Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λογοτεχνία’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη, «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις. Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης: Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας».  Εκδόσεις Παπαζήση.


 

 

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

 Μια πρωτοποριακή μονογραφία της Γιούλας Μυλωνάκου-Σαϊτάκη, ένα έργο χιλίων δεκαέξι σελίδων και 2.188 υποσημειώσεων, καρπός πολύμοχθων και πολύχρονων ερευνών.

 

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης ενός πολυσύνθετου πολιτισμού, έχει να επιδείξει κείμενα (τόσο στην πρώιμη φάση όσο και στην περίοδο της ακμής της), τα οποία επιδρούν καθοριστικά στην εξέλιξη της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Στο βιβλίο αυτό, από την πολύστιχη αφηγηματική ποίηση της Κρητικής Λογοτεχνίας επιλέγονται δύο κείμενα του Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (πρώτη περίοδος) και ο Ερωτόκριτος με τη Θυσία τον Αβραάμ (περίοδος της Κρητικής Αναγέννησης), των οποίων επιχειρείται η προσέγγιση, σύμφωνα με ένα διπλό, μεθοδολογικά, άξονα: ο ένας στηρίζεται στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και συγκεκριμένα στον επιστημονικό κλάδο της θεωρίας της αφήγησης (την Αφηγηματολογία) και ο άλλος προέρχεται από την τεχνοτροπική-ποιητική θεώρηση του δημοτικού τραγουδιού.

 

Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις

 

Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, μελετώνται οι αφηγηματικές τεχνικές (δηλαδή οι τρόποι, τους οποίους χρησιμοποιεί η πράξη της αφήγησης για τη ρηματική αναπαράσταση μιας ιστορίας)· οπότε, φωτίζονται πτυχές των κειμένων, οι οποίες βοηθούν τον αναγνώστη, γνωρίζοντας –έτσι – την εσωτερική ιδιοτυπία του συστήματος «εκφοράς» τους, να κατανοήσει τον εμπεριεχόμενο σε αυτά αυτόνομο λογοτεχνικό λόγο.

Από την άλλη πλευρά, εξετάζεται το ποιητικό σύστημα των κρητικών κειμένων (ως προϊόντων προσωπικής δημιουργίας) σε σχέση με τα στιχουργικά και τεχνοτροπικά φαινόμενα της δημοτικής ποίησης, με βάση τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο και το ομοιοκατάληκτο δίστιχο, μέσω των οποίων αναφαίνεται ο «λαϊ­κότροπος» χαρακτήρας τους.

Ο συγκεκριμένος διττός τρόπος εξέτασης των προαναφερθέντων έργων αποτελεί μία, ακόμη, δυνατότητα ανάδειξης της ιδιαίτερης πολύπλοκης κατασκευής τους ως λογοτεχνικών κειμένων, καθώς και της μεταξύ τους πολυφωνικής «συνομιλίας». Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο φιλοδοξεί να πραγματώσει για τους αναγνώστες του – και μάλιστα για όσους σπουδάζουν Λογοτεχνία – την προσπάθεια, ώστε να ανοιχθούν όσο πιο πολλά γίνεται από το ένα εκατομμύριο παράθυρα που έχει, σύμφωνα με τον Henry James, το σπίτι της μυθιστορίας.

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη στο βήμα της αίθουσας του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος, στην παρουσίαση του βιβλίου «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις», που διοργανώθηκε από την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, την Παρασκευή 9 Μαΐου 2014.

 

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής της γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει στον πρόλογο του βιβλίου:

 

Τα κείμενα τα οποία προσεγγίζονται σε αυτό εδώ το βιβλίο ανήκουν στην Κρητική Λογοτεχνία και ειδικότερα, τόσο στην πρώιμη περίοδο όσο και στην περίοδο της ακμής της, τη γνωστή ως Κρητική Αναγέννηση.

Στην πρώτη περίπτωση αντιστοιχούν δύο από τα ποιήματα του Λεονάρ­δου Ντελλαπόρτα, το αυτοβιογραφικό, ηθικο-διδακτικό ανεπίγραφο πολύστιχο αφηγηματικό έργο ο Διάλογος Ξένον και Αληθείας, μοναδικό και ανεπανάληπτο στιχούργημα της υστεροβυζαντινής γραμματείας και οι Στίχοι θρηνητικοί τραγωδηθέντες εν τη ειρκτή Λεονάρδου Τελλαπόρτα αδόμενοι εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν τα δύο διαφορετικά από γραμματολογική άποψη δημιουργήματα: το αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας και μοναδικό κείμενο που αντιπροσωπεύει το είδος της μυθιστορίας, ο Ερωτόκριτος, ποίημα της ωριμότητας του Κορνάρου, και η Θυσία του Αβραάμ, ποίημα της νεότητάς του. Του πρώτου η αφηγηματικότητα δεν αμφισβητείται και του άλλου επιβεβαιώνεται, τονίζει η συγγραφέας, επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι η Θυσία του Αβραάμ, αναγνωρίζεται ως αφηγηματικό ποίημα «με δραματικό χαρακτήρα» και «προορισμένο να διαβάζεται».

Αναγνωρίσιμο κριτήριο στα υπό εξέταση κείμενα, που προσδιορίζει και τους μεθοδολογικούς άξονες της συγκεκριμένης εργασίας, αποτελεί ο πολύστιχος αφηγηματικός τους χαρακτήρας και η στιχουργική και μετρική τους συγγένεια με τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο του δημοτικού τραγουδιού.

Στο πλαίσιο αυτό, μελετώνται τα κείμενα από την οπτική της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, ουσιαστικά, της αφηγηματολογίας, και ακολούθως αναζητώνται οι στιχουργικές τους σχέσεις και αποκλίσεις, με άξονα τις αρχές που ορίζει το ποιητικό σύστημα του δημοτικού τραγουδιού. Επομένως, μέσα από την παράλληλη αυτή συγκριτική προσέγγιση, που υπακούει σε ένα κοινό μεθοδολογικό άξονα, προβάλλεται ο διττός στόχος της συγγραφέα προκειμένου να αναδειχθεί η διαλεκτική σχέση των κειμένων και να προβληθεί ο πολυφωνικός χαρακτήρας της λογοτεχνίας.

Σε κάθε μία από τις θεματικές, μέσω των αντίστοιχων κειμενικών στοιχείων, προβάλλονται τα χαρακτηριστικά του αφηγηματικού τους συστήματος με τη βοήθεια των ανάλογων τεχνικών. Έτσι, με αφετηρία τη βασική αρχή της γαλλικής αφηγηματολογίας για «το ανέφικτο της αφήγησης χωρίς αφηγητή», στα κείμενα του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου μελετώνται κυρίως ο αφηγητής, η τυπολογία του και οι λειτουργίες που αυτός αναλαμβάνει.

Μια από τις βασικές αρετές της παρούσας μονογραφίας είναι ότι τα έργα που έχουν επιλεγεί εξετάζονται με ενιαίο τρόπο στις ακόλουθες προσεκτικά δομημένες ενότητες, οι οποίες διευκολύνουν τις απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις: Αφήγηση – Αφηγητής, Λειτουργίες του αφηγητή, μελέτη του Χρόνου, Λόγος-Τρόπος, Εστίαση, Περιγραφή, Μια ακόμη αφηγηματική τεχνική, Εφαρμογές της ποιητικής του δημοτικού τραγουδιού.

Αναφορικά με τον Ντελαπόρτα, αξιοπρόσεκτες είναι οι λειτουργίες που αναλαμβάνει ο αφηγητής: οργανωτική, σκηνοθετική, ρυθμιστική, επικοινωνιακή, επιβεβαιωτική, ερμηνευτική και ιδεολογική. Στην ενότητα – που απαντά μόνο εδώ – «Μια πρόσθετη αφηγηματική τεχνική», διατυπώνεται μια αναγνωστική πρόταση ανατρεπτικού πράγματι χαρακτήρα, «καθώς προβάλλεται η διακειμενική συνομιλία δύο έργων, των οποίων οι δημιουργοί ήταν αδύνατο να “συναντηθούν” ποτέ, προερχόμενοι από διαφορετικό λογοτεχνικό, αλλά και πολιτισμικό περιβάλλον». Η παράλληλη ανάγνωση του Διαλόγου του Ντελλαπόρτα και του πολύστιχου αφηγηματικού ποιήματος Ψάχω να δω μεσ’ στ’ άθωρο της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου φέρνει στην επιφάνεια εντυπωσιακά ερευνητικά αποτελέσματα.

Σχετικά με τον Ερωτόκριτο διαπιστώνεται εύστοχα ότι η παραμυθιακή δομή επιτρέπει την ανάπτυξη του τεχνάσματος της αφηγηματικής πλαισίωσης με απόλυτη φυσικότητα. Στο κεφάλαιο «Λόγος-Τρόπος» αναδεικνύονται τα είδη της ζενετικής τυπολογίας για τη συγκεκριμένη τεχνική και ερμηνεύονται οι εναλλακτικές δυνατότητες με τις οποίες ο αφηγητής διαχειρίζεται και παρουσιάζει τον λόγο των προσώπων της κάθε ιστορίας. Ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της ποίησης του Κορνάρου εξετάζεται από νέα οπτική γωνία με έμφαση στον τρόπο που αξιοποιεί ο ιδιοφυής ποιητής τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα.

Σε ό,τι αφορά τη Θυσία του Αβραάμ, αναδεικνύεται μέσα από ενδελεχείς αναλύσεις ο αφηγηματικός χαρακτήρας και η αφηγηματική ροή του έργου, ενώ καίρια είναι η διαπίστωση ότι «η “αφήγηση των λέξεων” δεσπόζει στο κείμενο και μέσω του ευθέος λόγου αποτυπώνει συγχρόνως τα γλωσσικά στοιχεία της Κρήτης». Στη θεματική της περιγραφής εντάσσονται ποιητικά μοτίβα τα οποία αναγνωρίζονται ως διακείμενο ανάμεσα στον κορναρικό λόγο και τη δημοτική ποίηση.

Η συστηματική συνεξέταση των κείμενων του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου έδειξε με πειστικότητα τη διαρκή διαλεκτική τους σχέση, ενώ οι διακειμενικές αναφορές, ως αποτέλεσμα επιτυχούς ενδοκειμενικής ερμηνείας, επιβεβαιώνουν, από άλλη οπτική γωνία, τους συνεκτικούς κρίκους που ενώνουν τα κορυφαία αυτά έργα της κρητικής λογοτεχνίας.

Η κ. Μυλωνάκου, στηριζόμενη σε πλούσιο θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αποδεικνύουν και τα επίσης εξαίρετα έργα της Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας και Η αφηγηματολογία στο Δημοτικό, συνεχίζει επιτυχώς τον δύσκολο δρόμο που διάλεξε, προσφέροντας ποικίλα ερεθίσματα περαιτέρω προβληματισμού σε ερευνητές και εκπαιδευτικούς. Ακόμα και αν έχει κάποιος να προτείνει διαφορετική προσέγγιση σε επιμέρους αναλύσεις, δεν παύει να αναγνωρίζει την καθαρότητα και πειθαρχία της σκέψης της. Το παρόν έργο, αποτέλεσμα πρωτογενούς έρευνας, δείχνει, ως αυτόνομο κειμενικό είδος, κάτι το ανέλπιστα εντυπωσιακό: μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της πολυφωνικότητας του ποιητικού λόγου μπορεί να οδηγηθεί κανείς στο ξέφωτο της «πολυφωνικότητας» του επιστημονικού λόγου.

 

Μυλωνάκου – Σαϊτάκη Γιούλα

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη γεννήθηκε στη Σπάρτη. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και αριστούχος διδάκτωρ τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δ.Ε. και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Εργάσθηκε στο Π.Ι.. και ως Υπεύθυνη του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. Υπηρέτησε ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Λακωνίας (για μια δεκαετία και πλέον) και δίδαξε επί σειρά ετών τόσο σε Προγράμματα Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕΚ), όσο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Π.Δ.407).

Σήμερα, είναι μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο οποίο διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία, διδακτική της Λογοτεχνίας και Θεωρία της Λογοτεχνίας (με έμφαση στην Αφηγηματολογία). Γύρω από τους άξονες αυτούς στρέφονται τα επιστημονικά και ερευνητικά της ενδιαφέροντα, καθώς επίσης και σε θέματα που αφορούν τη Λαογραφία (δημοτικό τραγούδι και παραμύθι), την Παιδική Λογοτεχνία και τέλος τον πολιτισμό και την ιστορία της ιδιαίτερής της πατρίδας.

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης – Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας

 Εκδόσεις Παπαζήση, 2013 – 1016 σελ.

ISBN 978-960-02-2903

Read Full Post »

Κοσεγιάν Χαρά


 

Η Χαρά Κοσεγιάν στο βήμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», 17 Ιανουαρίου 2016.

Η Χαρά Κοσεγιάν – Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης – γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ζούσε στη Ρόδο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1982-1986 και το 2002 ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής ήταν το «Αναμορφωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο». Εξειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στη διδακτική της γλώσσας σε παιδιά με Μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τώρα εργάζεται προς την κατάκτηση μεταδιδακτορικού στο Πανεπιστήμιο Πατρών με θέμα «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γεωεπιστήμες». Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (ΤΕΠΑΕΣ) στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξειδίκευση στους μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες.

Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων- τόσο επιστημονικών όσο και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος- σε εφημερίδες και περιοδικά.

Από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου και εργάζεται ως εμπειρογνώμων για τη ανάπτυξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, στο Πλαίσιο της πράξης Νέο πρόγραμμα σπουδών, στο επιστημονικό πεδίο: Ελληνική Γλώσσα- Γλωσσικός Γραμματισμός.

Στον επιστημονικό χώρο έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων που αφορούν τη Διδακτική Μεθοδολογία και την Ελληνική γλώσσα και Γραμματεία.

Επιστημονικά βιβλία:

  • «Λουκιανού Αληθής Ιστορία Α΄» : Εισαγωγή- Μετάφραση- Σχόλια Χαράς Κοσεγιάν, με σκίτσα των μαθητών του Γυμνασίου Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα Αρχαία Ελληνικά εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.
  • «Αρχαία επιβιώματα στα Νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια» Συμβολή στην έρευνα μέσα από το παράδειγμα -κυρίως- των παραδοσιακών τραγουδιών της Καρπάθου, Παπαζήση, Αθήνα 2010.
  • Eυαγγελία Μουλά- Χαρά Κοσεγιάν, «Η αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση», Κριτική, Αθήνα 2010.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1998 με το έργο «Πευκοβελόνες». Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά της:

«Έχει κι άλλες όψεις το φεγγάρι», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1999.

«Γλυκό με θλιμμένα καρύδια», Κοχλίας, 2002.

«Ανατέλλει και στη Ντέια», Κοχλίας. 2003.

«Η λοχεία της απουσίας», Οδός Πανός, 2013.

Παράλληλα έχει δημοσιεύσει έρευνες που αφορούν στη Λογοτεχνία και διηγήματα σε περιοδικά, όπως το Δίφωνο, το περιοδ. 5/7, τα Ροδιακά Γράμματα, ενώ κείμενά της έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο του Παναγιώτη Νούτσου, Κως, Μια πόλη στη Λογοτεχνία (Μεταίχμιο).

Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 23 Αύγουστου 2018, σε ηλικία μόλις 54 ετών, χάνοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;


 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Εγκαινιάζουμε λοιπόν, το «Ελεύθερο Βήμα» με ένα ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Dr. Μαριέττας Ιωαννίδου, Καθηγήτριας του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με θέμα:

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;

 

« O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν’ ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός».

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα… Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?

Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».

Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.

Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

 

Θα αρχίσω με τη σχέση του Καζαντζάκη με τη Γυναίκα στην προσωπική του ζωή:

 

Για τη σχέση του με τη μητέρα του, Μαρία ή Μαριγώ, το γένος Χριστοδουλάκη, έχουμε αρκετές μαρτυρίες, κυρίως σε επιστολές του προς τους γονείς του και τις δύο αδελφές του, αλλά και προς τη γυναίκα του Ελένη και τον συγγραφέα κι αδελφικό του φίλο Παντελή Πρεβελάκη.

Τη μάνα του ο Καζαντζάκης την αναφέρει ως μια «άγια γλυκότατη γυναίκα» με «καλοσύνη κι αντοχή και κατανόηση», ενώ τον πατέρα του τον χαρακτηρίζει συχνά ως «ανήμερο θεριό». Στο θεριό αυτό ήταν τελείως υποταγμένη η Μαριγώ, που πέρασε τη ζωή της γεμάτη εγκαρτέρηση και υποταγή στη μοίρα της. Το τελευταίο της παιδί, ο Γιώργος, πέθανε σε παιδική ηλικία. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1932, τον βρήκε στην Τσεχοσλοβακία, κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει, όπως γράφει στον Πρεβελάκη. Το όραμα της μητέρας του τον κυνηγούσε μέχρι το τέλος του.

Οι δύο αδελφές του, η Αναστασία και η Ελένη, ήταν θύματα κι αυτές της δεσποτείας του πατέρα τους, καπετάν Μιχάλη. Πάντως είχαν την πολυτέλεια να ψωνίζουν τα προικιά τους στα καλύτερα καταστήματα του Ηρακλείου, όπου ο πατέρας τους είχε ανοιχτό λογαριασμό στο όνομά τους! Στο σπίτι της  στην Αθήνα, όπου έμενε μετά τον γάμο της για αρκετά χρόνια η μικρότερη αδελφή , η Ελένη, φιλοξενούσε συχνά τον αδελφό της.

Η Γαλάτεια  πάντως, αναφέρει στο βιβλίο της για τον Καζαντζάκη πως δεν παρατήρησε ποτέ κάποιο ίχνος αγάπης και στοργής ανάμεσα στον Νίκο και τις αδελφές του. Τον υπηρετούσαν μόνον κι αυτός δεν τις έβγαζε ποτέ περίπατο, όπως κάνανε οι αδελφοί για τις αδελφές… (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Οπωσδήποτε όμως αυτό που έδενε τα τρία παιδιά ήταν το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το σκληρό φέρσιμο του Δυνάστη-πατέρα τους.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το έργο «Καπετάν Μιχάλης» (σ. 197) Η Ρηνιώ, που πίσω από τη μορφή της κρύβεται μία από τις δύο αδελφές του Καζαντζάκη, περιποιείται τους καλεσμένους σ’ ένα γλέντι στο σπίτι τους και τραβάει την προσοχή του πατέρα της.

«…Κάπου την είχε δει την κοπέλα τούτη – ποια να’ ταν; Όλη τη βραδιά τι περιποίησες του είχε κάμει, πως ψυχανεμίζουνταν άσφαλτα το τι ήθελε, νερό, κρασί, μεζέ, τσιγάρα κι έτρεχε και του το’ φερνε! Έγνεψε στη γυναίκα του, που μοίραζε το ψητό στους καλεσμένους: – Ποια ‘ναι η καλή κοπέλα αυτή; τη ρώτησε δείχνοντας με το μάτι του τη Ρηνιώ, κάπου την έχω δει – μα πού; Η κυρά-Κατερίνα αναστέναξε.

– Είναι η κόρη σου…αποκρίθηκε…»

Ας δούμε τώρα τις γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε ο Καζαντζάκης, δύο συζύγους και μερικές φίλες. Ο πλατωνικός δεσμός του με τη Γαλάτεια Αλεξίου ξεκίνησε το 1901 στο Ηράκλειο. To λογοτεχνικό της ψευδώνυμο ήταν Πετρούλα Ψηλορείτη.

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Ήταν δύο ολότελα διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετική ιδιοσυγκρασία και κοινωνική προέλευση. Αυτό που τους ένωνε ήταν η αγάπη τους για τα γράμματα. Υπήρξαν το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι των νεοελληνικών γραμμάτων. Η σχέση τους ήταν ιδιότυπη: «Παράξενος έρωτας. Αγκαλιές, φιλιά, γλυκόλογα, όχι. Τίποτα. Τίποτα απ’ αυτά. Η ώρα περνούσε με κουβέντες γύρω από τα βιβλία» γράφει στο βιβλίο για τη σχέση τους η Γαλάτεια (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Ο Νίκος τής έστελνε βιβλία, που μέσα στα λόγια των ηρώων τους κρυβόταν τα δικά του τρυφερά μηνύματα. Η ίδια ανήσυχο πνεύμα, προοδευτικό και καλλιεργημένο, κολακευόταν από το ενδιαφέρον του. Ήταν όμως και αρκετά προσγειωμένη ώστε δυσκολευόταν να καταλάβει τις μεταφυσικές αγωνίες του. Ο ίδιος υπήρξε πολέμιος κάθε κοινωνικού θεσμού στην προσπάθειά του να κατακτήσει τις πιο ψηλές κορφές της ελευθερίας. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να επισημοποιήσουν με γάμο τον πολύχρονο δεσμό τους.

«Την Τοτώ και μίαν καλύβην», έλεγε, δεν αποφάσιζε όμως να την παντρευτεί και να εναντιωθεί στη θέληση του πατέρα του, που ούτε να ακούσει ήθελε για το γάμο αυτό. Το 1910 το ζευγάρι φεύγει στην Αθήνα (η Γαλάτεια εγκαταλείπει την ευθύνη του νοικοκυριού του σπιτιού της και τη φροντίδα των τριών μικρότερων αδελφών της που είχε αναλάβει μετά το θάνατο της μητέρας της) και συμβιώνουν, σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια. Mια μαρτυρική ζωή, όπως την περιγράφει η Γαλάτεια. Τελικά, ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφουν στην Κρήτη για να παντρευτούν στο εκκλησάκι ενός νεκροταφείου, το μόνο μέρος όπου ο Καζαντζάκης ελπίζει να μη διανοηθεί ο πατέρας του να τον κυνηγήσει…

Ακολούθησε μια κοινή ζωή 15 χρόνων χωρίς την τέλεια ένωση. Ο ίδιος ταξίδευε, συνολικά απουσίασε τρία χρόνια στο εξωτερικό, σε μερικά από τα ταξίδια του αυτά συνάπτει παροδικούς δεσμούς και παράλληλα στέλνει στη Γαλάτεια τα πιο φλογερά του γράμματα: «Μη με ξεχνάς. Σου ‘δοκα πολλές πικρίες μα Σ’ αγαπώ. Δε μπόρεσα ποτέ να βρω τα λόγια που θα μπορούσανε να Σε πείσουνε. Μα όταν κοιτάξεις με ησυχία και καλοσύνη τη ζωή μου, θα με πιστέψεις», της γράφει.  

Δύσκολο για τη Γαλάτεια να τον πιστέψει, φύση νευρική, δεν μπορούσε να αντέξει την κατάσταση κι η αρμονία δεν επήλθε ποτέ ανάμεσά τους. Εκείνη ζήλευε, αγανακτούσε, δεν επιδοκίμαζε τα έργα του, ενώ όλοι τα εγκωμίαζαν.

Η αδελφή της Γαλάτειας, η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, θα αποκαλύψει αργότερα: «Νίκος-Γαλάτεια, δέκα χρόνια είχαν ερωτικό δεσμό χωρίς συμβίωση. Δεκάξι χρόνια κάνανε παντρεμένοι. Εικοσιέξι χρόνια συνολικά, χωρίς σαρκικό δεσμό» ( Στο βιβλίο της : Για να γίνει μεγάλος).

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Στα 1924, που ο Καζαντζάκης επιστρέφει στην Ελλάδα, ζητάει μια καλή δαχτυλογράφο. Η συγγραφέας Λιλίκα Νάκου του συστήνει μια χλωμή, νέα κοπέλα, που υποκύπτει σαν υπνωτισμένη στη γοητεία του Καζαντζάκη. Η Ελένη Σαμίου είναι μια εξαίρετη δαχτυλογράφος, που δέχεται ευχάριστα τη μοίρα της αφανούς προσωπικότητας, εντελώς αντίθετη από τη Γαλάτεια. Γλυκιά, αφοσιωμένη, ιδανική σύντροφος γι΄αυτόν. Παρά τη διαφορά της ηλικίας (αυτή ήταν 20 χρόνια νεότερη) και της μόρφωσής τους, υπήρχε τέλεια αρμονία στη σχέση τους.

Συχνά οι μελετητές του Καζαντζάκη αναφέρονται με θαυμασμό στην απόφαση του  να ξαναγράψει επτά φορές την «Οδύσσεια», αναζητώντας την τελειότητα, (33.333 στίχους), αλλά προσπερνούν το γεγονός ότι και η Ελένη έπρεπε να την αντιγράψει επίσης εφτά φορές, στη γραφομηχανή της εποχής εκείνης!

Η γυναίκα αυτή θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του, θα την παντρευτεί, μετά από 20άχρονο δεσμό, το 1945, ώστε να μπορέσουν να βγάλουν διαβατήριο συζύγων και να ταξιδέψουν στην Αμερική, μαζί με τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Εντελώς διαφορετική από τη Γαλάτεια, η Ελένη, υπομονετική κι ακούραστη, στάθηκε στο πλευρό του φροντίζοντάς τον ακατάπαυστα. Δαχτυλογραφούσε τα έργα του, τον συνόδευε στα ταξίδια του και φυσικά είναι αυτή που του έκλεισε τα μάτια, όταν εκείνος έφυγε για πάντα στις 26 Οκτωβρίου 1957.

Έζησαν μαζί 35 χρόνια. Στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη έγραφε: «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου, χωρίς αυτήν θα ‘χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη, (…) γενναία συναθλήτρια, δροσερή πηγή στην απάνθρωπη ερημιά μας, παρηγοριά μεγάλη…». Για χάρη της περιόρισε τις σχέσεις του με γυναικεία πρόσωπα του παρελθόντος.

Από το 1933 μέχρι το 1946 το ζεύγος είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα, μια περίοδος ευτυχισμένη και δημιουργική, που τη σκιάζουν μόνο αρρώστιες (ο Καζαντζάκης υπέφερε από αλλεργίες), η Κατοχή και η αθεράπευτη δίψα του για τα ταξίδια. Η Ελένη τον ακολουθεί παντού και του συμπαραστέκεται με στοργή. Στο πλευρό του βρίσκεται επίσης κι όταν αυτός δέχεται διεθνείς τιμές, βραβεία διάφορα, την πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Jules Dassin. Δίπλα του θα είναι και στο νοσοκομείο στο Φράιμπουργ, όπου θα αφήσει την τελευταία του πνοή κι όπου του υποσχέθηκε να συνεχίσει το δρόμο που χάραξε εκείνος. Και την υπόσχεση αυτή την κράτησε ταξιδεύοντας σ’ όλο τον κόσμο για να μεταφέρει τη φλόγα της ψυχής του, κάνοντας διαλέξεις, γράφοντας προλόγους σε έργα του, δίνοντας στη δημοσιότητα αδημοσίευτο υλικό.

Η Ελένη Καζαντζάκη πέθανε το 2004, σε ηλικία 101 ετών, και σύμφωνα με τη θέλησή της τάφηκε δίπλα στον τάφο του άντρα της.

 

Ας αναφερθούμε τώρα εν συντομία τα άλλα γυναικεία πρόσωπα στη ζωή του Καζαντζάκη.

 

Το 1921 ο Κ. βρίσκεται σ’ ένα συνέδριο στο Βερολίνο. Εκεί γνωρίζει μια όμορφη Πολωνοεβραία φοιτήτρια, τη Ραχήλ Λίπσταϊν. Μαζί με τρεις φίλες της αποτελούν μια συντροφιά που ο Κ. θα ονομάσει «πύρινο κύκλο». Γίνονται φίλοι κι όπως αναφέρει ο Πρεβελάκης, με μια από τις κοπέλες αυτές, την Ιτκα Χόροβιτς, ο Κ. είχε και ερωτική σχέση. Με την Ραχήλ διατήρησε μακρόχρονη αλληλογραφία την οποία, μετά το θάνατό του, συνέχισε η γυναίκα του Ελένη (δες: Ο Ασυμβίβαστος).

Το καλοκαίρι του 1923 γνωρίζει στη Γερμανία τη Γερμανοεβραία Έλσα Λάνγκε. Μια μεγάλη φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσά τους και ακολούθησε πολυετής και θερμή αλληλογραφία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο πρώτο ταξίδι που κάνει στο εξωτερικό μαζί με την Ελένη Σαμίου, το 1926 στην Παλαιστίνη, έχει μια θερμή συνάντηση με την «πολυαγαπημένη» του Έλσα Λάνγκε, τη μοιραία γυναίκα της ζωής του. Η Ελένη δείχνει στην περίπτωση αυτή μεγάλη κατανόηση, όπως διαβάζουμε στη μελέτη του Σταματίου (σ. 105). Θα γράψει, χρόνια αργότερα: «Συλλογούμαι τους ανθρώπους που αγάπησα, τι χαρές και τι πίκρες τους έδωκα. Πικρότατη, χλωμότατη προβαίνει μέσα μου, χύνοντας όπως συνηθίζει, χοντρά, ζεστά δάκρυα απάνω στα χέρια μου, η Ελίζαμπεθ… Πάντα, όταν τη θυμούμαι, με κυριεύει σφοδρή, ακατανίκητη επιθυμία να πεθάνω…».

 

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Τις Εβραίες φίλες του ο Καζαντζάκης τις αποθανάτισε στο έργο του: θηλυκές, καλλιεργημένες, περήφανες. Όμορφες, λεπτές, αδάμαστες ψυχές. Ο έρωτας ως φυσική συνέπεια και ολοκλήρωμα μιας ανθρώπινης ζεστής σχέσης. Η Ίτκα και η Λεία στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Η Ραχήλ ως Ράλα στην «Οδύσσεια», ως Νοεμή στον «Καπετάν-Μιχάλη». Σύμφωνα με τη Λιλή Ζωγράφου, «Η Εβραία στάθηκε για τον Καζαντζάκη το σύμβολο της μητρότητας. Καμιά άλλη πριν απ΄αυτήν δεν του είχε ξυπνήσει τη λαχτάρα να την δει μητέρα του γιου του». (σ. 118)

Από ελληνίδες, γνωστή είναι η θυελλώδης, σύντομη σχέση του με τη μεταφράστρια, διηγηματογράφο και γνωστή χρονικογράφο της εποχής εκείνης Έλλη Λαμπρίδη. Στο προσωπικό του ημερολόγιο αναφέρεται συχνά στην «αγαπημένη Μουντίτα», όπως την αποκαλούσε. Η σχέση τους κράτησε μόνον έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 1918 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1919, διατήρησαν όμως μια βαθιά φιλία και στενή συνεργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαμπρίδη υπερασπιζόταν πάντα με πάθος τον Καζαντζάκη, ακόμα κι όταν κάποιος αμφισβητούσε τον αντρισμό του, έφτασε μάλιστα να ομολογήσει σε συνέντευξη στον Γιάννη Μαγκλή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 1993: «Γι’ αυτές που κατηγορούν τον Καζαντζάκη για ανίκανο, αν θες γράψτο, πες το, ο Καζαντζάκης μού πήρε την παρθενιά μου στην Ελβετία…».

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926.
Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ας δούμε όμως πιο διεξοδικά τις κυρίαρχες γυναικείες μορφές σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, αρχίζοντας από τον Καπετάν Μιχάλη (Ελευθερία ή Θάνατος) (1950) το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, μυθιστόρημά του, εκείνο στο οποίο δίνει τα βιώματα της πρώτης νιότης του. Μέσα στις σελίδες του ανασταίνεται μια Κρήτη αδάμαστη, φλογερή και αιώνια ανυπόταχτη, ώς και στο Θεό. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, με κυρίαρχη μορφή τον καπετάν-Μιχάλη, που αγωνίζεται για τη λευτεριά της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή – που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον πατέρα τού Καζαντζάκη – εμφανίζονται διάφορες γυναικείες φιγούρες: η κυρά Κατερίνα, η περήφανη καπετάνισσα, κυρά στο σπίτι του Καπετάν-Μιχάλη, που πίσω της κρύβεται η υπομονετική Μαριγώ Καζαντζάκη, η μάνα του συγγραφέα, ενώ στη Ρηνιώ αναγνωρίζουμε μια από τις αδελφές του.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ενώ ο Καπετάν Μιχάλης είναι αμείλιχτος στην τήρηση της ηθικής τάξης, υπάρχουν στο έργο δύο «κρούσματα» αιμομιξίας, που βέβαια δεν φτάνει στη σωματική πραγμάτωσή της, αλλά είναι αναμφίβολη ως πρόθεση και ως βαθύ, μύχιο γεγονός.

Το πρώτο αναφέρεται στην δίδυμη αδελφή του καπετάν Πολυξίγκη, την κυρά Χρυσάνθη, που «όλη τη ζωή της την είχε χαλαλίσει για τον κοτσονάτο αδελφό της, τον έπλενε, τον έραβε, τον συγύριζε, του μαγείρευε και τον καμάρωνε. (…) Κάθε φορά που γύριζε από τις μπερμπαντιές του, ξημερώματα, τινάζεται η κυρά Χρυσάνθη χαρούμενη από τον ύπνο της, του βγάζει τα στιβάνια (παπούτσια), του ζεσταίνει νερό να πλυθεί, του κάνει ένα καφεδάκι, πικρό πολύ, να συνεφέρει. Κι ως τον ζυγώνει, οσμίζεται κρυφά, λαχταριστά, στα μουστάκια του και στα μαλλιά, τις βαριές μυρωδιές που του’ χαν αφήσει οι γυναίκες. Έτσι μπόρεσε κι η κακομοίρα η κυρά-Χρυσάνθη να χαρεί στον κόσμον ετούτον τον έρωτα».

