Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λογοτεχνία’

Αφιέρωμα στον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε στη Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Βιβλιοπωλείο «Δουλτσίνος 1964» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν εκδήλωση για τον μεγάλο Γερμανό – Ευρωπαίο πνευματικό άνθρωπο Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832) με αφορμή τα 270 χρόνια από τη γέννησή του.

 

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

 

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 30 Μαρτίου 2019 και ώρα 20:00 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», επί της οδού Κωλέττη 3, Ναύπλιο.

Για τον παγκοσμίου αναστήματος συγγραφέα, ποιητή, δοκιμιογράφο, επιστήμονα, και πνευματικό άνθρωπο Goethe θα μιλήσουν:

  • Η Αικατερίνη Μητραλέξη, Καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας και Πρόεδρος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.
  • Η Αικατερίνη Καρακάση, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ίδιο Τμήμα.
  • Ο Ιωάννης Ρουβάς, Καθηγητής Γερμανικής Γλώσσας και Υποψήφιος Δρ. του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Μαθήτριες του Γυμνασίου Δρεπάνου θα απαγγείλουν το ποίημα Der Zauberlehrling («Ο μαθητευόμενος μάγος»).

 

Για τον Goethe

 

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (Johann Wolfgang Goethe) γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη στις 28 Αυγούστου 1749. Η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα εύπορη, γεγονός που του προσέφερε τη δυνατότητα, για να αποκτήσει μια πολύ καλή μόρφωση. Από μικρός εκδήλωσε την κλίση του προς τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και το θέατρο. Διδασκόταν κατ’ οίκον, κλασικούς συγγραφείς, γλώσσες (ελληνικά, λατινικά, αγγλικά, γαλλικά) και πολλά άλλα θέματα.

Στα 15 του χρόνια έγραψε τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία στη συνέχεια κατέστρεψε. Το 1765 μετέβη στη Λειψία, όπου ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική, ύστερα από επιθυμία του πατέρα του. Εκεί, ήλθε σε επαφή με το έντονο ελληνικό στοιχείο της πόλης. Η αγάπη του για την Ελλάδα και τους Έλληνες, τον οδήγησαν στο να αφιερώσει πολλά έργα του στην ελληνική αρχαιότητα. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική, ασχολήθηκε και με τις εικαστικές τέχνες.

 

Johann Wolfgang von Goethe, (1749 – 1832) – National Galleries of Scotland.

 

Το 1767 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο, με αφορμή έναν άτυχο έρωτα. Το 1769 αρρώστησε, γεγονός που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Φρανκφούρτη και ένα χρόνο αργότερα, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική και άρχισε να ασκεί τη δικηγορία. Παράλληλα, παρακολουθούσε μαθήματα ιατρικής, χημείας και βοτανικής.

Η αυτοκτονία ενός φίλου του το 1774 έγινε η αιτία για να γράψει «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» δημιουργώντας έτσι το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα. Το μυθιστόρημα αυτό του χάρισε την πανευρωπαϊκή αναγνώριση, στην ηλικία των 25 χρόνων.

Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος, 70 χρόνια πριν το Δαρβίνο, διατύπωσε τη θεωρία της ενότητας και της συνέχειας στη φύση, παρατηρώντας τις μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ των ειδών. Ήταν από τους πρωταγωνιστές της κίνησης «Κλασικισμός της Βαϊμάρης» και εμπνευστής της ιδέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τις λογοτεχνίες άλλων χωρών καθώς και της Αραβικής, Περσικής και Αρχαιοελληνικής.

Υπήρξε ένας από τους γίγαντες του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πνεύματος. Διακρίθηκε ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, φιλόσοφος, ζωγράφος, θεολόγος, επιστήμονας και πολιτικός. Πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για μία από τις κορυφαίες διάνοιες όχι μόνο της Γερμανίας αλλά ολόκληρου του κόσμου.

Το magnus opus είναι το μνημειώδες έργο του «Φάουστ», το δημιούργημα ολόκληρης της ζωής του, πάνω στο οποίο δούλεψε για 60 χρόνια και το οποίο ολοκληρώθηκε με τον δεύτερο τόμο, ένα χρόνο πριν το θάνατό του.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Μαρτίου 1832 στη Βαϊμάρη.

 

Read Full Post »

Αφιέρωμα στον Jorge Luis Borges, με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Βιβλιοπωλείο «Δουλτσίνος 1964» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν εκδήλωση για τον μεγάλο Λατινοαμερικανό συγγραφέα Jorge Luis Borges (1899-1986) με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 16 Μαρτίου 2019 και ώρα 19:30 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου, επί της οδού Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο.

Για τον κοσμοπολίτη συγγραφέα, ποιητή, δοκιμιογράφο και πνευματικό άνθρωπο Borges θα μιλήσουν οι:

  • Δημήτριος Λ. Δρόσος, Καθηγητής Ισπανικού – Ισπανοαμερικανικού Πολιτισμού, Πρόεδρος του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
  • Αχιλλέας Κυριακίδης, Συγγραφέας – Μεταφραστής, και ο
  • Αριστοτέλης Σαΐνης, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας.

Οι εκλεκτοί φιλοξενούμενοί μας θα μας ταξιδέψουν στον γοητευτικό και πολυσχιδή κόσμο του Borges.

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες


 

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή.

Από παιδί ακόμα ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν δίγλωσσος, αφού παράλληλα με τα ισπανικά, η αγγλόφωνη γιαγιά του τον δίδαξε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Ο μικρός δήλωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικία επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας.

Οκτώ χρονών γράφει το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μεταφράζει και δημοσιεύει τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ. Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς εγκαινιάζει της λυκειακές σπουδές του και αποκτά μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, καθώς τελειοποιεί τις γνώσεις στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Ανακαλύπτει την εξπρεσιονιστική ποίηση, την γερμανική φιλοσοφία, τελειοποιεί τα λατινικά του και το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκληρώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του «Οι κόκκινοι ρυθμοί» όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επιστρέφουν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και θα παραμείνει.

Τώρα ο Μπόρχες ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos («μόρτες») γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και «φαντασίες», ιδρύει διάφορα περιοδικά, παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και από το 1925, που θα δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή «Η απέναντι Σελήνη» και τα δοκίμια «Έρευνες», θα δίνει το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985 που θα δημοσιευθεί και η τελευταία ποιητική συλλογή του, «Οι συνωμότες». Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη.

 

Read Full Post »

Βεργιόπουλος Ανδρέας


 

Ανδρέας Βεργιόπουλος, φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Περί εκλεπτύνσεων», στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Παρασκευή 7-12-2018.

Ο ποιητής και εκπαιδευτικός Ανδρέας Βεργιόπουλος γεννήθηκε στην πόλη του Ναυπλίου το 1959 και έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, όπου βρέθηκε στην Πάτρα για σπουδές στον τομέα της Φυσικής. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την ποίηση και την λογοτεχνία, διάβαζε έργα μεγάλων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τα δικά του ποιήματα. Το 1980, σε ηλικία 23 ετών,  φοιτητής ακόμη, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δορκάδες». Καθηγητής πια στην μέση εκπαίδευση και με μεταπτυχιακό στην κβαντική φυσική, συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει ποιητικές συλλογές έως και το 2018 όπου και εκδόθηκε η τελευταία, με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων».

Ενδιάμεσα, γράφει άλλες τρείς ποιητικές συλλογές, «…με την οπλή του αλόγου…» το 1991, «Φαινομενολογία Αργυρότητος» το 1997 και «Ωραιότατοι συνδαιτυμόνες» το 2005.

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο (Τεύχος 210-211, Σεπτέμβριος 2016). Στα κείμενα αυτά όπως και στα ποιήματά του, θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο γραφής διαδοχής εκλεπτυσμένων νοητικών χειρισμών που θα ενσωματωθούν και στην «Περί εκλεπτύνσεων» νέα ποιητική του συλλογή.

 

Το έργο του

 

Το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου χαρακτηρίζεται από άκρατο λυρισμό με έναν εσωστρεφές ρομαντισμό που υποφώσκει σε πολλά από τα ποιήματα του.

Τα πρωτόλεια ποιήματα του που εμπεριέχονται στην συλλογή με τίτλο «Δορκάδες» (1980), τίτλος που δεν σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο των ποιημάτων μιας και δορκάς, αρχαία ελληνική, δορκάς σημαίνει το ζαρκάδι, έχουν έναν χαρακτήρα πιο ερωτικό και ένα ταπεραμέντο πιο έντονο γεγονός που δικαιολογείται απόλυτα από το νεαρό της ηλικίας του ποιητή και την κοσμοθεωρία του. Η ορμή της ηλικίας, των επιθυμιών και των σκέψεων καταγράφονται μέσα από λέξεις που δημιουργούν εικόνες.

Η δεύτερη συλλογή που ονομάζεται «…με την οπλή του αλόγου…»  (1991) είναι μάλλον και η πιο δημοφιλής από το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου. Εδώ το θέμα που πραγματεύεται είναι καθαρά ο αγώνας της ζωής του ανθρώπου. Από την γέννηση του ο άνθρωπος ξεχύνεται σε μία μάχη επιβίωσης και έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια, συναισθήματα συνθήκες τα οποία καλείται να τα υπερπηδήσει στην κούρσα της ζωής και να βγει νικητής.  Το Κιρκάκι, το άλογο που αναφέρεται στο ποίημα είναι όλα αυτά που τελικά πεθαίνουν σε αυτή την κούρσα και ένα από αυτά είναι και ο έρωτας. Συναίσθημα που δεν κρατά για πάντα και όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, έρχεται και ο θάνατος του. Το δημιούργημα αυτό είναι μία καμπή στην γραφή του Ανδρέα Βεργιόπουλου, καθώς μετά από την συγκεκριμένη συλλογή ο λόγος γίνεται πιο δομικός και οι κανόνες στην γραφή του και στη σημασία χαράζονται πιο έντονα και δεν υπάρχουν οι συναισθηματικές εξάρσεις που συναντώνται έως τώρα.

Στη συνέχεια εκδίδεται, το 1997, η «Φαινομενολογία Αργυρότητος», η οποία περιγράφει όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται ασημένια, δηλαδή σημαντικά  και έχει ως πρωταγωνιστή το ασημένιο χρώμα. Κύριο λόγο εδώ έχει η νύχτα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για αυτήν ή η εικόνα που περιγράφουν είναι ένα βράδυ μεταξύ άλλων βραδιών, όπου το φεγγάρι κάτι έχει να δηλώσει, να δείξει κάτι δηλαδή με το μοναδικό ασημένιο του χρώμα. Τα φαινόμενα της νύχτας είναι φαινόμενα που μας κυριεύουν «καθώς στην οθόνη του’ ουρανού τ’ αστέρια σπιλώνουν συνειδήσεις».

Η ποιητική συλλογή «Ωραιότατοι Συνδαιτυμόνες». Ένα έργο μνεία στην φιλία και στις στιγμές της παιδικής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που έρχονται στο νου. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών μαζεύεται στο Μπούρτζι, το οποίο μπορεί να μην κατονομάζεται αλλά περιγράφεται με την φράση «επιθαλάσσιο κάστρο». Το έργο αυτό ξεκινά με μία εισαγωγή που μας φέρνει στο μυαλό την προηγούμενη συλλογή του (Φαινομενολογία Αργυρότητος) και είναι εμφανές ότι όλα τα έργα έχουν μεταξύ τους μία μυστική σύνδεση  που ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν είναι νοηματική είναι σίγουρα γλωσσική. Σύμφωνα με τον ποιητή: «…η σελήνη κατοικούσε εικοσιτέσσερις φορές πλουσιότερη και τρομαχτικά αργυρότερη του λησμονημένου νομίσματος τριάντα δραχμών κοπής ασημιού, τις μορφές των βασιλέων και τους γάμους Δία και Πανδώρας, φιλοξενώντας στις όψεις του».

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο. Σε αυτά τα κείμενα όπως και στα ποιήματα του συνεχίζει να μη δίνει τίτλους παρά αριθμούς. Στις ποιητικές συλλογές το κάθε ποίημα αντιστοιχούσε σε έναν λατινικό αριθμό και κατατασσόταν μέσα στον ευρύ τίτλο της εκάστοτε συλλογής. Εδώ, θίγονται θέματα θεμελιακά όπως η μητρική στοργή, η σχέση με τον Θεό, η παιδική αλλά και νεανική ηλικία. Μεταβατικά στάδια της ζωής του ανθρώπου και αξίες καθοριστικές περιγράφονται με γλαφυρότητα και εικόνες που σε μεταφέρουν σε δικές σου αναμνήσεις και σκέψεις με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς.

Στην τελευταία ποιητική του συλλογή που έχει εκδοθεί με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων», 2018, καταθέτει συμβολισμούς μιας νέας δυναμικής συνάρτησης ανάμεσα στον Κόσμο και όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς. Μιας δυναμικής που παραμένει στο βάθος της μυστική και απροσπέλαστη στην απλή λογική. Για να την καταλάβει κανείς χρειάζεται να ασκηθεί στην κατανυκτική της ανάγνωση, να την προσεγγίσει με την ψυχή και να καταθέτει από το υστέρημά του σε κοινό σκοπό μαζί με όσους φτιάχνουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της έκστασης.

 

Πηγές


  • Αθανασοπούλου Μαρία, Συνέντευξη με τον ποιητή Ανδρέα Βεργιόπουλο, Ναύπλιο 2017.
  • «Αργολικά», Ανδρέας Βεργιόπουλος: η «Περί εκλεπτύνσεων» ποιητική συλλογή, του Γ. Κόνδη.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη, «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις. Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης: Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας».  Εκδόσεις Παπαζήση.


 

 

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

 Μια πρωτοποριακή μονογραφία της Γιούλας Μυλωνάκου-Σαϊτάκη, ένα έργο χιλίων δεκαέξι σελίδων και 2.188 υποσημειώσεων, καρπός πολύμοχθων και πολύχρονων ερευνών.

 

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης ενός πολυσύνθετου πολιτισμού, έχει να επιδείξει κείμενα (τόσο στην πρώιμη φάση όσο και στην περίοδο της ακμής της), τα οποία επιδρούν καθοριστικά στην εξέλιξη της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Στο βιβλίο αυτό, από την πολύστιχη αφηγηματική ποίηση της Κρητικής Λογοτεχνίας επιλέγονται δύο κείμενα του Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (πρώτη περίοδος) και ο Ερωτόκριτος με τη Θυσία τον Αβραάμ (περίοδος της Κρητικής Αναγέννησης), των οποίων επιχειρείται η προσέγγιση, σύμφωνα με ένα διπλό, μεθοδολογικά, άξονα: ο ένας στηρίζεται στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και συγκεκριμένα στον επιστημονικό κλάδο της θεωρίας της αφήγησης (την Αφηγηματολογία) και ο άλλος προέρχεται από την τεχνοτροπική-ποιητική θεώρηση του δημοτικού τραγουδιού.

 

Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις

 

Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, μελετώνται οι αφηγηματικές τεχνικές (δηλαδή οι τρόποι, τους οποίους χρησιμοποιεί η πράξη της αφήγησης για τη ρηματική αναπαράσταση μιας ιστορίας)· οπότε, φωτίζονται πτυχές των κειμένων, οι οποίες βοηθούν τον αναγνώστη, γνωρίζοντας –έτσι – την εσωτερική ιδιοτυπία του συστήματος «εκφοράς» τους, να κατανοήσει τον εμπεριεχόμενο σε αυτά αυτόνομο λογοτεχνικό λόγο.

Από την άλλη πλευρά, εξετάζεται το ποιητικό σύστημα των κρητικών κειμένων (ως προϊόντων προσωπικής δημιουργίας) σε σχέση με τα στιχουργικά και τεχνοτροπικά φαινόμενα της δημοτικής ποίησης, με βάση τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο και το ομοιοκατάληκτο δίστιχο, μέσω των οποίων αναφαίνεται ο «λαϊ­κότροπος» χαρακτήρας τους.

Ο συγκεκριμένος διττός τρόπος εξέτασης των προαναφερθέντων έργων αποτελεί μία, ακόμη, δυνατότητα ανάδειξης της ιδιαίτερης πολύπλοκης κατασκευής τους ως λογοτεχνικών κειμένων, καθώς και της μεταξύ τους πολυφωνικής «συνομιλίας». Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο φιλοδοξεί να πραγματώσει για τους αναγνώστες του – και μάλιστα για όσους σπουδάζουν Λογοτεχνία – την προσπάθεια, ώστε να ανοιχθούν όσο πιο πολλά γίνεται από το ένα εκατομμύριο παράθυρα που έχει, σύμφωνα με τον Henry James, το σπίτι της μυθιστορίας.

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη στο βήμα της αίθουσας του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος, στην παρουσίαση του βιβλίου «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις», που διοργανώθηκε από την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, την Παρασκευή 9 Μαΐου 2014.

 

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής της γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει στον πρόλογο του βιβλίου:

 

Τα κείμενα τα οποία προσεγγίζονται σε αυτό εδώ το βιβλίο ανήκουν στην Κρητική Λογοτεχνία και ειδικότερα, τόσο στην πρώιμη περίοδο όσο και στην περίοδο της ακμής της, τη γνωστή ως Κρητική Αναγέννηση.

Στην πρώτη περίπτωση αντιστοιχούν δύο από τα ποιήματα του Λεονάρ­δου Ντελλαπόρτα, το αυτοβιογραφικό, ηθικο-διδακτικό ανεπίγραφο πολύστιχο αφηγηματικό έργο ο Διάλογος Ξένον και Αληθείας, μοναδικό και ανεπανάληπτο στιχούργημα της υστεροβυζαντινής γραμματείας και οι Στίχοι θρηνητικοί τραγωδηθέντες εν τη ειρκτή Λεονάρδου Τελλαπόρτα αδόμενοι εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν τα δύο διαφορετικά από γραμματολογική άποψη δημιουργήματα: το αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας και μοναδικό κείμενο που αντιπροσωπεύει το είδος της μυθιστορίας, ο Ερωτόκριτος, ποίημα της ωριμότητας του Κορνάρου, και η Θυσία του Αβραάμ, ποίημα της νεότητάς του. Του πρώτου η αφηγηματικότητα δεν αμφισβητείται και του άλλου επιβεβαιώνεται, τονίζει η συγγραφέας, επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι η Θυσία του Αβραάμ, αναγνωρίζεται ως αφηγηματικό ποίημα «με δραματικό χαρακτήρα» και «προορισμένο να διαβάζεται».

Αναγνωρίσιμο κριτήριο στα υπό εξέταση κείμενα, που προσδιορίζει και τους μεθοδολογικούς άξονες της συγκεκριμένης εργασίας, αποτελεί ο πολύστιχος αφηγηματικός τους χαρακτήρας και η στιχουργική και μετρική τους συγγένεια με τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο του δημοτικού τραγουδιού.

Στο πλαίσιο αυτό, μελετώνται τα κείμενα από την οπτική της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, ουσιαστικά, της αφηγηματολογίας, και ακολούθως αναζητώνται οι στιχουργικές τους σχέσεις και αποκλίσεις, με άξονα τις αρχές που ορίζει το ποιητικό σύστημα του δημοτικού τραγουδιού. Επομένως, μέσα από την παράλληλη αυτή συγκριτική προσέγγιση, που υπακούει σε ένα κοινό μεθοδολογικό άξονα, προβάλλεται ο διττός στόχος της συγγραφέα προκειμένου να αναδειχθεί η διαλεκτική σχέση των κειμένων και να προβληθεί ο πολυφωνικός χαρακτήρας της λογοτεχνίας.

Σε κάθε μία από τις θεματικές, μέσω των αντίστοιχων κειμενικών στοιχείων, προβάλλονται τα χαρακτηριστικά του αφηγηματικού τους συστήματος με τη βοήθεια των ανάλογων τεχνικών. Έτσι, με αφετηρία τη βασική αρχή της γαλλικής αφηγηματολογίας για «το ανέφικτο της αφήγησης χωρίς αφηγητή», στα κείμενα του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου μελετώνται κυρίως ο αφηγητής, η τυπολογία του και οι λειτουργίες που αυτός αναλαμβάνει.

Μια από τις βασικές αρετές της παρούσας μονογραφίας είναι ότι τα έργα που έχουν επιλεγεί εξετάζονται με ενιαίο τρόπο στις ακόλουθες προσεκτικά δομημένες ενότητες, οι οποίες διευκολύνουν τις απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις: Αφήγηση – Αφηγητής, Λειτουργίες του αφηγητή, μελέτη του Χρόνου, Λόγος-Τρόπος, Εστίαση, Περιγραφή, Μια ακόμη αφηγηματική τεχνική, Εφαρμογές της ποιητικής του δημοτικού τραγουδιού.

Αναφορικά με τον Ντελαπόρτα, αξιοπρόσεκτες είναι οι λειτουργίες που αναλαμβάνει ο αφηγητής: οργανωτική, σκηνοθετική, ρυθμιστική, επικοινωνιακή, επιβεβαιωτική, ερμηνευτική και ιδεολογική. Στην ενότητα – που απαντά μόνο εδώ – «Μια πρόσθετη αφηγηματική τεχνική», διατυπώνεται μια αναγνωστική πρόταση ανατρεπτικού πράγματι χαρακτήρα, «καθώς προβάλλεται η διακειμενική συνομιλία δύο έργων, των οποίων οι δημιουργοί ήταν αδύνατο να “συναντηθούν” ποτέ, προερχόμενοι από διαφορετικό λογοτεχνικό, αλλά και πολιτισμικό περιβάλλον». Η παράλληλη ανάγνωση του Διαλόγου του Ντελλαπόρτα και του πολύστιχου αφηγηματικού ποιήματος Ψάχω να δω μεσ’ στ’ άθωρο της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου φέρνει στην επιφάνεια εντυπωσιακά ερευνητικά αποτελέσματα.

Σχετικά με τον Ερωτόκριτο διαπιστώνεται εύστοχα ότι η παραμυθιακή δομή επιτρέπει την ανάπτυξη του τεχνάσματος της αφηγηματικής πλαισίωσης με απόλυτη φυσικότητα. Στο κεφάλαιο «Λόγος-Τρόπος» αναδεικνύονται τα είδη της ζενετικής τυπολογίας για τη συγκεκριμένη τεχνική και ερμηνεύονται οι εναλλακτικές δυνατότητες με τις οποίες ο αφηγητής διαχειρίζεται και παρουσιάζει τον λόγο των προσώπων της κάθε ιστορίας. Ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της ποίησης του Κορνάρου εξετάζεται από νέα οπτική γωνία με έμφαση στον τρόπο που αξιοποιεί ο ιδιοφυής ποιητής τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα.

Σε ό,τι αφορά τη Θυσία του Αβραάμ, αναδεικνύεται μέσα από ενδελεχείς αναλύσεις ο αφηγηματικός χαρακτήρας και η αφηγηματική ροή του έργου, ενώ καίρια είναι η διαπίστωση ότι «η “αφήγηση των λέξεων” δεσπόζει στο κείμενο και μέσω του ευθέος λόγου αποτυπώνει συγχρόνως τα γλωσσικά στοιχεία της Κρήτης». Στη θεματική της περιγραφής εντάσσονται ποιητικά μοτίβα τα οποία αναγνωρίζονται ως διακείμενο ανάμεσα στον κορναρικό λόγο και τη δημοτική ποίηση.

Η συστηματική συνεξέταση των κείμενων του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου έδειξε με πειστικότητα τη διαρκή διαλεκτική τους σχέση, ενώ οι διακειμενικές αναφορές, ως αποτέλεσμα επιτυχούς ενδοκειμενικής ερμηνείας, επιβεβαιώνουν, από άλλη οπτική γωνία, τους συνεκτικούς κρίκους που ενώνουν τα κορυφαία αυτά έργα της κρητικής λογοτεχνίας.

Η κ. Μυλωνάκου, στηριζόμενη σε πλούσιο θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αποδεικνύουν και τα επίσης εξαίρετα έργα της Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας και Η αφηγηματολογία στο Δημοτικό, συνεχίζει επιτυχώς τον δύσκολο δρόμο που διάλεξε, προσφέροντας ποικίλα ερεθίσματα περαιτέρω προβληματισμού σε ερευνητές και εκπαιδευτικούς. Ακόμα και αν έχει κάποιος να προτείνει διαφορετική προσέγγιση σε επιμέρους αναλύσεις, δεν παύει να αναγνωρίζει την καθαρότητα και πειθαρχία της σκέψης της. Το παρόν έργο, αποτέλεσμα πρωτογενούς έρευνας, δείχνει, ως αυτόνομο κειμενικό είδος, κάτι το ανέλπιστα εντυπωσιακό: μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της πολυφωνικότητας του ποιητικού λόγου μπορεί να οδηγηθεί κανείς στο ξέφωτο της «πολυφωνικότητας» του επιστημονικού λόγου.

 

Μυλωνάκου – Σαϊτάκη Γιούλα

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη γεννήθηκε στη Σπάρτη. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και αριστούχος διδάκτωρ τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δ.Ε. και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Εργάσθηκε στο Π.Ι.. και ως Υπεύθυνη του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. Υπηρέτησε ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Λακωνίας (για μια δεκαετία και πλέον) και δίδαξε επί σειρά ετών τόσο σε Προγράμματα Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕΚ), όσο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Π.Δ.407).

Σήμερα, είναι μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο οποίο διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία, διδακτική της Λογοτεχνίας και Θεωρία της Λογοτεχνίας (με έμφαση στην Αφηγηματολογία). Γύρω από τους άξονες αυτούς στρέφονται τα επιστημονικά και ερευνητικά της ενδιαφέροντα, καθώς επίσης και σε θέματα που αφορούν τη Λαογραφία (δημοτικό τραγούδι και παραμύθι), την Παιδική Λογοτεχνία και τέλος τον πολιτισμό και την ιστορία της ιδιαίτερής της πατρίδας.

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης – Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας

 Εκδόσεις Παπαζήση, 2013 – 1016 σελ.

ISBN 978-960-02-2903

Read Full Post »

Κοσεγιάν Χαρά


 

Η Χαρά Κοσεγιάν στο βήμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», 17 Ιανουαρίου 2016.

Η Χαρά Κοσεγιάν – Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης – γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ζούσε στη Ρόδο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1982-1986 και το 2002 ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής ήταν το «Αναμορφωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο». Εξειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στη διδακτική της γλώσσας σε παιδιά με Μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τώρα εργάζεται προς την κατάκτηση μεταδιδακτορικού στο Πανεπιστήμιο Πατρών με θέμα «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γεωεπιστήμες». Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (ΤΕΠΑΕΣ) στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξειδίκευση στους μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες.

Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων- τόσο επιστημονικών όσο και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος- σε εφημερίδες και περιοδικά.

Από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου και εργάζεται ως εμπειρογνώμων για τη ανάπτυξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, στο Πλαίσιο της πράξης Νέο πρόγραμμα σπουδών, στο επιστημονικό πεδίο: Ελληνική Γλώσσα- Γλωσσικός Γραμματισμός.

Στον επιστημονικό χώρο έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων που αφορούν τη Διδακτική Μεθοδολογία και την Ελληνική γλώσσα και Γραμματεία.

Επιστημονικά βιβλία:

  • «Λουκιανού Αληθής Ιστορία Α΄» : Εισαγωγή- Μετάφραση- Σχόλια Χαράς Κοσεγιάν, με σκίτσα των μαθητών του Γυμνασίου Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα Αρχαία Ελληνικά εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.
  • «Αρχαία επιβιώματα στα Νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια» Συμβολή στην έρευνα μέσα από το παράδειγμα -κυρίως- των παραδοσιακών τραγουδιών της Καρπάθου, Παπαζήση, Αθήνα 2010.
  • Eυαγγελία Μουλά- Χαρά Κοσεγιάν, «Η αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση», Κριτική, Αθήνα 2010.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1998 με το έργο «Πευκοβελόνες». Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά της:

«Έχει κι άλλες όψεις το φεγγάρι», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1999.

«Γλυκό με θλιμμένα καρύδια», Κοχλίας, 2002.

«Ανατέλλει και στη Ντέια», Κοχλίας. 2003.

«Η λοχεία της απουσίας», Οδός Πανός, 2013.

Παράλληλα έχει δημοσιεύσει έρευνες που αφορούν στη Λογοτεχνία και διηγήματα σε περιοδικά, όπως το Δίφωνο, το περιοδ. 5/7, τα Ροδιακά Γράμματα, ενώ κείμενά της έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο του Παναγιώτη Νούτσου, Κως, Μια πόλη στη Λογοτεχνία (Μεταίχμιο).

Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 23 Αύγουστου 2018, σε ηλικία μόλις 54 ετών, χάνοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Older Posts »