Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κώστας Δανούσης’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής (1778-1865)


 

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Αναστασίου Θεοτόκης [1] γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778 και ήταν απόγονος του κλάδου των Νταβιάτσο (Daviazzo ή Οκταβιανών, από τον πρόγονό τους Ottavio) της ιστορικής αυτής οικογένειας.

Φαίνεται ότι έτυχε επιμελημένης παιδείας σε σχολείο Λατίνων κληρικών και απόκτησε συστηματικές νομικές γνώσεις. Πολύ μικρός κα­τατάχθηκε στο στρατό της Βενετίας, στο επίλεκτο σώμα των Δαλματών, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. To 1800 ο Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης των Ιονίων νή­σων Σπυρίδων Θεοτόκης τον διόρισε υπασπιστή του και του ανέθεσε σημαντικές εμπιστευτικές αποστολές. Το 1805, όταν παντρεύτηκε, εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατεύματος.

Ιωάννης - Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Πολύ ενωρίς έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και Έφορος της στο νησί του. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης εγκατέλειψε την οικογέ­νειά του στην Κέρκυρα, κατέβηκε στο Μοριά, έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις και το 1824 διορίστηκε Υπουργός του Δικαίου. Ήταν εκ των πρώτων που υπέδειξαν την υποψηφιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως πολιτικού αρχηγού της Ελλάδας. Αντέδρασε, όμως, στην υποβολή του αιτήματος προστασίας που το 1825 υποβλήθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της επαναστατημένης Ελλάδας προς την Αγγλία, χαρακτηρίζοντάς την σε επιστολή του προς τον Ανάργυρο Πετράκη ως «συμφωνητικόν της πωληθεί­σης Ελλάδος». Η επιστολή κατασχέθηκε και ο Θεοτόκης καθαιρέθηκε από το υπουργικό του αξίωμα και φυλακίστηκε στο Μπούρτζι, απ’ όπου θα υποβάλει στην κυβέρνηση αναφορά – υπόδειγμα εθνικής και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το Μάιο του 1825 θα ενεργήσει για την ίδρυση Μασονικής Στοάς στο Ναύπλιο με στόχο «ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος». Η Στοά, η πρώτη στην Ελλάδα, θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει τουλάχιστον έως το 1826. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μασονικές Στοές εκείνη την εποχή ήταν εστίες φιλελεύθερων ιδεών και από τέτοιες -φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές – ενεφορείτο και ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης. Στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Ιωάννη Κωλέτη, με τον οποίο είχε πυκνή αλληλογραφία (μέρος της σώζεται στο Αρχείο Κωλέτη στην Ακαδημία Αθηνών).

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και έως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων απελευθέρωσης των Ιονίων νήσων και της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα, κάτι που ευτύχησε να προλάβει να δει να πραγματοποιείται.

Το Οθωνικό καθεστώς τον διόρισε το 1839 Διοικητή Τήνου [2], ενώ αργότερα, μετά τη μεταβολή του 1843, διορίστηκε Γερουσιαστής. Το 1857, για λόγους υγείας αποσύρθηκε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1865.  Τιμήθηκε με Αριστείο Ανδρείας και το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν φλογερός πατριώτης και βαθιά θρη­σκευόμενο άτομο. Παρά το γεγονός ότι ενεφορείτο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, τις οποίες ποτέ δεν έκρυψε, εντούτοις προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποστηριχτής της πολιτικής του βασιλιά Όθωνα.

Η υπηρεσία του στην Τήνο συνδέεται με δυο σοβαρά συμβάντα:

(α) Την κλοπή της εικόνας του Ευαγγελισμού στις 15.12. 1842, ζήτημα που το χειρίστηκε με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Πολύ σημαντική υπήρξε η σχετική αναφορά του προς την κυβέρνηση, στην οποία ο Θεοτόκης, εν παρενθέσει, υμνεί το έργο του Ιερού Καταστήματος [3].

(β) Την κάθοδο των Ιησουϊτών μοναχών από τον οικισμό Εξώμβουργο, κά­τω από το Κάστρο, στα Λουτρά. Ο Θεοτόκης αντέδρασε σθεναρά γιατί έβλε­πε στην προσπάθεια αυτή απόπειρα προσηλυτισμού [4].

Το καλοκαίρι του 1841 φιλοξένησε στην Τήνο το γιο του Σπυρίδωνα με τη σύζυγο του Jane Elizabeth Digby (1807-1881) [5], θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, και το γιο τους Λεωνίδα.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Μαρμορά με την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Μιχαήλ – Ερρίκο (1807), ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, τον Ανδρέ­α – Νικόλαο (1808), τη Μπελίνα (1809) και το Σπυρίδωνα (1811). Ο Ανδρέας – Νικόλαος απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία ο Γεώργιος (1844 – 1916) διετέλεσε τέσσερες φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1899 – 1901, 1903, 1903 – 4, 1905 – 09). Η κόρη του Γεωργίου Θεοτό­κη, Ζαΐρα, υπήρξε μητέρα του πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωρ­γίου Ράλλη (1918- 2006).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τον Ιωάννη – Βαπτιστή Θεοτόκη βλέπετε Λαυρεντίου Βροκίνη, Βιογραφικά σχεδιάρια των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Κερκυραίων, τεύχος Α’, σελ. 121· Δ. – Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τόμος A’ 1819 – 1825, Αθή­ναι 1901, ειδικότερα σελ. 576 – 79 και 678 – 9· Eugéne Rizo Rangavé, Livre dOr de la Noblesse lonienne. Corfou, «Eleftheroudakis». Athenes 1925. pp. 243 – 245- Νικο­λάου Σακελλίωνος – Σταύρου Φιλιππίδη, Ιστορία του εν Τήνω ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας, Εν Ερμουπόλει Σύρου 1928, σελ. 86 επόμ. και ιδία 112 – 123· Σταύρου Χ. Σκοπετέα, «Μυστικαί Εταιρείαι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πε­λοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1958), σελ 277 – 298· Κώστα Δαφνή, «Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής. Βιογραφία – προσωπογραφίες», Κερκυραϊκά Χρονικά 11 (1965)· Σπύρου Θεοτόκη, «Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης», ό.π., και Γεωργίου Ράλλη, Γεώρ­γιος Θεοτόκης. Ο άνθρωπος του μέτρου, «Ελληνική Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1986. σελ. 13 – 23 (Σ.Μ.).

[2] Ο Θεοτόκης δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε γραφειοκράτης που στελέχωνε το διοικητικό μηχανισμό του νεοσύστατου κράτους, αλλά μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής Παλιγγενεσίας. Στην Τήνο, ως Διοικητής του νησιού, ε­πιτέλεσε σημαντικό έργο, κυρίως με τις παρεμβάσεις του στη λειτουργία του Ιε­ρού Καταστήματος της Ευαγγελιστρίας. Βέβαια, όταν έφτασε στην Τήνο ο Θεο­τόκης, ο δημόσιος χαρακτήρας του Ιερού Καταστήματος είχε επιβληθεί, όμως είχε ακόμη μεγάλα περιθώρια παρέμβασης. Τέλος, η παραμονή του στο νησί συνέπε­σε με την κλοπή της εικόνας του Ευαγγε­λισμού στις 15.12. 1842 και είναι βεβαιωμένες οι σύντονες, και αποτελεσματικές ενέργειές του, για σύλληψη του δράστη και την ανεύρεση της εικόνας, αλλά και για την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στο πανελλήνιο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κερκυραίος πολιτικός προσπάθησε να προσδώσει επίσημο χαρακτήρα στην επανεύρεση της εικόνας με παρέμβασή του στην Ιερά Σύνοδο. Εξάλλου είναι αυτός που αμέσως μετά την επιστροφή της εικόνας στο ναό μίλησε για «Δεύτερη Εύρεση», κάτι που ποτέ δεν έγινε τελείως αποδεκτό από την κοινωνία της πόλης.

[3] Η αναφορά αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε από τους Νικόλαο Σακελλίωνα και Σταύρο Φιλιππίδη στο βιβλίο τους Ιστορία του εν Τήνω ιερού ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας. Ερμούπολις 1928, σελ. 112-119, σώζεται σε αντίγραφο στο Αρχείο του ΠΠΕΤ. Πρόσφατα εντοπίσαμε και το πρωτότυπο στα ΓΑΚ. Μια πρώτη αντιπαρα­βολή πιστοποιεί την ακρίβεια της αντιγραφής.

[4] Η κάθοδος των Ιησουϊτών στα Λουτρά, ενώ ήταν μια λογική προσπάθεια μετά την ερήμωση της περιοχής, εντούτοις αντιμετώπισε αντίδρασης τόσο από τους τελευταίους καθολικούς κατοίκους του Εξωμβούργου (και τον Καθολικό επίσκοπο Τήνου) όσο και από τις κρατικές αρχές. Το όλο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις ιδεολογικές στάσεις και νοοτροπίες της εποχής. Έχουμε συγκεντρώσει πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο ευελπιστούμε σύντομα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα.

[5] Η Jane Elizabeth Digby (1807 – 1881), θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, υπήρξε μια από τις γυναίκες που τάραξαν την κοινωνική ζωή της Ευρώπης. Ήταν πλούσια, όμορφη, δυναμική και, κυρίως, διψασμένη για αγάπη. Το 1824 παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Edward Law, 2nd βαρόνο (μετέπειτα λόρδο) Ellenborough, από τον οποίο χώρισε το 1830. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μόναχο, όπου υπήρξε ερωμένη του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας (πατέρα του Όθωνα της Ελλάδος) και το 1832 παντρεύτηκε τον βαυαρό βαρόνο Karl von Venningen. Σύντομα, πιθανότατα το 1835, ερωτεύθηκε ένα νεαρό Έλληνα που βρέθηκε στην αυλή της Βαυαρίας, το Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1811-1870), γόνο ευγενούς κερκυραϊκής οικογένειας, χωρίς όμως εισοδήματα. Γνωρίστηκαν σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, όπου ο νεαρός Θεοτόκης φορούσε την εθνική του ενδυμασία. Ήδη από το Μάρτιο του 1839 στη Γαλλία με το Θεοτόκη, με τον οποίο απόκτησε ένα παιδί το Λεωνίδα (21.9.1840). Το καλοκαίρι του 1841 το ζεύγος Θεοτόκη ήλθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Τήνο, όπου ο πατέρας Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν Διοικητής του νησιού.

Φαίνεται ότι κατά την παραμονή της στην Τήνο η νεαρή Αγγλίδα περιηγήθηκε το νη­σί, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του και φιλοτέχνησε σκίτσα από την καθημερινή του ζωή. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1842, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα κτήματα της οικογένειας Θεοτόκη στους Λουκάδες της Κέρκυρας και το 1843 μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου η Jane αναστάτωσε τη ζωή της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κρά­τους. Όταν η Jane διαπίστωσε απιστίες του συζύγου της (1846), τον χώρισε και μετέ­βη στην Ιταλία, όπου ο μικρός Λεωνίδας σκοτώθηκε σε ατύχημα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου υπήρξε ερωμένη του βασιλιά Όθωνα και του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Μετά σειρά περιπετειών η Jane Digby το 1853 θα βρεθεί στη Συρία, όπου θα ερωτευθεί, και τελικά θα παντρευτεί, τον Sheikh Medjuel el Mezrab, με τον ο­ποίο θα ζήσει ευτυχισμένη έως το τέλος της ζωής της. Ο Σπυρίδων Θεοτόκης, μετά το διαζύγιό του, πήγε στην Ιταλία, άλλαξε πολλές ερωμένες, παντρεύτηκε δύο ακόμη φο­ρές και πέθανε σχετικά νέος στη Ρωσία όπου είχε τοποθετηθεί πρόξενος. Για την πε­ριπετειώδη ζωή της Jane βλέπετε: (α) Edmond About, La Gréce contemporaine, Paris 1863₅, pp. 81 – 91 [XII: Histoire des deux grandes dames étrangères qui s᾽étaient fixées en Grèce], (β) Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Αι Αθήναι του Όθωνος: Τζέννυ Θεοτόκη, «Σιδερής», Αθήναι 1925, και (γ) Lovell, Mary S., A Scandalous Life: A Biography of Jane Digby (1995) [Ελληνική μετάφραση της Μαρίας Παππά: Μια σκανδαλώδης ζωή: Η βιογραφία της Τζάν Ελίζαμπεθ Ντίγκμπι – Θεοτόκη, «Νέα Σύ­νορα», Αθήνα 1997] (Σ. Μ.).

 

Κώστας Δανούσης

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 14, 2014.

 

Read Full Post »

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο (Πρόδρομη ανακοίνωση) Κώστας Δανούσης


  

Η μνήμη του παρελθόντος και ιδιαίτερα του ενδόξου κλέους των προγόνων απο­τέλεσε από τα χρόνια της απώτερης αρχαιότητας βασικό στοιχείο συνέχειας -και ενότητας- μιας φυλής, ενός έθνους. Η αναφορά στις κοινές ρίζες, στις κοινές περιπέτειες, στις μεγάλες νίκες και στις συμφορές, λειτούργησε πάντοτε συνεκτικά και επέτρεπε, σαν είδος ψυχικού και πνευματικού εφαλτηρίου, την κοινή όραση και όραμα του μέλλοντος. Έτσι λοιπόν, από τους πρώτους ιστορικούς τουλάχιστον χρό­νους, ο άνθρωπος θα επινοήσει το «σήμα μνήμης», το μνημείο, ως σημείο κοινής αναφοράς, φορτωμένο όμως με μεγάλο ιδεολογικό βάρος. Το μνημείο δε θα αρκε­στεί να υπενθυμίζει στους μεταγενεστέρους ότι «τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», αλλά θα φιλοδοξεί να δίνει κατευθύνσεις για το μέλλον, σηματοδοτώ­ντας την κοινή πορεία, την κοινή ταυτότητα, το κοινό αύριο, ό,τι δηλαδή συνέχει τις κοινωνικές ομάδες στη διαιώνια πορεία τους.

«Θα αρχίσω από τους προγόνους μας», τόνισε ο Περικλής του Ξανθίππου, όταν στις αρχές του πελοποννησιακού πολέμου, ορίστηκε να κάνει τον έπαινο των νεκρών. «Δίκαιο και σωστό σε μια τέτοια ώρα να τους κάνουμε την τιμή της μνήμης. Γιατί από γενιά σε γενιά οι ίδιοι πάντα έζησαν σ’ αυτή τη γη και χάρη στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη», συνέχισε ο μεγάλος Αθηναίος πολιτικός. Αυτό επαναλαμβάνουμε και ᾽μεις αιώνες τώρα. Αυτό θέλησαν να πουν και οι Έλληνες της Παλιγγενεσίας, ευθύς ως το Γένος αιμόφυρτο βγήκε από τις φωτιές και τους καπνούς του Αγώνα. Ευθύς ως μπόρεσε να ανασάνει από τον πολύχρονο τιτάνιο αγώνα του για λευτεριά και δικαιοσύνη. Και ήταν επόμενο το Ναύπλιο, το «άτι του Μοριά», όπως προσφυώς έλεγε ο Γέρων Κολοκοτρώνης, να βγει μπροστά σε αυτή την προσπάθεια. Σε αυτή την πόλη, όπου συναντήθηκαν πολλές φορές οι μεγάλες εξάρσεις και τα μεγάλα πάθη του έθνους, ήταν αναγκαίο η συλλογική μνήμη να σημαδέψει στο χώρο και στο χρόνο, την τιμή της μνήμης των προμάχων της λευτεριάς μας, Ελλήνων και ξένων. Εδώ η Ελλάδα ευγνωμο­νούσα θα σκύψει και θα καταθέσει λίγα λουλούδια σε αυτούς που συνετέλεσαν στην εθνική μας αποκατάσταση.

