Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λέρνα’

Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι


 

Κατά τη Β’ Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο οι κυρίαρχοι της χώρας για να υποβοηθήσουν την πολιτική διαχείριση της κτήσης τους και συγχρόνως να καταστήσουν αποδοτικότερη την οικονομική εκμετάλλευση του τόπου, επιχείρησαν επανειλημμένες γενικές απογραφές του πληθυσμού της. Γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησαν τέσσερις τουλάχιστον απογραφές [1] και η πιο πετυχημένη από αυτές υπήρξε εκείνη που έφερε σε πέρας το 1700 ο Γενικός Προνοητής Πελοποννήσου (Provveditor General dell’ Armi in Regno di Morea) Φραγκίσκος Grimani.

H απογραφή αυτή, που συγκέντρωσε τα δημογραφικά στοιχεία όλων των οικισμών της Πελοποννήσου – εκτός ίσως από ελάχιστες περιπτώσεις – απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο σημαντικότατο βιβλίο του Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας [2]. Ο συγγραφέας του έργου, εξετάζοντας ανάμεσα στα άλλα τη διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου στα τέλη του 17ου αιώνα και μάλιστα σε συσχετισμό με τα στοιχεία της απογραφής του 1700, παρατήρησε [3] ότι το χωριό Κιβέρι και η εδαφική περιοχή του, που κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην επαρχία ή territorio – εφεξής τεριτόριο – του Άργους, φερόταν στην απογραφή να ανήκει στο τεριτόριο του Ναυπλίου, παρόλο που βρισκόταν απέναντι από αυτό, δηλαδή στην άλλη πλευρά του αργολικού κόλπου και έτσι δεν υπήρχε εδαφική επαφή και συνέχεια μεταξύ των δύο περιοχών – του Ναυπλίου και του Κιβερίου – αφού ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν εκείνη του Άρ­γους.

Ο Παναγιωτόπουλος θεώρησε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα της εδαφικής συνέχειας σε κάθε τεριτόριο, την οποία, όπως γράφει, είχαν καθιερώσει οι Βενετοί στη διοικητική οργάνωση της νέας τους κτήσης [4]. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη πως δεν γνωρίζουμε από πότε χρονολογείται το γεγονός και ότι πρέπει «να ανάγεται σε ένα μακρινό παρελθόν, που μόνο η εξακρίβωση της ιστορίας του θα μπορούσε να μας φωτίσει». Ο Παναγιωτόπουλος πιστεύει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο σύγχρονο της απογραφής θύλακο φεουδαλικού χαρακτήρα  – σωστά βέβαια αφού βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα – χωρίς να αποκλείει τη σύνδεση του γεγονότος με την Α’ Τουρκοκρατία, ενώ θεωρεί επίσης πολύ πιθανό να έχει σχέση με τη Φραγκοκρατία, οπότε θα ήταν προφανής η φεουδαλική του προέλευση.

Πέρα όμως από τις υποθέσεις αυτές, που δεν δίνουν απάντηση στο ζήτημα, ο ίδιος πρότεινε μία καταρχήν ερμηνεία γράφοντας ότι: «η μικρή αυτή περιοχή, το Κιβέρι, πλούσια σε χειμάρρους που κινούσαν ένα σημαντικό αριθμό αλευρόμυλων, θεωρείτο ζωτική για τον ανεφοδιασμό του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας της χώρας, και γι’ αυτό ήταν προσαρτημένη στο δικό τον territorio» [5].

Η ερμηνεία αυτή δεν μας φαίνεται αρκετά πειστική, επειδή δεν νομίζουμε ότι η χρησιμότητα των μύλων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διοικητική απόσπαση μιας εδαφικής περιοχής – εν προκειμένω του Κιβερίου – από ένα τεριτόριο και την προσάρτησή της σε άλλο. Η χρησιμοποίηση της περιοχής αυτής και των μύλων της, έστω και με τρόπο αποκλειστικό, ήταν δυνατόν να επιτευ­χθεί απρόσκοπτα και χωρίς να ληφθούν ιδιαίτερα διοικητικά μέτρα από την ανώτατη διοίκηση της Πελοποννήσου, που είχε την έδρα της στο πλησιέστατο Ναύπλιο. Σε κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε μάλιστα και το γεγονός ότι στο Άργος και την περιοχή του, την ίδια εποχή (γύρω στα 1700), λειτουργούσαν τριάντα αλευρόμυλοι (οι περισσότεροι από αυτούς στο Κεφαλάρι), που θα μπορούσαν να καλύψουν άνετα τις ανάγκες σε αλεσμένα σιτηρά ολόκληρης της επαρχίας του Άργους, έναντι των εννέα μόλις μύλων της περιοχής του Κιβερίου, που χρησίμευαν για να αλέθουν τα σιτηρά του Ναυπλίου [6].

Ας προσθέσουμε ότι στην άποψή μας συνηγορεί και η έλλειψη σχετικής μαρτυρίας των πηγών, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν αναφέρουν ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία αποσπάστηκε από την επαρχία του Άργους η περιοχή του Κιβερίου και προσαρτήθηκε σ’ εκείνη του Ναυπλίου. Στην πραγματικότητα μόνο η απογραφή Grimani του 1700 υπαινίσσεται ένα τέτοιο γεγονός [7]. Αντίθετα, όλες οι άλλες σύγχρονες μαρτυρίες των πηγών εντάσσουν το Κιβέρι στο τεριτόριο του Άργους: πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, τόσο στο τοπογραφικό του σχεδίασμα (disegno), όσο και στην αναγραφή των οικισμών του, παρουσιάζουν το Κιβέρι να ανήκει στην επαρχία του Άργους [8]. Το ίδιο συμβαίνει και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante), στοιχεία της οποίας διασώζονται στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pier’ Antonio Pacifico του έτους 1704, [9] προερχόμενα από τον Βενετό τοπογράφο Giust’ Emilio Alberghetti [10]. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι το αδημοσίευτο αναλυτικό κτηματο­λόγιο (catastico particolare) του βενετικού τεριτόριου του Ναυπλίου του έτους 1704 κε. δεν περιλαμβάνει σ’ αυτό την περιοχή του Κιβερίου [11]. Εξάλλου, σε δημοσιευμένο έγγραφο από την ίδια περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας, που έχει σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Πελοπόννησο αναφέρεται και το Κιβέρι Απάνου και Κάτου, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ρητά αν ανήκει στο τεριτόριο του Άργους ή του Ναυπλίου. Ωστόσο το έγγραφο αυτό βρίσκεται καταχωρημένο μαζί με τις αναγραφές όλων εκείνων των χωριών που ανήκαν στο τεριτόριο του Άργους [12]. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι σε δημοσιευμένο χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας, που φαίνεται να έχει και αυτό στενή σχέση με τον τοπογράφο G.E. Alberghetti, υπάρχει έμμεση αναφορά ότι το Κιβέρι ανήκε στην επαρχία του Άργους, αφού επισημαίνεται εκεί ότι στη νοτιότερη περιοχή της πεδιάδας και του τεριτόριου του Άργους υπήρχαν μύλοι ή οι Μύλοι, που αναμφίβολα ήταν εκείνοι του Κιβερίου [13].

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι πηγές της Β’ Βενετοκρατίας εντάσσουν το Κιβέρι στο Άργος και μόνο η γενική απογραφή της Πελοπόν­νησου του 1700 το τοποθετεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου, θα πρέπει να δεχτεί κανείς πως αυτή η περιορισμένη έστω ασυμφωνία μας οδηγεί στην άποψη ότι στις αντιλήψεις και τη σκέψη των ανθρώπων που οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν την απογραφή Grimani, θα πρέπει να έπαιξαν ρόλο κάποια πραγματικά ιστορικά συμβάντα που τους υποχρέωσαν να θεωρήσουν ως ορθή την ένταξη της περιοχής του Κιβερίου στην επαρχία του Ναυπλίου.

Ποια είναι όμως τα συμβάντα αυτά και σε ποια εποχή αναφέρονται; Για να τα εξιχνιάσουμε, θα πρέπει να μεταφερθούμε χρονολογικά προς τα πίσω και να εξετάσουμε την πολιτική ιστορία της Α’ Βενετοκρατίας γενικότερα στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην περιοχή του Κιβερίου.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Εξετάζοντας το σύστημα των κτήσεων της Βενετίας στον πελοποννησιακό χώρο κατά την Α’ Βενετοκρατία, διαπιστώνουμε ότι το Άργος με το Κιβέρι και το Ναύπλιο με το Θερμίσι περιήλθαν το 1388 στους Βενετούς με αγορά από τη Μαρία dEnghien, χήρα του Βενετού ευγενούς Πέτρου Corner. Ωστόσο, το Άργος και το Κιβέρι κυριεύτηκαν από τους Βενετούς οριστικά το 1394, επειδή, μόλις έγιναν γνωστές οι προθέσεις τους να δεχτούν την παραχώρηση της Αργολίδας, ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος έσπευσε να τα καταλάβει [14]. Φυσικά, τη μεγαλύτερη σημασία και πολιτική βαρύτητα είχε το Ναύπλιο [15] ως σημαντικό λιμάνι, την οποία δεν είχε το μεσόγειο και αγροτικού χαρακτήρα Άργος.

Πραγματικά, το Ναύπλιο στις βενετικές κτήσεις της Αργολίδας ήταν για το βενετικό κράτος σημαντικότατο έρεισμα τόσο από πολιτικής όσο και οικονομικής άποψης. Παράλληλα, όμως, όλες αυτές οι κτήσεις αποτελούσαν μία ενιαία και συνεχόμενη εδαφική περιοχή και έτσι μία επιμέρους μικρότερη περιοχή, όπως εκείνη του Κιβερίου, που βέβαια υπαγόταν στο Άργος και στη διοίκησή του [16], δεν είχε λόγο να αποσπασθεί διοικητικά και να εξαρτηθεί απευθείας από το Ναύπλιο, έστω και για κάποια καίρια χρησιμότητά της. Και τόσο περισσότερο μάλιστα, αφού το Κιβέρι με το κάστρο του (για το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω) ήταν αναγκαίο στη διοίκηση του Άργους, για να καλύπτει και να υπερασπίζεται τη νοτιοδυτική περιοχή του αργολικού κάμπου.

Όλα αυτά, όμως, είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία ως τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο του 1463-1479, οπότε οι επιτυχίες των τουρκικών όπλων προκάλεσαν τον ακρωτηριασμό της ενιαίας και αδιάσπαστης ως τότε εδαφικής περιοχής των βενετικών κτήσεων της Αργολίδας. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τους όρους της συνθήκης ειρήνης του 1479 μεταξύ των δύο εμπολέμων, καθώς και από τις επιμέρους διορθωτικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν στα αμέσως επόμενα χρόνια μεταξύ Βενετών και Τούρκων. Το Άργος περιήλθε στους Τούρκους και χαράχτηκαν τα σύνορα των εδαφικών περιοχών του τουρκοκρατούμενου Άργους και του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τη διανομή ανάμεσά τους του αργολικού κάμπου, [17] ενώ αναγνωρίστηκε στους Βενετούς η κυριότητα του Ναυπλίου και παράλληλα σε αντιστάθμισμα της απώλειας του Άργους, αποδόθηκαν σ’ αυτούς ή παρέμειναν στα χέρια τους άλλες μικρότερες περιοχές στην Αργολίδα και την Ερμιονίδα που διέθεταν μικρά φρούρια, ακέραια ή κατεστραμμένα. Έτσι συνεχίστηκε η κυριαρχία της Βενετίας στο Θερμίσι, στο Καστρί και στο Κιβέρι [18]. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Θερμίσι είχε κάστρο και παρόμοια το κοντινό του Καστρί, όπως επίσης και το Κιβέρι, που βέβαια δεν συνέπιπτε με τον σημερινό ομώνυμο οικισμό, αλλά ούτε και με το Πάνω ή το Κάτω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Πραγματικά, το μεσαιωνικό κάστρο του Κιβερίου και κάποιος οικισμός γύρω από αυτό, όπως μαρτυρούν τα ερείπια του, [19] βρίσκονταν πάνω στον επιβλητικό βραχώδη λόφο ύψους 179 μέτρων, που δεσπόζει στην περιοχή της αρχαίας Λέρνας [20]. Σ’ αυτήν την περιοχή τα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε ο οικισμός των Μύλων με τα άφθονα αναβλύζοντα νερά, που κινούσαν τους υπάρχοντες εκεί νερόμυλους, ενώ παράλληλα τροφοδοτούσαν από την αρχαιότητα και τα έλη της Λέρνας [21]. Το κάστρο που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας είχε το όνομα Chaméres ή Chamires, [22] κάποια χρονική στιγμή καταστράφηκε [23] και ο οικισμός μετακινήθηκε νοτιότερα προς την παράλια πεδιάδα, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στους Μύλους και το σημερινό Κιβέρι. Ο νέος αυτός οικισμός, όπως και η πεδιάδα, τέθηκαν υπό τον έλεγχο Τούρκου αξιωματούχου ή γαιοκτήμονα, όπως μας επιτρέπει να υποθέσουμε η ύπαρξη ερειπίων πύργου τουρκικής κατασκευής που διασώζονται πάνω σε χαμηλό λόφο ύψους 74 μέτρων και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων νότια από το κάστρο του Κιβερίου [24]. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας έχουμε και μία δεύτερη (και τελευταία ;) μετατόπιση του Κιβερίου ακόμη νοτιότερα, δηλαδή στο πιο νότιο σημείο της πεδιάδας και στους πρόποδες του βουνού όπου βρίσκεται σήμερα, χωρίς όμως να εξαλειφθεί αμέσως ο προηγούμενος οικισμός. Έτσι, την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας συνυπάρχουν οι μεταγενέστεροι οικισμοί που όπως είδαμε στις πηγές αναφέρονται ως Κιβέρι Απάνω και Κάτου ή Civeri Pano-Catu. Η συνύπαρξη αυτή συνεχίζεται ως τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, οπότε έχουμε μαρτυρία σε πηγή του 1830, όπου υπονοείται ότι υπάρχουν δύο «Κιβέρια» [25]. Ωστόσο, προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Αντώνιος Μηλιαράκης θεωρεί ότι ένα από τα δύο έχει παύσει πλέον να υπάρχει και καθορίζει τη θέση του ως «Παλαιοκιβέρι» [26]. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν είναι άλλο από τον δεύτερο χρονολογικά οικισμό ή Πάνω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας, ενώ το Κάτω Κιβέρι συμπίπτει με τον τρίτο οικισμό, δηλαδή το σημερινό παραθαλάσσιο Κιβέρι.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα γεγονότα του α’ βενετοτουρκικού πολέμου. Όπως σημειώσαμε, οι Τούρκοι παρέδωσαν στους Βενετούς το 1481 το κάστρο του Κιβερίου που ήταν πια κατεστραμμένο, με τον όρο όμως να μην το επανοικοδομήσουν, αλλά να περιλάβουν στην εδαφική του περιοχή και τους υπάρχοντες εκεί μύλους [27]. Έτσι λοιπόν η περιοχή που περιλάμβανε το κατεστραμμένο κάστρο του Κιβερίου, τους μύλους και ίσως τον μεταφερμένο νοτιότερα του κάστρου οικισμό, αποκόπηκε από το Άργος – του οποίου άλλοτε αποτελούσε σημαντικό εξάρτημα – και κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κιβέρι συνδέθηκε αναγκαστικά με το Ναύπλιο και αποτέλεσε από το 1481 τμήμα των εδαφών του. Η εξαρτημένη αυτή σχέση διατηρήθηκε ως τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο που άρχισε το 1537 και η εν λόγω περιοχή περιήλθε τελικά στους Τούρκους πριν από το 1540, [28] χρονιά που χάθηκε για τους Βενετούς το Ναύπλιο και η Μονεμβασία. Είναι προφανέστατο ότι αυτό ακριβώς το γεγονός δημιούργησε αργότερα, κατά τη Β’ Βενετοκρατία, την αμφιβολία σ’ εκείνους που διεκπεραίωσαν την απογραφή του 1700 μήπως το Κιβέρι και η εδαφική του περιοχή με τους μύλους έπρεπε να υπαχθεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι του Άργους. [29] Φυσικά η σχετική αμφιβολία παρουσιάζεται μία μόνο φορά, ενώ μετά το 1700, όπως είδαμε, σ’ όλες τις άλλες απογραφές και κτηματογραφήσεις των Βενετών το Κιβέρι παρουσιάζεται χωρίς αμφισβήτηση να ανήκει στο τεριτόριο του Άργους. Ωστόσο, παρόλα αυτά φαίνεται ότι ποτέ δεν εξαλείφτηκε εντελώς από τη συνείδηση των ανθρώπων της Αργολίδας η άποψη ότι το Κιβέρι κατά κάποιο τρόπο ανήκε στο Ναύπλιο. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στην παλαιά άμεση πολιτική εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο, αλλά και στο γεγονός ότι πάντοτε τα σιτηρά του Ναυπλίου αλέθονταν στους μύλους του Κιβερίου, όπως θα δούμε και παρακάτω. Είναι πολύ ενδεικτικό ότι ως τη σύγχρονή μας εποχή ή τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αν όχι ως σήμερα, οι μύλοι αυτοί αποκαλούνταν ανεπίσημα «μύλοι τον Ναυπλίου», ενώ «μύλοι του Άργους» ονομάζονταν εκείνοι του Κεφαλαρίου [30].

Σ’ αυτό το σημείο θα θέλαμε να προσθέσουμε και κάποιες άλλες μαρτυρίες από τις πηγές της Β’ Βενετοκρατίας, που αναφέρονται στις ιδιαίτερες σχέσεις του Ναυπλίου με την περιοχή του Κιβερίου, καθώς και στη χρησιμότητα και τις εξυπηρετήσεις που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει η περιοχή αυτή στην πρωτεύουσα (όπως π.χ. ήταν η άλεση των σιτηρών κ.ά.), ασχέτως αν διοικητικά υπαγόταν στο Άργος.

Ας δούμε όμως τις σχετικές ειδήσεις των πηγών. Πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) για το τεριτόριο του Άργους, που έχουμε ήδη αναφέρει, παρατίθενται τα παρακάτω στοιχεία σχετικά με το κάστρο του Κιβερίου, για το οποίο αν και ο συντάκτης του κτηματολογίου δεν χρησιμοποιεί μια τέτοια ονομασία, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται γι’ αυτό το κάστρο. Αναφέρονται λοιπόν σε μετάφραση τα εξής: «Υπάρχει και ένα άλλο κάστρο που λέγεται Αναζήρι [31]και από πολλούς Παλαιό Άργος ή Κάστρο της Ελένης [32] για το οποίο δεν αντιλήφθηκα ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι το αρχαίο αλλά με νεότερο κτίσμα. Βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο αρκετά υψηλό και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Κάτω από αυτόν το λόφο αναβλύζει νερό πολύ καλό και υγιεινό και σε τόσο μεγάλη αφθονία, ώστε κάνει να γυρίζουν διάφοροι μύλοι που υπάρχουν στην παραλία και είναι χρησιμότατοι στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία μεταφέρει εκεί τα σιτηρά της δια θαλάσσης με βάρκες και με τον ίδιο τρόπο τα επαναφέρει στην πόλη αλεσμένα» [33].

Ας προσθέσουμε εδώ ότι με αυτή την αμφίδρομη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων ανάμεσα στο Ναύπλιο και τους μύλους του Κιβερίου συνδέεται και μια άλλη διαδικασία εκμετάλλευσης των μύλων αυτών από μέρους του βενετικού Δημοσίου. Κατά τη Β’ Βενετοκρατία το κράτος, για να εξοικονομήσει χρηματικούς πόρους, προχωρούσε ανάμεσα στα άλλα και στην εκμίσθωση και εκχώρηση σε ιδιώτες ορισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων, όπως εκείνο της λειτουργίας εστιατορίων(osterie), της αλιείας ψαριών και χελιών στα διάφορα ιχθυοτροφεία της χώρας ή μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου ή ακόμη του μονοπωλιακού εφοδιασμού με διάφορα προϊόντα και κυρίως τρόφιμα των μεγάλων αστικών κέντρων της Πελοποννήσου κ.ά. Ανάμεσα σε όλα αυτά περιλαμβανόταν και η εκμίσθωση σε ιδιώτες του αποκλειστικού δικαιώματος της θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων από το Ναύπλιο προς τους μύλους του Κιβερίου και αντίστροφα, όπως επίσης και του δικαιώματος της μεταφοράς σιτηρών από το λιμάνι αυτό προς τους μύλους και αλεύρων από τους μύλους προς το λιμάνι. Μάλιστα, ο ανάδοχος της ενοικίασης μίσθωνε και το αποκλειστικό δικαίωμα της πώλησης καφέ και τροφίμων στην περιοχή των μύλων του Κιβερίου και του Άργους, καθώς και της αλιείας χελιών στην περιοχή που εκτείνεται από το Κιβέρι ως τα Μαύρα Λιθάρια [34].

Εξάλλου, δεν χρησιμοποιούνταν μόνο οι μύλοι του Κιβερίου για την άλεση των σιτηρών του Ναυπλίου αλλά και οι λεγόμενοι μύλοι του Zefer ή Zafer Aga [35] ενώ παρόμοια οι Βενετοί εκμίσθωναν και το αποκλειστικό δικαίωμα της μεταφοράς των σιτηρών από την πόλη του Ναυπλίου προς τους εν λόγω μύλους. Όλες, όμως, αυτές οι ειδήσεις περί εκμίσθωσης από την κεντρική διοίκηση του Ναυπλίου κάποιων αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν σχέση με τη λειτουργία των μύλων, κυρίως του Κιβερίου, μας υποχρεώνουν να δεχθούμε την άποψη ότι πραγματικά οι μύλοι αυτοί ανήκαν στο βενετικό Δημόσιο, οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέτεινε ακόμη περισσότερο τη γενικότερη εντύπωση ότι όχι μόνο οι μύλοι ανήκαν στο Ναύπλιο αλλά συνεκδοχικά και όλη η περιοχή του Κιβερίου. Όπως είδαμε ονομάζονταν και «μύλοι τον Ναυπλίου».

Πραγματικά, είναι γεγονός ότι αν οι εν λόγω μύλοι κατά την προηγούμενη περίοδο της A’ Τουρκοκρατίας δεν ανήκαν σε χριστιανούς, όπως είναι και το πιο πιθανό, τότε κατά τη βενετική περίοδο θα πέρασαν αναμφίβολα στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, οπότε θα ήταν αυτονόητη και η διαχείριση των συναφών ζητημάτων από μέρους της κεντρικής βενετικής διοίκησης του Ναυπλίου. Σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ ενδεικτικό ότι στη νεότερη εποχή οι μύλοι του Κιβερίου ονομάζονταν και «αφεντικοί μύλοι».

Μία ακόμη παράμετρος, που ενίσχυε την άποψη ότι οι μύλοι του Κιβερίου κατά την περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας είχαν στενή σχέση με το Ναύπλιο και την κεντρική βενετική διοίκηση που είχε την έδρα της εκεί, συνδεόταν με τη χρησιμότητα που, πέρα από τη χρήση των μύλων για την άλεση των σιτηρών, είχαν για τους Βενετούς τα άφθονα και υγιεινά αναβλύζοντα νερά της περιοχής. Έτσι, από το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia, που έχουμε ήδη αναφέρει, πληροφορούμαστε ότι στη νοτιότερη πλευρά της πεδιάδας του Άργους υπήρχαν οι Μύλοι, όπου υδρευόταν ολόκληρη η ναυτική Αρμάδα των Βενετών [36].

 

O οικισμός των Μύλων

 

Εξάλλου, ένα άλλο μικρό ζήτημα δημιουργείται με τη χρήση του όρου «μύλοι του Κιβερίου», επειδή τίθεται το ερώτημα αν οι μύλοι αυτοί ήταν του Κιβερίου ή των Μύλων, δηλαδή με άλλα λόγια πότε δημιουργήθηκε και έγινε αυθύπαρκτος ως ιδιαίτερο χωριό ο οικισμός των Μύλων; Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να καταφύγουμε και πάλι στη μαρτυρία των πηγών. Έτσι διαπιστώνουμε ότι στην απογραφή Grimani του 1700, οι Μύλοι δεν περιλαμβάνονται ανάμεσα στα χωριά του Άργους αλλά ούτε και κανενός άλλου τεριτόριου. Παρόμοια, δεν αναφέρονται ούτε στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, για το οποίο έγινε ήδη λόγος.

 

Σκαρίφημα της περιοχής. Δημοσιεύεται στο Λαμπρόπουλος Δ. «Η Λέρνα», σελ. 41.

 

Στη σχεδόν σύγχρονη απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας της Πελοποννήσου δεν συναντούμε οικισμό των Μύλων, αλλά έχουμε αναγραφή μόνο των χωριών Απάνου και Κάτου [37] Κιβέ­ρι όπως παρόμοια συμβαίνει και στην απογραφή Grimani (:Civeri Pano-Catu). Στην περιγραφή της Πελοποννήσου από τον Alessandro Pini του έτους 1703, που ήδη αναφέραμε, γίνεται λόγος για μύλους και όχι για το χωριό των Μύλων, καθώς και για τα ερείπια του Πύργου της Ελένης, δηλαδή για τα ερείπια του κάστρου του Κιβερίου και σημειώνεται εκεί ότι το πιο κοντινό χωριό σ’ αυτά είναι το Κιβέρι [38]. Οι ειδήσεις αυτές μας οδηγούν στη σκέψη ότι ο Pini αναφέρεται στον χρονολογικά δεύτερο οικισμό του Κιβερίου (μετά την καταστροφή του κάστρου) που πρέπει να ταυτιστεί με το Πάνω Κιβέρι της απογραφής Grimani. Εφόσον λοιπόν, μιλώντας για το πιο κοντινό χωριό στο κάστρο ο Pini δεν σημειώνει ως τέτοιο τους Μύλους αλλά το σχετικά πιο απομακρυσμένο Πάνω Κιβέρι, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τότε υπήρχαν οι μύλοι αλλά δεν υπήρχε ακόμη συγκροτημένος οικισμός των Μύλων.

Ωστόσο, οι Μύλοι παρουσιάζονται την ίδια εποχή ως οικισμός αλλά μόνο στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pacifico το 1704 και μάλιστα στο τμήμα του βιβλίου που ανήκει στον Βενετό τοπογράφο G. E. Alberghetti, όπως ήδη έχουμε επισημάνει. Εκεί σημειώνονται οι Μύλοι ως χωριό του τεριτόριου του Άργους παράλληλα με το Κιβέρι [39].

Όλα αυτά τα στοιχεία που παραθέσαμε μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ως το 1703 περίπου δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ο οικισμός των Μύλων ή υπήρχε αλλά δεν είχε αποσπασθεί από το Κιβέρι.

 

Σκαφιδάκι

 

Πριν κλείσουμε τη μικρή αυτή εργασία, ας μας επιτραπεί να κάνουμε λόγο για ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται στην απογραφή του 1700 και είναι παρόμοιο με την περίπτωση του Κιβερίου. Πρόκειται δηλαδή για την ένταξη στο τεριτόριο του Ναυπλίου ενός ακόμη χωριού που κανονικά ανήκε στο τεριτόριο του Άργους, χωρίς ωστόσο η παρατυπία αυτή να επισύρει κάποια παρατήρηση τουλάχιστον από μέρους του εκδότη της απογραφής. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με το χωριό Σκαφιδάκι, που σήμερα είναι γειτονικό στα χωριά Κιβέρι και Μύλοι και ανήκει στο δήμο Λέρνας της επαρχίας Άργους. Την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας τα πράγματα παρουσιάζονται κάπως πιο σύνθετα, όπως μας πληροφορούν οι σχετικές ειδήσεις των πηγών.

Σε έγγραφο του 1696 της λεγόμενης εκκλησιαστικής απογραφής αναφέρονται δύο Σκαφιδάκια. Το ένα από αυτά απογράφεται μαζί με την κεντρική ενορία του Αγίου Πέτρου της πόλης του Άργους και το άλλο αναφέρεται ως χωριό πάλι μέσα στο τεριτόριο του Άργους και απογράφεται μαζί με τα ορεινά ή ορεινότερα ή πιο εσωτερικά χωριά Απάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Αχλαδόκαμπος, Τουρνίκι, Μπούα, Καπαρέλι, Νεοχώρι, Καρέα, Μαλεβός, Μάζι και Βρούστι, τα οποία σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ήταν «τα χωριά που εφημερεύει ο επίσκοπος» [40]. Στο catastico ordinario του Άργους του έτους 1700 έχουμε και πάλι αναφορά σε δύο Σκαφιδάκια [41]. Από αυτά το ένα παρουσιάζεται ως «ζευγολατιό» [42] που απογράφεται μαζί με το «borgo d’Argos», δηλαδή με την εδαφική περιοχή της πόλης του Άργους (ή πιο σωστά με τον εκτός του φρουρίου οικισμό του Άργους), ενώ το άλλο ονομάζεται Panu ή Apanu Scafidachi και κτηματογραφείται μαζί με τα χωριά Turnichi, Bua και Criovrissi καθώς και Civeri, όλα στο τεριτόριο του Άργους. Τα πράγματα αλλάζουν στην απογραφή Grimani του 1700, όπως ακριβώς είδαμε να συμβαίνει και με το Κιβέρι. Έχουμε δηλαδή και πάλι δύο Σκαφιδάκια, όπου όμως το ένα απογράφεται στο τεριτόριο του Ναυπλίου ως Calo Scafidachi μαζί με το Civeri Pavolata (=Civeri Pano-Cato), και το άλλο απλώς ως Scafidachi που παραμένει στο τεριτόριο του Άργους [43]. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή, όπου αναγράφεται το Cato Scafidachi στο τεριτόριο του Ναυπλίου και το Scafidachi στο τεριτόριο του Άργους (μαζί με τα χωριά Turnichi, Sdiva, Masi, Carea, Vrusti) [44]. Θα προσθέσουμε τέλος ότι στο βενετικό αναλυτικό κτηματολόγιο του τεριτόριου του Ναυπλίου, που όπως σημειώσαμε διασώζεται στην Ακαδημία Αθηνών, [45] δεν αναγράφεται στην εδαφική περιοχή αυτού του τεριτόριου κανένας οικισμός με την ονομασία Scafidachi (με ή χωρίς προσδιορισμό Pano ή Cato) όπως είδαμε ανάλογα να συμβαίνει και με το Κιβέρι.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας

 

Συνδυάζοντας τις πιο πάνω ειδήσεις θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στις εξής διαπιστώσεις: στην περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας υπήρχαν πραγματικά στο τεριτόριο του Άργους δύο οικισμοί με το όνομα Σκαφιδάκι, δηλαδή το Πάνω και το Κάτω Σκαφιδάκι. Το τελευταίο κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν κατά τα φαινόμενα τσιφλίκι (ζευγολατειό) Τούρκου γαιοκτήμονα του Άργους και ενδεχομένως ήταν γι’ αυτό το λόγο προσαρτημένο στην εδαφική περιοχή της πόλης. Κατά πάσα πιθανότητα, η ιδιαίτερη εδαφική περιοχή του ζευγολατειού αυτού πρέπει να συμπίπτει πάνω -κάτω με εκείνη του σημερινού πεδινού χωριού Σκαφιδάκι. Το Πάνω Σκαφιδάκι, όμως, ήταν κατά τα φαινόμενα ορεινό χωριό στο τεριτόριο επίσης του Άργους. Στις απογραφές και στις κτηματογραφήσεις των Βενετών τοποθετείται στις ορεινές αργολικές περιοχές μαζί με τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούα, Τουρνίκι κ.ά. Έτσι, τόσο το Κάτω όσο και το Πάνω Σκαφιδάκι ανήκαν πάντοτε στην επαρχία του Άργους και οι βενετικές μαρτυρίες ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία το Κάτω Σκαφιδάκι εντασσόταν στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι σ’ εκείνο του Άργους, οφείλονται προφανώς στα ίδια αίτια που ίσχυσαν και στην περίπτωση του Κιβερίου: ίσως το γειτονικό σ’ αυτό [Κάτω] Σκαφιδάκι θεωρήθηκε από εκείνους που διεκπεραίωσαν τις δύο βενετικές απογραφές του 1700 και 1702-1703 ότι περιλαμβανόταν μαζί με το Πάνω και Κάτω Κιβέρι και τους μύλους στην ίδια περιοχή που άλλοτε, κατά την A’  Βενετοκρατία, είχε προσαρτηθεί στο Ναύπλιο και έπρεπε τάχα να συμπεριληφθεί πάλι στη δική του επαρχία.

Τέλος, ας προσθέσουμε ακόμη ότι αργότερα και πριν από την έλευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελοπόννησο (Expédition scientifique de Marèe 1829-1830) το Πάνω Σκαφιδάκι φαίνεται ότι είχε ήδη ερημωθεί και έτσι πρέπει να το ταυτίσουμε με το Palaeo-Skaphidaki, που χωρίς αριθμό κατοίκων περιλαμβάνεται στον στατιστικό πίνακα της Expédition για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου (Tableau statistique de la Morée), καθώς επίσης και στον Άτλαντα της Expédition, όπου χαρτογραφείται στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς μαζί με τα χωριά Τουρνίκι και Μπούα [46]. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο χάρτη του της Αργολίδας και Κορινθίας τοποθετεί και αυτός το Παλαιοσκαφιδάκι στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς, ενώ δυτικότερά του βρίσκονται τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι και άλλα που περιλαμβάνονταν στον άλλοτε δήμο Υσιών [47].

Από όσα εκθέσαμε ως τώρα, νομίζουμε ότι έγινε φανερό πως η περιοχή του Κιβερίου – που περιλάμβανε και την εδαφική περιοχή των σημερινών Μύλων και ενδεχομένως και εκείνη του σημερινού χωριού Σκαφιδάκι – παρά την κατά καιρούς ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία της για το Ναύπλιο, δεν αποσπάστηκε ποτέ κατά τη Β’ Βενετοκρατία από την επαρχία του Άργους, του οποίου υπήρξε πάντοτε σημαντικότατο εξάρτημα. Η εντύπωση, την οποία σχημάτισε η πολιτική διοίκηση της Πελοποννήσου κατά τη Βενετοκρατία ότι ανήκε στο Ναύπλιο, δεν είχε σχέση με τη Φραγκοκρατία και τη φεουδαρχική οργάνωση της χώρας ούτε και με την A’ Τουρκοκρατία και τις τιμαριωτικές σχέσεις των Τούρκων κυριάρχων, αλλά οφειλόταν στις πολιτικές τύχες του Κιβερίου κατά την περίοδο της Α’ Βενετοκρατίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Οι απογραφές αυτές είναι: α) του Γενικού Προνοητή Ιάκωβου Corner το 1689, β) του Γενικού Προνοητή Φραγκίσκου Grimani το 1700, γ) των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante) το 1702-1703 και δ) των Γενικών Προνοητών Μάρκου και Αντώνιου Loredan στο διάστημα 1708-1714.

[2] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου/13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[3] Ό.π., σ.166.

[4] Ωστόσο, είναι συζητήσιμο αν ήταν οι Βενετοί που καθιέρωσαν κάποιον τέτοιον κανόνα, αφού τα όρια των τεριτορίων στη βενετική Πελοπόννησο ακολούθησαν πιστά εκείνα των τουρκικών καζάδων. Επιπροσθέτως, οι Βενετοί δεν αποκατέστησαν ούτε και το φαινόμενο της εδαφικής διάσπασης αν υπήρχε κάτι τέτοιο στα εδάφη κάποιου προηγούμενου τουρκικού καζά. Έτσι έχουμε την περίπτωση της εδαφικής διάσπασης, ενός τεριτόριου, την οποία συναντούμε στην επαρχία της Βοστίτσας, όπου η περιοχή της Ακράτας ήταν αποκομμένη και δεν είχε εδαφική επαφή με το υπόλοιπο τεριτόριο, επειδή ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ανάμεσά τους παρεμβάλλονταν ορεινότερα εδάφη των Καλαβρύτων, που έφταναν ως τη θάλασσα στην περιοχή της Κακής Σκάλας της σημερινής Αιγιαλείας. Η εδαφική συνέχεια στην επαρχία αυτή αποκαταστάθηκε μόλις το 1944. Κ. ΝΤΟΚΟΣ- Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σ.LXXIV.

[5] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π. θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ακριβές ότι οι χείμαρροι κινούσαν τους μύλους του Κιβερίου εκείνης της εποχής, αλλά άφθονα πηγαία νερά.

[6] ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, Αθήνα 2003, σ.118-119. Πρβλ. στο ίδιο, σ.105.

[7] Β.ΠΑΝΑΠΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π., σ.235. Μάλιστα σ’ αυτή την απογραφή των οικισμών του Ναυπλίου το Κιβέρι εκδίδεται κατά τη δημοσίευση του εγγράφου εσφαλμένα ως Civeri Pavolata. To ορθό είναι Civeri Pano- Catu.

[8] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, ό.π., σ.25-26,111-113,117,119.

[9] P.A.PACIFIC0, Breve descrizzione corografica del Peloponneso ó Morea, Βενετία 1704, σ.115 κε.

[10] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione del Regno di Morea, Εώα και Εσπερία 1(1993)90 κε., 101 κε. Βιογραφικά στοιχεία για τον G.E.Alberghetti βλ. Β.Ε.FERRARI, Giust’Emilio Alberghetti, λήμμα στο Dizionario Biografico degli Italiani, Roma 1960, t.1, σ.629-630. Πρβλ. E.G.L.PINZELLI, Les forteresses de Moree: projets de restaurations et de damantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715), θησαυρίσματα 30(2000)405.

[11] Βλ. χειρόγραφο με τίτλο Catastico particolare dogni villa, e luoco del territorio di Romania fatto dordine delllllustrissimo et Eccellentissimo Signor Antonio Nani Provveditor General dellArml in Regno στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Πρβλ. ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα, Αθήνα 2002.

[12] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδον της Β’ Βενετοκρατίας, Byzantlnischneugriechische Jahrbucher 21(1971-1972) 76.

[13] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ό.π., σ.121.

[14] Β.ΠΑΝΑΓΙΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π. σ.20. Πρβλ Μ. ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ, Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήνα 1950 (β’ έκδοση), σ.54 κε. Α.ΒΟΝ, La Morée franque, Παρίσι 1969, σ.263,275. FR.THIRIET, La Romanie vénitienne au Moyen Age. Παρίσι 1959, σ. 359.R.CESSI, Venezia e l’acquisto di Nauplia e d’Argo, Nuovo Archivio Veneto, nuova serie, 30(1915)153,155-156. Μαζί με το θερμίσι περιήλθε στοάς Βενετούς και το πολύ κοντινό του Καστρί της Ερμιονίδας, δηλ. η αρχαία και σημερινή Ερμιόνη. Πρβλ.FR.MIKLOSICH- JOS.MUELLER, Acta et diplomate graeca, Βιέννη 1865, τ.ΙΙΙ, σ.304. FR.THIRIET, Régestes des déliberations du Senat de Venise concernant la Romanie. Παρίσι 1959, τ.2, αριθ. 744,748,843,861.

[15] Την εποχή που αγοράστηκε η Αργολίδα η βενετική Γερουσία πίστευε ότι in dictis paribus et in toto duchamine non eat aliqua terra nec aliquod castrum pro defensione navigiorum, nisi terra Neapolis, que est etiam potens ad armandum duas galeas”. To απόσπασμα στον R.CESSI, ό.π.,σ.152.

[16] Ο διοικητής του Άργους έφερε τον τίτλο του Podest, ενώ εκείνος του Ναυπλίου ονομαζόταν Podest e Capetanio. CH.HOPF, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues, Βερολίνο 1843, σ.382-384.

[17] FR. MIKLOSICH et JOS.MUELLER, ό.π., σ.295-298 (έγγραφο από 25 Ιαν.1479), σ.301-302 (έγγραφο από 17 Μαρτ.1480), σ.302-306 (έγγραφο από 14 Ιουλ.1480) και σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ.1481).

[18] Ό.π., σ.304: «…Τα γαρ άλλα περίχωρα του ειρημένου Ναυπλίου ήγουν θερμισίου και Καστρίου και Τζιβερίου και αι αλυκαί αυτών, ει εξ αρχής Ναυπλίου ήσαν μεινάτωσαν κατά την αρχαίαν τάξιν..»

[19] Α. Β0Ν, ό.π., σ.494. Πρβλ. W.E.McLEOD, Kiveri and Thermisi, Hesperia 31(1962) 382 κε.

[20] W. EMcLEOD, ό.π., σ.382-386. A.BON, ό.π.

[21] W. E. McLE0D, ό.π .α.382. A.BON, ό.π. Πρβλ. Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του νομού, Αθήνα 1886, σ.41, όπου σημειώνεται: «Παρά το χωρίον τούτο των Μύλων κείται η Λέρνα ως ποταμάς ή έλος…Αυτόθι δ’εκ κεφαλαρίου παρά την οδόν κειμένου, αναβλύζει αφθονώτατον ύδωρ εκ πολλών στομάτων εξ ου σχηματίζεται μικρά λίμνη, η αρχαία Αλκυονία, αμετρήτου βάθους κατά το λέγειν των κατοίκων. Το κεφαλάριον τούτο πιθανώτατα είναι η πηγή Αμυμώνη των αρχαίων» Επίσης σ.44: «…Δια του ονάματος τούτου [Λέρνα ή Λέρνη] οι αρχαίοι ωνάμαζον την ελώδη και πολύρρυτον θέσιν των Μύλων». Πρβλ. Ν.Η.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – Γ.ΓΑΓΑΝΗΣ, Η Αργολική πεδιός, Αθήνα 1938, σ.15.

[22] Α. ΒΟΝ, ό.π. W. EMcLEOD, ό.π.σ.383.

[23]Α. ΒΟΝ, ό.π. Η καταστροφή αυτή θα πρέπει να σημειώθηκε είτε την εποχή της βενετικής κατάκτησης του 1388-1394, είτε κατά τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο όπως είναι και το πιθανότερο.

[24] W.E.McLEOD, ό.π., σ.390-392. Α.ΒΟΝ, ό.π., σ.494, σημ.4. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της. W.EMcLEOD, ό.π., σ.390.

[25] ΙΩΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ, Πελοποννησιακά 13(1978-1979)122. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, Cultures niaraicheres dans la Méditerranée. Les transformations de la plaine et de la societé argoliques (δακτυλογρ. διδακτορική διατριβή), Φλωρεντία 1995, σ.26, σημ.20.

[26] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. , σ.41. Στο χάρτη της Αργολιδοκορινθίας, που έχει καταστρώσει, τοποθετεί το Παλαιοκιβέρι στα μέσα περίπου της απόστασης ανάμεσα στο Κιβέρι και στους Μύλους, στις εκβολές του Κωλοσούρτη και σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, ó.π.

[27] FR. MIKL0SICH et JOS.MUELLER, ό.π, σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ. 1481): «περί δε του Θερμιτζίου και της αλυκής αυτού και Καστριτζίου μέστωσαν τη αυθεντία των Βενετιών αυτά δηλονότι τα ειρημένα κάστρη έστω δε τόπος αυτοίς …όσον αναγκαίως χρήζουσι II σ.309 II το δε Τζιβέριν, όπερ εστί κεχαλασμένον, έστω μεν τη αυθεντία των Βενετιών, μη κτισθήτω δε, ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσιν εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι έστωσαν και αυτοί της αυθεντίας των Βενετιών…».

[28] W.Ε. ΜcLEOD, ό.π., σ.382.

[29] Βέβαια η ανώτατη βενετική διοίκηση της Πελοποννήσου είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την παλαιό εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο μέσω των κεντρικών βενετικών αρχείων, όπως π.χ. από τα αποκείμενα σ’ αυτό βιβλία των Commemoriali κ.ά. Ενδεχομένως τα σχετικά στοιχεία περιλαμβάνονταν και στις εντολές διοίκησης (commissioni) που παραδίδονταν στους ανώτατους επαρχιακούς Βενετούς διοικητές, όταν αναχωρούσαν από τη Βενετία, για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

[30] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π., σ.41.

[31] Με το όνομα αυτό κατά την Β’ Βενετοκρατία συναντούμε ένα χωριό στην Ανδρούσα και ένα στην Καρύταινα Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.257,261,297,300,344,359. Με το ίδιο όνομα Αναζήρι φέρεται και μικροσυνοικισμός του Δήμου Άργους, Βλ. σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός».

 [32] Πρβλ.W.E.McLEOD, ό.π., σ. 382-383. Σε άλλη δημοσιευμένη πηγή της Β’ Βενετοκρατίας του έτους 1703, το κάστρο του Κιβερίου ονομάζεται Torre di Elena, δηλαδή Πύργος της Ελένης, ενώ παρόμοια χαρακτηρίζονται και τα ερείπια της Γλαρέντζας στην Ηλεία. Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ.47, 64.0 W.E. McLEOD μας πληροφορεί ότι συνηθιζόταν στον ελληνικό χώρο να αποδίδεται σε διάφορα παλαιόκαστρα η ονομασία κάστρο της Ελένης [του Μενελάου] ή της [Αγίας] Ελένης. Ο ΙΔΙΟΣ, ό.π., σ.383 και σημ.23, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[33] ΕΥΤ. ΔΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π. σ.108: «Vi e altro castello detto Anasiri e da molti Argos Vechio over castel di Elena, nel qualle non ho trovato cosa alcuna d’anticho ma esser fabrica moderna, questo e situato sopra una collina assai eminente et in pocha distanza dal mare sotto della qualle scaturisce acqua in tal abbondanza che ta girare diversi mollini sitti alla spiaggia dell’mare, et e acqua tanto buona e salubre, quali riescono comodissimi alia Cittá di Napoli di Romania conducendossi il formento per acqua con barche e riconducendo in cittá la farina con le stesse».

[34] Κ. ΝΤ0Κ0Σ – Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το κτηματολόγιο, ό.π., σ.XIV, σημ.6.

[35] Το χωριό Τζαφέραγα ήταν ένα από τα Δρεπανοχώρια. Στην εδαφική του περιοχή κατά τη Β’ Βενετοκρατία περιλαμβανόταν ο οικισμός Παλαιόκαστρο και τα ζευγολατειά (δηλ. τα πρώην τουρκικά τσιφλίκια) Σπαί και Λούζι. Τη νεότερη εποχή μετονομάστηκε σε Ασίνη και σήμερα αποτελεί το δημοτικό διαμέρισμα Ασίνης του Δήμου Ασίνης, που έχει έδρα τον οικισμό του Δρεπάνου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.85-86. Πρβλ. Αναλυτικό κτηματολόγιο (Catastico particolare) του τεριτόριου του Ναυπλίου που φυλάσσεται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαίων, και Ν. Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

[36] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ά.π., σ.121: «si vede in questo territorio la Campagna detta d’ArgosNella parte piu avanzata verso Mezzo-Giorno della medesima v’esistono li Molini dove tutta l’Armata Navale si serve d’acqua». Πρβλ. κάτι ανάλογο στη νεότερη εποχή, όταν «συχνά επίτηδες καταπλέοντας στο Ναύπλιον υδρεύονται [στους Μύλους] οι αγγλικοί στόλοι».Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», λήμμα Μύλοι.

[37] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.76.

[38] Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini, ό.π, σ.47 «Dopo di Napoli di Romania si possono, passato il mare dall’ altra parte, osservare le rovine della citta di Tyrea verso i molinl; adesso quelle rovine le chiamano la Torre di Elena; la villa vicina si chiama Civeri…»

[39] Κ. ΝΤ0Κ0Σ, Breve descritlione, ó.n, σ.103. Or «Molini» που φαίνεται να αναφέρονται ως χωριό στο χειρόγραφο της Querini-Stampalia χρονολογούνται στην ίδια ακριβώς εποχή. Ό.π., σ.121.

[40] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π, σ.75-76,77-78. Ο επίσκοπος αυτός κανονικά θα πρέπει να ήταν ο Άργους και Ναυπλίου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να πρόκειται για άλλον αρχιερέα προερχόμενο από τουρκοκρατούμενη περιοχή, ο οποίος εκείνη την εποχή να είχε καταφύγει στην «απελευθερωμένη» βενετική Πελοπόννησο και οι Βενετοί, όπως έπραξαν σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, να του είχαν ίσως παραχωρήσει χαριστικά κάποια μονή και κτηματικά αγαθά ή μισθό και την άδεια να προΐσταται στη μονή ή να εφημερεύει σε ναό ή ναούς της πόλης ή της υπαίθρου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Οι πελοποννησιακές πόλεις και η μεταστοιχείωση του πληθυσμού τους κατά τη Β’ Βενετοκρατία. Το παράδειγμα της Τριπολιτσάς, Εώα και Εσπέρια 5(2001-2003) 105- 106.

[41] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π., σ.25,26,117.

[42] Στα ελληνικά είναι η αντίστοιχη ονομασία για το τουρκικά τσιφλίκι (ciftlik).

[43] Β. ΠΑΝΑΓΙΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.235,245.

[44] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Breve descrittione, ό.π., σ.103

[45] Βλ. πιο πάνω.

[46] BORY DE SAINT-VINCENT, Expédition scientifique de Morée,t.ll.tére partie, Géographie, Παρίσι 1834, σ.65, 66 (:κατατάσσονται στο Άργος Scaphidaki και Myli), σ.84, 85 (Kiveri, Tourniki, Palaeo- Scaphidaki στο Ναύπλιο). Πρβλ. Expédition scientifique de Morée, Atlas, 1831-1835, Carte de la Morée, Παρίσι 1835. M.E.PUILLON-BOBLAYE, Recherches géographiques sur les ruines de la Morée faisant suite aux travaux de la Comission scientifique de Morée, Παρίσι 1835, σ.46-47, όπου το Παλαιοσκαφιδάκι τοποθετείται κοντά στα ερείπια των αρχαίων Κεγχρεών, στο δρόμο Άργους – Τεγέας πριν από τη στροφή του για να κατέβει προς τον Αχλαδόκαμπο. Πρβλ. EVI KAR0UZ0U, ό.π., σ.26, σημ.20. Η τοποθέτηση των χωριών Παλαιοσκαφιδάκι και Τουρνίκι στο Ναύπλιο οφείλεται προφανώς σε λανθασμένες και συγκεχυμένες πληροφορίες των εντοπίων ,στις οποίες βασίστηκαν οι συντάκτες του πιο πάνω στατιστικού πίνακα. Πρβλ, ΒΟRΥ DE SAINT-VINCENT, ό.π.

[47] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. σ.58. Ο Δήμος περιελάμβανε τα εξής χωριά: Αχλαδάκαμπος (πρωτεύουσα), Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα και Τουρνίκι Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο το χάρτη εκτός κειμένου του νομού Αργολίδας και Κορινθίας.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος

Καθηγητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας

 

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »