Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘λόγιος’

Αργυρόπουλος Ιωάννης (1394 – 1486)


 

Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και κληρικός. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία στην Πάντοβα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έφυγε στη Φλωρεντία, ασπάστηκε τον καθολικισμό και δίδαξε στην πλατωνική ακαδημία στην έδρα της ελληνικής ποίησης και φιλοσοφίας.

 

Ιωάννης Αργυρόπουλος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνστα­ντινούπολη (1394). Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1438-1439) και για πρώτη φορά ήρθε σε άμεση επαφή με τους μεγαλύτερους λογί­ους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας (1443), όπου έμεινε αρκετά χρόνια κι έμαθε λατινι­κά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αναληφθεί ό­τι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Παρά ταύτα, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη που υπεραγαπούσε και δεν έφυγε από αυ­τήν παρά μονάχα μετά την Άλωση της από τους Τούρκους (1453). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στη Βασιλεύουσα διακρί­θηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβε­βαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους ως πρόσφυγας στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Εκεί βρέθηκε σε ένα φιλικό πε­ριβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδί­κων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (1434-1464), ο οποίος είχε ονομαστεί και «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα δε στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνι­κή Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμι­στού ή Πλήθωνος.

Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία, εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλω­ρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακα­δημία με την υποστήριξη και του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)- και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά.

Πράγματι, ο Λαυρέντιος δεν έπεσε έξω σης προβλέψεις του και η επιτυχημένη δι­δασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Έτσι, πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου. Μεταξύ των μαθητών του εξέχουσα θέση έχουν οι Δονάτος Ατσαγιόλι και Άγγελος Πολιτσιάνο (Angelo Poli­ziano). Άλλος σημαντικός μαθητής του Αργυρό­πουλου (και συγγενής του γνωστού Ιωάννη Χρυσολωρά) ήταν και ο Ιωάννης Μαρία Φίλελφος, γιος του γνωστού Ιταλού ουμανιστή Φραγκίσκου Φίλελφο (Francesco Filelfo).

Ο Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτω­να. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία.

Το μάθημά του στο πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοπορια­κό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από μια συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Αργυρόπουλος, πέρα α­πό τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που εί­χε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέ­ρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Και αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική.

Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα δι­δάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής! Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι και το 1471, ο­πότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένειά του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του, ενώ δυο άλλα έζησαν. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία, ο Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου για να διδά­ξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό.

Ιωάννης Αργυρόπουλος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1866.

Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέ­στρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρή­κε τον Έλληνα φίλο του, το γνωστό Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό, και μετέπειτα πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε πολύ χρόνο για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, δίδαξε αρ­κετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επι­τυχία. Γρήγορα, όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Έτσι, γρήγορα εγκατέλειψε τη Ρώμη και το 1477 βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδασκε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κου­ρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευ­ταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς γι’ αυτόν, έ­πεσε σε έσχατη ένδεια, και μάλιστα έφτασε στο ση­μείο να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θά­νατος δεν άργησε να τον βρει γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγά­λη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγρα­φέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Παρά ταύτα, το  συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διάφορων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Αναλυτικότερα, τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι τα εξής:

1) Εκκλησιαστικά ποιήματα,

2) Πε­ρί συλλογισμού,

3) Περί Αριστοτελικής Φιλοσο­φίας,

4) Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά,

5) Λόγος πε­ριττής Συνόδου της Φλωρεντίας,

6) Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προ­τείναντας,

7) Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους.

Κοντά σε αυτά, οι σπουδαιότε­ρες μεταφράσεις στα λατινικά από τα ελληνικά εί­ναι: 1) Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί ουρανού, Περί γενέσε­ως και φθοράς, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης, 2) Βασιλείου του Μεγάλου Ομιλία εις εξαήμερον.

Η συμβολή του Ιωάννη Αργυρόπουλου στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Ευρώπη είναι μεγίστη. Ειδικά στη Φλω­ρεντία, όπου διέμεινε αρκετά χρόνια, τον θεωρούσαν και ήταν από τους πλέον ση­μαντικούς Έλληνες εκπρόσωπους του 15ου αιώνα στη διδασκαλία των ελληνικών και της φιλοσοφίας μαζί με τον Μιχαήλ Μάρουλλο Ταρχανιώτη, με­τά τον Μανουήλ Χρυσολωρά, που δίδαξε στο εκεί πανεπιστήμιο στα τέλη του 14ου αιώνα (1396-1399).

Η εκτίμηση που απολάμβανε στη Φλωρεντία ο Αργυρόπουλος ήταν μεγάλη όχι μόνο από τους λο­γίους της πόλης, αλλά και από τους μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο περίφημος λόγιος Δονάτος Ατσαγιόλι έλεγε ότι όταν ο Αργυρόπουλος δίδασκε, τότε φαινόταν να αναγεννώνται οι χρόνοι των αρ­χαίων φιλοσόφων. Ο Αργυρόπουλος στη Φλωρε­ντία ήταν αυτός ο οποίος πραγματικά έδωσε ώθηση στις ελληνικές σπουδές και στη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας, κάτω από ένα νέο και καινοτό­μο πνεύμα και προοπτική.

Γρήγορα η φήμη του ως δασκάλου της ελληνικής αλλά και της λατινικής γλώσσας διαδόθηκε και πέρα από την Ιταλία και για μερικά χρόνια επισκέφθηκε την αυλή του Ούγ­γρου βασιλιά, για να διδάξει και εκεί. Πέρα από τη διδασκαλία του, που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους συγχρόνους του, με τις μεταφράσεις του στα λατινικά των Ελλήνων κλασικών και ιδιαίτερα του Αριστοτέλη, έδωσε τη δυνατότητα στους λογίους Ιταλούς ουμανιστές της εποχής του να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και την αρχαία ελληνική δια­νόηση στην πιο τέλεια μορφή τους. Δικαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως αν θεωρήσουμε ότι ο Χρυσολωράς ήταν αυτός από τους Έλληνες ο οποίος συνέβαλε στο ξεκίνημα της αναγέννησης των ελληνικών σπουδών στη Φλωρεντία και την Ιτα­λία, τότε ο Αργυρόπουλος ήταν από τους πιο άξιους συνεχιστές του.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ. 45- 48.
  • Ζαβίρας Γεώργιος, Νέα Ελλάς, Αθήνα 1872, σ. 63-64.
  • Παύλος Καρολίδης, Ιστορία της Νέας Ελλάδας, Αθήνα 1925, σ. 252.
  • Ε. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siècle, Παρίσι 1962, pp. 81/97/132.
  • J. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
  • P. Burke, The Renaissance, Macmillan,Λονδίνο 1987.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Ζυγομαλάς Ιωάννης (1498-1584)


 

O Ιωάννης Ζυγομαλάς και ο υιός και ομότεχνός του Θεοδόσιος (1544-1607) διέγραψαν μια πνευματική πορεία που άφησε πολλά και πλούσια ίχνη και τεκμήρια. Υπηρέτησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σε θέσεις κλειδιά. Εκεί δίδαξαν την αρχαία ελληνική, ενώ αντέγραφαν και διακινούσαν χειρόγραφα με έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων. Είναι γνωστή η αλληλογραφία τους με ευρωπαίους λογίους και περιηγητές, χάρις στην οποία η ουμανιστική Δύση γνώρισε τους Ρωμιούς του 16ου αιώνα, όσο και την τότε ομιλούμενη γλώσσα τους, ως συνέχεια του ελληνισμού της κλασσικής εποχής και του Βυζαντινού κόσμου.

Ο Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1584) ήταν λόγιος, φιλόλογος, κωδικογράφος, εκκλησιαστικός ρήτωρ και αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γόνος γνωστής οικογένειας από τo Άργος (το αρχικό όνομά της ήταν Σαγομαλάς), η οποία είναι γνωστή για τις υπηρεσίες της προς τον φράγκο φεουδάρχη του Άργους, Guy d’ Enghien.

Ο ίδιος γεννήθηκε το 1498 στο Ναύπλιο και μαθήτευσε κοντά στον Αρσένιο Αποστόλιο, ο οποίος του δίδαξε τα κλασικά γράμματα και την αρχαία ελληνική γλώσσα και παιδεία. Συνέχισε τις σπουδές του και στο πανεπιστήμιο της Πάδουας, όπου διδάχθηκε και τα λατινικά, κοντά στον Giovanni Foresto. Επέστρεψε στο Ναύπλιο και εργάσθηκε ως εκκλησιαστικός ρήτωρ στην εκεί μητρόπολη, δίδασκε επίσης αρχαία ελληνικά και άσκησε τα καθήκοντα του νοταρίου.

Το 1549 μετακόμισε χωρίς την οικογένεια στην Αδριανούπολη, προσκεκλημένος του τότε μητροπολίτη Ιωάσαφ, για να διδάξει και εκεί τα ελληνικά. Όταν ο Ιωάσαφ χειροτονήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Ιωάννης τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισε εκεί γύρω στο 1555. Ο Ιωάννης ανέλαβε το αξίωμα (οφφίκιον) του «Μεγάλου Ρήτορος του Πατριαρχείου» και το 1576 χειροθετήθηκε από τον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό «Μέγας Ερμηνευτής των Γραφών».

Συνέχισε να διδάσκει τα Αρχαία ελληνικά και να αντιγράφει χειρόγραφα κατά παραγγελία. Όπως και ο γιος του Θεοδόσιος Ζυγομαλάς έτσι και ο ίδιος ο Ιωάννης δεν φαίνεται να έλαβε αποφασιστικό μέρος στην ανταλλαγή θεολογικών θέσεων και στην απόπειρα προσέγγισης μεταξύ των λουθηρανών θεολόγων και του Πατριάρχη Ιερεμία Β’ του Τρανού. Από τον γάμο του με την Γρατζιόζα απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες. Πέθανε το 1584 στην Κωνσταντινούπολη.

Έργα του είναι:

  • Βίος του Σταυρακίου Μαλαξού, πρωτοπαππά του Ναυπλίου.
  • Επιτομή της ελληνικής Γραμματικής.
  • Διάφορα επιγράμματα στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά.
  • Προσευχή στην Θεομήτορα για την εορτή της Κοιμήσεως του 1576.
  • Πολυάριθμες επιστολές προς διάφορους παραλήπτες.

 

Πηγές


  • E. Legrand, «Notice biographique sur Jean et Theodose Zygomalas», Παρίσι, 1889.
  • S. Perentidis, «Théodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor», Αθήνα, Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα, 1994.
  • « Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς / Πατριαρχείο – θεσμοί – χειρόγραφα», Πρακτικά συμποσίου, Ιούνιος 2006, Άργος, Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (Επιμέλεια), Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.  

 

Read Full Post »

Θεοδόσιος Ζυγομαλάς (1544-1607)

 

Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς (1544-1607) ήταν λόγιος, φιλόλογος, κωδικογράφος και αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο από γνωστή οικογένεια της Αργολίδας, το αρχικό επώνυμο της οποίας ήταν φαίνεται Σαγομαλάς. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του Ιωάννη Ζυγομαλά. Το 1555 η οικογένεια μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας ασκούσε ήδη καθήκοντα λαϊκού αξιωματούχου και ρήτορα στο Πατριαρχείο, διδάσκοντας ταυτόχρονα τα ελληνικά και αντιγράφοντας κατά παραγγελία χειρόγραφα.

 

Το 1564 ο εικοσάχρονος Θεοδόσιος μαρτυρείται ως νοτάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κωδικογράφος, ενώ ήδη το 1574 έχει προαχθεί σε πρωτονοτάριο της Μεγάλης Εκκλησίας. Τέλος στα μέσα του 1591 ανέρχεται στο αξίωμα του δικαιοφύλακος.

 

Είναι γνωστός χάρις στην μακρόχρονη αλληλογραφία και φιλία του με τον Γερμανό φιλόλογο Martinus Crusius, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης (Τübingen). Ο τελευταίος σημείωνε στο αναλυτικό του ημερολόγιο όλες τις πληροφορίες που του έστελνε ο Θεοδόσιος και πολλές από αυτές δημοσίευσε στα βιβλία του, κυρίως στο «Turcograeciae libri octo» (1584).

 

Χάρις σε αυτές τις πληροφορίες του Θεοδοσίου και στα δημοσιεύματα του Crusius, αρχίζει να αναπτύσσεται το ενδιαφέρον των τότε Ευρωπαίων για τους Έλληνες εκείνης της εποχής, χαρακτηρίζοντάς τους για πρώτη φορά απογόνους των αρχαίων Ελλήνων και των Βυζαντινών. Πρόκειται για το πνευματικό και ιδεολογικό ρεύμα που θα εξελιχθεί υπό το όνομα «Φιλελληνισμός». Προς χάριν του Crusius, ο Θεοδόσιος μετέφερε στην δημώδη γλώσσα της εποχής αρκετά κείμενα, που έτσι έκαναν γνωστό και το ομιλούμενο ιδίωμα στους συγχρόνους τους. Φιλίες ανέπτυξε και με άλλους ουμανιστές, όπως τον Johannes Leunclavius ή Löwenklau, τον Stefan Gerlach, τον Philippe du Fresne-Canaye, τον Georgius Dousa, τον Andrea Taranowski κ.ά.

 

Η συμμετοχή του στην ανταλλαγή θεολογικών θέσεων και προτάσεων μεταξύ του πατριάρχη Ιερεμία Β’ του Τρανού και των λουθηρανών θεολόγων της Τυβίγγης φαίνεται περιορισμένη και πάντως όχι αποφασιστική. Χάθηκε μάλλον στην επιδημία πανώλης που έπληξε την Κωνσταντινούπολη το 1607. Η πολυάριθμη οικογένειά του μετακόμισε σε διάφορα μέρη. Απόγονοί του μαρτυρούνται έως τον 19ο αιώνα στην Χίο, και σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου.

 

 

Έργα

 

  • «Πολιτική Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως από το 1391 έως το 1578»
  • Μακρά επιστολή προς τον Crusius με χρονολογία 7 Απριλίου 1581
  • «Θεματοεπιστολαί» στα αρχαία και τα δημώδη ελληνικά
  • Παράφραση σε δημώδη γλώσσα του βυζαντινού μυθιστορήματος «Στεφανίτης και Ιχνηλάτης»
  • Παράφραση, ωσαύτως, της βυζαντινής νομικής συλλογής «Μικρή σύνοψη»
  • Παράφραση της «Εξαβίβλου» του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου
  • Κατάλογος οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας
  • Κατάλογοι δημοσίων και ιδιωτικών βιβλιοθηκών της Κωνσταντινούπολης,
  • Πολυάριθμες επιστολές προς διαφόρους παραλήπτες
  • Σύντομο Περιηγητικό του Αιγαίου πελάγους
  • Περιγραφή του Όρους Σινά
  • Περιγραφή του Αγίου Όρους (τα δύο τελευταία με αυτοσχέδιους χάρτες).

 

 

  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

S. Perentidis, Théodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor, Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν.Σάκκουλα, 1994.

 

Alland & Rials 2003 : D. Alland & S. Rials (ιd.), Dictionnaire de la culture juridique, Paris.

Burgman, Fφgen, Schminck & Simon 1995 : L. Burgmann, M. Th. Fφgen, A. Schminck, D. Simon, Repertorium des Handschriften des byzantinischen Rechts. Teil I. Die Handschriften des weltlichen Rechts, Frankfurt am Main [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon. 20].

 

Cornu 2003 A : G. Cornu, « Adages et brocards », in Alland & Rials 2003, p. 21-26.

Cornu 2003 B : G. Cornu, « Linguistique juridique», in Alland & Rials 2003, p. 952-959.

Cornu 2005 : G. Cornu, Linguistique juridique, Paris3.

Crusius 1584 : Turcogrζciζ libri octo a Martino Crusio (…) edita, Basileζ.

 

Du Cange 1688 : C. Du Cange, Glossarium ad Scirptores mediae et infimae Grζcitatis, Lugdunum.

 

Getov, Katsaros & Papastathis 1994 : D. Getov, V. Katsaros, Ch. Papastathis, Κατάλογος των

ελληνικών νομικών χειρογράφων των αποκειμένων στο Κέντρο Σλαβο-βυζαντινών σπουδών

« Ivan Dujčev » του Πανεπιστημίου « Sv. Kliment Ohridski » της Σόφιας, Thessalonique.

 

Gkinis 1966 : D. Gkinis, Περίγραμμα Ιστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ δικαίου, Athθnes3 [Πραγματεία της Ακαδημίας Αθηνών. 26]

 

Hinterberger 2005 : M. Hinterberger, « Les relations diplomatiques entre Constantinople et la Russie au XIVe siθcle. Les lettres patriarcales, les envoyιs et le langage diplomatique », in M. Ballard, Ι. Malamut & J.-M. Spieser (ιd.), Byzance et le monde extιrieur. Contacts, relations, ιchanges, Paris [Byzantina Sorbonensia. 21].

 

Holton 1974 : Διήγησις τοῦ Ἀλεξάνδρου. The tale of Alexander. The rythmed Version. Critical Edition with an Introduction and Commentary, Thessaloniki [Βυζαντινὴ καὶ Νεοελληνικὴ Βιβλιοθἠκη. 1].

 

Kahane & Kahane 1970-1976 : H. & R. Kahane, « Abendland und Byzanz : Sprache », in P. Wirth (ιd.), Reallexikon der Byzantinistik, Bd. I, Heft 4-6, col. 345-640, Amsterdam.

Krueger 1880 : Corpus Iuris Civilis, II. Codex Iustinianus recognovit et retractavit P. Krueger, Berlin.

 

Lemerle 1988 : P. Lemerle, Actes de Kutlumus. Nouvelle ιdition remaniιe et augmentιe, Paris2 [Archives de l’Athos. II2].

 

Maruhn & Perentidis 1985 : J. Mahrun / S. Perentidis, « Quelques aspects du fonctionnement de la Justice chypriote ΰ l’ιpoque des Lusignan », Chypre. La vie quotidienne de l’antiquitι ΰ nos jours. Actes du Colloque, [Paris], Musιe de l’Homme, p. 139-148.

 

Mihăescu 1976 : H. Mihăescu, « Die Lage der zwei Weltsprachen (Griechisch und Latein) im Byzantinischen Reich des 7. Jahrhunderts als Merkmal einer Seitwende », in H. Kφpstein & F. Winkelmann (ιd.), Studien zum 7. Jahrhundert in Byzanz. Probleme der Herausbildung des Feudalismus, Berlin, p. 95-100 [Berliner Byzantinische Arbeiten. Bd. 47].

 

Mommsen & Krueger 1889 : Corpus iuris civilis, II, Digesta, Berlin, p. 1-994. Nomokritθrion : ιd. Gkinis 1966, p. 65-112.

 

 

Oikonomidθs 1999 : N. Oikonomidθs, « L’“unilinguisme” officiel de Constantinople Byzantine (viie-xiie s.) », Σύμμεικτα, 13, p. 9-21.

 

Par. : Paraphrase de la SMin. par Thιodose Zygomalas, ιd. Perentidis 1994, p. 103-308. Peira : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, IV, Athθnes, p. 1-260.

 

Perentidis 1984 A : S. Perentidis, « Un manuscrit de l’Hexabible d’Harmιnopoulos en la possession de Thιodose Zygomalas », in P. Dimakis (ιd.), Μνήμη Γεωργίου Πετροπούλου (1897-1964), II, Athθnes, p. 207-228.

 

Perentidis 1984 B : S. Perentidis, « Recherches sur le texte de la Synopsis minor », in D. Simon, (ιd.), Fontes Minores VI, Frankfurt/Main, p. 219-273 [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon. 11].

 

Perentidis 1986 : S. Perentidis, « L’empereur nι le jour de Pβques. Michel IX Palιologue et la date de la Synopsis minor », in D. Simon (ιd.), Fontes Minores VII, Frankfurt/Main, p. 253- 257 [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon.

 

Perentidis 1994 : S. Perentidis, Thιodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor, Athènes [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte. Athener Reihe, herausgegeben von Spyros Troianos. 5].

 

Perentidis sous presse : S. Perentidis, « ΐ quoi bon le latin ΰ Byzance aprθs Justinien ? ou la rhιtorique et le charme de l’incomprιhensible », sous presse dans A. A. Fursenko et V. N. Pleshkov (ιd.), Seules les lettres sonnent. Mιlanges pour Igor P. Medvedev, Saint Pιtersbourg.

 

Podskalsky 1988 : G. Podskalsky, Griechische Theologie in der Zeit der Tόrkenherrschaft. Die Orthodoxie im spannungsfeld der nachreformatorischen Konfessionen des Westens, Mόnchen.

 

Ponθma nomikon : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, VII, Athθnes, p. 411-497. Sathas 1877 : C. Sathas, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη συλλογὴ ἀνεκδότων μνημείων τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, vι, Paris & Venise.

 

SBM : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, V, Athens, p. 7-598. Schoell & Kroll 1895 : R. Schoell & W. Kroll, Corpus iuris civilis, III, Novellae, Berlin, p. 1-795.

 

Simon 1973 : D. Simon et alii, Zyprische Prozeίprogramme, Mόnchen [Mόnchener Beitrδge zur Papyrusforschung und Antiken Rechtsgeschichte. 65]. SMin. : Synopsis minor, ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, VI, Athnes, p. 327-547.

 

Toufexis 2005 : P. Toufexis, Das Alphabetum vulgaris linguae graecae des deutschen Humanisten Martin Crusius (1526-1607). Ein Beitrag zur Erforschung der gesprochener griechischen Sprache im 16. Jh., Kφln [Neograeca Medii Aevi herausgegeben von Hans Eideneier. VII].

 

Troianos 1999 : S. Troianos, Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, AthθnesKomotini.roblewski 1988 : J. Wroblewski, « Les langages juridiques : une typologie », Droit et Sociιtι, 8, p. 15-30.

 

Zachariae 1839 : C.E. Zachariae, Historiae Iuris Graecoromani delineatio cum appendice ineditorum, Heidelbergae.

 Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, «Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Θεολογία, τ. 1 (1923), σ. 159.

Read Full Post »