Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφικά Αργολίδας’

Θεοφάνεια στο Κρανίδι Αργολίδας


 

«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε…»

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

 

Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού

Την παραμονή των Φώτων λένε τα κάλαντα και τους δίνουνε μαζέδες σαρακοστιανούς, γιατί δεν τρώνε την παραμονή των Φώτων, για να πιουν αγιασμό. Και τους δίνανε βέβαια την κότα* με τον φιόγκο στον λαιμό. Και μετά τις γιορτές μαζευόντουσαν όλοι ή έξω στα περιβόλια ή σ’ ένα σπίτι και τις τρώγανε και γλεντάγανε.

*[ Τα κάλαντα τα λέγανε όλη την ημέρα τα παιδιά. Το βραδάκι πηγαίνανε τα νέα ανδρόγυνα, στα σπίτια, και τα λέγανε, και τους δίδανε άρα (=καρύδια), λεφτοκάρα (=φουντούκια), ρεμπεμπλιά (=στραγάλια αφράτα). Τους δίνανε παλιά και από μια κότα, με κόκκινο φιόγκο στο λαιμό].      

 

Σήμερις τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας

(και τον Ιησού μας ο βαφτισμός).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

είν’ η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε,

δύνασαι να βαφτίσεις Θεού παιδί;

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

και τον Κύριό μας παρακαλώ)!

Καλημέρα, καλημέρα

Και πάντα καλημέρα, φωνάζανε από γύρω.

***

Σήμερον τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας!

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός

εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

 

Ο αγιασμός άρχιζε από τις τέσσερις το πρωί. Έχει πολλά ευαγγέλια. Και μετά γυρίζει ο παπάς στα σπίτια κι αγιάζει. Έρχεται με δυο παιδιά, με τον σταυρό και το βασιλικό στο χέρι. Το ένα παιδί κρατά­ει την κανάτα με το νερό, το άλλο κρατάει ταγάρι και του ρίχνουνε πορτοκάλια, μανταρίνια και του δίνουνε και λεφτά. Ο κάθε παπάς πάει στην ενορία του, αλλά πάνε και σ’ άλλες.

Οι καλικάτζαροι φεύγουν την παραμονή που έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και πάνε στα βουνά. Φεύγουν από την καμινάδα, αφού ο παπάς τους διώχνει. Και παίρνανε ένα ξύλο μακρύ και δένανε πάνω μια ντ(ο)ροβάτα (=θάμνος αγκαθωτός, που χρησιμοποιείται σαν σκούπα) και σκουπίζαμε την καμινάδα και λέγαμε:

 

Ντάλιεν καλκτσάρετ ντ λ-μνν

ε δε θόινν

κάκε γιαμ, κάκε μαθόννε

μαρ μπουκν πρτ τ’ ινιζόνε

(= Βγαίνουν οι καλικάτζαροι στ’ αλώνια

και λένε, τόσο είμαι, τόσο με λένε,

παίρνω ψωμί, για το Θεό).

 

Των Φώτων είναι που βαφτίζεται ο Χριστός. Εκείνη την ημέρα ρίχνουνε τον σταυρό στην κολυμπήθρα. Όποιος ήθελε να δει που τον ρίχνανε στη θάλασσα, πήγαινε ή στο Χέλι ή στην Κοιλάδα κι εκεί πέφτανε στη θάλασσα και πιάνανε τον σταυρό. Και μετά, αυτοί που τον πιάνανε, τον γυρνούσανε στο χωριό, στα σπίτια, και τους δίνανε λεφτά. Τα βάζανε στον δίσκο. Αλλά δώθε, που δεν έχει θάλασσα κοντά τον ρίχνανε στην κολυμπήθρα.

Με τον αγιασμό ραντίζανε τα χωράφια και το σπίτι, όποιος ήθελε. Γιατί παίρνανε αγιασμό από την εκκλησία σε μποτιλίτσες.  Αλλά δεν έκανε να ρίξεις απ’ αυτό στη στέρνα, γιατ’ είναι μεγάλος αγια­σμός. Μια φορά ένας είχε ρίξει και την άδειασε όλη. Ή θα τον αφήσεις όλο το χρόνο στην εικόνα, με το καντήλι ακοίμητο ή θα τον χύσεις σ’ ένα μέρος που να μην πατιέται.

Την άλλη μέρα πάλι, είναι γιορτή. Γιορτάζει ο νουνός του Χρι­στού και γίνεται στην εκκλησία πανήγυρις.

Του Αγίου Τρύφωνος ραντίζουνε με αγιασμό τ’ αμπέλια. Ρίχνου­νε και στα βαρέλια. Και κείνη την ημέρα κλαδεύουνε τ’ αμπέλια. Της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, άλλοτε ήτανε η γιορτή της μητέρας. Και γιορτάζανε κι οι μπακάληδες. Κάνανε μεγάλη αρτο­κλασία και μέχρι τώρα. Άλλα χρόνια γυρνούσανε και γλεντούσανε με βιολιά. Πιστεύανε ότι ο Άγιος Χαράλαμπος έδιωξε την ακρίδα. Και υπάρχει εκκλησία του Αγίου και την ημέρα της γιορτής μαζευότανε κόσμος και γινότανε πανηγύρι.

 

 Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Πρωτοχρονιά στο Κρανίδι Αργολίδας


 

Ψαράδικο καΐκι 1944.

Τότες, παλιά, τη βασιλόπιτα τη φτιάνανε σαν ψωμί. Και στο ζυ­μάρι ρίχνανε λίγη μαστιχούλα ποτό, λίγο λαδάκι μέσα και γινότανε αφράτο το ψωμί. Και κάνανε με το πηρόνι τις φέτες κι όταν ερχό­ντουσαν από την εκκλησία, τ’ Αγιού Βασιλειού, πήγαινε ο νοικοκύ­ρης του σπιτιού και την έκοβε πριν απ’ το φαγητό.

Και μελετούσε πρώτα πρώτα: της εικόνας, μετά, του χωραφιού, μετά, του αφεντι­κού, δηλαδή του ίδιου, μετά εμένα, της γυναίκας, μετά των παιδιών, στη σειρά, με την ηλικία, κι έπαιρν’ ο καθένας το κομμάτι του κι έψα­χνε να βρει τον παρά. Κι όποιος τον εύρισκε, ήτανε τυχερός και ου χαρά, πο ‘βρισκε τον παρά!

Και τον τυλίγανε τον παρά, έτσι όπως ήτανε, χωρίς να τον καθαρίσουνε, σ’ ένα βαμπάκι άσπρο, και τον βάζανε στην εικόνα. Τον άλλο χρόνο, τον βάζανε πάλι στην πίτα. Ο πα­ράς ήτανε ασημένιος. Το βράδυ της παραμονής τρώγανε μελομακάρονα, φούσκζες (=λουκουμάδες) και μεζέδες. Τηγανίζανε χοιρινό, κεφτεδάκια. Κι όλη την ημέρα πάλι λέγανε τα κάλαντα. Το πρωί τα παιδιά, το βράδυ τ’ αντρόγενα. Και τους δίνανε πάλι τα ίδια, όπως τα Χριστούγεννα, και στ’ αντρόγενα τις κότες:

 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψιλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

Άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,

άρχοντες τον κατέχετε

(και δεν μας καταδέχεται)

από την Καισαρεία,

συ’ σ’ αρχόντισσα κυρία.

 

Βαστά εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάντιο, ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες κι εμέ το παλικάρι!

 

Το καλαμάρι έγραφε,

η μοίρα μου τι μ’ έγραφε

(τη μοίρα μου την ξέγραφε)

και το χαρτί ομίλει (ομίλειε),

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε.

 

Άγιε μου καλέ Βασίλη,

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε!

 

Βασίλη, πόθεν έρχεσαι

και δε μας καταδέχεσαι;

Και πόθεν κατεβαίνεις

και δε μας απαντυχαίνεις;

 

Από τη μάνα μ ‘ έρχομαι

κι εγώ σας καταδέχομαι

και στο σχολειό μου πάγω,

δε μου λέτε τι να κάμω;

 

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,

κάτσε τον πόνο σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις

και να μας καλοκαρδίσεις.

 

Εγώ γράμματα (ε)μάθαινα

και να σας πω τι πάθαινα:

τραγούδια δεν ηξεύρω,

αντικρύ μου να σε εύρω.

 

Και σαν ηξεύρεις γράμματα,

πόσες φορές με κλάματα,

πες μας την αλφαβήτα,

πώς τα πέρασες τη νύχτα.

 

Χλωρό ραβδί, ξηρό ραβδί,

πότε στη πόρτα της να βγεί;

χλωρά βλαστάρια πέτα,

ροδοκόκκινη βιολέτα.

 

Κι απάνω στα βλαστάρια της

και στα περικλωνάρια της

πέρδικες κελαιδούσαν,

μάτια μου δεν της μηνούσαν.

 

Δεν ήταν μόνο πέρδικες,

γαρουφαλιές λεβέντικες,

μόν’ και περιστεράκια,

μαύρα μου, γλυκά ματάκια.

 

Και του χρόνου!

 

Το βράδυ της παραμονής παίζανε χαρτάκια και το στρόπι (=κότσι). Είναι ένα κόκαλο από αρνί, στρογγυλό ήτανε, και το πετούσανε και ξέρανε αυτοί από ποια μεριά ήτανε η ευτυχία κι από πού η δυ­στυχία. Το πετούσανε, κι απ’ όπου γύριζε. Παίζανε και την κορόνα. Πιο πολύ την κορόνα παλιά, όχι τόσο τα χαρτιά. Και την άλλη μέρα, τ’ Αγιού Βασιλειού, ποιος θα ‘κανε ποδαρι­κό. Ποιος θα ‘μπαίνε κ-μπ-μπάρδης, δηλαδή ασπροπόδαρος. Κι όποιος έμπαινε του βάζανε ένα κομμάτι βαμπάκι στο παπούτσι και παρά, διπλό, δίφραγκο, ό,τι ήτανε.

Βέβαια, θέλαμε τον καλύτερο να ‘ρχότανε, γιατί, μας φαινότανε, θα ‘φερνε πλούτη. Και λέγανε, αυτός είναι τυχερός, θα πάμε καλά φέτος! Άμα τους τυχαίνανε αναποδιές, τον λέγανε γρουσούζη. Αλλά σε μένα μια χρονιά ήρθε κ-μπ-μπάρδης ένας ζητιάνος. Κουρελιασμένος, πολύ ζητιάνος. Και μου είπανε, άσ’ τον, διώχτ’ τον! Αλλά εγώ του ‘βαλα βαμπάκι και παρά το παπούτσι και την ευτυχία που ‘χαμε κείνη τη χρονιά!… Και στον ελαιώνα το λάδι, και τ’ αμπέλι! Ας ήτανε ζητιάνος, ήτανε τυχερός.

Το ποδαρικό το ‘κανε όποιος έμπαινε πρώτο στο σπίτι. Ξένος όμως. Όχι να ‘βγαινε ένας από το σπίτι έξω και να ξανάμπαινε! Κι όποιος έμπαινε, τον λέγανε κ-μπ-μπάρδη, ασπροπόδαρο. Μέχρι τώ­ρα το κάνουν αυτό. Το βράδυ πηγαίνανε επισκέψεις, έτσι, σε σπίτια συγγενικά, κι ας μην είχανε γιορτές, και κερνούσανε μελομακάρονα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, ό,τι είχανε για κείνη τη μέρα. Αλλά φτιάνανε δύο βασι­λόπιτες. Τη μία την κόβανε την ημέρα τ’ Αγιού Βασιλειού, κανονικά, μετά την εκκλησία. Την άλλη την κόβανε το βράδυ, που ερχότανε ο καινούριος χρόνος.

  

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Μάιος στο Κρανίδι – Λαογραφία

 

ΜάηςΤην Πρωτομαγιά βγαίνανε έξω, μαζεύανε τον «Μάη», μ’ αυγά κόκκινα και κουλούρια, που τα ‘χανε από τη Λαμπρή. Μαζεύανε λουλούδια, τα βάζανε απέξω απ’ την πόρτα και του Άη Γιαννιού της Ψώρας (24 Ιουνίου) τα καίγανε. Και σταυρό κάνανε, και στεφάνια, και σκέτο τον «Μάη» κάνανε, μια ανθοδέσμη δηλαδή. Μέσα στον «Μάη» βάζανε σκόρδο, ένα κομμάτι ελιά, σπαρτό στάρι, κριθάρι και λουλούδια, παπαρούνες, διάφορα…

Εκεί στην εξοχή τρώγανε, διασκεδάζανε, χορεύανε, μαζεύανε λουλούδια και τα βάζανε στο κεφάλι, κάνανε ανθοδέσμες, τραγουδούσανε «Μάη, χρυσομάη, Μάη με δροσιές, Μάη, χρυσομάη, μ’ άσπρες φο­ρεσιές».

Πασαλείβανε τα πρόβατα με μούργα στο πρόσωπο, για να μην τα χτυπάει ο γούδερος. Επειδή ο ήλιος είναι ζεστός, τα κάνει όλο βού­λες κι έχουν φαγούρα.

Η Αγία Μαύρα είν’ η Παναγία. Και λένε να μη ζυμώνεις την ημέρα της γιορτής, στις Τρεις του μηνός, γιατί τα ψωμιά γίνονται μαύρα. Και ποια μέρα θα τύχει της Αγίας Μαύρας; Τετάρτη; Όλο τον χρόνο, την Τετάρτη δεν αρχίζουνε δουλειές! Δεν κόβουνε, σας πούμε, ένα φόρεμα, δεν αρχίζουν ένα κέντημα, δεν παντρεύονται!

Του Αγίου Κωνσταντίνου, ήτανε μεγάλη γιορτή. Έχει εκκλησία δώθε Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής πηγαίνανε όλος ο κόσμος στη λειτουργία. Κι αυτή την ημέρα βγάζανε, παλιά, τα χειμω­νιάτικα και φορούσανε τα καλοκαιρινά, τα κοντομάνικα. Της Μεσοπεντηκοστής πηγαίνανε στην εκκλησία, γονατίζανε τρεις φορές, τους περνούσε ο παπάς ευχή κι έλεγε για τις ψυχές.

Της Αναλήψεως, οι τσοπαναραίοι μοιράζανε γάλα στους γειτόνους, και το βούτυρο που φτιάνανε κείνη την ημέρα, το φυλάγανε και το ‘χανε σαν φάρμακο. Έβαζαν παντού αν έσπαγε πόδι, χέρι, για όλα, γιατί ήτανε της Αναλήψεως. Και τη νύχτα καθόντουσαν ως το πρωί και περιμένανε να δουν τον Χριστό, που θ’ ανέβαινε στους ουρανούς. Μια φορά, μια γριά, είδε, λέει, μια λάμψη στον ουρανό κι ένα σταυρό. Άνοιγε, βλέπεις, ο ουρανός εκείνος το βράδυ.

Το Σάββατο πριν απ’ την Πεντηκοστή ψέλνανε, διαβάζανε πολλά ονόματα πεθαμένων, πηγαίνανε στο νεκροταφείο, ψέλνανε τρισάγιο, γιατί θα μπαίνανε οι ψυχές στον Άδη.

Του Αγίου Πνεύματος πηγαίνανε ο κόσμος στον εσπερινό στην Αγία Τριάδα και μαζευόντουσαν πολλοί εκεί και πουλούσαν βερίκοκα, αγγούρια, γλυκά, παγωτά, ο Μανολάκης, ο μπάρμπα Γιώργης ο Καπέβης…

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Πάσχα – Λίμνες Αργολίδας

 

 

Το Μ. Σάββατο οι γυναίκες ζυμώνουν το πασχαλινό κουλούρι και μαζί μ’ αυτό ζυμώνουν κουλούρες μεγάλες για να τις πάνε στα βαφτιστήρια τους και ένα μικρό κουλούρι πού το βάζουν στο εικόνισμα. Όλα τα κεντούν με διάφορα κεντίδια και ένα κόκκινο αυγό θα βάλουν επάνω στην πασχαλινή κουλούρα, την οποία θα φάνε την Κυριακή του Πάσχα μαζί με το αρνί. Το αρνί το βάζουν στην σούβλα. Μαζεύονται φίλοι και συγγενείς και ψήνουν τ’ αρνιά. Την ώρα αυτή τραγουδούν. Όταν ψηθεί το αρνί τρώνε όλοι μαζί και γλεντούν.

 

Την ήμερα του Πάσχα θα μοιράσουν τις κουλούρες στα βαφτιστήρια. Η κουμπάρα θα τούς δώσει γλυκίσματα. Το απόγευμα τής ημέρας του Πάσχα οι τσοπάνηδες θά μοιράσουν στους φίλους και τούς συγγενείς τυρί. Οι άνθρωποι πού θα πάρουν το τυρί θα δώσουν στους τσοπάνηδες κουλουράκια και αυγά. Το απόγευμα γίνεται γλέντι στην πλατεία του χωριού. Το γλέντι θα επαναληφθεί από το απόγευμα τής Δευτέρας του Πάσχα. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο θα γλεντήσουν την Παρασκευή της Λαμπρής (της Ζωοδόχου) σ’ ένα εξωκκλήσι μετά το πέρας τής θείας Λειτουργίας. Το απόγευμα τής ίδιας ημέρας θα συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι του χωρίου στην πλατεία, όπου θα χορέψουν οι νέοι και οι νέες, για να παρακολουθήσουν το γλέντι. Όμοιος χορός θα γίνει και το απόγευμα τής Κυριακής του Θωμά.

 

Τραγούδια πού τραγουδούσαν οι χορευτές  τις ήμερες αυτές.

 

«Δευτέρα ήμερα κίνησα κοντή, κοντούλα

μαύρα μαύρα γλαρά μου μάτια, βγήκα να σεργιανίσω.

Παπαδοπούλα απάντησα κοντή, κοντούλα μ’ ένα μαντήλι μήλα,

δυό μήλα της εγύρεψα μαύρα γλαρά μου μάτια και αυτή πολλά μου δίνει.

Δεν Θέλω εγώ τα μήλα σου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου

μάτια τα τσαλαπατημένα, μόνο θέλω το κορμάκι σου να το χαρούμε αντάμα.

Έμενα το κορμάκι μου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου μάτια πολλούς δραγάτες έχει».

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Read Full Post »

Απόκριες στο Άργος (1930)

 

 

Οι Αργείτες ήταν – κι είναι ακόμη – γλεντζέδες από τα παλιά χρόνια. Δεν έχαναν ευκαιρία να στήσουν το χορό, χωρίς πολλές δικαιολογίες.

 

Εύρισκαν χίλιους λόγους. Γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές κι ότι άλλο σκεφτεί κανείς. Αλλά κι άμα δεν εύρισκαν κάποιο λόγο, τον εφεύρισκαν.

 

Εκεί όμως που το γλέντι άναβε και κόρωνε ήταν τις απόκριες. Όλη η πόλη ένα γλεντοκόπι. Όπου κι αν έστριβες, σε όποια γειτονιά, θα συναντούσες Αργείτες και Αργείτισες να τραγουδούν και να χορεύουν. Το νταούλι και η πίπιζα ήταν στις δόξες τους εκείνες τις μέρες.

 

Στο Αργειακό Ημερολόγιο του 1930, των Γεωργίου Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστόπουλου διαβάσαμε ένα κείμενο για τις απόκριες στο Άργος, που το υπογράφει ο ΙΔΜΩΝ.

 

Κι άλλα χρονογραφήματα του ίδιου έχουμε συναντήσει και ίσως θα πρέπει κάποιος – κάποια στιγμή – να τα συλλέξει ώστε να αποτελέσουν μια χρήσιμη για την πόλη λαογραφική πηγή.

 

Το κείμενο που πιο κάτω παραθέτουμε, το αντιγράφουμε ως έχει, χωρίς διορθώσεις. Θα μας συγχωρήσετε όμως το μονοτονικό, για λόγους πρακτικούς.

 

Η Απόκριες

 

Σ᾽ εποχή που η ψυχή μας σύρεται δούλη πίσω από το άρμα της ξενικής νοοτροπίας και τα ελληνικά έθιμα μαραίνονται ένα, ένα κάτω από τον καυστικόν ήλιο της Δύσεως.

 

Σ᾽ εποχή, που το ρουμελιώτικο τραγούδι σβύνει στην αποπνικτική θορυβώδη ατμόσφαιρα των ήχων μιάς τζάζ – Μπάντ αγρίων, και ο γραφικός καλαματιανός αποτελεί αναχρονισμόν, αστείο στους ευρωπαϊκούς πιθηκισμούς, η διατήρησις ενός ελληνικού εθίμου αποτελεί εθνικόν φαινόμενον παρήγορον και αποδεικνύει την ακατάβλητη δύναμι της ελληνικής ψυχής.

 

Το Άργος μπορεί υπερήφανο να καυχάται ότι στη δίνη αυτή των ξενικών κυμάτων υπήρξε η ευτυχής κιβωτός που διέσωσε πολύτιμο μέρος από την κληρονομία της ιδιωτικής ζωής του έθνους. – Οι γραφικοί γάμοι με τη περιφορά των προικών, τα βαφτίσια με τα αμοιβαία πλούσια δώρα, η κηδείες με τις νυχτερινές παρηγοριές, το Πάσχα με το αρνί της σούγλας και το τριήμερο γλέντι και τόσα άλλα έθιμα διατηρούνται με θρησκευτική πίστι.

 

Μέσα σ᾽ όλα δε ξεχωριστά η απόκρηες. Με την πρώτη ημέρα του τριωδίου το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Καρβασαρά και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του κι ακούραστο δε σταματάει πειά καμμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου τους Βάκχους της αποκρηάς.

 

Βασίλη Τουφεξιάδη

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

 

 

 

Ντόμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ…. από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς. Κι᾽ όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός. Η μοδιστρούλα με τις αφέλειες και τα τσαχπίνικα ματάκια κι᾽η ξομάχα με το σφιχτοδεμένο κορμί της στο γαργαλιστικό πέρασμα του θ᾽αφήσουν και μηχανή κι᾽ αργαλειό και σπίτι και θα πιάσουν στο χορό.

 

Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ, το νταούλι κι᾽ η λυγερή κορμοστασιά τραβάει καμαρωτή σαν πέρδικα το συρτό. Κι΄όσο ο χορός ανάβει κι᾽ εναλλάσσεται στους ρυθμικούς του γύρους, τόσο πετάει η καρδιά του λεβέντη που τον παρακολουθεί. Δεν κρατάει. Θα το τραβήξη κι᾽αυτός. Ένα περατιανό κι᾽η σπίθα γίνεται φωτιά. Αλλοίμονο σ᾽εκείνον που θα τον κόψη πρίν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες. Λίγο παρεξήγησι, καυγαδάκι, ο χορός διαλύεται, και το νταούλι φεύγει. Μα πρίν ακόμη στρίψη τη γωνία η φωνές των κοριτσιών κινητοποιούνται, ο χορός ξανανάβει κι᾽η γειτονιά γλεντάει ακούραστη. Τρυγάει τη χαρά και λησμονιέται στο μεθύσι της τρελλής αποκρηάς.

 

Μα το άλλο Άργος το μορφωμένο; Ο Αρχοντομαχαλάς; Κοιμάται; Αγνοεί τη χαρούμενη αυτή περίοδο του χρόνου; Κάθε άλλο. Όταν δεν το βλέπετε κοπάδια, κοπάδια στους συνοικιακούς χορούς, όταν δεν ακούτε τα γέλοια του και της φωνές του στο μοναδικό του κέντρο του Θήβα, προσέξετε κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και θα ακούσετε το αποκρηάτικο τραγούδι σ᾽όλες τις παραλλαγές του.

 

Το Άργος γλεντάει γενικώς χωρίς εξαίρεση ηλικίας και τάξεως. Και γλεντάει ακόμη με τον ελληνικό τρόπο. Η απόκρηες του είναι τα ανθεστήρια των αρχαίων του προγόνων. Με μια διαφορά, ότι τότε έβγαινε ο κήρυκας, για να θέση φραγμό στην παράφρονα όρεξι των, ενώ τώρα τους επαναφέρει στην τάξι το λάλημα του πετεινού της Καθαράς Τρίτης. Ως πότε όμως θα διατηρήση τον Ελληνικό χαρακτήρα της η ώμορφη αυτή εποχή του χρόνου; Ασφαλώς ως ότου η γενεά που μας έρχεται θάχει τη δύναμι ν᾽αποτελή την άρνηση στον ξενικό πειρασμό.

 

 

Πηγή

 

  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930, Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »