Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κόνδης Γεώργιος’

«Με τη ματιά στο χρόνο», Κωσταντοπούλειο Μέγαρο Άργους 


 

Το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013 και ώρα 20:00, στο Κωσταντοπούλειο Μέγαρο Άργους, παρουσιάζεται το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου Γεωργίου Η. Κόνδη με τίτλο «Με τη ματιά στο χρόνο».

Πρόκειται για μια διεισδυτική ματιά σε μια μεγάλη χρονική περίοδο που ξεκινά με την ευφορία της πολιτικής μεταβολής μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 και τελειώνει με μια νέα εθνική καταστροφή σήμερα. Τι συνέβη σε μια χώρα και σε μια κοινωνία που ξεκίνησαν με μεγάλη αισιοδοξία και ενθουσιασμό σε μια πορεία οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης, για να φτάσουν στο ακριβώς αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα;

Τέσσερις συμπολίτες μας θα αναλύσουν και θα παρουσιάσουν τάσεις και απαντήσεις που ξεπηδούν από τις σελίδες του βιβλίου, προσθέτοντας τις δικές τους πλούσιες εμπειρίες και απόψεις σ’ ένα διάλογο αναζήτησης νέου κοινωνικού νοήματος και οραματισμών. 

 

Με τη ματιά στο χρόνο

Με τη ματιά στο χρόνο

 

Ο Μπάμπης Αντωνιάδης, με μια εξαιρετική παρουσία στα ζητήματα τοπικής ανάπτυξης θα αναδείξει τη πολιτισμική διάσταση του διαλόγου και τη σημασία του για την αναζήτηση απαντήσεων στα καίρια ερωτήματα που θέτουν οι καιροί.

Ο Κώστας Δανούσης, με δεκάδες εξαιρετικές εκδόσεις στο ενεργητικό του, θα παρουσιάσει τα στοιχεία μιας κρίσης που δεν είναι κυρίως οικονομική αλλά πρωτίστως συμπεριφορών, τρόπου σκέψης και στάσεων ζωής.

Ο Δημήτρης Μπαλιάτσας, με σημαντική καθημερινή παρουσία στο δύσκολο χώρο των εκδόσεων, θα καταδείξει το ρόλο του δοκιμιακού λόγου στην ψηλάφηση των σημαντικών ζητημάτων που απασχολούν τον Πολίτη.

Ο φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας, με μια επίσης εξαιρετική κοινωνική παρουσία και πορεία, θα συντονίσει τις παρουσιάσεις και τη συζήτηση που θα ακολουθήσει.

Η έκδοση έγινε από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Η παρουσίαση γίνεται με τη στήριξη της ΚΕΔΑΜ και τη φιλική συμμετοχή του ΙΕΚ Πελοποννήσου Μαγειρικής Τέχνης.

Read Full Post »

Λύκειο Ελληνίδων Άργους, «Αφιέρωμα στη Μακεδονία»


 

 

Το Λύκειο Ελληνίδων, παράρτημα Άργους, οργανώνει εκδήλωση για την επέτειο των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της Μακεδονίας, την Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012 στις 6 το βράδυ στο Μπουσουλοπούλειο  Θέατρο Άργους.

Ο εκπαιδευτικός Γεώργιος Κόνδης θα παρουσιάσει το θέμα: «1904-1912: Από τα ¨Μυστικά του Βάλτου¨ στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης».

 

Θεσσαλονίκη

 

Η παραδοσιακή χορωδία του Λυκείου Ελληνίδων Άργους, υπό τη διεύθυνση του χοράρχη Ιωάννη Χαβιαρλή θα αποδώσει τραγούδια, ενώ η μεγάλη χορευτική ομάδα του Λυκείου θα παρουσιάσει παραδοσιακούς χορούς της Μακεδονίας.

 

Read Full Post »

«Τετράδιο Πολέμου 1940», Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού, Γεωργίου Η. Κόνδη, « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά ερευνητικών βιβλίων, των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

Στο βιβλίο ο  Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,  Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.  Σελίδες 282, ISBN 978-960-89-719-7-4. Σε όλα τα ενημερωμένα  βιβλιοπωλεία.

 

Read Full Post »

«Εμείς» και οι «Άλλοι» : Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους – Ναυπλίου


 

Η αντιπαλότητα μεταξύ δυο πόλεων στηρίζεται σε μια βαθιά διχοτομική αντίληψη που δημιουργεί στερεοτυπικές εικόνες του ενός πληθυσμού για τον άλλο στην προσπάθεια να αναδειχθούν θετικά στοιχεία για τον ένα και αρνητικά για τον άλλο. Η έννοια της αντιπαλότητας των πόλεων, κυρίως των όμορων πόλεων, δεν είναι άγνωστη για την κοινωνική πραγματικότητα του δυτικού κόσμου.

 Η ιδιομορφία στην περίπτωση των ελληνικών πόλεων πηγάζει από τη σημασία των κρατικών μηχανισμών ως μηχανισμών δημιουργίας και διανομής εισοδημάτων, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αντιπαλότητες μεταξύ όμορων ελληνικών πόλεων. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της διαμάχης Ναυπλίου και Άργους, μιας διαμάχης που πηγάζει βαθιά μέσα από τον ιστορικό χρόνο και που συντηρείται ακόμα και σήμερα στην προσπάθεια και των δυο να διαχειριστούν οικονομικούς και πολιτισμικούς πόρους, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα του κράτους να παρεμβαίνει και να καθορίζει τη δυναμικότητα της διαμάχης αυτής με όρους εξουσίας.

                                                                                                                            

Ο χώρος ήταν και παραμένει για την ανθρώπινη κοινωνία ένα συστατικό, αν όχι κυρίαρχο, στοιχείο της οργάνωσής της. Μέσα σ’ αυτό και με αυτό διαμορφώνονται πολιτιστικά πρότυπα, κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς και κατασκευάζονται εικόνες του εαυτού που αποκτούν νόημα μόνο σε σχέση με πολιτισμικές κατασκευές που αντικείμενο έχουν κυρίως τον «Άλλο» [1].

Οι διαδικασίες που οδηγούν στις κατασκευές αυτές καταλήγουν αρκετές φορές σε σχήματα που είναι απλοϊκά και εύκολα ως προς τη σύλληψη και τη χρησιμοποίησή τους. Έτσι, η νοηματοδότηση ενός οικιστικού χώρου όπως η πόλη με την κατασκευή μιας συγκεκριμένης ταυτότητας (Πειραιώτες, Θεσσαλονικιοί, Αθηναίοι, κλπ), αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται την κοινότητά τους καθώς και την ιδιαιτερότητα σε σχέση με εκείνους μιας άλλης πόλης [2].

Βεβαίως, η αντίληψη περί κοινής ταυτότητας δεν είναι ούτε γραμμική ούτε, πολύ περισσότερο, ομοιόμορφη. Αντίθετα, μια σειρά από επιμέρους χαρακτηριστικά όπως ο τύπος κατοικίας, η εργασία και άλλα, δημιουργούν διαφοροποιήσεις και ιδιαίτερες ταυτότητες μέσα στην ίδια την πόλη. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αποτέλεσμα μιας κάποιας «φυσικής διαδικασίας» [3] αλλά συνδέονται με τους τρόπους που επενεργούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην κοινωνική οργάνωση.

Στη βάση αυτών των ίδιων χαρακτηριστικών δημιουργούνται εικόνες του «Άλλου» που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργούν στερεοτυπικά δημιουργώντας σχέσεις αντιπαλότητας και, σε ιδιαίτερες συνθήκες, δημιουργούν συγκρούσεις. Κλασική περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί η ένταση μεταξύ λευκών και μαύρων κατοίκων σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ [4], μεταξύ ινδιάνων λευκών αποίκων στις περισσότερες πόλεις της Λατινικής Αμερικής ή ακόμα οι φυλετικές συγκρούσεις μεταξύ μαύρων σε αφρικανικές πόλεις.

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες μεσογειακές χώρες και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η αστική ανάπτυξη είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που διαμορφώθηκε ιδιαίτερα από το ρόλο και την παρεμβατική ικανότητα του Κράτους. Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ο ρόλος αυτός καθόρισε και τα χαρακτηριστικά ανάπτυξης των πόλεων και γενικότερα των οικιστικών περιοχών.

Ναύπλιο δεκαετία 1930 ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ).

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η εσωτερική μετανάστευση και η απουσία πολιτικών χωροθέτησης οικιστικών και βιομηχανικών ζωνών δημιούργησαν σοβαρότατες παρενέργειες στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η αστική ανάπτυξη. Με πολύ γενικό τρόπο, μπορούμε να πούμε πως η ελληνική ιδιαιτερότητα στηρίζεται στην πληθυσμιακή υπερσυσσώρευση στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα) και κυρίως στην Αθήνα, εις βάρος των περιφερειακών κέντρων. Προκειμένου δε να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομία της περιφέρειας, χρησιμοποίησε με μεγαλύτερη ένταση τον παρεμβατικό – εργοδοτικό του ρόλο δημιουργώντας παράλληλα νέα προβλήματα και σχέσεις σύγκρουσης μεταξύ επαρχιακών κέντρων [5]. Είναι τόσο κυρίαρχος ο ρόλος αυτός ώστε να δημιουργεί ένα ιδιαίτερο κλίμα και προϋποθέσεις στήριξης αστικών ταυτοτήτων με όρους ανωτερότητας και κατωτερότητας, όπως θα δούμε και στην περίπτωση της ανταγωνιστικής σχέσης Άργους – Ναυπλίου.