Μια φορά που ο καπετάν Πολυξίγκης τής μιλάει απότομα, αυτή σωριάζεται λιπόθυμη. Με ξίδι προσπαθεί αυτός να τη συνεφέρει και μόλις αυτή ανοίγει τα μάτια της και τον βλέπει σκυμμένο απάνω της τον αγκαλιάζει:

«- Γιωργάκη μου, Γιωργάκη μου, μουρμούριζε και τρίβουνταν απάνω του και γελούσε κι έκλαιγε και δεν ήθελε να τον αφήσει. Με αγαπάς, Γιωργάκη μου, πες μου ένα καλό λόγο… Κούνησε αυτός τα χείλη βαριεστημένος: – Θες να σου κάμω ένα καφεδάκι, της είπε, να συνεφέρεις? Η κυρά Χρυσάνθη έδωκε μια, ξεκούμπωσε το πολκάκι της, πλάνταζε.

– Δε μου αποκρίνεσαι σ’ αυτό που σε ρωτώ, φώναξε, ωχού, και χάθηκα η κακομοίρα! Κι έκανε πάλι να λιγοθυμίσει, μα ο αδελφός της πρόλαβε: – Σε αγαπώ, Χρυσάνθη μου, είπε, σήκω απάνω. Έφεξε με μιας το πρόσωπο της αδελφής, κούμπωσε το πολκάκι, πετάχτηκε απάνω. Πήγε κι ήρθε σβέλτα, σαν είκοσι χρονών, χτενίστηκε, συγυρίστηκε, έβαλε μυρωδιά, κρυφοκοίταζε τον αδελφό και δεν τον αποχόρταινε:

«Ε, και να μην ήμουν αδερφή του, συλλογίζουνταν βαθιά μέσα της, τι παιδιά θα ‘κανα μαζί του! Γίνηκε κατακόκκινη, ντράπηκε. «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!», μουρμούρισε. Μπήκε μέσα, έβαλε δυο τρία καρβουνάκια στο προύτζινο θυμιατό κι άρχισε να κάνει το σταυρό της και να θυμιατίζει το σπίτι».

Η ίδια συναισθηματική / σεξουαλική ένταση παιδεύει και την ανιψιά του καπετάν Πολυξίγκη Βαγγελιώ απέναντι στον αδελφό της Διαμαντή, προπάντων αφότου ο θείος της την πάντρεψε με το δάσκαλο Τίτυρο, αδελφό του καπετάν Μιχάλη. Μένουν μαζί κι οι τρεις, γιατί η Βαγγελιώ δεν αποχωρίζεται τον αδελφό της. Μια μέρα που αυτός χτυπούσε τον ταλαίπωρο σύζυγο, για να τον αναγκάσει να φύγει από το σπίτι, η Βαγγελιώ είχε λύσει τα μακριά μαλλιά της, είχε πάρει το φιλντισένιο της νυφιάτικο χτένι και χτενίζονταν. Έβλεπε, άκουγε και γελούσε. «Καμάρωνε τον αδελφό της, το φαρδύ γυμνωμένο στήθος όλο τρίχες, το δυνατό σηκωμένο μπράτσο, το μπόι του το κυπαρισσένιο. Και κοίταζε με σιχαμό τον άντρα της το βερέμη». Η ίδια ονειρευόταν έναν άντρα απαράλλακτο με τον αδελφό της «…αλλιώς ας έμενε ανύπαντρη, χίλιες φορές καλύτερα, να ζήσει, να σογεράσει με τον αδελφό της, να μην παντρευτεί κι αυτός. Μια γυναίκα θα τους χαλνούσε όλη τη γλύκα. Να πεθάνουν και να τους θάψουν μαζί και στο μνήμα τους να φυτέψουν δύο κυπαρίσσια: ένα αρσενικό λαμπάδα, κι ένα θηλυκό, ανοιχτόκλαρο και να σμίγουν κάτω από τη γη οι ρίζες τους» (σ. 137) Κι όταν ο Τίτυρος θα φαρμακώσει ύπουλα τον Διαμαντή, η Βαγγελιώ δεν θ’ αντέξει, θα κρεμαστεί στην αυλή της. Οι σελίδες που αναφέρονται σ’ αυτό το περιστατικό είναι, πιστεύω, από τις τελειότερες του βιβλίου.

Η γυναίκα όμως που οπωσδήποτε δεσπόζει στο επικό όσο και πρωτόγονο κλίμα του «Καπετάν Μιχάλη» είναι η Εμινέ-χανούμ, «…Κερκέζα, πεντάμορφη, άγρια, από εκείνες που τρώνε ανθρώπους» (σ. 21), το πιο άγριο θηλυκό πλάσμα που δημιούργησε η φαντασία του Καζαντζάκη. Μια γυναίκα-χίμαιρα που δεν υποτάσσεται παρά μόνο όταν αυτή θέλει, και μόνον στον πιο δυνατόν άντρα. Μεγαλωμένη ανάμεσα σε δυνατούς άντρες, η μόνη αρετή που θαυμάζει είναι η σωματική ρώμη. Η πρώτη της συνάντηση με τον καπετάν-Μιχάλη θα γίνει στο σπίτι του «αδελφοποιητού» του Νουρήμπεη – σε κανέναν άλλον δεν θα παρουσίαζε ο Νουρήμπεης την αγαπημένη του για να τραγουδήσει – :

«Στο περβάζι της πόρτας, στα μεσοσκότεινα, μια κοπέλα φεγγοβόλησε, φεγγαροπρόσωπη… κρυφοπαχιά, αφράτη, με μεγάλα λοξά μάτια, με βαμμένα μάγουλα, χείλια, φρύδια, τσίνουρα. Τα νύχια της κι οι απαλάμες βαμμένα με κινά, και κρατούσε, σα μωρό στην αγκαλιά της, ένα μικρό γυαλιστερό μπουζούκι» (σ. 29).

Όταν ο καπετάν-Μιχάλης ενθουσιάζεται από το τραγούδι της, σπάζει με τα δυο δάχτυλα το ποτήρι της ρακής που έπινε. Εντυπωσιασμένη από τη δύναμη του Κρητικού η Εμινέ ζητάει προκλητικά από τον Νουρήμπεη, να κάνει το ίδιο κι όταν αυτός αποτυχαίνει, τον περιπαίζει φανερά για την αναξιότητά του. Τον παλικαρά Καπετάν – Μιχάλη τον θέλει με όλη της την καρδιά και καταστρώνει σχέδια για να τον αποκτήσει. Δε διστάζει να βαφτιστεί Χριστιανή (παίρνει το όνομα μιας άλλης μοιραίας γυναίκας: της Ομηρικής Ελένης) και να παντρευτεί τον καπετάν-Πολυξίγκη, ελπίζοντας έτσι να πλησιάσει τον απρόσιτο άντρα που ποθεί και μισεί θανάσιμα επειδή δεν την πλησιάζει, τον Καπετάν-Μιχάλη.

Έχει συνείδηση της ομορφιάς της και προκαλεί όποιον της αρέσει, χωρίς ενδοιασμούς . «…Μα εγώ είμαι Μουσουλμάνα, έχω άλλο Θεό κι άλλο Νόμο. Εσύ τρως χοιρινό και δε μαγαρίζεις, μα αν δαγκάσεις κανέναν άντρα, μαγαρίζεις. Σε μας ανάποδα: με χοιρινό μαγαρίζουμε, με τον άντρα δε μαγαρίζουμε…». Όταν πληροφορείται τον τραυματισμό του Νουρήμπεη, στα γεννητικά όργανα, που του προκάλεσε κατά το θανάσιμο πάλαιμά τους ο Μανούσακας, ο αδελφός του Καπετάν Μιχάλη, σχολιάζει με σαρκασμό: «Κακόμοιρε Νουρήμπεη, ασικλή, γυναικά, λιοντάρι της Τουρκιάς, πού κατάντησες… μήτε θα γκαστρώνει, μήτε θα γκαστρώνεται, μουλάρι!»

Ο Καπετάν-Μιχάλης προσπαθεί να πνίξει τον καημό του για την Εμινέ και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η σκέψη της όμορφης Κερκέζας όμως θολώνει το μυαλό του και μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Κρήτη: «Όσο ζει αυτή, εγώ θα ’μαι άτιμος», αποφασίζει, και καρφώνει το μαχαίρι στον κόρφο της, υπογράφοντας έτσι και τη δική του καταδίκη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Στον «Τελευταίο πειρασμό» ο Καζαντζάκης δίνει τη ζωή του Χριστού μ’ ένα δικό του, ιδιόρρυθμο τρόπο. Τον παρουσιάζει στην αρχή Σταυρωτή, μετά για ένα διάστημα Ασκητή και τέλος τον δείχνει να επιστρέφει για να σώσει τους Ανθρώπους και να τους οδηγήσει στη λύτρωση. (Η ομώνυμη ταινία του Martin Scorsese το 1988, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών σ’ όλο τον κόσμο και τίναξε τις πωλήσεις της μετάφρασης του βιβλίου στα ύψη).

Πρωταρχικό ρόλο στο έργο κατέχουν η μάνα του Χριστού, η Μαγδαληνή, οι αδελφές του Λαζάρου και η γρια Σαλώμη, φίλη της Μαρίας. Η μορφή της Παναγίας μέσα στο έργο στερείται τη Θεϊκή δύναμη. Είναι απλά και μόνο η ΜΑΝΑ, σαν κάθε μάνα, που λαχταράει για το παιδί της: «… δεν το νιώθεις γέροντα, μουρμούρισε η Μαρία. Είμαι σαν όλες τις γυναίκες, αγαπώ όλες τις έγνοιες και τις χαρές της γυναίκας, μου αρέσει να πλένω, να μαγειρεύω, να πηγαίνω στη βρύση, να γλυκοκουβεντιάζω με τις γειτόνισσες και να κάθουμαι, το δειλινό στο κατώφλι, να κοιτάζω τους διαβάτες. Κι η καρδιά μου, σαν όλων των γυναικών, είναι κι εμένα γεμάτη πόνο». (σ. 69)

Αφαιρεί δηλαδή ο Καζαντζάκης ακόμα κι από τη μορφή της Παναγίας, την ικανότητα να σκεφτεί κάτι που να υπερβαίνει τα γήινα ενδιαφέροντά της. Δεν μπορεί να καταλάβει τον προορισμό του Θεανθρώπου γιου της, ούτε θέλει να πιστέψει ότι ο γιος της διαφέρει από τα άλλα παιδιά: «Δε θέλω εγώ τον γιο μου άγιο, μουρμούρισε. Άνθρωπο τον θέλω, σαν και τους άλλους, να παντρευτεί, να μου κάνει αγγόνια, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού» (σ. 176).

Και το οιδιπόδοιο σύμπλεγμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον γιο της φαίνεται ολοκάθαρα:

«… παρά τρίχα, όταν ο γιος της ήταν είκοσι χρόνων, το θεριό ετούτο – η Μαγδαληνή – να της τον αρπάξει, μα γλίτωσε… Γλίτωσε από τη γυναίκα, συλλογίζουνταν η Μαρία κι αναστέναξε, γλίτωσε από τη γυναίκα, μα από το Θεό?» (σ. 178).

Η Μαγδαληνή είναι η αγαπημένη γυναικεία φιγούρα στα έργα του (Αναφορά στον Γκρέκο, Ο τελευταίος πειρασμός, ο Χριστός ξανασταυρώνεται). Είναι η ενσάρκωση του ερωτικού πειρασμού, αυτή που βάζει σε δοκιμασία το Χριστό. Η Μαγδαληνή, κόρη ραβίνου, ξαδέλφη του Ιησού, έπεσε στην αμαρτία από ερωτική απογοήτευση: «… για να ξεχάσω έναν άντρα, να λυτρωθώ, παραδόθηκα σε όλους τους άντρες». (σ. 87) Με παραστατικό τρόπο ο Καζαντζάκης παρουσιάζει την «πόρνη» και τη θέση της στην κοινωνία. Ο κόσμος τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης και δεν τη συγχωρεί ποτέ. Γι’ αυτό εκείνη, βαθιά μετανιωμένη, πιστεύει στο Θεό και επιστρέφει στο δρόμο της αρετής. Πιστεύει και γίνεται σύμβολο της μετάνοιας.

Η Μαγδαληνή εξαγνίζεται με την αγάπη της, αλλά δεν παύει να είναι γήινη. Αγαπάει όπως θα αγαπούσε κάθε απλή γυναίκα. Δεν έχει μεταφυσικές αγωνίες. Είναι φτιαγμένη, όπως κάθε γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη, για την πρόσκαιρη ζωή: «… Δεν είμαστε εμείς άντρες, να ΄χουμε ανάγκη από άλλες αιώνιες ζωές, είμαστε γυναίκες και μια στιγμή με τον άντρα που αγαπούμε είναι αιώνια παράδεισο. Μια στιγμή μακριά από τον άντρα που αγαπούμε αιώνια Κόλαση. Ζούμε εμείς οι γυναίκες, εδώ στη γης ετούτη την αιωνιότητα!» (σ. 367)

Ένα κρυφό ερωτικό μαράζι τη βασανίζει, ο πόθος για τον άντρα που δεν της δόθηκε. Κι ο Χριστός όμως είναι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, που βασανίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για τη Μαγδαληνή, μέχρι να φτάσει στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό. Τις ώρες του μαρτυρίου του πάνω στο Σταυρό, λίγο πριν το τέλος, σ’ ένα φευγαλέο όραμα-πειρασμό, τον τελευταίο πειρασμό, ονειρεύεται πως κρατάει τη Μαγδαληνή αγκαλιά και τη γεμίζει φιλιά κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά…

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη  Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Η Κατερίνα,  η όμορφη χήρα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», παύει κι αυτή να αποτελεί κίνδυνο μόνον αφού τη σκοτώσει ο Αγάς, ο εραστής της. Στο μυθιστόρημα αυτό, γεμάτο από ποικίλους τύπους γυναικών, η ζωή τής Κατερίνας ανταποκρίνεται απόλυτα στον τρόπο ζωής της Μαγδαληνής. Στο μικρό χωριό που ζει, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αναβιώνουν κάθε πέντε χρόνια τα Πάθη και η Σταύρωση του Χριστού. Τα πρόσωπα που υποδύονται τους αντίστοιχους ρόλους, διαλέγονται σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους και την κοινωνική τους ζωή. Οι χήρες είναι οι αγαπημένες γυναικείες μορφές στον Καζαντζάκη. Είναι ο τύπος της γυναίκας που υπόσχεται, που διαθέτει πείρα, αλλά τής λείπει το αρσενικό. Η ελληνική παράδοση θέλει την αντρική φαντασία να οργιάζει στο άκουσμα του τίτλου της χήρας, που θρηνεί πάντα τον χαμένο της σύζυγο κι εκλιπαρεί για παρηγοριά. Πάντα βρίσκεται κάποιος που την παρηγορεί…

Η Κατερίνα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος χήρας στο έργο του Καζαντζάκη. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κολασμένης ζωής και τη λαχτάρα για εξαγνισμό: δύο αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα στην ψυχή της. Η σύναξη των γερόντων αποφασίζει πως αυτή θα υποδυθεί τον ρόλο της Μαγδαληνής. «Τη Μαγδαληνή την έχουμε… τη χήρα την Κατερίνα. Όλα τα ‘χει η κολασμένη: και πόρνη είναι κι όμορφη και μακριά μαλλιά έχει τετράξανθα, της φτάνουν ως τα γόνατα» (σ. 18).

Η ίδια αποδέχεται το ρόλο της. Συναισθάνεται ποια είναι η θέση της στην κοινωνία και δέχεται, αποσκοπώντας σαν την πραγματική Μαγδαληνή, να φτάσει στον εξαγνισμό και στη λύτρωση: «… με κάλεσε προχτές και μου ‘πε πως είναι θέλημα της Δημογεροντίας εγώ μεθαύριο να κάμω την Μαγδαληνή. Ντράπηκα. Έχω ακουστά τι θα πει Μαγδαληνή, κι εγώ είμαι – έτσι κατάντησα – η Μαγδαληνή του χωριού… Κι όμως, όταν μου το ‘πε, ντράπηκα. Μα τώρα Γιαννακό, δεν ντρέπουμε. Αν έβρισκα το Χριστό κι αν είχα ένα μπουκάλι λεβάντα, θα το ‘σπαζα και θα του ‘πλενα τα πόδια, κι ύστερα θα του τα σφούγγιζα με τα μαλλιά μου… Έτσι μου φαίνεται. Και θα στεκόμουν πλάι στην Παναγιά την Παρθένα και δεν θα ντρεπόμουν.

Μήτε κι αυτή θα ντρέπουνταν που θα μ’ έβλεπε κοντά της…» (σ. 99-100)

Το χωριό όμως τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης, κι όταν τη συναντούν το πρωί αναθεματίζουν το κακό συναπάντημα. Kι αυτοί όμως παραδέχονται πως η Κατερίνα είναι σωστός πειρασμός και δε βρίσκουν τη δύναμη να τής αντισταθούν: «Θεριό είναι τούτη», συλλογίζονται, «θεριό και τρώει ανθρώπους….». (σ. 38).

Η μόνη σωτηρία γι’ αυτήν είναι ένας αγαπημένος άντρας που με τη δύναμη της αγάπης θα μπορέσει να την οδηγήσει στο σωστό δρόμο. Αυτόν τον άντρα τον βρίσκει στο πρόσωπο του βοσκού Μανωλιού. Ο Μανωλιός, σαν άλλος Χριστός, θα αγωνιστεί για να γλιτώσει από τον πειρασμό της όμορφης χήρας, αλλά να σώσει και την ίδια. Κι όταν, για να σώσει τον Παναγιώταρο, θα πει ότι τάχα αυτός σκότωσε το αγαπημένο Γιουσουφάκι του Αγά, η χήρα θα τον υπερασπιστεί δημόσια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή των άλλων γυναικών, που θα της επιτεθούν. Η δυνατή αγάπη της για τον Μανωλιό δεν την αφήνει να ησυχάσει. Πηγαίνει στον Αγά και δηλώνει ότι εκείνη σκότωσε, από ζήλια, το Γιουσουφάκι. Προσφέρει ένα μαχαίρι στον Αγά και του ζητά να τη σκοτώσει. Εκείνος δεν θα διστάξει να το καρφώσει «ως τη λαβή, στην καρδιά της» (σ. 236).

Η όμορφη χήρα Κατερίνα, με την πράξη της αυτή όχι μόνον εξιλεώνεται για όλα της τα κρίματα, αλλά σίγουρα γίνεται παράδειγμα αυτοθυσίας για όλους τους ανθρώπους.

Η γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη κατέχει το μυστικό της αγάπης. Ο άντρας παλεύει σ’ όλη του τη ζωή να καλυτερέψει τον κόσμο κινούμενος όμως από φιλοδοξία ή υψηλή αντίληψη του καθήκοντος. Η γυναίκα κατέχει το μεγάλο μυστικό της αγάπης, η αγάπη της όμως δεν κατευθύνεται σε στόχους κοινωνικούς, δεν αποβλέπει στην καλυτέρευση του κόσμου. Οι ηρωίδες του αδιαφορούν για κοινωνικούς αγώνες. Εξαίρεση αποτελεί η μαύρη επαναστάτρια Ράλα, στο Κ’ της «Οδύσσειας» και η γυναίκα του λοχαγού, η αντάρτισσα, στο έργο «Αδερφοφάδες», έργο με φόντο τον Εμφύλιο. Μια γυναίκα που μισεί τον άντρα της εξαιτίας της διαφορετικής τους πολιτικής τοποθέτησης και αγωνίζεται για λευτεριά και ανεξαρτησία.

Στο πιο γνωστό έργο του, «Αλέξης Ζορμπάς», δύο γυναίκες παίζουν πρωτεύοντα ρόλο: η Μαντάμ-Ορτάνς και η χήρα Σουρμελίνα. Πολλές από τις φαλλοκρατικές ιδέες που ο συγγραφέας εκφράζει με το στόμα του Ζορμπά, μαζί με την μοίρα των γυναικών όπως αυτή περιγράφεται, κυρίως στην «Οδύσσεια», έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Η γαλλίδα Ορτάνς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα ελαττώματα που αποδίδονται στη γυναίκα: αφέλεια, ευκολοπιστία, στενοκεφαλιά. Στο πρόσωπό της σκιαγραφείται η εικόνα της παρακμής και της φθοράς. Η γριά γυναίκα, ζώντας μια πλούσια ερωτική ζωή στα νιάτα της – ήταν ευνοούμενη του συμμαχικού στόλου, με το λαχταριστό κορμί της να μυρίζει στρώματα-στρώματα αγγλική κολώνια, γαλλική βιολέτα, ρούσικο μόσχο και ιταλικό πατσουλί – κατέληξε κάπου στην Κρήτη ν’ αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Η αλλοτινή αρχόντισσα φιλάει τα πόδια του Ζορμπά, όταν εκείνος σκηνοθετεί έναν ψεύτικο αρραβώνα μεταξύ τους και της δίνει «το πρώτο τίμιο φιλί της ζωής της». Ο Καζαντζάκη σαρκάζει εδώ την κρυφή και έντονη λαχτάρα της γυναίκας για γάμο και η Ορτάνς, που όταν ήταν νέα, έβλεπε το γάμο σαν το όνειρο των μικροαστών γυναικών, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο από τέτοιους συμβιβασμούς, τώρα εκλιπαρεί τον Ζορμπά να την παντρευτεί.

Πρώην πόρνη κι αυτή – έστω πολυτελείας – διψάει για εξαγνισμό. Είναι περιφρονημένη από τους ανθρώπους, σπατάλησε μια ολόκληρη ζωή κυνηγώντας πάθη και χίμαιρες. Για την αγάπη του Ζορμπά ζει μέσα στην ψευδαίσθηση μιας τίμιας ζωής. Μετανοημένη, ελπίζει πως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί το μεγάλο της όνειρο – ο γάμος, αλλά, τραγική ειρωνεία, ταυτόχρονα πλησιάζει μοιραία και ο θάνατος. Η Ορτάνς πεθαίνει στην ξένη χώρα χωρίς να προλάβει να επανορθώσει τα όσα θα ήθελε.

Αντίποδας στην παρακμή της μαντάμ-Ορτάνς είναι η άλλη ηρωίδα του μυθιστορήματος, η χήρα Σουρμελίνα, η αποθέωση της θηλυκότητας. Είναι όμορφη και δεν είναι πόρνη, γι’ αυτό όλοι τη μισούν. Είναι ένα κράμα ανθρώπου και οράματος, έτσι όπως πρωτοεμφανίζεται στο μυθιστόρημα. Βρέχει κι οι άντρες του χωριού βρίσκονται στο μοναδικό καφενείο προσπαθώντας να διώξουν την ανία τους με τσίπουρο και χαρτί. Ξαφνικά, ανάμεσα από τις στάλες τις βροχής και τα θολά τζάμια του καφενείου προβάλλει σαν όραμα η χήρα: «… τη στιγμή εκείνη περνούσε τρεχάτη, με ανασηκωμένο το μαύρο της φουστάνι ως τα γόνατα, με μαλλιά χυμένα στους ώμους, μια γυναίκα. Στρουμπουλή, κουνιστή, τα ρούχα της κολνούσαν απάνω της και φανέρωναν προκλητικό, τραγανό, σαν ψάρι σπαρταριστό, το κορμί της…» (σ. 124).

Οι άντρες μένουν εκστατικοί και τρομαγμένοι στο πέρασμά της. Τους αναστατώνει, είναι μια ξένη κι απόμακρη οπτασία, που προκαλεί λυσσαλέο πόθο. «Ας είναι καλά η χήρα!», τολμάει να ομολογήσει ο καντηλανάφτης, «την έχει μαθές όλο το χωριό για πλάνος: σβήνεις το λυχνάρι και θαρρείς δεν αγκαλιάζεις τη γυναίκα σου, παρά τη χήρα. Κι έτσι βγάζει, που λες, όμορφα παιδιά το χωριό μας». (σ. 125).

Η παρουσία της όμορφης χήρας στο χωριό γίνεται επικίνδυνη. Ο Παυλής πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται επειδή δεν μπορεί να αντέξει την περιφρόνηση που αυτή τού δείχνει. Και το χωριό θα εκδικηθεί λιθοβολώντας τη χήρα μέχρι θανάτου, ανήμερα του Πάσχα, γιορτή της αγάπης… Πριν το τραγικό τέλος της όμως η Σουρμελίνα θα ενδώσει στη γοητεία που ασκεί επάνω της ο ξένος. Θα τον επιτρέψει να την κατακτήσει κι έτσι θα επιβεβαιωθεί η πίστη του Καζαντζάκη πως η ελευθερία στη γυναίκα είναι ουτοπία και η μοναξιά ιδανικό που δεν της ταιριάζει. Ο έρωτας, ο γάμος και η μητρότητα δεσμεύουν τη γυναίκα και δεν την επιτρέπουν να υπάρξει ως ελεύθερο άτομο, κορμί και ψυχή. 

Μετά την αναδρομή αυτή στις γυναίκες και στο ρόλο τους στη ζωή και στο έργο του Καζαντζάκη θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό  ερώτημα, αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν μισογύνης ή το αντίθετο: υμνητής της Γυναίκας.

Στην προσωπική του ζωή τα πράγματα, από όσα ανέφερα παραπάνω, είναι ξεκάθαρα πιστεύω: ερωτεύτηκε γυναίκες με έντονη προσωπικότητα, ανυπόταχτες, που δεν ήταν διατεθειμένες να απαρνηθούν τον εαυτό τους, να εναρμονιστούν ολοκληρωτικά στο δικό του τρόπο ζωής. Γι’ αυτό η τελευταία, η Ελένη, αποδείχτηκε η ιδανική του συντρόφισσα: Όπως παρατηρεί η Έλλη Αλεξίου: «Η Ελένη φρόντιζε για το κάθε τι του συντρόφου της με μοναδική αφοσίωση, με σωστή αυταπάρνηση, με αυτοθυσία… Ήταν ένας αφάνταστα πολύτιμος άνθρωπος, δοσμένος ολοκληρωτικά στη δημιουργική ευτυχία και τη συγγραφική ακτινοβολία του άντρα της». (σ. 194) Κοντά στην Ελένη ο Καζαντζάκης ξεκουράστηκε. Η Ελένη ήταν πλασμένη στα μέτρα του. Στα μέτρα αυτοθυσίας, που απαιτούσε η συμβίωση μαζί του.

 

Πώς θα μπορούσαμε όμως να τον χαρακτηρίσουμε μέσα από τα σπουδαιότερα έργα του?

 

Αυτό που είναι γενικά αποδεκτό είναι ότι  υπήρξε η πιο αντιφατική προσωπικότητα των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν να μην αντιφάσκει και στο θέμα «Γυναίκα», ένα θέμα που γύρω του, μαζί με το θέμα «θάνατος», περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής του?

Η Γυναίκα στα έργα του δεν έχει, όπως είδαμε, ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντα δευτερεύοντα. Είναι συνήθως ένα αδύναμο πλάσμα, υποταγμένη στη μοίρα της, που έχει ανάγκη προστασίας. Ζητά να βρει τον άντρα που θα την ολοκληρώσει, που θα την κάνει μάνα. Γιατί εκεί βρίσκει η γυναίκα τη λύτρωσή της, την απόλυτη ολοκλήρωσή της: στη μητρότητα. Τόσο όμως οι άντρες όσο κι οι γυναίκες στο έργο του μάχονται μ’ έναν εχθρό, τη σάρκα τους, κι αγωνίζονται για την εξουθένωσή της. Η γυναίκα είναι το πονηρό, η πρόκληση στην αμαρτία, η ζεστή, η αμαρτωλά επιθυμητή, που ο άντρας θα τη ρίχνει κάτω άγρια, θα τη χαίρεται βίαια, χωρίς ούτε μια φορά να αντισταθεί στον πειρασμό να τη σκοτώσει αφού τη χορτάσει, κάθε φορά με την ελπίδα πως λυτρώθηκε, κάθε φορά με την πεποίθηση πως τη νίκησε. Μέσα στις σελίδες του έργου του εκτυλίσσονται βίαιες ερωτικές σκηνές, πλούσιες σε πρωτογονισμό και κτηνωδία. Σκηνές χωρίς συναισθήματα, μόνον ο σαρκικός έρωτας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Στο έργο του δεν έχει σημασία αν η γυναίκα είναι Ευρωπαία ή Ανατολίτισσα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως φαίνεται να δείχνει προτίμηση στις Γιαπωνέζες και τις Κινέζες (Αναφορά στον Γκρέκο), στις γυναίκες της μαύρης ράτσας και πάνω απ’ όλες στις Εβραίες. Τις λευκές τις ονομάζει συχνά «υπεροπτικές και ξεδιάντροπες». (Βραχόκηπος σ. 199). Πάντα όμως η γυναίκα στέκεται εμπόδιο στον αγώνα του άντρα για λύτρωση, στην ανάβασή του από τον άνθρωπο στον Θεό, στην αποδέσμευσή του από την ύλη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ο Καζαντζάκης, πιστεύει στις δύο αμφίδρομες δυνάμεις που διέπουν την ανθρώπινη ζωή: η μία έχει τάση προς τα πάνω και ανεβάζει τον άνθρωπο, ενώ η άλλη τον σπρώχνει προς τα κάτω. Η δύναμη που σπρώχνει προς τα κάτω είναι η γυναίκα και ειδικότερα οι ηδονές που προκαλεί το γυναικείο κορμί. Αιώνια η θηλυκότητα σπρώχνει τον άντρα προς τη γήινη προέλευσή του, γίνεται πειρασμός για τον άντρα που θέλει να είναι λεύτερος, κι αυτός φτάνει στο σημείο να τη σκοτώσει, παρόλο που μετά πληρώνει με το σπαραγμό της αντρικής ψυχής του (Καπετάν Μιχάλης). Kαι για την ίδια τη γυναίκα όμως το κορμί της είναι ευλογία μαζί και κατάρα. Ευλογία όταν γίνεται φορέας της μητρότητας, κατάρα, όταν καταδυναστεύει με τις προσταγές του τη ζωή της γυναίκας και της κόβει το δρόμο για τον εξαγνισμό και τη λύτρωση. Αυτή η λαχτάρα εξαγνισμού φωλιάζει στα κατάβαθα της ψυχής κάθε γυναίκας, ακόμα και της πόρνης. Η ψυχή της γυναίκας όμως είναι η ίδια της η σάρκα, όπως λέει στον «Τελευταίο Πειρασμό» (σ. 97) κι αυτό δημιουργεί ένα «βαθύ γκρεμό» ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα: «γιατί η ψυχή του αντρούς αϊτοφωλιάει ψηλά στην κεφαλή του και της γυναίκας η ψυχή κλωσάει βαθειά στα δυο βυζιά της!» (Οδυσ. Ε’ 720-721). Ο άντρας μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, ενώ η γυναίκα σαρκώνει το πνεύμα.

Φράσεις που βάζει ο Καζαντζάκης στο στόμα των ηρώων του όπως «Είμαι άντρας…τυραννώ τα θηλυκά, αυτό θέλω» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 298), «Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος. Η γυναίκα δε θέλει να ΄ναι λεύτερη, είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος?» (Ζορμπάς, σ. 187) έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Υπάρχουν φυσικά και αγωνιζόμενες γυναίκες στο έργο του, αλλά αυτές συνήθως επιτυγχάνουν τη λύτρωσή τους με την υποταγή τους στον άντρα που αγαπούν. Ο Καζαντζάκης όμως πίστευε πως η πραγματική ελευθερία επιβάλλει την απάρνηση των κοινωνικών όρων ζωής, τη μοναξιά, την ερημική ζωή. Κατά την άποψή του λοιπόν δεν μπορούσε η γυναίκα να είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή εμποδίζεται σ΄αυτό από την ίδια της τη φύση.

Παρόλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μέσα στο ίδιο αυτό έργο συναντούμε και διαφορετικές φωνές: «Σκλάβα δεν είσαι εσύ, γυναίκα, να γονατάς μπροστά μου» λέει στην Οδύσεια (Ζ’, στ. 624) και παρακάτω: «Κι ό,τι καλό στον κόσμο χάρηκε και προκοπή είδε ο νους του, μονάχα στη γυναίκα το χρωστάει, την κορμιοκαταλύτρα» (Ψ΄ στ. 432-433) «Άλλο δεν είναι στον κόσμο τον απάνω, άλλο δεν είναι από τη γυναίκα» διαβάζουμε στον «Καπετάν Μιχάλη». Δε διστάζει ορισμένες φορές να παραδεχτεί και την υπεροχή της γυναίκας απέναντι στον άντρα ή καλύτερα τη δύναμη της αδυναμίας της. Η γοητεία της, το κλάμα της και πάνω απ΄ όλα η μητρότητα είναι τα σημεία υπεροχής της. Η Γυναίκα γεννάει ένα νέο «Σωτήρα του Θεού», συντελεί λοιπόν στη σωτηρία του Θεού που κινδυνεύει, αφού οι άνθρωποι πρέπει πολεμώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα, να σώσουν το Θεό της «Ασκητικής», -Salvatores Dei – .

Έτσι η γυναίκα γίνεται «ακριβή συνεργάτισσα» του Θεού, αφού κρατά στον κόρφο της και βυζαίνει αυτόν που θα σώσει το Θεό! Στην «Αναφορά στον Γρέκο», «η φωνή της γυναίκας τινάζεται αθάνατη» (σ. 443) και ο καλόγερος εξομολογείται «…(η γυναίκα) μας πηγαίνει από τον πιο σίγουρο, τον πιο σύντομο δρόμο στην Παράδεισο… Η γυναίκα, η γυναίκα κι όχι η προσευχή… κι όχι η νηστεία μου ‘δωκε τη σιγουράδα αυτή, μου ‘φερε το Θεό στην κάμαρά μου, ας είναι καλά (σ. 272-278). Ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να συμπαθεί ιδιαίτερα τις γυναίκες: «…όταν θα φτάσει η γυναίκα στην πόρτα της Παράδεισος, θα σταθεί και θα ρωτήσει: Θα μπουν μέσα και οι σύντροφοί μου, Κύριε? Ποιοι σύντροφοι? θα τη ρωτήσει ο Θεός. Να, η σκάφη, η κούνια, το λυχνάρι, η στάμνα, ο αργαλειός. Αν δεν μπουν, δεν μπαίνω. Κι ο Θεός καλόκαρδος, θα γελάσει: Γυναίκες είστε, θα πει. Μπορώ να σας χαλάσω χατήρι? Εμπάτε όλοι μέσα. Γέμισε σκάφες και κούνιες κι αργαλειούς η Παράδεισο. Δεν έχω πια πού να βάλω τους αγίους» (Ο τελευταίος πειρασμός σ. 478).

Νίκος Καζαντζάκης, ο Όμηρος της σύγχρονης Ελλάδας, όπως το αποκάλεσαν μερικοί! «Ένα ανώμαλο ρήμα» όπως άρεσε ο ίδιος να αποκαλεί τον εαυτό του. Ποτέ δεν απαρνήθηκε το ανδροκρατούμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Μια κοινωνία όπου παλικαράδες, άγριοι και ακατασίγαστοι πολεμιστές ήταν ο στόχος θαυμασμού. Ο ίδιος όμως από νωρίς έχασε την πεποίθησή του στον μέχρι παραλογισμό ηρωισμό που βίωνε γύρω του κι άρχισε να ψάχνει, να ψάχνει τον δικό του δρόμο, τον δικό του Θεό, κι έναν δαίμονα ίσως που ένιωθε μέσα του να τον τυραννάει. Στην πορεία του αυτή θα αναθεωρήσει τις ιδέες του και θα πέσει συχνά σε αντιφάσεις. Άντρας και γυναίκα όμως, αναφέρει συχνά, είναι δύο αντίμαχες δυνάμεις, δημιουργικές μαζί και καταστροφικές. Ο άντρας είναι το φως, η γυναίκα η φωτιά.

 

Ήταν μισογύνης ο Καζαντζάκης?

 

Θεωρώ πως το γεγονός ότι απέδιδε στη γυναίκα διαφορετικές από τον άντρα ιδιότητες, που καθιστούν δύσκολη τη σύγκρισή της με αυτόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί μισογυνισμός. Σίγουρα δεν ήταν φεμινιστής, μισογύνης όμως? Όχι! Μάλλον ο Καζαντζάκης λάτρεψε τη γυναίκα, σίγουρα στην προσωπική ζωή του. Όπως διαβάζουμε στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Αγάπησα γυναίκες, στάθηκα τυχερός, εξαίσιες γυναίκες μου έτυχαν στο δρόμο μου, ποτέ οι άντρες δεν μου ΄καμαν τόσο καλό και δεν με βοήθησαν τόσο στον αγώνα μου όσο οι γυναίκες ετούτες».

Το γεγονός τώρα ότι στο έργο του, οι ήρωές του, δεν αναφέρονται πάντα κολακευτικά στη γυναίκα, έχει νομίζω να κάνει με τις πολλές αντιφάσεις που χαρακτήριζαν το μεγάλο, ανήσυχο αυτό πνεύμα του συγγραφέα: αντινομία ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο φως και στο σκοτάδι, στην ύλη και στο πνεύμα, στο ανθρώπινο και το θείο, στη δειλία και στη μεγαλομανία, στον ορθολογισμό και το συναίσθημα, στην εξύμνηση και την περιφρόνηση της γυναίκας. Διάσπαρτο με αντινομίες, ολόκληρο το έργο του! (Όσο για το φαλλοκρατικό, όπως θεωρήθηκε, «η γυναίκα μας τραβάει προς τα κάτω» εννοεί πιστεύω πως η γυναίκα είναι βασικά πλασμένη για τη γήινη ζωή, προσωποποίηση της γονιμότητας, της φύσης, της ίδιας της Ζωής. Σίγουρα δεν εκφράζει μίσος προς το «αιώνιο θηλυκό».)

Χαρακτηριστική ίσως για το πώς έβλεπε τον άντρα και τη γυναίκα ο Καζαντζάκης είναι η ομολογία του στην «Ασκητική» (σ. 22-23):

«Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δύο αιώνια ρεύματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν. Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: …Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!

Και η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: Κάθομαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα. Δέχομαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη….. Είμαι η Μήτρα!

Αφουκράζουμε τις δυο φωνές τους. Δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι».

 Δρ. Μαριέττα Ιωαννίδου

Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κονομάρα Λίλα


 

Λίλα Κονομάρα

Λίλα Κονομάρα

Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε στην Αθήνα.  Η καταγωγή της είναι από το Άργος όπου και έζησε μέχρι τα επτά της χρόνια. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι (Université de Paris VII-Jussieu) και εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Συμμετείχε σε συνέδρια σχετικά με τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και εξέδωσε το 1991 το βιβλίο Travaux Pratiques de Civilisation Française (édit. Bordas) και το 1994 το Allô France – Livret complémentaire (Efstathiadis Group).

Ως λογοτέχνης πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο Μακάο (εκδ. Πόλις), που ήταν υποψήφιο για το κρατικό βραβείο διηγήματος και το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού “Διαβάζω”. Το 2004 εξέδωσε το μυθιστόρημα Τέσσερις εποχές – λεπτομέρεια (εκδ. Μεταίχμιο), το 2005 το παιδικό μυθιστόρημα Στις 11 & 11 ακριβώς (εκδ. Παπαδόπουλος). Το 2009, το μυθιστόρημα Η αναπαράσταση (εκδ. Μεταίχμιο) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω. Το τελευταίο της βιβλίο, Το δείπνο, κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διηγήματά της και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Τα Νέα, η Λέξη, Εντευκτήριο, Δέντρο, (δε)κατα, Εξώπολις). Παράλληλα ασχολείται με τη μετάφραση άγγλων και γάλλων λογοτεχνών (Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Αντρέ Ζιντ, Μισέλ Κρεσπύ, Ζωρζ Σιμενόν κλπ.) Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Βήμα Ιδεών, Ελεύθερος Τύπος, Διαβάζω) και είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο Ο Αναγνώστης.

Read Full Post »

Ευαγγελία Παζιώτα – Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια 


 

 

 Το πολυσέλιδο έργο  με τον αινιγματικό τίτλο, Μ(μι) Τ(ι) Τ(ι) Ψ(ι) Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια,  είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Αργείας Ευαγγελίας Παζιώτα που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Αποτελεί ένα ανάγνωσμα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη του, γιατί τον βοηθά να δει καλύτερα μέσα του, σε περιοχές που δεν είναι καλά φωτισμένες. Τον βοηθά επίσης να καλλιεργήσει το συναισθηματισμό του και την ειλικρίνειά του προς τον εαυτό του και τους άλλους. Σε εποχές που το ψέμα κυριαρχεί, έρχονται ιστορίες σαν και αυτή να μας προσφέρουν, με την αλήθεια τους, αυτό που μας λείπει.

 

Ρουφάω με απληστία το άρωμα του μεθυστικού αγέρωχου αέρα που αναδίδουν τα σαπισμένα ράφια με τα χιλιοσκονισμένα, χοντροδεμένα βιβλία. Τα κασόνια, τα μπαούλα, τα χαρτοκιβώτια κλέβουν το λιγοστό χώρο της σοφίτας.

 

Ώρα έβδομη απογευματινή.

 

Εδώ στο μικρό παράδεισό μου τρέφω την αγαλλίαση με αυταπάτες. Το πνεύμα μου και η ψυχή της γιαγιάς μου αδελφικές ψυχές. Πιανόμαστε με τα χέρια. Πλέκουμε και σφίγγουμε τα δάχτυλά μας. Αφηνόμαστε στη δίνη του αργόσχολου χρόνου να μας ταξιδέψει στα κανάλια της αναγέννησης του παρελθόντος, επισκιασμένα από την παρουσία – οπτασία της γιαγιάς.

Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια

Αφηνόμαστε στα ξέφτια των αναμνήσεων, κρατώντας οποιαδήποτε άλλη υπαρκτή ανθρώπινη παρουσία εκτός τειχών. Στα ριζά του μοναδικού ξεχαρβαλωμένου παράθυρου αναπαύεται το σιδερένιο κιβώτιο διαστάσεων ύψους 50εκ., πλάτους 70εκ. και φάρδους 20εκ.

Στα σπλάχνα του, η φωλιά που κάποτε έκρυβε εκείνες τις σιχαμερές, μισητές οβίδες που αρέσκονται στο να ξεσκίζουν σάρκες αθώων ανθρώπων, ακόμη και παιδιών, αλλά και ανύπαρκτων εχθρών. Το χρώμα του κιβωτίου χακί. Το χρώμα του μίσους, της έχθρας, του πολέμου. Οι κίτρινοι κωδικοί του στις δυο πλευρές του, η μαρτυρία της αποστολής τους:

1310-17-24-2896   17-Β365

8 CARTRIDGE, 40MM  HE-T, NR3001

FOR GUN   L-70

LOT   A1-63-8

Τα πόδια μου στηρίζονται στο καπάκι του. Είναι το σκαλοπάτι για το μυστικοπαθές πέταγμά μου. Είναι η απαρχή του παραμυθιάσματος. Ανοίγω το χοντρό ξύλινο παράθυρο με τα θαμπωμένα τζάμια για να ατενίσω το δεσποτικό κάστρο στο αντικρινό βουνό. Είναι η αφετηρία ενός λυσιτελούς πετάγματος. Τα αδύναμα λεπτά μπράτσα μου ανοίγονται διάπλατα.

Πούπουλα! Αιωρούνται πολύχρωμα ποικιλόσχημα θεριεμένα πούπουλα. Πλέκουν τρισδιάστατα φτερά. Κολλάνε πάνω στα μπράτσα. Στα άκρα τους, οι παλάμες μου θεριεύουν με απροσδόκητη μα γνώριμη δύναμη.

Το σιδερένιο κιβώτιο ψεκάζει την ψυχική κιβωτό με μυστηριακές δυνάμεις, ευλογημένες με το απόσταγμα των ψυχικών αποθεμάτων της γιαγιάς.

Το άρωμα του αποστάγματος με απογειώνει, με μεταμορφώνει. Το κουφάρι μου, κουφάρι ενός νεογέννητου γερακιού υψώνεται. Πασχίζει να αγγίξει το κάστρο των ονείρων, τα τείχη των οραμάτων, τις πύλες των προσδοκιών, τις ηλιαχτίδες των ελπίδων.

 

 – ¨ Σαν πολύ δε βιάζεσαι να αγγίξεις

κόσμους που δε σου ανήκουν;¨

– ¨ Ήλιε μου, καλέ μου ήλιε

και χιλιοβασιλεμένε,

ποτέ μη μαλώνεις τις ψυχές που στρέφονται

στα προσδοκούμενα ποθητά ταξίδια

και φτερουγίζουν!

Ποτέ μην τις μαλώνεις! ¨

 

Προλαβαίνω να κατεβάσω το ένα πόδι έγκαιρα. Γειώνομαι πριν το καπάκι ξεράσει ένα αλλόκοτο μουγκρητό και σηκωθεί από τη μια πλευρά. Το σύννεφο της μακροχρόνιας σκόνης, σύννεφο φυγής προς το απροσδιόριστο, το αναπάντεχο, το ανεπανάληπτο. Οι μαγγάνες που το κρατούσαν ερμητικά κλειστό για άγνωστο χρόνο, υποχώρησαν στις μελιστάλακτες επιθυμίες της γιαγιάς. Η παχιά αφράτη σκόνη συσσωρευμένη στο σκοροφαγωμένο σκουρόχρωμο πάτωμα γλύφει τα γυμνά μου γόνατα, πασπαλίζει το βελούδινο φόρεμά  μου, λεκιάζει τα λουστρινένια πέδιλά μου. Το ξεθωριασμένο κιτρινωπό χαρτί στην πλάτη του καπακιού ανοίγει την αυλαία. Τα γράμματά του λοξά καλλιγραφικά με μπλε μελάνι:

 

Τυχερός όποιος ανοίξει αυτήν την κιβωτό

και το όνομά του εμπεριέχει γράμματα του Ευαγγελίου

 

Σηκώνω το καπάκι ψηλά. Στρέφω το χαρτί προς τη μεριά του κάστρου, να διαβαστεί από το μοναδικό υπάρχοντα μάρτυρα, το βασιλιά ήλιο. Εκεί στο κρεβάτι, σιμά του, αναπαύεται η γιαγιά. Διαβάζω στα χείλη της την επιθυμία της:

 

Τυχερή Ευαγγελία

 

Απαστράπτει το γλυκοσταφιδιασμένο πρόσωπό της.

Είναι η αρχή της μέθεξης.

 

Για το μυθιστόρημα, ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Στείρης σημειώνει:

 

[…] Μια οικογενειακή ιστορία, η οποία απλώ­νεται σε ένα διάστημα τριών περίπου γενεών αποτελεί τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Τέ­τοιου είδους ιστορίες έχουμε, ως αναγνωστικό κοινό συνηθί­σει να διαβάζουμε σε κείμενα της νοτιοαμερικανικής λογοτε­χνίας, η οποία είναι εξαιρετικά δημοφιλής τις τελευταίες δεκα­ετίες στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της λογοτεχνικής παράδοσης, όπως αυτή εκ­φράζεται για παράδειγμα στα έργα των Μπόρχες, Αλιέντε, Βάργκας – Γιόσα και άλλων, είναι ο μαγικός ρεαλισμός, η απόπει­ρα μείξης της πραγματικότητας με τη μεταφυσική. Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η υπερβατικότητα, η οποία βοηθά το νου να αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα και να την επανασυνθέσει με άλλο τρόπο.

Η κ. Παζιώτα, παρότι φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τη συγκεκριμέ­νη λογοτεχνική παράδοση, δεν ρέπει στο μαγικό ρεαλισμό. Η ατμόσφαιρα του κειμένου της θυμίζει αρκετά κείμενα …όπως το «Σπίτι των πνευ­μάτων», αλλά δεν τα μιμείται. Διαφοροποιείται ευκρινώς στην πραγμάτευση του θέματός της.

Συγκεκριμένα, ο ρεαλισμός στο έργο της είναι σκληρός, χωρίς μεταφυσικές διεξόδους και φυγές. Οι χαρα­κτήρες δεν δικαιολογούνται με βάση υπέρλογες αναφορές και παρεμβάσεις. Οι ήρωες της είναι ηθικά υποκείμενα, είναι απόλυτα υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και ως τέτοιοι αντιμετωπίζονται. Αναμετρώνται με τον εαυτό τους και λιγότερο με τους άλλους. Σε καμιά περί­πτωση όμως η συγγραφέας δεν φτάνει σε ένα σκληρό και ανελέ­ητο ρεαλισμό, σαν και αυτό που μας είχε συνηθίσει η λογοτεχνία του 20ου αιώνα, κυρίως η αμερι­κανική.

Το ανάγνωσμα σε καμία περίπτωση δεν γίνεται ωμό, σε βαθμό που να προκαλεί δυσφο­ρία στον αναγνώστη. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν η αφηγηματική τε­χνική που χρησιμοποιείται η πα­ράθεση εκτεταμένων ποιημάτων εντός του κειμένου.

Όσον αφορά στην αφηγηματική τεχνική, έχει στηριχθεί σε μακροσκελείς περιγραφές και αφηγήσεις, οι οποίες δεν αφή­νουν την αφηγηματική ένταση να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη και να στριμώξει τον αναγνώστη στα σχοινιά, σαν τον πυγμάχο που ετοιμάζεται να καταβάλει οριστι­κά τον αντίπαλό του. Εκείνο όμως που αποτελεί τη μέγιστη και καθοριστική συμβολή του κειμένου της είναι η εναλλαγή πεζού και ποιητικού λόγου.

Τα ποιητικά κείμενα, τα οποία είναι επίσης γραμμένα από τη συγγραφέα έχουν πολλαπλό ρόλο μέσα στο κείμενο. Αρχικά, ανακουφίζουν τον αναγνώστη από την πίεση των τεκταινομένων. Στη συνέχεια λειτουργούν σχολιαστικά ως προς τα αφηγηθέντα. Αυτό δε σημαίνει ότι δε σχετίζονται με το κείμενο. Θα έλεγα, επί το ορθότερον, ότι δεν έχουν πάντοτε εμφανή σχέση με το κείμενο. Ο αναγνώστης αφή­νεται να ανακαλύψει τις συνδέ­σεις και τις συνάφειες, αλλά παράλληλα να χτίσει και τις δικές του, όπως εκείνος τις αντιλαμβάνεται. Επιπροσθέτως, τα ποιητικά μέρη προσδίδουν λυρισμό, ο οποίος είναι πηγαίος και πρωτόλειος. Φαίνεται ότι ο πρώτος στόχος της συγγραφέ­ως είναι ο συναισθηματισμός, η ανάδευση και η γέννηση αισθη­μάτων.

Όσον αφορά τώρα στους χαρακτήρες του έργου και την ιστορία: οι χαρακτήρες είναι γήινοι και διακρίνονται για την πειστικότητά τους. Θα έλεγα ότι η ζωή, σε πάμπολλες περιπτώσεις, έχει αναδείξει εξαιρετικά πιο ακραίες συμπεριφορές από εκείνες που περιγράφονται στο «Μην ταΐζετε τα ψαράκια».

Η πλοκή του μυθιστορήματος εξε­λίσσεται γύρω από μια οικογέ­νεια, η οποία στην πορεία των ετών βιώνει μια σειρά από δυ­σκολίες. Η συγγραφέας δεν εστιάζεται όμως στις δυσκολίες καθαυτό, αλλά στον τρόπο που τις βιώνουν οι ήρωες και στη διαχείριση των αισθημάτων που αυτές προκαλούν. Για το λόγο αυτό η δράση δεν προχωρά με γοργούς ρυθμούς. Η συγγραφέας επιδιώκει να δώσει την ευκαι­ρία στους αναγνώστες να προβληματιστούν, να σκεφθούν και να αναστοχασθούν, επειδή, πιθα­νότατα, θα ανακαλύψουν εντός του έργου πρόσωπα και κατα­στάσεις που δεν θα τους φανούν πολύ ξένα από αντίστοιχα του περιβάλλοντός τους.

Στους ήρωές της η συγγρα­φέας φέρεται αδυσώπητα. Τα πρόσωπα του έργου δε λυτρώνονται, γιατί οι αμαρτίες της ζωής τους μοιάζουν να τους στοιχειώνουν εφ’ όρου ζωής. Η κάθαρση δεν επιτυγχάνεται με τον τρόπο που την περιγράφει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του. Δεν καθαίρονται οι ήρωες και δεν καθαίρεται, πιθανότατα, και ο αναγνώστης. Δεν υποτάσσο­νται οι καταστάσεις και η πλοκή σε μια κοσμική δίκη, η οποία θα απέδιδε τα ίσα και θα διευθετού­σε εντός μας τα πράγματα. Ο κάθε άνθρωπος παλεύει απένα­ντι σε δυνάμεις, εξωγενείς και εσωγενείς. Δεν είναι οι άλλοι η κόλασή του, όπως αποφθεγματικά είχε γράψει ο Σαρτο, αλλά όσοι διαθέτουν κάποια ιδιαίτερη πνευματική προπαρασκευή, η οποία θα τους επέτρεπε να διαχειριστούν τις καταστάσεις. Λει­τουργούν ενστικτωδώς, πηγαία και για αυτό οι αντιδράσεις τους είναι γεμάτες με ζωικό αυθορμη­τισμό και σε σημαντικό βαθμό απρόβλεπτες. Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι πολύ πειστικές και γήινες. Ως αποτέλεσμα των προηγουμένων επιλογών, το έρ­γο κερδίζει σε πειστικότητα και αμεσότητα.

Όσον αφορά στον αξιακό κόσμο του μυθιστορήματος, α­ποτελεί το πλέον ελληνικό στοιχείο του έργου. Είχα αναφέρει προηγουμένως ότι σε επίπεδο φορμαλισμού η συγγραφέας δεν έχει επιμείνει σε στοιχεία που εύκολα και ανέξοδα θα προσέδιδαν ένα τόνο ελληνικό­τητας στο κείμενό της και θα δημιουργούσαν δεσμούς με το αναγνωστικό κοινό της. Αντίθε­τα, επέλεξε να δημιουργήσει το δεσμό αυτό στηριγμένη στις αξιακές παρακαταθήκες του ελληνισμού.

Οι γυναίκες – ηρωίδες, ειδικά αυτές, εμφορούνται και διέπονται από τις αξίες εκείνες που όλοι είχαμε μάθει να ανα­γνωρίζουμε γύρω μας ως παιδιά και ευτυχώς εξακολουθούμε να διακρίνουμε στον περίγυρό μας. Είναι συνετές, υπομονετικές, ευαίσθητες, έξυπνες, ψύχραιμες, διαισθητικές, καλοπροαίρε­τες. Αντίθετα, η συγγραφέας, χωρίς δυστυχώς να υπερβάλλει, δεν τηρεί τα ίσα προς τους άνδρες ήρωες, με την εξαίρεση του Ανδρέα. Οι άνδρες ήρωες δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν και να σταθούν δίχως τις γυναί­κες. Αν αφήνονταν να κυριαρχή­σουν, η καταστροφή θα ήταν ευδιάκριτη. Αυτή είναι περίπου και η εικόνα της ελληνικής κοι­νωνίας εδώ και αιώνες.

Το μυθιστόρημα της κας Παζιώτα αποτελεί ένα ανάγνωσμα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη του, γιατί τον βοηθά να δει καλύτερα μέσα του, σε περιοχές που δεν είναι καλά φωτισμένες. Τον βοηθά επίσης να καλλιεργήσει το συναισθηματισμό του και την ειλικρίνειά του προς τον εαυτό του και τους άλλους. Σε εποχές που το ψέμα κυριαρχεί, έρχονται ιστορίες σαν και αυτή να μας προσφέρουν, με την αλήθεια τους, αυτό που μας λείπει. Το χρηματιστήριο των υλικών αξιών γνωρίζει συνεχείς αυξομειώσεις και γεννά ταραχή. Η τέχνη γεννά ανθρωπισμό και αλήθεια.

 

Read Full Post »

Older Posts »