Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λιθογραφία’

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος. Έγχρωμη λιθογραφία του F. Kollard τυπωμένη στη Βιέννη. Ο πίνακας φιλοτεχνημένος κατά την εποχή της Αντιβασιλείας (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), είναι έργο του ζωγράφου Th. Ender.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Εϋνάρδος Ιωάννης Γαβριήλ (Eynard Jean-Gabriel 1775-1863)


 

 

Γάλλος τραπεζίτης και θερμός φιλέλληνας. Διακρίθηκε στην υπεράσπιση της Λυών το 1793 και σύντομα έγινε διάσημος στους ηγετικούς ευρωπαϊκούς κύκλους για τις οικονομικές του γνώσεις και την περιουσία του. Πήρε μέρος στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814, εκπροσωπώντας την Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη. Εκεί γνώρισε και τον Καποδίστρια, με τον οποίο έκτοτε συνδέθηκε φιλικά. Ο Εϋνάρδος (Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ) υπήρξε φιλέλληνας με έντονη δράση, καθώς τέθηκε επικεφαλής του φιλελληνικού κομιτάτου στη Γενεύη.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου σε νεαρή ηλικία. Λιθογραφία.

  

Η σημαντικότερη προσφορά του Εϋνάρδου στον εθνικό αγώνα υπήρξε η συμβολή του στη σύναψη δανείων του νέου ελληνικού κράτους με οικονομικούς κύκλους στο Λονδίνο και το Παρίσι, καθώς και η πρωτοβουλία του για οργάνωση εράνων, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Το 1827 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης της Ελλάδας, σχεδίασε την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας, της οποίας υπήρξε επίτιμος διοικητής μετά την ίδρυσή της το 1841, ενώ χορήγησε το 1847 πενήντα χιλιάδες φράγκα για ικανοποίηση απαιτήσεων της Αγγλίας από το δάνειο του 1832.

 

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος σε ώριμη ηλικία.

 

Σχετικά θέματα:

Εϋνάρδος Ιωάννης Γαβριήλ (Eynard Jean-Gabriel 1775-1863)

Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820)

Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδίστρια

 

Read Full Post »

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) – J. van Falke, 1880.  

Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία, με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία. Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

 

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) - J. van Falke, 1880.

 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες χρονολογούνται εδώ από το 776 π.χ. και γινόντουσαν κάθε 4 χρόνια έως το 393 μ.Χ. οπότε και σταμάτησαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Στην αναπαράσταση αυτή, του J. van Falke από το βιβλίο του » Hellas und Rom » (1880 περ.), διακρίνουμε τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στην κοιλάδα του Κλαδέου ποτα­μού αριστερά και του Αλφειού δεξιά. Στο κέντρο και πίσω διακρίνεται το θέατρο και μπροστά αριστερά το γυμνάσιο. Μπροστά και δεξιά από το στάδιο προβάλλει το Ηραίο, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς δωρι­κούς ναούς των αρχών του 6ου π.χ. αιώνα, σε μια κόχη του οποίου βρέθηκε στις ανασκαφές το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη με το μικρό Διόνυσο. Το στρογγυλό κτίσμα στο κέντρο είναι το Φιλιππείο με ιωνι­κό περιστύλιο το οποίο άρχισε να κτίζεται από τον Φίλιππο τον Β μετά την μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.χ. Στα δεξιά της αναπαράστασης διακρίνουμε το στάδιο μπροστά από το οποίο απλωνόταν η εικονιζόμενη στοά της Ηχούς ή Ποικίλη,  η οποία συνέδεε το στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως. Στο κέντρο, η αναπαράσταση του δωρικού ναού του Δία μέσα στον οποίο φυλασσόταν το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, το οποίο και καταστράφηκε το 475 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας είναι το Λεωνιδαίο ιωνικού ρυθμού, που κτίστηκε από τον Νάξιο Λεωνίδη και φιλοξενούσε τους επίσημους προσκεκλημένους των Αγώνων. Οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο άρχισαν το 1823 από τα μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Bluet και Dybouat που συνόδευαν το γαλ­λικό εκστρατευτικό σώμα και συνεχίζονται έως σήμερα.

 

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρες –  Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα, σε λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Γόρτυς, ( Ruins of Gortys in Arcadia) - Edward Dodwell, 1834

  

Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα (όπως συνήθως ονομαζόταν στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας) βρίσκεται κοντά στην Καρύταινα της Αρκαδίας, δίπλα στο χωριό Ατσίλοχος, στην δεξιά όχθη του ποταμού Λούσιου (παραπόταμου του Αλφειού) που  στον κάτω ρου του ονομάζεται Γορτυνίας. Τον 4ο π.Χ. αι., με το που κτίσθηκε η  Μεγαλόπολις από τον Επαμεινώνδα, οι κάτοικοι της Γόρτυνας συνοίκισαν την Μεγαλόπολη, αλλά η πόλη εξακολούθησε να θεωρείται επίκαιρη θέση για την άμυνα της αρκαδικής ομοσπονδίας και γι αυτό οχυρώθηκε με ισχυρά τείχη και ιδρύθηκαν σε αυτήν δυο ναοί αφιερωμένοι στον Ασκληπιό. Η ακρόπολη προς Β. της πόλης περιλάμβανε ένα θρησκευτικό κέντρο και ένα φρούριο στα νοτιότερα.

Στις ανασκαφές της Γαλλικής  Αρχαιολογικής Σχολής, στην ακρόπολη (το 1941 και 1947-8), βρέθηκαν λείψανα ενός οχυρωματικού περιβόλου με τρεις πύλες και πέντε κυκλικούς προμαχώνες. Το φρούριο κτίσθηκε τον 3ο π.χ. αι., πιθανότατα πάνω σε παλαιότερες οχυρώσεις. Ο δεύτερος ναός του Ασκληπιού διαστάσεων 27μ. βρισκόταν στα νοτιοδυτικά αυτών των οχυρώσεων και μάλλον ήταν αρχαιότερος ίσως του 5ου ή 6ου π.χ. αι.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

  

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα. Ο Ολλανδός Ιάκωβος Γκρονόβιος  (1645-1716) ήταν φιλόλογος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο Leiden. Οι εκδόσεις του αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς μεταξύ των οποίων είναι και οι: Πολύβιος, Μακρόβιος, Λίβυος, Στέφανος Βυζάντιος, Αρποκρατίωνας, Φαίδρος, Αρριανός, Ηρόδοτος, Τάκιτος κ.α. Το γνωστότερο όμως έργο του είναι ο Thesaurus antiquitatum Graecarum ( 1697-1702), σε 13 τόμους.

 

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) – Edward Dodwell, 1834

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) - Edward Dodwell, 1834

Τα ερείπια της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκονται 22 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη. Βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του Λυκαίου όρους. Σήμερα, 1 χμ. βόρεια, υπάρχει ομώνυμο χωριό με πληθυσμό 65 περίπου κατοίκους. Θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο (10.000 – 8.000 π.Χ.) Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα. Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

Πάνω στο λόφο διακρίνονται λείψανα από την οχυρωματική περίβολο της αρχαίας ακρόπολης, ενώ στα νότια και στα ανατολικά κράσπεδά του, οι ανασκαφές (που άρχισαν το 1889) έφεραν στο φως κατάλοιπα του περίφημου ιερού της Δέσποινας. Στο βουκολικό τοπίο σήμερα, διακρίνονται ερείπια βωμών της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητέρας, μιας μεγάλης στοάς, και ένα εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο δυτικό άκρο του ιερού υπήρχε ναός της Δέσποινας, πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στον πρόναο και δυο στρογγυλά βάθρα γλυπτών εικόνων, όπου υπήρχαν αγάλματα της Δέσποινας, της Δήμητρας, της Άρτεμης και του γίγαντα Άνυτου, έργα του μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου  π.χ. αι.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Read Full Post »

Αρκαδική πύληΑρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

Άποψη της Αρκαδικής πύλης στην Αρχαία Μεσσήνη, της πεδιάδας της Στενύκλαρου στη μέση, και στο βάθος του Μεσσηνιακού κόλπου. Η Μεσσήνη κτίσθηκε στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη από τον Επαμεινώνδα, γύρω στο 370 π.χ., αφού συγκέντρωσε εκεί τους επί αιώνες σκορπισμένους Μεσσηνίους. Η πόλη οχυρώθηκε με την τελευταία λέξη της οχυρωματικής τεχνικής για να αντέχει στις Σπαρτιάτικες επιδρομές. Το τείχος της είχε μήκος 9 χμ. και πάχος σχεδόν3 μέτρακαι έφερε κατά διαστήματα διώροφους ισχυρούς πύργους και επάλξεις. Από τα τείχη αυτά σώζονται εκτεταμένα τμήματα, κυρίως δεξιά και αριστερά από τις δυο πλευρές της Αρκαδικής πύλης.

 

Αρκαδική πύλη - Αρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg - (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

 

Τα τείχη είναι κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και κατά διαστήματα είχαν πύλες ενισχυμένες με ισχυρούς πύργους που έπαιρναν το όνομά τους από την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι δρόμοι. Σήμερα σώζονται 4 πύλες με κυριότερη την Αρκαδική η οποία είναι ακόμα σε χρήση. Η πύλη αυτή είναι διπλή με δυο εισόδους, τις οποίες χωρίζει κυκλική αυλή, όπου πρέπει να ήταν τοποθετημένα αγάλματα θεών, προστατών της πόλης, μέσα σε κόγχες. Μέσα στην μεγάλη έκταση, σχήματος τετράγωνου που περικλείεται από τα τείχη, αποκαλύφθηκαν σημαντικά μνημεία, δείγματα αρχιτεκτονικής του 4ου π.χ. αι., σε αρκετά καλή κατάσταση που θεωρούνται ότι θα προσδώσουν σταδιακά στον χώρο την αίγλη της Ολυμπίας.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Read Full Post »

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα (Temple of Apollo Epicurus on mount Kotylion) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα βρίσκεται κοντά στην αρχαία αρκαδική πόλη της Φιγαλείας και σε απόσταση14 χιλιομέτρων από την σημερινή κωμόπολη της Ανδρίτσαινας. Καταλαμβάνει ένα από τα φυσικά πλατώματα του Κωτιλίου (Βάσσαι), σε υψόμετρο1.130 μ. Από το 1968 ανήκει στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθμού. Ένα από τα πολλά ιδιόμορφα γνωρίσματά του είναι ότι στις μακρές πλευρές, έχει 15 κίονες (και όχι 13 όπως θα περίμενε κανείς, με βάση την κανονική για την εποχή αναλογία, που θέλει οι μακρές πλευρές να έχουν διπλάσιο αριθμό κιόνων από τις στενές, συν έναν). Το γνώρισμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιμήκη μορφή της κάτοψης του ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από την δωρικού ρυθμού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Ικτίνος (αρχιτέκτων και του Παρθενώνα) ο οποίος συνδύασε με αριστοτεχνικό τρόπο και τους τρεις ρυθμούς (ιωνικό – δωρικό – κορινθιακό) – ειδικά στο εσωτερικού του ναού – μια πρωτοπόρα και τολμηρή για την εποχή λύση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών και έχει σαν αποτέλεσμα ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους ναούς.

Ο ναός κατασκευάσθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (420-400 π.Χ.). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι η παρουσία στον σηκό του πρωϊμότερου κορινθιακού κιονοκράνου.     Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος, την οποία αποτελούσαν ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά στα αετώματα.     Δωρική ζωφόρος υπήρχε και γύρω από τον εξωτερικό τοίχο του σηκού. Στις μακρές πλευρές οι μετόπες ήταν ακόσμητες, στις στενές πλευρές, έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις.    

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού συμπλήρωνε η ιωνική ζωφόρος στο εσωτερικού του σηκού. Αυτή αποτελεί και το βασικότερο αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο του ναού. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της γλυπτικής σύνθεσης, και μόνο το γεγονός ότι η ζωφόρος αναπτύσσεται σε εσωτερικό χώρο, την καθιστά μοναδικό παράδειγμα.

Στις εικοσιτρείς ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες συνολικού μήκους 31 μ. περίπου, απεικονίζονται δυο πολύ αγαπητά θέματα της Ελληνικής μυθολογίας: η Αμαζονομαχία και η Κενταυρομαχία. Αφιερώνονται δώδεκα πλάκες στην πρώτη θεματική ενότητα και έντεκα στην δεύτερη. Οι πλάκες αυτές βρέθηκαν στο δάπεδο του σηκού, κάτω από λιθοσωρό αρχιτεκτονικών μελών, κατά την ανασκαφή του 1812. Στην συνέχεια αγοράσθηκαν σε δημοπρασία, για λογαριασμό του Άγγλου αντιβασιλέα και το 1815 μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και σήμερα εκτίθενται.

« … Η Φιγαλία κλείνεται γύρω από βουνά, αριστερά από το λεγόμενο Κωτίλιο και δεξιά από το Ελαίον Όρος που υψώνεται μπροστά της. Το Κωτίλιο απέχει σαράντα περίπου στάδια από την πόλη. Στο Κωτίλιο υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάσσαι και ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, μαρμάρινος ο ίδιος και η στέγη του. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Το προσωνύμιο δόθηκε στον Απόλλωνα, γιατί ήλθε «επίκουρος» σε αρρώστια επιδημική όπως και οι Αθηναίοι τον ονόμασαν «αλεξίκακο», γιατί και σ’ αυτούς απομάκρυνε την αρρώστια. Έφερε και στους Φιγαλείς τη σωτηρία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων και όχι σε καμιά άλλη περίσταση…». ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ VIII, 41, 7-9 (Μετάφραση Ν. Παπαχατζής)

Γιάννης Σταυρακάκης, Α.Ι.Α.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Older Posts »