Η βαριά κληρονομιά του Ναυπλίου, της πρώτης «πρωτεύουσας πόλης» του νεο­ελληνικού κράτους πλανάται στον αέρα που αναπνέουμε. Δίπλα μας, κάτω από τον πλάτανο της κεντρικής μας πλατείας, ακούγονται ακόμη οι θερμοί λόγοι του Ηλία Μηνιάτη· λίγο πιο πέρα ηχούν τα βαριά βήματα της βάρδιας στις ντάπιες, ενώ στον Άγιο-Σπυρίδωνα ο χρόνος έχει σταματήσει στο πρωινό εκείνο της 27 Σεπτεμβρίου του 1831, όταν βάσκανος οφθαλμός φθόνησε τον εκ της τέφρας του αναγεννώμενο φοίνικα. Αυτή την κληρονομιά σφραγίζουν, υπογράφουν, σημειώνοντας υποθήκες για το μέλλον, τα μνημεία που στολίζουν την πρωτεύουσα της Αργολίδας. Και ανά­μεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει ο ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθε­ρης Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Η πόλη του Ναυπλίου υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, αφού σε αυτή ανέπτυξε την τιτάνια προσπάθειά του για τη δημιουργία ελληνικού κράτους -πολιτείας ευνόμου -, αφού σε αυτή βρήκε τραγικό θάνατο, ένα θάνατο που ψαλίδισε τις φτερούγες του έθνους που αναγεννιόταν. Αμέσως μετά το θάνατό του κατατέθηκε η ιδέα για την ανίδρυση μαυσωλείου του στην ακρόπολη της Τίρυνθας, ώστε να επισκοπεί του ναυπλιακού κόλπου αλλά και της πρώτης εθνι­κής οδού που εκείνος άρχισε, της οδού από Άργος εις Ναύπλιον, και τριών ανδριάντων του. Πιο συγκεκριμένα η Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, με το ΙΣΤ’ Ψήφισμα της, το Φεβρουάριο του 1832, αποφάσισε:

  

«Β’. Ν’ ανεγερθή ως μαυσωλείον τάφος του αειμνήστου Κυβερνήτου επί του λόφου της Τίρυνθος και πλησίον αυτού ιερός ναός, ως ο του εν Αιγίνη Ορφανοτροφείου, επ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Θε­ολόγου τιμώμενος» και «Ε’. Να κατασκευασθώσιν, άμα επιτρέψωσιν οι χρηματικοί πόροι του κράτους, εκ χαλκού τρεις κολοσσαίοι ανδριάντες, φέροντες τα εμβλήματα της ειρήνης και της φρονήσεως, εξ ων ο εις θέλει σταθή εις Αίγιναν, ο δε κατά την Πελοπόννησον, εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως ή εις Τριπολιτσάν, ο δέ τρίτος εις την Στερεάν Ελλάδα κατά το Μεσολόγγιον, ή εις την καθέδραν της Κυβερνήσε­ως, εάν κατασταθή εις τινα πόλιν της Στερεάς Ελλάδος».

 

Η αναρχία που ακολούθησε, αλλά και η εχθρική στάση του Οθωνικού κράτους έναντι του Καποδίστρια και της μνήμης του δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της ιδέ­ας. Αλλά και αργότερα, παρόλο που η Α’ Εθνική Συνέλευση, η οποία ακολούθησε την εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, αποφάσισε με το ΙΖ’ Ψήφισμά της, «εκπληρούσα χρέος Ιερόν προς την διαιώνισιν του μεγάλου σεβασμού και της εξαίρε­του ευγνωμοσύνης την οποίαν οι λαοί της Ελλάδος σώζουσιν εις την μνήμην του Αοιδίμου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου, ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος….», «να εγερθή επιμελεία της κυβερνήσεως Αδριάς τούτου ως ευεργέτου της πατρίδος», εντούτοις τίπο­τα δεν εγένετο. Ο Καποδίστριας, παραμένοντας ανυπέρβλητο σημείο αναφοράς, απωθούσε κάθε τέτοια ιδέα. Και δε θα πρέπει να λησμονείται ότι οι καποδιστριακές σπουδές άρχισαν να αναπτύσσονται στην Ελλάδα σχεδόν πρόσφατα, μετά την πτώση της επτάχρονης Δικτατορίας. Και, φυσικά, έφτασαν σε σημείο αγιοποίησής του. Από το ένα άκρο στο άλλο!

Έπρεπε, λοιπόν, να περάσουν χρόνοι πολλοί, να φτάσουμε στις γιορτές της Α’ Εκατονταετηρίδας από την Παλιγγενεσία, στα χρόνια της Α’ Ελληνικής Δημοκρατίας, μετά από μια τραγική καταστροφή, για να ξανατεθεί το θέμα της ανέγερσης ανδριά­ντα του Καποδίστρια. Λίγα χρόνια πριν τα ιδανικά γενεών και γενεών Ελλήνων είχαν καταποντιστεί άδοξα στο λιμάνι της Σμύρνης. Το έθνος ζητούσε μια νέα αυτοπεποίθηση, ενώ οι νέοι δημιουργοί, αναζητώντας νέες διεξόδους, άρχιζαν ένα νέο διάλογο με την παράδοση (βλ. «Ελεύθερο πνεύμα» του Γ. Θεοτοκά). Και η Εκα­τονταετηρίδα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία. Η Ελλάδα γέμισε μνημεία πεσόντων και ανδριάντες ηρώων.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας προώθησε, με­ταξύ άλλων εκδηλώσεων, και την ανέγερση – κυρίως στην Αθήνα – μνημείων και ανδριάντων των επιφανών αγωνιστών και προσωπικοτήτων. Έτσι αποφασίστηκε η ανίδρυση ανδριάντα του Καποδίστρια έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίπλα στον ανδριάντα του Αδαμαντίου Κοραή, και ανάδοχος του έργου αναδείχτηκε ο πληθωρικός Κεφαλλήν γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος. Έως τότε είχε ανιδρυθεί μόνον ένας ανδριάντας του πρώτου Κυβερνήτη, το 1887, στην Κέρκυρα, έξω από το μέγαρο της Ιόνιας Ακαδημίας, έργο του Λεωνίδα Δρόση.

 Παίρνοντας αφορμή από τις εξελίξεις αυτές, το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου, με το 47 από 9.12. 1929 Ψήφισμα του ζητάει από την κυβέρνηση «να συστήση εις την Επιτροπείαν ταύτην, όπως μη παροραθή η θέλησις των κληροδοτησάντων προς ημάς την ελευθερίαν ενδόξων προγόνων, διάταξη δε όπως εκτός του ανδριάντος, ό­στις πρόκειται να ανεγερθή προ των προπυλαίων του Πανεπιστημίου πανομοιότυπον ανεγερθή και ενταύθα εις εκτέλεσιν ρητής εντολής της ως άνω Εθνικής Συνελεύσεως, καθ’ όσον ολόκληρον το έργον του Μεγάλου Κυβερνήτου μετά την ανεξαρτησίαν και η ζωή του συνδέεται με την πάλιν του Ναυπλίου».

Η πρόταση του Δημοτικού Συμβουλίου βρήκε ευήκοα ώτα στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Την υποστήριξε στη Βουλή ο βουλευτής Π. Πετρίδης, συνηγόρησε και ο ηγέτης της Αντιπολίτευσης Παναγής Τσαλδάρης, ενώ τόσον ο Υπουργός Εσωτερι­κών Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος όσον και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος υποσχέθηκαν ότι η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας θα συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της και την ανέγερση ανδριάντα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλά­δας στο Ναύπλιο. Μάλιστα η κυβέρνηση διέθεσε για το σκοπό αυτό το ποσόν των 100.000 δρχ., η Επιτροπή Εορτασμού της Εκατονταετηρίδας 50.000 δρχ. και ο Ε­λευθέριος Βενιζέλος προσωπικά 10.000 δρχ.

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια έξω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Αθήνα (έργο Γεωργίου Μπονάνου, 1932). Φωτογραφία, Ηλίας Γεωργουλέας, από τον ιστοχώρο «Γλυπτά της Αθήνας».

Μετά την απόφαση αυτή, ο γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το Δήμαρχο Ναυπλιέων Κωνσταντίνο Κόκκινο μέσω του φίλου του Γεωργίου Θερμογιάννη, υποσχόμενος να διαθέσει αντίγραφο του ανδριάντα του Καποδί­στρια, που προόριζε για την Αθήνα, και στο Ναύπλιο αντί 435.000 δρχ. Ο Μπονά­νος είχε ήδη σχέσεις με την πόλη, αφού είχε φιλοτεχνήσει τρία επιτάφια μνημεία, εκείνα των οικογενειών Θερμογιάννη, Σωφρόνη και Μόρφη. Ταυτόχρονα όμως εκ­δηλώθηκε το ενδιαφέρον και του Ανδριώτη γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου, ο οποίος πρό­σφερε τον ανδριάντα σε πολύ χαμηλότερη τιμή, μέσω των πολιτικών παραγόντων Π. Πετρίδη και Κολιαλέξη, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημάρχου Ναυπλίου. Έτσι άρχισε μια επικοινωνία του Τόμπρου με το Ναύπλιο για να καταλήξει τελικά στην απευθείας ανάθεση σε αυτόν της φιλοτέχνησης του έργου.

Ο Δήμαρχος συγκρότησε εξαμελή υπό την προεδρία του Επιτροπή Ανέγερσης του Ανδριάντα, η οποία κάλεσε (30.5.1931) τον Μιχαήλ Τόμπρο και τον αρχιτέκτο­να Παπαδάκη «άνευ ουδεμιάς δεσμευτικής προς αυτούς υποχρεώσεως της Επιτρο­πής, όπως μελετήσωσι την εν τη πλατεία Δικαστηρίου ανέγερσιν του Ανδριάντος από γενικής απόψεως και συντάξωσι και υποβάλωσι τα απαιτούμενα σχέδια… μετά των οριστικών προτάσεων αναλήψεως του έργου».

Ο Τόμπρος θα φιλοτεχνήσει το πρόπλασμα του ανδριάντα, θα στείλει φωτογρα­φία του στο Ναύπλιο και η Επιτροπή θα αποφασίσει να στείλει στο εργαστήριο του ειδικούς καλλιτέχνες για να το εξετάσουν και να διατυπώσουν τη γνώμη τους «περί της καλλιτεχνικής αξίας τούτου εν γένει». Μια παρέμβαση του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας υπέρ του γλύπτη Μαλτέζου, ο οποίος είχε αναλάβει τη φιλοτέχνηση του ανδριάντα του Φιλικού Αναγνωστόπουλου και πρόσφερε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή – μόλις 175.000 δρχ.- , φαίνεται πως δεν είχε αποτελέσματα.

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (λεπτομέρεια).

Τελικά ο Τόμπρος θα υποβάλει προσφορά ύψους 275.000 δρχ., η οποία θα γίνει δεκτή, πλην όμως αποφασίζεται (25.1.1932) η συγκρότηση Επιτροπής καλλιτεχνών, η οποία θα εξετάσει τη μακέτα του έργου, θα αποφανθεί για την καλλιτεχνική της αρτιότητα, αλλά και θα αναλάβει επ᾽ αμοιβή την παρακολούθηση της εκτέλεσης του έργου και τη μελέτη διαμόρφωσης των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικα­στηρίων. Μέλη της Επιτροπής αυτής διορίζονται ο Ν. Μπέρτος, Διευθυντής Καλών Τεχνών του Υπ. Παιδείας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ζωγράφος και καθηγητής της Σχο­λής Καλών Τεχνών, και ο Δημήτριος Πικιώνης, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχο­λής του Ε.Μ.Π., προσωπικότητες δηλαδή υψηλού καλλιτεχνικού κύρους.

Η Καλλιτεχνική αυτή Επιτροπή εξέτασε (13.2.1932) το πρόπλασμα του ανδριά­ντα και το σχέδιο της πλατείας, όπου επρόκειτο να ανεγερθεί. Και για μεν το πρό­πλασμα έκρινε «την επί χαμηλού και πλατέος βάθρου ανίδρυσιν του ανδριάντος και του παραπλεύρως συμβολικού κορμού ως αξιόλογον πλαστικήν έρευσιν, εξυπηρετουμένην πρεπόντως υπό του απτού και σχηματικού χειρισμού των όγκων ως την προ­βλεπομένη υπερφυσικήν κλίμακα διττώς ενδεικνυομένην και υπό των απαιτήσεων του χώρου και του θέματος».

Ο καλλιτέχνης, σχολιάζοντας στο Δήμαρχο Ναυπλιέων, την επίσκεψη της Ε­πιτροπής γράφει μεταξύ άλλων «Κατ’ αρχήν τους ήρεσε το έργον και μου συνέστησαν εις το μεγάλο να τονίσω την έκφρασιν του προσώπου και μερικές λεπτομέρειες εις τα ενδύματα, κυρίως ως προς τα κάτω άκρα… Ο κ. Παρθένης είνε Κερκυραίος και μαζύ με τον Πικιώνην εξήραν την απλότητα και το χάρισμα του ενδύματος «φράκου» που επροτίμησα, δια του οποίου φαίνεται καθαρά ο ευγενής και διπλωμάτης».

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στην Κέρκυρα (έργο Λεωνίδα Δρόση, 1887).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι γίνονται από τον Τόμπρο δύο έμμε­σες αναφορές, μια προς τον «Καποδίστρια» του Μπονάνου και μια προς τον αν­δριάντα του Κυβερνήτη, έργου του Λεωνίδα Δρόση, που έχει στηθεί στην Κέρκυρα προ της Ιονίου Ακαδημίας (1887). Ο «Καποδίστριας» του Τόμπρου γειτνιάζει με εκείνον του Δρόση.

Για την κάλυψη του υπολοίπου του απαιτουμένου ποσού για την ανέγερση του ανδριάντα η Επιτροπή απευθύνθηκε (28.3.1932) προς τα Κοινοτικά Συμβούλια του νομού Αργολιδοκορινθίας ζητώντας την οικονομική ενίσχυση της τόσον από τις Κοινότητες όσο και από τους γεωργούς κατοίκους τους σε εκπλήρωση του οφειλό­μενου «φόρου ευγνωμοσύνης προς τον ιδρυτήν της πρώτης Γεωργικής Σχολής εν Τίρυνθι και δι’ όσα υπέρ της γεωργίας της Ελλάδος έπραξεν… μέχρι του βιαίως και προώρως διακοπέντος έργου Αυτού».

Τελικά το συμβόλαιο ανέγερσης υπογράφηκε στις 12.5. 1932 και στις 13 Οκτω­βρίου του ίδιου έτους η Επιτροπής παρακολούθησης του έργου εξέτασε και ενέκρι­νε το τελειωτικό πρόπλασμα του ανδριάντα, καθώς και τις επιγραφές του χαράσσο­νταν στο βάθρο του. Παράλληλα ο Πικιώνης προέβη σε εμπεριστατωμένη μελέτη των πλατειών Τριών Ναυάρχων και Δικαστηρίων.