Η αντιπαλότητα μεταξύ πόλεων και κυρίως, γειτονικών πόλεων στα διοικητικά όρια ενός νομού δεν είναι μια πρόσφατη ιστορία. Βρίσκει τις ρίζες της βαθειά μέσα στην ιστορία, αλλά η ένταση με την οποία ανατροφοδοτείται σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένη ακόμα με τα προνόμια που εξασφαλίζει η δραστηριότητα των κρατικών μηχανισμών στα όριά τους. Πολύ συνοπτικά θα αναφέρω μερικά από τα σημαντικότερα πρόσφατα παραδείγματα, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητό τόσο το εύρος του ανταγωνισμού, όσο και η σημασία των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών με τα οποία κατασκευάζεται μια ταυτότητα που θα στηρίξει την αντίπαλη λογική, δηλαδή, τη διαφορετικότητα του «Εμείς», απέναντι στους «Άλλους».

«Δεν έχουμε λοιπόν αντιπαλότητα δύο πόλεων αλλά επιθετικότητα μιας πόλεως με τελικό εντελώς προφανή στόχο να γίνει αυτή η Πρωτεύουσα του νομού». Το αρχικό αυτό συμπέρασμα ανήκει στον κ. Κ. Καρκανιά [6] που απαντά υπέρ του Μεσολογγίου, σε δημόσιο διάλογο για τη Αιτωλοακαρνανία, σε άποψη που εκφράστηκε  υπέρ του Αγρινίου.

Ο επιστολογράφος αρχίζει με μια υπόμνηση των όσων διαδραματίζονται σημειώνοντας πως «κατά τα τελευταία 30 και περισσότερα χρόνια στον νομό παρατηρούμε μια συνεχή και συνήθως επιτυχή προσπάθεια κάποιων ομάδων οικονομικών ή και μη συμφερόντων που ζουν στο Αγρίνιο να αφαιρέσουν από το Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα του νομού, αυτά που της ανήκουν δικαιωματικά με βάση τους νόμους του Κράτους» και τελειώνει με μια αποκαλυπτική για το θέμα μας επισήμανση τονίζοντας : «Ο τόπος μας αξίζει πραγματικά καλύτερη τύχη και αυτή προϋποθέτει αξιοπρέπεια και ομόνοια αλλά αυτές δεν είναι δυνατόν να στηρίζονται στην επιθετικότητα κάποιων κατοίκων μιας πόλεως εναντίον του Μεσολογγίου, το οποίο επαναλαμβάνω είναι η Πρωτεύουσα του νομού και επί πλέον η Ιερή Πόλη του Έθνους. Ομόνοια μπορεί να υπάρξει όταν οι έδρες των μεγάλων οργανισμών του νομού έλθουν στο Μεσολόγγι και όταν το Εφετείο, το Μουσείο, κ.λπ. εγκατασταθούν στο Μεσολόγγι. Οποιεσδήποτε άλλες σκέψεις είναι αντίθετες προς την πολιτική (όχι κομματική, όχι πληθυσμιακή) και ιστορική πραγματικότητα Η ιερότητα του χώρου, η ιστορικότητα και η διοικητική σημασία της αποτελούν τρία βασικά χαρακτηριστικά στα οποία εδράζεται το δικαίωμα του Μεσολογγίου να έχει τις έδρες των μεγάλων κρατικών οργανισμών.

Οι ανταγωνισμοί που υπάρχουν μεταξύ της Θήβας και της Λιβαδειάς, του Βόλου και της Λάρισας ή ακόμα του Ληξουρίου και του Αργοστολίου [7] μπορεί να έχουν βαθιές ρίζες, αλλά δεν έχουν ακόμα αποκτήσει την ένταση με την οποία οργανώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα Χανιά και το Ηράκλειο επειδή το δεύτερο απαιτεί την ίδρυση Εφετείου. Συνδικαλιστές, δημοτικοί άρχοντες και κάτοικοι βρίσκονται στα «χαρακώματα», σε μια υπόθεση παράδειγμα για το ρόλο των κρατικών μηχανισμών και των προνομίων που προσφέρουν στην γενικότερη ανάπτυξη μιας πόλης και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής κατασκευής στην οποία εδράζεται και η αντίστοιχη ταυτότητα. Τα τελευταία χρόνια η ίδρυση πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων καθώς και ΤΕΙ στην περιφέρεια, αποτέλεσε το κύριο εργαλείο μιας ιδιότυπης ανάπτυξης που αναθέρμανε ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό μεταξύ πόλεων [8].

Για τη διαμάχη μεταξύ Άργους και Ναυπλίου αποτέλεσε ένα ακόμα σοβαρό θέμα αντιπαλότητας καθώς η εγκατάσταση τμήματος του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην πρωτεύουσα του νομού, το Ναύπλιο, θεωρήθηκε καταστροφική για την ανάπτυξη του Άργους. Έχουν όμως προηγηθεί αρκετά επεισόδια στο πέρασμα της ιστορίας [9] για να αποκτήσει ο ανταγωνισμός αυτός βαθιές ρίζες και να ανακυκλώνεται κάθε φορά που τίθεται ζήτημα και πηγάζει από τον κρατικό παρεμβατισμό στην αστική ανάπτυξη.

Μερικά από τα επεισόδια αυτά θα χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια για να τεκμηριώσουμε τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται η σχέση του «Εμείς και οι Άλλοι» καθώς και οι αντιλήψεις για τη διαφορετικότητά τους. 

 

Ναύπλιο – Άργος: η ιστορία ενός ανταγωνισμού

 

«Από χρόνων αμνημονεύτων το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους. Δύναταί τις ειπείν, ότι είνε ο εφιάλτης της ημετέρας πόλεως και έχει απέναντί μας την θέσιν του φθονερού πλουσίου, όστις τήκεται, όταν ο πτωχός γείτων του τρώγη εν τεμάχιον άρτου. Τίνα έχει ν’ αντιτάξη δικαιώματα και προσόντα κατά της προαιωνίου λαμπράς ιστορίας, των απαραμμίλων γεωγραφικών και φυσικών προτερημάτων, του πλήρους ζωής και μέλλοντος πληθυσμού του Άργους; Εν τούτοις έχει προστάτας και προστάτας ισχυρούς και εις την περίστασιν αυτήν μας απειλεί το καιριώτατον κατά της πόλεως ημών τραύμα».

Το απόσπασμα αυτό από το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Δαναός» του 1884[10] του Άργους, υπογράφεται από τον συντάκτη της Δ. Κ. Βαρδουνιώτη, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αργολικού πνευματικού κόσμου του 19ου αιώνα. Αποτελεί την καλύτερη ίσως απόδοση του ανταγωνισμού που διαμορφώνεται και με την πάροδο του χρόνου ισχυροποιείται ανάμεσα σε δυο πόλεις με μεγάλο ιστορικό και πολιτισμικό κεφάλαιο.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης εντούτοις στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε τρία βασικά όσο και αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά της εποχής για την πόλη του Άργους: την ιστορία του αφού πρόκειται για την αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας και μια από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Τη γεωγραφική της θέση ως κόμβο εμπορευματικό και διακομιστικό αλλά και τα φυσικά της χαρακτηριστικά που πιστοποιούνται, εξάλλου, από πλήθος κειμένων των περιηγητών του 18ου και 19ου αιώνα. Τέλος, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης χρησιμοποιεί τα δημογραφικά δεδομένα για να αναδείξει τη διαφορά δυναμικού ανάμεσα στις δυο πόλεις.

Το περιπετειώδες σενάριο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής στη νότια Πελοπόννησο, ελάχιστα απέχει από την πραγματικότητα και καταγράφει τον έντονο ανταγωνισμό των δυο πόλεων στο επίπεδο των υποδομών. Δεν είναι καθόλου τυχαία η σύγκρουση στο επίπεδο αυτό, καθώς το ζήτημα των υποδομών είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης της επαρχίας [11], οι οποίες όμως, ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, αποτελούν στοιχείο εξυπηρέτησης πολιτικής πελατείας και όχι μακρόπνοο προγραμματισμό οικονομικής και κοινωνικής συνολικής ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή, το «Εμείς» και οι «Άλλοι» δεν μπορεί να οργανώνεται παρά μόνον ως συγκρουσιακή σχέση και σε πολιτικό επίπεδο. Ας παρακολουθήσουμε για λίγο ακόμα το επεισόδιο του σιδηροδρόμου.

Μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν είχαν γίνει γνωστές οι διαθέσεις της εταιρείας σιδηροδρόμων και τα σενάρια αποκλεισμού του Άργους από τη βασική σιδηροδρομική διαδρομή, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης πάλι σε κύριο άρθρο[12], αφού παραθέτει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ζητήματος, σημειώνει : «Το Άργος ιδίως μεγάλως εθορυβήθη εκ της θρυλλούμενης ταύτης αδικωτάτης  δι’αυτό τροποποιήσεως  της σιδηροδρομικής γραμμής. Η πόλις όλη κατεθλίβη δια τον εξευτελισμόν και την περιφρόνησιν ταύτην».

Όσο και αν ο τόνος δραματοποιεί τα «θρυλλούμενα» σχέδια, οι λέξεις εξευτελισμός και περιφρόνηση γραμμένες από έναν τόσο σημαντικό διανοούμενο της εποχής έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα ως προς την εικόνα που διαμορφώνεται με τον ανταγωνισμό των δυο πόλεων. Η αρνητική δε εικόνα που περιγράφει με τις δυο παραπάνω λέξεις ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης για την πόλη του Άργους, ενισχύεται ακόμα και από «τυχαία» περιστατικά που θα έπρεπε να είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Έτσι, όταν το βασιλικό ζεύγος (Γεώργιος Α΄και Όλγα) φτάνει στην περιοχή, επισκέπτεται το Ναύπλιο και εντελώς τυχαία το Άργος. Η συμβολική του τυχαίου στην περίπτωση αυτή είναι καθοριστική για την ενίσχυση του αισθήματος «περιφρόνησις» παρά το γεγονός ότι η ίδια η επίσκεψη θα έπρεπε να λειτουργήσει ενισχυτικά ως προς τη σημασία της πόλης. Η σχετική ειδησεογραφία [13] αναφέρει τα εξής : «Κατά το εν αρχή γνωσθέν ενταύθα δρομολόγιον ειδοποιήθησαν αι αρχαί και οι πολίται της πόλεώς μας να κατέλθωσιν εις Μύλους, ένθα έμελλον να αποβιβασθώσιν οι βασιλείς εκ Ναυπλίου μεταβαίνοντες εις Τρίπολιν. Ένεκα όμως της παρά την αποβάθραν αβαθούς θαλάσσης καθιστώσης αδύνατον την αποβίβασιν, το δρομολόγιον μετεβλήθη και ωρίσθη να μεταβώσιν εις Τρίπολιν δι’Άργους».

Η σημασία που έχουν οι υποδομές για την τοπική ανάπτυξη είναι σημαντικές καθώς και εκείνες που αφορούν σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, αποτελώντας έναν τομέα ανταγωνισμού με όλα τα χαρακτηριστικά του τοπικισμού και της κατά περίπτωση άσκησης κρατικής πολιτικής. Στα πλαίσια αυτά ο ρόλος των πολιτευτών είναι απαράλλαχτα ίδιος στη διάρκεια του χρόνου και συντελεί στην παγίωση του ανταγωνισμού, όπως θα δούμε και στη συνέχεια με κάποια παραδείγματα. Ας δούμε πως εκφράζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο πόλεων στο επίπεδο του εμπορίου που αποτελεί έναν σημαντικό οικονομικό τομέα.

Αντλούμε ένα πρώτο παράδειγμα από κύριο άρθρο [14] στο οποίο ασκείται κριτική στη δημοτική αρχή γιατί τα λεωφορεία δεν φτάνουν μέχρι τη λαϊκή αγορά και έτσι οι αγοραστές αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες αγορές. Ο αρθρογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Και ο λόγος λοιπόν αυτός έβλαψεν αναμφισβητήτως σημαντικά, διότι δεν στερούμεθα μόνον 50-100 αγοραστών κατά Σάββατον αλλά απομακρύνονται της πόλεώς μας ελείψει καταλλήλου συγκοινωνίας όλοι οι κάτοικοι των εν λόγω περιφερειών συνάπτοντες σχέσεις με τους επαγγελματίας και εμπόρους της γείτονος πόλεως Ναυπλίου καίτοι αναγνωρίζουν ότι το συμφέρον τους ευρίσκεται εδώ».

Παρότι η άποψη ότι οι πελάτες θα πρέπει να φτάνουν με τα αυτοκίνητά τους ή με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς μέχρι τις πόρτες των καταστημάτων, είναι μια λογική που εμποδίζει ακόμα και σήμερα την ανάπτυξη της πόλης, το κεντρικό επιχείρημα του αρθρογράφου είναι η απορρόφηση μέρους των καταναλωτών από την αγορά του Ναυπλίου. Την ίδια χρονιά οι Επαγγελματίες και Βιοτέχνες του Άργους παρεμβαίνουν στα δημοτικά δρώμενα προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της πόλης  μέσω μιας ειδικής επιτροπής που προετοιμάζεται να συγκροτηθεί. Ο τύπος [15]  της περιόδου εκείνης σημειώνει :  

 «Το έργον της επιτροπής λόγω ελλείψεως χρήματος και της αντιδράσεως ήν θα αναπτύξη η γείτων πόλις του Ναυπλίου θα είναι επίπονον και άχαρι…

Εις οιονδήποτε έχοντα αντίρρησιν θα προβάλωμεν ως αποστομικήν απάντησιν το παράδειγμα της γείτονος πόλεως Ναυπλίου ήτις καίτοι μη έχουσα γηγενή πληθυσμόν πλέον των δυο χιλιάδων κατοίκων κατορθώνει δια των διαρκών αγώνων των τέκνων της να διατηρή πληθώραν Δημοσίων υπηρεσιών και δι’αυτών να εμφανίζεται ως πόλις και να είναι πρωτεύουσα Νομού».

Είναι η πρώτη φορά που το Ναύπλιο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε σχετικό δημοσίευμα. Ίσως να είναι και ένα από τα μοναδικά καθώς ο ανταγωνισμός δημιουργεί ένα κλίμα σύγκρουσης, ιδιαίτερα στο επίπεδο των παραγωγικών επενδύσεων, που συχνά λαμβάνει προσανατολισμό οξύτητας.

Το Άργος αποτελεί ήδη στην προπολεμική περίοδο και για τέσσερεις δεκαετίες μετά, ένα σημαντικό υφαντουργικό κέντρο. Είναι λογικό λοιπόν να αντιδρά με οξύτητα όταν τίθεται θέμα εγκατάστασης βιομηχανιών στην περιοχή όπως, για παράδειγμα, το 1938 όταν γίνεται λόγος [16] για την κατασκευή εργοστασίου της υφαντουργικής εταιρείας «Πηνελόπη», κατασκευή που γεννά υποθέσεις ακόμα και για χίλιες νέες θέσεις εργασίας.

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

Η αντιπαράθεση και ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και μεταπολεμικά με σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις καθώς η διαχείριση των πόρων που διαθέτουν οι δυο πόλεις απαιτεί τον γρήγορο διαγκωνισμό του ενός από τον άλλο στο ένα ή το άλλο επίπεδο. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων είναι μεγάλος και γι’ αυτό θα σταθούμε σε δυο ημερομηνίες που πιστοποιούν τη διαχρονικότητα της αντιπαλότητας και αντίστοιχα σε δυο τομείς όπου η κάθε πόλη έχει τα δικά της ισχυρά επιχειρήματα ώστε να αναζητήσει την πρωτοκαθεδρία.

Το 1956 δημιουργείται ένας μεγάλος θόρυβος στην Αργολίδα σχετικά με τις προθέσεις του εφοπλιστή κ. Νιάρχου να δημιουργήσει ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Νομό. Γύρω από τις προθέσεις αυτές αρχίζουν και πάλι να συγκρούονται οι εκπρόσωποι των δυο πόλεων προσπαθώντας να διατηρήσουν το προβάδισμα ελκύοντας την επένδυση που πρόκειται να γίνει. Παράλληλα, ο βουλευτής Αργολιδοκορινθίας Βασίλειος Πανούσης, βρίσκει την ευκαιρία να δημοσιεύσει ανακοίνωση με την οποία «πληροφορεί τους πολίτες» πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε αυτόν οφείλεται το ενδιαφέρον του εφοπλιστή και παρακολουθεί το θέμα από κοντά προς όφελος των πολιτών. Ο δε διευθυντής της εφημερίδας που παραθέτει τη σχετική ειδησεογραφία[17] σημειώνει μεταξύ άλλων :

 

«Αλλά υμείς οι Αργείοι πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξωμεν το ζήτημα, εάν θέλωμεν να επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και να διατηρήσωμεν την πρώτην θέσιν της εμπορικής και βιομηχανικής κινήσεως. Από τας πρωτοβουλίας και προσπαθείας μας εξαρτάται αν επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και θα διατηρήσωμεν την θέσιν μας ως πρώτης εμπορικής και βιομηχανικής πόλεως του Νομού ή θα γίνωμεν ουραγοί και συν τω χρόνω θα απορροφηθώμεν από το ραγδαίως εξελισσόμενον Ναύπλιον, το οποίον παντού έχει ανθρώπους πονούντας και ενδιαφερομένους δι’αυτό».

 

Ο τουρισμός αποτελεί ένα δεύτερο σημαντικό πεδίο προστριβών και ανταγωνισμού. Υπενθυμίζω με την ευκαιρία πως και οι δυο πόλεις διαχειρίζονται ένα σοβαρό πολιτισμικό κεφάλαιο που συνδυάζει ιστορία, εξαιρετικούς αρχαιολογικούς χώρους και πλουσιότατες εκθέσεις-μουσεία, καθώς επίσης και μια καλή αρχιτεκτονική κληρονομιά.

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

Το παρακάτω άρθρο που γράφεται το 1962 είναι αποκαλυπτικό της διαχρονικότητας του ανταγωνισμού καθώς η διάνοιξη του «δρόμου των αρχαιοτήτων» όπως λέγεται χαρακτηριστικά σήμερα, απασχολεί τις δυο πόλεις από τότε και γίνεται πραγματικότητα μόλις τα τελευταία χρόνια. Με την ευκαιρία λοιπόν αποφάσεων από το Νομαρχιακό Συμβούλιο για την τουριστική ανάπτυξη της Αργολίδας, το κύριο άρθρο εφημερίδας του Άργους [18] αναφέρει :

«Δεν δυνάμεθα παρά να συγχαρώμεν τον αξιότιμον κ. Νομάρχην δια το επιδεικνυόμενον ενδιαφέρον του δια την Τουριστικήν αξιοποίησιν του Νομού, αλλά και να μην εκφράσωμεν την πικρίαν μας, διότι εις μιαν έκθεσιν εκ 15 γραφομηχανημένων σελίδων εξ ών αι 13 αναφέρονται εις τας Τουριστικάς ανάγκας του Ναυπλίου δια την προσέλκυσιν ξένων, μόνον ένδεκα (αρ. 11) στίχοι αφιερούνται εις τα τουριστικά του Άργους……

Κατ’αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα αξιοποιηθεί τουριστικώς ο Νομός; Με μόνην δηλαδή την προβολήν του Ναυπλίου εις βάρος ολόκληρου του Νομού; Αλλ’αυτό είναι απαράδεκτον δι’ημάς τουλάχιστον τους Αργείους. Και δια να ολοκληρωθή το κατά της πόλεως του Άργους πλήγμα και απομονωθή τελείως αύτη πάσης κινήσεως ιδού τι προτείνεται εις την Ε παράγραφον του ΙΙΙ κεφαλαίου της εκθέσεως : ε) Διάνοιξις και κατασκευή οδού Μυκηνών-Μοναστηρακίου-Ηραίου…».

Ενώ όμως φαινομενικά ο ανταγωνισμός διαμορφώνεται περισσότερο στο οικονομικό επίπεδο και εμφανίζεται ως αντίδραση του ενός στην κατασκευή ή την αξιοποίηση υποδομών στην επικράτεια του άλλου, λείπουν τα στοιχεία εκείνα (ιδεολογικά, στερεότυπα, κλπ) που θα ολοκλήρωναν την εικόνα μιας ψυχολογικής προδιάθεσης εναντίωσης του «Εμείς» κατά των «Άλλων». Το κείμενο του 1900 που αναλύουμε στη συνέχεια παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο τα στοιχεία αυτά, απαντώντας στο ερώτημα της κατασκευής μιας εικόνας του «Άλλου», ικανής να τον υποβαθμίζει και ταυτόχρονα να ενδυναμώνει την ανωτερότητα του «Εμείς».

 

Μια ανθρωπολογική προσέγγιση του ανταγωνισμού των δυο πόλεων

 

Ο Μιλτιάδης Ζωγράφος γόνος μιας από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές οικογένειες του Άργους και της Αργολίδας, δικηγόρος ο ίδιος, γράφει την πρώτη ανθρωπολογική μελέτη για την αντιζηλία μεταξύ των δυο πόλεων, Άργους και Ναυπλίου. Στο μικρό κείμενό του με τίτλο «Ναυπλιεύς δικάζων Αργείον»[19], υπάρχουν σημαντικές περιγραφές καθημερινότητας καθώς και ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με την εικόνα που διαμορφώνουν οι κάτοικοι μιας πόλης για τους «απέναντι», τους «άλλους» κατοίκους της αντίζηλης πόλης. Το κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου είναι μια καλή πηγή πληροφοριών για τον ερευνητή παρά την υποκειμενικότητα που το διακρίνει μιας και αποτελεί την οπτική ενός Αργείου προς τους Ναυπλιείς. Εξάλλου, είναι από τα λίγα κείμενα που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για το θέμα αυτό.

Ο συγγραφέας οργανώνει το κείμενό του στη βάση ενός περιστατικού σχετικά με την αντιδικία δυο Αργείων, ενός αγωγιάτη και ενός ιδιοκτήτη οινοπαντοπωλείου. Η απαίτηση του αγωγιάτη να πληρωθεί για την εργασία του, συναντά την άρνηση του οινοπαντοπώλη που θεωρεί το λογαριασμό υπερβολικό. Η αντιδικία φτάνει στα δικαστήρια και έτσι ένας «δικαστής του Ναυπλίου» δικάζει έναν επαγγελματία του Άργους. Βεβαίως, η αντιδικία θα μπορούσε να μην αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης αντιδικίας μεταξύ των δυο πόλεων, ούτε να έχει τις προεκτάσεις που θα πάρει στο κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου. Αλλά εδώ έγκειται και η αξία του κειμένου αφού μια απλή αντιδικία θα αναδείξει μια άλλη διάσταση ανταγωνισμού μεταξύ των δυο πόλεων.

 

1. Η ιστορία

 

Το Σεπτέμβριο του 1889 ο τρύγος στην ευρύτερη περιοχή και την πόλη του Άργους βρίσκεται στο αποκορύφωμά του και η αγροτική παραγωγική αλυσίδα σε πλήρη εξέλιξη. Ένας αγωγιάτης μεταφέρει με τα ζώα του σταφύλια σε ένα οινοπαντοπωλείο ώστε να γεμίσει τα βαρέλια του με μούστο. Με το τέλος της εργασίας ενσκήπτει διαφορά μεταξύ των δυο επαγγελματιών σχετικά με την αξία της προσφερθείσας εργασίας και η αντιδικία καταλήγει στο δικαστήριο.

Η εκδίκαση της υπόθεσης αποτελεί το πρώτο επίπεδο αποκάλυψης της αντιζηλίας μεταξύ των δυο πόλεων. Σε πρώτο βαθμό (Ειρηνοδικείο Άργους), ο Ειρηνοδίκης δέχεται τη λογική των μαρτύρων υπέρ του αγωγιάτη:

«Ο Σωτ. Μαρίνος μετέφερε τας σταφυλάς του Αλέξη Μαρίνου δια 3 όνων του επί 2 ημέρας προς δρχ 1 λ 50 καθ’ημέραν δι’έκαστον όνον, κατά συνέπειαν δικαιούται να πληρωθή δια 4 όνους δρχ 12, διότι κατά τον τρυγητόν εις το Άργος οι αγωγιάται λογίζονται και πληρώνονται ως γαϊδούρια».

Η απόφαση  (αριθ. 427 του 1891) του Ειρηνοδίκη ανατρέπεται όταν, μετά την άσκηση έφεσης, το Πρωτοδικείο Ναυπλίου απορρίπτει τη συλλογιστική στην οποία στηρίχτηκε ο Ειρηνοδίκης και με νέα απόφαση (αριθ. 2252 του 1891) καταδικάζει τον αγωγιάτη και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει το γάιδαρό του.

Στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετέχει ένας γνωστός για την επιστημονική του κατάρτιση δικηγόρος του Ναυπλίου, στα επιχειρήματα του οποίου στηρίζεται η συλλογιστική της νέας απόφασης του δικαστηρίου που καταγράφει ο Μιλ. Ζωγράφος ως εξής :

 «Κύριος γιγνώσκει υπό πόσης αγανακτήσεως κατελήφθη ο Ναυπλιεύς δικηγόρος, όταν είδεν ότι ευρέθη δικαστής εξομοιώσας τους ανθρώπους με τα γαϊδούρια. Και αν τοιαύτη απόφασις επικυρωθή, τι θα είπουν οι Αργείοι δια τους Ναυπλιείς;»

Το αγωνιώδες ερώτημα απηχεί κυρίως τις εικόνες που έχουν κατασκευαστεί από τους μεν για τους δε.

 

2.  Εικόνες και προεκτάσεις

 

Οι εικόνες που παράγονται και αναπαράγονται για τις δυο πόλεις ενισχύουν καταρχήν το δίπολο αγροτικό / αστικό που ισχύει ακόμα και σήμερα. Παρά τη διαπίστωση του συγγραφέα για το «δυστυχές Ναύπλιον οσημέραι μαραίνεται και καταρρέει», που αποδίδει μια εικόνα συγκυριακή του Ναυπλίου σε κρίση. Αντίστροφα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η εικόνα της ζωτικότητας – οικονομικής και κοινωνικής – χαρακτηρίζει το Άργος.

Όμως η διαφορά ανάμεσά τους έχει ένα συγκεκριμένο μέτρο: την εξουσία. Η πρώτη πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους είναι μια πόλη στραμμένη προς τις δημόσιες υπηρεσίες σε αντίθεση με το Άργος, που διατηρεί τον αγροτικό του χαρακτήρα, εμφανίζει μια σοβαρή κινητικότητα στο επίπεδο της βιοτεχνίας και του εμπορίου, αλλά υστερεί ως προς τη συμβολική βαρύτητα που αποδίδεται στο Ναύπλιο ως πρωτεύουσα του νομού λόγω των διοικητικών μηχανισμών που εδρεύουν εκεί.

Ο συγγραφέας του κειμένου μας δίνει δυο περιγραφές κατατοπιστικές για την εικόνα και τις στεροτυπικές αντιλήψεις που οργανώνονται στις δυο πόλεις. Γράφει για τους Ναυπλιείς πως : «μας επιδεικνύουν το Παλαμήδι των, το Βουλευτικόν, τον Στρατώνα, τα Δικαστήρια, τους υπαλλήλους, προ παντός όμως την εξευγενισμένην κοινωνίαν, την αβρότητα των τρόπων και την λεπτότητα του αισθήματος και της επιδερμίδος».  

Οργανωμένο γύρω από τις διοικητικές υπηρεσίες του νέου Ελληνικού Κράτους, το Ναύπλιο μπορεί να καυχηθεί για την πολιτικά και κοινωνικά ανώτερη θέση του καθώς και για το επίπεδο της εξευγενισμένης συμπεριφοράς που αντιστοιχεί σε τέτοιο επίπεδο οργάνωσης. 

Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αιώνα και οι ενδείξεις αυτές καθορίζουν άμεσα τα χαρακτηριστικά που απορρέουν από τις ανώτερες κοινωνικές θέσεις, ορίζοντας ταυτόχρονα διαχωρισμούς από τον «άλλο» που ταυτίζεται ουσιαστικά με τον αμόρφωτο όχλο, δηλαδή με τους Αργείους. Σε μια ανάλυση κειμένου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, τα αντιθετικά ζεύγη που προκύπτουν είναι :

εξευγενισμένη συμπεριφορά      αβρότητα τρόπων     λεπτότητα αισθήματος

χονδροειδής συμπεριφορά          τραχύτητα τρόπων       δύναμη ενστίκτου

        λεπτότητα επιδερμίδας_____

χοντροκαμωμένο παρουσιαστικό

 

Σε αντίθεση με την εικόνα αυτή το Άργος, όπως σημείωσα παραπάνω, παρουσιάζει μια οικονομική ζωντάνια και παραγωγικότητα και άλλα χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από εκείνα της πόλης του Ναυπλίου. «Ήτο Σεπτέμβριος του έτους 1889, ολόκληρον δε το Άργος ευρίσκετο επί ποδός. Πανταχού σταφυλαί, τρυγήτριαι, αγωγιάται, όνοι. Ιδίως οι αγωγιάται, κατασκονισμένοι, εν συμφυρμώ και αταξία διαγκωνιζόμενοι, άδοντες, ανά χείρας φέροντες άρτον και τυρόν και ράπανον αντί ράβρου ή πράσου, τρώγοντες και συγχρόνως τους όνους ωθούντες, έσπευδον μεταφέροντες το ιερόν φορτίον εις τα καπηλεία.»

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Μια καθαρή εικόνα αγροτικής κοινωνίας, όπου μεροκαματιάρηδες, αγροτική παραγωγή και τυπικοί τρόποι συμπεριφοράς αγροτικού προλεταριάτου συμπληρώνουν τα γεωγραφικά όρια ενός χώρου, ενώ σκόνη, αταξία και καπηλειά ορίζουν τη ανθρωπο-ταξική του σύνθεση. Από την άποψη αυτή, η διαφορά επιπέδου των δυο πόλεων ορίζεται ουσιαστικά από την αντιθετική εικόνα ανάμεσα στους υπαλλήλους από τη μια και τους αγωγιάτες από την άλλη. Η ίδια εικόνα και οι προεκτάσεις της θα επηρεάσουν και το περιεχόμενο των δυο δικαστικών αποφάσεων. Το μεν Ειρηνοδικείο Άργους θα δεχτεί πως ο αγωγιάτης επέχει θέση ζώου κατά τη διάρκεια της εργασίας οπότε πρέπει να πληρωθεί γι’αυτήν. Το δε Εφετείο Ναυπλίου (ανώτερη δικαστική αρχή) δεν αποδέχεται την εξίσωση αυτή και καταδικάζει τον ενάγοντα.

Οι προεκτάσεις της δίκης αυτής είναι σημαντικές και αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα που ξεπερνά τα όρια της αντιπαλότητας Άργους – Ναυπλίου. Είναι ο γνωστός και σήμερα ανταγωνισμός μεταξύ πόλεων για την εγκατάσταση διοικητικών και άλλων υπηρεσιών ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στα όριά τους. Η τελευταία διαμάχη (2008) για την εγκατάσταση Εφετείου στην πόλη των Χανίων είναι η συνέχεια της ίδιας ακριβώς νοοτροπίας που πυροδοτεί τέτοιου είδους διαμάχες μεταξύ πόλεων περισσότερο από έναν αιώνα. Διαμάχη που εκφράζει την αντιπαλότητα του «εμείς» και οι «άλλοι», κυρίως οργανωμένη γύρω από τις προνομίες που παρέχει το Ελληνικό Κράτος.

 

Ο συγγραφέας, νομικός εξάλλου, Μιλ. Ζωγράφος μεταφέρει με εύθυμο τρόπο τη νέα διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Ναυπλίου και Κορίνθου αυτή τη φορά, επηρεάζοντας φυσικά τη διαμάχη της πρώτης με το Άργος: «Από της εποχής εκείνης οι Κορίνθιοι, φοβηθέντες μήπως, διαμένοντες υπό την δικαστικήν κυριαρχίαν του Ναυπλίου, πάθωσιν από εξευγενισμόν, ήρχισαν να σκέπτωνται και να ενεργώσι σοβαρώς και αποτελεσματικώς, επιτυχόντες επί τέλους την σύστασιν Πρωτοδικείου εν Κορίνθω, όπερ σημαίνει αληθώς του Ναυπλίου αποκεφαλισμόν».

Η εξέλιξη αυτή, από τη μια τείνει στο να μειώσει τη δυνατότητα του Ναυπλίου να διατηρεί, συμβολικά και τυπικά, την εικόνα του κέντρου της περιοχής και ταυτόχρονα ισχυροποιεί τη διαμάχη του με το Άργος αναπροσαρμόζοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ταυτότητας του καθενός. Στη διάρκεια του χρόνου η αναπροσαρμογή αυτή θα ισχυροποιείται από νέα θέματα  όπως τα τελευταία χρόνια ήταν η ίδρυση πανεπιστημιακής σχολής που αρχικά έγινε στο Ναύπλιο και τελικά, φαίνεται, να καταλήγει η εγκατάστασή της σε ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στις δυο πόλεις. Την εποχή όμως που γράφει ο Μιλ. Ζωγράφος είναι ήδη προσδιορισμένα τα χαρακτηριστικά της αντιπαράθεσης.

 

3.  «Ο Άλλος» : χαρακτηριστικά και αντιθέσεις

 

Σύμφωνα με όσα παραθέσαμε προηγουμένως, το κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος στο οποίο στηρίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ των δυο πόλεων είναι πολιτισμένος / απολίτιστος. Στο ζεύγος αυτό θα στηριχτούν όλα τα χαρακτηριστικά που επικαλούνται οι δυο πλευρές για να οργανώσουν μια εικόνα του «εμείς» σαφώς ανώτερη από εκείνη των «άλλων». Έτσι, το ανώτερος / κατώτερος διαμορφώνεται ως ένα δεύτερο κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος καθορισμού χαρακτηριστικών μεταξύ Ναυπλιέων και Αργείων. Τέλος, ένα τρίτο αντιθετικό ζεύγος, το διοίκηση / οικονομία θα ολοκληρώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δομηθούν οι αντιθετικές ταυτότητες των δυο πόλεων.

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Τεκμηριώνοντας τη σημασία του πρώτου αντιθετικού ζεύγους, πολιτισμένος / απολίτιστος, το Ναύπλιο παραθέτει τα ιστορικά και διοικητικά σύμβολα που διαθέτει όπως το Παλαμήδι και το Βουλευτικό. Στηρίζει σε αυτά την εικόνα ενός κοινωνικού συνόλου που χαρακτηρίζεται για τη μόρφωσή του, την κουλτούρα του και τις συνακόλουθες «ευγένεια, αβρότητα τρόπων, λεπτότητα αισθημάτων». Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ο ρομαντισμός ανέδειξε ως συστατικά του πολιτισμού.

Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, το Άργος απαντά στα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά κοινωνίας α-πολίτιστης, δηλαδή εκείνης που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση και ενεργεί περισσότερο με το ένστικτο παρά με το συναίσθημα, περισσότερο με την παρόρμηση παρά με τη λογική. Γι’ αυτό και δίνεται έμφαση, μεταξύ άλλων, στο χαρακτηρισμό «χειρώνακτες» σε αντίθεση με το υπονοούμενο «πνευματικοί» που πηγάζει από την κατάσταση του πολιτισμένου.

 

Υπενθυμίζουμε πως το κείμενο γράφεται από έναν Αργείο και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τα στοιχεία αυτά προκαλεί έκπληξη. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στις αρχαιότητες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του ως αντιστάθμισμα στις αιτιάσεις των Ναυπλιέων. Αντίθετα, ως κύριο χαρακτηριστικό προβάλλεται «ο θαλπερός ήλιος του Άργους», «οι εξοχές της πόλης και τα οινοπωλεία της». Εάν προσθέσουμε σε αυτά και την περιγραφή του τρύγου τότε ενισχύεται η νατουραλιστική εικόνα του «απολίτιστου» που αποδίδεται στους Αργείους.

Με το δεύτερο αντιθετικό ζεύγος, ανώτερος / κατώτερος, η ποιοτική διαφοροποίηση εμφανίζεται περίπου ως φυσική απόρροια της πολιτισμικής οριοθέτησης του καθενός. Η ταυτοποίηση των ζευγών πολιτισμένος – ανώτερος / απολίτιστος – κατώτερος, δεν είναι τυχαία στην περίπτωση που εξετάζουμε. Όπως εξηγήθηκε ήδη από την εισαγωγή, πρόκειται για ένα κυρίαρχο σχήμα που, τηρουμένων των αναλογιών, καθορίζει για έναν ορισμένο τρόπο σκέψης τις θέσεις του «εμείς» και οι «άλλοι», όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε εθνικό ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαφορά στηρίζεται ακόμα και σε εξωτερικά χαρακτηριστικά αφού στην «λεπτότητα της επιδερμίδας» αντιπαρατίθεται μια εξωτερική εμφάνιση χοντροκαμωμένου παρουσιαστικού αγροίκων «φορούντες ράσα και τσαρούχια». Επομένως, η εξωτερική εμφάνιση προστίθεται στα γενικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τους κατοίκους των δυο πόλεων ενισχύοντας την άποψη πως ο ανώτερος πολιτισμικά άνθρωπος εκφράζεται και με την εξωτερική εικόνα που προσφέρει. Στους εκλεπτυσμένους τρόπους συμπεριφοράς προστίθεται και το καλό ντύσιμο.

Τέλος, η βασική διαφορά πολιτισμένος / απολίτιστος ισχυροποιείται με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζεύγη που είναι το διοίκηση / οικονομία. Έτσι, η διοίκηση ταυτίζεται με τον πολιτισμένο ενώ αντίθετα οι παραγωγικές δραστηριότητες (οικονομία) ταυτίζονται με τον απολίτιστο. Απέναντι στα υπαλληλικά στρώματα αντιπαρατίθενται οι βιομήχανοι, οι γεωργοί, οι ονηλάτες.

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Η αντιμετώπιση της χειρωνακτικής εργασίας από μια υπαλληλική αριστοκρατία ως κατώτερης κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται μια ανώτερη κοινωνική ταυτότητα. Η διοίκηση ή η συμμετοχή της σ’ αυτή προσδιορίζει το πεδίο της πνευματικής εργασίας, άρα μια ανώτερη κοινωνική κατάσταση, που πηγάζει από τον πολιτισμό. Αντίθετα, η ενασχόληση με παραγωγικές δραστηριότητες του γεωργικού και βιοτεχνικού τομέα ορίζει μια κατώτερη κοινωνική κατάσταση συνώνυμη μιας φυσικής κατάστασης, του α-πολίτιστου, στην οποία βρίσκονται τα αγροτικά και εργατικά στρώματα αλλά και όσοι ασχολούνται επιχειρηματικά με τις δραστηριότητες αυτές.

Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της μεταβατικής περιόδου που γνώρισαν οι δυτικές κοινωνίες από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής στους καπιταλιστικούς. Όμως στην περίπτωση που εξετάζουμε όχι μόνο δεν έχουμε μια τέτοια μεταβατική περίοδο όπως αναφέραμε και στην αρχή, αλλά ούτε καν μια καλά διαμορφωμένη αριστοκρατία που βλέπει την κατάσταση να αλλάζει προς όφελος των ανερχόμενων εμπορο-βιομηχανικών στρωμάτων και ομάδων, σύμφωνα με τα κλασικά σχήματα ανάλυσης. Γι’αυτό και τονίσαμε τον όρο Δημοσιοϋπαλληλική αριστοκρατία ώστε να γίνει περισσότερο σαφής η σημασία των κρατικών μηχανισμών στη διαμόρφωση οικονομικών και επαγγελματικών κριτηρίων κοινωνικής ιεράρχησης παρά η ύπαρξη μιας ταξικής ιεράρχησης δυτικού τύπου πηγή κοινωνικών διαφοροποιήσεων[20].

 Έτσι, οι αντιθέσεις θα βασιστούν σε σχήματα απλά που υπό τη μορφή αντιθετικών ζευγών παρουσιάζουν την σχέση με τον ακόλουθο τρόπο :

 

Ναυπλιεύς            πολιτισμένος                ανώτερος                         πνευματικός               

  Αργείος               απολίτιστος                 κατώτερος                       χειρωνάκτης                

 

εξευγενισμένη συμπεριφορά             αστική κοινωνία

  χονδροειδής συμπεριφορά             αγροτική κοινωνία

 

Επίλογος

 

Η αντίθεση και ο ανταγωνισμός που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ ομάδων, τοπικών κοινωνιών ή πόλεων, έχουν τις ρίζες τους σε μια διχοτομική συγκρουσιακή αντίληψη του «Εμείς» που διαφοροποιεί τους «Άλλους» χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο πολιτισμικές κατασκευές. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, κλπ) που καθορίζουν τους χώρους, τους χρόνους και τα πρόσωπα, χρησιμοποιούνται ώστε να ενισχυθούν οι διαφοροποιήσεις αυτές και κυρίως οι συμβολισμοί τους. Η χρονική διάρκεια και η ένταση των ανταγωνισμών είναι στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα με τη δυνατότητα που διαθέτει η κάθε πόλη για τη συγκέντρωση πόρων συμβολικού και οικονομικού κεφαλαίου που να της επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας εικόνας υπεροχής απέναντι σε άλλες όμορες ή ανταγωνιστικές πόλεις.

Στην περίπτωση που εξετάσαμε το συμβολικό κεφάλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία για την πόλη του Ναυπλίου αφού διαμορφώνει ένα εξουσιαστικό προφίλ με τη συγκέντρωση δημοσιοϋπαλληλικών μηχανισμών και σχέσεων, ενώ το οικονομικό έπεται ως αποτέλεσμα κυρίως τουριστικής ανάπτυξης που διαμορφώνεται και πάλι γύρω από την ιστορική ταυτότητα της πόλης (πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους). Για άλλες πόλεις, το οικονομικό κεφάλαιο είναι εκείνο που καθορίζει τις σχέσεις ανταγωνισμού ή ακόμα οι φυσικές πηγές ενέργειας όπως, για παράδειγμα το νερό στις σχέσεις Τρικάλων – Καρδίτσας.

Η διχοτομική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον ανταγωνισμό αυτό είναι επίσης άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητα διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων και επομένως, με τις ικανότητες ανάδειξης μιας ιδιαίτερης ταυτότητας. Η αίσθηση ανωτερότητας ή κατωτερότητας πηγάζει από τις διαδικασίες μιας ταυτόχρονης αναπτυξιακής διαχείρισης πόρων και ανάδειξης ιδιαίτερων στοιχείων ταυτότητας, αίσθηση που μπορεί να αναπαράγεται για δεκαετίες, όπως στην περίπτωση που εξετάσαμε.

Έτσι, επισημάναμε ήδη πως ένα θέμα (ο ανταγωνισμός για την απόκτηση πανεπιστημιακών σχολών ή τμημάτων) λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς την αίσθηση ανωτερότητας για τους μεν, ενώ για τους δε, λειτουργεί ως υποκατάστατο της αδυναμίας διαχείρισης ενός ήδη υπάρχοντος πολιτισμικού και οικονομικού κεφαλαίου, γεγονός που αυξάνει την αίσθηση κατωτερότητας. Στην πρώτη περίπτωση τοποθετείται το Ναύπλιο, ενώ στη δεύτερη τοποθετείται το Άργος που εσωτερικεύει μια κατάσταση κατωτερότητας και λόγω της εξαίρεσής του από τα δίκτυα της ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας.   

 

Γεώργιος Κόνδης

Στο: Μαγριπλής Γ. Δ. (Επιμ),  Πολιτισμός και Διαφορετικότητα : Εμείς και οι άλλοι, εκδόσεις Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2011.

 

Υποσημειώσεις

[1] Η διαπίστωση, η καταγραφή και η ανάλυση των στοιχείων που συνδέουν το χώρο με τις πολιτισμικές κατασκευές των χρηστών και δημιουργούν ανταγωνιστικές κατηγορίες, όπως αυτές που παρουσιάζουμε, είναι μια σύνθετη και πολύ ουσιαστική ερευνητική διαδικασία που χρησιμοποιεί εννοιολογικά εργαλεία από τους διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών. Μια καλή παρουσίαση του θέματος γίνεται από τον Ιω. Χωριανόπουλο, Αστική Κοινωνική Γεωγραφία, 154-176 (157), στο : Ανθρωπογεωγραφία. Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Κριτική-Επιστημονική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2007. 

[2] «Η διατήρηση της διαφοράς ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους αποτελεί μέρος της προσπάθειάς μας για τη διαφύλαξη μιας καθαρής και συνεκτικής εικόνας του εαυτού μας», ό.π, 159.

[3] A.Giddens, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, Αθήνα, 1993, 136.

[4] Με την ευκαιρία αυτή ο A.Giddens θεωρεί πως εκτός από γκέτο, οι περιοχές φυλετικής απομόνωσης μπορούν να μετατραπούν σε χώρους δημιουργίας «νέων αστικών κινημάτων διαμαρτυρίας, τα οποία μπορούν ίσως να αναπαράγουν σχέσεις αμοιβαιότητας στα πλαίσια μιας κοινότητας, σχέσεις που αναπτύσσονται ελάχιστα στις πιο πλούσιες περιοχές της πόλης», ό.π., 132.

[5] Εξηγώντας τη διαδικασία αυτή με την επιστροφή των μεταναστών στους τόπους προέλευσης, η Σήλια Νικολαΐδου αναφέρει πως οι βασικές ανισορροπίες αυτού του μοντέλου αστικής ανάπτυξης παραμένουν κυρίαρχες : «Ο περιορισμός της τάσης συγκέντρωσης πληθυσμού στην πρωτεύουσα και την συμπρωτεύουσα, το 1981-91, αποτελεί ένδειξη ότι οι συνθήκες διαβίωσης (στέγαση, εργασία, αναψυχή) στα μεγάλα αστικά κέντρα επιδεινώνονται. Η στροφή μέρους του πληθυσμού προς εκείνα μόνο τα επαρχιακά κέντρα που έχουν αναδειχθεί σε πόλους έλξης λόγω της βιομηχανικής τους ή τουριστικής τους δραστηριότητας, αν και περιόρισε ως ένα βαθμό τις ανισότητες μεταξύ των περιφερειών, δεν εμπόδισε την πληθυσμιακή συρρίκνωση των μικρών επαρχιακών κέντρων ούτε άμβλυνε τις αρνητικές επιπτώσεις της αθηναϊκής υπερσυσσώρευσης», Η κοινωνικής οργάνωση του αστικού χώρου, Αθήνα, 1993, 127.

[6] Εφημερίδα Αιχμή, Ηλεκτρονική έκδοση, 12-10-2009.

[7] Η Ευτυχία Λιάτα, Ιστορικός, διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών , σημειώνει πως « η αιτία της αλληλοπεριφρόνησης είναι μάλλον ιστορικά τεκμηριωμένη και χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα», σε άρθρο της με τίτλο «Ο πόλεμος ποτέ δεν πεθαίνει», στην ηλεκτρονική έκδοση της «Ελευθεροτυπίας», 9-1-2010. Στην ίδια έκδοση με γενικό τίτλο «Οι εμφύλιοι … της διπλανής πόρτας», ο κ. Κ. Τσουκαλάς, εκδότης από τη Λάρισα, επιχειρηματολογώντας για τη διαμάχη μεταξύ Λάρισας και Βόλου καταλήγει στο εξής συμπέρασμα : «Η Λάρισα, σε αντίθεση με τον Βόλο, έχει το απαραίτητο πληθυσμιακό μέγεθος αλλά και την έκταση για να μη δημιουργεί την εντύπωση της μικρής επαρχιακής πόλης -με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από πλευράς διασκέδασης δεν χρειάζεται να κάνω ιδιαίτερη αναφορά… Το «Λάρισα by night» το γνωρίζουν και οι πέτρες!».

[8] Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα για το θέμα είναι του Λ. Λαμπριανίδη με τίτλο «Ίδρυση Περιφερειακών Πανεπιστημίων : απόρροια πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης ή πολιτικών σκοπιμοτήτων;», στο : Τόπος. Επιθεώρηση αστικών και περιφερειακών μελετών», 6/93 (111-138).

[9] Τα εκκλησιαστικά δεν είναι αφιλόξενος τόπος για την εκδήλωση του ανταγωνισμού αυτού. Αντίθετα οι επιστημονικές αναλύσεις σχετικών θεμάτων προσπαθούν να ενισχύσουν τα επιχειρήματα της μιας ή της άλλης πλευράς ώστε να ενισχυθεί η εικόνα, ο ρόλος και η σημασία της μιας ή της άλλης στην περιοχή. Είναι αρκετά αποκαλυπτικό το άρθρο της Βούλας Κόντη με τίτλο «Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο», ηλεκτρονική καταχώρηση, στην οποία αναφέρει εισαγωγικά : «Τα προβλήματα της ύπαρξης ή μη επισκοπής Ναυπλίου κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, της υπαγωγής της πόλης στην επισκοπή Άργους καθώς και της δημιουργίας επισκοπής με τη σύνθετη αναφορά  Άργους και Ναυπλίου έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τους ερευνητές και έχουν προταθεί διάφορες λύσεις ή ερμηνείες».

[10] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, 22 Δεκεμβρίου 1884. Πρόκειται για κύριο άρθρο με τίτλο «Το ζήτημα του σιδηροδρόμου», στο οποίο ο συντάκτης του επιχειρηματολογεί κατά του Ναυπλίου που θεωρείται ότι δημιουργεί προσκόμματα ώστε η νέα σιδηροδρομική γραμμή να μην διέρχεται από το Άργος. Χρειάζεται να σημειώσουμε εδώ πως ενώ στο Άργος του τέλους του 19ου αιώνα, κυκλοφορούν ήδη τέσσερεις (4) εφημερίδες, δεν υπάρχει ανάλογη εκδοτική δραστηριότητα στο Ναύπλιο. Επομένως, αντλούμε αναγκαστικά τα στοιχεία μας από τις αργειακές εκδόσεις.

[11] Σχετικά με το ζήτημα του σιδηροδρόμου, μια σύντομη όσο και περιεκτική αναφορά από τον Χρ. Χατζηιωσήφ στην «Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. 1900-1922. Οι απαρχές», σ. 11.

[12] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου», 7 Αυγούστου 1884.

[13] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού. «Οι Βασιλείς εν Άργει, 1 Μαΐου 1898.

[14] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εμπόριον του Άργους, 7 Φεβρουαρίου 1937.

[15] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τι πρέπει να γίνει δια την πρόοδον του Άργους. Αι απόψεις της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Άργους, 4 Ιουλίου 1937.

[16] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εργοστάσιον πρέπει να γίνει οπωσδήποτε εις την πόλιν μας, 19 Ιουνίου 1938.

[17] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τα Ναυπηγεία, 16 Δεκεμβρίου 1956

[18] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Η τουριστική αξιοποίησις του Νομού και η πόλις του Άργους. Απαράδεκτος πλέον η εγκατάλειψις, 7 Ιανουαρίου 1962.

[19] Χρ. Α.Καραγιάννη, Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1900, Άργος, 1900 (84-88).

[20]  Δεν είναι τυχαία η υπενθύμιση του συγγραφέα πως οι Ναυπλιείς «μας υβρίζουν ως αχάριστους, αφού επί της βασιλείας Δηλιγιάννη του Θεοδώρου απεκτήσαμεν Γυμνάσιον διτάξιον, εν τούτοις εξελέξαμεν βουλευτήν ουχί τον χαριτόβρυτον ανεψιόν Φαρμακόπουλον, αλλά τον Πλαπούτσαν». Στα πλαίσια των σχέσεων πολιτικής πελατείας που αναπαράγονται στην Ελλάδα, η εξυπηρέτηση βασικών κοινωνικών αναγκών αποτελεί μέρος του «δώρου» που προσφέρεται από τους πολιτικούς προς τις τοπικές κοινωνίες. Η απόκτηση λοιπόν ενός σχολείου με διοικητική ρύθμιση αποτελεί μέρος της πελατειακής σχέσης. Γι’ αυτό και το Ναύπλιο που διαθέτει ήδη ένα σχολικό δίκτυο, θεωρεί τους Αργείους  αχάριστους αφού δεν ανταποκρίθηκαν όπως έπρεπε στην πολιτική δωρεά.

 

Σχετικά θέματα:  

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 »


 

Λίγο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Ο Δ. Σιώτος δεξιά.

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ), οι Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 » του Γιώργου Κόνδη, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους ( Δαναού 26) το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 8.00 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο Αγαθοκλής Π. Παναγούλιας, Ιστορικός – Ερευνητής,

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Ιστορικός και ο Συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης.

Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο


 

Αλβανικό μέτωπο.

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά των ερευνητικών βιβλίων, που αφορούν κυρίως στην τοπική ιστορία και παράδοση,  των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε κρυμμένο στο μπαούλο του ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

« Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από τις οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά…».

Έτσι ξεκινάει η μακρά πορεία στο μέτωπο. Ο Δημήτριος Σιώτος με τα λιγοστά γράμματα της Δ΄ Δημοτικού καταγράφει το έπος της Αλβανίας με ένα πηγαίο λόγο, απλό και απέριττο. Η ιστορία του μπορεί να είναι η ιστορία κάθε στρατιώτη εκείνων των ημερών. Στις σελίδες του τετραδίου του, παρουσιάζονται οι κακουχίες και οι περιπέτειες ενός στρατού που κλήθηκε να υπερασπίσει την πατρίδα του σ’ έναν πόλεμο που κήρυξαν απροκάλυπτα οι δυνάμεις του άξονα.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Περιγράφοντας την πεζοπορία προς το μέτωπο, ο Δημήτριος Σιώτος κατορθώνει με την αμεσότητα και την απλότητα της γλώσσας να μας δώσει εξαιρετικές εικόνες μιας δραματικής έντασης και ενός απίστευτου βαθμού δυσκολίας που ενισχύει στα μάτια μας την αίσθηση ηρωισμού των μαχητών αυτών.

Ελληνοαλβανικά σύνορα. Χαιρετιστήριο από εξάδελφο του Γ. Νανόπουλου.

Αυτό το τετράδιο – που μέσα του έκλεινε τη νιότη του- ο Δημήτριος Σιώτος εμπιστεύθηκε στον Κοινωνιολόγο και Εκπαιδευτικό Γιώργο Κόνδη. Αυτός το παρέλαβε με χαρά και σεβασμό. Το Τετράδιο Πολέμου ήταν ο πυρήνας μιας σπουδαίας έρευνας, που σήμερα ο συγγραφέας μας παραδίδει εμπλουτισμένη με συνεντεύξεις και αφηγήσεις κι άλλων μαχητών, όπως του Γεωργίου Δ. Νανόπουλου από την Πυργέλα.

Επιχειρεί στο βιβλίο του να καταγράψει άγνωστες λεπτομέρειες και προσωπικές εμπειρίες των μαχητών του ’40 αναζητώντας πληροφορίες σε αρχεία, σε παλιά έγγραφα, σε δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου αλλά και επίσημα στοιχεία από τον Δήμο του Άργους. Αντιπαραβάλει σχετικά κείμενα σπουδαίων ποιητών και συγγραφέων όπως το « Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, οι συγκλονιστικές περιγραφές του Άγγελου Τερζάκη για τις μάχες που δόθηκαν για την κατάληψη της Κλεισούρας και Τεπελενίου κ.α.

« στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χωριό …τέλος. Στης 27/4/41 έφθασα στο σπίτη».

28/10/1940 – 27/4/41. Μια συγκλονιστική ιστορία ενός απλού ανθρώπου, ενός απλού μαχητή, που χώρεσε σε 70 σελίδες ενός απλού τετραδίου.

 

Read Full Post »

Όταν οι μικροί άνθρωποι γράφουν τη Μεγάλη Ιστορία: Τετράδιο Πολέμου 1940


 

Προδημοσίευση για το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου Γεωργίου Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

 

 «Εις τας 28/10/40 εκειρίχθη η επιστράτευση ημέρα Δευτέρα. Και στης 29/10/40 έφιγα για να πάο να καταταγώ. Αφού πήγα στο άργος στην πλατέα του αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκήνητο με άλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σοτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασείλειον Μπούριν…»

«… αφού είχε νιχτόση καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πίρε και ολονυχτίς τον δρόμο τη να έβλεπες το ένα μέρος και το άλο του δρόμου ήταν γεμάτο αυτοκίνητα εγγλέζικα τουμπαριζμένα και πόσα σηναντάγαμε και έφευγαν για την καλαμάτα έος το άργος που ήρθα στην 1 η όρα και 500 θα απαντήσαμε. Εντέλη στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χοριό στο σπίτι αλά ήταν όλη χομένη στης τρούπες από τους βονβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρίνο να τους συνγγεντρόσο να μαζευτούν στο σπήτη. Και τεληόνη το βίος του ελινοϊταλικού πολέμου. Τέλος».

 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Αρχή και τέλος ενός μέρους της Μεγάλης Ιστορίας, γραμμένη από έναν απλό άνθρωπο, τον Δημήτριο Ι. Σιώτο από τα Σταθέικα του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Η μαρτυρία για μια ένδοξη αλλά ξεχασμένη περίοδο της πάλης του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό και τον ολοκληρωτισμό, δεν αποτελεί απλά ιστορικό γεγονός ή καταγραφή πολεμικών συμβάντων.

Ξεπερνά τα όρια των μεγάλων ιστορικών γεγονότων και δίνει το λόγο στους πρωταγωνιστές, σ’ εκείνους που ξεκινώντας με το χαμόγελο στα χείλη, από την Καρυά, τα Σταθέικα, τη Φρουσούνα, το Άργος και το Ναύπλιο, το Λυγουριό, το Κρανίδι και τα γύρω χωριά, όπως και από ολόκληρη τη χώρα, έδιναν σώμα και ψυχή σ’ έναν αγώνα που έμελλε να τους κατατάξει στους καταλόγους των Ηρώων της Μεγάλης Ιστορίας. Με όπλα των βαλκανικών πολέμων, με ελάχιστη τροφή, χιλιάδες Έλληνες πατριώτες αντιμετώπισαν νικηφόρα έναν ιταλικό στρατό ασύγκριτα πιο ισχυρό και οργανωμένο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

  Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,

 Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος.  

 

 

Read Full Post »

Κόνδης Γεώργιος


 

Γεώργιος Κόνδης

Ο Γεώργιος Κόνδης είναι εκπαιδευτικός. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία. Είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν (Βέλγιο).

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, εργάστηκε στο Βέλγιο και εγκαταστάθηκε στην Αργολίδα το 1988. Συμμετέχει στη σύνταξη περιοδικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Βραβεύεται το 2005 από τη Γ.Γ. Επικοινωνίας/Ενημέρωσης για την έρευνα «Ο κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι».

Έχει ήδη παρουσιάσει σε Συνέδρια, Επιστημονικές Ημερίδες και περιοδικά κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες καθώς και αρχειακό υλικό σε Δημόσιες Εκθέσεις. Έχει αναλάβει πολλές παρουσιάσεις ατομικών και συλλογικών έργων. Έχει εκδώσει έξι μελέτες, έναν τουριστικό οδηγό και περισσότερες από είκοσι ερευνητικές εκθέσεις και επιστημονικές ανακοινώσεις σε συνέδρια.

Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και το ΑΤΕΙ Καλαμάτας ως Επιστημονικός Συνεργάτης και στην Εκπαίδευση Ενηλίκων ως Διευθυντής του ΣΔΕ Ναυπλίου. Σήμερα είναι Οργανωτικός Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πελοποννήσου.

 

Μερικές από τις μελέτες που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα:

 

  • «Από την Αυτοκρατορία στο Εθνικό Κράτος. Σχήματα πολιτικής έκφρασης και χώροι κοινωνικής οργάνωσης στην Ελλάδα (1760-1860)», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν, σειρά 395, Louvain la-Neuve, 2003.
  • «Από την εφημερίδα στο βιβλίο: Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα», εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2004.
  • «Τουριστικός Οδηγός Άργους», Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, 2008.
  • «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.
  • «Εμείς και οι Άλλοι. Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους-Ναυπλίου», στο: Δημήτριος Γ. Μαγριπλής (επιμ), «Πολιτισμός και διαφορετικότητα: Εμείς και άλλοι», εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2011.
  • Τετράδιο Πολέμου 1940, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2012.
  • Με τη ματιά στο χρόνο, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2013
  • «Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο», εκδ. Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2013.
  • «Εκπαιδευτικός εκσυγχρονισμός και πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα. Βήματα, ασυνέχειες και αντιθέσεις στην κατασκευή της έννοιας του ενεργού πολίτη», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016.
  • Παράδοση και πολιτισμός στην Περιφέρεια. Ο ρόλος των πολιτιστικών συλλόγων. 1 Το Λύκειο Ελληνίδων Άργους, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2017.
  • Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας, ρκδ. Δήμος Άργους-ΚΕΔΑΜ, Άργος, 2018.
  • Το Λύκειο των Ελληνίδων στην Αργολίδα. 50 χρόνια Λυκείου Ελληνίδων Άργους (1965-2015), εκδ. Δεδεβέση, Άργος, 2018.

Read Full Post »

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Read Full Post »

 

 

 

 

Εκδόσεις "Εκ Προοιμίου"

Read Full Post »