Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κόρινθος’

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο – Δημήτριος Ι. Μπάρτζης[1]


 

 

Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν Εμιροπούλες,

Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη.

 

-Αχ! πού ’σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;

Ήσουν κολόνα του Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

 

Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μες τα σαράγια.

Ένας παπάς σου τα ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

Κλαίει και η Κιαμήλαινα το δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.[2]

 

 

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι είναι γνωστό ως «Του Κιαμήλ Μπέη» και είναι αξιοσημείωτο, διότι αναφέρεται σε έναν ισχυρό Τούρκο του Μοριά και στα δεινά που υπέφερε από τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Η ειδική μνεία στα παλάτια του, δηλαδή το σεράι του, δείχνει πως αυτή η κατοικία πρέπει να ήταν οπωσδήποτε κάτι το ξεχωριστό από τον μέσο όρο της εποχής. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ανασύσταση της εικόνας αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου και της ζωής σε αυτό, μέσα από μαρτυρίες και απεικονίσεις περιηγητών του 19ου αιώνα.

 

Κιαμήλ Μπέης

 

Ο Κιαμήλ Μπέης γεννήθηκε το 1784 [3]. Γιος του Νουρή Μπέη, ήταν διοικητής του καζά της Κορίνθου από το 1815. Είχε υπό την εποπτεία του τις περιοχές Ισθμίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Πελλήνης, Φενεού, Στυμφαλίας, Επιδαυρίας, Τροιζήνας και εκτός της Πελοποννήσου τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων [4]. Συνολικά η κυριαρχία του εκτεινόταν σε 163 χωριά [5]. Καταγόταν από την οικογένεια των Απδίμ-Παγιάνων, μια εκ των ισχυρότερων της Πελοποννήσου, η οποία τοποθετήθηκε στη διοίκηση της Κορίνθου σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Βενετοκρατίας στο Μοριά (1717) [6]. Η περιοχή γνώρισε τότε πρωτοφανή άνθηση. Έγινε συστηματική εκμετάλλευση των καλλιεργειών, ιδίως ελαιόδεντρων [7] και συσσωρεύτηκε πολύς πλούτος. Φαίνεται δε ότι η καταπίεση του αγροτικού πληθυσμού δεν ήταν ανάλογη άλλων περιοχών [8]. Τα μέλη της οικογένειας ζούσαν πλουσιοπάροχα και το αξίωμά τους είχε γίνει σχεδόν κληρονομικό, αφού διοικούσαν επί σχεδόν έναν αιώνα την περιοχή [9].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Κιαμήλ Μπέης βρίσκεται στην Τριπολιτσά και μετά την κατάληψη της πόλης πιάνεται όμηρος από τους Έλληνες. Εκτελέστηκε από τον φρούραρχο Αχιλλέα Θεοδωρίδη στις 7 Ιουλίου 1822 στον Ακροκόρινθο, ενώ πλησίαζε η στρατιά του Δράμαλη.

 

Υποδοχή και φιλοξενία Ευρωπαίων από τους Μπέηδες της Κορίνθου

 

Πλήθος περιηγητών πέρασαν από το σεράι του Μπέη στην Κόρινθο. Οι μαρτυρίες για το κτήριο καθεαυτό είναι λιγοστές, αλλά συμπληρώνονται από αρκετές απεικονίσεις. Για τους ίδιους τους χρήστες του χώρου έχουμε όμως πολλές μαρτυρίες, οι οποίες φανερώνουν ένα τελετουργικό υποδοχής των ξένων στο παλάτι.

Ο Daniel Clarke, ευρισκόμενος στην Κόρινθο το Νοέμβριο του 1802, προσκλήθηκε από τον Νουρή Μπέη στο σερά [10]. Ακολουθήθηκε πιστά το τελετουργικό προσφοράς καφέ και καπνίσματος. Η κουβέντα όμως που ακολούθησε, ενώ ξεκίνησε κατά το τυπικό, με γενικές ερωτήσεις που αφορούσαν στα ταξίδια του, τελικά εκτράπηκε με ειρωνείες, σαρκασμούς και απαξίωση από μέρους του Μπέη. Ο Οθωμανός είχε εξοργιστεί που δεν του είχαν φέρει δώρα, αλλά είχαν την απαίτηση να αναλάβει την τροφή και διαμονή τους. Έφτασε λοιπόν να μην μπορεί να πειστεί ότι πρόκειται για «Άγγλους αφεντάδες, τζέντλεμεν», αλλά για ρακοσυλλέκτες, αφού τους βρήκε να μαζεύουν από σωρούς με μπάζα «κομμάτια από σπασμένα κατσαρόλια» [11].

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Ο Λόρδος Βύρων το 1810 είχε μάλλον μια ατυχή εμπειρία[12]. Κατατρεγμένος από ισχυρή καταιγίδα ζήτησε κατάλυμα στο σεράι και τον έδιωξαν. Ο ποιητής φανερά προσβεβλημένος συντάσσει ένα γράμμα διαμαρτυρίας προς τον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη. Εν τέλει ο Νουρή Μπέης δέχεται επίπληξη από τον Βελή Πασά της Τριπολιτσάς και εντέλεται να φέρεται φιλόξενα σε κάθε ταξιδιώτη, ενώ απαντά στον Βύρωνα με μια απολογητική επιστολή στα ελληνικά, η οποία ξεκίναγε με την προσφώνηση: «Εξοχότατε, εκπλαμπρότατε, πανευγενέστατε και επιπόθητέ μοι φίλε μηλιόρδ πυρόν, ακριβώς και φιλικώς χαιρετώ, και ερωτώ το ακριβόν μοι χατήρι σας»[13]. Αντίθετα ο γιος του, Κιαμήλ Μπέης, ευγενέστερη φυσιογνωμία, δέχεται με χαρά τους Ευρωπαίους περιηγητές.

Η μετέπειτα βασίλισσα της Αγγλίας Καρολίνα, το 1816 φτάνει στην Κόρινθο και χαίρει μεγάλης τελετής υποδοχής, παρουσία του Κιαμήλ Μπέη και όλων των αξιωματούχων του. Την περίμεναν έφιπποι έξω από την πόλη και τη συνόδεψαν με άγημα έως το παλάτι[14], όπου σειρά διαμερισμάτων είχε προετοιμαστεί για τη φιλοξενία της[15]. Αν και ο Μπέης εξέφρασε μια δυσαρέσκεια, που μια κυρία ταξίδευε ασυνόδευτη χωρίς κάποιο συγγενικό πρόσωπο μαζί της[16], εντούτοις φρόντισε η διαμονή της στο σεράι να είναι κατά το δυνατόν ευχάριστη και της απέδιδε τα σέβη του καθημερινά[17].

Τον John Galt υποδέχτηκε επίσης μια παρέλαση, την οποία όμως βρήκε ακριβή και άχρηστη, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την Κόρινθο μια ώρα αρχύτερα[18].

Η υποδοχή των επισκεπτών γινόταν κανονισμένα. Συνήθως από την προηγούμενη ημέρα οι ταξιδιώτες έστελναν κάποιον να αναγγείλει την άφιξή τους, μαζί με τα απαιτούμενα έγγραφα από τον Πασά. Ο Turner έχοντας το μπουγιουρντί από την Τριπολιτσά, αλλά και γράμμα του Νουρή Μπέη προς το γιο του, Κιαμήλ[19], γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Μπέης του προσφέρει όσα άλογα και άνδρες χρειαζόταν για συνοδεία, ανταλλάσουν νέα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιμπούκια[20].

Ο T.S. Hughes μας πληροφορεί το τι είναι τα δώρα[21]. Ο Νουρή Μπέης του ζητά ένα χρυσό ρολόι – άρεσαν στους Τούρκους και τα χρησιμοποιούσαν για διάκοσμο των οντάδων τους[22]-, ωστόσο αρκείται τελικά σε ένα μεγάλο καλό τηλεσκόπιο. Άλλοι φρόντιζαν να κρατούν το δώρο στα χέρια τους καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης με τον Μπέη, προκειμένου να εξασφαλίσουν το μπουγιουρντί που ζητούσαν[23]. Δώρα όμως έκανε και ο Μπέης. Στη σύζυγο του Λόρδου Έλγιν πρόσφερε μια εσάρπα και ένα κουτί ντυμένο με ύφασμα, διακοσμημένο με κεντήματα[24]. Ο Hughes εξηγεί πως η ανταλλαγή δώρων είναι τόσο κοινή πρακτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων[25]. Είναι δε ο μόνος τρόπος να εκπληρωθεί το οποιοδήποτε αίτημα προς τις αρχές. Όμως με συστατικά γράμματα ανά χείρας από τον Νουρή, έγινε δεκτός από τον Κιαμήλ στην Κόρινθο. Υπέβαλε τα σέβη του στο νεαρό άνδρα και έχαιρε εγκάρδιας υποδοχής. Ο Μπέης προθυμοποιήθηκε να του ετοιμάσει διαμερίσματα για να τον φιλοξενήσει, κάνοντας τον Hughes να μειδιάσει σκεπτόμενος, πως η παράδοση του Ξένιου Δία καλλιεργείται ακόμη σε αυτή τη χώρα[26].

 

Το παλάτι, όπως το είδαν και το έζησαν οι περιηγητές

 

Οι μαρτυρίες περιηγητών για το παλάτι του Κιαμήλ Μπέη αρκούνται σε γενικότητες θαυμασμού για την ειδυλλιακή τοποθεσία, τη γραφικότητα, την μεγαλοπρέπεια και την ανατολίτικη πολυτέλεια του κτηρίου[27]. Ο Gell θεωρεί πως το σπίτι του Νουρή Μπέη είναι καλύτερο από του Πασά στην Τριπολιτσά[28]. Ο Leake αναφέρει πως πρόκειται για ένα συγκρότημα κτηρίων εντός κλειστού περιβόλου[29], τέτοιας έκτασης, που χρειαζόταν κανείς μισή ώρα για να το διασχίσει[30] μέσα από τους κήπους του γεμάτους κυπαρίσσια[31] και λεμονοπορτοκαλιές. Αποτελούσε ουσιαστικά ακόμη ένα προάστιο της τότε αραιοδομημένης Κορίνθου[32], καταλαμβάνοντας το βορειοανατολικό άκρο της πόλης, επάνω σε ένα φυσικό άνδηρο με εποπτεία τον κάμπο της Βόχας και τον Κορινθιακό κόλπο.

Σε πανόραμα της Κορίνθου, σχεδιασμένου από τον Gell[33], γίνεται σαφής διάκριση του κτηριακού συγκροτήματος σε δύο κύριες ενότητες: Παλάτι του Μπέη (Σελαμλίκι) και Χαρέμι.

Το πρώτο καταλαμβάνει το δυτικό άκρο του υψιπέδου. Η σημαντικότερη μαρτυρία γι’ αυτό είναι του αρχιτέκτονα Joseph Woods. Έχοντας περιγράψει τις γενικές αρχές διάρθρωσης ενός τυπικού οθωμανικού σπιτιού[34], παραθέτει μια αναλυτική περιγραφή του σεραγιού του Μπέη στην Κόρινθο: «Το καλύτερο σπίτι το οποίο είδα, ήταν αυτό του μπέη στην Κόρινθο. Το κυρίως μέρος του κτηρίου είναι σχήματος Γ σε κάτοψη, δημιουργώντας δύο πλευρές τετραγώνου, ενώ στη γωνία υπάρχει κλιμακοστάσιο που οδηγεί στη στοά και τον κύριο όροφο. Αυτή η στοά δεν παραλείπεται ποτέ σε οποιοδήποτε αξιοπρεπές σπίτι. Είναι πάντοτε ξύλινη και τα κύρια δωμάτια ανοίγονται απευθείας σε αυτήν. Οι βεράντες μας φαίνεται να έχουν ως πρότυπο τη στοά, αλλά το μεγαλύτερο βάθος της, η προεξοχή της στέγης και οι διακοσμημένες μαρκίζες την καθιστούν κατά πολύ αποτελεσματικότερη. Η είσοδος στο παλάτι, όπως και στις άλλες κατοικίες, γίνεται μέσω προαυλίου, αλλά εξωτερικά οι τοίχοι ξεπροβάλλουν πάνω από τα απότομα βράχια, κάτω από τα οποία είναι οι κήποι. Το μέρος είναι ιδανικό, καθώς παρέχει εποπτεία του κάμπου και του Κορινθιακού. Κάτω από τη στοά, στο προαύλιο, είναι μια τοξοστοιχία, υποβασταζόμενη από κοντούς στρογγυλούς πέτρινους στύλους, οι οποίοι δεν έχουν αντιστοιχία με τους ξύλινους στύλους της υπερκείμενης στοάς. Οι τοίχοι της στοάς έχουν ζωγραφιστεί με διακοσμητικά στοιχεία, τα οποία όμως έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Πέρα από αυτά που περιγράψαμε, είναι μια σειρά γραφείων και πέρα από αυτά βρίσκονται τα διαμερίσματα των γυναικών (χαρέμι) που φυσικά είναι αόρατα» [35].

Η εικόνα μας για το κτήριο μπορεί να ολοκληρωθεί με τα δύο γνωστά σχέδια των Gell[36] και Hallerstein[37], τα οποία έρχονται σε απόλυτη αντιστοιχία με τη γραπτή περιγραφή του Woods (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ. 1α: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Εικ. 1β: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Κι αν από τα παραπάνω σχέδια λείπουν οι ανθρώπινες φιγούρες, ο Γάλλος ποιητής Pierre Lebrun, κάνει πλήρη, γεμάτη ενάργεια ανασύσταση της ζωής στο παλάτι μέσα από τη γλαφυρότατη περιγραφή της επίσκεψής του εκεί: «Τον Κιαμήλ Μπέη τον είδα μόνο μια φορά και πέρασα μαζί του μόλις μια ώρα. […] Ήταν νύχτα, στην εποχή που είχαν ραμαζάνι. […] Έφθασα στο παλάτι. Μια αχανής αυλή, όπου πρωτομπήκα, φωτιζόταν από μια μεγάλη φλόγα από πευκόξυλα, που έκαιγε. Ήταν σαν ένα καμινέτο, μια πυρά υψωμένη στο κέντρο με ένα παλούκι. Η φλόγα, κίτρινη και απαλή παρείχε διαύγεια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι μου επέτρεψε να δω άλογα δεμένα, φρουρούς και ποικίλες ομάδες ατόμων που περίμεναν ακρόαση, ενώ ακουγόταν θόρυβος από νερό.

Μια φαρδιά σκάλα οδηγεί στη στοά. Βρέθηκα στη μέση ενός πλήθους από αξιωματούχους, υπηρέτες, διερμηνείς να πηγαινοέρχονται. Έμπαιναν, έβγαιναν, εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, χωρίς σταματημό. Πείστηκα λοιπόν ότι ο κόσμος μέσα σε ένα ανατολίτικο παλάτι, όπως ακριβώς σε ένα ευρωπαϊκό, είναι συνεχώς απασχολημένος με μικροπράγματα.

Οι αίθουσες ανοίγονταν σε αυτή τη στοά, φωτισμένες από το εσωτερικό τους και ήταν όλες γεμάτες. Μερικές καταλαμβάνονταν από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς του Μπέη, άλλες από λιγότερο σημαντικά στελέχη, εδώ συνάνταγες δερβίσηδες, εκεί στρατιώτες, αλλού γραμματείς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονταν σε ντιβάνια, τοποθετημένα γύρω σε κάθε αίθουσα. Η όλη ακινησία τους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πανικό που γινόταν στη στοά. Όλοι κάπνιζαν με αξιοπρέπεια, ατάραχοι μέσα σε απόλυτη ψυχραιμία, εκτός από τους δερβίσηδες. Αυτοί φαίνονταν να τους κινεί μια παράξενη ευθυμία. […]

Βιαστικός όπως ήμουν για να εξασφαλίσω ένα μπουγιουρντί, διέκοψα τις παρατηρήσεις των αξιωματούχων του, που με κράτησαν στην πόρτα της εξοχότητάς του. Μου έλεγαν να περιμένω. Πότε γιατί ο Μπέης γευμάτιζε, πότε επειδή είχαν έρθει πραματευτές. Απελπίστηκα, οπότε τους παραμέρισα, σήκωσα την κουρτίνα της πόρτας και βρέθηκα μπροστά στον Μπέη.

Στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας πλούσια διακοσμημένης, πάνω σε ένα βάθρο σκεπασμένο με ψάθες ήταν τοποθετημένα τρία κηροπήγια, σαν αυτά των εκκλησιών, τοποθετημένα χάμω, ενώ ένας σκλάβος ερχόταν αραιά και που για να τα ξεφυτιλίσει τα τεράστια κεριά. Ένας άνδρας 36 ως 40 χρονών, με όμορφο και σοβαρό πρόσωπο, ήταν ξαπλωμένος με τα πόδια σταυρωμένα σε ένα ντιβάνι στο βάθος της αίθουσας. Ήταν ο Κιαμήλ. Όλοι τριγύρω κάπνιζαν και τον κοιτάγαμε σιωπηλά να καπνίζει και αυτός. Ήταν σαν μια παγόδα που ανέδιδε λιβάνι στον ίδιο τον εαυτό της. Στο ντιβάνι αριστερά του Μπέη δυο αξιωματικοί κάθονταν σε μια σεβαστή απόσταση, ενώ στη βάση της εξέδρας μερικοί αξιωματούχοι και μια ομάδα Έλληνες συνωστίζονταν εμποδίζοντας την είσοδο. Ξεφύτρωσα λοιπόν ανάμεσά τους και διέκοψα τη σιωπή της συγκέντρωσης αυτής. […]

Ξαφνιασμένος ο Μπέης ρώτησε τι ήθελα, ποιος ήμουν, από πού ερχόμουν, πού πήγαινα… Σε κάθε απάντηση του διερμηνέα μου, με κοίταγε με μια ευγενική προσοχή. Έπειτα μου έκανε νόημα να ανέβω [τα σκαλοπάτια] και να κάτσω στο ντιβάνι δίπλα του. Ένας σκλάβος μου έφερε τον καφέ και επικράτησε πάλι σιωπή. Έγινα λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου μέλος αυτής της βουβής σκηνής, της οποίας την ηρεμία είχα διακόψει μπαίνοντας πριν. […]

Μια μικρή περίσταση […] με έπεισε ότι παρ’ όλες τις συνήθειες που κληρονόμησε από τον τούρκικο δεσποτισμό, ο Κιαμήλ είχε διατηρήσει μια απέχθεια για τον εξευτελισμό του ανθρώπου ενώπιον της εξουσίας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέκρουσε την ταπείνωση ενός ανθρώπου που ήρθε ικετεύοντας δίπλα του. Είχε ανέβει στην εξέδρα, προσκύνησε μπροστά στον Μπέη και ετοιμαζόταν να του φιλήσει τα πόδια. Ο Κιαμήλ, χωρίς να χάνει τη σοβαρότητά του, τράβηξε ξαφνικά τα πόδια του κάτω από τη φορεσιά του και άφησε τον κακόμοιρο ντροπιασμένο και σαστισμένο […]»[38].

 

Μαρτυρίες για το χαρέμι

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα τυπικό οθωμανικό σπίτι χωριζόταν σε ανδρώνα (selamlik) και γυναικωνίτη (haremlik) [39]. Στην περίπτωση των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, το χαρέμι είναι ένα ανεξάρτητο κτήριο [40], το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του περιβόλου, έρχεται σχεδόν στο χείλος του βραχώδους ανδήρου (Εικ. 2) και περιτοιχίζεται από υψηλή μάντρα, που το αποκόπτει οπτικά από το υπόλοιπο σύνολο [41].

 

Εικ.2: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της βορειοδυτικής όψης με βάση σχέδιο του Gell. Κλίμακα 1:500.

 

Ο χρονικογράφος της Καρολίνας αναφέρει πως οι σύζυγοι του Κιαμήλ Μπέη δεν ήταν αναρίθμητες[42], αλλά ομορφότερες από άλλες που είχαν δει[43] και προσθέτει κάτι αξιοσημείωτο: Ο Κιαμήλ είχε παντρευτεί λίγα χρόνια πριν μια όμορφη χωρική, της φερόταν με σεβασμό και ουσιαστικά σχετιζόταν μόνο με αυτήν έκτοτε, ενώ την παρουσίαζε ως τη μοναδική σύζυγό του[44]. Ωστόσο στο χαρέμι ζούσαν τόσο οι γυναίκες του Νουρή Μπέη[45], όσο και αυτές του αδελφού του, Μπεκήρ Αγά[46]. Κάποιος περιηγητής θεώρησε ότι αυτές οι γυναίκες ήταν θαμμένες ζωντανές στο σεράι[47]. Μιλώντας τους όμως εξεπλάγη, διότι τον διαβεβαίωσαν πως είναι πολύ ευτυχισμένες και δε σκέφτονταν ποτέ τον έξω κόσμο, ούτε το τι συνέβαινε σε αυτόν. Οι ψηλές μάντρες εξασφάλιζαν ότι κανένα γεγονός δε θα εξάψει τη φαντασία τους και έτσι, υποστήριζαν, ήταν ευτυχισμένες. Λίγες ήξεραν γραφή και ανάγνωση, αλλά το μεγάλο δεινό τους ήταν άλλο: «Το μεγάλο μας βάσανο, αυτό που κάτι φορές προκαλεί τρομακτικές συνέπειες ανάμεσά μας, είναι η ζήλεια. Όποτε βλέπαμε τον Μπέη να τον έλκει κάποια περισσότερο από τις υπόλοιπες, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά, μας καταβρόχθιζε η οργή και το μίσος και κάποιες φορές θα είχαμε αλληλοσκοτωθεί, εάν δεν μας περικύκλωναν οι φρουροί»[48].

Από το παλάτι έφευγαν μόνο για να επισκεφτούν τα άλλα ενδιαιτήματα των κυρίων τους στην εξοχή. Η μεταφορά τους γινόταν «μέσα σε καλυμμένα κουτιά, ανά δύο δεμένα με σχοινιά στο σαμάρι ενός μουλαριού, σαν τα καλάθια που κρεμάνε οι γύφτοι στα ζώα. Στο κάθε κουτί καθόταν μια γυναίκα, ενώ κουρτίνες από πορφυρό ύφασμα εμπόδιζαν τους περαστικούς από το να τις δουν»[49]. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1818) φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό άμαξες[50].

Ξεχωριστό γεγονός για τις γυναίκες του χαρεμιού πρέπει να ήταν η επίσκεψη της Λαίδης Έλγιν το 1802: Ύστερα από παρακάλια στον ευνούχο, τον έπεισαν να τη φωνάξει. Αυτή όμως δε θέλησε να πάει, διότι δεν είχε μαζί της δραγουμάνο (διερμηνέα), αλλά τελικά υποχώρησε. «Την υποδέχτηκαν με πολλή θέρμη. Την περιέλουσαν με ροδόνερο, κάτι που μάλλον την αιφνιδίασε, μετά την αρωμάτισαν και στη συνέχεια μια γυναίκα πεσμένη στα γόνατα της προσέφερε εκλεκτά γλυκίσματα, νερό και καφέ. Με τις τρεις τέσσερις λέξεις τουρκικές που γνώριζε η κυρία Έλγιν, υποβοηθούμενη από νεύματα των χεριών και των ματιών, κατάφερε τελικά να περάσει είκοσι λεπτά μαζί τους. Όταν πλέον σηκώθηκε για να φύγει, η «Μεγάλη γυναίκα» του Νουρή Μπέη, όπως την κατονομάζουν, την συνόδεψε ως την κορυφή της σκάλας, ενώ δυο γυναίκες την κράτησαν από τα μπράτσα αγκαζέ και την οδήγησαν στην πόρτα»[51]. Φαίνεται λοιπόν πως ακολουθείται ένα τελετουργικό υποδοχής που ομοιάζει με αυτό των ανδρών, ενώ συνάγεται η ύπαρξη χαγιατιού και στο χαρέμι και μια πυλίδα που οδηγεί στο υπόλοιπο σεράι.

Οκτώ χρόνια αργότερα οι γυναίκες του χαρεμιού θα συναναστραφούν με τη Λαίδη Hester. Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε θέμα ελαιογραφίας ρομαντικού οριενταλισμού. Αυτό όμως που δε γνώριζαν ήταν, πως τη συνάντηση παρακολουθούσαν κρυφά οι άνδρες ακόλουθοι της Hester, κρυμμένοι στη μουσάντρα: «… οι κοπέλες γρήγορα απέκτησαν οικειότητα με τη λαίδη Hester. Ξεσκέπασαν τα πρόσωπά τους αλλά με μελετημένη χάρη, ώστε να δείχνουν το σώμα τους, τα κοσμήματά τους. Η συζήτηση διεξαγόταν με νοήματα και χειρονομίες. Επίσης άρχισαν να εξετάζουν το φόρεμα της λαίδης Hester και να το συγκρίνουν με τα δικά τους. Μη γνωρίζοντας ότι τις παρακολουθούν μάτια ανδρών, γύμνωσαν τα πόδια και το στήθος τους. Στο τέλος απαλλάξαμε τη λαίδη Hester από τη δυσάρεστη θέση που είχε βρεθεί άθελά της, μ’ ένα πνιχτό γέλιο που πανικόβαλε τις μουσουλμάνες. Ξαναφορώντας τα πέπλα και τους φερετζέδες έπνιξαν την ευθυμία τους αμέσως…»[52].

Ένα ζήτημα που δημιουργεί σύγχυση είναι ο συσχετισμός των χαρεμιών με την πηγή νερού ακριβώς κάτω από τα παλάτια, στη ρίζα του βράχου. Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο φαίνεται να εμφανίζεται πρώτη φορά στην Επανάσταση[53], για να γενικευτεί από το 1834 και μετά[54]. Οι ποικίλες περιγραφές περιηγητών, πιθανότατα όλες αποκυήματα φαντασίας, αναπαράγουν σκηνές μακαριότητας του Μπέη σε αυτά τα λουτρά περιστοιχισμένου από τις οδαλίσκες του χαρεμιού.

Το δροσερό αυτό μέρος (μια όαση το θέρος) μαζί με τους γύρω κήπους, αποδίδεται εν πολλοίς στο χαρέμι[55]. Μόνο ο Πουκεβίλ άκουσε να αναφέρονται σε αυτόν τον τόπο με το όνομα «souhamam»[56]. Ο χώρος πιθανόν λειτουργούσε και ως υπαίθριο λουτρό, πράγμα που δικαιολογεί έναν επιμήκη τοίχο που ανέσκαψε ο Robinson και χρησίμευε, όπως υποστηρίζει, για να ορίζει αφενός το χώρο της πηγής και να προστατεύει αφετέρου από τα βλέμματα των χωρικών τα μέλη του νοικοκυριού του παλατιού που κατέβαιναν εκεί για να πάρουν νερό ή να πλυθούν[57]. Επομένως, ο ανασκαφέας, λαμβάνοντας υπόψη του την παράδοση, που σχετίζει την Κόρινθο με την θεά της ομορφιάς, θεωρεί προφανές πως ο χαρακτηρισμός του χώρου ως «Λουτρών της Αφροδίτης» οφείλεται στη χρήση του από τις γυναίκες του χαρεμιού του Μπέη. Οπωσδήποτε η μετεπαναστατική ζώσα μνήμη των Κορίνθιων πρέπει να διέσωσε έναν απόηχο, μιας περιστασιακής ίσως χρήσης του χώρου από τις γυναίκες, ίσως τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο συσχετισμός της πηγής με το χαρέμι, ως ομάδας ατόμων καταλήγει σε λογικό συμπέρασμα. Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε το ίδιο για το κτήριο, το οποίο βρίσκεται αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα στα ανατολικά, συνεπώς δε μπορεί να έχει καμία σχέση με το καλούμενο λουτρό της Αφροδίτης στα δυτικά.

 

Τα κατάλοιπα των παλατιών μετά την καταστροφή τους

 

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη κάηκαν από τον Παπαφλέσσα στις 23 Απριλίου 1821[58]. Σημαντικό μέρος τους πρέπει να σώθηκε σε χαλάσματα, όπως συνάγεται από μαρτυρία του Ludwig Ross, που τα βρίσκει άδεια, εθνική πλέον περιουσία[59]. Αντίθετα ο Anderson υποστηρίζει πως είναι ισοπεδωμένα[60]. Στα μέσα του 19ου αιώνα η περιοχή συνεχίζει να είναι ένας ερειπιώνας, με το μόνο πράγμα που φαίνεται να σώζεται να είναι ένας πύργος με την ονομασία «του Κιαμήλ Μπέη»[61]. Ο ισχυρός σεισμός του 1858 και οι συνεχείς αρόσεις του χώρου οδήγησαν στο να μη σώζεται σήμερα σχεδόν τίποτα πέρα από κάποια θεμέλια τοίχων, ένα ερειπωμένο λουτρό και μια επιμελημένη λίθινη κλίμακα που οδηγεί στα «Λουτρά της Αφροδίτης». Ο Robinson στις δοκιμαστικές τομές που έσκαψε, βρήκε ίχνη της μεγάλης αυλής, στρωμένης με κροκάλες και τα θεμέλια της δυτικής πτέρυγας του παλατιού[62].

Πολύτιμα για την ταύτιση των καταλοίπων του παλατιού είναι δυο πολεοδομικά σχέδια της Κορίνθου εκπονημένα ανεξάρτητα από τους Peytier (1829)[63] και Abelé (για λογαριασμό του Schaubert το 1833)[64]. Ο συνδυασμός τους μας παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για τη διάρθρωση του οικοδομικού συγκροτήματος.

Ο Γάλλος πολεοδόμος Peytier στο σχέδιό του δίνει σαφή τα όρια του περιβόλου της ιδιοκτησίας του Μπέη και σημειώνει τρία κτήρια ιστάμενα εντός του: Δύο λουτρά και έναν πύργο[65], τα οποία απεικονίζει ο Du Moncel με λεπτομέρεια σε δύο πίνακές του[66], οι οποίοι συνθέτουν ένα ευρύ πανόραμα (Εικ. 3).

 

Εικ. 3: Συναρμογή δύο πινάκων του Du Moncel σε ένα ενιαίο πανόραμα. Στο μέσον ο σωζόμενος πύργος πλαισιωμένος από δύο λουτρά, τα μόνα ιστάμενα κτήρια από το συγκρότημα του Μπέη το 1843. Σήμερα σώζεται ερειπωμένο μόνο το λουτρό στα δεξιά.

 

Τα παραπάνω εντοπίζονται εύκολα στο σχέδιο του Abelé, στο οποίο σημειώνονται τα περιγράμματα όλων των κτηρίων του συγκροτήματος μαζί με τους μεσότοιχούς τους και τις μάντρες των επί μέρους αυλών (Εικ. 4).

 

Εικ.4: Γραφική αποκατάσταση του οικοδομικού συγκροτήματος του Μπέη και υπέρθεσή του σε δορυφορική λήψη του 2016. Τα κατάλοιπα των κυριώτερων κτηρίων βρίσκονται θαμμένα σε αδόμητα αγροτεμάχια. 1) Πλατεία μπροστά από το μεγάλο τζαμί του Κάτω Μαχαλά, με δύο μεγάλες κρήνες. 2) Η κύρια πύλη εισόδου. 3) Σελαμλίκι, όπου γινόταν επίσης η υποδοχή των Ευρωπαίων περιηγητών. 4) Χαρέμι, 5) Πύργος με οχυρωματικά χαρακτηριστικά. 6) Πύργος που λειτουργούσε ως μπελβεντέρε. 7) Βενετικές οχυρωματικές κατασκευές. 8) Λουτρά. 9) Λουτρά Αφροδίτης. Κλίμακα 1:2000.

 

Γραφική αποκατάσταση συγκροτήματος

 

Τρεις βασικοί δρόμοι της Κορίνθου οδηγούσαν από το κέντρο του οικισμού (Παζάρι) σε ένα πλάτωμα, μπροστά από το μεγάλο τζαμί του μαχαλά «του Μπέη». Ο χώρος αυτός, πλαισιωμένος με δύο κρήνες[67], είχε ως βόρειο και δυτικό όριο τον περίβολο του συγκροτήματος των παλατιών και εκεί πρέπει να βρισκόταν η είσοδος[68] προς την κεντρική λιθόστρωτη[69]αυλή.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το οικοδομικό συγκρότημα απαρτίζεται από δύο κύριες ενότητες, το σελαμλίκι και το χαρέμι, τα οποία συνοδεύονται από βοηθητικά κτίσματα. Το κυρίως κτήριο κάθε ενότητας έχει σχήμα ισοσκελούς Γ σε κάτοψη και αναπτύσσεται κατά μήκος του χείλους του υψιπέδου. Η χωροθέτησή τους αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα, ενδεχομένως εξαρτήθηκε από προϋπάρχουσες[70] αντιστηρίξεις του απότομου, βραχώδους πρανούς, καθώς έτσι εξασφαλιζόταν η ευστάθεια του εδάφους θεμελίωσης και απρόσκοπτη εποπτεία του Κορινθιακού κόλπου. Μεταξύ των δύο ενοτήτων ορθώνονταν δύο πύργοι, με διαφορετική χρήση ο καθένας.

Με βάση τις γραπτές μαρτυρίες και τις απεικονίσεις περιηγητών, είναι φανερό πως το σελαμλίκι φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά των πλούσιων αρχοντικών της οθωμανικής εποχής: Οντάδες σε παράθεση ανοίγονται προς ένα ευρύχωρο χαγιάτι και η περίπτωση που εξετάζουμε ανήκει στον τύπο σπιτιού με «εξωτερικό σοφά» κατά S.H. Eldem[71]. Η γραφική αποκατάσταση που προτείνεται για κάθε κτήριο βασίστηκε για το περίγραμμα της κάτοψης και των γενικών διαστάσεων στο σχέδιοAbelé. Ο αριθμός των οντάδων και η διάταξή τους στην κάτοψη, συνεπώς και η διάρθρωση των όψεων, βασίστηκε στα διαθέσιμα σχέδια και χαρακτικά περιηγητών[72]. Τα μεγέθη προσεγγίστηκαν με βάση τον οθωμανικό τεκτονικό πήχη[73] τιμής 76.4 εκ[74].

Τα στοιχεία για την μια σχετικά ασφαλή αποκατάσταση της κατοικίας του Μπέη είναι αρκετά[75]. Το κτήριο αποτελείται από δύο πτέρυγες κάθετες μεταξύ τους, μήκους περίπου 52 μ. η δυτική και περίπου 47 μ. η βόρεια, στις οποίες είναι εφικτή η ύπαρξη δώδεκα οντάδων, αριθμός που φανερώνει το πρωτοφανές μέγεθος του οικοδομήματος[76] (Εικ. 5).

 

Εικ.5: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Δύο μεγάλοι οντάδες με σαχνισιά που ξεχωρίζουν στη βόρεια όψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώροι ακροάσεων του Μπέη (Εικ. 6). Ιδιαίτερη είναι επίσης η μορφή της σκάλας, στη συμβολή των δύο πτερύγων, με δύο σκέλη να οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις[77] (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ.6: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Η σκάλα απόληγε σε δύο πλατύσκαλα που έβαιναν στο χαγιάτι, ενώ αμέσως πλάι σε αυτά υπήρχε από ένα μικρό κιόσκι. Στο κτήριο υπήρχε επίσης ενσωματωμένο χαμάμ, το μόνο σωζόμενο έως σήμερα κατάλοιπο από τα παλάτια. Τέλος, κοντά στο νότιο άκρο της δυτικής πτέρυγας βρισκόταν η μνημειακή κλίμακα καθόδου στα «Λουτρά της Αφροδίτης» (Εικ. 7).

 

Εικ.7: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση δυτικής όψης. Δεξιά η μνημειακή κλίμακα προς τα λουτρά της Αφροδίτης. Κλίμακα 1:500. Yπόβαθρο σχεδίασης από Ι. Τραυλό στο ROBINSON 1962, 129, εικ.9.

 

Σε σχετική γειτνίαση με το σελαμλίκι υπήρχε πύργος με ξύλινο όροφο σε προεξοχή[78] και το πιθανότερο ήταν κάποιου είδους μπελβεντέρε. (Εικ. 8). Η ταύτισή του στο σχέδιο Abelé είναι η πιο επισφαλής. Η θέση που προτείνεται εδώ βασίστηκε σε απεικονίσεις, στις οποίες εμφανίζονται κολλητά σε αυτόν άλλα χαμηλότερα κτήρια[79].

 

Εικ.8: Πύργος-Μπελβεντέρε: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το χαρέμι είναι ένα κτήριο σχήματος Γ σε κάτοψη με άνισα σκέλη, με γενικές διαστάσεις 46.5 Χ 27 μ., διαθέτει δικό του περίβολο αλλά και τειχισμένη αυλή. Η βόρεια πτέρυγα έχει ένα ιδιόμορφο περίγραμμα, με τέσσερις εσοχές[80], που δεν αποκλείεται να αποτελεί αποτέλεσμα προσαρμογής στο περίγραμμα προϋφιστάμενου τείχους, το οποίο αντιστήριζε ταυτόχρονα το απότομο πρανές (Εικ. 9).

 

Εικ.9: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο στο χαρέμι είναι ένας ψηλός και ογκώδης πύργος-μπελβεντέρε, προσαρτημένος στο κύριο σώμα του κτηρίου[81], ωστόσο δε φέρει καθόλου οχυρωματικά χαρακτηριστικά, όπως σε άλλα αντίστοιχα παραδείγματα[82], αποτελώντας μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, τόσο από άποψη χωροθέτησής του στο κτήριο, όσο και για τη χρήση του (Εικ. 10).

 

Εικ.10: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το κτήριο αποκαθίσταται, τουλάχιστον όσον αφορά στην κάτοψή του με μεγάλη επιφύλαξη και παραδοχές, έχοντας επτά οντάδες. Η ύπαρξη χαγιατιού είναι βέβαιη, ενώ πρέπει να στηριζόταν σε τοξωτή κιονοστοιχία[83]. Το λουτρό των γυναικών (Εικ. 3) ήταν αυτοτελές κτίσμα τειχισμένο με μάντρα και επικοινωνούσε με την αυλή του χαρεμιού[84].

Τέλος θα πρέπει να γίνει αναφορά στον πύργο με οχυρωματικά χαρακτηριστικά, το πρωιμότερο ίσως κτήριο του συγκροτήματος (Εικ. 11). Λόγω στιβαρής κατασκευής σωζόταν τουλάχιστον μέχρι το 1874[85] σε ερειπωμένη μορφή[86]. Η θέση του στο συγκρότημα ταυτίζεται με ασφάλεια, καθώς έχει σημειωθεί από τον Peytier, ενώ ο Du Moncel απεικονίζει με ευκρίνεια βασικά χαρακτηριστικά του, όπως η υπερυψωμένη είσοδος με καταχύστρα, η πρόσβαση σε αυτή με λίθινη κλίμακα, η οποία όμως δεν ακουμπούσε στον τοίχο[87]. Μόνο στον τελευταίο όροφο υπήρχε σε κάθε όψη από ένα ζεύγος παραθύρων με μικρούς φεγγίτες.

 

Εικ.11: Πύργος: Γραφική αποκατάσταση βόρειας και δυτικής όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι γραφικές αποκαταστάσεις, που προτείνονται στην παρούσα εργασία, βασίστηκαν αποκλειστικά σε σχέδια του 19ου αιώνα και όχι σε επί τόπου μετρήσεις όσων καταλοίπων διακρίνονται ακόμη. Στόχος ήταν να φανεί έστω και προσεγγιστικά η μορφή και το μέγεθος αυτού του πρωτοφανούς – ίσως μοναδικού για τη Νότια Ελλάδα – κτηριακού συνόλου της οθωμανικής εποχής. Για ασφαλέστερα συμπεράσματα απαιτείται πρωτίστως η εκπόνηση με ακρίβεια ενός τοπογραφικού με τα ορατά κατάλοιπα κτηρίων. Για ό,τι ενδεχομένως σώζεται θαμμένο, ίσως μπορεί να εντοπιστεί χωρίς ανασκαφή, με συνδυασμό μεθόδων δορυφορικής τηλεπισκόπησης και γεωφυσικών διασκοπήσεων εδάφους. Σε κάθε περίπτωση τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη απαιτούν επί τόπου ενδελεχή μελέτη, συνεπώς το θέμα θεωρείται πως παραμένει ανοιχτό προς έρευνα στο μέλλον.

 

Υποθέσεις για τις απαρχές του συγκροτήματος

 

Ένα πολυγωνικό πρόχωμα δυτικά των παλατιών, το οποίο δείχνει ο Peytier στο χάρτη του[88], ταυτίζεται σε δύο χάρτες της βενετοκρατίας[89], συνεπώς μπορούμε με σχετική ασφάλεια να συσχετίσουμε το χώρο των παλατιών του Μπέη με ακόμη ένα οχυρό σημείο των Βενετσιάνων, που αποτελούσε τμήμα ευρύτερης άμυνας του οικισμού της Κορίνθου. Η οχύρωση ξεκινούσε από το λιμάνι του Λεχαίου και έφτανε έως τα νοτιοανατολικά της πόλης, κοντά στον Ακροκόρινθο, στο μεγάλο φρούριο – ανάχωμα. Στο χάρτη του Morosini το 1687[90] βλέπουμε στην ίδια θέση με τα παλάτια του Μπέη μια ομάδα σπιτιών, μάλλον τειχισμένων με περίβολο, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν το νερό της κρήνης για το πότισμα των καλλιεργειών τους[91]. Αυτός ο μικρός οικιστικός θύλακας, προϊόν του μηχανισμού επανοικισμού της Κορίνθου στις αρχές του 17ου αιώνα[92], θα μπορούσε να έχει την μορφή που μας δίνει ο Bernard Randolf, σε απεικόνιση της Κορίνθου[93]. Ίσως ακόμη ο ένας από τους δύο πύργος να υψωνόταν από τότε εκεί και να ταυτίζεται με παρόμοιες κατασκευές που περιγράφει ο περιηγητής ως προσωρινά ενδιαιτήματα Οθωμανών στις εξοχές, έξω από τα φρούρια[94] (Εικ. 8).

Οι Βενετοί στη συνέχεια φαίνεται πως αξιοποίησαν το φυσικό άνδηρο και το μετέτρεψαν σε προμαχώνα. Η γεωμορφολογία εκεί δημιουργεί ουσιαστικά μια φυσική οχύρωση, με το μεγάλο πλεονέκτημα της παροχής νερού ακριβώς από κάτω. Το επιχείρημα ενισχύει το γεγονός, ότι σε ικανό ποσοστό τα πρανή ή ο βράχος έχουν επενδυθεί ή αντιστηριχτεί κατά περίπτωση με λιθοδομή, ομοιάζοντας έτσι με προμαχώνα. Όπως υποστηρίζει ο Bon αυτή η κατασκευή (talus, όπως την αποκαλεί) δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο αν αποτελεί τμήμα βενετικής οχύρωσης[95] (Εικ. 7), ενώ φαίνεται να είναι ίδιας τεχνικής με άλλα οχυρωματικά έργα Βενετών στην ευρύτερη περιοχή[96]. Η επιμελημένη λίθινη κλίμακα, που οδηγεί στα «λουτρά της Αφροδίτης», θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί μέρος του ίδιου Βενετικού προγράμματος οχύρωσης[97].

Πάντως δεν αποκλείεται οι Βενετοί να αξιοποίησαν κάποιες υφιστάμενες κτηριακές ενότητες και υποδομές πάνω στο υψίπεδο, για τη γρήγορη μετατροπή τους σε αμυντικό συγκρότημα και στη συνέχεια πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οι πρόγονοι του Νουρή Μπέη οικοδόμησαν σταδιακά τα παλάτια.

Ωστόσο ο χάρτης του Morosini δεν έχει ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιου πλούσιου οικοδομήματος σε αυτή τη θέση πριν το 1687. Το παλάτι ή σπίτι του τότε διοικητή της Κορίνθου θα πρέπει να αναζητηθεί στον Ακροκόρινθο ή στην περιοχή κοντά στο παζάρι. Εκεί ανασκαφές έφεραν στο φως ευρήματα, τα οποία συνθέτουν ένα συγκρότημα κατοικίας προορισμένης για Οθωμανό υψηλό αξιωματούχο[98]. Επίσης σε απεικόνιση με την κατάληψη της Κορίνθου από τους Βενετούς, σημειώνεται πάνω από ένα κτήριο: «το φλεγόμενο παλάτι του Σερασκέρη»[99], στο κέντρο της πόλης δίπλα στο τζαμί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, επομένως το νωρίτερο που μπορεί να αναχθεί η κατασκευή των παλατιών του Μπέη είναι το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την οριστική αποχώρηση των Βενετών το 1715. Η παλαιότερη γνωστή αναφορά σε αυτά γίνεται το 1749 από τον James Caulfeild Charlemont[100]: «Η Κόρινθος έχει ελαττωθεί σε πολλά μικρά χωριά και όλα μαζί αποτελούν την πόλη. Ένα από τα μεγαλύτερα χωριά το έχει καταλάβει ο Μπέης». Το ότι ο Μπέης έχει καταλάβει το μεγαλύτερο προάστιο της Κορίνθου, φανερώνει πως το οικοδομικό συγκρότημα του παλατιού ήταν σε πλήρη έκταση ή έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η πρωιμότερες γνωστές απεικονίσεις της κατοικίας του Μπέη είναι του Ferdinand Bauer το 1786[101]. Το συγκρότημα είναι πλήρως τειχισμένο, διακρίνεται ο πύργος, το σεράι αλλά και το χαρέμι. Με τα δεδομένα τα χρονολογικά termina λοιπόν, τα παλάτια του Μπέη χτίστηκαν την περίοδο που χαρακτηρίζεται ως «Tulip Period» (1703-1730)[102] και με την πάροδο του χρόνου ενδεχομένως διανθίστηκαν από στοιχεία Τουρκομπαρόκ (1730-1803), τα οποία όμως, όπως και σε άλλες περιοχές, μάλλον περιορίζονταν στον διάκοσμο[103] ή στην ιδιαίτερη μορφή του κλιμακοστάσιου που οδηγούσε στο χαγιάτι (Εικ. 1α, 1β).

Επίλογος

 

Η εκτεταμένη κατοικία του Κιαμήλ Μπέη, όπως και άλλα αντίστοιχα κονάκια της οθωμανικής διοικητικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας, που δεν υπάρχουν πια, αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση στην οικοδόμηση αρχοντικών, καθώς «μεταφέρουν τον απόηχο της τελευταίας λέξης της αστικής αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας»[104]. Τα παλάτια των Μπέηδων ενδεχομένως αποτέλεσαν πρότυπο με ακτινοβολία πολύ πέραν των στενών ορίων της Κορίνθου και να έδωσαν σαφές στίγμα τουλάχιστον στην ανέγερση των πλούσιων αστικών σπιτιών της Πελοποννήσου[105].

Τέλος ας σημειωθεί πως τόσο τα παλάτια ως κτήριο, όσο και η ζωή σε αυτά, αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στην οθωμανική Κόρινθο. Η πόλη στην πλειονότητά της αποτελείται κυρίως από φτωχά ισόγεια καλύβια, φτιαγμένα από πλιθιά, ενώ ο περισσότερος πληθυσμός, χριστιανοί και μουσουλμάνοι υποφέρουν υπό το βάρος της φτώχειας και της κακουχίας των χειρονακτικών εργασιών[106].

Ωστόσο, ο Κιαμήλ ως προσωπικότητα δεν έφερε χαρακτηριστικά απόλυτου δυνάστη. Φαίνεται πως στοιχειωδώς νοιαζόταν για τους υποτελείς του και λίγο πριν πεθάνει είχε πλήρη επίγνωση για το ποιόν αυτών που έρχονταν να παραλάβουν τη σκυτάλη της εξουσίας. Επιλέγουμε λοιπόν να κλείσουμε την παρούσα εργασία με τα λόγια του ίδιου του Κιαμήλ:

 «Ούτε η γυναίκα μου ούτε η μάνα μου γνωρίζουν που έχω τους θησαυρούς και είναι ανώφελο να ξεσπάτε την οργή σας πάνω σε αθώους ανθρώπους. Ό,τι όρους και να μου θέσετε, δεν θα συμφωνήσω, καθώς βλέπω πως ποτέ δεν τηρείτε τον λόγο σας. Είμαι σίγουρος πως, είτε σας αποκαλύψω αυτά που θέλετε είτε όχι, θα θανατωθώ σε κάθε περίπτωση. Έτσι επιλέγω να πεθάνω με την ικανοποίηση ότι δεν θα σας κάνω πλουσιότερους. Ένα πράγμα, ωστόσο, να θυμάστε: Αντιμετώπισα το λαό μου ως υπηκόους και όχι ως σκλάβους. Αν όλοι οι Μπέηδες είχαν αντιμετωπίσει τους Έλληνες όπως εγώ, αυτή η επανάσταση ποτέ δεν θα είχε ξεσπάσει»[107].

 

Υποσημειώσεις


[1] *Η προσωπική ενασχόληση του γράφοντος με το παρόν θέμα ξεκίνησε από τις προπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ, ως μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής εργασίας (Διάλεξης) βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 62-64. Η παρούσα εργασία κατατέθηκε στον τόμο προς δημοσίευση τον Απρίλιο του 2014 και αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2015 υπό τον ίδιο τίτλο χωρίς εικονογράφηση από τον γράφοντα στον ιστότοπο academia.edu με ανοιχτή πρόσβαση. Στο διάστημα που μεσολάβησε δημοσιεύτηκε το συλλογικό έργο Ottoman Corinthia. Σε αυτό γίνεται αναφορά στα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στο KANETAKI 2015, 173-182. Ακολούθησε ακόμη μια ανακοίνωση σε συνέδριο με το ίδιο θέμα στο ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015, χωρίς, ας σημειωθεί εν παρόδω, να γίνεται παραπομπή στις προαναφερθείσες εργασίες του γράφοντος. Οι δημοσιεύσεις αυτές, ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική συμβολή στη μελέτη των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, καθώς κυριαρχεί η παράθεση των πιο γνωστών δεδομένων, χωρίς περαιτέρω σύνθεσή τους για εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ δε συνοδεύονται από πρωτότυπα σχέδια. Συνεπώς η παρούσα δε θεωρούμε πως στερείται σκοπιμότητας, καθώς το θέμα παραμένει ουσιαστικά ανοιχτό. Παρόλα αυτά το αρχικό χειρόγραφο αναθεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό και εμπλουτίστηκε με σχέδια του γράφοντα, που συντάχθηκαν ειδικά για το παρόν άρθρο.

Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Ομότιμο καθηγητή ΕΜΠ και Ακαδημαϊκό κ. Μανόλη Κορρέ, ο οποίος με παρότρυνε να ασχοληθώ με τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη, σε συνέχεια της προπτυχιακής ερευνητικής μου εργασίας. Πολλές ευχαριστίες οφείλω επίσης στον τέως διευθυντή των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής στην Αρχαία Κόρινθο κ. Guy Sanders, ο οποίος συνέβαλε ποικιλοτρόπως με τις γνώσεις του και τις παρατηρήσεις του. Ευχαριστώ τον καθηγητή κ. John McK Camp II, διευθυντή των ανασκαφών της ΑΣΚΣΑ στην αγορά της Αθήνας και τον κ. David Packard πρόεδρο του Packard Humanities Institute (PHI), οι οποίοι ευγενικά μου παραχώρησαν προς μελέτη αδημοσίευτα σχέδια του Dodwell από την Κόρινθο.Τέλος θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κ. Σταύρο Μαμαλούκο, Αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών για τις ουσιαστικές παρατηρήσεις του, τη γενναιόδωρη παροχή στοιχείων συγκριτικής ανάλυσης από αδημοσίευτες μελέτες του και εν γένει για την καθοδήγησή του στη διαμόρφωση της τελικής μορφής αυτής της εργασίας με αμείωτο ενδιαφέρον.

[2] ΤΑΡΣΟΥΛΗ 1971, 37.

[3] ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ 1960, 19.

[4] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 102

[5] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 46

[6] Ό.π.

[7] Βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 59-60.

[8] «Από το αρχείο Λόντου καταγράφονται περιστατικά καταφυγής Ελλήνων χωρικών καταπιεσμένων από την οικογένεια της Αιγιαλείας, προκειμένου να έρθουν στην εκδούλευση της οικογένειας των Απδίμ-Παγιάνων», ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 47.

[9] LEAKE 1830, 263- WYSE 1865, 314.

[10] CLARKE 1810-1823, 555-557.

[11] Ό.π., 557. Προφανώς αναζητούσαν όστρακα αγγείων.

[12] PETEINARIS P., «The Bey apologizes», http://www.internationalbyronsociety.org/images/stories/pdf_files/bey_apologies.pdf

[13] Ό.π.

[14] WILLIAMS 1820, 356.

[15] WILKS 1822, 358-359.

[16] WILLIAMS 1820, 356.

[17] WILKS 1822, 358-359.

[18] GALT 1813, 97.

[19] TURNER 1820, 227.

[20] Ό.π., 292.

[21] HUGHES 1820, 188-189.

[22] TURNER 1820, 227.

[23] WILLIAMS 1820, 395.

[24] ESSEX KAREN, «Lady Elgin’s journal excerpt written for her mother and grandmother», http://www.karenessex.com/stealingathenapersonalpapers.html

[25] HUGHES 1820, 188-189.

[26] Ό.π., 239.

[27] Ενδεικτικά βλ. WILLIAMS 1820, 393. GALT 1813, 69. SLADE 1837, 284. TURNER 1820, 290.

[28] GELL 1823, 274.

[29] LEAKE 1830, 261.

[30] VON PROKESCH 1962, 120, σημ. 1.

[31] Ο Dodwell ενοχλείται γιατί «ο κήπος του  Μπέη κοσμείται με αποκεφαλισμένα κυπαρίσσια, γεγονός που δημιουργεί έντονη αντίθεση με τα λεγόμενα των Θεόφραστου και Πλίνιου, ο οποίοι πρεσβεύουν πως ένα κυπαρίσσι πεθαίνει, σαν του κόψουν την κορυφή…», DODWELL 1819, 193.

[32] HOLLAND 1815, 197

[33] Δημοσιευμένο πρώτη φορά στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988,40, εικ. 65

[34] WOODS 1828, 268-269.

[35]  Ό.π.

[36] Αναρτημένο στην ψηφιακή συλλογή του British Museum, No 1853,0307.429.

[37] BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5

[38] LEBRUN 1822, 375-380, Note 80.

[39] ÜNSAL 1959, 70.

[40] GELL 1823, 274.

[41] WOODS 1828, 269.

[42] Σύμφωνα με τον Laurent είναι τέσσερις ή πέντε γυναίκες. LAURENT 1821, 155.

[43] WILKS 1822, 358-359.

[44] HUGHES 1820, 238.

[45] Ο Νουρή Μπέης επίσης είχε μια επίσημη σύζυγο, την περίφημη Νουρή-Μπεγίνα και άλλες δώδεκα θεραπαινίδες της στο χαρέμι του. HESTER STANHOPE 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 96.

[46] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[47] SCOTT – TAYLOR 1826, 181.

[48] Ό.π.

[49] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[50] LAURENT 1821, 155.

[51] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[52] HESTER ό.π. (σημ. 45), 97.

[53] SCOTT -TAYLOR 1826, 181.

[54] ROBINSON 1962, 120.

[55] TEMPLE 1836, 58.

[56] ROBINSON 1962, 120.

[57] Ό.π., 130.

[58] ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ 1971, 8

[59] ΡΟΣ 1976, 247-249.

[60] ANDERSON 1830, 55.

[61] BURNOUF 1856, 41, 43.

[62] ROBINSON 1962, 120-130.

[63] Τα πρωτότυπα σχέδια του Peytier στο Παρίσι, Depot de la Gerre, archives des Cartes, collection 4.10.C.65. Βλ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 1994, 202-203. Νεώτερη αναπαραγωγή στο ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 2012, 33-34. Το σχέδιο είναι αναρτημένο με ανοιχτή πρόσβαση σε πολύ υψηλή ανάλυση και με γεωαναφορά στον ιστότοπο της ΑΣΚΣΑ: http://www.ascsa.edu.gr

[64] Το πρωτότυπο σχέδιο στο Αρχείο Χαρτών ΥΠΕΧΩΔΕ. Αναπαραγωγές του περιέχονται μαζί με άλλα στοιχεία στα: ROBINSON 1986 και SANDERS 2011.

[65] Τα λουτρά με τον πύργο διακρίνονται έμμεσα σε πανοραμικές απεικονίσεις, όπως του William Cole (Ναός του Ποσειδώνα, 1833) ή του James Skene (Ruins of the Turkish town of Corinth), περιέχονται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ 2009, 126, εικ. 48 και 131, εικ. 51.

[66] DU MONCEL 1994, 110, 112-113.

[67] Σχέδιο Gell (1805), BritishMuseumNo 1853, 0307.647 και Haygarth (1810) στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 102, εικ. 34. Περί των κρηνών βλ. ROBINSON 2011, 308.

[68]Στον χάρτη Peytier υπάρχει αυτή η ένδειξη εισόδου στο συγκρότημα.

[69]ROBINSON 1962, 122.

[70] Βλ. σχετικά παρακάτω.

[71]Συνοπτική ανάλυση της τυπολογίας του Eldem στο ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 28-32. Για περαιτέρω εμβάθυνση βλ. ενδεικτικά ΚΙΖΗΣ 1994, 76-81.

[72] Για παράδειγμα μετρήθηκαν ζεύγη παραθύρων εκατέρωθεν καπνοδόχων, για τα οποία έγινε παραδοχή πως αντιστοιχούν σε έναν οντά.

[73] Βλ. ενδεικτικά ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 2011.

[74] Ενδείξεις για τη χρήση του στο σωζόμενο λουτρό του συγκροτήματος βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2016.

[75] Χρησιμοποιήθηκαν τα σχέδια: Hallerstein (1810) στο BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5, Gell (1805) και (1811) BritishMuseumNo 1853, 0307.429 και 1853,0307.648 (πρώτη δημοσίευση στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40, εικ. 65), Koch (1818) στο BENDTSEN 1993, εικ. 125, ενώ για την κάτοψη πολύτιμο το σχέδιο Τραυλού στο ROBINSON 1962, 123, εικ. 8.

[76] Αντίστοιχου μεγέθους κτήριο φαίνεται να ήταν το σεράι του Σουλεϊμάν Πασά στην Οινόη της Μ. Ασίας, βλ. ΚΙΖΗΣ 1994, 99 εικ. 83.

[77] Κάθε ένα οδηγούσε στην αντίστοιχη πτέρυγα και ενδεχομένως υπήρχε σαφής λειτουργικός διαχωρισμός τους, π.χ. ξενώνας και καθαρά ιδιωτικοί χώροι, όπως συνέβαινε με το κλιμακοστάσιο της οικίας Μερτρούδ στην Αθήνα. Βλ. ΚΟΡΡΕΣ 2010, 126, εικ. 5.1.2.

[78] Φαίνεται σε διάφορα πανοράματα της Κορίνθου, κυρίως του Gell. Η καλύτερη απεικόνισή του από αδημοσίευτο σχέδιο του Dodwell (1805), PHI Νο 665T. Άλλη άποψή του από τον Koch (1818)BENDTSEN 1993, Εικ. 125.

[79] Σχέδιο Gell (1811) στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40 εικ. 65 καιVon Stackelberg «Ville de Corinthe» στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 112, εικ. 39.

[80] Σημειώνεται σε κάτοψη στα σχέδια Peytier (1829), Abelé (1833) και αποδίδεται από τον Dodwell (1805) PHI No 665T.

[81] Βλ. Dodwell (1805) δύο σχέδια PHI Nο 663T, 665T. Παραδόξως ο Gell τον παραλείπει σε δύο κοντινά σχέδια του παλατιού (British Museum No 1853,0307.574 και 1853,0307.648), διακρίνεται όμως σε πολύ γενικότερα πανοράματα της Κορίνθου, όπως π.χ στο 1853,0307.576.

[82] Περί του φαινομένου προσαρτημένων πύργων σε οικίες με και αναφορών σε παραδείγματα βλ. ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ (υπό έκδοση), 25-26.

[83] Βλ. σχέδιο του James Skene (No 51) το οποίο πρέπει να εκτελέστηκε από τα ερείπια του χαρεμιού κοιτώντας προς τον Ακροκόρινθο. Περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 131, εικ.51.

[84] Ένα αδημοσίευτο σχέδιο της Pauline Trevelyan (1842) ίσως απεικονίζει το εσωτερικό του, όσο ακόμη σωζόταν ο θόλος με περίτεχνες φωτιστικές οπές. Αντίγραφο του σχεδίου απόκειται στο αρχείο της ΑΣΚΣΑ στην Αρχαία Κόρινθο.

[85] SALVATOR 2000, 215.

[86] Απεικονίσεις σε διάφορα στάδια της ερείπωσής του βλ. Ενδεικτικά Trevelyan (1842), Skene (1838-1845), Edward Lear (1849) και σε γενικές απόψεις της Κορίνθου από τους William Cole 1833, Carl Anton Joseph Rotman 1843, Ludwig Salvator 1874.

[87] Βλ. για παράδειγμα τον πύργο Κορδή στον Πύργο Κορινθίας (Δήμος Ευρωστίνης) ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 32, εικ. 44.

[88] Ο Dinsmoor το αναγνωρίζει ως κατασκευή των Βενετών, οικοδομημένη με πώρινα spolia από κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού. DINSMOOR 1949, 104.

[89] Αναπαραγωγές τους περιέχονται στο Bon – Carpenter 1936, 153-154, εικ. 96-97, και 268, εικ. 219.

[90] ROHN – SANDERS – BARNES 2009, 509, εικ. 6.

[91] Όπως φαίνεται και από σχετικά ευρήματα: « Οι αποθέσεις στο κοίλωμα των λουτρών της Αφροδίτης χρονολογούνται στα τέλη του 17ου αι. μ.Χ. Επίσης βρέθηκε κατασκευή άρδευσης των χωραφιών λίγο παρακάτω, καλυμμένη με κεραμίδια», ROBINSON 1962, 129.

[92] Βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 26-30 όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Νεώτερα στοιχεία για τη σταδιακή αύξηση του πληθυσμού στην κάτω πόλη εκείνη την περίοδο, παρέχονται από τα φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 28-29.

[93] RANDOLPH 1991, 2

[94] «Οι Τούρκοι τον περισσότερο χρόνο ζουν μέσα ή υπό τη διοίκηση κάστρων και στις φάρμες τους στην εξοχή περιστασιακά. Έχουν πύργους χτισμένους τριάντα πόδια ψηλούς (9 m.), η πόρτα των οποίων στέκει σε δέκα πόδια (3 m.) ύψος από το έδαφος. Απέναντί της είναι χτισμένος ένας τοίχος με σκαλοπάτια, σε απόσταση πέντε περίπου ποδών από τον πύργο, από τον οποίο κατεβαίνει μια κρεμαστή γέφυρα προτού μπει κανείς από την πόρτα. Κάθε βράδυ η γέφυρα τραβιέται, για να προστατέψει τους ένοικους από τους πειρατές. Άλλοι έχουν μόνον μια σκάλα, την οποία τραβούν μέσα στον πύργο», RANDOLPH 1991, 15. Η περιγραφή των πύργων έρχεται σε αντιστοιχία με την απεικόνιση του Du Moncel από τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη.

[95] BON – CARPENTER 1936, 271.

[96] Όπως για παράδειγμα οι Βενετικές οχυρώσεις στα Όνεια όρη νοτιοανατολικά των Κεγχρεών. Βλ. CARABER & GREGORY 2006.

[97] Λόγω μορφολογικών χαρακτηριστικών, βλ. ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015α, 176. Ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Bon, ο οποίος υποστηρίζει πως η κατασκευή της λίθινης κλίμακας θα μπορούσε και να μην είναι χτισμένη μεταξύ 1687-1715, λόγω της ύπαρξης κάποιων οθωμανικών κτηρίων στην Κόρινθο, με αντίστοιχη ποιότητα κατασκευής και λιθοξοϊκή επιμέλεια, βλ. BON – CARPENTER 1936, 271.

[98] SCRANTON 1957, 93.

[99] La Prise de la Ville et Chateau de Corinthe dans la Morée, par les Armée Venitiene Comandées par le General Morosini 1687, Edition 1688. Bibliotheque Nationale de France, Départment Estampes et Photographie, Reserve QB-201 (171)-FT 5 Hennin 5611.

[100] CHARLEMONT JAMES CAULFEILD, «The travels of Lord Charlemont in Greece and Turkey», 1749, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 87.

[101] ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 50, εικ. 17 και 51 εικ. 18.

[102] ÜNSAL 1959, 14.

[103] ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 35.

[104] ΚΙΖΗΣ 1994, 82.

[105] «Και δε θα πρέπει κανείς να αμφιβάλει ότι ένα πλήθος από μεγάλα τουρκικά κτήρια που δεν σώζονται πια, όπως τα παλάτια του Αλή Πασά στα Γιάννενα, του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο, το βοεβοδαλίκι στη Χαλκίδα, ή το σεράγι στο Ναύπλιο, έπαιξαν το ρόλο τους στη διάπλαση της σύγχρονής τους αρχιτεκτονικής, το καθ’ ένα στην περιοχή του», βλ. ΜΠΟΥΡΑΣ 1989, 25.

[106] Βλ. ROHN – SANDERS – BARNES 2009 και SANDERS 2015.

[107] SCOTT – TAYLOR 1826, 190.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Λ. 1971. Η Κορινθία στην επανάσταση του 1821, τόμ. 2ος, Αθήνα.
  • ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΝΤ. Α. 1960. Το κάστρο της Κορίνθου (Β΄ έκδοσις συμπληρωμένη), Αρχαία Κόρινθος.
  • DU MONCEL, tH. 1994. Οδοιπορικό του 1843, Αθήνα-Ναύπλιο (μτφρ. Ε. Λούβρου Ειρήνη), Αθήνα.
  • ΚΙΖΗΣ Ι. 1994. Πηλιορείτικη Οικοδομία, Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Το σεράι του Κιαμήλ Μπέη στην οθωμανική Κόρινθο μέσα από τις ιστορικές πηγές», ανακοίνωση στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο.
  • ΚΟΡΡΕΣ, Μ. 2010. Οι πρώτοι χάρτες της πόλεως των Αθηνών, Αθήνα.
  • ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ, Σ. (υπό έκδοση). «Η ιστορία και η αρχιτεκτονική των Μποτσαρέϊκων», Αναγνώριση, Τεκμηρίωση, Καταγραφή και Προτάσεις για την Ανάδειξη και Προστασία του Ιστορικού Οικισμού Ναυπάκτου, Ερευνητικό Πρόγραμμα Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών.
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ, Δ. 2016. «Τεκτονικός πήχης στην Πελοπόννησο και το καθολικό του Παλαιομονάστηρου Αγίου Γεωργίου Φενεού», ανακοίνωση στο 3ο Συνέδριο Κορινθιακών Σπουδών, Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια, Κόρινθος (πρακτικά υπό έκδοση).
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ Δ. 2011. Από το borgo di Corinto στην Παλαιά Κόρινθο, το χρονικό μιας πόλης και των σπιτιών της (αδημ. Ερευνητική εργασία, Ε.Μ.Π.), Αθήνα.
  • ΜΠΟΥΡΑΣ Χ. 1989. «Γενική Εισαγωγή», στο: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τόμ. Α΄: Ανατολικό Αιγαίο – Σποράδες – Επτάνησα, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Π. 2012. «Η Αναγνώριση του Αστικού Χώρου: Αποτυπώσεις Οικισμών και Πολεοδομικά Σχέδια», Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά 1829-1838 (Μέρος Ι), επιμ. Γ. Σαΐτας, Αθήνα, 29-34.
  • ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ, Μ. 1988. «Κορινθία», Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Πελοπόννησος, τομ. 5, Αθήνα, 9-42.
  • ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Σ. 2009. Ζωγράφοι και περιηγητές στην Κόρινθο 12ος-19ος αιώνας, Αθήνα.
  • ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Γ.Α. 2001. Το αρχοντικό του Γ. Βούλγαρη στην Ύδρα, Αθήνα.
  • ΡΟΣ, λ. 1976. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα 1832-1833 (επιμ. Βουρνά Τάσου, μτφρ. Σπήλιου Α.), Αθήνα.
  • ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Μ. 1939. Η Πελοπόννησος κατά τη β΄ Τουρκοκρατίαν (1715-1821), verlag der byzantinisch-neugriechischen Jahrbucher, athen (ανατύπωση εκδ. Ερμής, Αθήνα 2009).
  • SALVATOR, L., 2000. Περίπλους του Κορινθιακού κόλπου (μτφρ. Γ. Γιαννόπουλος), Κιάτο.
  • SANDERS, G.D.r. 2011. «Η Κόρινθος κατά τις δεκαετίες αμέσως πριν το σεισμό του 1858 υπό το φως της αρχαιολογικής έρευνας και ανασκαφών από το 1959 ως σήμερα», στο: Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008, Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα.
  • ΤΑΡΣΟΥΛΗ, Α. 1971. Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΟΣ, Π. 1994. «Οι μαρτυρίες για τις πόλεις της Πελοποννήσου», στο: Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο, περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία (ανατύπωση 2005).
  • ANDERSON, r. 1830. Observations upon the Peloponnesus and Greek Islands made in 1829, Boston.
  • BEHCET, U. 1959. Turkish islamic architecture in Seljuk and Ottoman times 1071-1923, London.
  • BANKEL, H. 1986. Carl Haller von Hallerstein in Griechenland, 1810-1817 : Architekt, Zeichner, Bauforscher, Berlin.
  • BENDTSEN, M. 1993. Sketches and measurings: Danish architects in Greece, 1818-1862, Copenhagen.
  • CARABER, W. – GREGORY, T. 2006. «Fortifications of Mount Oneion, Corinthia», Hesperia 75, 327-356.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Architectural Study of Corinthia during the Ottoman period», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 111-256
  • LIANOS, N. 2003. Le Fortezze Della serenissima nel Peloponneso (1687-1715), Rome.
  • OIKONOMOU, A. 2011. «The Use of the Module, Metric Models and Triangular Tracing in the Traditional Architecture of Northern Greece», Nexus Network Journal 13.3, 763-792
  • ROBINSON, B. 2011. Histories of Perene: A Corinthian fountain in three millennia, Ancient Art and Architecture in context 2, Princeton
  • SHARIAT-PANAHI, S.M.T. 2015. «Demography, Economy and Settlements. The life of the common people in Ottoman Corinthia», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 21-98
  • SANDERS, G.D.R 2015. «Introduction. Corinth and the archaeology of the poor», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 7-20.
  • BON, A. – R. CARPENTER 1936. Corinth, vol. iii, Part ii: The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town, Cambridge mass.
  • BURNOUF, E. 1856. D’ Athenes a Corinthe, Paris.
  • CLARKE, D.E. 1810-1823. Travels in various Countries of Europe, Asia and Africa, vol. 6, London.
  • DINSMOOR, W.B. 1949. The Largest Temple in the Peloponnesos, (Hesperia suppl. 8, Commemorative Studies in Honor of Theodore Leslie Shear), ATHENS.
  • DODWELL, E. 1819. A Classical and Topographical Tour through Greece: 1801, 05, 06, vol. 2, London.
  • GALT, J. 1813. Letters from the Levant, London.
  • GELL SIR,W. 1823. Narrative of a Journey in the Morea, London.
  • HESTER STANHOPE L. (Lady), Travels of Lady Hester Stanhope, forming the completion of her memoirs, narrated by her physician Charles Lewis Meryon, vol. 1, London 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓIΟΥ 2009.
  • HOLLAND SIR, H. 1815. Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia during the years 1812 and 1813, vol. 2, London.
  • HUGHES, S.T. 1820. Travels in Sicily, Greece and Albania, vol. 1, London.
  • LAURENT, P. 1821. Recollections of a Classical Tour through Various Parts of Greece, Τurkey and Italy, made in the years 1818 and 1819, London.
  • LEAKE, M.W. 1830. Travels in the Morea, London.
  • LEBRUN, A.P. 1822. Oeuvres, Poem de la Grece, τόμ. 2ος, Paris.
  • VON PROKESCH, O. 1962. Denkwurdigkeiten und Erinnerungen aus dem Orient, περιέχεται στο ROBINSON 1962.
  • RANDOLPH, B. 1890. The Present State of the Morea, Called Anciently Peloponnesus, Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα.
  • ROBINSON, H.S. 1962. «Excavations at Corinth, 1960», Hesperia, 31.
  • ROBINSON, H. 1986. «urban Designs for Corinth, 1829-1833», στο: Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήνα.
  • SCOTT, J. – J. TAYLOR 1826. The London Magazine, September to December 1826, vol. vi, London.
  • SCRANTON, R. 1957. Corinth xvi. Medieval Architecture in the central area of Corinth, Princeton.
  • SLADE SIR, a. 1837. Turkey, Greece and Malta, vol. 2, London.
  • TEMPLE SIR, G. 1836. Travels in Greece and Turkey, Excursions in the Mediterranean, vol. 1, London.
  • TURNER, W. 1820. Journal of a tour in the Levant, vol. 1, London.
  • WILLIAMS, H. 1820. Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands, vol. 2, Edinburgh.
  • WILKS, J. 1822. Memoirs of Her Majesty Queen Caroline Amelia Elizabeth, vol. 1, London.
  • WOODS, J. 1828. Letters of an Architect from France, Italy and Greece, London.

 

Δημήτριος Μπάρτζης

Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π, MSc «Προστασία Μνημείων» Ε.Μ.Π.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861[1]


 

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά εισαγωγικά στοιχεία σχε­τικά με το εκπαιδευτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και την εκπαίδευση στο δήμο Κορίνθου.

Αυτό οργανώθηκε σε τρεις βαθμίδες: Στοιχειώδη, Μέση και Ανωτάτη Εκπαίδευση.

  • Η Στοιχειώδης οργανώθηκε με το Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834. Στο άρθρο 4 καθόριζε, ότι κάθε δήμος είχε υποχρέωση ναιδρύει και να συντηρεί με δικά του έξοδα Δημοτικά Σχολεία γιατη μόρφωση του λαού. Από την υποχρέωση αυτή των δήμων προέκυψε και η ονομασία αυτού του σχολείου «Δημοτικό Σχολείο». Σύμφωνα με το άρθρο 6 η φοί­τηση ήταν επτάχρονη και υποχρεωτική. «Όλοι οι εις δήμον, έχοντα δημοτικόν σχολείον, ανήκοντες παίδες από του 5ου συμπληρωμένου μέχρι του 12ου  συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας των χρεωστούν να φοιτώσιν εις το σχολείον». Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και κατά την Οθωνική περίοδο η φοίτηση ήταν κυρίως τετραετής. Ο Νόμος προέβλεπε ίδρυ­ση σχολείων μόνο για κορίτσια, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Και σ’ αυτά δί­δασκαν μόνο δασκάλες.
  • Τη Μέση εκπαίδευση που οργανώθηκε με το Νόμο 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837 «Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων» και προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για αγόρια. Ήταν οργανωμένη σε δύο κύκλους:

α) Το Τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο, στο οποίο εισάγονταν στην αρχή χωρίς εξετάσεις και αργότερα με εξετάσεις (Διάταγμα 26.8.1867), όσοι είχαν τελειώσει τουλάχιστον την τετάρτη τάξη του Δημοτικού), συνήθως ηλικίας από 8-9 έως 11-12 ετών. Τη διοίκηση του σχολείου αυτού την είχε αναλάβει ο Σχολάρχης (διευθυντής) και ο σύλλογος των Ελληνοδιδασκάλων. Από το όνομα του Διευθυντή (Σχολάρχη) το «Ελληνικό» σχολείο ονομάστηκε και Σχολαρχείο. Τα πρώτα χρόνια οι Ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να είναι απόφοιτοι Γυ­μνασίου. Μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου 1837 αυτοί και οι Κα­θηγητές Γυμνασίων έπρεπε να έχουν τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Για την ίδρυση και συντήρηση των Ελληνικών σχολείων υπεύθυνο ήταν το Κράτος, σε αντίθεση με τα Δημοτικά, τα οποία τα είχε αναθέσει στους δήμους.

β) Το Τετρατάξιο Γυμνάσιο στο οποίο εισάγονταν με εξετάσεις οι από­φοιτοι του Ελληνικού Σχολείου.

  • Την Ανωτάτη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών που ιδρύθηκε με το Νόμο της 14.4.1837, με τέσσερις σχολές (Θεολογίας, Νο­μικής, Ιατρικής και της Φιλολογίας και άλλης Εγκυκλίου Παιδείας) διάρ­κειας 3 – 4 χρόνων, στο οποίο εισάγονταν ελεύθερα οι απόφοιτοι του Γυ­μνασίου και από το οποίο εξέρχονταν με εξετάσεις.

Στην Κόρινθο προεπαναστατικά λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με Σχολάρχη τον Ιερομόναχο Ιωασάφ τον Βυζάντιο από το έτος 1815 έως 1819. Το έτος 1822 λειτουργούσε σχολείο για τα κοινά γράμματα. Κατά το τρίμηνο Μαΐου – Ιουλίου 1829 άρχισε η λειτουργία της αλληλοδιδακτικής σχολής Κορίνθου μέχρι τον Ιούλιο του 1830 με δάσκαλο τον Γεώργιο Κοντοπούλη. Στα μέσα του 1830 συστάθηκε Ελληνικό Σχολείο, το οποίο μάλλον λειτούργησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1831. Τα παραπάνω στοιχεία πήραμε από το βιβλίο του αειμνήστου Αδάμ Γ. Αθουσάκη με τίτλο «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832)».

Σύμφωνα με το Νόμο για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση του 1834 ιδρύθηκε Δημοτικό Σχολείο αρρένων στην Κόρινθο με διδάσκαλο τον Ξάνθη Ιωάννη, ο οποίος μετατέθηκε από το Δημοτικό  Σχολείο Μεγάρων με μηνιαίο μισθό 90 δρχ. (40 δρχ. από το Εκκλ. Ταμείο μέχρι το τέλος του έτους 1839 και 50 από το δημοτικό Ταμείο). Άρχισε να λειτουργεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 1837.

Στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ήταν Διοικητής Κορινθίας ο Αναγνώστης Κονδάκης. Στις 15.5.1835 απαιτούντο για την τελειοποίηση του Σχολείου 5-6000 δρχ. Σ’ αυτό υπηρέτησαν εκτός του Ξάνθη Ιωάννη, και οι Βελτίων Γεώργιος, Πανταζίδης Δημήτριος και άλλοι.

Στις 20.1.1842 ιδρύθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Δήμο Κορίνθου με έδρα το Τρανό Ζευγολατειό και Διδάσκαλο τον Αναστάσιο Αργυρό­πουλο. Υπηρέτησαν και οι Στάμου Ιωάννης, Παππαδάκης Εμμανουήλ, Φραγκόπουλος Κωνσταντίνος, Θεοδοσιάδης Γεώργιος και άλλοι.

Στις 26 Απριλίου 1842 ιδρύθηκε το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Βόχας με διδάσκαλο το Στάμου Ιωάννη με έδρα το Κοκκώνι, μετέπειτα το Ιμπραΐμπεη (Κρήνες) και Χατζή Μουσταφά (Ευαγγελίστρια). Υπηρέτησαν σ’ αυτό και οι Πύρρου Δ. Αθανάσιος, Χρυσοχόου Νι­κόλαος, Χαρ. Δημητριάδης και το Σχολικό έτος 1865-66 οι Κωνσταντίνος Δαμα­σκηνός και Ιωάννης Σαρίδης και έδρα το Βέλλο.

Το Σχολικό έτος 1864-65 λειτουργούσε στη Νέα Κόρινθο και Δημοτικό Σχολείο Κορασιών με δασκάλα την Κυριακούλα Αρακτάκη.

 

Ίδρυση Ελληνικού Σχολείου Κορίνθου

 

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Το Σεπτέμβριο του έτους 1836 ο Χαράλαμπος Παμπούκης έλαβε από το υπουργείο απεριόριστη άδεια από το Σχολαρχείο Πατρών και ήρθε στην Κόρινθο για οικιακές του υποθέσεις. Στις 10 Νοεμβρίου 1836 συμφώνησε με την τριμελή ιδιωτική Επιτροπή από τους πολίτες της Κορίνθου Σταύρο Καμπερόπουλο, Ευθύμιο Κανελλόπουλο και Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο να σχολαρχήση στη για πρώτη φορά συνιστώμενη ελληνική Σχολή Κορίν­θου με ετήσιο μισθό 3.600 δρχ. και παραχώρηση οικήματος.

Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο Κορίνθου, Σταυρός Καμπερόπουλος Δήμαρχος, Δημήτριος Ορφανός Πρόεδρος, Γεώργιος Γιαννόπουλος πρωτοκολλιστής, Γεώργιος Νοταράς, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Μήτρος Ηλιόπουλος και Γεώργιος Λύκος μέλη, με την 75/14.12.1836 πράξη του επιφόρτιζε τον Πρόεδρο «να μεταβή εις την καθέδραν και εξαιτήση όθεν ανήκει εν ονόματι της Κοινότητος του Δήμου Κορίνθου ένα ανάλογον ετήσιον πόρον υπέρ της διατηρήσεως της αυτής Σχολής».

Με το από 8/20 Ιανουαρίου 1837 Β.Δ. εγκρίθηκε να χορηγείται από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο εν Κορίνθιο δημοσυντήρητο Ελληνικό Σχο­λείο, μηνιαία βοήθεια 150 δρχ.

Σ’ αυτό φοίτησαν πολλοί μαθητές και μάλιστα ξένοι από γειτονικές περιοχές και προόδευσε πάρα πολύ. Πράγματι στις εξετάσεις που διενερ­γήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1837 εξετάστηκαν συνολικά και στις τρεις τάξεις 44 μαθητές (7 Γ’, 18 Β’ και 19 Α’). Απ’ αυτούς 25 ήταν Κορίνθι­οι. Η Σχολή αυτή κινδύνευσε να διαλυθεί, γιατί οι δημότες ήταν λίγοι και άποροι και δεν ήσαν σε θέση να συνεισφέρουν τις υπόλοιπες 150 δραχμές κατά μήνα, που είχαν συμφωνήσει. Γι’ αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο Κωνσταντίνος Δημητριάδης Δήμαρχος, Γεώργιος Νοταράς Πρόεδρος και μέλη Σταύρος Νικολάου, Σταύρος Καμπερόπουλος, Ν. Αρβανιτάκης, Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλος και ο πρωτοκολλιστής Αναγνώστης Κοκορώπης με την 36/11.9.1838 πράξη του ομόφωνα αποφάσισε α) να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στο βασιλιά, ότι μπόρεσε να συνδράμει την Ελληνική Σχολή με 150 δρχ. κατά μήνα, β) να συμπεριλάβει και τη σχολή αυτή, που ήταν σχολή όλης της Επαρχίας στις διατηρηθησόμενες με δαπάνη της Κυ­βερνήσεως και γ) να συνεισφέρει «του λοιπού ως μέχρι σήμερον τας 150 δραχμάς κατά μήνα, να ευαρεστηθή να συμπληρώση και τα ελλείποντα εις την διατήρησιν αυτής κατά τον περί Ελληνικών Σχολείων εκδοθησόμενον οργανισμόν».

Επίσης οι επίτροποι της Σχολής Αριστείδης Ρένδης και Σταύρος Νι­κολάου με το από 3 Ιουλίου 1839 έγγραφό τους ζήτησαν από το Υπουρ­γείο την εξ ολοκλήρου, 300 δρχ. μηνιαίως, πληρωμή του μισθού του «κατά πάντα λόγον αξιέπαινου Σχολάρχη Χαράλ. Παμπούκη» γιατί διαφορετικά θα διαλυθεί η σχολή, επειδή οι δημότες ήσαν λίγοι και οι γονείς των μα­θητών αδυνατούσαν να πληρώσουν τις υπόλοιπες 150 δρχ. κατά μήνα.

Σημειώνουμε, ότι από το έτος 1834 έως το 1840 ο δήμος Κορίνθου αποτελείτο από την Κόρινθο, Εξαμίλια, το Περιγιάλι και τις Κεχρεές. Είχε συνολικά 216 οικογένειες και 825 κατοίκους. Την περίοδο αυτή είχαν συσταθεί και οι δήμοι: α) Αιγιαλείας με πρωτεύουσα το Τρανό Ζευγολατειό και περιελάμβανε τα χωριά Κυπαρίσσι, Χασάναγα (Βοχαϊκό), Χατζή Μου­σταφά (Ευαγγελίστρια), Ιμπραΐμπεη (Κρήναι), Βέλλον και Πουλίτσα. Είχε 199 οικογένειες και 811 κατοίκους και β) Απίας με πρωτεύουσα τα Βραχατέϊκα. Περιελάμβανε και τα χωριά Άσσο, Μπόσνα και Αζίζι, Βαλίδι και Βαρελλά, Κοκκώνι και Νεράντζα με 152 οικογένειες και 579 κατοίκους.

Οι τρεις αυτοί δήμοι το 1840 συγχωνεύτηκαν σε ένα, στο δήμο Κο­ρίνθου Β’ τάξεως. Μέχρι το 1912 περιελάμβανε τα χωριά που ανήκουν σή­μερα στους τέσσερις δήμους α) Κορίνθου, β) Άσσου – Λεχαίου, γ) Βόχας και δ) Ζευγολατειού, εκτός από το χωριό Στιμάγκα που ανήκε στο δήμο Νεμέας.

Ο Σχολάρχης Χαρ. Παμπούκης με την από 9 Ιουλίου 1839 αναφο­ρά του παρακαλούσε το Υπουργείο «να ευαρεστηθή ν’ αναγνώριση την σχολή ταύτην, ως σχολήν όλης της επαρχίας, και να την μισθοδοτή ολο­σχερώς εκ του Δημοσίου, τουλάχιστον ως ώριζε την ιδική μου μόνον μισθοδοσίαν, διότι άλλως είναι αδύνατον, ως πολλάκις ερρέθη, να διατηρηθή η Σχολή αυτή».

Ο Παμπούκης υπηρέτησε στο Σχολαρχείο Κορίνθου από 17.12.1836 μέχρι το 4/16 Σεπτεμβρίου του 1841, οπότε μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας.

Επειδή υπήρξε φιλόπονος και ενθουσιώδης Εκπαιδευτικός και δια­κρινόταν για την ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική του μόρφωση, τις ευγενείς ιδέες, τα υψηλά φρονήματα, τον αγνό πατριωτισμό του και την με­γάλη αφοσίωση στην αποστολή την οποία είχε αναλάβει να μορφώσει την σπουδάζουσα νεολαία, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά βιογρα­φικά στοιχεία.

Γεννήθηκε το 1805 στην Κωμόπολη Χαλκιάνικα του δήμου Νωνάκριδος της Επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν αδελφός του Ιερομόναχου Νικηφό­ρου Παμπούκη, γνωστού Διδασκάλου, φιλικού και αγωνιστή κατά τον Εθνικό αγώνα του 1821.

Μαθήτευσε κατ’ αρχάς σε διάφορα Σχολεία της Ελλάδος υπό την επί­βλεψη του αδελφού Νικηφόρου (το 1815 στο Σχολείο Άργους, και από το 1815-19 ιδιωτικώς στην Ύδρα). Το Νοέμβριο του 1819 καταδιωκόμενοι αυτός και ο αδελφός του Νικηφόρος από τους Τούρκους κατέφυγαν στην Πίζα της Ιταλίας. Στο εκεί Πανεπιστήμιο, σπούδασε φιλοσοφία και κλασ­σική φιλολογία μέχρι τον Ιούλιο του 1824.

Εκεί γνωρίστηκε δια μέσου του αδελφού του με τους φιλικούς Τσα­κάλωφ και Αναγνωστόπουλο. Αγωνίστηκε με την πολυάριθμο οικογένεια των αδελφών του και άλλων συγγενών τον κοινόν υπέρ πατρίδος αγώνα. Για την δράση του τι­μήθηκε με το «αργυρούν νομισματόσημον» στις 20 Μαΐου 1843 (ΓΑΚ Αρι­στεία Φ 181).

Διετέλεσε Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων Αίγινας 1827-29, Άμφισ­σας 1829-31, Καλαβρύτων 1832-35, Πατρών 1835-1837, Κορίνθου 1837 έως Σεπτέμβριο 1841.

Μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας και δίδαξε μέχρι το 1844, οπότε προήχθη σε Γυμνασιάρχη του ιδίου Γυμνασίου, το οποίο διεύθυνε 18 χρό­νια μέχρι το Σεπτέμβριο του 1862, οπότε παραιτήθηκε της υπηρεσίας.

Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ των οποίων Γραμματική και το περί Ρητορικής και Ρητορείας περισπούδαστο βιβλίο του. Διεκρίνετο για τη δεινή ευγλωττία του, όπως ο αδελφός του Νικηφόρος. Ήταν δημότης του δήμου Σικυώνος και η οικογένειά του διέμεινε στο Κιάτο. Απεβίωσε στο Ναύπλιο το 1878.

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου μετά τον Χαρ. Παμπούκη και μέχρι το Σχολικό έτος 1857-58 υπηρέτησαν οι Ελληνοδιδάσκαλοι: Οικονομίδης Ιωάννης, Ολύμπιος Χαράλαμπος, Μυρτίλος I. Στέφανος, που μετατέθηκε από το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων, Δημητρίου Ιωάννης, Αντωνιάδης Αντώνιος και από το Σχολικό έτος 1852-53 μέχρι και το Σχολικό έτος 1857-58 ο Αποστολίδης Γεώργιος.

 

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1857-58

 

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των δημοσίων εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο του 1858 αναγράφονται ότι:

α) Διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου ήταν ο Γ. Αποστολίδης.

β) Γράφτηκαν 53 μαθητές ηλικίας 10-19 ετών. Απ’ αυτούς οι 38 ήταν ηλικίας 13-16 ετών.

γ) Κατάγονταν από την Κόρινθο 22 και 5 από τα χωριά του δήμου (3 Ζευγολατειό και 2 από το Χασάναγα (Βοχαϊκό). Οι υπόλοιποι κα­τάγονταν από τους άλλους δήμους της Κορινθίας.

δ) Οι γονείς των μαθητών ασκούσαν κυρίως το επάγγελμα του κτηματία και γεωργού, 4 ήσαν παιδιά ιερέων.

ε) Από τους 53 μαθητές ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν οι 21.

Απουσίαζαν οι 32 (3 λόγω ασθένειας και 29 μαθητές είχαν διακόψει από της 9 Φεβρουαρίου 1858 που έγινε ο καταστρεπτικός σεισμός και είχαν πάει στα χωριά τους. Από τους 21 προήχθησαν από τάξη σε τάξη 15 και έλαβαν απολυτή­ρια 2 με βαθμό προόδου 3 κάλλιστα, 4 λίαν καλώς και 10 καλώς.

Στην έκθεσή του ο Γ. Αποστολίδης Σχολάρχης ανέφερε ότι παρέδωσε την παρελθούσα θερινή εξαμηνία ακόμη και 4 μαθήματα: (Γενική Ιστορία και Γαλλικά στην Γ’ τάξη, Νέα Διαθήκη στην Β’ και Ιερά Ιστορία στην Α’, τα οποία λόγω των περιστάσεων του σεισμού είχαν παραλειφθεί από το πρόγραμμα πού είχε υποβάλει στις 14 Απριλίου).

Επίσης ανέφερε ότι λόγω της καλοκαιρίας παρέδωσε τα μαθήματα στον Πρόναο (Χαγιάτι) της Εκκλησίας και ότι δεν είναι δυνατόν να συνε­χιστή η παράδοση των μαθημάτων στο ύπαιθρο. Παρακαλούσε να ληφθεί πρόνοια για κατάστημα και για το υλικό του Σχολείου.

Στην έκθεσή του το ένα μέλος της Εφορείας του Σχολείου Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος στο Υπουργείο ανέφερε ότι:

α) Λόγω τού σεισμού οι παραδόσεις των μαθημάτων έγιναν έξωθεν του Καθολικού Ναού της Πόλεως, στο ύπαιθρο.

β) Λόγω ελλείψεως υλικού μερικά μαθήματα παρεδόθηκαν ατάκτως.

γ) Οι περισσότεροι μαθητές 29 ανεχώρησαν από της ημέρας του σεισμού και ως εκ τούτου δεν παραβρέθηκαν στις εξετάσεις.

δ) Είναι ανάγκη να ανεγερθεί κατάστημα στην Νέα πόλη, για να μη μεί­νουν αδίδακτοι οι μαθητές το επόμενο σχολικό έτος.

ε) Είναι απολύτως αναγκαίο να συσταθεί Τακτικό (Κανονικό) σχολαρχείο στην Νέα Πόλη, καθόσον με αυτό θα προοδεύση και ο Συνοικι­σμός της Νέας Πόλεως.

Το Ελληνικό Σχολείο λόγω του σεισμού και της δημιουργίας του Συ­νοικισμού στη Νέα Κόρινθο δεν λειτούργησε από τον Ιούλιο του 1858 μέ­χρι το τέλος Νοεμβρίου 1859, επί 16 μήνες. Επαναλειτούργησε στην Νέα Κόρινθο το Δεκέμβριο του 1859 με σχο­λάρχη τον Αργύριο Γραμματά.

Ο Έπαρχος το Φεβρουάριο του 1860 ανέφερε στο Νομάρχη, ότι πα­ραβρέθηκε στις εξετάσεις της πρώτης εξαμηνίας και το αποτέλεσμα ήταν ευάρεστον, γιατί οι μαθητές αν και πριν δύο μήνες είχαν αρχίσει τα μαθή­ματα έδειξαν αρκετή πρόοδο.

Στην έκθεσή του που υπέβαλε τον Ιούλιο 1860 για το σχολικό έτος 1859 – 60 ο Αργύριος Γραμματάς ανέφερε ότι:

α) Τα μαθήματα άρχισαν το Δεκέμβριο του 1860 και η πρόοδος των μα­θητών ήταν «ου μικρά».

β) Φοίτησαν 15 μαθητές

γ) Το κατάστημα του Σχολείου ήταν άθλιο γιατί στεγαζόταν σε εργα­στήριο επίμηκες, απάτωτο, ανοικτό σε κάθε άνεμο και το χειμώνα ήταν αδύνατο να εργαστεί κάποιος σ’ αυτό. Υπέβαλε μαζί με τον κατάλογο των 15 φοιτησάντων μαθητών και το πρόγραμμα των μαθημάτων της χειμερινής εξαμηνίας του σχολικού έτους 1860 -61.

Ο Σχολάρχης Αργύριος Γραμματάς δίδασκε 21 ώρες στην Α’ τάξη τα μαθήματα.

α) Ελληνικά από τον Α’ τόμο Χρηστομάθειας Ραγκαβή και Στράβω­νος Γεωγραφικά 6 ώρες.

β) Γραμματική Γενναδίου 6 ώρες

γ) Αριθμητική Γεράκη 3 ώρες,

δ) Ιστορία Παλαιάς Διαθήκης Γενναδίου 3 ώρες και

ε) Γεωγραφία Ελλάδος και Τουρκίας I. Κοκκώνη 3 ώρες.

Και 24 ώρες τη Β’ τάξη τα μαθήματα:

α) Ελληνικά 6 ώρες,

β) Γραμματική 6 ώρες,

γ) Αριθμητική 3 ώρες,

δ) Ιστορία Νέας Διαθήκης 3 ώρες,

ε) Γεωγραφία Ευρώπης 3 ώρες και

στ) Ιστορία αρχαία (ιδίως της Ελλάδος) 3 ώρες.

Τις 45 ώρες την εβδομάδα θα δίδασκε ο Σχολάρχης από Δευτέρα ως και Σάββατο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1860-61

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των γενικών εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο 1861 τον οποίο υπέγραψαν ο Ελληνοδιδάσκαλος Γραμματάς και τα μέλη της Εφορείας Σταύρος Καμπερόπουλος Δήμαρχος, ο Σωτήριος Κόντης ιερέας και ο Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος αναγράφονται ότι:

α) Γράφτηκαν 39 μαθητές ηλικίας 11-16 ετών. Απ’ αυτούς οι 30 είχαν ηλικία 12-14 ετών.

β) Κατάγονταν από την Κόρινθο 20 και 6 από τα χωριά του δήμου (Ζευγολατειό 3, Ιμπραΐμπεη 2, Εξαμίλια 1 και οι άλλοι από τους πλη­σιέστερους δήμους).

γ) Από τους 39 ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν 33 προήχθησαν από τά­ξη σε τάξη 26 με βαθμό προόδου 7 κάλλιστα, 11 Λίαν καλώς και 8 Καλώς.

Η Εφορευτική Επιτροπή ανέφερε στο Υπουργείο ότι:

α) Ο Σχολάρχης παρέδωσε ακόμη έκτος από τα κανονισμένα μαθήματα στη Β’ τάξη και συντακτικό.

β) Λόγω της επιμέλειας και του ευμέθοδου τρόπου διδασκαλίας του προέκυψε αποτέλεσμα που ευχαρίστησε τους δημότες, οι οποίοι εξέ­φρασαν την ευαρέσκειά τους.

γ) θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να συσταθεί τακτικό Σχολαρχείο ή τουλάχιστον να διοριστεί, βοηθός, γιατί ο υπάρχων ελληνοδιδάσκα­λος δεν μπορεί να επαρκέσει για τη διδασκαλία 2 και 3 τάξεων, κα­θόσον ο αριθμός των μαθητών αυξάνει συνεχώς. Η σύσταση θα συν­τέλεση στην ανάπτυξη κα πρόοδο της Νέας Κορίνθου, για την οποία πάντοτε μεριμνά η Κυβέρνηση,

δ) Το κατάστημα του Σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο, γιατί ούτε τα απαιτούμενα δωμάτια των παραδόσεων έχει, ούτε την ανάλογη ευρυ­χωρία, γι’ αυτό είναι ανάγκη να μεταστεγαστεί. Τέλος παρακαλεί το Υπουργείο να παραχώρηση τα αναγκαία βιβλία, γιατί στερείται τοιούτων.

Τα ίδια περίπου ανέφερε και ο Έπαρχος και ζητούσε και αυτός να συσταθεί Κανονικό Σχολαρχείο με τις 3 τάξεις και τρεις Ελληνοδιδάσκα­λους γιατί στην επαρχία υπήρχαν δύο άλλα Ελληνικά Σχολεία (Τρικάλων και Ζάχολης) τα οποία κάθε χρόνο θά χορηγούν ικανό αριθμό μαθητών. Σ’ αυτό θα φοιτήσουν και μαθητές από τις γειτονικές επαρχίες ένεκα της ευκολίας της συγκοινωνίας.

Σημειώνουμε ότι το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων συστάθηκε το έτος 1840 και ήταν Διδάσκαλος ο Στέφανος I. Μυρτίλος που το 1844 μετατέθηκε στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου. Το 1846 υπηρετούσε ο Π. Γεωργιάδης και το Σχολικό έτος 1860-61 οι Γ. Στυμφαλιάδης και Σπ. Μαράτος.

Το Σχολικό έτος 1860-61 υπηρετούσε στο Ελληνικό Σχολείο Ζάχολης ο Ελληνοδιδάσκαλος Γεώργιος Σταμπόλης.

Πραγματικά συστάθηκε κανονικά Ελληνικό Σχολείο στην Νέα Κόριν­θο και το Σχολικό έτος 1863-64 υπηρετούσαν οι Κ. Λεόντιος Σχολάρχης και οι Ελληνοδιδάσκαλοι Αργ. Γραμματάς και Π. Παπαζυμούρης.

Το Σχολικό έτος 1865-66 δίδασκαν στην Γ’ τάξη ο Σχολάρχης Αργ. Γραμματάς 31 ώρες, ο Ιερώνυμος Οικονόμου στη Β’ και ο Αλ. Γεωργιά­δης, στην Α’ τάξη, από 29 ώρες. Είχε σφραγίδα με γύρωθεν τις λέξεις «ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ».

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου φοιτούσαν μαθητές που είχαν τε­λειώσει την Δ’ τάξη των δημοτικών που λειτουργούσαν στην επαρχία Κορινθίας. Το 1861 λειτουργούσαν 33 σχολεία αρρένων στους 11 δήμους και 4 κορασιών στα οποία υπηρετούσαν αντίστοιχα 33 δάσκαλοι και 4 δασκάλες. Φοιτούσαν 1641 μαθητές και 151 μαθήτριες.

Οι μαθητές που τελείωναν το Ελληνικό Σχολείο φοιτούσαν ύστερα από εξετάσεις ως επί το πλείστον στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στα Γυμνά­σια Αθηνών και Πατρών μέχρι το έτος 1873 που άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1872 και εγκαινιάστηκε παρουσία του τότε Κορίνθιου Υπουργού Εκκλ. και Δημοσίου Εκπ/σεως Ανδρέα Νοταρά.

Το Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου λειτούργησε από το Δεκέμβριο του 1836 μέχρι Ιούλιο 1858 στην Παλαιά Κόρινθο και από το Δεκέμβριο 1859 μέχρι τα τέλη του Σχολικού έτους 1927-28 στη Νέα Κόρινθο, οπότε καταρ­γήθηκε, γιατί λειτούργησε το εξαετές Γυμνάσιο. Στα 90 χρόνια της λει­τουργίας του προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην σπουδάζουσα Νεολαία της Επαρχίας Κορινθίας.

Υποσημείωση


[1] Η παρούσα ανακοίνωση είναι μέρος ολοκληρωμένης εργασίας της κόρης μου Ζωής Ξεν. Ηλία και δικής μου που έχει τίτλο «Η Εκπαίδευση στην επαρχία Κορινθίας την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και η οποία θα δημοσιευθεί μελλοντικά ολόκληρη, όπου θα αναφερθούν λεπτομερώς και οι πηγές.

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας

Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος  Α/θμιας Εκπαιδεύσεως

 «Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861»

Πρακτικά Η’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπο, Αθήναι, 2010

 

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: Η μετανάστευση στις Η.Π.Α.  κατά το πρώτο μισό του  20ου  αιώνα


 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥΣτα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  7  Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 η κ. Μαρία  Παϊβανά – Καντίκα

Φιλόλογος-συγγραφέας

 με θέμα:   Η μετανάστευση στις Η.Π.Α.  κατά το πρώτο μισό του  20ου  αιώνα.

 (Μία προσέγγιση με βάση την Εφημερίδα «ΔΑΝΑΟΣ» και το ιδιωτικό αρχείο επιστολών μεταναστών της Αργολίδος).

Θα προβληθούν διαφάνειες με σπάνιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό και θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η Μαρία Παϊβανά- Καντίκα γεννήθηκε  στην Κόρινθο.  Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Κλασσικής Φιλολογίας) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1971-1975).

Πραγματοποίησε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών σπουδές στην Ευρωπαϊκή Μουσική και ανώτερες σπουδές στο κλασσικό τραγούδι (τάξη Σάββα Παπαχαντζόπουλου). Υπήρξε επί σειράν ετών στέλεχος των χορωδιών Κορίνθου και Ο.Τ.Ε. (μαέστρος  κ. Αλέκος Παπαγιαννόπουλος). Διορίσθηκε στην Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρέτησε σε Γυμνάσια και Λύκεια της χώρας επί 32 έτη (1977-2009), καθώς  και  στα  Γενικά  Αρχεία  του  Κράτους – Αρχεία Ν. Κορινθίας.

Ασχολείται από τα μαθητικά της χρόνια με την λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και εργασίες σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει εκδώσει το οδοιπορικό-ημερολόγιο «Βήματα στην Αἰολική καί Ἰωνική Γῆ» (Αθήνα 2008) και την ποιητική συλλογή «κύματα στα βότσαλα» (Αθήνα 2009). Κατοικεί στην Κόρινθο με τον σύζυγό της και την κόρη τους.

Read Full Post »

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, επιχρωματισμένη λιθογραφία. Σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel, δημοσιεύεται  στο λεύκωμα Excursion par terre dAthènes à Nauplie … Παρίσι. Το λεύκωμα μεγάλων διαστάσεων, 43 Χ 60 εκ. περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, καθώς και κείμενα του ιδίου.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Πελοπόννησος – Η Κιβωτός του Ελληνικού Πολιτισμού


 

Πελοπόννησος, η μεγαλύτερη και η νοτιότερη χερσόνησος της Ελλάδος και η νοτιότερη της Ευρώπης. Έχει έκταση 21.439 τ. χλμ. και διοικητικώς χωρί­ζεται σε επτά νομούς : Αργολίδας, Αρκαδίας, Αχαΐας, Ηλείας, Κορινθίας,  Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από την εποχή που για πρώτη φορά κατοικήθηκε η Πελοπόννησος, μέχρι σήμερα, ήταν πάντοτε ένας ζωτικός χώρος της ελληνικής γης. Δεμένη με την υπόλοιπη χώρα, αλλά με έντονα δικό της χαρακτήρα και γεωγραφική διαμόρφωση, ευνόησε μια πολύμορφη ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς όμως αυτός να χάσει την ενότητά του, ανοιχτή από πολύ νωρίς στο Αιγαίο, αλλά και στην Αδριατική, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, όπου ο ελληνικός Πολι­τισμός γεννήθηκε και διατηρήθηκε γνήσιος στην διάρκεια των αιώνων.

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κάθε περιοχή της Πελοποννήσου είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα εκείνα γνωρίσματα, που χαρακτήρισαν την ζωή και την τέχνη της στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Αργολίδα και η Κορινθία, σε άμεση επαφή με την κατ’ εξοχή ελληνική θάλασσα, που τις ένωνε με την ανατολή, ήταν πάντοτε οι προο­δευτικότερες περιοχές, εκείνες όπου οι καινούργιες ιδέες έπαιρναν χαρακτήρα ελληνικό και εξελίσσονταν διαρκώς σε νέες μορφές πολιτισμού. Η Αρκαδία, απομονωμένη στα βουνά της, δημιούργησε τον δικό της κόσμο και έμεινε πιστή στη δική της παράδοση: οι αρκαδικοί μύθοι και οι ιδιόρρυθμες αρκαδικές λατρείες διατήρησαν στα επόμενα χρόνια πανάρχαια στοιχεία, όπου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει τις ίδιες τις ρίζες του ελληνισμού.

Η Αχαΐα και η Ηλεία δεν απομονώθηκαν ποτέ από την ανατολή, δέχθηκαν όμως, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, περισσότερο τις επιδράσεις της Δύσης και δέθηκαν με την υπόλοιπη δυτική Ελλάδα και μέσω αυτής με τη βόρειο. Στη μεγάλη μεσσηνιακή πεδιάδα συνδυάστηκαν τα αργολικά στοιχεία με τις δυτικές επιδράσεις και η περιοχή έγινε το δεύτερο σε σπουδαιότητα κέντρο της Πελοποννήσου στα προϊστορικά αλλά και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, μέχρι την κατάκτησή της από τους Σπαρτιάτες.

Η Λακωνία τέλος δεν υπήρξε καθόλου μια κλειστή και συντηρητική περιοχή, που αδιαφόρησε για την τέχνη: από πολύ νωρίς μαρτυρούνται οι επαφές της με την Κρήτη, υπήρξε κέντρο μυκηναϊκό, και τα εργαστήριά της έγιναν ξακουστά κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου, επηρεαζόμενα έντονα μάλιστα, από ιωνικές επιδράσεις.

Η αρχαιολογική έρευνα έδωσε από την αρχή περισσότερο βάρος στην Πελοπόννησο, παρά σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας επαληθεύοντας την παράδοση στο μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι με σχετική σαφήνεια γνωρίζουμε τις πολιτισμικές φάσεις της από τα πρώιμα χρόνια της προϊστορίας έως το τέλος του αρχαίου κόσμου, ενώ συνεχώς νέα στοιχεία συνεχίζουν να μας αποκαλύπτουν πολύτιμες μαρτυρίες για τις περιόδους που άνηκαν πριν στην περιοχή του μύθου και που τώρα αποκτούν πλέον ιστορική υπόσταση. Οι τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή της Κυλλήνης – Κατακώλου, αλλά και στην ανατολική Ηλεία, βεβαίωσαν την ανθρώπινη παρουσία στην Πελοπόννησο ήδη από την Μέση Παλαιολιθική περίοδο (γύρω στο 10.000 π.Χ.). Μια σημαντική, πρόσφατη επίσης, ανακάλυψη για την απώτερη προϊστορία της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας είναι το σπήλαιο της Φράγχθης στην Ερμιονίδα, στο οποίο βρέθηκαν διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης εγκατάστασης από την παλαιολιθική έως και την νεολιθική περίοδο.

Η Νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται στην Πελοπόννησο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα από την προοδευτική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τη δημιουργία νόμιμων συνοικισμών και τη χρήση της κεραμικής. Στις επόμενες φάσεις ο αριθμός των νεολιθικών θέσεων της Πελοποννήσου αυξάνεται.

Στην Αργολιδοκορινθία, η Κόρινθος, η Γωνία, η Νεμέα, η Πρόσυμνα, η Λέρνα έδωσαν άφθονα νεολιθικά ευρήματα. Στην Αρκαδία, η Ασέα και τα Αγιωργίτικα. Νοτιότερα, στη Λακωνία και στη μεσσηνιακή Μάνη, το Κουφόβουνο, τελευταία το γνωστό σπήλαιο της Αλεπότρυπας στον Δυρό, η Καρδαμύλη και η Ζαρνάτα. Στη βόρειο Μεσσηνία η ακρόπολη της Μάλθης, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου η έρευνα βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της επιφανειακής ανίχνευσης. Στην Ηλεία τέλος η περιοχή του κάστρου του Χλεμούτσι και το Αρνοκατάραχο, κοντά στην Ολυμπία, έχουν δώσει στοιχεία για την ύπαρξη οικισμών.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Οπωσδήποτε η Πελοπόννησος δεν έχει να παρουσιάσει άνθιση πολιτισμού όμοια με εκείνη π.χ. του Διμηνιού, ακολουθεί όμως από πολύ κοντά την εξέλιξη, αποκτά ισχυρή νεολιθική παράδοση και στην επόμενη μεγάλη φάση της Προϊστορίας, την εποχή του χαλκού, στο έδαφός της κυρίως θα αναπτυχθεί ο λεγόμενος Ελλαδικός πολιτισμός. Στην Πελοπόννησο η πρώιμη φάση της πρώτης μεγάλης περιόδου της Χαλκοκρατίας, της Πρωτοελλαδικής απετέλεσε στην ουσία μια συνέχεια της τελευταίας νεολιθικής.

Η ακμή σημειώθηκε στην Πρωτοελλαδική (2500 – 2100 π.Χ.) με την ίδρυση κέντρων όπως η Λέρνα, η Τίρυνθα, οι Ζυγουριές, του Κοράκου, η Μάλθη, και με την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων. Στο τέλος αυτής της περιόδου μια αρκετά βίαιη αλλαγή είναι φανερή από τα αρχαιολογικά δεδομένα που μαρτυρούν εισβολές και μετακινήσεις, που πιθανότατα δεν είναι άσχετες με τη σύγχρονη μεγάλη καταστροφή που έχει διαπιστωθεί στις δυτικές και νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Τα φύλλα που κατοικούσαν την Πελοπόννησο πριν από το 2000 π.Χ. ήταν οι λεγόμενοι Πρωτοαχαιοί στην Αχαΐα, οι Καύσωνες στη Μεσσηνία και οι Πελασγοί στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής πλευράς της.

Λίγο μετά το 2000 π.Χ. άρχισε η κάθοδος των Πρωτοελλήνων από τις βορειότερες περιοχές της χώρας: οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αργολιδοκορινθία, στην Κυνουρία, στην Αχαΐα, στην Πισατίδα, στη βόρειο Τριφυλία, και οι Αρκάδες στη βόρειο και την κεντρική Αρκαδία, απ’ όπου και διέδωσαν τη διάλεκτό τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η κάθοδος και η εγκατάσταση των νέων φυλών στην Πελοπόννησο αυτήν την περίοδο, αλλού έγινε ομαλά και αλλού βίαια. Στην πυκνοκατοικημένη Αργολιδοκορινθία, καταστρέφονται η Λέρνα, η Τίρυνθα, η Ασίνη, οι Ζυγουριές και η Κόρινθος.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Στην Μεσσηνία έχει βεβαιωθεί η ύπαρξη τουλάχιστον δέκα πρωτοελλαδικών συνοικισμών με σπουδαιότερο αυτόν της Μάλθης. Στην Αρκαδία έχουν επισημανθεί συνοικισμοί στα Αγιωργίτικα, στην Ηραία και στην Ασέα. Στη Λακωνία κατοικήθηκε κυρίως η κοιλάδα του Ευρώτα και μαρτυρούνται σχέσεις με την Κρήτη. Στην Ηλεία τέλος, κατά μήκος της παραλίας της έχουν διαπιστωθεί πρωτοελλαδικές εγκαταστάσεις. Υπήρχαν σίγουρα επαφές με το Αιγαίο, σύμφωνα με τα κυκλαδικά ειδώλια που βρέθηκαν εκεί μαζί με οψιανό.

Οι δημιουργοί του Μεσοελλαδικού πολιτισμού θεωρούνται ως οι πρώτοι Έλληνες. Την υπόθεση αυτή βεβαιώνει η αδιάσπαστη συνέχεια στην εξέλιξη έως τα κλασσικά χρόνια και τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής και που πιστοποίησαν την ελληνικότητα των μεσοελλαδικών φυλών. Η Πελοπόννησος βρέθηκε στο κέντρο αυτής της δημιουργίας. Τα ευρήματα δείχνουν μια ευρεία εγκατάσταση, ιδιαίτερα στην Αργολιδοκορινθία και την Μεσσηνία αλλά και στην Ηλεία, στην Ολυμπία, στη Φεία και την Πίσσα. Στο τέλος αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση του ελληνισμού, τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και η Πελοπόννησος ήταν η περιοχή όπου κυρίως συντελέσθηκε αυτή η μεταμόρφωση.

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ.) η Πελοπόννησος έφθασε σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και έγινε ουσιαστικά το κέντρο του ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές επαλήθευσαν το θρύλο των πολύχρυσων Μυκηνών του Ομήρου και η περίφημη ακρόπολη της Αργολίδας υπήρξε το κέντρο της ακτινοβολίας, η περιοχή γύρω από την οποία πλάσθηκαν οι σπουδαιότεροι από τους μύθους της Πελοποννήσου. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι ο Όμηρος τον βασιλιά των Μυκηνών τραγούδησε ως αρχηγό των Ελλήνων, στην πρώτη μεγάλη εκστρατεία της ιστορίας τους, τον Τρωικό πόλεμο.

Οι δυο μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, των Περσιδών και των Πελοπιδών, από τους οποίους κατάγονται ο Ηρακλής και οι Ατρείδες, διαμορφώθηκαν από τους θρύλους της περιοχής των ανακτόρων των Μυκηνών και της Τίρυνθας και έτσι οι Μυκήνες έμειναν στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως το κέντρο της δόξας των προγόνων και όταν πια δεν είχαν γίνει παρά ένα ασήμαντο χωριό.

 

The Citadel of Mycenas.

 

Η μνημειώδης μυκηναϊκή αρχιτεκτονική υπήρξε η απαρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα ιστορικά χρόνια. Ο τύπος του ελληνικού ναού με τον πρόδομο, το σηκό και τον οπισθόδομο είναι μια παραλλαγή του μυκηναϊκού μεγάρου, της κατοικίας του βασιλιά. Δεύτερο μεγάλο μυκηναϊκό κέντρο υπήρξε η Μεσσηνία με το ανάκτορο του Εγκλιανού στην Πύλο που ταυτίσθηκε από τον ανασκαφέα του με το παλάτι του Νέστορα, του σοφού μεσσήνιου γέροντα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ένας μεγάλος αριθμός θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα, εγκατεσπαρμένων σε ολόκληρη την δυτική Μεσσηνία μαρτυρούν την ακμή της, που πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη της Αργολίδας. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα επισημάνει την θέση του ανακτόρου της Σπάρτης, δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία για την σπουδαιότητα της περιοχής κατά την μυκηναϊκή περίοδο.

Η τελευταία φάση της Μυκηναϊκής περιόδου (1400-1100 π.Χ.) ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής με την οργάνωση των ανακτόρων κα των πόλεων, την ανάπτυξη της γραφής και τις μνημειακές μορφές τέχνης. Από τον 14ο αι. π.Χ. άρχισε η εξάπλωση προς τη Δύση και την Ανατολή. Η Μεσόγειος υπήρξε ο μεγάλος δρόμος που έφερε τους Μυκηναίους στις ακτές της Ασίας και της Αφρικής. Ο Τρωικός πόλεμος δηλώνει συγχρόνως τη μεγάλη ισχύ και την αρχή  της παρακμής τους. Πίσω από τον μύθο της Ελένης της Σπάρτης και της αρπαγής της, κρύβεται μια πραγματική εκστρατεία των Αχαιών στις Β.Α. ακτές της Μικράς Ασίας γύρω στο 1200 π.Χ. Το σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα για τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι έγινε μια εκστρατεία, κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας εμφανίστηκαν ενωμένοι. Από την Πύλο έως την Ιωλκό και από την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα ξεκίνησαν οι Αχαιοί του Ομήρου και όλοι αυτοί αναγνώρισαν ως αρχηγό τους τον βασιλιά των Μυκηνών. Η παράδοση λοιπόν και η αρχαιολογική έρευνα συμφωνούν ως προς το κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Με την κάθοδο των Δωριέων τον 12ο π.Χ. αι. έρχεται και το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου και αρχίζει ο λεγόμενος Ελληνικός Μεσαίωνας ο οποίος θα διαρκέσει από τον 10ο π.Χ. έως τον 8ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύσσεται η κοινή εθνική συνείδηση και παράλληλα συνειδητοποιείται η κοινή καταγωγή και η λατρεία των θεών και των ηρώων-προγόνων.

Η παράδοση συνέδεσε τους Δωριείς με την επιστροφή των Ηρακλειδών, που κατέβηκαν από τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και πέρασαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο με τη βοήθεια των Αιτωλών. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Αχαΐα και την Ηλεία, ενώ οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Μετά τη Δωρική εγκατάσταση τα ισχυρότερα κράτη που σχηματίσθηκαν στην περιοχή ήταν της Κορίνθου, του Άργους και της Σπάρτης, αλλά και μικρότερης ισχύος, όπως στην Αρκαδία όπου δεν υπήρχε ενιαίο κράτος αλλά πόλεις συνδεδεμένες μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μαντινεία.

Στην δυτική Πελοπόννησο είχε ιδρυθεί το Αιτωλικό κράτος των Ηλείων, οι ανεξάρτητες έξι αιολικές πόλεις της μετέπειτα Τριφυλλίας και το κράτος της Πίσσας. Ως προς την Αχαΐα, από τα ομηρικά ακόμα χρόνια αυτή εχωρίζετο σε δυτική και ανατολική. Και η μεν ανατολική ονομάζετο Αιγιαλεία η δε δυτική ανήκε στους Ηλείους με τους οποίους ενώθηκαν οι Αιτωλοί και οι Αρκαδικοί Καύκωνες. Η Σπάρτη και το Άργος διεκδίκησαν από την αρχή την ηγετική θέση στην Πελοπόννησο. Το Άργος είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του την περιοχή της Αργολίδας, δηλαδή τις πόλεις Επιδαύρου, της Τροιζήνας, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, αλλά γρήγορα η επιρροή του εξαπλώθηκε μέχρι το Μαλέα και τα Κύθηρα.

Στην Κορινθία, η Κόρινθος (με την Σικυώνα και τον Φλιούντα) χάρη στην προνομιακή της θέση προσανατολίσθηκε από νωρίς προς το εμπόριο και την ίδρυση αποικιών και τέλος η Σπάρτη κυριαρχώντας στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα και έχοντας ιδρύσει τη Στενύκλαρο (η οποία καταλήφθηκε αργότερα από τους Αρκάδες) άρχισε σιγά σιγά να εξαπλώνεται προς την εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα την οποία και κατέκτησε μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν ολόκληρο περίπου τον 8ο π.Χ. αι.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αι. οι πελοποννησιακές πόλεις αναπτύσσουν μεγάλη αποικιακή δραστηριότητα, ιδίως προς την Δύση: οι Κορίνθιοι ίδρυσαν την Κέρκυρα από την οποία προήλθαν οι Συρακούσες στην Σικελία το 734 π.Χ., οι Σπαρτιάτες τον Τάραντα στην Κάτω Ιταλία το 707, ενώ Αχαιοί άποικοι είχαν ήδη ιδρύσει από το 721 και το 710 τη Σύβαρη και τον Κρότωνα.

Από τον 8ο π.Χ. αι. η Πελοπόννησος κατέκτησε την πρώτη θέση στη χαλκουργία με κέντρα το Άργος, τη Σπάρτη και την Κόρινθο. Το ιερό της Ολυμπίας, που έγινε με την καθιέρωση των Ολυμπιακών Αγώνων ένα από τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά, είναι το κατ’ εξοχήν ιερό των χαλκών αναθημάτων. Από τα ευρήματα των ανασκαφών μαθαίνουμε για την άνθηση της πελοποννησιακής χαλκουργίας κατά τη γεωμετρική και την αρχαϊκή εποχή. Οι ίδιες πόλεις υπήρξαν επίσης τα κέντρα των κεραμικών εργαστηρίων, από τα οποία εκείνο του Άργους γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πλευρά της καλλιτεχνικής ποιότητας, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της περιοχής στην τέχνη του πηλού.

Οι πρώτοι αιώνες της ελληνικής ιστορίας υπήρξαν επίσης η εποχή της διαμόρφωσης της θρησκείας του Δωδεκάθεου. Στην Πρόσυμνα η Ήρα λατρεύτηκε στην θέση της παλαιότερης θεάς και στην Ολυμπία διαδέχθηκε τη θεά Γη. Στις Αμύκλες, χωρίς να παραμερισθεί ο Υάκινθος, καθιερώθηκε η λατρεία του Απόλλωνα. Σε αυτά τα πρώιμα χρόνια οι τοπικές λατρείες είχαν μεγά­λη διάδοση, ιδιαίτερα στην Αρκαδία, άπου γενικότερα η θρησκευτική ζωή ακολούθησε ένα ξεχωριστό δρόμο με πολύ μυστηριακό χαρακτήρα.

Τον 7ο π.Χ. ο Φείδωνας έκοψε για πρώτη φορά νόμισμα στο Άργος και οδήγησε την πόλη σε μεγάλη ακμή αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η σύγκρουση με την αιώνια αντίπαλο πόλη, τη Σπάρτη. Η οριστική επιβολή της Σπάρτης και η αναγνώρισή της ως ηγετικής δύναμης στην Πελοπόννησο έγινε μόνο έναν αιώνα αργότερα, αφού δηλαδή συνέτριψε τη Σικυώνα και οργάνω­σε την πρώτη συμμαχία των πελοποννησιακών Πόλεων υπό την αιγίδα της στα μέσα τον 6ου π.Χ. αι.

Έως τις  αρχές του 6ου π.Χ. αι. η Κόρινθος κυριαρχούσε στις αγορές της Ανατολής και της Δύσης με τα κεραμικά προϊόντα της, η Αθήνα όμως διεκδίκησε αυτήν την πρωτοκαθεδρία και τελι­κά πέτυχε να την εκτοπίσει, γεγονός που είχε ως φυσιολογικό επακόλουθο την οριστική παρακμή της Κορίνθου. Την ίδια περίοδο αμείωτη συνεχίσθηκε και η άνθηση των εργαστηρίων της πλαστικής και της χαλκουργίας των πελοποννησιακών εργαστηρίων έξοχα δείγματα των οποίων είναι το σύνταγμα του Κλεόβη και του Βίτωνα και ο Κούρος της Τεγέας.

Στην αρχιτεκτονική, στη διαμόρφωση της οποίας η Πελοπόννησος είχε ηγετική θέση, σπουδαίες δημιουργίες της πορείας για την αναζήτηση της τελειότητας του ρυθμού αποτελούν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνος στην Κόρινθο και του ναού της Ήρας στην Ολυμπία.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

Ο 5ος αιώνας, η εποχή της μεγάλης δόξας του Ελληνισμού, ήταν εποχή ακμής και για την Πελοπόννησο, η συμμετοχή της οποίας στα διάφορα ιστορικά γεγονότα υπήρξε πρωταρχικής σημασίας. Κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων από το 490 (μάχη του Μαραθώνα) μέχρι το 479 (μάχη των Πλαταιών) οι πελοποννησιακές πόλεις, και ιδίως η Σπάρτη, παραμερίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ τους και με την Αθήνα, βοήθησαν με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Μήδων. Στην άτυχη αλλά ένδοξη μάχη των Θερμοπυλών η τιμή αποδόθηκε ολόκληρη στους πελοποννήσιους, που αντιπροσωπεύθηκαν από τον ολιγάριθμο στρατό του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Αλλά η ένωση των ελληνικών πόλεων δεν κράτησε για πολύ μετά τα μηδικά.

Ακολούθησε μια περίοδος 50 χρόνων κρυφού ανταγωνισμού μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης η οποία οδήγησε στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που υπήρξε η αρχή του τέλους του αρχαίου ελληνισμού. Ο 4ος αιώνας άρχισε με το λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-387), στον οποίο η Σπάρτη με βασιλιά τον Αγησίλαο αντιμετώπισε και νίκησε τις ενωμένες δυνάμεις των Αθηναίων, Θηβαίων, Koρινθίων, Αργείων και Θεσσαλών. Έτσι μετά το 379 η Σπάρτη εμφανίζεται πάλι, στην ηγετική θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Η κυριαρχία της όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Η αντίθεση με τους Θηβαίους, οι οποίοι επίσης επεδίωξαν την ηγεμονία της Ελλάδας, οδήγησε σειρά συγκρούσεων στις οποίες η σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή συνετρίβη οριστικά. Η ταπείνωση της Σπάρτης τονίσθηκε ακόμα περισσότερο με την ίδρυση στις παρυφές του λακωνικού κράτους της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Οι αλλεπάλληλοι αυτοί πόλεμοι εξασθένησαν την Πελοπόννησο και έτσι όταν η νέα ανερχόμενη δύναμη του ελληνισμού, οι Μακεδόνες, επιχείρησαν την ανάληψη της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, η Πελοπόννησος δεν μπόρεσε να την εμποδίσει. Μετά την αποφασιστική για την τύχη της Ελλάδας μάχη της Χαιρώνειας (338), ο Φίλιππος οργάνωσε συμμαχία πολλών πελοποννησιακών πόλεων (Αργείοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες) εναντίον της Σπάρτης και απέσπασε από αυτήν πολλές περιοχές τις οποίες απέδωσε στους Αργείους, τους Τεγεάτες και τους Μεσσήνιους, στους οποίους ανήκαν αρχικά. Οι πελοποννησιακές (πλην της Σπάρτης), αλλά και οι άλλες ελληνικές πόλεις, αναγκάσθηκαν στο συνέδριο της Κορίνθου να αναγνωρίσουν την μακεδονική κυριαρχία και να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Περσίας. Στους αγώνες που ακολούθησαν μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου η Πελοπόννησος πολλές φορές έγινε πεδίο μαχών και συγκρούσεων και πλούσιες περιοχές της όπως η Αργολίδα και η Ήλιδα συχνά λεηλατήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πόλεμων, στους δυο αυτούς αιώνες της κλασσικής εποχής, η τέχνη έφθασε στην ακμή της και η Πελοπόννησος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτό. Τα γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία υπήρξαν η πρώτη έκφραση της κλασσικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα στον Παρθενώνα. Οι μεγάλοι ναοί, που οικοδομήθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής: ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ναός των Βασσών στην Φιγαλία, ο ναός της Αθηνάς στην Τεγέα και ο ναός της Ήρας στο Άργος.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η ίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης των ενωμένων πελοποννησιακών πόλεων, γεγονός που επέφερε την σύγκρουση με τους Μακεδόνες κατακτητές. Παράλληλα αυξήθηκε και πάλι η σπαρτιατική δύναμη με τις μεταρρυθμίσεις των βασιλέων Άγιδος Δ’ και Κλεομένη Γ’, αλλά η άνοδος αυτή αντί να οδηγήσει σε μια ένωση ολόκληρης της Πελοποννήσου εναντίον των Μακεδόνων, αντίθετα οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης και έτσι η Σπάρτη νικήθηκε με την βοήθεια των Μακεδόνων και δεν μπόρεσε να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμή της.

Η πρώτη ήτα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 197 σήμαινε το τέλος της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική αδυναμία και έξυπνα υποκίνησαν διάφορες διασπαστικές κινήσεις, ώστε να εκμηδενισθούν οι προσπάθειες της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του τελευταίου ελληνικού προπυργίου, η οποία την εποχή αυτή με τον Φιλοποίμενα έδινε τον ύστατο αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Το 168 υπέταξαν οριστικά την Μακεδονία και 22 χρόνια αργότερα, αφού προηγουμένως πέτυχαν την αποστασία πολλών πόλεων από την Συμπολιτεία, κατέβαλαν και κατέστρεψαν την Κόρινθο, οδηγώντας έτσι στο τέλος του όχι μόνο τον πελοποννησιακό αλλά και ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Μετά την ίδρυση από τους Ρωμαίους της επαρχίας της Αχαΐας, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Στερεά, μόνο η Σπάρτη, με το Κοινό των Ελευθερολακώνων, κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της. Η Κόρινθος, ρωμαϊκή πλέον πόλη μετά την αναστήλωσή της έγινε το διοικητικό κέντρο της υποταγμένης Ελλάδας. Γενική παρακμή στις εκδηλώσεις ζωής και του πνεύματος, μείωση του εμπορίου, περιορισμός στην καλλιέργεια της γης, έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας χαρακτήρισαν την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής στην Πελοπόννησο όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στην αποφασιστική για την διαμόρφωση του ρωμαϊκού κράτους ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), η Σπάρτη πολέμησε στο πλευρό του Αυγούστου και αυτός αργότερα ευεργέτησε την Πελοπόννησο: η Σπάρτη μάλιστα κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. Ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αι. περιγράφει τα μεγάλα ιερά και πόλεις σε βαθιά παρακμή, αλλά η σύγχρονη ζωή διατηρείτο στους συνοικισμούς και στις μικρές πόλεις.

Η περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις σεισμικές δονήσεις, θα δοκιμασθεί συχνά και κυρίως στον μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ. Με τις καταστροφές αυτές, συμπληρωμένες από τις τρομερές βαρβαρικές επιδρομές κλείνει ο 4ος μ.Χ. αι. και μαζί του και ο αρχαίος κόσμος δίνοντας την θέση του στην νέα κοσμοθεωρία, τον Χριστιανισμό.

Κέντρα του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο ήταν η κοινότητα της Κορίνθου, που είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο, η Πάτρα όπου είχε μαρτυρήσει ο Απόστολος Ανδρέας και η Σπάρτη. Νέα εποχή εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Πελοπόννησος πλέον ανήκει στην επαρχία του Ιλλυρικού. Δυο γεγονότα σφραγίζουν τα τελευταία χρόνια του 4ου αι: Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 και οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου το 395 που αφού καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και την Σπάρτη, ηττώνται τελικά στην Φολόη από τον στρατηγό Στηλίχωνα.

Οι βαρβαρικές επιδρομές (Βάνδαλοι, Ούννοι) θα συνεχισθούν κατά την διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να οχυρώσει την Κόρινθο η οποία δοκιμάζεται σκληρά από επιδρομές και σεισμούς. Ο 9ος και ο 10ος αι. είναι αιώνες δοκιμασιών για την Πελοπόννησο, που υφίσταται τις επιθέσεις Αράβων και Βουλγάρων.

Οι Άραβες, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης (827), την κάνουν ορμητήριο και ταλαιπωρούν τις πελοποννησιακές ακτές με αλλεπάλληλες επιδρομές. Η βουλγαρική απειλή γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη επί Σαμουήλ, όταν το 996, η ορμητική του κάθοδος καταλήγει στην Πελοπόννησο. Πάρ’ όλα ταύτα η Κόρινθος αντιστέκεται και λίγο αργότερα οι Βούλγαροι ηττώνται από τον Νικηφόρο Ουρανό.

Ο 12ος αι. χαρακτηρίζεται από νέες καταστρεπτικές επιδρομές, που επιχειρούν οι Νορμανδοί, ο νέος εχθρός που έρχεται από τη Δύση. Ο Ρογήρος ο Β’ λεηλατεί την Πελοπόννησο, καταλαμβάνει την Κόρινθο και παίρνει αιχμάλωτους, κυρίως υφαντουργούς, που μεταφέρει και εγκαθιστά στην Σικελία. Η παραχώρηση από τους Κομνηνούς εμπορικών προνομίων στους Βενετούς φέρνει τους τελευταίους και στα πελοποννησιακά λιμάνια, την Κόρινθο, τη Μεθώνη, την Πάτρα, το Ναύπλιο κ.α.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Η γενική κατάσταση που χαρακτηρίζει ολόκληρη την αυτοκρατορία, πριν από την φράγκικη κατάκτηση επικρατεί και στην Πελοπόννησο. Ο κεντρικός έλεγχος ατονεί και η λαϊκή τάξη, έρμαιο της αυθαιρεσίας των κρατικών υπαλλήλων, απροστάτευτη από τις πειρατικές επιδρομές και θύμα της βαριάς φορολογίας, δοκιμάζεται εντονότερα και υφίσταται τις συνέπειες της παρακμής.

Ωστόσο η Πελοπόννησος, στους τελευταίους αιώνες πριν την Φραγκοκρατία, παρ’ όλους τους εχθρούς που την ταλαιπώρησαν, είχε μια αξιόλογη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη, με σπουδαιότερο κέντρο την Κόρινθο που είχε αναπτύξει διάφορες βιοτεχνίες, ανάμεσα στις οποίες σημαντικότερη ήταν η υφαντουργία και η μεταξουργία. Η Πάτρα, πλούσια και ευημερούσα, το Άργος, το Ναύπλιο, η Μονεμβάσια, καθώς και άλλες μικρότερες πόλεις όπως η Αρκαδία κοντά στην Κυπαρισσία, η Μαντίνεια της Λακωνικής, που φημιζόταν για τα κρασιά και το μετάξι της, η Λακεδαιμονία που κτίσθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, η Βοστίτσα (Αίγιο), η Μεθώνη και η Κορώνη.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα πως ενώ η πνευματική άνθιση την εποχή αυτή περιορίζεται κυρίως στον θεολογικό τομέα, το πλήθος των βυζαντινών εκκλησιών, των αιώνων αυτών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ευαισθησία.

Με την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους το 1204 και την εισαγωγή του δυτικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος της φεουδαρχίας, η Πελοπόννησος θα αποτελέσει ένα από τα φεουδαρχικά κρατίδια της διασπασμένης αυτοκρατορίας και μάλιστα το καλύτερα οργανωμένο.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Ιδρυτές της Φράγκικης ηγεμονίας της Πελοποννήσου θα είναι οι Γάλλοι με τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Η έλλειψη αρχηγού και οργανωμένης βυζαντινής στρατιωτικής δύναμης θα δώσει τη δυνατότητα στους Γάλλους να καταλάβουν με σχετική ευκολία πολλές πόλεις όπως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Ανδραβίδα κ.α., η κατάκτηση όμως του εσωτερικού της περιοχής θα παρουσιάσει δυσκολίες γιατί προβάλλεται αξιόλογη αντίσταση σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ήλιδα και στην Αρκαδία.

Ο σπουδαιότερος από τους Γάλλους κατακτητές θεωρείται ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος, αξιόλογος πολιτικός και στρατιωτικός που θα συνεχίσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία, εκτός από ορισμένες περιοχές και οχυρές θέσεις θα περιέλθει στην εξουσία του.

Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάσθηκε το φράγκικο κράτος της Πελοποννήσου, χωρίσθηκε σε 12 βαρονίες: της Καλαμάτας, της Άκοβας, της Καρύταινας, της Πάτρας, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, της Βελιγοστής, του Νυκλίου, της Γρίτσαινας, του Γερακιού και του Πασσαβά. Η οργάνωση του πριγκιπάτου ήταν καθαρά στρατιωτική: οι φεουδάρχες, που βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, έκτισαν οχυρωμένους πύργους στα φέουδά τους και έφεραν ήθη της Δύσεως στο ελληνικό έδαφος, ενώ η ηγεμονική αυλή χαρακτηριζόταν για την λαμπρότητα, την κομψότητα και το άψογο ιπποτικό της πνεύμα. Ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει να επεκτείνει τα σύνορα του πριγκιπάτου πέρα από την Πελοπόννησο αλλά θα αποτύχει και η αποτυχία του αυτή θα σημάνει την αρχή της παρακμής του πριγκιπάτου, ενώ παράλληλα θα προκαλέσει την απαρχή της σταδιακής επανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Βυζαντινούς.

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 ο Γουλιέλμος θα αιχμαλωτισθεί από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και θ’ αναγκασθεί να παραδώσει στους βυζαντινούς τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Αυτά τα κάστρα και ιδίως ο Μυστράς, θα αποτελέσουν αργότερα το ορμητήριο για την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους βυζαντινούς. Η τελευταία αυτή ελληνική βάση, αφού επί 50 σχεδόν χρόνια (1262-1308) διοικείται από στρατηγό, αποκτά, μετά το 1308, μόνιμο διοικητή με τον τίτλο του Δεσπότη που θα διοικεί το Δεσποτάτο του Μορέως, όπως θα ονομασθεί το ελληνικό κράτος της Πελοποννήσου.

Η οικογένεια των Κατακουζηνών πρώτα και αργότερα αυτή των Παλαιολόγων θα αναλάβουν την διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. Το Φράγκικο πριγκιπάτο μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου θα παρακμάσει και θα διαλυθεί από τις επιδρομές των Τούρκων, πλην των βενετικών κτήσεων της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου που θα πέσουν τελικά το 1540. Οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο έγιναν το 1379, 1400 και 1401 και προετοίμασαν το έδαφος για την ολοκληρωτική κατάκτηση της περιοχής, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες αντίστασης των Βυζαντινών και των Φράγκων.

 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 

Οι Παλαιολόγοι της Πελοποννήσου, στις αρχές του 15ου αιώνα θα οχυρώσουν την περιοχή του ισθμού με το περίφημο τείχος του Εξαμυλίου με σκοπό να αποτρέψουν τις τούρκικες επιδρομές. Οι τούρκοι όμως με αρχηγό τον Τουραχάν εύκολα θα εξουδετερώσουν αυτό το εμπόδιο το 1423 και θα κατακτήσουν το Δεσποτάτο φόρου υποτελές στον σουλτάνο Μουράτ Β’.

Το 1443 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας) έγινε Δεσπότης του Δεσποτάτου αλλά οι προσπάθειές του να οχυρώσει την Πελοπόννησο, δεν σταμάτησαν τον σουλτάνο Μουράτ ο οποίος το 1446 παγίωσε την τουρκική κυριαρχία σε ολόκληρη την Β. Πελοπόννησο. Μετά την αναχώρηση του Κωνσταντίνου για την Κωνσταντινούπολη το 1449 και την άλωση της πόλης το 1453 την Πελοπόννησο μοιράσθηκαν, ως φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση επεκράτησε στην Πελοπόννησο μεγάλη αναστάτωση, ανταρσίες Αλβανών και Μανιατών και τούρκικες εισβολές που τελικά έληξαν με την εκστρατεία του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ στην περιοχή το 1458-60. Σοβαρές επιπτώσεις στην ιστορία της Πελοποννήσου είχαν οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν: στον πρώτο (1463-79) έλαβαν μέρος πολλοί πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί και επίλεκτα σώματα Ελλήνων και Αλβανών Stradioti.

Μετά τη λήξη του πολέμου που ακολούθησαν οι πρώτες ομαδικές έξοδοι των Πελοποννησίων προς τα γειτονικά Επτάνησα και προς την Κρήτη. Ο 2ος βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1502) είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από τους Τούρκους της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου. Το 1537 ο 3ος βενετοτουρκικός πόλεμος επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς προκαλεί νέα έξοδο των Πελοποννησίων προς τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κάτω Ιταλία αυτή την φορά, όπου ιδρύθηκαν ελληνικές παροικίες στη Σικελία και στη Νεάπολη.     

 

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Πηγή


  • Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, χαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου – (View of Corinth).  Στη μέση διακρίνονται τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα και στο βάθος υψώνεται το φρούριο του Ακροκορίνθου.

Read Full Post »

O αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Xαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

View of the ruins of  the temple of Apolloin Corinth. Χαλκογραφία: J.D. Le Roy, Les ruines des plus beaux monuments dela Grèce, considérées du coté du I’Histoire et de l’ Architecture. Παρίσι , 1770

Read Full Post »

Μάχη των Δερβενακίων –  Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)


 

Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.

Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.

Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.

Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:

 «Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».

Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.

Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.

Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.

Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.

Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.

 

Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους, Αλέξανδρος Ησαΐας

 

Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.

Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.

Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.

Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.

Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων  Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.

 

Στα στενά των Δερβενακίων, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

 

Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.

Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.

Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Βιβλιογραφία


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.
  • Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.
  • Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.
  • Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.
  • Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.
  • Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

 

Πηγή


 

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Older Posts »