Ο Τόμπρος γράφοντας στο Δήμαρχο Ναυπλίου (8.8. 1932) τονίζει μεταξύ άλ­λων: «Είπα προσέτι εις τον κ. Πικιώνην να σας εκθέση τας σκέψεις του και θα εξαρτηθή πλέον από Σας και το Δημοτικόν σας Συμβούλων, η χειρονομία της εξωρα­ϊστικής αυτής συμβολής μας, εις την ιστορίαν γενικώς των ημερών σας δια το Ναύπλιον. Εκείνο που βλέπω είνε ότι εκ της λύσεως αυτής, ήτις περιέχει και διαμορφώ­νει όλα τα κακώς έχοντα από απόψεως πολεοδομικής εις τον νέον χώρον και εν μέρει πάλαιαν του Ναυπλίου, θα πάρει μια όψι πολιτισμού συγχρόνου το τμήμα το νέον του Ναυπλίου……

Στις 12 Ιουνίου η Επιτροπή παρακολούθησης του έργου εξέτασε τον αποπερατωθέντα μαρμάρινο ανδριάντα, τον ενέκρινε και σημείωσε: «…εν τω ανδριάντι τούτω ο γλύπτης κατώρθωσε να πραγμάτωση διττώς δυσχερές έργον. Ήτοι εφήρμοσε επί του γλυπτικού τούτου έργου τας πολλαπλός απιτήσεις μιας αναγωγής εις σχήματα αρχιτεκτονικώς συντεθειμένα, απλά, σαφώς και ακριβώς διαγεγραμμένα. Ό,τι δε έχει μεγαλυτέραν σημασίαν είναι το ότι επετέλεσε το έργον τούτο εν απολύτω σεβασμό προς τον χαρακτήρα του υποκειμένου της μιμήσεως. Χάρις εις την διπλήν ταύτην ενέργειαν, η μορφή, ιστορικώς και ψυχολογικώς πιστή, λαμβάνει σημασίαν συμβόλου». Και βέβαια όταν έχουμε τέτοιες κρίσεις από έναν Παρθένη και έναν Πικιώνη, περιτ­τεύουν τα σχόλια.

Στο βάθρο του ανδριάντα χαράχθηκε η επιγραφή

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΙΝ ΤΟΥ ΙΖ’ / ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ε’ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΩΝ / ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ /1832 ΧΟΡΗΓΙΑΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ / ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ, ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, / ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ / ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ / 1932 ΔΗΜΑΡΧΟΥΝΤΟΣ Κ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ,

η οποία έγινε αντικείμενο κριτικής ως προς την ορθότητά της. Επειδή πίστεψαν ότι το πρώτο θέσπισμα για την ανίδρυση του ανδριάντα ήταν το ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης (1843), κάποιοι έσβησαν με μίνιον τη χρονολογία «1832», ενώ το μοναδικό λάθος της επιγραφής ήταν ο αριθμός του Ψηφίσματος (ΙΣΤ’ αντί ΙΖ’).

Τελικά ο Καποδίστριας θα φτάσει στο Ναύπλιον κατά πάσαν πιθανότητα λίγο πριν τις 25 Ιουνίου του 1933. Είχε όμως προηγηθεί το Κίνημα του Πλαστήρα (6.3.1933) και η απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Λ. Κηφισίας (6.6.1933). Τα πάθη ήσαν οξυμένα και η αναφορά στο βάθρο του ανδριάντα του ονόματος του Βενιζέλου πυροδότησε αντιδράσεις με αποτέλεσμα το βράδυ της 26ης προς 27η Ιουνίου να γίνει απόπειρα απόξεσης της επιγραφής, πράξη όμως που καταδικάστη­κε από όλους και δεν επαναλήφθηκε.

Στον οικείο φάκελο, στα ΓΑΚ Αργολίδας, στη Διεύθυνση και το προσωπικό των οποίων οφείλουμε χάριτες για την απεριόριστη βοήθειά τους, υπάρχει πλούσια αλ­ληλογραφία για την ανίδρυση του ανδριάντα του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, που άφορα τόσο την τοπική ιστορία όσο και την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης γενι­κότερα και η οποία αξίζει κάποια στιγμή να δημοσιευτεί συνολικά. Επί του παρό­ντος, όμως, υπείκοντες στην οικονομία της έκδοσης, παρουσιάζουμε ορισμένα μό­νον έγγραφα εξαιρετικής, πιστεύουμε, σπουδαιότητας.

Για την ανάγνωση των έγγραφων πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Παράρτημα Εγγράφων

 

Αντί σημειώσεων και βιβλιογραφίας:

 

  • Το μοναδικό δημοσίευμα αποκλειστικά για τον ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι του Ν. Π. Σοϊλεντάκη, «Το δικαιϊκό βάθρο του ανδριάντα του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 35, τχ 3, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1991, σσ. 330 – 347. Ο συγγραφέας λανθασμένα υποστηρίζει ότι η ανίδρυση του ανδριάντα στηρίζεται στο ΙΖ’ Ψήφισμα της Α’ Εθνικής Συνέλευσης. Το ορθόν είναι ότι η πρώτη σχετική πρόβλεψη γίνεται στο ΙΣΤ’ Ψήφισμα της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης του 1832. Έτσι το μόνο λάθος στην αναθηματική επιγραφή είναι το «ΙΖ’» αντί του «ΙΣΤ’».
  • Για τα Ηρώα και τους ανδριάντες που φιλοτεχνήθηκαν στο πλαίσιο των εορτασμών της Εκατονταετηρίδας βλέπετε Ηλία Μυκονιάτη, Ελληνική Τέχνη. Νεοελληνική γλυπτική, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1996, σσ. 21-23.
  • Για το γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο (1889-1974) υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Περιοριζόμαστε, όμως, στο τελευταίο και αρτίως τεκμηριωμένο λήμμα του Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών. 16ος -20ός αιώνας, «Μέλισσα», τόμος 4ος, Αθήνα 2000, που υπογράφει ο ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παυλόπουλος.
  • Για τον ανδριάντα του Καποδίστρια οι αισθητικές κρίσεις είναι λιγοστές. Ο Άγγελος Προκοπί­ου, στην Ιστορία της Τέχνης 1750-1950, τόμος Γ’, Αθήναι 1968-1969, σ. 442, θα γράψει: «Τον ερωτισμό της γαλλικής θητείας τον διαδέχεται τώρα ένας δωρισμός ανέρωτος, μια φάση πολεμική του νεοκλασσικισμού που φτάνει στα όρια της λογικής ψυχρότητας στον Στρατιώτη που έκανε ο Τόμπρος για το μαρμάρινο Ηρώο της Τεγέας το 1930 και στον μαρμάρινο ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια που βρίσκεται στημένος στην πλατεία του Ναυπλίου». Αργότερα ο Στέλιος Λυδάκης στο έργο του Οι Έλληνες Γλύπται. Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών, «Μέλισσα», Αθήνα 1981, σσ. 112-113, θα σημειώσει ότι ο ανδριάντας του Κυβερνήτη στο Ναύ­πλιο αποτελεί συμβιβασμό του Τόμπρου με τον κλασικό τύπο μνημειακού ανδριάντα που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει – στους όγκους και τη σύνθεση – και μια αντικλασική νοοτροπία. Ο κορμός του δέντρου, που στηρίζει τον ανδριάντα, συμβολίζει την καθημαγμένη Ελλάδα, ενώ τα κλαδιά που αναβάλλουν από τη ρίζα την Ελλάδα που αναγεννάται. Αυτή την αρχαϊστική – αυστηρή γενικότητα διατήρησε και σε αξιόλογες επιτύμβιες συνθέσεις.
  • Ο Μιχάλης Τόμπρος, ο πρώτος που εγκαινιάζει μια ελληνική γλυπτική, γνώριζε πολύ καλά να κινείται με άνεση ανάμεσα στο πρωτοποριακό στοιχείο και σε πιο συντηρητικές συνθέσεις.
  • Θεωρούμε αξιομνημόνευτη την κρίση του καθηγητή και ακαδημαϊκού Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου για τον καλλιτέχνη (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 46, σ. 222): «…ελεύθερος από τα έξωθεν ερεθίσματα, τα οποία, όσον γόνιμα και αν ήσαν διά την εξέλιξίν του, δεν μετέβαλαν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του, ο οποίος διετηρήθη πάντοτε ελληνοκεντρικός, ελληνοπρεπής… Εστάθη σταθερός πάντοτε εις τους πειρασμούς και πειραματισμούς της εποχής εις τον τομέα της τέχνης και με πυξίδα το ελληνικόν μέτρον έδωσε εις τα έργα του ευστάθειαν και δωρικήν σταθερότητα και εχάραξε εις μάρμαρον και χαλκόν πρωτοτύπους μορφάς». Αυτό ακριβώς, ευστάθεια και δωρική σταθερότητα, εκπροσωπεί και ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας προσέλκυσε το ενδιαφέρον και δύο σημαντικών Τηνιακών γλυπτών, του Λάζαρου Σώχου (1857-1911), του δημιουργού του έφιππου Κολοκοτρώνη, και του Ιωάννη Βούλγαρη, που φιλοτέχνησαν τον ανδριάντα του σε γύψινα προπλάσματα, τα οποία φιλοξενούνται στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών στο συγκρότημα του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας Τήνου. Βλέπετε και Αλεξάνδρας Γουλάκη -Βουτυρά, Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών. Κατάλογος Συλλογής Γλυπτών, «Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου», Θεσσαλονίκη 1990, εικόνες. 63, 94, 95 και 96.

Κώστας Δανούσης

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Οι Γερμανοί στην Αργολίδα 1941 


 

Κατοχή – προβλήματα επιβίωσης. Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943. Ο λαός αντιστέκεται.

Το ΕΑΜ κύριος φορέας αντίστασης. Η περίπτωση Κουβελάκη. Μέρες οργής. Οι Γερμανοί φεύγουν.

 

Χριστούγεννα 1940-41, «κάπου στην Αλβανία». – Θάνος Μπόμπος, Τάκης Σαγκανάς – Γιάννης Λογοθέτης –

Οι επίστρατοι της Αργολίδας κατά τον πόλεμο του 1940 στελέχωσαν κυρίως το 8ο  Σύνταγμα Πεζικού Ναυπλίου, το ο­ποίο ανήκε στην IVη Μεραρχία. Το Σύνταγμα αυτό δραστη­ριοποιήθηκε στην περιοχή της Ηπείρου και ειδικότερα στους τομείς Αργυροκάστρου – Λιμποχόβου – Πρεμετής – Κλεισού­ρας και ήταν από τις ελάχιστες μονάδες, που συμπτύχθηκαν με τάξη μετά την οπισθοχώρηση και τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Έτσι στις 2.5.1941 έφτασε στη Ναύπακτο και στις 9/10.4.1941 διεκπεραιώθηκε στην Πελοπόννησο (Ψαθόπυργο), όπου και διαλύθηκε.

Οι Γερμανοί βέβαια έφτασαν στο ‘Αργος πολύ νωρίτερα, την ίδια ακριβώς μέρα που μπήκαν και στην Αθήνα. Ενώ οι συμμαχικές δυνάμεις υποχωρούσαν προς νότο με σκοπό την εκκένωση της χώρας, οι γερμανικές δυνάμεις ανέλαβαν δυο τολμηρές επιχειρήσεις, που στέφτηκαν με επιτυχία. Με τα­χεία κίνηση τμήματα της Μεραρχίας των SSLeibstandarteA.H.” (Σωματοφυλακή «Αδόλφος Χίτλερ») επέτυχαν τη νύχτα της 25/26.4.1941 να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα το 2° Σμήνος μάχης, ενισχυμένο από το 2° Σύν­ταγμα Αλεξιπτωτιστών, απογειώθηκε στις 25.4.1941 από τη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας για να φτάσει την ίδια μέρα στη Λάρισα. Από εκεί τις πρωινές ώρες της επόμενης ξεκίνη­σε για τον Ισθμό της Κορίνθου με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της γέφυρας πριν την ανατινάξει το συμμαχικό τμήμα που είχε αναλάβει τη φύλαξή της.

Ναύπλιο. Πλατεία Συντάγματος 23 Μαρτίου 1941. Και τα παιδιά στη μάχη προστατευτικών έργων.

Ναύπλιο. Πλατεία Συντάγματος 23 Μαρτίου 1941. Και τα παιδιά στη μάχη προστατευτικών έργων.

Μέσα σε λίγες ώρες οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν γίνει κύριοι της περιοχής. Δυο νεαροί όμως Άγγλοι αξιωματικοί πρόλαβαν να ανατινά­ξουν με εκπληκτικό τρόπο την υπονομευμένη γέφυρα. Το II Τάγμα του Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, χρησιμο­ποιώντας συμμαχικά οχήματα – λάφυρα, το πρωί της 27.4. 1941 κινήθηκε προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου καταδιώ­κοντας τις συμμαχικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να επι­τύχουν την αποχώρησή τους από λιμάνια της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα η γερμανική αεροπορία καταδιώκει ανελέητα, πολυβολώντας και βομβαρδίζοντας τις δυνάμεις που υποχω­ρούν.

Στις 26 και 27.4.1941 γερμανικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν την πόλη του Άργους. Στις 27 όμως το πρωί τα γερμανικά στούκας έχουν σα στόχο τη Μονή της Κατακεκρυμμένης, ό­που ο π. Νικόδημος Βρέλλος τελεί την τελευταία ελεύθερη λειτουργία. Στο αργείτικο αυτό μοναστήρι είχαν συγκεντρω­θεί πολλοί ντόπιοι και κάποιοι στρατιώτες για να προστατευ­θούν από τους βομβαρδισμούς. Εκείνο το πρωινό στις 09.30 περίπου οι γερμανικές βόμβες θα στείλουν στο θάνατο δέκα άτομα. Ο συνολικός απολογισμός των δύο αυτών ημερών ήταν 40 Αργείτες νεκροί και 3 Άγγλοι στρατιώτες.

Στις 17.00’ της 27.4.1941, Κυριακής του Θωμά, ένα αυτο­κίνητο, προφανώς κι αυτό λάφυρο, με τη σημαία του αγκυλωτού σταυρού στο ένα φτερό και λευκή στο άλλο φτάνει στην πλατεία του Αγίου Πέτρου. Ο Γερμανός υπολοχαγός ρωτά αν η πόλη θα προβάλλει αντίσταση. Ο παρευρισκόμε­νος ανθυπολοχαγός Μπιζάνης του απαντάει αρνητικά. Ο Γερμανός δηλώνει ότι το πρωί της επόμενης θα καταλάβει την πόλη και αναχωρεί. Όμως οι κατακτητές σε μια ώρα θα μπουν στην πόλη. Τους επείγει η καταδίωξη των Άγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Το Τολό, το Ναύπλιο, οι Μύ­λοι κι άλλες παραλίες έχουν ορισθεί σαν τόποι επιβίβασης. Στο μυχό του Αργολικού κόλπου είναι διάσπαρτα συμμαχικά στρατεύματα, στόχος των γερμανικών στούκας.

Ο Διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα, στρατηγός Maitland Wilson, έχει μετακινηθεί με το στρατηγείο του στους Μύλους τη νύχτα της 25/25.4.1941 και τις πρωινές ώρες της 27ης αναχωρεί με υδροπλάνο για την Κρήτη, αναθέτοντας τη διοίκηση των στρατευμάτων που παρέμεναν στην Ελλάδα στον υποστράτηγο Β. Freyberg.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

Τελικά από το λιμάνι του Ναυπλίου τη νύχτα της 24/25.4. 1941 επιβιβάσθηκαν 6.685 άνδρες, ενώ την επόμενη νύχτα από το ίδιο λιμάνι και εκείνο του Τολού άλλοι 4.527. Ο απηνής γερμανικός αεροπορικός βομβαρδισμός δυσχαίρανε την επιχείρηση εκκένωσης. Στις 24.4. 1941 προσάραξε στην είσοδο του λιμανιού του Ναυπλίου το ατμόπλοιο Ulster Prince και η ημιβύθισή του από τα στούκας κατέστησε σχε­δόν αδύνατη την προσέγγιση πλοίων στην προκυμαία της πό­λης.

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

Εγκαταλείφθηκαν έτσι στο Ναύπλιο και το Τολό 2.200 στρατιώτες του Εκστρατευτικού σώματος. Από αυτούς 400 περίπου κινήθηκαν παρά την ακτή με φορτηγίδα, η οποία ό­μως βυθίστηκε λίγο μετά από τους Γερμανούς. Άλλοι με πλοιάρια και βάρκες κινήθηκαν προς τα γειτονικά νησιά και τη Μονεμβασία, άλλοι διέφυγαν στο εσωτερικό, ενώ 1.300 περίπου συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Τις πρωινές ώρες της 28.4. 1941 οι γερμανικές εμπροσθοφυλακές κινήθηκαν προς την πόλη του Ναυπλίου. Ως το μεσημέρι η παραλία της πόλης εβάλλετο. Προβλήθηκε σποραδική αντίσταση. Τα βράδυ όλα είχαν ησυχάσει. Μια ησυχία νεκρική, που θα κρατούσε τρεισήμισι περίπου χρόνια…

 

Κατοχή – Προβλήματα επιβίωσης

 

Μετά από λίγες ημέρες έφτασαν στην πόλη του Άργους και ιταλικά στρατεύματα. Στην Πελοπόννησο είχε εγκατα­σταθεί, με έδρα το Ξυλόκαστρο, το 8° Ιταλικό Σώμα Στρατού με δύναμη 80.000 ανδρών. Οι γερμανικές μονάδες ήσαν δια­σκορπισμένες κυρίως στα χωριά. Στην Πυργέλα π.χ. είχε εγ­κατασταθεί μικρή μονάδα πυροβολικού. Στη Δαλαμανάρα, στο εργοστάσιο τοματοπολτού «Κύκνος» άλλη γερμανική μονάδα. Οι Γερμανοί έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον για το αερο­δρόμιο Άργους, το οποίο οργάνωσαν εσπευσμένα και το εφοδίασαν με τα αναγκαία εφόδια, προκειμένου να το χρησι­μοποιήσουν για την επιχείρηση απ’ αέρος κατάληψης της Κρήτης. Οι παλαιότεροι ενθυμούνται τις αναχωρήσεις των α­εροσκαφών μετά τις 20.5. 1941 και τη θλιβερή κατάσταση ε­κείνων που επέστρεφαν, όσων βέβαια επέστρεφαν.

Για την άμυνα του αεροδρομίου, το οποίο απετέλεσε στόχο επανει­λημμένων συμμαχικών αεροπορικών επιδρομών, εγκατέστη­σαν αντιαεροπορικές μονάδες στην Κατακεκρυμμένη, τον Προφήτη Ηλία και το Κάστρο, ενώ στην παρυφή του χωριού Κουτσοπόδι είχαν εγκαταστήσει άλλες δυνάμεις με δύο αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες, οι οποίες φύλαγαν απειρά­ριθμα βαρέλια καυσίμων. Τέλος δημιούργησαν και μικρό αε­ροδρόμιο αριστερά του δρόμου που οδηγεί από το Κουτσο­πόδι στα Φίχτια, στο οποίο στάθμευε σειρά αεροσκαφών στούκας. Η Γερμανική Διοίκηση Άργους – και φυσικά κλιμά­κιο της Γκεστάπο – είχε εγκατασταθεί στο μέγαρο Κωνσταντόπουλου στο Άργος (Δαναού 27). Οι Γερμανοί είχαν επί­σης εγκαταστήσει στην πόλη και άλλες Υπηρεσίες τους, ό­πως τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων (αφορούσε κυρίως τα έργα του αεροδρομίου), ενώ είχαν ιδρύσει και δικό τους νο­σοκομείο.

 

Γερμανοί αξιωματικοί το 1941 στο ξενοδοχείο Σαγκανά (σημερινό κτίριο Alpha Bank), πλατεία Αγίου Πέτρου Άργος.

 

Οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν στους Στρατώνες της πόλης (ε­κεί υπήρχαν και αποθήκες τροφίμων), στο Σχολείο Πειρούνη και σε άλλα κτίρια. Στους Στρατώνες είχαν εγκατασταθεί και μονάδες μελανοχιτώνων. Στο σημερινό Δημαρχείο είχε ε­γκατασταθεί το Presidium Commando (η Ιταλική Διοίκηση), στο κτίριο Κωλέτη (Δαναού αρ. 33) η Ιταλική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία, η γνωστή Μιλίτσια, με επικεφαλής λοχα­γό, στην οδό Φείδωνος αρ. 6β η Καραμπινιερία με επικεφα­λής ανθυπασπιστή, ενώ στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Φρου­ραρχείο με επικεφαλής πάλι λοχαγό. Οι αρχές κατοχής έδω­σαν μεγάλη σημασία στη μετακίνηση του πληθυσμού. Για τη μετακίνηση χρειαζόταν άδεια από την Καραμπινιερία, η ο­ποία θεωρείτο στο Φρουραρχείο του Σταθμού.

Σε κάθε τρέ­νο υπήρχε επικεφαλής (Capo di treno) Ιταλός υπαξιωματικός με ανάλογη φρουρά. Οι Ιταλοί ανέλαβαν την οχύρωση των Μύλων και γενικά των παρακτίων περιοχών. Ιδιαίτερα μετά την έναρξη των διαδόσεων για συμμαχική απόβαση στον Αρ­γολικό έλαβαν δρακόντεια μέτρα. Μάλιστα ίδρυσαν και «αντιαποβατική» μονάδα. Στους Μύλους θα κατασκευάσουν α­ντιαρματική τάφρο, θα βάλουν συρματοπλέγματα, θα εγκα­ταστήσουν αντιαεροπορική μονάδα και πυροβολεία ως το Κιβέρι. Παράλληλα εγκαταστάθηκε τηλεφωνική γραμμή Μύ­λων – Αεροδρομίου ‘Άργους για την έγκαιρη ενημέρωση του δευτέρου σε περίπτωση συμμαχικής επιδρομής. Η κοπή των καλωδίων αυτής της γραμμής υπήρξε η πρώτη αντιστασιακή ενέργεια στην περιοχή μας.

Σώζονται ακόμη ερειπωμένα κτί­ρια στο Λαγοβούνι παρά το κέντρο του Όρμου Μύλων – Κιβεριού, καθώς επίσης και η βάση επάκτιου πυροβόλου στους Μύλους παρά τον πύργο της Μπουμπουλίνας. Ο φόβος της απόβασης ήταν τόσο έντονος, ώστε έφτασαν να τοποθετήσουν ναρκοπέδια και στο βράχο του Ιτς Καλέ (ένα παρά την άνο­δο και ένα στο ΝΔ άκρο). Το πρώτο επεισόδιο αμέσως μετά την είσοδο των Γερμα­νών στο Άργος δημιουργήθηκε, όταν οι ελληνικές αρχές προσπάθησαν να διανείμουν στους αρτοποιούς της πόλης ποσότητες αλεύρων του Εμπέδου Τάγματος, που φυλάσσονταν στις αποθήκες του Σιδηροδρομικού Σταθμού και τις οποίες οι Γερμανοί θεωρούσαν λεία πολέμου.

Οι ανάγκες του πολέμου, έλλειψη εργατικών χεριών εξ αι­τίας της επιστράτευσης και η απόκρυψη δημιούργησαν επισι­τιστικά προβλήματα στο Άργος, όπως και σ’ όλη την Ελλά­δα. Περισσότερο επλήγησαν οι εργάτες. Τον Ιούνιο του 1941 η κατάσταση στην πόλη έγινε εκρηκτική. Κατηγορήθηκε ο Διοικητής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής ‘Άργους Μοί­ραρχος ΚΑΤΗΣ Σωτήριος για απόκρυψη τροφίμων σε απο­θήκη για ίδιο όφελος. Η διαμαρτυρία εξελίχθηκε σε εξέγερ­ση. Ο Δήμαρχος της πόλης ήταν ο πρώτος αποδέκτης της λαϊ­κής οργής. [Δήμαρχοι Άργους κατά την κρίσιμη περίοδο διετέλεσαν οι Κωνσταντίνος Μπόμπος ως το 1941, Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης (1941-1943 και Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος (1943-1944)].

Τελικά οι εξεγερθέντες με την ανοχή των Ιταλών άνοιξαν την αποθήκη – αλλά και σπίτια ιδιωτών- και άρπαξαν ό,τι βρήκαν. Οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν βία για να επαναφέρουν την τάξη. Ο Μοίραρχος ΚΑΤΗΣ[Αργότερα, μετατέθηκε στην Καλαμάτα, όπου ως Ταγματάρχης ανέλαβε Διοικητής Διοίκησης Χωροφυλακής Μεσσηνίας. Στις 13 Οκτωβρίου 1943 επιστρέφοντας στην Καλαμάτα από την Μεσσήνη, στο Σταθμό Ασπροχώματος πυροβολήθηκε από άνδρες της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ και εφονεύθη] προέβαλε την ολιγόωρη απουσία του από την πόλη για να δικαιολογη­θεί και απέδωσε την εξέγερση σε κομμουνιστικό δάκτυλο, ε­νώ οι Γερμανοί υποπτεύονταν ιταλική υποκίνηση. Το επισιτιστικό πρόβλημα της πόλης συγκέντρωσε το αμέ­ριστο ενδιαφέρον της Εκκλησίας και ειδικότερα του ιεροκή­ρυκα Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου.

 

[Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος μόλις είχε επιστρέψει από το μέτωπο, όπου υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας. Οι πολεμικές αναμνήσεις του έχουν δημοσιευτεί, ενώ αντίγραφο του σχετικού χειρογράφου φυλάσσεται στο αρχείο του Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός»].

 

Στα πλαίσια αυτά, σε σύσκεψη με δραστήριους πολίτες της πόλης, αποφασίζεται η ίδρυση Παραρτήματος του ΕΟΧΑ (Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης) στο Άργος, η ίδρυ­ση βρεφοκομικού σταθμού συσσιτίων και η διανομή στον πληθυσμό των αλεύρων και των φαρμάκων, που χορηγούσε ο Ερυθρός Σταυρός.

Τα τρόφιμα τα χορηγούσε ο Σουηδικός ΕΣ με υπεύθυνο για την Πελοπόννησο τον Άξελ Πέρσον, ε­νώ τα φάρμακα ο Ελβετικός ΕΣ με υπεύθυνη την κ. Πέρσον. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου θα θυμούνται πάντα με ευ­γνωμοσύνη το ζεύγος Πέρσον. Πρόεδρος του ΕΣ στο Άργος ήταν ο δραστήριος βιομήχανος Γεώργιος Ρασσιάς. Ιδρύθηκαν επιτροπές του ΕΟΧΑ για τις 5 ενορίες της πό­λης για την υλοποίηση των ανωτέρω στόχων. Οι προσπάθειες Εκκλησίας και πολιτών στέφτηκαν από επιτυχία. Ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία είχε η οργάνωση και διανομή συσσιτίου στα παιδιά, στις επίτοκες και τους υπερήλικες. Στο προαύλιο του Ι. Ν. Αγίου Ιωάννου είχαν στηθεί τα συνεργεία παρα­σκευής συσσιτίου με δυνατότητα διανομής 2.000 μερίδων την ημέρα. Στα νήπια, τα παιδιά μέχρι 14 ετών, τις επίτοκες και τους αρρώστους χορηγείτο και γάλα.

 

Κατοχή. Προαύλιο Ιερού Ναού Ιωάνου του Προδρόμου στο Άργος.

 

Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος το καλοκαίρι του 1943 α­ναλαμβάνει με επιτυχία την προσπάθεια για την ίδρυση Ορ­φανοτροφείου. Η συμπαράσταση των πολιτών του ‘Άργους υ­πήρξε συγκινητική. Περισσότερα από 100 ορφανά βρήκαν εκεί στοργικό καταφύγιο. Το Ορφανοτροφείο λειτούργησε ως τα 1953. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που απετέλεσε άγος για την πόλη του ‘Άργους ήταν η αναγκαστική προσφορά εργασίας προς τις αρχές κατοχής. Τα εργατικά χέρια απορροφούσαν κατά κύριο λόγο τα έργα του αεροδρομίου και δευτερευό­ντως τα οχυρωματικά έργα των Μύλων και η βελτίωση του ο­δικού δικτύου. Οι αρχές κατοχής έστηναν μπλόκα στην πόλη, συνελάμβαναν όποιους έβρισκαν μπροστά τους, τους επεβίβαζαν στο φορτηγό αυτοκίνητο, που οι Αργείτες το ονόμα­σαν προσφυέστατα «Μπόγια», και τους έστελναν όπου είχαν ανάγκη. Η επιλογή των ατόμων αδιάκριτη.

Κάποτε συνέλα­βαν ένα ανάπηρο δικηγόρο, ενώ άλλη φορά θεώρησαν πε­ρισσότερο τελεσφόρο να «μπλοκάρουν» μια κηδεία. Ο Δή­μος ‘Άργους προσπάθησε να απαντήσει στο πρόβλημα με τη δημιουργία μιας Επιτροπής εξεύρεσης εργατικών χεριών, για την ορθολογική κατά το δυνατό κατανομή του βάρους αυτού. Η Επιτροπή λειτούργησε. Μέλη της όμως κατηγορή­θηκαν ότι εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για την αποκόμιση ιδίου οφέλους. Άσχετα από την αλήθεια ή μη των κατηγο­ριών αυτών, η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής υπήρξε αδή­ριτη ανάγκη, αφού κανείς πολίτης του ‘Άργους δεν μπορούσε να προγραμματίσει όχι την επαύριον αλλ’ ούτε την τρέχουσα ημέρα.

Οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους πολίτες του ‘Άργους και των χωριών με τους κατακτητές δεν ήταν πάντα εχθρικές. Ιδιαίτερα με τους Ιταλούς οι κάτοικοι της περιοχής είχαν καλύτερες σχέσεις. Εξ άλλου και η ιταλική στάση υ­πήρξε επιεικέστερη απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό (π.χ. η στάση του Ιταλού Διοικητή κατά την εκτέλεση των Μαρλαγκούτσου – Βερζοβίτη – Κασιδάκη τον Αύγουστο του 1943). Ο Χριστόπουλος μας διέσωσε τις στενές σχέσεις του αυστρια­κής καταγωγής στρατιώτη Ούρχιλ Μπενιχάουζ, οδηγού στο αεροδρόμιο, με τους ντόπιους και συχνά γλέντια τους σε α­πόκεντρες ταβέρνες της πόλης, καθώς και σειρά από ροζ ιστορίες γυναικών του ‘Άργους με Ιταλούς στρατιώτες, «όχι πάντα εξ αιτίας της πείνας».

Δυστυχώς όμως υπήρξαν και στον τόπο μας άλλες, πραγ­ματικά άνομες και ανήθικες σχέσεις με τους κατακτητές. Κανείς δεν ξεχνά τον περιβόητο συνεργάτη των Ιταλών Μποζιονέλο ή Γράτσο, συνεργάτη του στυγνού καραμπινιέρου Domilio, κάποιον «επώνυμο αριστερό» αλλά συνεργάτη της Γκεστάπο [ όνομά του περιλαμβάνεται στην δημοσιευμένη με ημερομηνία 7.7.1945 αναφορά του Ανθυπομοιράρχου ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΥ, πληροφορία που επιβεβαιώνει και ο Χριστόπουλος ] καθώς και εσμό άλλων ατόμων αμφίβολης ηθι­κής που στήριξαν το έργο των αρχών κατοχής. «Δεν έμεινε κίναιδος ή μοιχαλίς πού να μη προσεκολλήθη στην Ιταλογερμανική υπηρεσία» γράφει ο Ανδρέας Χριστόπουλος. Αρ­γότερα πολλοί απ’ αυτούς, όσοι δεν «πληρώθηκαν» κατά το συνήθη τρόπο από τους Γερμανούς συνεργάτες τους, αντιμε­τώπισαν την αμείλικτη τιμωρία από μέρους των αντιστασια­κών οργανώσεων. Όσοι διέφυγαν, δυστυχώς εξασφάλισαν αναγκαίο το «συγχωροχάρτι» κατά τον εμφύλιο σπαραγμό.

Ο Χρυσόστομος Β’. Αύγουστος 1940, ως Ιεροκήρυξ Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Οι Γερμανοί δεν απαιτούν καν αιτία για να εκτελέσουν ο­ποιοδήποτε πολίτη. Οι εκτελέσεις του Μπαρμπακαρόζη, του Ηλία Καφά, του Νικόλα Ανέστη, της Χρίσταινας Λιαγκρή, του γέρο Χρήστου Κολοβού, του Γιώργη Κακάκη και τόσων άλλων δε χρειάστηκαν καμιά αιτία. Σε 40 έως 50 ανέρχονται οι νέοι που εκτελέστηκαν κοντά στη γέφυρα του Ξεριά, παρά το μύλο του Παπαμπόμπου, έξω από το Ναό του Αγίου Βασι­λείου ή την Ξηρόβρυση, με την κατηγορία ότι ανήκαν στο Ε­ΑΜ.

Στις 17 Μαΐου 1944 οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους άνδρες του ‘Άργους, από τα σπίτια και από τους δρό­μους, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου για τη ανακάλυψη με­λών του ΕΑΜ. Την ίδια μέρα σε αντίποινα για τη δολοφονί­α από τους αντάρτες 4 ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας νό­τια και έξω από την πόλη, εκτέλεσαν 15 άτομα που βρήκαν τυχαία στο Βάλτο. Η εκτέλεση όμως που συγκίνησε την πόλη ήταν εκείνη των τριών παλικαριών Γ. Μαρλαγκούτσου, Ν. Βερζοβίτη και Δημ. Κασιδάκη.

Συνελήφθησαν αρχικά έξι νέοι με την κατηγορία της κακοποίησης Γερμανού στρατιώτη. Κινητοποιήθηκε όλη η πόλη, ενώ Επιτροπή από το Δήμαρχο Παπαγιαννόπουλο και τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο προσπάθησε να μεταπείσει το Γερμανό Διοικητή. Αυτός υπήρξε ανένδοτος. Ο Ιταλός Διοικητής με τη δικαιολογία του συγκυριάρχου αποσπά τους τρεις για να «τους τιμωρήσει αυτός» και σώζονται. Παρακα­λεί και για τη σωτηρία των άλλων, παρακαλεί να τους αφή­σουν τουλάχιστον να κοινωνήσουν. Ο Γερμανός είναι αμετάπειστος. Ο Μητροπολίτης Αργολίδας Αγαθόνικος μετά αγω­νιώδη πορεία φτάνει στην Αθήνα, όπου ζητά την παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Όλα μάταια. Τους οδη­γούν στο ανάχωμα της Πάνιτσας. Ο Μαρλαγκούτσος δε δέ­χεται να του δέσουν τα μάτια. Σε λίγο μια ομοβροντία. Μετά ησυχία θανάτου…

 

Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943

 

Το αεροδρόμιο του Άργους απετέλεσε πολλές φορές στό­χο των συμμαχικών αεροπλάνων, τα οποία επέδραμαν ενα­ντίον του, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ε­πιτυχία, πάντα όμως χωρίς να αφήνουν περιθώρια στους Γερμανούς για εφησυχασμό. Η πρώτη επιδρομή που έχει καταγραφεί έγινε το Νοέμβριο του 1942. Προηγήθηκε νυχτε­ρινή επίθεση με αρκετές γερμανικές απώλειες και το πρωί, καθώς οι Γερμανοί του αεροδρομίου και του Αγίου Νικολά­ου (ναού) είχαν παραταχθεί για προσκλητήριο, δύο συμμαχι­κά αεροσκάφη (Hurricanes) – το ένα μέσα από την Πάνιτσα και το άλλο από τη Χούνη του Κάστρου – επέπεσαν εναντίον τους προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε άνδρες και αερο­σκάφη (καταστράφηκαν 13 στούκας επί τόπου). Φήμες επέ­μεναν πως πιλότος του ενός αεροσκάφους ήταν ο Βαρβέρης από το Άργος. Άλλες δύο τουλάχιστον σοβαρές επιδρομές ε­ναντίον του αεροδρομίου έγιναν τον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1943. Τέλος ο μοιραίος βομβαρδισμός της 14.10. 1943. 

Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών (8.9. 1944) οι Γερμα­νοί ήσαν αναγκασμένοι να αναπτύξουν και άλλες, σημαντι­κές, δυνάμεις στην Πελοπόννησο. Στα πλαίσια αυτής της α­νάπτυξης μια ισχυρή γερμανική φάλαγγα κινείτο με κατεύ­θυνση προς νότο και το πρωί της μοιραίας ημέρας είχε σταθ­μεύσει στη δενδροστοιχία (στην οδό Δαναού). Εδώ οι από­ψεις διίστανται. Η φάλαγγα αυτή ήταν ο στόχος ή το αερο­δρόμιο; Όπως όμως και αν είχαν τα πράγματα, όταν στις 11.ΟΟ’ το πρωί εκείνης της Πέμπτης στον ουρανό του ‘Αργους εμφανί­στηκε σμήνος αμερικανικών αεροσκαφών δέχθηκε καταιγι­στικά πυρά από την πόλη του ‘Αργους και ειδικά από την πε­ριοχή της δενδροστοιχίας. Οι Αμερικανοί πιλότοι απάντησαν δυναμικά με βόμβες προσωπικού. Τα θύματα αμέτρητα. Πρώτα κτυπήθηκε ο κάμπος και τα «Ταμπάκικα»{ παρά τη συμβολή των οδών Φείδωνος και Θεάτρου}, μετά ο «Κραβασαράς»{ παρά την παλιά γειτονιά της Αρβανιτιάς;}, τα «Ρεντζέικα», ο Πρόδρομος, το κέντρο της πόλης, ο «αρχοντομαχαλάς»{ με το όνομα αυτό είναι γνωστή η γειτονιά των παρόδων της οδού Μουστακοπούλου, η οποία συγκέντρωνε εύπορες οικογένειες της πόλης. Η οδός Μουστακοπούλου αργότερα εκαλείτο περιπαιχτικά οδός « Μπέρτας» από τις μπέρτες των εύπορων κυριών}, τα «Γεφύρια», ο Σταθμός και ο Ξεριάς. Τα θύματα αμέτρητα. Περί τους 100 οι νεκροί Αργείτες, πολύ περισσότεροι οι τραυματίες. Από τους Γερ­μανούς υπολογίζεται πως νεκροί και τραυματίες έφτασαν τους 75.

 

«Φουλ τα χειρουργεία και τα ιατρεία», γράφει ο Χριστό­πουλος. «Ο Δαναός επίσης και τα γερμανικά νοσοκομεία ασφυκτικά γεμάτα Γερμανούς και Έλληνες μαζί. Λες και γίνα­με σύμμαχοι την ώρα του θανάτου, κι αγκαλιασμένοι εχθροί και φίλοι κάνουν ανθρωπιστικά το καθήκον τους». 

Τις δύσκολες εκείνες ώρες όλοι οι γιατροί του Άργους έ­δωσαν το «μεγάλο παρόν». Ξεχώρισε όμως σε κάθε είδους προσφορά ο αεικίνητος Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και ο ιεροδιάκονος – μετέπειτα Μητροπολίτης Ιερισσού και Αγίου Όρους- Παύλος Σοφός, που φιλοξενού­σε ο Χρυσόστομος, ο οποίος κατείχε άριστες νοσηλευτικές γνώσεις.

Σε ένδειξη τιμής στη μνήμη των αθώων νεκρών εκείνου του βομβαρδισμού αναδημοσιεύουμε τα ονόματά τους, όπως τα διέσωσε ο Χριστόπουλος από κατάλογο που συνέταξε ο ι­στοριοδίφης Αναστάσιος Τσακόπουλος:

Δημ. Γεωργόπουλος, Παναγ. Κράντας, Κωνστ. Σταύρου, Κωνστ. Μαρούσης, Κ Σκίκος, Σπυρ. Μαραγκός, Παύλος Βαρβάτης, Δ. Αθανασό­πουλος, Δανάη Χαντζηιωάννου, Νίτσα Ψωμά, Θεοδ. Χαντζής, Θεοδ. Τόμπρας, Σωτ. Αδρακτάς, Κ. Αδρακτάς, Ιω. Παπαδάτος, Κ. Μπολόσης, Κ. Μωράτσος, Τάκης Γκουμάκης, Πιπίνα Κούρου, Ιω. Λάμπρου, Κατίνα Πάγκα, Ελένη Αθηνιού, Δημ. Καραλής, Δημ. Σμυρλής, Μιχ. Παγώνης, Κ. Μαρίνης, Ιω. Κοροβέσης, Ελένη Μαραγκού, Φανή Γεωργαντά, Ιω. Μαρλαγκούτσος, Γεώργ. Βούλγαρης, Βασ. Γιαννάτος, Θεοφ. Κωτσαντής, Αναστ. Γεώργας, Παναγ. Ανέστης, Πόπη Γυφτοπούλου, Θεοφ. Καλαντζής, Καλαντζής Αντ., Ελένη Στεφανή, Άννα Γκαργκάσουλα, Θεοδ. Τσεκές, Αντ. Χαλέπας, Ευάγγ. Κλειώσης, Παν. Παπαϊωάννου, Νικόλ. Θεωνάς, Γεωργ. Κουρέτσου, Γεωργία Τρισπαγώνα, Κική Ανδριανόπουλου, Χρυσώ Κυριακοπούλου, Βασ. Σκλήρης, Πέτρος Πάγκας, Βασ. Χαμπίμπης, Κατίνα Κρητικού, Ν. Λιτσαρδάκης, Επαμ. Μαρούτσος, Γ. Αντωνακόπουλος, Αμαλία Πινάτση, Γεωργ. Κλεισάρη, Αθ. Καρούτας, Παναγ. Δανιήλ, Γεώργιος Στέκας, Δημ. Λαδάς, Πέτρος Σπυρόπουλος, Αθαν. Πιπιλάς, Ευάγ. Καραμαλίκης, Ιω. Τσίγγας, Δημ. Παΐσης, Αικατ. Χρυσικού, Κωστούλα Μαρλαγκούτσου, Φανή Μάγειρα, Ευάγγ. Καράμπελας, Νικόλαος Τόλιας, Δημ. Δήμας και Γεώργ. Τσιμπής.

 

Ο Λαός αντιστέκεται…

 

Ιταλός καραμπινιέρος στις Μυκήνες: Η περίφημη «Πύλη των Λεόντων», φρουρείται από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Ιστορικό Φωτογραφικό Αρχείο της Ιταλίας.

 Ο λαός, μετά το πρώτο σοκ, άρχισε να συνέρχεται. Είναι αλήθεια πως πολλοί είδαν τη γερμανική εισβολή ως λύση στο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η χώρα στο μέτωπο. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν βέβαια αποκρούσει την εαρινή α­ντεπίθεση των Ιταλών, όμως από πλευράς εφοδιασμού τους σε πολεμοφόδια η κατάσταση κάθε άλλο παρά αισιόδοξη ή­ταν. Η γερμανική εμπλοκή έδωσε «αξιοπρεπές» τέλος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Η αντίσταση των οχυρών, σε αντίθεση με το γαλλικό «pour quoi«, αφενός διέσωσε την εθνική αξιοπρέπεια και αφετέρου ανάγκασε τους Γερμανούς να αναγνωρίσουν τη γενναιότητα των Ελλήνων πολεμιστών. Από την άλλη πλευρά είχε καλλιεργηθεί η αντίληψη ότι αυτός ο πόλε­μος αφορούσε περισσότερο την Αγγλία παρά την Ελλάδα (5η Φάλαγγα).

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν δημόσια: «Ας πολεμήσουν επιτέλους και οι Εγγλέζοι, και όχι να βάζουν άλλους στον πόλεμο». Στον τομέα αυτό έπαιξαν σημαντικό ρόλο και οι γερμανόφιλες τάσεις που είχε καλλιεργήσει η δικτατορία του Μεταξά, ιδίως στο χώρο των αξιωματικών. Εί­ναι πλέον γνωστό ότι η θέση της χώρας παρά το πλευρό των Συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κατά κύριο λόγο επιλογή του Θρόνου. Σαν πρώτη πράξη αντίστασης θα πρέπει να καταγραφεί η περίθαλψη, που πρόσφεραν οι κάτοικοι της περιοχής στους εγκλωβισμένους στρατιώτες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Τα χωριά κυρίως της ορεινής Αργολίδας τους προσέφεραν ασφάλεια, ενώ τα παραλιακά συνέβαλαν με κά­θε τρόπο στη διαφυγή τους. Στον τομέα αυτό καθοριστική υ­πήρξε και οι βοήθεια των αστυνομικών αρχών παρά τον α­σφυκτικό ιταλικό έλεγχο.

[Το καλοκαίρι του 1941 ο Σταθμός Χωροφυλακής Μιδέας εφοδίασε με πλαστά δελτία ταυτότητας 7 Άγγλους στρατιωτικούς. Την ίδια εποχή ο διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Ν. Επιδαύρου Ενωμοτάρχης Αντωνόπουλος με την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής περιέθαλψε 48 Νεοζηλανδούς, τους οποίους αργότερα φυγάδευσε. Το ίδιο έκαμαν και οι Σταθμοί Χωροφυλακής Αλέας, Νέας Κίου και Θερμησίας, φυγαδεύοντας 120 Άγγλους και Νεοζηλανδούς. Επίσης στο Άργος ο Ανθυπομοίραρχος Δημ. Κουρκουλάκος συμβάλει καθοριστικά στη φυγάδευση συμμάχων στρατιωτικών. Βλέπετε Αποστόλου Β. Δασκαλάκη, Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950 τόμος Α΄Αθήναι 1973, σελ.194-195].

Επίσης οι κάτοικοι της περιοχής συνέδραμαν με κάθε μέσο τους αξιωματικούς εκείνους του ελληνικού στρατού που κατευθύνονταν στην Μέση Ανατολή για τη συνέχιση του αγώνα. Μόνο αργότερα, μετά την άνδρωση του ΕΛΑΣ, άρχισε η συστηματική παρεμπόδιση της διαφυγής τους για ευνόητους λόγους.

 

Το ΕΑΜ κύριος φορέας αντίστασης

 

Το ΕΑΜ αναμφίβολα αποτέλεσε τον κορμό της αντίστα­σης στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κα­τοχής. Αν και ξεκίνησε με πρωτοβουλία και κατεύθυνση αρι­στερών πολιτικών οργανώσεων, στους κόλπους του σύντομα συγκέντρωσε άτομα – κυρίως νέους  από όλο το πολιτικό φά­σμα, που επιθυμούσαν να αντισταθούν οργανωμένα στον κα­τακτητή.

Στο Άργος το αριστερό κίνημα πάντα υπήρξε ισχαιμικό. Επί πλέον η απηνής δίωξη των αριστερών, αλλά και πολλών δημοκρατικών στοιχείων, από το καθεστώς Μεταξά δεν επέ­τρεπε τη διάδοση ανάλογων ιδεών. Παρά ταύτα στα προπο­λεμικά χρόνια, και κάτω από το άγρυπνο μάτι της Αστυνομί­ας, χώρος κυοφορίας αριστερών ιδεών υπήρξε το καφενείο «Ο Παράδεισος» των αδελφών Ξακουστή στη διασταύρωση των οδών Δαναού και Καποδιστρίου (κυρίως για διανοούμε­νους, όπως π.χ. ο Θεόδωρος Βλασταράς).

Άλλοι χώροι διά­δοσης αριστερών ιδεών ήσαν το ζαχαροπλαστείο του Νίκου Πορταρίτη, στην οδό Κορίνθου λίγο πιο πάνω από το Σταροπάζαρο, και το κατάστημα (λευκοσιδηρών ειδών) του Βαγγέ­λη Δεσύλλα ή Κύκλωπα στην οδό Β. Σοφίας. Στα χωριά αρι­στεροί πυρήνες υπήρχαν κυρίως στα Φίχτια – το επικαλούμε­νο και μικρή Μόσχα – και τη Μιδέα. Στα Φίχτια οι αδελφοί Βαγγέλης, Κώστας και Σπύρος Τσετσέκου ήσαν μέλη του ΚΚΕ, από το 1932 ο πρώτος και το 1934 οι άλλοι. Στα χρόνια του Μεταξά ήσαν εκτοπισμένοι στον Άγιο Ευστράτιο και την Ανάφη. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου δραπέτευσαν και επέστρεψαν στα Φίχτια, όπου ξανάρχισαν την κομματική δουλειά. Ο γιος του τελευταίου, Δημήτριος Σπύρου Τσετσέκος δραστηριοποιείται με επιτυχία στο χώρο της νεολαίας.

Στο Άργος παρά το έντονο συντηρητικό κλίμα πάρα πολ­λοί νέοι οργανώνονται στο ΕΑΜ. Στα πλαίσια αυτού του ορ­γανωτικού σχήματος εντάσσεται μία σειρά αντιστασιακών ε­νεργειών. Η κοπή των τηλεφωνικών καλωδίων που συνέδεαν την ιταλική φρουρά των Μύλων με το Αεροδρόμιο Άργους από τους Κώστα Κυριαζόπουλο και Νίκο Σαββέα, η αναγρα­φή συνθημάτων σε τοίχους του Άργους τη νύχτα της 12.4. 1943 από τους Σπύρο Λυμπριτάκη, Μίμη Λαλουκιώτη και Ορέστη Μπούκουρα και η κατάθεση στεφάνου στο Ηρώο του Άργους τη νύχτα της 24/25.3. 1943 από τους Αρίσταρχο Αναστ. Τσακόπουλο (Μπέη) και Πέτρο Μπλάτσιο.

Για την κατάθεση του στεφάνου, για αναγραφή συνθημάτων και δια­νομή προκηρύξεων καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης 3 έως 10 χρόνων από το Ιταλικό Στρατοδικείο Τρίπολης οι Σάββας Καραλέκας, Αρίσταρχος Τσακόπουλος, Ανδρέας Κολορίζας, Πέτρος Μπλάτσιος, Απόστολος Λαδάς, Ορέστης Μπούκουρας και Στάθης Δέδες. Ο Κώστας Δεσύλλας και ο Νίκος Καλοπανάς απηλλάγησαν. Οι ανωτέρω παρέμειναν αρκετούς μήνες στις φυλακές. Μετά όμως τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (8.9. 1943) και με ενέργειες συγγενών του Τσακόπουλου στις γερμανικές στρατιωτικές αρχές αφέθηκαν ε­λεύθεροι οι Τσακόπουλος, Κολορίζας, Μπλάτσιος και Μπούκουρας. Ο τελευταίος, λίγες ώρες πριν του ανακοινω­θεί η απελευθέρωσή του, απέδρασε από τις φυλακές της Α­κροναυπλίας.

 

 Η περίπτωση Κουβελάκη

 

Αν δεν υπήρξε ο πρώτος, αναμφίβολα υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες που βγήκε αντάρτης στα βουνά της Πελο­ποννήσου. Πρόκειται για τον Υπενωμοτάρχη τότε Κουβελάκη Απόστολο του Σταύρου από το Μαυρομάτι Μεσσηνίας (1911 -;). Κατά την κατάρρευση του μετώπου ο Κουβελάκης υπηρετούσε ως Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Λυρ­κείας, πλην όμως με παρέμβαση των Γερμανών μετατέθηκε στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιμνών. Ο χαμηλόβαθμος αυτός αστυνομικός υπάλληλος άρχισε με τη βοήθεια των κατοίκων να περιθάλπει περιπλανώμενους Άγγλους στρατιωτικούς. Τριάντα εννέα από αυτούς αφού εφοδιάσθηκαν με ελληνικά δελτία ταυτότητας, πολιτική περιβολή και τρόφιμα έφυγαν με κατεύθυνση τον Πόρο, την Επίδαυρο και το Λεωνίδιο.

Μαζί του έμειναν τρεις Άγγλοι και ένας Κύπριος. Το γεγονός προδόθηκε στις ιταλικές αρχές και ο Κουβελάκης στις 17.8. 1941, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, εγκατέλειψε το Σταθμό του και έχοντας μαζί του τους συμμάχους στρατιωτι­κούς και το μοναδικό Χωροφύλακα της δύναμής του Γεώργιο Πυσογιαννάκη, ο οποίος αργότερα εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, κατέφυγε στον ορεινό όγκο του Φαρμακά, σε μέρη γνώριμα από την προηγούμενη υπηρεσία του στη Λυρκεία. Έκτοτε η ομάδα Κουβελάκη συνδέεται με τους κατοί­κους της περιοχής και κινείται από την περιοχή της Αλέας μέχρι και εκείνη της Επιδαύρου.

Στις 22.2.1942 επιτυγχάνει την εξόντωση Ιταλού καραμπινιέρου στην περιοχή Στεφανίου – Αγγελοκάστρου Κορινθίας, ενός από τους πολλούς που είχαν σταλεί εναντίον του.

Στις 6.3.1942 στη Σκοτεινή, σε πολύωρη συμπλοκή με από­σπασμα Καραμπινιέρων, κατορθώνει χωρίς καμιά δική του απώλεια να εξοντώσει το διαβόητο Καραμπινιέρο Ντομίλιο (Domilio), γνωστό ως σαδιστή για τις βάναυσες μεθόδους του σε βάρος Ελλήνων με το παρεπώνυμο «Βαρδούκας», να τραυματίσει έ­ναν άλλον, καθώς και τον Έλληνα προδότη Παναγ. Μποζιονέλο ή Γράτσο. Η εξόντωση του Ντομίλιο και η εξουδετέρω­ση του Γράτσου ανακούφισε τα χωριά της περιοχής.

Την 29.9.1942 στην περιοχή Σκοτεινής – Κανδήλας συμπλέ­κεται με τους Έλληνες προδότες Χρ. Κάππο και Παναγ. Λακιαρδό, που υπό την ιδιότητα Ιταλών Καραμπινιέρων κινού­νται εναντίον του. Τραυματίζει τον ένα και αφοπλίζει αμφό­τερους. Φαίνεται πως ο Κουβελάκης κινείται με την κάλυψη των Σταθμών Χωροφυλακής των ορεινών περιοχών. Έτσι η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους με την 878/97 20-ι από 20.4.1943 διαταγή της προς τον Σ. Χ. Λυρκείας επιπλήττει το Διοι­κητή του για την αδράνειά του, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι: «Ο Διοικητής του ενταύθα Σταθμού της Ιταλικής Βασιλικής Χωροφυλακής μοι ανεκοίνωσεν σήμερον ότι ο εγκαταλείψας την θέσιν του υπενωμοτάρχης Κουβελάκης Απόστολος διένειμεν εις τους κατοίκους της Λυρκείας προκηρύξεις επα­ναστατικού περιεχομένου. Το γεγονός τούτο είναι απολύτως εξηκριβωμένον…». 

Τον Ιούλιο του 1943 μαζί με άλλους αξιωματικούς του τα­κτικού Στρατού από τις περιοχές Αργολίδας, Κορινθίας και Αρκαδίας συγκροτούν την Αντάρτική ομάδα του «Φαρμα­κά», η οποία θα διαλυθεί από τις δυνάμεις του ΕΛ.ΑΣ. Η ο­μάδα Κουβελάκη μετά τις επιθέσεις που δέχτηκε στις 25 και 26.9.1943 στην Κρύα Βρύση και στα νερά Αχλαδοκάμπου α­ναγκάστηκε να αποχωρήσει από την περιοχή.

Ο Κουβελάκης μεταβαίνει πλέον στην Αθήνα (Νοέμβριος 1994), οργανώνεται στο Εθνικό Κομιτάτο του Στρατηγού ΒΕΝΤΗΡΗ και στη συνέχεια (22.2.1944) διαφεύγει στη Μέση Ανατολή. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα και αποστρατεύθηκε στα 1966 με το βαθμό του Αντισυνταγ­ματάρχη Χωροφυλακής.

 

Το 6ο  Σύνταγμα του ΕΛ.ΑΣ.

 

Μετά τη διάλυση της Ομάδας «Φαρμακά» από τις δυνά­μεις του ΕΛ.ΑΣ. και την προσχώρηση σε αυτόν του Ταγμα­τάρχη Εμμ. Βαζαίου, των ανθυπολοχαγών Κ. και Μιλτ. Στεργιόπουλου, Γ. Μαυραγάνη, Δ. Μαυρίδη, Στ. Ηλιόπουλου, και Ν. Τζαβέλα, του υποσμηναγού Παν. Γκέρκη, του Ενωμοτάρχη Ι, Τριανταφύλλου και άλλων 26 ανδρών, το αντάρτικο κίνημα στην Αργολιδοκορινθία φούντωσε. Το ίδιο έγινε και σε άλ­λες περιοχές της Πελοποννήσου από τη στιγμή που ο ΕΛ.ΑΣ. έμεινε μόνος κυρίαρχος στα βουνά, αφού διέλυσε οποιαδή­ποτε άλλη ανταρτική οργάνωση που δε υπήχθη σε αυτόν. Η διαμάχες των ανταρτικών οργανώσεων είναι ένα θέμα απέ­ραντο, που ξεφεύγει από τα όρια του άρθρου αυτού. Έτσι θα μείνουμε στη δράση του 6ου Συντάγματος του ΕΛ.ΑΣ. που δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της Αργολιδοκορινθίας [ έλαβε την ονομασία του από το προπολεμικό 6ο Σύνταγμα Πεζικού που είχε έδρα την Κόρινθο].

Στην Πελοπόννησο συγκροτήθηκε η III Μεραρχία του ΕΛ.ΑΣ., την οποία αποτελούσαν δύο Ταξιαρχίες, η VIII και η IX. Η VIII Ταξιαρχία απετελείτο από το 6° και 12° Σύνταγ­μα, ενώ η IX από το 8°, 9° και 10° Σύνταγμα και μία Μοίρα του ΕΛΑΝ. Η διοίκηση του 6ου Συντάγματος απετελείτο α­πό τον Ταγματάρχη Εμμανουήλ Βαζαίο, Στρατιωτικό Διοικητή, το Δι­κηγόρο Ευάγγελο Λέκκα, Πολιτικό, και το Λοχαγό ΠΖ Παναγιώτη Τούντα, Καπετάνιο. Τον Ιανουάριο του 1944 το II Τάγμα του 6ου Συντάγματος με επικεφαλής τον Έφεδρο Υπολο­χαγό Γεώργιο Δασόπουλο ή Γρίβα εκινείτο στην περιοχή της Αργολίδας, ενώ το IV Τάγμα με επικεφαλής τον Ανθυπο­λοχαγό Κονταλώνη στην περιοχή Ερμιονίδας. Βέβαια στη συνέχεια έγιναν πολλές οργανωτικές μεταβολές στις Μονά­δες ανάλογα τις ανάγκες.

Από τη δράση του 6ου Συντάγματος στο χώρο της Αργολί­δας αναφέρουμε τα ακόλουθα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Στρατιωτικού Διοικητή του:

-Το πρώτο 10ήμερο Οκτωβρίου 1943 ο Λόχος Διοίκησης μετά από επισταμένη αναγνώριση και σε συνεργασία με τους Άγγλους αξιωματικούς, Αντισυνταγματάρχη Μακ Μάλεν, Ταγ/ρχη Τζέϊμς και Λοχαγού Φρέζερ οργάνωσε σαμποτάζ στο αεροδρό­μιο Άργους και κατέστρεψε 7 εχθρικά αεροπλάνα και 1 ο­δοστρωτήρα.

-Στις 22.3. 1944 ο 6ος Λόχος ανατίναξε τη σιδηροδρομική γέφυρα της Ανδρίτσας.

-Στις 17.5.1944 ο 6°ς Λόχος σε ενέδρα στη θέση «Νταούλι» Αχλαδοκάμπου, στο δημόσιο δρόμο Τρίπολης – Άργους, προσέβαλε με επιτυχία φάλαγγα 10 γερμανικών αυτοκινή­των, τα οποία μετέφεραν τη Σχολή Εφ. Αξιωμ. της 117ης  Με­ραρχίας. Νεκροί 50 Γερμανοί, πολλά λάφυρα.

-Στις 1.6.1944 ο 5ος Λόχος κατέστρεψε σιδηροδρομική γέφυρα ανάμεσα στα Φίχτια και τα Δερβενάκια. Την επόμενη ο ίδιος Λόχος προσέβαλε στα Δερβενάκια φάλαγγα γερμα­νικών αυτοκινήτων. 15 Γερμανοί νεκροί.

-Στις 3.8.1944 Τμήματα του II Τάγματος κτύπησαν φάλαγ­γα 300 Γερμανών στον αυχένα Δούκα – Τάτσι. 40 Γερμανοί νεκροί.

-Στις 3.9.1944 ο 6ος Λόχος κτύπησε τους Γερμανούς στη θέση «Λιμικό» Φιχτίων και εχθρικό φυλάκιο στα υψώματα του Κουτσοποδιού. Νεκροί 8 Γερμανοί. Ενώ

-Στις 5.9.1944 το I Τάγμα επετέθηκε κατά των Γερμανών στον Αχλαδόκαμπο. Νεκροί 3 Γερμανοί.

Το Νοέμβριο του 1943 ομάδα του II Τάγματος του Γρίβα πέρασε από το χωριό Προσύμνη (Μπερμπάτι). Οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Τη στιγμή όμως της υποδο­χής μια μικρή ομάδα Γερμανών έφτασε στο χωριά. Οι άν­δρες του Γρίβα την εξουδετέρωσαν αμέσως. Διέφυγε ένας και ειδοποίησε τη Μονάδα του. Το συμβάν ήταν αρκετό για να κάψουν οι Γερμανοί το χωριό και να λεηλατήσουν τους άτυχους Μπερμπατιώτες.

Στις 30.11. 1943 ο Φρίξος Ανδριανόπουλος από το Πικέρνι της Αρκαδίας με ένα Ιταλό στρατιώτη, που είχε αυτομολήσει στους αντάρτες, επιτέθηκαν εναντίον της φρουράς του Σιδ. Σταθμού Ανδρίτσας και έσφαξαν περί τους 10 Γερμανούς. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο Φρίξος Ανδριανό­πουλος και ο Κων/νος Α. Βρύνιος.

Την επόμενη οι Γερμανοί έζωσαν το χωριό. Συνέλαβαν 50 νέους κυρίως άνδρες, που τελικά τους κρέμασαν στα δοκάρια του υπόστεγου του Σταθ­μού, καθώς και σε παρακείμενα δένδρα στις 5.12. 1943. Πέθαναν για την ελευθερία οι Παναγιώτης Δ. Αγγελέτος, Χρή­στος Π. Αρτινιός, Διονύσιος Κ. Βάγιας, Ιωάννης Γ. Γαλάκης ή Σγουρίτσας, Δημ. Α. Ζάμπιας, Πλούταρχος Γιατράς, Γεώρ­γιος Γεωργίτσης, Γεώργιος Χρ. Δαλαμπίρης, Ιωάννης Γ. Δελής, Απόστολος Δαγρές, Αντώνιος Η. Δημάκος, Αθανάσιος Α. Δουκάκης, Θεόδωρος Ζαχαράκης, Ιωάννης Μ. Καράκος, Αθανάσιος Καρβούνης, Θεόδωρος Π. Κανακίδης, Πολυζώης , Ζ. Καρίλος, Παναγιώτης Κ. Καραλής, Βασίλειος Ε. Κοτσιώνης, Αναστάσιος Κουμαρέζος, Χρήστος Δ. Κουτσάρης, Θεοδ. Γ. Κωνσταντόπουλος, Βασίλειος Γ. Κωνσταντακόπουλος, Ευστράτιος Σ. Κωστάκης, Κων. Β. Λαζαρόπουλος, Ιωάν­νης Ν. Μαχαίρας, Θεοδ. Σ. Μελενίκος, Αναστάσιος Μητράκος, Κωνσταντίνος Κ. Μπεχράκης, Γεώργιος Π. Μούρτζινος, Παναγ. Κ. Μουτζούρης, Ιωάννης Γ. Μπογιατζόπουλος, Γε­ώργιος Π. Νικολαΐδης, Χρήστος Χ. Παναγούλιας, Δημ. Κ. Πετράκος, Ανδρέας Γ. Παπαναστασίου, Νικόλαος Γ. Παπαναστασίου, Νικόλαος Ράλλης, Αποστόλης Κ. Σιδέρης, Σπύ­ρος Λ. Σταυράκος, Λεωνίδας Δ. Σταυρόπουλος, Παρασκευάς I. Σταυρόπουλος, Μανώλης Τσαγγάρης, Παρα­σκευάς Γ. Τσούσης, Γεώργιος Ν. Φατούρος, Αναστ. Γ. Φλίντρας, Χαράλαμπος Δ. Χαραλάς, Χαράλαμπος Χαραλαμπόπουλος, Γεώργιος Α. Ψαρρός και Νικόλαος Σ. Κωστάκης [ από το ίδιο χωριό σκοτώθηκε το Μάιο του 1944 και ο Αγγελής Α. Μίλης}.

Το Μάιο του 1944 εξαιτίας καταστροφής από τους αντάρ­τες του δρόμου προς την Καρυά, παρά την Αγριλίτσα, οι Γερ­μανοί εκτέλεσαν τους: Πέτρο Β. Σπανό, Γεώργιο Σπανό, Η­λία Σπανό, Γεώργιο Ορφανό, Ευάγγελο Γαλάνη, Προκόπιο Καπετάνο, Θεοφάνη Παναγιωτόπουλο, Χρ. Γιαγό, Δημ. Π. Πατούρο, Γεώργιο Κορδώνη, Χρ. Κωστάκο, Βασ. Φλέσσα, Δημ. Μπουλατσιώτη, Δημ. Ξιάρχο, Κων. Κωσταρίκο και το γιο του, καθώς και τέσσερες ξένους κτηνοτρόφους. Οι εκτελέσεις, οι δηώσεις, οι λεηλασίες των αρχών Κατο­χής, κυρίως των Γερμανών οι οποίοι παρά τη σιδηρά πειθαρ­χία τους στον τομέα των κλοπών, των λεηλασιών, των εκβια­σμών και της δωροδοκίας ήσαν αμίμητοι, ξεπερνούν κάθε φαντασία, θα έπρεπε όμως, έστω και τώρα μετά από 50 χρό­νια, να γίνει μια ολοκληρωμένη καταγραφή των συμπατριω­τών μας που έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της νέας τάξης που επαγγέλλονταν οι Ναζί.

Όταν μετά την αυξημένη πίεση των ανταρτών οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να κηρύξουν την Πελοπόννησο πολεμική ζώνη από τις 18.00΄ της 18.5.1944, η ζωή των κατοίκων γίνεται προ­βληματική, θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές μόνον απα­γορεύσεις. Απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των πολιτών από 18.00΄ μέχρι 06.00′ καθημερινά, η κυκλοφορία πάνω από 5 α­τόμων μαζί, η μετάβαση από χωριό σε χωριό, η κυκλοφορία σε μη δημόσιους δρόμους, η προσέγγιση σε πρόποδες βου­νών, η κωδωνοκρουσία, οι λειτουργίες τις καθημερινές, κ.ά.

 

Μέρες οργής

 

Αν και το ΕΑΜ είχε συγκεντρώσει πολίτες όλων των πολι­τικών παρατάξεων, ο κορμός και η καθοδήγηση του ήταν στα χέρια του ΚΚΕ. Το ίδιο συνέβαινε και στον ΕΛ.ΑΣ., από τους άνδρες του οποίου μικρό ποσοστό ήταν κομμουνιστές. «Ο ΕΛΑΣ είχε βέβαια την κομμουνιστικήν του καθοδήγησιν, οι άνδρες του όμως κατά τα 3/4 δεν ήσαν κομμουνισταί, ήσαν αγροτόπαιδα, εθελονταί οι οποίοι κατετάσσοντο αθρόως διά να απελευθερώσουν την σκλαβωμένην Πατρίδα», γράφει ο Ταγματάρχης Βαζαίος.Από τα μέσα, όμως, του 1943 άρχισε να διαφαίνεται ο τα­ξικός χαρακτήρας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Στελέχη του ΚΚΕ άρχι­σαν να μην κρύβουν πλέον τις μεταπελευθερωτικές τους προθέσεις, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση μη κομμουνιστών πολιτών.

«Στάθης», Θεόδωρος Ζέγκος

Η αντίδραση αυτή άρχιζε από μια στάση παθητική – ουδέτερη- για να φτάσει σε ένοπλη σύγκρουση. Και δεν ήταν δυστυχώς λίγες οι φορές που Έλληνες κατέφυ­γαν στη βοήθεια των αρχών Κατοχής για να αντιμετωπίσουν τις εναντίον τους απειλές. Από την άλλη πλευρά με το πρό­σχημα της περιφρούρησης του λαϊκού αγώνα από τους προ­δότες – σε εισαγωγικά και μη – και την «αντίδραση» άρχισαν τα έκτροπα και οι υπερβασίες. Η ΟΠΛΑ (Οργάνωση Περι­φρούρησης Λαϊκού Αγώνα) είχε πλέον τον πρώτο λόγο. Στην Κορινθία ο περίφημος Στάθης ξεπέρασε κάθε όριο, για να φθάσει ο Άρης Βελουχιώτης να πει στον Πελοπίδα: «…Τα έ­χουν κάμει θάλασσα οι πατριώται σου οι Κορίνθιοι, αφήκαν το Στάθη να αλωνίζη την περιοχήν εις βάρος του αγώνος… Ο Στάθης βέβαια καθαιρέθηκε και πιθανόν εκτελέστηκε. Οι ζημιές όμως που είχαν κάμει οι απανταχού «Στάθηδες» ήσαν φοβερές.

 

[ Ο Θεόδωρος Ζέγκος (Στάθης) καταγόταν από την περιο­χή της Λάρισας και ήταν υπάλληλος του οργανι­σμού των τριών ΤΤΤ (τηλεφώνων, τηλεγράφων και ταχυδρομείων), προ­δρόμου οργανισμού του OTE. Οι υπάλληλοι του ελέγοντο τριατατικοί. Είχε τα ψευδώνυμα Στάθης ή Τριαντάφυλλος. Το κα­λοκαίρι του 1944 ήταν περιφερειακός γραμματέ­ας για την Πελοπόννησο του ΚΚΕ, με έδρα το χω­ριό Καλύβια που σήμερα λέγεται Φενεός, εγγύς της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου. Βεβαίως μετεκινείτο και σε άλλες πε­ριοχές. Με το ψευδώνυμο ΣΤΑΘΗΣ έγινε περιβόη­τος διότι επί των ημερών του έγινε στην «Τρύπα» η δραματική σφαγή. Το πε­ρίεργο είναι ότι δεν εφονεύοντο όλοι, όσοι οδηγούντο στο στρατόπεδο της Μονής. Μερικοί εκρατούντο για κάποιες ημέρες, ανεκρίνοντο και αναχωρούσαν. Δεν γνωρίζουμε τη διαδικασία εκδόσεως των καταδικαστικών αποφάσε­ων και πως εβεβαιούτο η ενοχή του καθενός ή η αθωότητά του. Ο Θεόδωρος Ζέγκος επεβίωσε και στο δεύτε­ρο αντάρτικο και τελικά κατέφυγε στην Πολωνία, όπου έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας. Εφημ. Αργειακό Βήμα, Γ.Κ.Ο.,  Τετάρτη 6/10/2010 ]

Για την κατάσταση αυτή κάθε άλλο παρά άμοιροι ευθυνών υπήρξαν οι Άγγλοι, οι οποίοι συστηματικά καλλιέρ­γησαν την εμφύλια σύγκρουση. Εδώ θα πρέπει να τονιστούν και οι μεγάλες ευθύνες των αστικών κομμάτων και των αξιωματικών του τακτικού στρα­τού, που αδράνησαν παντελώς και άφησαν το αντιστασιακό κίνημα υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αξιωματικοί του στρατεύματος, όσοι δεν πέρασαν στη Μέση Ανατολή, έμει­ναν στις πόλεις για να «διανέμουν συσσίτια», κ.λπ. Και έτσι μοιραία έφτασαν στο τέλος να στελεχώσουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Πιθανόν στην περίπτωση αυτή να συνετέλεσε το γερμανόφιλο κλίμα που είχε καλλιεργήσει το καθεστώς Με­ταξά. Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλοι οι απότακτοι του ’35 και των προηγουμένων χρόνων στελέχωσαν το αντάρτικο κί­νημα και τις αντιστασιακές οργανώσεις (Στέφανος Σαρά­φης, Τσιγάντες, κ.α.).

Στην περιοχή του Άργους δραστηριοποιήθηκε κάποιο κομ­ματικό στέλεχος υπό το το παρώνυμο «Μήτσος ο Γκαβός«, μάλλον γκαρσόνι από το Λουτράκι, άνθρωπος του Στάθη της Κορινθίας, ο οποίος ακολουθούσε την ίδια ακριβώς πορεία. Κάτοικοι των ορεινών κυρίως χωριών άρχισαν να εγκαταλεί­πουν τις εστίες τους και να καταφεύγουν για να σωθούν στην πόλη του Άργους.

Ιάσων Μπούκουρας

Η πρακτική αυτή τον έφερε σε άμεση σύ­γκρουση με δυο Αργείτες αριστερούς διανοούμενους, το Θεόδωρο Βλασταρά και τον Ιάσονα Κων/νου Μπούκουρα. Ή­ταν αδιανόητο για τους δύο νέους αυτούς και μορφωμένους ανθρώπους να δεχθούν την τακτική της ανεξέλεγκτης τρομο­κρατίας. Μάλιστα ο Βλασταράς διαμαρτυρόταν έντονα για την ακολουθούμενη τακτική του «πας μη μεθ’ ημών, καθ’ η­μών». Έχοντας ο ίδιος μια πικρή εμπειρία στο Ελληνικό, ό­ταν τον κατεδίωξαν ένοπλοι και οργισμένοι χωρικοί, είπε σε προσκείμενο του πρόσωπο: «Κάναμε το χωριάτη της Καρυάς, που έχει ένα στρέμμα πέτρες, να πάρει το όπλο, για να προ­στατέψει την ιδιοκτησία του».

Ο «Γκαβός» πληροφορήθηκε τη στάση τους και προσπάθησε να τους «ξεγράψει«. Είναι σί­γουρο ότι η δολοφονία του Μπούκουρα στις 19.6. 1944, α­πό τα Τάγματα Ασφαλείας όταν επέστρεφε από την Εθνική Συνέλευση των Κορυσχάδων, υπήρξε αποτέλεσμα του κλίμα­τος τρόμου που επικράτησε. Ο Βλασταράς δολοφονήθηκε λί­γο αργότερα, θύμα κι αυτός του αδελφοκτόνου μίσους που προσπάθησε να αποτρέψει.

 

[Ο Ιάσων Κων/νου Μπούκουρας γεννήθηκε το 1914 (1919;) στη Λυρκεία ( Κάτω Μπέλεσι). Ο πόλεμος τον πρόλαβε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πολύ νωρίς οργανώθηκε στην Αντίσταση. Για τη δράση του αυτή κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τρικάλων από τον Οκτώβριο του 1942 ως τον Απρίλιο του 1943. Εξελέγη αντιπρόσωπος από την Αργολίδα για τη Συνέλευση των Κορισχάδων μαζί με τον δάσκαλο Παναγιώτη Ξύδη ]. 

Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης με το διάγγελμά του προς τον Ελλη­νικό λαό, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, κήρυξε αναφαν­δόν τον πόλεμο ενάντια στις αντιστασιακές οργανώσεις. «Πρέπει καλώς πάντες να κατανοήσωμεν», τονίζει, «ότι διαξάγων ο Άξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπό­δια εις το βαρύτατον τούτο έργον του…

Στα πλαίσια αυτά, με τη συγκατάθεση πολλών πολιτικών και πιθανώς τη σιωπη­ρή έγκριση των Άγγλων, θα ιδρύσει τα Τάγματα Ευζώνων, του γνωστούς «τσολιάδες» ή το πιο συνηθισμένο «Γερμανο-τσολιάδες». Από την άλλη πλευρά το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής διατάσσει ρητά: Καταστρέφετε και σαμποτάρετε με παν μέσον το Κράτος του Ράλλη, εκτελούντες επί τόπου πάντα προδότην. Το σύνθημα της εμφύλιας σύγκρουσης είχε ήδη ριφθεί. Η ανεπάρκεια και μικρόνοια των πολιτικών ηγεσιών, ο αριβισμός των στελεχών και η έντεχνα καλλιερ­γούμενη από τους Άγγλους ένταση ήταν αδύνατον να αφή­σουν να ακουστούν οι ήρεμες και διαλλακτικές φωνές του Θεόδωρου Βλασταρά, του Ιάσονα Μπούκουρα ή του Ανθυπομοίραρχου Κουρκουλάκου.

Άρχισε έτσι ένας αμείλικτος πόλεμος εναντίον των Υπη­ρεσιών Χωροφυλακής, ως κατ΄ εξοχήν οργάνων του Ραλλικού κράτους. Στις 10.10. 1943 συμπτύχθηκαν οι Σταθμοί Χωροφυλακής Ν. Κίου στο Ναύπλιο και Λυρκείας και Κουτσοποδίου στο Άργος. Μαζί τους κατέφυγαν στο Άργος και πολλοί κάτοικοι των χωριών.

Η ΟΠΛΑ αρχίζει απαγωγές και εκτελέσεις κατοίκων του Άργους, με την κατηγορία της προδοσίας, της συνεργασίας με το Ραλλικό κράτος, κ.λπ. Στις 12.5. 1944 άνδρες της ΟΠΛΑ τραυματίζουν σοβαρά έξω από το σπίτι του με περίστροφο το Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Άργους Μοίραρχο ΝΙΚΑ Θεοφάνη (1907 – 1986) και απαγάγουν τους Χωροφύλακες Παναγιώτη Τούμπανο και Κων/νο Παπαγιαννόπουλο, οι οποίοι είχαν διατεθεί σε υ­πηρεσία των αρχών Κατοχής (ειδοποίηση εργατών του αερο­δρομίου). Στο Άργος κυριαρχεί κλίμα ανασφάλειας. Ο Ανθυπομοίραρχος ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΣ Δημήτριος, που ανα­λαμβάνει τη διοίκηση του Τμήματος ζητά την ενίσχυση του ή τη σύμπτυξη της Υπηρεσίας του στο Ναύπλιο. Ουδεμία απά­ντηση του δόθηκε.

Ο Ανθυπομοίραρχος ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟΣ Δημήτριος του Μιχαήλ από τον Πύργο Οιτύλου Μάνης (1900 -;) είχε τη φή­μη ήπιου και διαλλακτικού ανθρώπου, φήμη που επιβεβαιώ­νεται από όλες τις πλευρές αλλά και από τα γεγονότα. Προ­σπάθησε στο βαθμό του δυνατού να τηρήσει κάποιες ισορρο­πίες, ανάμεσα στις πιέσεις των αρχών Κατοχής και στο πα­τριωτικό του καθήκον. Περιέθαλψε πολλούς πατριώτες, ανε­ξάρτητα από ιδεολογία, που κινδύνευαν. Μπροστά στον κίν­δυνο συνέχισης των απαγωγών και εκτελέσεων συγκρότησε άτυπα Πολιτοφυλακή υπό τον Παναγιώτη Χιωτακάκο, αλλά στάθηκε μακριά από τα Τάγματα Ασφαλείας Άργους, τα ο­ποία τελούσαν υπό τις διαταγές του Ανθυπολοχαγού Βασι­λείου Γκόνου και αποτελούσαν τμήμα του 10ου Λόχου (Ναυ­πλίου) του Τάγματος Κορίνθου.

Ο Λόχος Ναυπλίου των Ταγμάτων Ασφαλείας συγκροτή­θηκε το Μάιο του 1994 με επικεφαλής το Λοχαγό Δημήτριο Μουστακόπουλο και αξιωματικούς τους Λοχαγό Σπυρ. Ρομποτή και Υπολοχαγό Βασίλειο Παπαγεωργίου. Στη δύναμη του εντάχθηκαν επίσης ο Λοχαγός Παναγιώτης Χριστόπου­λος, ο Ίλαρχος Βασίλειος Κωνσταντάς και ο Ανθυπολοχαγός Παναγ. Κολλιόπουλος. Είχε δύναμη 150 περίπου ανδρών α­πό το Ναύπλιο και τα χωριά Ασίνη, Δρέπανο και Αραχναίο. Αργότερα, προς τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών, τη διοίκηση των ανδρών του Τάγματος Ασφαλείας Άργους ανέλαβε ο Ίλαρχος Κωνσταντάς. Προκεχωρημένα φυ­λάκια των ΤΑ Άργους ήσαν στον Προφήτη Ηλία, στο Σχο­λείο Πειρούνη, στο σχολείο των Γεφυριών, κ.α. Ισχυρή δύνα­μη Ταγμάτων Ασφαλείας (Λόχος) είχε οργανωθεί στον Αχλαδόκαμπο. Υπήγετο όμως στο Τάγμα Ασφαλείας της Τρί­πολης. Τέλος στο Κουτσοπόδι οργανώθηκε μια μικρή ομάδα Ιππικού, που κατεδίωκε τους αντάρτες.

Δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας εξαπέλυσαν μαζί με τους Γερμανούς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των α­νταρτών από τον Ιούνιο του 1944. Στην περιοχή ‘Άργους έ­χουν καταγραφεί οι εξής επιχειρήσεις:

–  Στις 21.5.1944 Γερμανοί και ΤΑ μεταβαίνουν στις Λίμνες και εκτελούν μεγάλο αριθμό πολιτών.

–  Στις 13.6.1944 Γερμανοί και ΤΑ με 7 αυτοκίνητα μεταβαί­νουν στο Μαλαντρένι, όπου εκτελούνται 4 πολίτες.

–  Στις 14.7.1944 Γερμανοί και ΤΑ κύκλωσαν τα χωριά Μιδέα, Μάνεση, Δενδρά, Αμυγδαλίτσα και Πουλακίδα.

Συνελήφθησαν 30 άτομα, που στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασί­ας.

–  Στις 22.8.1944 Γερμανοί και ΤΑ στο χωριό Χούνη δέχο­νται αιφνιδιαστική επίθεση από το III Τάγμα του 6ου Συντ/τος του ΕΛΑΣ.

–  Το Σεπτέμβριο 1994 τα ΤΑ εισέρχονται στη Μιδέα και κάνουν συλλήψεις. Οι συλληφθέντες εγκλείονται στην Ακρο­ναυπλία.

Ανεξάρτητα από τους λόγους, ιδεολογικούς και άλλους, που ώθησαν πολλούς άνδρες να στελεχώσουν τα Τάγματα Α­σφαλείας, δεν είναι σε καμιά περίπτωση δυνατό να δικαιολο­γήσει κανείς τις από κοινού με τους Γερμανούς εκκαθαρι­στικές επιχειρήσεις. Παράλληλα στοιχεία των ΤΑ συναγωνί­στηκαν αντάξια τη δράση της ΟΠΛΑ, ενώ δεν έλειψαν και οι λεηλασίες και άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Στο χορό αίματος, που είχε αρχίσει, δυστυχώς δεν υπήρχε τόπος για ουδετερότητα. Τις ώρες που το θαύμα συνυπάρχει με το άγος και η ωραιότητα με τη θηριωδία, αλίμονο σε εκείνους που, θέλοντας και μη, δε θα πάρουν θέση. Στις τραγικές αυ­τές στιγμές, που έζησε ο Μοριάς, ξαναζωντανεύει ο έγκριτος λογοτέχνης Θανάσης Βαλτινός στο τελευταίο βιβλίο του «Ορθοκωστά».

 

Οι Γερμανοί φεύγουν…

 

Στα τέλη του Αυγούστου ήταν πια κοινό μυστικό πως οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να φύγουν. Η αναχώρηση τους ήταν πλέον θέμα χρόνου. Αυτό όμως δεν τους έκανε λιγότερο επι­κίνδυνους. Και οι κάθε είδους προφυλάξεις ήσαν αναγκαίες. Οι αντάρτες ήσαν έτοιμοι να μπουν στην πόλη. Από την άλ­λη πλευρά και τα ΤΑ είχαν αξιόλογη δύναμη. Η Πολιτοφυλακή δεν είχε αναλάβει επιθετικές ως τότε επιχειρήσεις. Είχε περιορισθεί σε ενέργειες αυτοπροστασίας. Η δύναμη τέλος της Χωροφυλακής ήταν αμελητέα.

Στις 10.9.1944 ο Ανθυπομοίραρχος Κουρκουλάκος, ο οποί­ος έχει έλθει διαμέσου του Δημ. Ζερβού σε επαφή με τους αντάρτες, ειδοποιεί τους Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο, το βιομήχανο Γεώργιο Ρασσιά, τους δικηγό­ρους Στέφανο Μακρή και Μιχαήλ Στάμου, το φαρμακοποιό Νικόλαο Παναπανικολάου, και το συμβολαιογράφο Παν. Δασκαλόπουλο, ότι επελέγησαν σαν Επιτροπή αντιπροσω­πευτική της πόλης του Άργους, προκειμένου να έλθουν σε συνεννόηση με τις ανταρτικές δυνάμεις για την αναίμακτη εί­σοδο τους στο Άργος. Φαίνεται ότι η επιλογή έγινε από τον Κουρκουλάκο, ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τους Αργείτες, με τη σύμφωνη όμως γνώμη των ανταρτών. Από ότι μπο­ρεί να διαγνωσθεί ανάμεσα από τις γραμμές των δημοσιευο­μένων στη συνέχεια εγγράφων, ο Κουρκουλάκος με τη με­τριοπάθεια του είχε το αναγκαίο κύρος για ένα τέτοιο εγχεί­ρημα, και μάλιστα κάτω από τη «μύτη» του «εσχάτως αφιχθέ­ντος» προϊσταμένου του από το Ναύπλιο, ανελαστικού Μοί­ραρχου Δημητρίου Παπανικολάου.

Η Επιτροπή στις 11.9.1944 μετέβη στη Μιδέα (Γκέρμπεσι), όπου συναντήθηκε με τους τοπικούς αντιπροσώπους του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Οι ανωτέρω έδω­σαν στην Επιτροπή έγγραφη διαβεβαίωση προς τους πολίτες του Άργους για τους όρους εισόδου τους στην πόλη, όρους που κανείς καλοπροαίρετος δε θα μπορούσε να χαρακτηρί­σει παράλογους. Η Επιτροπή επέστρεψε την επόμενη στο Άργος και στις 13.9.1944 – κάτω από τη μύτη των Γερμανών – γίνεται συγκέντρωση πολιτών και των επικεφαλής της Χωρο­φυλακής, των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Πολιτοφυλακής στον Ι.Ν. Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Οι επικεφαλής των ΤΑ, της Χωροφυλακής και της Πολιτοφυλακής ήσαν άκα­μπτοι. Η απάντηση που δόθηκε στους αντάρτες – συντάχθηκε με ημερομηνία 14.9.1944 – έχει καθαρά «νομικίστικο» και πα­ρελκυστικό χαρακτήρα. Στο μεταξύ το βράδυ, γύρω σας 21.OO’, της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 φεύγουν και οι τελευταίοι Γερμανοί από την πόλη. Η ένταση όμως που επικρατεί δεν ε­πιτρέπει στο λαό να χαρεί.

Οι αντάρτες ανταπαντούν στις 15.9. 1944 με γλώσσα σκληρή, κάνοντας γνωστή την πρόθεση τους για βίαιη είσοδο στην πόλη και καλούν τον πληθυσμό ή να εξέλθει στα χωριά ή να κρυφτεί στα  υπόγεια κατά τη διάρ­κεια των εχθροπραξιών. Φαίνεται όμως ότι δεν υπήρχαν ε­παρκείς δυνάμεις για την εξ εφόδου κατάληψη της πόλης. Έ­τσι έγιναν άλλες δυο συναντήσεις στις 16.9. 1944 – μια στα Φίχτια και μια στο Άργος – χωρίς να καταλήξουν σε αποτέλε­σμα. Όλοι ήσαν άκαμπτοι. Τη λύση τελικά την έδωσε η αιμα­τηρή μάχη του Αχλαδοκάμπου στις 18.9.1944 ανάμεσα στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και τον εκεί Λόχο των ΤΑ. Ο Αχλαδόκαμπος κατελήφθη. Τα θύματα πολλά και από τις δύο πλευ­ρές (52 Αχλαδοκαμπίτες νεκροί). Ευτυχώς η σύνεση του Ταγμ/ρχη Βαζαίου και του Πελοπίδα (Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι, 1915 – 1948) από τους πιο πιστούς Καπετάνιους του Άρη, περιόρισε το κακό.

Κάτω από το βάρος του αποτελέσματος της μάχης του Α­χλαδοκάμπου, τα ΤΑ και η Χωροφυλακή εγκαταλείπουν ε­σπευσμένα το Άργος το πρωί της 19.9.1944 και συμπτύσσο­νται στο Ναύπλιο. Επειδή δεν έχουν μέσα επικοινωνίας με το Ναύπλιο χρησιμοποιούν προβολέα κινηματογράφου σαν ηλιογράφο και με σήματα Μορς ζητούν από τα εκεί ΤΑ να καλύψουν τη σύμπτυξη τους με βολές πυροβολικού στο λόφο της Τίρυνθας, τον οποίο κατείχαν δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Το μήνυμα λήφθηκε και παρασχέθηκε η αιτηθείσα κάλυψη. Μα­ζί με τα ΤΑ και τη Χωροφυλακή μπήκαν στο Ναύπλιο και πολίτες -γυναικόπαιδα- που δε θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς στην πόλη του Άργους.

Οι αντάρτες εισήλθαν αμέσως πανηγυρικά στην πόλη. Την επόμενη έγινε δοξολογία, στην οποία χοροστάτησε ο Αρχι­μανδρίτης Χρυσόστομος, ο οποίος στην ομιλία του έκαμε αυ­στηρές συστάσεις στις ανταρτικές δυνάμεις να μην προβούν σε αντεκδικήσεις. Ακολούθησαν ομιλίες και στο τέλος από τον εξώστη του καφενείου του Μήλια ο Καπετάν Γρίβας α­νακοίνωσε τη σύνθεση της 25μελούς Λαϊκής Επιτροπής Αυ­τοδιοίκησης (δηλ. Δημοτικό Συμβούλιο) με Πρόεδρο – και Δήμαρχο – τον έγκριτο και μετριοπαθή πολίτη οδοντογιατρό Κων/νο Δωροβίνη. Ο λαός έδωσε διά βοής την έγκριση του. Στον κατάλογο της 25μελούς Επιτροπής υπήρχε αρχικά και το όνομα του Αρχιμ. Χρυσόστομου. Επειδή όμως η ομιλία του δυσαρέστησε τους αντάρτες, αντικαταστάθηκε την τελευ­ταία στιγμή από τον εφημέριο του Αγίου Πέτρου π. Δημήτριο Γεωργόπουλο. Ο Κων/νος Δωροβίνης, στενός συνεργάτης και φίλος του Αρχιμ. Χρυσόστομου, συνδύασε την αποδοχή του διορισμού του με την απελευθέρωση ομήρων.

 

Λόχος Άγγλων στρατιωτών στην Πλατεία Αγίου Πέτρου στο Άργος

 

Οι αντάρτες εγκατέστησαν τις δικές τους αρχές στην πόλη. Η Αστυνομία τους – η Εθνική Πολιτοφυλακή – με επικεφαλής το μετριοπαθή και διαλλακτικό Γιάννη Κότσιρα, εγκαταστά­θηκε στο σπίτι του Γεωργίου Θωμόπουλου (Αγγελή Μπόμπου και Μουστακοπούλου). Στην οικία Σπύρου Μαρίκου (Β. Σοφίας αρ. 31) εγκαταστάθηκε η Επιμελητεία του Αντάρ­τη (ΕΤΑ) με τον Καπετάν Αύγουστο, ενώ στο σημερινό Δη­μαρχείο ο Καπετάν Σίσυφος ενεργούσε σαν υπεύθυνος πό­λης.

Στην αρχή οι αντάρτες τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Τα πράγματα όμως με τον καιρό άλλαξαν, ιδιαίτερα μετά τα Δε­κεμβριανά οπότε η Πολιτοφυλακή άρχισε τις ανακρίσεις και συλλήψεις. Η ΒΔ ισόγεια αίθουσα του «Δαναού» – στον οποί­ο είχε εγκατασταθεί το Εργατικό Κέντρο – μετατράπηκε σε κρατητήριο. Στο κέντρο της πόλης τα υπολείμματα της Πυρο­βολαρχίας Γκόνου.

Ο ανθυπομοίραρχος Κουρκουλάκος, προφανώς εσκεμμέ­να, δεν ακολούθησε την υπόλοιπη δύναμη χωροφυλακής κατά τη σύμπτυξη της στο Ναύπλιο. Αρχικά δεν ενοχλήθηκε α­πό κανένα. Αργότερα όμως μετά από καταγγελία πρώην Ενωμοτάρχη του, που είχε πλέον ενταχθεί στην Πολιτοφυλακή, συνελήφθη. Με επέμβαση, όμως, των Άγγλων απελευθερώ­θηκε και αναχώρησε για την Αθήνα. Σε αυτό συνετέλεσε και η θετική κατάθεση του Πέτρου Μπλάτσιου για την προσφο­ρά του Ανθυπομοίραρχου στον αγώνα της πατρίδας τις δύ­σκολες εκείνες ώρες.

Συνελήφθησαν επίσης τα μέλη της Πολιτοφυλακής, τα οποία δεν ακολούθησαν τα ΤΑ και τη Χω­ροφυλακή στη σύμπτυξη τους στο Ναύπλιο (Παν. Χιωτακάκος, κ.ά.). Καθ’ οδόν προς το Γυμνό έφθασε η είδηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας και δε χύθηκε άλλο αίμα… Μετά τη Βάρκιζα η πρώτη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννη­σο περνούσε από τους Μύλους. Οι λιγοστές δυνάμεις του Ε­ΛΑΣ που είχαν μείνει στην πόλη – ο κύριος όγκος είχε προω­θηθεί στην Αθήνα – απεχώρησαν δίνοντας τη θέση τους στις δυνάμεις της Εθνοφυλακής και των Άγγλων. Μια νέα εποχή άρχισε για τη χώρα και την πόλη μας…

 

Κώστας Δανούσης

Opuscula ArgivaXIII 

1944-1994: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς του Κώστα Δανούση.

Περιοδικό « Αναγέννηση», τεύχος 321, Άργος, Σεπτέμβρης 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »