ψυχή του κάθε χριστιανού.[2] Στα τέσσερα σχηματιζόμενα ημικύκλια υπάρχουν οι γνωστές συντομογραφίες ΙΣ-ΧΡ-ΝΙ-ΚΑ, ενώ περιμετρικά της σφραγίδος αναγράφεται η φράση: «Οι του Κρανιδίου έφοροι 1822».

 Από το ανωτέρω έγγραφο παρέχεται η πληροφορία πως πριν από δύο αιώνες οι Κρανιδιώτες φύτευαν βαμβάκι στα Φλάμπουρα, μια καλλιέργεια που εδώ και αρκετές δεκαετίες έχει εκλείψει.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στην σφραγίδα αυτή έχει αναφερθεί και ο πρώην Δήμαρχος Ερμιονίδας, ιατρός, Δημήτρης Καμιζής σε ομιλία του στο Δημαρχείο Ερμιονίδας την παραμονή της μεγάλης γιορτής του Αγίου μετά τον πανηγυρικό εσπερινό και τη λιτάνευση της ιερής εικόνας. Σχετικό απόσπασμα μπορείτε να διαβάσετε στο εορτολόγιο του Σωτηρίου έτους 2013 της Ι. Μ. Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας… Το έγγραφο εκείνης της σφραγίδας, νομίζω, ότι είναι διαφορετικό από το προηγούμενο.

[2] Είναι γνωστό πως ο Σταυρός σε διάφορες εποχές χρησιμοποιήθηκε από τους χριστιανούς και ως πολιτικό έμβλημα.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Οι ιερείς και δημοδιδάσκαλοι Κρανιδίου Νικόλαος Δ. Σκλιάς και Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος


 

Νικόλαος Σκλιάς

Νικόλαος Δ. Σκλιάς: Ο Νικόλαος Δ. Σκλιάς φαίνεται να γεννήθηκε στο Κρανίδι λίγο πριν από την Επανάσταση, το 1819 ή το 1820. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο σχολείο του Κρανιδίου που λειτουργούσε εκεί κατά τους επαναστατικούς χρόνους και συνέχισε στην Αλληλοδιδακτική Σχολή (Καποδιστριακή) του τόπου. Από κατάσταση του Ελληνικού Σχολείου Κρανιδίου του έτους 1857 βλέπουμε ότι ο Νικόλαος Σκλιας φοίτησε στην Α΄ τάξη του ανωτέρω σχολείου, ενώ συνέχισε στο Ελληνικό Σχολείο Αθηνών απ’ όπου έλαβε και το απολυτήριό του.

Στις 10 Ιουλίου 1858, σε ηλικία 39 ετών, χειροτονήθηκε κληρικός και τοποθετήθηκε εφημέριος του Ιερού Ναού της Σύναξης της Θεοτόκου (Πάνω Παναγία) στο Κρανίδι. Μετά τη χειροτονία του υπέβαλε αίτηση στον Επίσκοπο Ύδρας Νεόφυτο ζητώντας να του δοθεί η άδεια για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Βασιλικό Διδασκαλείο. Έτσι έγινε δημοδιδάσκαλος και διορίστηκε το 1862 (ή το 1863) στο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων (Καποδιστριακή Σχολή) Κρανιδίου. Υπηρέτησε ως δημοδιδάσκαλος πλέον των 35 χρόνων. Το 1896, όντας 75 χρόνων, το Εποπτικό Συμβούλιο Αργολίδας αποφάσισε να τον απαλλάξει «επειδή ένεκα της ηλικίας του δεν ημπορεί να ανταποκρίνεται εις τα καθήκοντά του».

Ως ιερέας ο Νικόλαος Σκλιάς διακρινόταν για τη σεμνότητα, τη φιλανθρωπία, την καλλιφωνία του αλλά και την επιβλητική και ιεροπρεπή φυσιογνωμία του.

    

Αντώνιος Στρίγκος

Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος (ο Παπαντώνης) (1832-1897): Ο Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1832 στο Κρανίδι. Ήταν, καθώς φαίνεται, ένα από τα παιδιά του Ιωάννη Νικολάου Στρίγκου, οπλαρχηγού της Επανάστασης, που με δικό του στρατιωτικό σώμα ακολούθησε τον Παπαρσένη και τον Δημ. Μερεμέτη στην κατάληψη του Ναυπλίου.

Σε ηλικία 34 χρόνων ο Αντώνιος Στρίγκος αποφάσισε να ακολουθήσει το ιερατικό στάδιο. Έτσι στις 28 Ιανουαρίου 1866 οι ενορίτες της εκκλησίας του Προδρόμου έστειλαν αναφορά στον Επίσκοπο Ύδρας Νεόφυτο ζητώντας την έγκριση χειροτονίας του υποψήφιου ιερέα Αντωνίου Ιωάν. Στρίγκου. Ο Επίσκοπος Ύδρας διαβίβασε το αίτημά τους στην Ιερά Σύνοδο, η οποία στις 5 Απριλίου 1866 εισηγήθηκε αρνητικά, επειδή ο προτεινόμενος δεν είχε απολυτήριο Ελληνικού Σχολείου. Τελικά, στις 29 Απριλίου 1866 η Ι. Σύνοδος επέτρεψε τη χειροτονία του Αντωνίου Στρίγκου σε διάκονο με την προϋπόθεση να φοιτήσει στο Ελληνικό Σχολείο, όπως κι έγινε. Αργότερα φοίτησε στο Διδασκαλείο και στις αρχές της 10/ετίας του 1870 διορίστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

Ήδη στα μέσα της 10/ετίας του 1870 ο αριθμός των μαθητών του σχολείου είχε αυξηθεί κατά πολύ και το κτήριο της Καποδιστριακής Σχολής δεν επαρκούσε για τη στέγαση των πεντακοσίων (500) και πλέον μαθητών του.

Με την παρέμβασή του τότε Υπουργού «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» Γεώργιου Ιωαν. Μίληση από το Κρανίδι (επί Κυβερνήσεως Αλέξανδρου Κουμουνδούρου) το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου χωρίστηκε σε δυο «σχολεία»· στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, που στεγαζόταν στο κτήριο της Καποδιστριακής Σχολής και στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, «το Παράρτημα», που στεγάστηκε σε χώρο που «ενοικιάσθη υπό του Δημοσίου» και βρισκόταν πίσω από τον Ι.Ν. της Μεταμόρφωσης.[1]

Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε για ακόμη μία φορά πως επίσημα στοιχεία (Φ.Ε.Κ.) ίδρυσης 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων στο Κρανίδι εκείνους τους χρόνους δεν βρέθηκαν. Στη λειτουργία των δύο σχολείων, του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και του Παραρτήματος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, θα αναφερθούμε σε επόμενα άρθρα.

 

Υποσημείωση


[1] Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος, «Ακτίνες και Νέφη», Αθήνα 1931.

 

Πηγή


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

 

Βιβλιογραφία


  1. Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης, «Η ιστορία του Κρανιδίου….», Εκδ. Δήμος Ερμιονίδας, Αθήνα 2013.
  2. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Σχετικά άρθρα σε τοπικά ιστολόγια», Νοέμβριος 2019.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Οι «δημοδιδασκάλισσαι» του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899 | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο για κορίτσια (Παρθεναγωγείο) στο Κρανίδι συστάθηκε στα τέλη της 10/ετίας του 1850 με επικρατέστερη χρονολογία το έτος 1858. Στον πρώτο κατάλογο του σχολείου, έτους 1858 – 1859, φέρονται γραμμένες 181 μαθήτριες με πρώτη δημοδιδασκάλισσα τη Χ. Β. Βασιλοπούλου.

Το 1888, σύμφωνα με την έκθεση (1 Αυγούστου 1888) του Νομαρχιακού δημοδιδάσκαλου Θεοδώρου Μ. Λύρα, το σχολείο λειτουργούσε ως 2/τάξιο, φοιτούσαν σ’ αυτό 293 μαθήτριες και υπηρετούσαν οι δημοδιδασκάλισσες Φερενίκη Παπαδήμα, πρωτοβάθμια και διευθύντρια του σχολείου «διδάσκουσα εις τας δύο ανωτέρας τάξεις» και η Αδριανή Δέδε «διδάσκουσα εις τα δύο κατωτέρας τάξεις».

Το 1892, πέντε χρόνια αργότερα, όπως αναγράφεται στο «Μητρώον των εν Κράτει Δημοτικών Σχολείων», το σχολείο φαίνεται να έχει προαχθεί σε 3/τάξιο και διδάσκουν σ’ αυτό η Ελένη Γκιώνη, η Ιωάννα Οικονόμου και η Αδριανή Δέδε. Τέλος στο υπ’ αριθμ. Φ.Ε.Κ. 223/21 Δεκεμβρίου 1898 δημοσιεύεται «η προαγωγή εις πλήρες του εν Κρανιδίω Δημοτικού Σχολείου Θηλέων».

Στη συνέχεια αναφέρουμε ονόματα δημοδιδασκαλισσών που υπηρέτησαν στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι κάποιες απ’ αυτές ίσως να ήταν και ντόπιες που είχαν αλλεπάλληλους διορισμούς, μεταθέσεις και απολύσεις.

 

Ονόματα δημοδιδασκαλισσών

 

  • 1885 Αδριανή Δέδε

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο της Καρύστου Φ.Ε.Κ. 227/31 Αυγούστου 1885.

-1886 Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «αντί της Καλομοίρας Πούλου μετατιθεμένης εις Κλημέντιον Κορινθίας». Φ.Ε.Κ. 185/15 Ιουλίου 1886, υπουργική πράξη 9103/15 ή 12 Ιουλίου 1886.

-1892 Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο Δ’ Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Πειραιά, Φ.Ε.Κ. 315/3 Σεπτεμβρίου 1892, Μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

-1894 Διορισμός στην κενή θέση του 3/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 60/16 Μαρτίου 1894, υπουργική πράξη 4922/16 Μαρτίου 1894.

1895 Απόλυση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου με την υπ’ αρ. 14145/31 Αυγούστου 1895 υπουργική πράξη, Φ.Ε.Κ. 204/4 Σεπτεμβρίου 1895

  • 1888 Φερενίκη Παπαδήμα

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «εις το εν Αγνάντοις» αντίστοιχο σχολείο Δήμου Άρτας, Φ.Ε.Κ. 270/21 Οκτωβρίου 1888, υπουργική πράξη 14352/25 Οκτωβρίου 1888. Στο σχολείο δεν παρουσιάστηκε και απολύθηκε τον Ιανουάριο του 1889. Το 1891 παίρνει μετάθεση από το Σχολείο Βρωμολίμνης Μεθάνων στο Β’ Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Μακρυνίτσας. Επιστρέφει στο Σχολείο της Βρωμολίμνης και με νέα μετάθεση υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Σπετσών με την υπουργική πράξη 17892/7 Σεπτεμβρίου 1892 και Φ.Ε.Κ. 322/8 Σεπτεμβρίου 1892. Οι μηνιαίες αποδοχές είναι 110 δραχμές. Το 1893 απολύεται από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Σπετσών «ως απόσχουσα αυτογνωμόνως των καθηκόντων της πλέον του μηνός κατά την αναφοράν του Δημάρχου» υπουργική πράξη 7930/25 Απριλίου 1893, Φ.Ε.Κ. 76/29 Απριλίου 1893. Το 1894 διορίζεται στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης, υπουργική πράξη 10231/17 Ιουνίου 1894, Φ.Ε.Κ. 125/8 Ιουνίου 1894. Μετά όμως από δύο μήνες παίρνει μετάθεση για το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου, υπουργική πράξη 15539/31 Αυγούστου 1894, Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894. Μηνιαίες αποδοχές 120 δραχμές.

  • 1891 Ιωάννα Ν. Οικονόμου

Τριτοβάθμια. Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου.

  • 1892 Δέσποινα Οικονόμου

Πρωτοβάθμια. Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Κοινοποίηση της υπ’αρ.17087/10 Σεπτεμβρίου 1892 υπουργικής πράξης που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 311/31 Αυγούστου 1892. Μηνιαίες αποδοχές 120 δραχμές.

-1893 Απόλυση από Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου, υπουργική πράξη 19905/9 Σεπτεμβρίου, Φ.Ε.Κ. 31 Αυγούστου και καθώς φαίνεται άμεσος διορισμός στην ίδια θέση με την υπ’αρ.21582/15 Σεπτεμβρίου 1893 υπ. πράξη.

-1894 Απόλυση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης «δυνάμει του αρ.16 του Ν.ΒΠΕ (2085)» με την υπ’ αρ.15516/3 Σεπτεμβρίου 1894 υπουργική πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894.

-1895 Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Φ.Ε.Κ.4/15 Ιανουαρίου 1895, υπουργική πράξη 192/4 ή 10 Ιανουαρίου 1895. Πρωτοβάθμια «αντί της Φερενίκης Παπαδήμα αποσχούσης πλέον του μηνός των καθηκόντων της καθ’ α προκύπτει εκ της ιδίας απολογίας της (19 Φεβρουαρίου 1895). Τον διορισμό της είχε ζητήσει από τον αρμόδιο Υπουργό με ιδιαίτερο σημείωμα του και ο Γεώργιος Μίλησης γράφοντας: «όπως διορισθή εις το εν Κρανιδίω Σχολείον των Θηλέων η Δέσποινα Οικονόμου».

  • 1892 Ελένη Γκιώνη

Τριτοβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο των Διδύμων. Κοινοποίηση της υπουργικής πράξης 17087/10 Σεπτεμβρίου 1892, Φ.Ε.Κ. 311/31 Αυγούστου 1892. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1892 Ελπίδα Πετρίδου

Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Μηνιαίος μισθός 110 δραχμές.

  • 1892 Μαρία Ξύδα

Διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου. Μηνιαίος μισθός 110 δραχμές. Κοινοποίηση της υπουργικής πράξης 17087/10 Σεπτεμβρίου 1892 και Φ.Ε.Κ. 311/31 Αυγούστου 1892 (κοινή απόφαση).

  • 1893 Μαρία Α. Ξύδη

Δευτεροβάθμια. Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Κορίνθου με αίτησή της. Φ.Ε.Κ. 267/17 Δεκεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

  • 1898 Αθανασία Χαλκιοπούλου

Του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου, προαγωγή σε πρωτοβάθμια από το Εποπτικό Συμβούλιο σύμφωνα με την πράξη ΙΘ’παρ.4/30 Σεπτεμβρίου 1898. Φ.Ε.Κ. 234/3 Οκτωβρίου 1898. Ανάληψη υπηρεσίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1895.

 

Υπηρέτριες

Να επισημάνουμε πως από το 1891 στο Σχολείο Θηλέων, όπως και στο αντίστοιχο των Αρρένων, είχαν προσληφθεί «υπηρέτριες» για να φροντίζουν την καθαριότητα και να χρησιμοποιούνται σε κάποιες άλλες βοηθητικές εργασίες. Αυτές ήσαν οι: Νικολέττα Δεικτά (27 Μαΐου 1891) και Γεωργία Καπογιάννη (1895).

 

Πηγή


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, Υλικό αταξινόμητο
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η σύσταση και λειτουργία του «Παραρτήματος» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και η ίδρυση του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου (1880 – 1899) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Ενδιαφέροντα στοιχεία

 

Το 1883 ο δήμαρχος Κρανιδίου Πέτρος Γουζούασης σε έγγραφό του «Περί της καταστάσεως των διδακτηρίων της πόλεως» έκανε λόγο για το 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου το οποίο έχει μόνο ένα δωμάτιο, το προαύλιό του είναι αρκετό, το κτήριο ανήκει σε ιδιώτη και είναι μισθωμένο για τρία χρόνια προς 15 δραχμές το μήνα. Τρία χρόνια αργότερα, το 1886, βρέθηκαν έγγραφα διορισμού και μεταθέσεων δημοδιδασκάλων στο εν λόγω Σχολείο.

Νικόλαος Σκλιάς

 

Ωστόσο στην έκθεση που συνέταξε για τα σχολεία της περιφερείας του ο Θεόδωρος Μ. Λύρας, Νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου, την 1η Αυγούστου 1888 αναφέρεται μόνο σε ένα 4/θέσιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, στο οποίο υπηρετούν τέσσερις δημοδιδάσκαλοι μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Σκλιάς. Αργότερα στο βιβλίο «Μητρώον των εν Κράτει Δημοτικών Σχολείων» του Υπουργείου του έτους 1892 εμφανίζεται να λειτουργεί στο Κρανίδι δεύτερο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων με τον ίδιο δημοδιδάσκαλο, Νικόλαο Σκλιά. Τέλος, ο Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος στο βιβλίο του «Ακτίνες και Νέφη» γράφει, χωρίς να αναφέρει χρονολογία, ότι: «Ενοικιάσθη υπό του Δημοσίου και άλλο μικρόν οίκημα κείμενον όπισθεν του Ναού της Μεταμορφώσεως λόγω της αυξήσεως του αριθμού των μαθητών, όπου απεσπάσθη εκ της Καποδιστριακής Σχολής ο Νικόλαος Σκλιάς». Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση πως αυτό «το νέο σχολείο» ήταν «άτυπα» ένα άλλο σχολείο με την ονομασία 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Στην πραγματικότητα όμως και μετά τα στοιχεία που παραθέσαμε φαίνεται πως είχε συσταθεί και λειτουργούσε ως «Παράρτημα» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, λόγω της αύξησης του αριθμού των εγγεγραμμένων μαθητών. Κάνουμε επίσης και τη σκέψη μήπως κάποιο άλλο γεγονός «κρύβεται» που να έχει σχέση με τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες εκείνων των χρόνων (1880 -1895) για την οργάνωση της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τονίζουμε, όμως, πως επίσημο έγγραφο Φ.Ε.Κ. που να αποδεικνύει τη σύσταση 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων στο Κρανίδι έως το 1899, δεν εντοπίσαμε.

Έτσι τα ονόματα των δημοδιδασκάλων που βρέθηκαν και τα οποία στη συνέχεια αναφέρουμε αφορούν τα έτη 1880 -1892 λειτουργίας εκείνου του σχολείου.

 

Ονόματα δημοδιδασκάλων που δίδαξαν στο «Παράρτημα» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου. Το ανωτέρω σχολείο, εκ παραδρομής, αναφερόταν στα έγγραφα ως 2οΔημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

 

  • 1886 Νικόλαος Σκλιάς

Μετάθεση από το 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Διμηνιού Κορινθίας. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές. Φ.Ε.Κ. 243/7 Σεπτεμβρίου 1886.

  • 1886 Κ. Κοσμόπουλος

Δευτεροβάθμιος. Μετάθεση από 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο 1ο  Δημοτικό Σχολείο Αρρένων «της ιδίας πόλεως».

  • 1886 Π. Κουσουράκης

Πρωτοβάθμιος. Διορισμός στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 284/14 Οκτωβρίου 1886. Μηνιαίες αποδοχές 140 δραχμές.

  • 1892 Νικόλαος Σκλιάς

(Ιερέας) Δευτεροβάθμιος. Με μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία στο υπ’ αρ. Φ.Ε.Κ. 244/11 Νοεμβρίου 1899 δημοσιεύτηκε η ίδρυση στο Κρανίδι «κατά την Κάτω Συνοικίαν μονοτάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων», ήτοι του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, αν το σχολείο λειτούργησε άμεσα το σχολικό έτος 1899 -1900. Το σίγουρο είναι πως λειτούργησε το επόμενο σχολικό έτος 1900 – 1901. Εντοπίστηκαν και τα ονόματα των πρώτων δημοδιδασκάλων που υπηρέτησαν στο «κοινόν» αυτό σχολείο, με το οποίο θα ασχοληθούμε σε ιδιαίτερο άρθρο μας.

 

Πηγές


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, Υλικό αταξινόμητο
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι Δημοδιδάσκαλοι του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899 – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

To 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου είναι η συνέχεια της Καποδιστριακής Αλληλοδιδακτικής Σχολής Αρρένων της πόλης που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1828 και άρχισε να λειτουργεί περί τα μέσα Μαΐου του 1830 με έναν δημοδιδάσκαλο (μονοτάξιο). Στα τέλη της 10ετίας του 1870 ή το πιθανότερο στις αρχές της 10/ετίας του 1880 τοποθετήθηκε και δεύτερος δημοδιδάσκαλος στο Σχολείο και αυτό λειτουργούσε ως διτάξιο.

Το 1888 σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε ο Α/βάθμιος διδάσκαλος Ναυπλίου Θ. Μ. Λύρας (1 Αυγούστου 1888) το Σχολείο είχε τέσσερις δημοδιδασκάλους, ενώ το 1892 είχε τρεις (τριτάξιο) όπως αναφέρεται στο «Μητρώον των εν τω Κράτει Δημοτικών Σχολείων και Γραμματοσχολείων». Τέλος στο Φ.Ε.Κ. 79/16 Αυγούστου 1897 δημοσιεύεται η προαγωγή του κοινού Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου «εις πλήρες».

Αυτό σήμαινε σύμφωνα με τον Νόμο ΒΤΜΘ’ (2349) του 1895 ότι το Σχολείο θα είχε έξι (6) τάξεις. Τα πλήρη σχολεία συστήνονταν κυρίως στις πρωτεύουσες των νομών και των επαρχιών και είχαν εμπλουτισμένο πρόγραμμα μαθημάτων. Οι δημοδιδάσκαλοι του Σχολείου που άφησαν το «αποτύπωμά τους» κατά τα έτη 1880-1899 μέσω των εγγράφων των υπηρεσιακών τους μεταβολών (διορισμοί, μεταθέσεις, απολύσεις κ.λπ.) ήσαν οι παρακάτω:

 

Ονόματα δημοδιδασκάλων

 

  • 1882 Χρήστος Παπανικολάου

Διορισμός στο Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου «ως δεύτερου δημοδιδασκάλου»,

Φ.Ε.Κ. 101/12 Φεβρουαρίου 1882

  • 1882 Αθανάσιος Γιαννόπουλος

Διορισμός στο Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου, Πράξη υπ’αρ.8844/11 Σεπτεμβρίου 1882, Φ.Ε.Κ. 101/12 Σεπτεμβρίου 1882

  • 1883 Αντώνης Φιλιππαίος

Μετάθεση από το Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο της Πρόνοιας Ναυπλίου λόγω θανάτου του δημοδιδασκάλου Εμμ. Παπαδάκη. Φ.Ε.Κ. 466/9 Νοεμβρίου 1883, κοινοποίηση υπ. αρ. Πράξη 13788/ 22 Νοεμβρίου 1883. Μηνιαίες αποδοχές 70 δραχμές.

Το 1885 μετατέθηκε στο Δ.Σ. Αρρένων Καλυβίων Δήμου Φενεού με μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1886 Αντώνιος Στρίγκος

Απόλυση (πρώτη) από το Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 243/ 7 Φεβρουαρίου 1886.

  • 1886 Εμμανουήλ Σαλλουστρίδης

Μετάθεση από το Νομαρχιακό Σχολείο Ναυπλίου στο Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 243/ 7 Σεπτεμβρίου 1886.

  • 1886 Ιωάννης Αντ. Στρίγκος

Διορίστηκε στο Σχολείο στις 7 Σεπτεμβρίου 1886 με πρώτο διορισμό ως Πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος. Το 1892 του ανατέθηκε η διεύθυνση του πλήρους Δημ. Σχ. Αρρένων Κρανιδίου με την υπ’αρ.23556/20 Οκτωβρίου 1892 υπουργική απόφαση.

  • 1886 Κ. Κοσμόπουλος

Δευτεροβάθμιος. Μετάθεση στο Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ.284/14 Οκτωβρίου 1886.

  • 1887 Εμμανουήλ Σαλουστρίδης

Μετάθεση από το Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Ναυπλίου, Φ.Ε.Κ. 214/6 Αυγούστου 1887.

  • 1887 Αναστάσιος Τρίκας

Πρωτοβάθμιος. Μετάθεση από το Δ.Σ. Αρρένων Κορωπίου του Δήμου Κρωπίας στο Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου. Φ.Ε.Κ. 214/ 6 Αυγούστου 1887. 1892: Μετάθεση από Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Δ.Σ. Αρρένων Κερατέας Δήμου Θορικίων. Φ.Ε.Κ. 315/ 3 Σεπτεμβρίου 1892, Κοινοποίηση υπουργικής πράξης 17523/ 9 Σεπτεμβρίου 1892. Μηνιαίες αποδοχές 150 δραχμές.

  • 1892 Ανδρέας Αδαμόπουλος

Πρωτοβάθμιος. Διορισμός στο Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου. Φ.Ε.Κ. 358/1 Οκτωβρίου 1892. Κοινοποίηση υπουργική απόφαση 20240/6 Οκτωβρίου 1892.

1894: Μετάθεση από Α΄ Δ. Σ. Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Σπετσών. Υπουργική πράξη 15542/31 Αυγούστου 1894 – Φ.Ε.Κ. 195/31 Αυγούστου 1894. Μηνιαίες αποδοχές 150 δραχμές.

1894: Μετάθεση από Α΄Δ. Σ. Αρρένων Σπετσών στο αντίστοιχο Κρανιδίου. Υπουργική πράξη 17067/23 Σεπτεμβρίου 1894 – Φ.Ε.Κ. 214/23 Σεπτεμβρίου 1894.

1895: Απόλυση  από Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου σύμφωνα με το υπ’αρ.16 του Νόμου Β΄ΠΖ (2087). Υπουργική πράξη 14142/31 Αυγούστου 1895.

  • 1896 Νικόλαος Σκλιάς

Απόλυση από το Δ. Σ. Αρρένων Κρανιδίου «επειδή ένεκα της ηλικίας του δεν ημπορεί να ανταποκρίνεται εις τα καθήκοντά του». Το Εποπτικό Συμβούλιο με την πράξη Ε΄/2 και 4 Σεπτεμβρίου 1896, «απεφάσισεν να τον απαλλάξη».

  • 1896 Βασίλειος Σκλιάς

Μετάθεση. Πράξη ΙΑ΄ Εποπτικού Συμβουλίου 5 Σεπτεμβρίου 1896 «Λόγοι ευρυθμοτέρας λειτουργίας σχολείου μεταθέτομεν τον δημοδιδάσκαλον Βασίλειον Σκλιαν δευτεροβάθμιον» από το Δ.Σ. Αρρένων Ερμιόνης στο «πλήρες» Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου.

  • 1898 Σ. Γεωργακόπουλος

Δευτεροβάθμιος δημοδιδάσκαλος. Τοποθετήθηκε από το Υπουργείο στις 17 Φεβρουαρίου 1898 στο Α΄ Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου, ενώ είχε υπηρεσία 6 έτη, 7 μήνες, 11 ημέρες.

  • 1899 Ιάκωβος Αλιπράντης

Πρωτοβάθμιος. Διορισμός στην κενή θέση του πλήρους Δ.Σ. Αρρένων Κρανιδίου. Φ.Ε.Κ 202/19 Δεκεμβρίου 1899 – υπουργική πράξη 11013/16 Δεκεμβρίου 1899.

 

Για την ιστορία να αναφέρουμε και τα εξής:

 

Οι τέσσερις δημοδιδάσκαλοι που υπηρετούσαν το 1888 στο Σχολείο ήσαν οι:

  • Αναστάσιος Τρίκας, Πρωτοβάθμιος της νέας μεθόδου (Συνδιδακτικής) και διευθυντής του σχολείου.
  • Αντώνιος Στρίγκος, ιερέας

 

Αντώνιος Στρίγκος

 

  • Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας

 

Νικόλαος Σκλιάς

 

  • Ιωάννης Στρίγκος, Δευτεροβάθμιος της νέας μεθόδου, γιος του Αντωνίου Στρίγκου. Ο Νικόλαος Σκλιάς είχε τοποθετηθεί στο «Παράρτημα» του Σχολείου, για το οποίο θα κάνουμε λόγο σε επόμενο άρθρο.

Το 1892 στο Σχολείο υπηρετούσαν οι:

  1. Ιωάννης Στρίγκος (ήταν γραμμένος ως Παπαντωνίου), Πρωτοβάθμιος και διευθυντής του Σχολείου.
  2. Αντώνιος Στρίγκος, ιερέας, Δευτεροβάθμιος.
  3. Αναστάσιος Τρίκας, Πρωτοβάθμιος

Υπηρέτες

Από το 1891 στο Α΄ Δημ. Σχολείο παρουσιάζονται και διορισμοί «υπηρετών» – επιστατών, που αναλάμβαναν την καθαριότητα και διάφορες άλλες βοηθητικές εργασίες. Αυτοί ήσαν οι:

  • Γεώργιος Χρηστίδης (Διορισμός 29 Μαΐου 1891).
  • Κοσμάς Ρούσης (Διορισμός 5 Ιουνίου 1891) με μηνιαίες αποδοχές 20 δραχμές

 

Πηγή


  1. Γενικά Αρχεία του Κράτους
  2. Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας

 

Ευχαριστούμε θερμά την Κυρία Μαρίνα Στρίγκου-Φωστίνη για τη φιλοξενία και τις πληροφορίες που μας έδωσε για τον παππού, ιερέα και δημοδιδάσκαλο Αντώνιο Ιωάν. Στρίγκο και τον θείο της, δημοδιδάσκαλο (γιο του Αντώνη), Ιωάννη Αντ. Στρίγκο (Παπαντώνη). Στους ανωτέρω θα αναφερθούμε αναλυτικά σε επόμενή μας επικοινωνία.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Older Posts »