Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μαρτυρίες’

Κατοχικές μνήμες στην Καρυά Αργολίδας – Σπύρος Κ. Καραμούντζος


 

Φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζώα, ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες,  βασικές στερήσεις αγαθών… Τη ζωή της κατοχής θυμάται και γράφει ο  Σπύρος Κ. Καραμούντζος μέσα στις σελίδες του βιβλίου του  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», », σελ. 213-217, που εκδόθηκε το 2007.

 Σε σημείωσή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι έπεται άλλο βιβλίο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου.

 Όμως επανέρχεται ένα χρόνο αργότερα και με άρθρο του στην Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008, «ζωντανεύει» την σύλληψη και την εκτέλεση από τους Γερμανούς του θείου του, αδελφού του πάτερά του, δασκάλου του χωριού Σπύρου Ι. Καραμούντζου…

 

Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι, τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια. Στην πραγματικότητα ήμασταν μία γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και γεγονότα όπως πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.), ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες κ.λπ. δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου, είναι βιώματα από κούνια, που ευχόμαστε να μην τα ζήσουν άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε όμως τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε πολλές υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Ο συγγραφέας Σπύρος Καραμούντζος σε ηλικία 13 ετών στο Άργος, το 1945.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να μην κάνουμε σπατάλες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε και το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1940-1950, ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής. Όταν αναφερόμαστε στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα παιδιά και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα «της Ελλάδας παιδιά» επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας τα δικά τους παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα ζήτησε να καταλάβει την πατρίδα μας.

Εκεί είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χίτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, να επιστρέφουν με ψηλά το κεφάλι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό επιτάξανε και όλα τα μουλάρια, που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια.

Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλκε γρήγορα από το κακό που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα και προδοσίες οργανώθηκαν οι Έλληνες στις πόλεις και στη συνέχεια ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά. Από εκεί, σαν άλλοι ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολη τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματα τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από τους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. (Η Κατοχή, ο Ανταρτοπόλεμος, ο Εμφύλιος και φυσικά όσα συνέβηκαν και αφορούν το δικό μας χωριό, είναι κεφάλαια ενός άλλου βιβλίου μου, που θα κυκλοφορήσει αργότερα).

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν αρνητικά τη μέχρι τότε φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται στη Βόχα, στη Βοϊστίτσα και σ’ άλλα εύφορα μέρη για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους χαθήκανε στο Μέτωπο. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών. Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία και τα δικαστήρια υπολειτουργούσαν. Δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά σιγά συγκατοικούσε, χωρίς να μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ού­τε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία. Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε για όλο το χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Για λάδι δε γίνεται λόγος, ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο και, ανυπόφορο κακό είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταΐσουν και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρόνων, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα ζευγάρι παπούτσια και κανά ρουχαλάκι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια.

Μετά το χειμώνα οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες ζυμώνανε μόνο κριθαρένιο μαύρο ψωμί και μπομπό­τα που σκόρπαγε και δε γινότανε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια, φάγανε λαθούρια, με αποτέλεσμα, τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μία αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα χρόνια εκείνα βελανίδια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι ήμερες βελανιδιές στο Μάζι και τα έψηναν στη θράκα ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες, αν είχαν.

Στο δικό μας σπιτικό δοκιμάσαμε κι εμείς τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνουμε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Η αλήθεια είναι ότι στο χωριό μας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν πείνασε ο κόσμος, με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, έτρωγε κανείς απ’ ό,τι ζωντανό είχε στο σπιτικό του, κυρίως κότα. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά και όχι μόνο στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και πιάναμε πού και πού κανένα λαγό. Από τότε έχω να φάω πάλι.

Οι γυναίκες τότε μαζεύανε στα χωράφια λάχανα που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά πώς να τα έτρωγες χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα. Από φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε κανένα πορτοκάλι, το μοιράζαμε όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: Φάε μούρες, πιες νερό κι έβγα στο προ­σηλιακό, να δεις θέρμες και κακό. Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε, πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα και σταφύλια.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες καβουρδίζανε λίγο κριθάρι και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένος με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι. Επίσης η ελονοσία, το καλααζάρ κ.λπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Ο θάνατος παραμόνευε παντού.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμη και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν και φυσικά δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια. Πρώτη προτίμηση είχαν στις κότες, στα κατσικάκια και σε ό,τι άλλο φαγώσιμο. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες κοιμόντουσαν, καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους.

Εμείς τα παιδιά βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια όρεξη για γέλια και παιγνίδια. Ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές και ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, η μαύρη Κατοχή, όπως αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι.

 

Η εκτέλεση του Δάσκαλου Σπύρου Ι. Καραμούντζου*…

 

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου (1908- 1944). Με άλλους συχωριανούς του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 5 Αυγούστου 1944.

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα.

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχολεία: Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρόνια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44). Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης.

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντιστήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς.

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύχτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέντε άσχετους, άοπλους και φυσικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχίες, τους προπηλάκισαν βάναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Άργος «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.

Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυτουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυγούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο Άργους, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Άργος και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους.

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Άργους, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισης του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενους του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγο του.

Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατο του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

Εκπαιδευτικός – Ποιητής 

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος,  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», Αθήνα, 2007.

 * Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008.

 

Read Full Post »

H εξωτερική μετανάστευση των Aργείων στον 20° αιώνα – Αυθεντικές μαρτυρίες |Διαθεματική εργασία μαθητών του Γυμνασίου Κουτσοποδίου


 

Η παρούσα διαθεματική εργασία πραγματοποιήθηκε από ομάδες μαθητών του Γυμνασίου Κουτσοποδίου κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2013-2014.

Τον συντονισμό και την επιμέλεια του εγχειρήματος είχε η φιλόλογος του Γυμνασίου, Μαρία Α. Βελιζιώτη.

 

Η Εξωτερική Μετανάστευση των Ελλήνων

 

Οι μεταναστεύσεις Ελλήνων προς τις υπερπόντιες ή τις βορειοευρωπαικές χώρες προκλήθηκαν από τη δράση και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, οι κυριότεροι από τους οποίους ήταν: πρώτον, η αποδιοργάνωση της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας της χώρας με την αυξανόμενη ένταξη της γεωργικής παραγωγής των μικρού μεγέθους αγροτικών κλήρων στην οικονομία της αγοράς σε συνάρτηση με την αδυναμία απορρόφησης αγροτικών χεριών από τη βιομηχανία, δεύτερον, οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό που δημιουργήθηκαν με τη βιομηχανική ανάπτυξη των κρατών υποδοχής που παρείχαν δυνατότητες εύρεσης εργασίας και ευκαιρίες για αύξηση των εισοδημάτων, τρίτον, η πληροφόρηση, οι προσδοκίες και οι στρατηγικές των ίδιων των μεταναστών και των οικογένειών τους. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν βέβαια και η σταφιδική κρίση στα τέλη του 19ου αιώνα, η Κατοχή και ο Εμφύλιος στον 20° αιώνα αλλά και η βελτίωση των συνθηκών της μετακίνησης και οι μύθοι που διαδόθηκαν για τις κοινωνίες υποδοχής.

Έλληνες επιβιβάζονται σε βάρκες για να μεταβούν σε υπερωκεάνιο που θα τους μεταφέρει στις ΗΠΑ (Πάτρα, 1910).

Σε απόλυτα μεγέθη οι Έλληνες μετανάστες ήταν ολιγάριθμοι, αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο κύριος προορισμός των μεταναστών ήταν οι ΗΠΑ. Η μεγαλύτερη ροή μεταναστών σημειώθηκε από το 1900 ως το 1917, περίοδο κατά την οποία 450.000 Έλληνες εισήλθαν στη χώρα αυτή. Η μετακίνηση συνεχίστηκε, με μειωμένους πάντως ρυθμούς, ως το 1924 οπότε θεσμοθετήθηκαν στις ΗΠΑ μέτρα για τον περιορισμό των μεταναστών από τις χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης. Το μεταπολεμικό μεταναστευτικό ρεύμα ήταν πολύ πιο μαζικό, κάλυψε το 72% της συνολικής εξωτερικής μετανάστευσης μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, οι μετανάστες από το 1946 ως το 1977 ήταν περίπου 1.000.000. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κινητικότητα που αφορούσε σχεδόν ένα άτομο στα οκτώ. Το 61% των μεταπολεμικών μεταναστών κινήθηκε προς τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και κυρίως προς τη Δυτική Γερμανία, 160.000 περίπου εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία, 135.000 στις ΗΠΑ, 100.000 στον Καναδά και οι υπόλοιποι σε άλλες υπερπόντιες χώρες. Από το σύνολο των Ελλήνων μεταναστών του 20ου αιώνα υπολογίζεται ότι το 40% περίπου επέστρεψε στην Ελλάδα.

Προπολεμικά οι περισσότεροι μετανάστες κατάγονταν από την Πελοπόννησο, τα νησιά και τη Στερεά Ελλάδα. Μεταπολεμικά οι περιοχές που γνώρισαν τα μεγαλύτερα ποσοστά εξωτερικής μετανάστευσης ήταν στη Βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία, Ήπειρος και Θράκη). Οι αρχικοί μετανάστες ήταν και προπολεμικά και μεταπολεμικά νέοι άνδρες από αγροτικές οικογένειες, οι οποίοι έφευγαν πιστεύοντας ότι θα επιστρέφουν μετά από μερικά χρόνια έχοντας βοηθήσει την οικογένειά τους να επιβιώσει και έχοντας αποκτήσει ένα κεφάλαιο. Σταδιακά όμως λόγω της παράτασης του χρόνου διαμονής τους, αλλά και της ανάγκης να εργάζονται περισσότερα μέλη μιας οικογένειας για την επίτευξη του στόχου της αποταμίευσης, άρχισαν να μετακινούνται και έγγαμες γυναίκες συνοδευόμενες συχνά από τα παιδιά τους. Σε αρκετές περιπτώσεις πάντως ιδιαίτερα όταν το ευνοούσε η αγορά εργασίας μετακινήθηκαν γυναίκες με δικό τους μεταναστευτικό σχέδιο.

 

Η πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κρατών

Η μετανάστευση – Ηλικίες μεταναστών – Επαγγέλματα μεταναστών

 

Οι ανάγκες της αγοράς εργασίας και η πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κρατών καθόρισε τη ροή της μεταναστευτικής κίνησης μετά το 1960. Οι χώρες υποδοχής με την υιοθέτηση της πολιτικής προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης και με την αύξηση του εργατικού δυναμικού μέσω της μετανάστευσης, συνετέλεσαν στην υψηλή κινητικότητα των μεταναστών. Η μέση ηλικία των μεταναστών προς τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης υπήρξε μεταξύ 25-32 χρόνων. Στην πλειονότητά τους άνδρες, γεγονός που στην συνέχεια διαφοροποιείται με την μετανάστευση μεγάλου αριθμού έγγαμων και μη γυναικών.

 

Έλληνες μετανάστες στην Αμερική στις αρχές του 20ου αι.

 

Τα επαγγέλματα των, μεταναστών στις χώρες υποδοχής περιορίζονταν στον πρωτογενή τομέα παραγωγής. Οι εργάτες γης και οι ιδιοκτήτες μικρών και διάσπαρτων αγροτικών κλήρων, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στην ενσωμάτωση της αγροτικής παραγωγής στην οικονομία της αγοράς, αντιπροσώπευαν το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών. Μια σειρά προβλημάτων της αγροτικής οικονομίας εξηγούν την ενέργεια και την υποαπασχόληση στην ύπαιθρο, ενώ αποτελούν, σε τελική ανάλυση, τόσο το αίτιο της αγροτικής εξόδου όσο και με την αιτία του μεταναστευτικού φαινομένου εν γένει. Η έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης, η περιορισμένη έκταση γης για σταθερή απασχόληση, υψηλότερο μισθό και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αποτέλεσαν τους καθοριστικούς παράγοντες για τη λήψη της ατομικής απόφασης του μετανάστη να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα οι αμοιβές των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τριπλάσιες από αυτές τις Ελλάδας, η σχετική εξασφάλιση του συμβολαίου εργασίας, η ασφαλιστική κάλυψη και τα επιδόματα, κατεύθυναν τους νέους της Ελλάδας προς τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

 

Αυθεντικές Μαρτυρίες

 

Μεταναστευτικό υπερωκεάνιο ταξίδι της πρώτης περιόδου (1907-1937).

Για τη μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών σημειώνεται παράλληλα η εγκατάσταση σε αστικά κέντρα της χώρας και η είσοδος στη μισθωτή εργασία, και η μετανάστευση τους  προς μια ξένη χώρα. Στους περισσότερο τόπους εγκατάστασης οι μετανάστες εργάστηκαν ως ανειδίκευτοι εργάτες σε βιομηχανίες, ορυχεία ή σιδηρόδρομους εντάχθηκαν δηλαδή, αρχικά τουλάχιστον, στην εργατική τάξη. Άλλοι έγιναν πλανόδιοι λιανέμποροι ή υπάλληλοι σε επιχειρήσεις. Λίγοι ήταν αυτοί που κατόρθωσαν σε σύντομα χρονικό διάστημα να ανοίξουν τη δική τους μικροεπιχείρηση εστιατόρια, καφενεία, μπακάλικα, μικρά ξενοδοχεία κτλ, όπου συχνά εργάζονται όλη η οικογένεια με σκληρά ωάρια. Συνήθως η είσοδος στον κόσμο των μικροεπιχειρηματιών, ήταν μια είσοδος σκληρής εργασίας και μιας ζωής γεμάτη στερήσεις. Σε ορισμένες χώρες εμφανίστηκε πάντως σύντομα χάρη σε συγκεκριμένες ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες μια μεσαία τάξη στο εσωτερικό των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Κάποια από τα παιδιά των μεταναστών ξέφυγαν από την κοινωνική μοίρα των γονέων τους ακολουθώντας τον δρόμο της επαγγελματικής κατάρτισης και της μόρφωσης. Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις κοινότητες του εξωτερικού είναι τόσο μεγάλες στο ζήτημα της κοινωνικής ανόδου όπως και σε πολλά αλλά, ώστε κάθε προσπάθεια γενίκευσης να είναι αυθαίρετη.

Οι Έλληνες μετανάστες όπως και άλλοι ξένοι αντιμετώπισαν την εχθρικότητα και τις προκαταλήψεις των γηγενών ή των παλαιότερων μεταναστών και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και εκτεταμένες βίαιες ενέργειες εναντίον τους. Για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες που δημιουργούσαν το εχθρικό περιβάλλον και ο γλωσσικός αποκλεισμός, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της καθημερινότητας (βαφτίσεις, γάμους, κηδείες) ίδρυσαν σωματεία και φρόντισαν για τη λειτουργία εκκλησιών.

Τα πρώτα χρόνια όλοι σχεδόν οι μετανάστες πίστευαν ότι η παραμονή τους στο εξωτερικό θα ήταν προσωρινή, κατέβαλλαν λοιπόν προσπάθειες να διατηρήσουν την ταυτότητά τους οι ίδιοι και κυρίως τα παιδιά τους. Με τον χρόνο όμως επήλθαν τεράστιες μεταβολές στην ταυτότητα των ίδιων και των απογόνων τους. Αλλά και οι αυτοπροσδιορισμοί της κοινωνίας από την οποία κατάγονταν οι μετανάστες μετασχηματίσθηκαν. Το περιεχόμενο και το νόημα της ελληνικότητας άλλαξε στις κοινότητες του εξωτερικού όπως και στην Ελλάδα. Οι ταυτότητες και οι πολιτισμοί δεν είναι αμετάβλητες «ουσίες» με σταθερή αξία που οφείλουν οι άνθρωποι να διαιωνίζουν, αλλά δυναμικές που μεταβάλλονται μέσα από τη διαπλοκή των διεθνών σχέσεων, των κοινωνικών συγκρούσεων, των διαντιδράσεων μεταξύ των πολιτισμικών συστημάτων και των στρατηγικών των κοινωνικών υποκειμένων. Η διαπίστωση αυτή αποκτά καίρια σημασία σήμερα που η Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών.

 

H εξωτερική μετανάστευση των Aργείων στον 20° αιώνα

 

Μαρτυρίες

 

To 1970 ήμουνα 15 χρονώ. Ο πατέρας μου οδηγός στα φορτηγά, ο αδερφός μου είχε φύγει στο Σικάγο κι είχε παντρευτεί εκεί. Η μάνα μου στο σπίτι. Φτώχεια. Δεύτερο φουστάνι δεν είχα. Ντρεπόμουνα να βγω τις Κυριακές στην πλατεία του Αγίου Πέτρου στη βραδινή βόλτα γιατί οι άλλες κοπέλες είχαν ωραία φορέματα και παπούτσια της μόδας. Ο αδερφός μου κάθε μήνα μας έστελνε γράμμα και όποτε μπορούσε κάνα τσεκ. Φτωχός κι αυτός, πιάτα έπλενε. Ήτανε Μεγάλη Δευτέρα όταν ήρθε το γράμμα του αδερφού μου. Άνοιξα τον φάκελο να διαβάσω το γράμμα. Ανοίγοντας βρήκα μέσα μια φωτογραφία του αδερφού μου με την νύφη μου κι ένα μεσόκοπο με γκρίζα μαλλιά. Χάρηκα που είδα τον αδερφό μου, όμως σε λίγο όταν διάβασα το γράμμα έπεσα να πεθάνω. Ο αδερφός μου, μου έστελνε προξενειό το μεσόκοπο της φωτογραφίας. Πέσανε πάνω η μάνα μου και ο πατέρας μου. Ο γαμπρός είχε εστιατόριο δικό του και σπίτι. Να τον πάρεις μου λέγανε, να σωθείς. Εγώ έκλαιγα. Ήθελα να αυτοκτονήσω. Ήταν μεγάλος. Δεν το ήθελα. Τίποτα οι δικοί μου. Η μάνα μου έστειλε γράμμα στον αδερφό μου κρυφά από μένα ότι τάχα συμφωνώ με το γάμο και να μου κάνουν πρόσκληση. Σε λιγότερο από ένα μήνα είχε έρθει πρόσκληση και το εισιτήριο. Όταν τα είδα τρελάθηκα. Ήρθε μια θεία μου στο σπίτι. Με πήρε με το καλό. Θα σωθείς, μου είπε θα σε κάνει κυρία. Ποιος θα σε πάρει από εδώ χωρίς σπίτι χωρίς προίκα; Γεροντοκόρη θα μείνεις σαν την ξαδέρφη σου την Ε. Ποιος θα σε κοιτάξει;

Εγώ δε μίλαγα. Η θεία μου συνέχισε. Μη κοιτάς νιάτα και ομορφιές. Ο άντρας είναι άντρας. Αρκεί να είναι δουλευτής. Τι θέλεις να πάρεις νέο και να πεινάς.

Με την κουβέντα μέρεψα κάπως. Έφτιαξα τη βαλίτσα μου και έφυγα. Με δανεικό φουστάνι και τα παπούτσια της ξαδέρφης μου της Ρ.

Στο Σικάγο με περίμενε ο αδερφός μου με τον γαμπρό. Ήτανε στην ηλικία του πατέρα μου. Τι να έκανα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Τόνε παντρεύτηκα. Κάναμε και ένα κορίτσι. Δεν τον αγάπησα ποτέ. Αλλά τον τίμησα. Είδα κοντά του σπίτι και μπάνιο. Στο βαρέλι κάναμε μπάνιο στο Άργος. Χόρτασα ψωμί. Ήταν καλός άνθρωπος. Ποτέ δεν μου είπε κακιά κουβέντα.

Θεός συχωρές τον. Μένω στο Σικάγο. Έρχομαι στην Ελλάδα μόνο τα καλοκαίρια.

Κ.Π. – Γεννήθηκε στο Άργος το 1955

Καταγραφή μαρτυρίας: Όλγα Κατσαρού, Γ1

۩۩

Όπως και πολλές άλλες οικογένειες στην Ελλάδα, έτσι και η δική μου έχει ένα μέλος που είναι μετανάστης στην Αμερική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πήγαιναν και πάρα πολύ καλά και μάλιστα ύστερα από μια αποτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις, η θεία μου πήρε το δρόμο της ξενιτιάς.

Εκείνη την εποχή στην περιοχή μας, αν και πρόκειται για μια αγροτική περιοχή, επικρατούσε φτώχεια. Ειδικά για τα κορίτσια, τα οποία δεν μπορούσαν να δουλέψουν εύκολα στα κτήματα. Έτσι η θεία μου θεώρησε το πιο σωστό για εκείνη και την οικογένειά της να δώσει εξετάσεις, ώστε να γίνει καθηγήτρια προκειμένου να ζήσει αξιοπρεπώς. Δεν τα κατάφερε όμως, και η οικογένεια, της έδωσε την επιλογή του γάμου ή της εργασίας. Επέλεξε λοιπόν να φύγει για ένα καλύτερο αύριο.

Εκεί βρήκε μία δουλειά που της απέδωσε χρήματα, έκανε την οικογένειά της και μέχρι σήμερα ζει εκεί, πάντοτε με την ελπίδα για επιστροφή στην πατρίδα!

Γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Άργους το 1957

Καταγραφή μαρτυρίας: Χάρης Δημόπουλος – Γ1

۩۩

Την δεκαετία του I960 έφυγα από την Ελλάδα σε ηλικία των 17 ετών και πήγα στην Αμερική για να ζήσω μια καλύτερη ζωή, γιατί στην Ελλάδα υπήρχε πάρα πολύ φτώχεια, πείνα και δεν υπήρχε πουθενά δουλειά. Στην Αμερική που πήγα με περίμενε ένας θείος μου, στην αρχή ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Έπλενα πιάτα, καθάριζα κτήρια και έκανα πολλές άλλες διάφορες δουλειές. Με το πέρασμα του χρόνου άνοιξα το δικό μου εστιατόριο και σιγά, σιγά έγινε γνωστό σε όλη την περιοχή, έβγαλα αρκετά καλά λεφτά, τώρα έχουν περάσει 55 χρόνια από τότε που έφυγα από την Ελλάδα, πάντα σκέφτομαι και αγαπώ την πατρίδα που γεννήθηκα. Έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ για να βλέπω τα αδέλφια και τα ανίψια μου.

 Δημήτριος Παπαδόπουλος. Γεννήθηκε στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Αγγελική Μπάρλα

۩۩

Μια μέρα έβλεπα στην τηλεόραση μια πολύ ωραία εκπομπή που έδειχνε ταξίδια. Συγκεκριμένα έδειχνε διάφορες πολιτείες της Αμερικής. Βλέποντας αυτό θυμήθηκα ένα οικογενειακό μας φίλο που είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Αμερικής συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη και είχε γυρίσει πρόσφατα. Είχα ακούσει την ιστορία του και πραγματικά ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Έφυγε από το χωριό μικρό παιδάκι και γύρισε συνταξιούχος. Θυμάμαι που έλεγε πόσο δύσκολη ήταν η Ζωή του στη αρχή μακριά από τους δικούς του σε άσχημες δουλειές που δεν πληρωνόταν καθόλου καλά και με τη στεναχώρια πάντα γιατί του έλειπε η πατρίδα του. Στην συνέχεια όμως με την ικανότητά του μπόρεσε να κάνει περιουσία και να προκόψει. Έκανε μάλιστα και μια ωραία οικογένεια αφού παντρεύτηκε εκεί μια ελληνίδα μετανάστρια. Αυτή την στιγμή έχει δύο μεγάλα παιδιά που έχουν σπουδάσει και δουλεύουν σε πολύ καλές δουλειές στην Αμερική. Αυτός όμως και η γυναίκα του έκαναν το όνειρο τους πραγματικότητα γυρίζοντας στην πατρίδα τους και στο χωριό τους. Μου κάνει εντύπωση που αυτός ο άνθρωπος που λέει ότι έχει δύο πατρίδες την Ελλάδα και την Αμερική και σέβεται αρκετά την χώρα που δούλεψε και πρόκοψε που τώρα ζουν τα παιδιά, του και τα εγγόνια του. Αυτές οι Ιστορίες ζωής μου αρέσουν να τις ακούω γιατί δείχνουν την πορεία του ανθρώπου μέσα από τις δυσκολίες και τους ξένους τρόπους ζωής προόδευσαν αλλά και την πατρίδα τους τίμησαν και δεν την ξέχασαν, αλλά και την ξένη χώρα εκτίμησαν και αγάπησαν σαν πατρίδα και αυτοί γι’ αυτά που τους πρόσφερε.

Α.Κ γεννήθηκε το 1933 στην Λυρκεία Άργους 

Καταγραφή μαρτυρίας: Δήμητρα Νάσση  

۩۩

Η Θεώνη Παντελή. Γερμανία, 1963

Το 1962 γινόταν μετανάστευση από Ελλάδα – Γερμανία. Στην Γερμανία ήταν η μία αδερφή μου και μου έκανε πρόσκληση για να πάω στην Γερμανία να εργαστώ γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Πέρασα από γιατρούς, έφτιαξα τα χαρτιά μου και το διαβατήριο. Όταν έφυγα δεν έφυγα μόνη μου, έφυγα μαζί με αρκετούς άλλους μετανάστες. Ξεκινήσαμε από τον Πειραιά με ένα μεγάλο βαπόρι και φτάσαμε στο Πρίτεζι. Από εκεί φύγαμε με το τραίνο και φτάσαμε στο Φόρτσαιν και από εκεί σκορπιστήκαμε σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας. Εγώ έμεινα στο Φόρτσαιν. Εκεί με περίμενε η αδερφή μου. Μου βρήκε σπίτι και με πήρε στο εργοστάσιο που εργαζόταν. Το εργοστάσιο αυτό έφτιαχνε κουμπιά για μανσέτες. Δούλευα οχτάωρο. Στην αρχή στενοχωριόμουνα, δεν ήξερα την γλώσσα και δεν μπορούσα να συνεννοηθώ. Αλλά σιγά-σιγά έμαθα ορισμένες λέξεις και μπορούσα να συνεννοηθώ στην δουλειά. Στο σπίτι που έμενα έμεναν και άλλοι έλληνες σε διάφορα δωμάτια με μία κουζίνα. Και κάναμε παρέα όλοι μαζί. Έριχνε χιόνια, πολύ κρύο και όταν πηγαίναμε στην δουλεία πάγωναν τα πόδια μας μέσα στα χιόνια.

Κάθε Σαββατοκύριακο που δεν εργαζόμασταν μαγείρευε κάθε ένας το φαγητό του, τα παίρναμε μαζί μας με αρκετές μπύρες, με ραδιόφωνο που είχε ελληνική εκπομπή με τραγούδια της ξενιτιάς και πηγαίναμε στο δάσος και διασκεδάζαμε. Όταν πληρωνόμουν, τα λεφτά τα έστελνα στην Ελλάδα στους γονείς μου. Εκάθησα τέσσερα χρόνια στην Γερμανία.

Θεώνη Παντελή – Γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι το 1937

Καταγραφή Μαρτυρίας: Θεώνη Παντελή

 ۩۩

 Και όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πού να το υπολογίσουμε και να το σκεφτούμε ότι θα ερχόταν η στιγμή και θα γύρναγε ο χρόνος πίσω 50-60 χρόνια για να πάρουμε το δρόμο της ξενιτιάς, το δρόμο που είχαν πάρει οι γονείς μας το 1950-1960 για να βγάλουν το μεροκάματο να ζήσουν αυτοί και να στείλουν πίσω στην πατρίδα, στους δικούς τους ανθρώπους που άφησαν πίσω.

Τους γονείς τους, τα αδέλφια τους. Πολλοί άφησαν γυναίκες και μικρά παιδιά. Όσο και να το περιγράφουμε με λόγια διάφορα, αυτήν την πίκρα εάν δεν την έχεις ζήσει δεν μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ξενιτιά και ξένα. Αυτά λοιπόν που σας αναφέρω είναι βίωμα δικό μου.

Τότε οι γονείς μου το 1950, πήγαν στην Αυστραλία για να δουλέψουν διότι δεν είχαν ψωμί να φάνε και να ζήσουν. Τώρα θα μου πεις τότε η Ελλάδα ήταν κατεστραμμένη από τον πόλεμο και δεν υπήρχαν τα προς το ζην. Εντάξει, το καταλαβαίνω. Τώρα όμως; Το 2013-2014 έχουμε λένε κρίση. Δε θα σχολιάσω τη κρίση διότι σήμερα η κρίση στην Ελλάδα είναι φτιαχτή, είναι ψεύτικη, εξυπηρετεί άλλους σκοπούς και άλλους στόχους. Η Ελλάδα είναι από τις καλύτερες χώρες της γης. Με καλό κλίμα και δεν δικαιολογείται να έχει κρίση. Με τόση ηλιοφάνεια, με τόσο πλούσιο έδαφος και θάλασσα έπρεπε να είναι από τα πιο πλούσια μέρη. Αλλά όμως δυστυχώς δεν συμβαίνει αυτό. Έτσι για να μπορέσεις να ζήσεις σήμερα στη Ελλάδα, πρέπει να είσαι μέρος του συστήματος, αλλιώς αναγκάζεσαι, για να μπορέσεις να ζήσεις με αξιοπρέπεια και να μην πηγαίνεις να ζητιανεύεις ή να ψάχνεις τους κάδους, να ζεις από τα συσσίτια, να πάρεις το δρόμο το γνωστό που άφησαν οι γονείς σου, να πας στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στο Καναδά, στις Ασιατικές Χώρες και γιατί όχι και στην μακρινή Αυστραλία. Εκεί που είχαν πάει οι γονείς μου και πήγα και εγώ. Η δουλειά μου λοιπόν εκεί είχε ενδιαφέρον καθώς είμαι Μηχανολόγος. Το μόνο καλό σήμερα σε σχέση με τα παλιά χρόνια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος ξέρει Αγγλικά και βοηθάει πάρα πολύ αυτό, και λίγα να ξέρεις, τα υπόλοιπα είναι πολύ εύκολο να τα μάθεις.

Μεγάλωσα, σπούδασα, εργάστηκα σκληρά για να μπορέσω να ανέβω τα σκαλοπάτια τα επαγγελματικά, κοινωνικά για να έχω τη δική μου δουλειά. Έκανα την οικογένεια μου, την επιχείρησή μου, είχα μια σειρά στη ζωή μου, όμως όλα αυτά άλλαξαν ξαφνικά μέσα σε πολύ λίγο χρόνο ήρθαν τα πάνω-κάτω. Μη έχοντας εναλλακτική λύση και άλλους πόρους για να ζήσω, προτίμησα να εργαστώ στην Αυστραλία. Πολλές οι ώρες δουλειάς μακριά από το σπίτι σου, από το τόπο σου, τους ανθρώπους τους δικούς σου, σε ξένο περιβάλλον, ξένος μέσα στους ξένους. Τώρα θα μου πεις όπου γης και πατρίς, έτσι έλεγαν και λένε ακόμα. Πολύ η πίκρα αλλά τι να κάνεις, δε γίνεται και αλλιώς. Ξέρεις τι είναι να έχεις φτάσει στο εικοστό σκαλοπάτι και να κατεβαίνεις, να αρχίζεις πάλι από το πρώτο. Παλιοκατάσταση. Τα συναισθήματα πολλά και διάφορα. Στεναχώρια, πίκρα, οργή, υπομονή. Βλέπεις τα χειρότερα και παίρνεις δύναμη. Γιατί όμως όλα αυτά; Γιατί σήμερα από την Ελλάδα να έχουν φύγει όλα τα νιάτα; Γιατί να φύγουν όλοι οι επιστήμονες; Οι καλύτεροι τεχνίτες; Γιατί ο Έλληνας στο τόπο του να είναι ξένος και στα ξένα δυο φορές Έλληνας; Κάποιος πρέπει να δώσει εξηγήσεις.

 Θωμάς Μαυρονικόλας – Γεννήθηκε στο Σίδνευ της Αυστραλίας

Καταγραφή μαρτυρίας: Παναγιώτα Μαυρονικόλα Γ1

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959.
Μαυρονικόλας Παναγιώτης, γεννήθηκε στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το 1927 και η σύζυγός του Μαυρονικόλα Ελένη που γεννήθηκε το 1932 στο Μαλαντρένι Άργους.
Στη φωτογραφία μετανάστες – συγγενείς και φίλοι – από το Μαλαντρένι:
Οικογένειες: Μπακόπουλου Νικόλαου και Χριστίνας Τσαμούλη Ευθύμιου και Ελευθερίας
Μπακοπάνου Παναγιώτη και Σταυρούλας.

۩۩

Γεννήθηκα το 1947 στην Φρουσιούνα ένα ορεινό χωριό της Αργολίδας. Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα (1950-1965) υπήρχε φτώχεια, οι άνθρωποι ασχολούνταν με κτηνοτροφία. Τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολη εποχή γιατί ήταν μεταπολεμική και υπήρχε ακόμα πείνα και φτώχεια. Την εποχή εκείνη άνοιξε η μετανάστευση στην Αυστραλία που είχε δουλειές κι αποφάσισα να μεταναστέψω κι εγώ για να κάνω μια καλύτερη ζωή. Έφυγα απ’ την Ελλάδα το 1965 επειδή υπήρχε φτώχεια. Ήμουνα 17 χρονών, πέρασα περιοδεύων για φαντάρος και πήρα την απόφαση να φύγω. Επειδή είχα μια αδερφή στην Αυστραλία μου είπε «σήκω φύγε και έλα Αυστραλία γιατί εδώ θα κάνεις καλή ζωή και θα βρεις και δουλειά». Έτσι αποφάσισα κι εγώ να πάω Αυστραλία και επήρα το καράβι από τον Πειραιά με άλλους 3.000 ανθρώπους, που θα μετανάστευαν για Αυστραλία. Το εισιτήριο ήταν 200 λίρες, μου το πλήρωσε η αδερφή μου από την Αυστραλία, διότι ο πατέρας μου δεν είχε φράγκο. Η αδερφή μου πριν φύγει για την Αυστραλία, γύρισε λιθάρι στο χωριό μας για να μην ξαναγυρίσει σ’ αυτή την μαύρη και δύσκολη ζωή που έκανε. Τελικά όμως γύρισε μετά από 30 χρόνια στην Ελλάδα και επειδή είχε πονέσει τόσο πολύ την πατρίδα της, πήγε στο χωριό της, εκεί που είχε γυρίσει το λιθάρι και το ξαναγύρισε για να μπορέσει να ξαναγυρίσει πάλι πίσω. Τέλος πάντων πριν φύγω για την Αυστραλία είχα ράψει σε ράφτη ένα κουστουμάκι με γιλεκάκι, το οποίο απ’ την αγωνία μου το είχα στραβοκουμπώσει κιόλας. Την στιγμή που έφευγα, στο λιμάνι, είχαν έρθει οι γονείς μου, μαζί με τον πρώτο μου ξάδερφο για να με αποχαιρετήσουν. Η Ελλάδα είχε 3 καράβια που πηγαινορχόντουσαν με μετανάστες. Ένα μήνα ταξίδι στην θάλασσα με το καράβι «ΕΛΛΗΝΙΣ».

Ήμασταν 3.000 μετανάστες που πηγαίναμε Αυστραλία. Εμπήκα στο καράβι, η θάλασσα ήταν λίγο άσχημη, είχε κύματα και φουρτούνες. Ερχόταν καμιά φορά η στιγμή που είχε τρικυμία και το καράβι πήγαινε πέρα – δώθε και καμιά φορά τύχαινε την ώρα που τρώγαμε να είχε τρικυμία και οι καρέκλες που καθόμασταν και το τραπέζι πήγαιναν στην άλλη πλευρά του καραβιού, το ίδιο και εμείς, αφού το καράβι προσπαθούσε να αποφύγει τα τεράστια κύματα. Κι έβλεπες τα πιάτα με τα φαγητά που φεύγανε στον αέρα. Εκείνη την ώρα μικρά παιδιά κλαίγανε γιατί φοβόντουσαν και οι μανάδες τους κοιτάγανε να τα ησυχάσουν. Μερικές φορές έβλεπα τα δελφίνια που συνόδευαν το καράβι. Τους πετούσα ψωμιά και ερχόντουσαν και τα έτρωγαν. Θυμάμαι μια στάση που κάναμε στο λιμάνι Portside στην Αίγυπτο. Εκεί άραξε το καράβι κι ερχόντουσαν Αιγύπτιοι με άμαξες γύρω απ’ το καράβι και εμείς τους ρίχναμε δραχμές και πεντάρες γιατί αυτοί ήταν σε πιο άθλια κατάσταση από εμάς. Μόλις φύγαμε απ’ το Portside βλέπαμε Aboriginal στο δάσος. Αυτοί ήντουσαν μια άγρια φυλή που ζούσαν στα δάση γυμνοί. Φεύγοντας από εκεί φτάσαμε στο πρώτο λιμάνι της Αυστραλίας, στο Perth.

Πατήσαμε της Αυστραλίας το έδαφος. Πολύ ωραία, είδαμε άλλον κόσμο. Ωραία ζωή. Φτάνοντας στο λιμάνι που ήταν ο προορισμός μου, στην Μελβούρνη στο λιμάνι με την ονομασία Port Melborn. Εκεί με περίμενε η αδερφή μου και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι περίμεναν τους δικούς τους, που ερχόντουσαν μαζί με εμένα. Το καράβι συνέχιζε την πορεία, θα πήγαινε στο άλλο λιμάνι στο Σύδνεϋ. Αφού εγώ βγήκα έξω απ’ το καράβι, σε μια άλλη χώρα, ενθουσιάστηκα πολύ με την χώρα αυτή. Με φιλοξένησε η αδερφή μου όσο δεν είχα δουλειά. Στο μεταξύ έψαξα βρήκα δουλειά στα τρένα. Έβαζα βίδες στα ξύλα στις ράγες. Μου άρεσε πολύ η δουλειά και έπαιρνα 60 λίρες το δεκαπενθήμερο. Μετά αφού έμαθα την γλώσσα, πήγα σε σχολείο τις βραδινές ώρες. Ήτανε ειδικό σχολείο για μετανάστες. Το κράτος βοηθούσε τους μετανάστες να μάθουνε την γλώσσα. Κι αφού εγώ έμαθα την γλώσσα λίγο, αποφάσισα να βρω καλύτερη δουλειά για περισσότερα χρήματα. Στην Αυστραλία δεν εξαιρούσαν μετανάστες και ντόπιους, μας είχαν το ίδιο. Ήμασταν μετανάστες νόμιμοι, μας πληρώνανε, περνάγαμε ωραία, είχαμε οχτάωρη εργασία. Το κράτος αν μέναμε χωρίς δουλειά, μας έδινε ταμείο ανεργίας, να ζήσουμε κι εμείς σαν άνθρωποι. Η Αυστραλία είναι μια χώρα απ’ τις καλύτερες στον κόσμο. Είναι εκατομμύρια Έλληνες μετανάστες εκεί τώρα και δεν είναι κανένας απογοητευμένος απ’ την ζωή στη χώρα αυτή, διότι είναι ένα κράτος που έχει νόμους και τάξη.

Ήρθε κι ο καιρός που παντρεύτηκα, απόχτησα τρία παιδιά. Το κράτος βοηθούσε τις οικογένειες με παιδιά. Στο πρώτο παιδί το κράτος μας έδινε πέντε λίρες ενίσχυση. Εγώ με τρία παιδιά που είχα έπαιρνα τριάντα λίρες. Η ζωή της Αυστραλίας ήταν ευχάριστη. Δεν υπήρχε φόβος να κυκλοφορείς την νύχτα, ή να αφήνεις ξεκλείδωτα, ήταν φιλήσυχος κόσμος. Και τα παιδιά μας κυκλοφορούσαν μόνα τους και ελεύθερα στους δρόμους, και πήγαιναν και ψώνιζαν ότι ήθελαν, δεν φοβόμασταν μήπως πάθουν κάτι. Μετά από δώδεκα χρόνια ξενιτιάς, όπως όλοι οι Έλληνες πονάνε για την παλιοπατρίδα τους, έτσι και εγώ γύρισα. Αλλά δυστυχώς είχα μάθει στην Αυστραλία να περνάω καλή ζωή και μόλις γύρισα τα βρήκα μαύρα, σκούρα και άραχνα. Και ακόμα είναι χειρότερα από ότι ήτανε. Τέλος πάντων ήρθαμε τώρα και ζούμε σε αυτή την χώρα κάτω από δύσκολες συνθήκες. Τα παιδιά μου μεγαλώσανε σε αυτή την χώρα, αλλά ξαναγύρισαν στην Αυστραλία και φτιάξανε όλα την ζωή τους και περνάνε ωραία. Είναι ακόμα εκεί. Μπορεί να είμαι εδώ, αλλά η σκέψη μου δεν παύει να είναι στην χώρα που πέρασα καλή ζωή και που είναι και τα παιδιά μου. Καμιά φορά μου ‘ρχεται να τα παρατήσω όλα και να πάω πίσω. Εκεί που είναι και τα παιδιά μου. Αλλά αυτό δεν γίνεται.

Γεώργιος Ηλιόπουλος, γεννήθηκε στην Φρουσιούνα Άργους το 1947

Καταγραφή μαρτυρίας: Γεωργία Ταραντίλη

۩۩

Όταν έφτασα στον Πειραιά το καράβι, ήταν ακόμα δεμένο στο λιμάνι και του έκαναν συντήρηση. Ήμουν πολύ στεναχωρημένος και δεν ήθελα να πάω στο χωριό μου να δω τους δικούς, και ήμουν έτοιμος να πάω στον καπετάνιο να ξαναπιάσω, δουλειά. Ο καπετάνιος μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε «Έχω ευχάριστα νέα. Σε δέκα μέρες ταξιδεύουμε Καναδά». Εγώ μόλις άκουσα Καναδά χάρηκα γιατί στη σκέψη μου ήταν πως αν πήγαινα Καναδά θα έμενα εκεί. Ο καπετάνιος αμέσως κατάλαβε την σκέψη μου και μου είπε «Να πας στο χωριό σου να δεις τους γονείς σου και τα αδέρφια σου γιατί το ταξίδι είναι μακρινό και δεν ξέρεις πότε θα γυρίσεις να τους ξαναδείς».

Άκουσα την συμβουλή του Καπετάν Μιχάλη και πήγα στο χωριό μου, την Καρυά. Κάθισα πέντε μέρες μαζί με την οικογένειά μου. Τους είπα σε λίγες μέρες θα έφευγα για τον Καναδά. Θα δω πως είναι εκεί τα πράγματα κι ίσως καθίσω εκεί. Η μάνα μου ήξερε τότε πως δεν θα ξαναγυρίσω και θυμάμαι μου είπε «ένα πράγμα να ξέρεις, ο ξενιτεμός είναι ζωντανός χωρισμός. Δεν θέλω να μείνεις Καναδά. Θέλω να γυρίσεις ξανά κοντά μας». Θυμάμαι ήταν άνοιξη, ψιλόβρεχε κι η ομίχλη είχε πλακώσει το χωριό. Όταν αποχαιρέτησα τους δικούς μου τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα. Όταν με αγκάλισε η μάνα μου κατάφερα να της ψιθυρίσω «μην στεναχωριέσαι, θα γυρίσω σύντομα». Αν και δεν το πολύ πίστευα και όπως ψιλόβρεχε κι η ομίχλη είχε σκεπάσει τα πάντα γύρω από το χωριό και η ανάμνηση αυτή μου έμεινε πολλά χρόνια χαραγμένη στη μνήμη.

Όταν έφτασα Πειραιά όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο ταξίδι. Το πλοίο είχε φορτώσει ελληνικά προϊόντα για τον Καναδά. Θα σταματούσαμε Ιταλία να ξαναφορτώσουμε και τέλος θα φεύγαμε για Καναδά για να φορτώσει σιτάρι και θα ξαναγύριζε στην Ελλάδα.

Όταν το καράβι έφυγε από την Ιταλία μετά από εφτά ημέρες φτάσαμε στον Ατλαντικό ωκεανό. Οι πρώτες μέρες κύλησαν ευχάριστα. Είδαμε δελφίνια να ακολουθούν το καράβι. Επίσης είδαμε μεγάλες φάλαινες να κολυμπούν και να κάνουνε μεγάλα πηδήματα γύρω από το καράβι. Κοντέψαμε να μπούμε στα καναδικά νερά, εκατό μίλια μακριά από το Χάλιφαξ. Ο καιρός χάλασε, η θάλασσα αγρίεψε και ο Καπετάν Μιχάλης μας προειδοποίησε ότι θα έχουμε μεγάλη θαλασσοταραχή. Τεράστια κύματα σηκώνονταν και σκέπαζαν το καράβι. Περάσαμε όλη την μέρα «παλεύοντας» με την άγρια θάλασσα. Όταν κοντεύαμε να φτάσουμε στο Χάλιφαξ, είπα στον καπετάνιο πως δεν πρόκειται να ξαναπεράσω από τον ωκεανό. Ο Καπετάνιος μου είπε «παρακαλώ τον Θεό να μας βγάλει ζωντανούς από εδώ μέσα». Όταν αράξαμε στο λιμάνι του Χάλιφαξ ήμασταν όλοι ράκος. Ο καπετάνιος διέταξε να μην βγει από το καράβι κανένας ώστε να φωνάξει γιατρό να δει τους αρρώστους.

Ήταν αρχές Ιουνίου όταν βγήκαμε στην στεριά την άλλη μέρα ο καιρός ήταν καλός. Πήραμε ένα ταξί και μας πήγε στο κέντρο μιας πολιτείας. Ήμασταν τρεις φίλοι. Ο Κώστας από το Άργος, ο Γιάννης από την Καρυά και εγώ. Ο Κώστας ήταν ο μεγαλύτερος. Εκεί όλα πήγαιναν πολύ καλά. Η δουλειά σκληρή, αλλά ήμασταν ευχαριστημένοι διότι το μεροκάματο ήταν καλό. Δουλέψαμε σκληρά, αλλά προκόψαμε. Κρατήσαμε ψηλά το περήφανο Καρυώτικο όνομά μας.

Π.Δ. Γεννήθηκε το 1963 στην Καρυά, Άργους

Καταγραφή μαρτυρίας: Σταυρούλα Δούκα – Τάξη: Β1

۩۩

Φεύγω μετανάστης στη Γερμάνια, ένα πρωί ξεκίνησα με τα πόδια από τις Λίμνες για το, Αγιονόρι να πάρω το λεωφορείο για το Πειραιά.

Εκεί έφευγε το καράβι για το Πρίντεζι της Ιταλίας. Φτάνοντας στο Μόναχο είχα 17 μάρκα στην τσέπη μου. Στο Μόναχο παίρνω το τρένο με προορισμό την πόλη Φίρεν 100 χιλιόμετρα βόρεια της Κολονίας. Εκεί εργάστηκα ένα χρόνο σε αποθήκη τροφίμων. Κατόπιν φεύγοντας από εκεί πήγα έξω από την Φρανκφούρτη χωρίς να γνωρίζω γλώσσα ούτε λέξη. Εργάστηκα σκληρά. Το 1970 έρχομαι με άδεια, γνωρίζω την γυναίκα μου και παντρεύομαι. Ήρθε και αυτή στη Γερμανία. Εργάστηκε σε ραφείο. Κάναμε τρία παιδιά. Την Αναστασία γεννηθείς 1971. Τον Ιωάννη γεννηθείς το 1975. Τον Κωνσταντίνο το 1978. Εργαστήκαμε πάρα πολύ με μεγάλη οικονομία για να γίνουν όλα αυτά. Έπειτα αυτοκίνητα, παιδιά. Έπρεπε να στερηθείς γενικά τα πάντα.

Επίσης με τον καιρό μάθαμε τα έθιμά τους. Προσαρμοστήκαμε στους νόμους τους. Όλοι υπάκουος λαός, καθαριότητα και τάξη παντού, όπου και αν πήγαινες. Υπηρεσίες Δημόσιες, κρατικές πάντα με το bitteschon (ευχαριστώ πολύ). Δώσαμε τα φώτα μας και μείναμε στραβοί, η πατρίδα μας, ο ήλιος μας, το κλίμα μας, το φιλότιμο μας. Ερχόμενος στην Ελλάδα πήραμε σύνταξη και η γυναίκα μου και εγώ και ήρθαμε να πληρώσουμε τα χρέη της πατρίδας μας. Πιστεύω να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά και να γίνουμε νοικοκυραίοι στον τόπο μας στην Ελλάδα μας. Μόνο με τάξη υπακοή και εργασία μόνο τότε θα προοδεύουμε.

Του παππού μου Κολεβέντη Παναγιώτη (πατέρας της μητέρας μου)

Γεννήθηκε το 1943 στις Λίμνες Άγους

Καταγραφή μαρτυρίας: Της Μαρίνας Σχοινά Β2

 

Η οικογένεια του Παναγιώτη Ι. Κολεβέντη, (από τις Λίμνες Άργους, που γεννήθηκε το 1943) στην Γερμανία.

  

۩۩

Τα οικονομικά της οικογένειάς μου δεν πήγαιναν καλά. Προς μεγάλη μου τύχη άκουσα από κάπου, ότι μπορούσα να φύγω Γερμανία για μια δουλειά με πολύ καλά χρήματα. Το σκεφτόμουν καιρό μέχρι που πήρα την απόφαση. Εγώ με κάτι φίλους μου που ήμασταν στην ίδια κατάσταση στείλαμε μια αίτηση για να δουλέψουμε σε εκείνο το εργοστάσιο. Μετά λοιπόν από καμιά εβδομάδα φύγαμε. Το ταξίδι μέσα στο τρένο ήταν πολύ κουραστικό. Αφού έφτασα, έξω από το τρένο με περίμεναν καμιά δεκαριά γερμανοί. Έλεγαν κάτι, ήταν γερμανικά, μόνο ένας φίλος μου κατάλαβε τι έλεγαν και μου είπε ότι έπρεπε να μας ακολουθήσουν. Εμείς μείναμε σε κατάλυμα και εγώ πήρα τις νυχτερινές βάρδιες. Μετά από δύο χρόνια γνώρισα την Ευαγγελία, Ελληνίδα και αυτή. Παντρευτήκαμε και κάναμε δύο παιδιά. Μετά από 20 χρόνια γύρισα Ελλάδα.

Γ.Κ γεννήθηκε στη δεκαετία του 1930 στο Κεφαλόβρυσο Άργους.

Καταγραφή Μαρτυρίας: Γωγώ Κωστάκη Β1’

 

۩۩

Με λένε Νίκο Δαγρέ και τώρα πλέον ζω στο Σικάγο των Η.Π.Α. Εγώ γεννήθηκα στις 28-3-1963 στο Άργος. Εγώ έμενα στα Φίχτια. Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν αγρότες. Τότε εγώ αποφάσισα να πάω στην Αμερική. Στάθηκα λίγο τυχερός γιατί μια μέρα στο καθημερινό θαλασσινό μπάνιο στο Τολό συνάντησα μια Ελληνοαμερικανίδα και την ερωτεύτηκα. Έπειτα από ένα χρόνο με προσκάλεσε και εμένα στο Σικάγο και εγώ αποδέχτηκα την πρόταση. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω εγώ και η οικογένειά μου κλάψαμε τόσο πολύ, που κάποια στιγμή μου πέρασε στο μυαλό να μην πάω αλλά ο έρωτας ήταν τόσο δυνατός που δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Έφυγα τελικός πέρασα και περνώ πολύ ωραία εδώ. Δούλευα σε εστιατόριο ενώ τώρα έχω το δικό μου. Έχω τέσσερα παιδιά και τώρα είμαι πολύ ευτυχισμένος.

Νίκος Δαγρές Γεννήθηκε στα Φίχτια  το 1963

Καταγραφή μαρτυρίας: Νίκη Νικολοπούλου , Α1 και Γιάννης Νικολόπουλος , Β1

۩۩

To 1961 ο άντρας μου αναγκάστηκε να πάει μετανάστης στη Γερμανία. Αφού και τότε υπήρχε κρίση δεν υπήρχαν δουλειές, όπως τώρα και χειρότερα. Μετά από δύο χρόνια το 1963 ήρθε να δει τους δικούς του και τότε γνωριστήκαμε.

Εγώ ήμουν μόλις δεκαπέντε χρονών σε ένα μήνα παντρευτήκαμε, έμεινε τρείς μήνες και μετά έπρεπε να φύγει γιατί τελείωνε η παραμονή του, εμένα δεν μπορούσε να με πάρει μαζί του. Όταν γύρισε στην Γερμανία μου βρήκε δουλειά σε ένα εστιατόριο που μου έκανε πρόσκληση, μετά από οχτώ μήνες ήρθε και με πήρε.

Εκεί βρέθηκα να πλένω πιάτα και να βοηθάω στην κουζίνα για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το ξενοδοχείο ήταν μικρό, οικογενειακό, με λίγο προσωπικό ούτε δέκα άτομα δεν ήμασταν. Ήταν όλοι μεγάλοι άνθρωποι και με είχαν σαν παιδί τους. Το πρόβλημα όμως ήταν η γλώσσα εγώ δεν ήξερα ούτε λέξη. Σιγά, σιγά άρχισα να μαθαίνω τα απαραίτητα γύρω από την δουλειά και να καταλαβαίνω τι μου λένε. Το μέρος αυτό ήταν σε μια μικρή πόλη στο Σβάτρτσβαλτ που λεγόταν Άλμπερσπαχ. Εκεί έπρεπε να μείνω για ένα χρόνο, να λήξει το συμβόλαιο.

Τα χρήματα ήταν λίγα και μόλις το συμβόλαιο έληξε πήγαμε για καλύτερα στο Μόναχο. Τα πράγματα εκεί ήταν χειρότερα ήταν μεγάλη πόλη αλλά δύσκολο να βρούμε σπίτι και δουλειά. Δουλειά βρήκα εγώ πάλι σε κουζίνα αλλά για σπίτι είχαμε μια παράγκα που όταν έβρεχε έσταζε μέσα.

Εν το μεταξύ, έμεινα έγκυος στο πρώτο μου παιδί, όταν ήρθε η ώρα να γεννήσω, ήρθα στην Ελλάδα. Ήμουν δεκαοχτώ χρόνων το 1965, αν έμενα στη Γερμανία με το μωρό, δεν μπορούσα να δουλέψω και τα χρήματα του άντρα μου δεν έφταναν. Έτσι, αναγκάστηκα να μείνω στην Ελλάδα μέχρι να σαραντήσει το μωρό. Την ίδια μέρα έκανα και τα βαφτίσια του μόνη μου, αφού ο άντρας μου ήταν στην Γερμανία. Και την επόμενη μέρα πήρα το τρένο για Γερμανία.

Το μωρό το άφησα στην γιαγιά την Αγγέλω. Εγώ αυτή την φορά έπρεπε να βρω δουλειά να κερδίζω περισσότερα χρήματα γιατί είχαμε πιο πολλές υποχρεώσεις, σε ένα εργοστάσιο που έβγαζε πορσελάνες στο Μίντεν. Εκεί, η δουλειά ήταν ανθυγιεινή είχε σκόνες και κούραση πολύ. Δούλευα αποκοπή. Εγώ ήθελα να δουλεύω όσο πιο πολλές ώρες για να μην είμαι μόνη και σκέφτομαι το παιδί. Υπήρχαν μέρες που δούλευα και δεκαέξι ώρες. Τις Κυριακές που δεν δούλευα για να περάσει η ώρα πήγαινα σε ένα πάρκο που πήγαιναν οι μαμάδες με τα μωρά τους στα καροτσάκια. Τότε συχνά έπιανα κουβέντα για να μάθω την ηλικία των μωρών και να υπολογίσω και την ηλικία του μωρού μου. Αφού ούτε φωτογραφίες του δεν είχα.

Αυτά έγιναν το 1966 όπου έμεινα για δεύτερη φορά έγκυος και πάλι γύρισα στην Ελλάδα να γεννήσω το 1967, το δεύτερο παιδί. Τότε, το μωρό που είχα αφήσει σαράντα ημερών, είχε γίνει δεκατεσσάρων μηνών, είχε αρχίσει να περπατάει και να λέει λογάκια αλλά εμένα με έβλεπε σαν ξένη. Μαμά φώναζε την γιαγιά του και δεν ήθελα με τίποτα να πάθω τα ίδια πάλι με το δεύτερο μωρό. Έτσι, αποφάσισα να μείνω μαζί με τα παιδιά μου και έφυγε μόνο ο άντρας μου, μια εβδομάδα μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού. Όμως, και για αυτόν ήταν πολύ δύσκολα και μετά από ένα χρόνο, επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα με σκοπό να μείνουμε μόνιμα, αλλά η φτώχεια συνεχιζόταν, έτσι μετά από δύο χρόνια το 1969, φτιάξαμε και πάλι χαρτιά για την Γερμανία. Μετά από λίγο καιρό μας ειδοποίησαν ότι έπαιρναν σε ένα εργοστάσιο στο Ντίσελντορφ γυναίκες. Το αποφάσισα με σφιγμένη την καρδιά και πάλι να φύγω το 1970 αφήνοντας πίσω δύο μικρά παιδιά και τον άντρα μου.

Αφού εξεταστήκαμε από γιατρούς αν είμαστε υγιείς, μας έβαλαν σε ένα καράβι πολλές γυναίκες από Πειραιά και φύγαμε για Πρίντιζι, μετά μας έβαλαν σε τρένο και μας πήγαν όπου είχε συμβόλαιο η κάθε μια. Αυτή την σκηνή στο καράβι δεν θέλω να την θυμάμαι ήταν η χειρότερη της ζωής μου, οι γυναίκες χώριζαν από τα παιδιά τους και από τους άντρες τους. Χωρίς να ξέρουμε που θα μας πήγαιναν. Εγώ είχα μια εικόνα αφού ήταν η δεύτερη φορά που πήγαινα με συμβόλαιο. Όταν φτάσαμε μας πήγαν σε μεγάλους θαλάμους του εργοστασίου όπου μέναμε πολλές γυναίκες μαζί. Μετά από έξι μήνες ήρθε και ο άντρας μου στην ίδια πόλη. Αυτός έμενε και πάλι σε παράγκα και δούλευε σε οικοδομές. Έτσι η πρώτη μας δουλειά ήταν να βρούμε σπίτι για να πάρουμε και τα παιδιά μας μαζί.

Μόλις έληξε το συμβόλαιό μου μετά από ένα χρόνο, βρήκα δουλειά σαν καθαρίστρια σε ένα σχολείο. Το πρωί τέσσερις ώρες και το απόγευμα τέσσερις ώρες σε γραφείο. Βρήκαμε και σπίτι και πήραμε μαζί μας τα παιδιά τότε ο μεγάλος ήταν πεντέμισι χρονών και ο μικρός τέσσερα. Δεν τους άρεσε καθόλου, ήταν διαφορετικά μαθημένα στο χωριό εκεί τους φαινόταν φυλακή παρόλο που προσπαθούσα να μην τους λείπει τίποτα. Τους έλειπε το κυριότερο, η ελευθερία και οι παππούδες. Μείναμε όλοι μαζί για τέσσερα χρόνια περίπου, εγώ ήμουν ευτυχισμένη που ήμασταν όλοι μαζί, μας έλειπε όμως η Ελλάδα μας και οι ηλικιωμένοι γονείς μας. Που σε κάθε γράμμα τους, μας έγραφαν να γυρίσουμε κοντά τους. Τα παιδιά πήγαιναν σε Ελληνικό σχολείο, ο μεγάλος τελείωσε την τετάρτη και ο μικρός την δευτέρα, το 1975 έγινα για τρίτη φορά μάνα, γέννησα στη Γερμανία και μετά από τρείς μήνες αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα για πάντα.

Α.Μ – Γεννήθηκε στο Zόγκα το 1947

Καταγραφή μαρτυρίας: Αλεξάνδρα Μπενέκου

۩۩

Έζησα ένα καλοκαίρι στη Μινεάπολη της Μινεσότας των Η.Π.Α. Αυτό το έκανα όταν ήμουν φοιτήτρια ιατρικής, οπότε πήγα εκεί σταλμένη από την κλινική που έκανα χειρουργική, για να παρακολουθήσω μια άλλη κλινική μεταμοσχεύσεων.

Είχα αρκετό άγχος γιατί αυτό ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και μόνη μου. Την πρώτη δυσκολία την συνάντησα στο ίδιο το ταξίδι, όταν εξαιτίας των καθυστερήσεων, των αεροπλάνων έχασα την πτήση προς Μινεάπολη, και έπρεπε να διανυκτερεύσω στη Νέα Υόρκη, όπου όλα μου φαίνονταν ξένα και τρομακτικά. Στη Μινεάπολη, οι άνθρωποί στο νοσοκομείο ήταν αρκετά φιλικοί, παρά όλα αυτά η ζωή στην Αμερικάνικη πόλη μου δημιουργούσε ανασφάλεια.

Τα πράγματα έγιναν καλύτερα, όταν τελείως τυχαία γνώρισα ένα ζευγάρι Ελλήνων στο εστιατόριο του νοσοκομείου και με έφεραν σε επαφή με την Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία. Έτσι πολύ γρήγορα συνάντησα Έλληνες που μου άνοιξαν τα σπίτια τους, και άρχισα να νοιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Έκτος όμως από τους Έλληνες, σταδιακά, γνώρισα και άλλους Αμερικανούς και μετά από τον πρώτο μήνα, όλα είχαν «στρώσει». Παραδέχομαι, ότι όσο άγχος και αν είχα τότε για αυτό το πρώτο της ταξίδι, όλα μου ήρθαν ευνοϊκά και καμία σχέση αυτό δεν είχε με τα δύσκολα ταξίδια μεταναστών που γίνονταν κάποτε ή ακόμα και σήμερα.

Η θεία μου ονομάζεται Ε.Μ και γεννήθηκε 1970 στο Κουτσοπόδι

Καταγραφή μαρτυρίας: Γιάννης Μούστος. Τάξη:Β1

۩۩

Γεννήθηκα το 1973 σε μια περιοχή του Άργους, την Καρυά. Λόγω της οικονομικής δυσχέρειας και της αφόρητης φτώχειας που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, οι γονείς μου κι εγώ, μεταναστεύσαμε στην Γερμανία και συγκεκριμένα στην Φρανκφούρτη, στο Γκίμτπεν. Αρχικά, η προσαρμογή ήταν αρκετά δύσκολη. Ευτυχώς, όμως, στην Γερμανία το ποσοστό των ρατσιστών απέναντι στους μετανάστες, ήταν αρκετά μικρό σε αντίθεση με τους μη ρατσιστές.    Αυτοί ήταν πολύ τυπικοί στις δουλειές τους και μας συμπεριφέρονταν ανθρώπινα και το κυριότερο, με κατανόηση. Βέβαια, και η οικογένειά μου, έδειξε ευγένεια, σωστή διαγωγή και σεβασμό απέναντί τους, οπότε δεν είχαμε ποτέ μ’ αυτούς προβλήματα ή καβγάδες.

Ύστερα από λίγο καιρό, η τύχη μας χαμογέλασε. Οι γονείς μου, βρήκαν μια πολύ κερδοφόρα δουλειά και σιγά σιγά ξεκίνησε να καλυτερεύει η οικονομική μας κατάσταση αλλά και γενικότερα η ζωή μας. Μεγάλο κουράγιο και θάρρος, μας έδωσε ο λαϊκός τραγουδιστής, Στέλιος Καζαντζίδης, ο τραγουδιστής του πόνου και της ξενιτιάς, των Ελλήνων μεταναστών. Με τα συμπονετικά του τραγούδια, μας ενθάρρυνε και μας ένωνε. Μετά από 11 χρόνια, πλέον ενήλικος αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην πατρική μου γη, την Ελλάδα, που είχα τόσο πιθυμήσει και να σπουδάσω.

Τ.Μ. Γεννήθηκε το 1973 στην Καρυά Άργους

Καταγραφή μαρτυρίας: Γυρμή Νικολέτα, Β1

۩۩

To 1964, σε ηλικία 18 χρονών, αποφάσισα να φύγω. Υπήρχε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών για τη Γερμανία, επειδή ζήταγε εργάτες για τα εργοστάσια. Έφυγα από το Άργος για τον Πειραιά με το λεωφορείο και από ‘κεί για την Ιταλία, και από την Ιταλία με τρένο μέσο Αυστρίας, και έφτασα Φρανκφούρτη. Αμέσως μας τακτοποίησαν σε διαμερίσματα, που ήταν κοντά στο εργοστάσιο και ανήκαν στη γερμανική εταιρία.

Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα με 2 δωμάτια, μια μικρή κουζινούλα και μπάνιο, με κανονική μπανιέρα και ψυγείο, άλλωστε πως μπορούν να φανούν άσχημα αυτά, όταν έχεις συνηθίσει την τουαλέτα έξω από το σπίτι, και αντί για μπανιέρα μια σκάφη. Εγώ, έμενα μαζί με ένα φίλο μου, που είχαμε έρθει μαζί για τον ίδιο λόγο. Στην αρχή, φοβόμασταν το πως θα μας αντιμετωπίσουν. Άλλωστε, πως να μην υπάρχει φόβος για ένα 18 χρόνο παιδί, που έφυγε για πρώτη φορά από τους δικούς του και πήγε σε μια άλλη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα εκείνη. Πάντως, όλοι οι φόβοι μου και οι αγωνίες διαψεύστηκαν.

Μας παρείχαν ασφάλεια και ιατρική περίθαλψη. Θυμάμαι μια μέρα, αρρώστησα και το αφεντικό μου ειδοποίησε το προξενείο μου και με πήγαν στο νοσοκομείο.

Το μεροκάματο, ήταν το ίδιο για όλους. Όλοι ήμασταν ίσοι και είχαμε τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, επίσης τα χρήματα που παίρναμε ήταν τριπλάσια από αυτά που μας έδιναν στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί εργάτες προς εμάς δεν δείξανε ποτέ κάποιο ρατσισμό, αντιθέτως ήταν καλοί και φιλικοί σε εμάς. Εκεί, γνώρισα ένα συνομήλικο μου τον Χολμ (Holm) που κάναμε παρέα.

Ενώ ήταν να μείνω 1 χρόνο, έμεινα και άλλον 1 γιατί η ζωή ήταν πιο καλή απ’ ότι στην Ελλάδα Μετά από τα 2 χρόνια έφυγα γιατί με ζητάγανε να πάω στρατό. Παρόλα αυτά, τα χρήματα που μάζεψα, τα έδωσα για το γάμο της αδερφής μου.

Γ.Δ. Γεννήθηκε στο Άργος το 1945

Η μαρτυρία καταγράφτηκε από την μαθήτρια: Κατιάνα Αποστολοπούλου

 

۩۩

 

Ο θείος μου, γεννήθηκε στις 18-4-1961 στην Φρέγκαινα. Οι γονείς του ήταν κτηνοτρόφοι. Είχε σπουδάσει τουριστικά επαγγέλματα, αλλά δεν έβρισκε δουλειά στην Ελλάδα σε ηλικία 24 χρονών, το 1985, έφυγε μετανάστης στις Η.Π.Α. Άνοιξε 2 εστιατόρια στην Αμερική, μετά από ένα χρόνο παντρεύτηκε μια ελληνίδα και έχει 3 παιδία. Και από τότε είναι κάτοικος της Αμερικής και μένει στο Ορλάντο.

Γ.Γ, γεννήθηκε στη Φρέγκαινα Άργους το 1961

Καταγραφή μαρτυρίας: Γυρμής Ηλίας, Α1

۩۩

Γεννήθηκα το 1971 στο Lippstadt της τότε Δυτικής Γερμανίας, μια πόλη που τώρα αριθμεί περίπου 66.000 κατοίκους.  Οι γονείς μου ήταν οικονομικοί μετανάστες (Gastarbeiter).

Ο κυρ – Θεοδόσης ήταν από το Άργος, ενώ η μητέρα μου Esperanza, από το Gambados της Γαλικίας. Εργάζονταν και οι δύο στο εργοστάσιο της Hella, που κατασκεύαζε φανάρια και προβολείς, όπου και γνωρίστηκαν. Μέναμε στην οδό Αμβοββινγ 23, σε κτίρια κρατικά, που ανήκαν στον Στρατό. Πληρώναμε ένα μικρό ποσό για ενοίκιο, το υπόλοιπο το κατέβαλε το κράτος.

Ήταν μια συνοικία μεταναστών από την πρώην Γιουγκοσλαβία, Τουρκία, Ιταλία, αλλά και Ελλάδα. Θυμάμαι αμυδρά ακόμα, πως ένας Έλληνας διατηρούσε ένα καφενείο στη γειτονία μας.

Τα δύο αδέρφια μου κι εγώ επισκεπτόμασταν το σχολείο Martinschule μέχρι και την Α’ τάξη του Δημοτικού (Grundschule). Τα μαθήματα γίνονταν αποκλειστικά στη Γερμανική Γλώσσα, ενώ το απόγευμα, είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε στον ίδιο χώρο και μαθήματα στην Ελληνική Γλώσσα από Έλληνες αποσπασμένους δασκάλους. Δύο ώρες την εβδομάδα μαθαίναμε κολύμβηση σε κοντινό κλειστό κολυμβητήριο, ενώ στην ηλικία, των 9 ετών, πήρα και το δίπλωμα ποδηλάτου μετά από ενδοσχολικές εξετάσεις.

Η ζωή μπορεί να ήταν δύσκολη στην ξενιτιά, αλλά εμείς τα παιδιά, βιώναμε την πολυπολιτισμική κοινωνία της Γερμανίας του ’80 ανέμελα. Τα Σαββατοκύριακο εκδράμαμε με ποδήλατα στο γειτονικό δασάκι, κάναμε μπάνιο στο ποτάμι της περιοχής ή επισκεπτόμασταν το ζωολογικό κήπο.

Οι κοινωνικές επαφές που είχαμε ήταν κυρίως με λίγους γείτονες (οικονομικοί μετανάστες και οι ίδιοι), με τους οποίους μας έδεναν τα ίδια προβλήματα και η αγωνία της καθημερινότητας στην ξενιτιά αλλά και η νοσταλγία για τις πατρίδες, που αφήσαμε πίσω. Τα καλοκαίρια, επισκεπτόμασταν τους συγγενείς μας στην Ελλάδα. Επιστρέψαμε στο Άργος το 1986.

Ι.Μ. Γεννήθηκε το 1971 στη Γερμανία

Ο πατέρας του ήταν Αργείος.

Καταγραφή μαρτυρίας: Ασημακόπουλος Γιάννης

۩۩

To 1968 έφυγα με πρόσκληση για την Αμερική και πήγα στο Ιλινόις. Στην αρχή ήταν δύσκολα είχα μεγάλη δυσκολία με την γλώσσα. Σιγά σιγά βρήκα δουλειά. Η πρώτη μου δουλειά σε εργοστάσιο με χρώματα. Η δουλειά ήταν οκτάωρη αλλά επειδή είχα ανάγκη δούλευα υπερωρίες. Μετά από το εργοστάσιο δούλευα σε εστιατόρια αρχιμάγειρας. Είχα άλλη μία δυσκολία γιατί δεν ήξερα να οδηγώ, μετά έμαθα και η ζωή μου ήταν καλύτερη. Όταν έφυγα άφησα τα παιδιά μου στην Ελλάδα, ήταν δύσκολο για εμένα. Τα δύο πρώτα χρόνια, η γυναίκα μου γύρισε στην Ελλάδα και μετά από ένα χρόνο γύρισα κι εγώ και έμεινα τρία χρόνια και επειδή η ζωή ήταν δύσκολη στην Ελλάδα, επέστρεψα στην Αμερική με πρόσκληση του κουνιάδου μου. Τη δεύτερη φορά που πήγα για μένα ήταν πιο εύκολα από την πρώτη, έμαθα λίγο τη γλώσσα και από εκεί μέχρι που πήρα την σύνταξή μου το 1995 και έφυγα γιατί δεν με βόλευε η σύνταξη μου εκεί. Τα παιδιά μου είναι ακόμα στην Αμερική.

Ηλίας Θεοδωρόπουλος.

Γεννήθηκε το 1932 στο Καπαρέλι Άργους

Καταγραφή: Ηλίας Θεοδωρόπουλος Β1

۩۩

Η ζωή στα νιάτα μου ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι τότε προσπαθήσαμε να επιβιώσουμε. Όσοι ήμασταν φτωχοί, μπορώ να πω ότι η καθημερινότητά μας ήταν ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης. Οι πιο τυχεροί καταφέραμε να ξεφύγουμε, δυστυχώς φεύγοντας μακριά. Εμένα τα αδέλφια της γυναίκας μου είχαν φύγει όλοι μετανάστες στην Αμερική. Κατάφεραν και οι τέσσερις να ανοίξουν ένα μαγαζί και έτσι έφτιαξαν τη ζωή τους αρκετά καλή. Τότε αποφάσισαν να μας προσκαλέσουν και εμάς εκεί, μήπως και καταφέρουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας. Η απόφαση ήταν δύσκολη αλλά ήταν η μόνη λύση. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε ήταν πολλές. Κατά αρχήν δεν ξέραμε τη γλώσσα. Πήγαμε σε μια χώρα με άλλη νοοτροπία των ανθρώπων, άλλος τρόπος σκέψης, άλλη κουλτούρα. Ευτυχώς εγώ δούλεψα και τα κατάφερα δίπλα στα κουνιάδια μου και αντιμετώπισα πιο εύκολα την αλλαγή.

Η γυναίκα μου όμως και τα παιδιά μου ταλαιπωρήθηκαν πολύ. Η γυναίκα μου δούλεψε σε εργοστάσιο, ούτε να μιλήσει ήξερε, αλλά ευτυχώς έμαθε γρήγορα τη δουλειά κι έτσι σιγά-σιγά συνήθισε. Τα τρία μου κοριτσάκια έμαθαν σχετικά γρήγορα τα Αμερικάνικα με τη βοήθεια των ξαδελφών τους. Ζήσαμε 5 χρόνια, 5 χρόνια σκληρής δουλειάς και συνεχούς νοσταλγίας.   Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο. Στον 5° χρόνο αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην πατρίδα. Ξέραμε τώρα ότι θα μπορούσαμε πλέον στην Ελλάδα να ζήσουμε καλά. Οι παλιές δυσκολίες είχαν αντιμετωπιστεί και το μέλλον μας φάνταζε καλύτερο αλλά στην πατρίδα μας.

Γ.Μ. – Γεννήθηκε Κουτσοπόδι το 1926

Καταγραφή μαρτυρίας: Έλενα Νανάι

 

۩۩

Την έστειλε η μάνα της να πιάσει κρασί από το βαρέλι με το μοναδικό μπουκάλι που είχαν. Στο γυρισμό της γλίστρησε από τα χέρια και έσπασε. Μόλις το είδε η μάνα της ,της είπε «δεν σου τσακιζόταν το πόδι καλύτερα που μου έσπασες το μπουκάλι». Τότε της έμεινε παράπονο και έτσι πήγαινε για δουλειά στα σταφύλια στη Βόχα μέχρι να μαζέψει τα λεφτά για το εισιτήριο και να φύγει στην Αυστραλία. Ακόμα και σήμερα λέει πως η συμπεριφορά της μάνας της την έκανε να φύγει.

(Για την Α. από το Κεφαλόβρυσο Άργους, η οποία έφυγε 18 ετών

μετανάστρια στην Αυστραλία)

Καταγραφή μαρτυρίας: Σοφίας Σταύρου Γ2

 

۩۩

Είμασταν 8 αδέλφια. Ο πατέρας μου πέθανε, όταν εγώ ήμουν 10 ετών. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα διότι δεν υπήρχαν δουλειές. Μόνη μας λύση ήταν η μετανάστευση. Το 1955, τα πράγματα για εμάς ήταν ακόμη πιο δύσκολα και ο αδελφός μου αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Μετά από 2 χρόνια το 1957, σε ηλικία 25 ετών, και αφού είχα ακούσει πως ήταν τα πράγματα στην Αυστραλία, ακολούθησα τον αδερφό μου. Δεν είχαμε καθόλου χρήματα για τα εισιτήρια του πλοίου και αναγκάστηκε να τα πληρώσει ο αδερφός μου. Φύγαμε λοιπόν από το Μαλαντρένι, με προορισμό το Σίδνευ της Αυστραλίας. Ταξιδέψαμε με το πλοίο 38 μέρες και 38 νύχτες. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι ήταν εκεί ο αδερφός μου, ο οποίος μας φιλοξένησε στο σπίτι του. Οι ντόπιοι μας φέρθηκαν πολύ καλά. Ήταν πολύ ευγενικοί με εμάς.

Τα πρώτα 2 χρόνια ήμουν άνεργη. Έπιασα δουλειά το 1959, σε ένα εργοστάσιο το οποίο επεξεργαζόταν το λάστιχο και το έκανε π.χ. μπότες. Τότε λόγω της επαφής μου με τους συνεργάτες και τις συνεργάτισσες μου άρχισα να μαθαίνω σταδιακά την γλώσσα. Δούλευα 8ωρα και έπαιρνα 10 δολάρια την εβδομάδα. Παρόλαυτα, συνέχισα να μένω με τον αδερφό μου. Το 1960 παντρεύτηκα και μετά από σκληρή δουλειά καταφέραμε εγώ και ο άντρας μου να μαζέψουμε κάποια χρήματα και να αποκτήσουμε το δικό μας σπίτι, το 1962. Ακούω νέα από τα αδέρφια μου στην Ελλάδα. Η κατάσταση δεν είναι πολύ καλή. Εδώ, τα πράγματα διαφέρουν. Υπάρχουν σαφώς προβλήματα όπως άλλωστε σε όλες τις χώρες του κόσμου αλλά τα ξεπερνάνε πιο εύκολα απ’ ότι στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου. Σαφώς θα ήθελα να την επισκεφθώ για να δω τα αδέλφια και το χωριό μου όμως δεν θα έμενα εκεί λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί.

Ε.Μ. – Γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1932

Καταγραφή μαρτυρίας: Μαυρονικόλα Ελένη, Α1

۩۩

Ο θείος μου ο Γιώργος είναι ξάδερφος του μπαμπά μου. Ο θείος μου έφυγε από την Ελλάδα το 1969, όταν ήταν δώδεκα ετών μαζί με τους γονείς του γιατί είχαν οικονομικά προβλήματα. Έτσι, αποφάσισαν και έφυγαν και πήγαν στη Φλόριντα των Η.Π.Α. Εκεί, έκαναν πολλές και διάφορες δουλειές και ο θείος μου και οι γονείς μου. Πέρασαν τα χρόνια και ο θείος μου έμαθε μια δουλειά την οποία την κάνει ακόμα. Επίσης, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια δικιά του και έχει τρεις γιους που σπουδάζουν. Ο θείος τώρα μετά από πολλά χρόνια έχει το δικό του μαγαζί και δουλεύει μόνος του.

Ο Γιώργος Κωστάκης γεννήθηκε στο Δούκα Βρύση Άργους το 1957.

Καταγραφή Μαρτυρίας: Κων/να Δωρή

 

۩۩

 

Είμαι ο Σταύρος Ιωσηφίδης, γεννήθηκα το 1942 στο Άργος και είμαι 72 χρονών. Η ζωή μου έγινε σκληρή, δραματική και μαύρη το 1960 κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ήμουν μόνο 18 χρονών παιδί όταν πλέον είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετήσω τους γονείς μου τα αδέρφια και την πατρίδα. Στης 11 Οκτωβρίου μου έδωσαν έναν αριθμό ενός Γαλλικού εστιατορίου και επικοινώνησα με έναν Γάλλο που ήταν φίλος του πατέρα μου, και μου είπε πως έχει δουλειά για μένα. Χωρίς δεύτερη σκέψη την επόμενη μέρα στης 14:00 το μεσημέρι, πήγα στο δωμάτιο και ετοίμασα τα ρούχα μου. Η μάνα μου, μου ετοίμασε το φαγητό το οποίο θα έπαιρνα μαζί μου. Ήμουν θλιμμένος, στενοχωρημένος, χαμένος δεν είχα σκεφτεί τη ζωή μου χωρίς τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Στης 16:00 το απόγευμα, άρχισα το ταξίδι μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε με πικρά δάκρυα στα μάτια και μου έδωσε ένα φυλαχτό και μου είπε πως.

«Όταν το ανοίγεις, θα με θυμάσαι γιέ μου». Αποχαιρέτησα και τα αδέρφια μου και το πατέρα μου και έφυγα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, γνώρισα 3 αγόρια που και αυτά πήγαιναν στη Γαλλία. Δεθήκαμε όλοι μαζί και έτσι τον δρόμο τον κάναμε μαζί, μαζί ξεπεράσαμε τους κινδύνους και ξεπεράσαμε επίσης την ανάγκη τροφής και νερού. Περπατάγαμε 4 μήνες, 4 μήνες χωρίς να ξέρουν οι γονείς αν ζούμε ή όχι και χωρίς νερό και τροφή.

Όταν πλέον φτάσαμε στη Γαλλία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι τα  περιμέναμε. Οι συνθήκες εργασίας ήταν τραγικές. Μέναμε 3-4 άτομα σε ένα δωμάτιο που ούτε, οι σκύλοι δεν έμεναν εκεί μέσα. Δούλευα από της 10 το πρωί μέχρι της τέσσερις τα ξημερώματα, με ένα πιάτο φαγητό. Μετά από 13 ημέρες ο ιδιοκτήτης μου είπε «πολύ έκατσες εδώ, μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε». Και με πέταξε κυριολεκτικά σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό όπου έμεινα 3 μέρες μέσα στο κρύο. Μου έδωσε 200 ευρώ για 18 ημέρες δουλειάς. Πέρασα ένα μαρτύριο. Με τα άλλα παιδιά χαθήκαμε, χάσαμε κάθε επικοινωνία.

Μετά από 40 χρόνια μακριά από την οικογένειά μου αποφάσισα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου. Το 2001 ξεκίνησα από τη Γαλλία προς την Ελλάδα. Τους γονείς μου, δεν μπόρεσα να τους δω για τελευταία φορά. Έμαθα πως πέθαναν πολύ νέοι. Ευτυχώς όμως μετά από κάμποσο καιρό βρήκα τα αδέρφια μου. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος που τους ξαναείδα μετά από τόσα χρόνια. Είπαμε πολλά και διάφορα. Η ιστορία του καθενός ήταν συγκλονιστική.

Σταύρος Ιωσηφίδης, γεννήθηκε το 1942 στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Ντρόη Μιλκούρτη, Β1

 

۩۩

 

Ονομάζομαι Δημήτρης κατάγομαι από το Άργος. Τον Ιούλιο του 1975 πήγα στον Καναδά και έμεινα στο Μόντρεαλ. Ο λόγος που έφυγα από την πατρίδα ήταν επειδή δεν υπήρχαν δουλειές στην Ελλάδα και στον Καναδά βρήκα αμέσως. Οι άνθρωποι στο Καναδά ήταν άψογοι. Όλες οι υπηρεσίες βοηθούσαν σε καθετί που χρειαζόσουν. Γύρισα το Ιούλιο του 1979, δηλαδή μείναμε τέσσερα αξέχαστα χρόνια εκεί!!! Να πω την αλήθεια και εγώ και η σύζυγός μου, το έχουμε μετανιώσει. Οι λόγοι που μας έκαναν να γυρίσουμε ήταν κατά πρώτο επιλογή μας και κατά δεύτερο η οικογένειά μου που με ζητούσε.

Δημήτριος Α. – Γεννήθηκε στις 16/12/1949 στο Άργος

Καταγραφή μαρτυρίας: Μπενέκου Ανδρεάνα, Β1

 

Φωτογραφίες

 

Το διαβατήριο του Θεοδόσιου Μήτσουλα, που γεννήθηκε στο Άργος το 1944 και μετανάστευσε στη Γερμανία.

 

Σκουμπής Αναστάσιος. Γεννήθηκε στο Σκαφιδάκι Άργους το 1928.
Σκουμπή Ιωάννα. Γεννήθηκε στο Σκαφιδάκι το 1933.
Μετανάστευσαν και παντρεύτηκαν στην Αυστραλία.

 

Γιώργος Τριαντάφυλλος, γεννήθηκε το 1941 στο Κεφαλόβρυσο Άργους. Με τη σύζυγό του Βασιλική, η οποία γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Άργους το 1953, μετανάστευσαν στο Μόναχο της Γερμανίας από το 1965 ως το 1971. Στη φωτογραφία εικονίζεται η είσοδος του ορυχείου αλατιού στη Γερμανία στο οποίο εργαζόταν ο Γιώργος Τριαντάφυλλος.

 

Τα ορεινά χωριά του Άργους, από τα οποία μετανάστευσαν πολλοί Αργείοι (χειρόγραφος χάρτης του 1915).

 

Σαράντος και Διαμάντω Ορφανού μαζί με το γιό τους Κωνσταντίνο που γεννήθηκε στην Αμερική, όπου και είχαν Μεταναστεύσει στη δεκαετία του 1960. Η Διαμάντω Ορφανού το γένος Δέδε , γεννήθηκε στα Φίχτια Άργους.

 

O Δημήτρης A. γεννήθηκε στο Άργος το 1941, μετανάστευσε στο Μόντρεαλ του Καναδά μαζί με τη σύζυγό του Σταυρούλα. Στη φωτογραφία η σύζυγός του στο Μόντρεαλ.

 

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959. Μπακόπουλος Νίκος, γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1928 και η σύζυγός του Μπακοπούλου Χριστίνα που γεννήθηκε το 1931 στο Μαλαντρένι Άργους.

 

Γαμήλια φωτογραφία – Σίδνεϋ Αυστραλίας 1959. Μπακοπάνος Παναγιώτης, γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1929 και η σύζυγός του, Μπακοπούλου Στέλλα που γεννήθηκε στο Μαλαντρένι Άργους το 1937.

 

Read Full Post »

Η Μαμή τον χωριού θυμάται και λέει …


 

 Μαρτυρία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο, της κυρά Κατέρως (Αικατερίνης Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα) της πρακτικής μαμής του Κιβερίου Αργολίδας, που κατέγραψε το 1988 η Λιλή Καρύμπακα*, τότε που οι επιστήμονες γιατροί ήταν άγνωστοι ή που  δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες όλου του πληθυσμού της Ελλάδας.

 

 – Κυρά Κατέρω, ήσουνα εδώ η Μαμή του χωριού, πώς άρχισες;

  Έτσι από γυναίκα που ήτανε ετοιμόγεννη και ο άντρας της ήτανε φτωχός.

–  Δεν χρειάζεται τόλμη;

Τόλμη και πολλή τόλμη. Γιατί έχεις όλες τις ευθύνες απάνω σου και πρέπει να σου κόβει το μυαλό τι πρέπει να κάνεις. Να ‘χεις θάρρος. Να, είχα πρωταρχίσει στη Θύμιενα. Ήρθε η θειά σου η Βάσω και μού   λέει. Εσύ παγαίνεις στις γυναίκες, έλα να την ξεγεννήσεις. Κι αυτή το βαλε στα πόδια. ‘Έτσι έμεινα μοναχιά μου. Και όπως ήτανε το νερό του παιδιού, κάνει μπράφ και μ’ έκανε μούσκεμα. Δε τήραξα να σκουπιστώ, αλλά τήραξα να μαζέψω το παιδί, να κόψω τον αφαλό. Πρώτα έφτιαχνα τον αφαλό του παιδιού και μετά άφηνα το παιδί και περιλάβαινα τη γυναίκα.

Η μαμή του χωριού, η κυρά Κατέρω (Αικατερίνη Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα).

– Τί εργαλεία είχες;

Από εργαλεία τίποτα. Να ένα ψαλίδι και μια βελόνα. Το λούρο τον τρυπάγαμε για να ψοφήσει. Έτσι το λέγαμε τότε. Να  ψοφήσει ο λούρος,  για να μην τρέχει αίμα. Ύστερα έβγαζα το ύστερο. Έσφιγγα τη γυναίκα στην κοιλιά και, πάφ , πεταγότανε το ύστερο. Το μάζευα και το άνοιγα σ’ ένα ταψί, του έρρινα νερό για να δω αν βγήκε σωστό ή μην εκόπηκε τίποτα μέσα. Λοιπόν, στην αρχή όλα δεν τά ‘ξερα, αλλά συχνοδουλεύοντας την έμαθα την τέχνη. Έπιανα το ύστερο και το ‘κλεινα όπως ήτανε το παιδί μέσα και έβλεπα ότι δεν λείπει τίποτα και ήμουνα σίγουρη για τη γυναίκα ότι δεν έχει τίποτα μέσα της.

‘Ε, μετά την έπλενα τη γυναίκα. Έβραζα νερό κι έριχνα και λίγο οινόπνευμα και μού ‘ριχνε μια γυναίκα μ’ ένα κατσαρολάκι κι εγώ με μπαμπάκι το καθάριζα από δώ κι από κει, ξέρεις εκεί στο μέρος, στον κόλπο. Και σταμάταγε η ακαθαρσία, το αίμα, και στερνά έβρεχα ένα μπαμπάκι με μαστίχα, πολύ μπαμπάκι, σχεδόν μισό πάκο και της το έβαζα από κάτω. Της έβαζα κι ένα πανί, της έσφιγγα την κοιλιά και στερνά της έβαζα την κυλόττα. Έστρωνα κάτω στο στρώμα, για να μη λερώσει, εφημερίδες ή λαδόκολλες ή νάιλον. Ότι βρισκότανε. Αλλά τα εργαλεία μου ήτανε το ψαλίδι, η βελόνα και η κλωστή από το μπαμπάκι.  Την κλωστή, ξέρεις, εκείνο που σουρώνει από πάνω. Είναι αποστειρωμένο αυτό. Κι έδενα τον αφαλό μ’ εκείνο. Τον αφαλό τον έδενα και μετά τον έκοβα και τον γύριζα έτσι και τον ξανάδενα. Του ‘βαζα λίγο ιώδιο μπροστά, στο κόψιμο. Έδενα και το κεφαλάκι του παιδιού. Το δέναμε τότε το κεφάλι, για να γίνει στρογγυλό. Μετά το φασκιώναμε. Βάζαμε πρώτα τις πάνες. Ένα πανί σταυρωτό στα χέρια και ένα τρίγωνο κάτω . Γυρίζαμε το κάτω πανί κι’ έτσι βρακώναμε το παιδί. Με το άλλο βάζαμε μέσα τα χέρια, το σφίγγαμε και μετά το τυλίγαμε με τη φασκιά. Στα πρώτα η φασκιά, η χωριάτικη που λένε, ήτανε ένα σκοινί και το διπλώνανε μ’ αυτό. Στερνά βγάλανε την πάνινη.

-Πόσα μέτρα ήτανε η φασκιά;

Η φασκιά θα ‘τανε μέτρα, πόσα να σου πω. Πήχες ξέρω. Ίσαμε τέσσερες πέντε πήχες. Το δέναμε λοιπόν όλο το παιδί και τα ποδαράκια του μέσα. Και κοιμότανε ήσυχο. Το κεφαλάκι του παιδιού να καταλάβεις το δέναμε τρεις μέρες για να γίνει στρογγυλό. Κι άμα έβλεπα καμιά φορά από το ζόρι της γυναίκας να είναι μακρουλό το κεφάλι του παιδιού, το ‘κανα έτσι,  γιατί το κεφάλι του παιδιού είναι ζυμωτό σαν ζυμάρι, δηλαδή το ‘σφιγγα λιγάκι κι’ έβρεχα ένα πανάκι με μαστίχα, για να ψηθεί το κεφάλι.

Σε λίγη ώρα ξανάλυνα το παιδί, για να δω τον αφαλό μην τυχόν δεν είναι καλά δεμένο και ματώσει. Και  το ξαναφάσκιωνα. Την τρίτη μέρα το ‘πλενα το παιδί, του ‘κανα το μπανάκι του και του φόραγα τη σκουφίτσα του και την τραχηλίτσα του. Τρεις μέρες πάενα συνέχεια κι’ έπλενα τη γυναίκα δύο φορές την ημέρα. Πρωί και βράδυ. Μετά πάλι πάενα να δω τί κάνουν. Έ, ήτανε καλά. Με καλοδεχόντουσαν σε όλα τα πράγματα. Έ, η πλερωμή μου ήτανε 100, 150 δραχμές. Έ, και δυσκολίες είχα, αλλά κακό δεν έτυχε να πάθω. Πότε ν’ ανεβαίνει το παιδί, πότε να κατεβαίνει, πότε να ‘ρχεται δίπλα. Το  δίπλα που ερχότανε το παιδί, έπιανα στο στόμα μου μαστίχα και μπούχαγα την κοιλιά της γυναίκας απόξω κι έκανε έτσι αυτό και κρύωνε και μαζευότανε, αλλά εγώ τότες έκανα τάκα-τάκα με τα χέρια μου και γύριζε και καθότανε στη θέση του.

Όχι δεν είχα πάθει κακό. Αν έγλεπα ότι ερχόταν ζόρικο τούς έλεγα να πάμε στο γιατρό. Στο ‘Αργος, πάενα στο Θοδωρόπουλο, πάενα στον Ψωμαδάκη κείνα τα χρόνια ή όποιον άλλον ήθελαν. Έβλεπες σήμερα μια γυναίκα είχε πόνους, σήμερα και δεν ήτανε για γέννα. Το ‘βλεπες το παιδί, δεν ήτανε κατεβασμένο. Έ, την άφηνα και πέρναγε μια μέρα δυό και άμα την ξαναπιάνανε οι πόνοι πήγαινα κι έλεγα τώρα είναι για γέννα. Την κοίταγα. Βάζαμε σ’ ένα ποτήρι λάδι και βούταγα το χέρι μου μέσα και το ‘βρισκα το παιδί. Κι’ έβλεπα αν είναι κεφάλι, χέρι, πόδι ή κώλος.  Άμα καλογεννιότανε το παιδί, έκλεγε αμέσως. Άμα είχε δυσκολίες, τρόμαζε να γεννηθεί. Έ, το μπουχάγαμε, το κατουκεφαλιάζαμε, το βαράγαμε και συνερχότανε.

Μια φορά έτυχε να ξεγεννήσω δίδυμα. Την πρώτη φορά που μου έτυχε παραξενεύτηκα να ‘ρχεται κι’ άλλο παιδί από κοντά. Φώναξα τον άντρα της να του το πω, και μου λέει τί μου το λες έμενα, αυτηνής πες το να κάνει κουράγιο να το γεννήσει. Και γεννηθήκανε καλά, αλλά ήτανε λίγο μικρά και τα βάλαμε στα μαλλιά. Ανοίξαμε μαλλί πρόβιο, στρώσαμε ένα πανάκι από μέσα και το βάλαμε απάνω. Διπλώσαμε με το μαλλί όλο το κορμάκι μέχρι το λαιμό. Του βάζαμε σκουφίτσα και με μπαμπάκι και το δέναμε και ήτανε φυλαγμένο, όπως στη φιάλη που το πάνε το παιδί. Δύο τρεις μέρες, έ στερνά έπαιρνε απάνω του. Έτρωγε κι’ έπαιρνε απάνω του. Δεν είχε τύχει ανέσωστο παιδί.  Είχα ξεγεννήσει παιδιά να τους λείπουν μέρες, αλλά δεν έβλεπα να τους λείπει τίποτα.

Άλλη μια φορά είχα ξεγεννήσει ανάποδα. Τα πόδια κάτω και το κεφάλι πίσω. Μόλις ήρθε το παιδί, πολέμαγα, πολέμαγα, δεν μπόραγα. Και πώς μού ‘ρθε, το ρίχνω πάνω στη γυναίκα και φαίνεται άνοιξε η μήτρα και βγήκε το παιδί. Έβαλα τα ποδαράκια του πάνω στη κοιλιά της μητέρας και έτσι ζορίστηκε το παιδί και βγήκε το κεφάλι. Είχα πάρει συγχαρητήρια από τους γιατρούς.

Στη Βελανιδιά μια γυναίκα είχε τρεις μέρες πόνους και τους έλεγα δεν είναι καιρός ακόμα, δεν είναι ώρα να γεννήσει. Τώρα ότι καταλαβαίνετε κάνετε. Να φέρουμε γιατρό. Δεν είναι καιρός, και γιατρό να φέρετε δεν κάθεται να το πιάσει. Όταν κατέβει το παιδί, θα σας πω να τον ειδοποιήσετε. Γιατί ίσαμε κει’ που ήρθε μπορεί να μην το ξεγεννήσω εγώ. Ήρθε η ώρα 12  και τότε κατέβηκε το παιδί . Τους λέω τώρα να πάτε για το γιατρό. Και μου λέει ό άντρας «τέτοια ώρα, πού να πάμε;». Δεν ξέρω, όπου θέτε πάτε. Να βγείτε στο δρόμο, να πιάσετε ένα αυτοκίνητο, να πάτε στους Μύλους, να πάρετε τηλέφωνο το γιατρό και να τον περιμένετε στους Μύλους και να ‘ρθει απάνω. Κι όπως έγινε. Ήρθε ο γιατρός και του λέω, πω-πω γιατρέ, μεγάλη αγωνία. Άκου δω να σου πω, κι’ εμείς έτσι τραβάμε. Ή που λέμε ότι είμαστε γιατροί. Αλλά πάντως και συ συγχαρητήρια. Για να κρατήσεις τρεις μέρες τη γυναίκα και να καταλάβεις ποιά ώρα θα γεννηθεί. Μόλις ήρθε ο γιατρός, το βρήκε έτοιμο. Βέβαια, πολλές φορές είχα αγωνία. Άμα όμως έβλεπα ότι το παιδί ερχότανε καλά, δε μ’ ένοιαζε, έπεφτα δίπλα στη γυναίκα και κοιμόμουνα.

Τις νύχτες ερχόντουσαν και με παίρνανε μ’ ένα φανάρι ή μ’ ένα φακό, γιατί τότε δεν είχε ηλεκτρικό και πώς να ξεγεννήσεις. Ένα βράδυ ήρθε και με πήρε ο άντρας μιας γυναίκας από κείθε πάνω από το Καλαμάκι, πάνω στα μαντριά. Κι ήρθε να με πάρει να ξεγεννήσω τη γυναίκα του. Στο δρόμο που πηγαίναμε του λέω. Τί λες, θα την προλάβουμε; Τί καταλαβαίνεις, του λέω, κόντευε το παιδί; Και μου λέει το παιδί έχει πέσει. Έχει πέσει το παιδί και τώρα με πας; Και τι θα κάνει το παιδί, θα στραγγίσει από τον αφαλό, άμα δεν του δέσεις τον αφαλό, στραγγάει. Δεν έλεγε μια γυναίκα ας το δέσουμε τούτο δώ να μη βγαίνει το αίμα πίσω. Όσο μένει το ύστερο στη γυναίκα, το αίμα στραγγίζει από το παιδί. Του λέω τράβα το μουλάρι και βάρα το. Κι εγώ πήγαινα στο μουλάρι και κείνος από πίσω και πήγα και δεν είχαν ούτε φώς τίποτα για να ιδώ. Είχανε από κείνα τους φουστανελάδες τα πετρελαιολίχναρα και σώθηκε το πετρέλαιο. Και βάνανε πουρνάρια στη φωτιά κι’ αφάνες σ’ ένα τζάκι, τίποτα ούτε τζάκι δεν είχανε, έτσι δεν έγλεπα να μαζέψω τη γυναίκα και το παιδί. Και τους λέω «αν ήξερα έτσι, δε ‘ρχόμουνα». Την  τρεμούλα που πέρασα. Λέω, να μου πάθει κάτι το παιδί, θα πούνε η Νάσταινα το ‘κανε. Μόλις λοιπόν μάζευα τη γυναίκα, τι πρώτα δεν έμπαινε κανένας μέσα εκτός από τη γυναίκα που είχα βοηθό. Μια δυο γυναίκες είχα, γιατί της βαστάγανε τα χέρια, βαστιότανε κείνη, ήθελα το ψαλίδι, ήθελα την κλωστή ν’ αφαλοκόψω το παιδί και μου τα ‘διναν εκείνες. Κι’ όταν τελειώναμε, ερχόταν ο πατέρας, του δίναμε τα συχαρίκια, ασήμωνε το παιδί, πότε ασήμωνε και τις γυναίκες, όποιος είχε ασήμωνε. Όποιος δεν είχε…

Η λεχώνα καθότανε χάμου, δεν έβγαινε έξω. Τύχαινε η λεχώνα να μη βγει έξω οχτώ μέρες. Λέγανε οι παλιοί «τη λεχώνα την είδαν τα βουνά και ραΐσανε».  Γιατί έχει τόση αγωνία περασμένη. Κατάλαβες, την είδαν τα βουνά και ραΐσανε! Μόλις θα ‘βγαινε στην πόρτα η λεχώνα, έπρεπε να κοιτάξει τη Θάλασσα. Πρώτα κι αρχή να κοιτάξει τη θάλασσα, για να της έρθει το γάλα σαν τη θάλασσα. Και δεν το χάνανε ποτές οι γυναίκες το γάλα τους. Μόλις βγαίνανε οι γυναίκες από την πόρτα, επιανόντουσαν από το σίδερο της πόρτας και λέγανε «σιδερένιο το σπίτι μου, σιδερένια κι εγώ» τρεις φορές. Και στερνά, κοιτάγανε τη θάλασσα, και  λέγανε «το γάλα μου σαν τη θάλασσα». Τα παιδιά μέχρι που πήγαιναν δύο χρονών τα θηλάζανε. Δεν τρώγανε τίποτε άλλο, μόνο γάλα. Δε βάνανε μπρίκι στη φωτιά. Έ, κάνα χαμομηλάκι. Άμα έκλεγε το παιδί, το ποτίζαμε σκατζοροχολή, τη χολή από το σκαντζόχοιρο. Μια ψιχούλα, ίσαμε το κεφαλάκι της καρφίτσας. Το λιώναμε σε λίγο γάλα από το στήθος και του το δίναμε και το ‘πινε και ηρέμιζε το παιδί και δεν έκλεγε πια. Τώρα δεν τα κάνουνε πια αυτά. Το ποτίζανε σκινόχορτο, πικρό, από τα σκίνα που γίνεται απάνω που πλέκει. Το βάζαμε και ξενέριζε και του δίναμε μια κουταλίτσα το πρωί και μια το βράδυ. Αυτό το βάσταγε να μην κλαίει. Όπως λέμε το κόβει η κοιλίτσα του. Τότες το ποτίζαμε από κείνο και κοιμότανε ήσυχο. Δεν πόναγε. Φαίνεται αυτό ήτανε ναρκωτικό, ξέρω τί ήτανε;  Έτσι το βρήκαμε, έτσι το κάναμε.

Οι γυναίκες, όταν πηγαίνανε στο χωράφι, το παιδί το παίρνανε μαζί τους. Το βάζανε στη νάκα, το κόβανε στην πλάτη, κι’ εκεί, αν τύχαινε κάνα δέντρο, έβαζε μια τριχιά και το κρέμαγε από το δέντρο. Ειδεμή, χάμω. Και στερνά, κει που καθότανε να ξαποστάσει, θήλαζε και το παιδί… Κουρασμένο γάλα, ξέρω ‘γώ.  Μια φορά ήτανε πιο ζωηρά τα παιδιά τότες και πιο γερά από τώρα. Ας τρέχανε και στα χωράφια.

Αν δεν σαράνταγε η γυναίκα, δεν πάενε στα χωράφια. ‘Έπρεπε να σαραντίσει, να τη διαβάσει ο παπάς. Ούτε σε ξένο σπίτι πάταγε. Να πάει στη γειτόνισσα ,όχι. Δεν έχεις ακούσει που λένε καμιά φορά, τι,είσαι ασαράντηyη και δεν έρχεσαι μέσα; ‘Όταν σαράνταγε,  πάενε στον παπά με το παιδί κι’ αφού έπαιρνε την ευχή, πάενε όπου ήθελε.

– Έχω ακούσει ότι πολλές γυναίκες έχουν γεννήσει στα χωράφια μόνες τους.

 Ναι, έτσι είναι. Έτυχε μια που πάενε στα Βέρβενα περπατώντας και την έπιασαν οι πόνοι κι’ έκατσε χάμω και το ‘κανε. Το μάζεψε μια γριά και το ‘δεσε με μια κλωστή, τότε σούρνανε και σουγιάδες απάνω τους, σούρνανε και κλωστές και βελόνες, είχανε απ’ όλα οι γριές. Το αφαλοκόψανε, το τυλίξανε με τη φουστάνα της, τη βάλανε πάνω στο μουλάρι και την πήγανε στο σπίτι. Κι’ άλλη μια πήγε στο μύλο ν’ αλέσει και γέννησε. Την έπιασε ο μυλωνάς και τη μάζεψε και την έβαλε καβάλα κι’ έφυγε να πάει στο χωριό της και το παιδί το ‘χε διπλωμένο στην ποδιά της. Καβάλα στο μουλάρι και το παιδί διπλωμένο. Πού τώρα τέτοιες γυναίκες. Θυμάμαι τότες που λέγανε γέννησε η Μούντραινα και πάει το παιδί στην ποδιά. Πάντως παιδευόντουσαν οι γυναίκες τότε. Τώρα δεν αντέχουνε. Ελέπτυναν. Τους έλεγα, όταν έρχεται ο πόνος, να κάνουν αυτή την αναπνοή, να βγαίνει ο πόνος απάνω και το παιδί να κατεβαίνει κάτου. Αυτό μου το ‘χε πει γιατρός, όχι ότι το ‘ξερα. Γιατί πολλοί γιατροί με είχανε ορμηνέψει. Τώρα δεν έχουνε αντοχή. Εδώ πάει η φωνή σύννεφο. Και τότες φωνάζανε, αλλά εγώ τους έβαζα φωνή κι ακούγανε. Γιατί η φωνή δεν είναι να βοηθήσει, είναι να σφιχτείς να κατέβει το παιδί. Τότες ήμουν και πιο νέα, πιο θαρραλέα…

– Τώρα άμα σου τύχει καμιά γέννα θα πάς;

Να, πέρσι δεν ξεγέννησα του Νίκου τη γυναίκα;

– Πόσο χρονών είσαι;

Εγώ είμαι 78. Δεν πρόλαβε να πάει στο γιατρό, κοιμόμουν και με φωνάξανε. «Θειά Κατέρω, θεια Κατέρω, έλα, γιατί το παιδί πέφτει και δεν ξέρουμε καμιά». Και πουλάλα εγώ και φούσκωσα. «Άντε θεια, γρήγορα». «Έ ,μπορώ να ‘ρθω και πιο γρήγορα;»  Επήγα εκεί και δεν πρόλαβα ούτε τα χέρια μου να περάσω με οινόπνευμα. Αμέσως εβούτηξα το παιδί, κοριτσάκι ήτανε, το ‘πιασα, το ξεγέννησα, έφτιαξα και τη γυναίκα και λέω στον άντρα της να πας να φέρεις τη  μαμή, ξέρεις αύτη  ήτανε σπουδαγμένη, εγώ δεν ξέρω ελέπτυνε η  πλάση. Και  ήρθε η  μαμή και μου  έδωσε συγχαρητήρια για το ωραίο φτιάξιμο που έκανα στη λεχώνα.

Και τώρα να μου τύχει κάτι, θα το πιάσω, αλλά δεν έχω από κείνες τις γυναίκες, που είχανε υπομονή.  Δεν μπορώ, δεν είναι και αντοχής. Δεν βοηθάνε. Τώρα τηράνε να τους το βγάνει ο γιατρός. Όλο πονάω… Έ, θα πονέσεις, για να βγάλεις το παιδί. Τανήσου, να το βγάλεις.

– Έτυχε να ξεγεννήσεις καμιά γυναίκα πάνω σε τρίποδο, στο σκαμνί που λένε;

Όχι. Η μαμή που με ξεγέννησε, με ξεγέννησε στο σκαμνί. Αυτό ήτανε ένα τρίγωνο ξύλινο και τα ντύνανε με πανιά και καθότανε απάνου η γυναίκα, ούτε σκεπαζότανε. Η μαμή δεν έβλεπε τίποτα. Έβαζε τα χέρια της από κάτω κι έπιανε το παιδί. Εγένναγαν πιο ελαφρά έτσι από τα ίσια που πέφτουνε. Ήτανε πιο καλά, καθότανε και το βάρος πήγαινε κάτω. Ενώ, άμα κάθεσαι στα ίσια, το παιδί είναι απλωμένο. Όμως στο σκαμνό που καθόσουνα έσπρωχνες κάτω εσύ, έσπρωχνε και το παιδί και έβγαινε. ‘Έβγαινε πιο καλά. Στερνά το καταργήσανε τα σκαμνί και γένναγαν στα ίσια τους οι γυναίκες. Πριν ν’ αρχίσει η γέννα, σου φέρνανε ένα πιάτο λάδι και μόλις βούταγε η μαμή τα χέρια της έλεγε. «Όπως γλιστράει  το λάδι, να γλιστράει και το παιδί της γυναίκας» εκεί στο μέρος στη γέννα και μετά συνέχιζε. Κι’ όταν κόντευε να γεννηθεί το παιδί, πάλι της έβαζε λάδι.  Κι’ ερχότανε το παιδί, φράπ, κι’ έπεφτε αμέσως.

– Γιατί τα κορίτσια δεν τα θέλανε τότε;

Δεν τα θέλανε, γιατί θέλανε προίκες. Φτιάνανε προικιά. Βελέντζες, σαϊσματα, κουβέρτες,  κιλίμια, αλατζάδες, τέτοιες προίκες. Πάντως το κορίτσι είναι βαρύσκιωτο. Δεν το θέλουνε δηλαδή.  Όχι και τότες, και τώρα δε το θέλουνε. Αλλά δεν το νομίζω, γιατί το ξεχωρίζουνε, αφού παιδί είναι και το κορίτσι, όπως είναι το αγόρι, είναι και το κορίτσι. Γεννήθηκε αγόρι, ο βασιλιάς γεννήθηκε. Χορεύανε, ρίχνανε και τα τουφέκια. Ενώ, άμα γεννιότανε κορίτσι, δε μίλαγε κανένας μπίτι. Μια φορά ο άντρας μιανής, όταν άκουσε ότι ήτανε κορίτσι, σηκώθηκε κι έφυγε. Του φώναζα εγώ να ‘ρθει πίσω, γιατί  δεν είχα και  πολλές γυναίκες να με βοηθήσουν, μια γυναίκα είχα μόνο. Του λέω «η γυναίκα άμα μείνει έγκυος ή κορίτσι θα κάνει ή αγόρι. Αφού έτυχε ο Θεός να το κάνει κορίτσι…» και μου λέει «έπρεπε να ‘ναι κείνος Στυλιανός και εγώ Θεός». Έ, άκουγες και κουταμάρες.

– Τί γιατροσόφια κάνατε στα παιδιά;

Εμείς δεν ηξέραμε το γιατρό. Εγώ τα παιδιά μου μεγαλώσανε, στο γιατρό δεν τα πήγα. Τους έκανα κείνο, τα άλλο, το ‘τριβα με ξυγκάκι. Το ‘τριβα στο λαιμούλι τους, γιατί κάνανε και τότες στο λαιμό τους αμυγδαλές που λέμε τώρα. Και μόλις το ‘τριβα με κείνο, το έδενα μ’ ένα πανάκι και το πρωί δεν είχε τίποτα. Ενώ τώρα δεν τα κάνουνε. Τώρα όλο με τα φάρμακα. Τότες τα χαρακώναμε στην πλατούλα για το αίμα. Έπρεπε να του πάρεις αίμα από δώ κι από κει και ησύχαζε το παιδί. Τρεις χαρακιές από τη μια, τρεις από την άλλη και μετά του βάναμε λίγο λαδάκι απάνω, βάναμε ένα πανάκι καθαρό και μετά το δέναμε. Κάθε οκτώ μέρες τα χαρακώναμε όσο ήτανε μικρά. Αλλά τότες που έγινε ενός χρονού κι’ απάνω, στους δύο μήνες, στους τρεις και τ’ αερώναμε. Και του Αγίου Κωνσταντίνου ήτανε καλή λέει μέρα για του Σταυρού. Δύο χαραξίτσες όλα τα παιδιά μέχρι δέκα χρονών και δώδεκα. Παλιότερα τα χαρακώνανε στις γάμπες. Εμένα μ’ έχουνε χαρακώσει στις γάμπες. Χαρακώνανε το κορμάκι του, τις γάμπες και πίσω δω στα κωλομάγουλα.

Το κεφαλάκι του το μπουχάγαμε με μαστίχα και μετά του ρίχναμε κι αλάτι ψιλό και το δέναμε, για να ψηθεί… Τον αφαλό τον προστατεύαμε για πολύ καιρό. Μερικά δεν πρόφταιναν να σαραντίσουν κι έκλεινε το αφαλό. Μερικά τον είχανε ενός χρόνου κι’ ακόμα. Τους βάζαμε και ένα φυλαχτό. Κάναμε ένα χαϊμαλάκι.  Βάζανε  ένα σπυράκι λιβάνι, λιγάκι σκόρδο, λιγάκι κάρβουνο από τη φωτιά και σταυρολούλουδα από τον επιτάφιο, τα ράβανε και το βάζανε στο παιδί. Τους  βάζανε κι’ ένα σταυρό, λιόκρινο τον λέγανε το σταυρό, σαν ξύλο ήτανε, το πουλάγανε. Μ’ αυτό το σταυρό τήραγαν και το μάτι. Τον βάζαμε μέσα στο νερό και άμα είχε μάτι, πέταγε φουσκάλες απάνω ο σταυρός. Κι’ άμα είχε μάτι, το σταυρώναμε με κείνο το σταυρό και λέγαμε «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Του βάζαμε ακόμη μια γουρουνίτσα, ένα κοχύλι της Θάλασσας μαζί με μια χάντρα μπλε, θαλασσιά, το κρεμάγαμε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό του παιδιού για το μάτι, γιατί αυτή η γουρουνίτσα έχει μπροστά ένα μαύρο μάτι τόσο δα, τρομάζεις να το βρεις, κι’ αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα. Τώρα δεν τα παραδέχονται αυτά. Τώρα ούτε πικρά τα ποτίζουνε ούτε τίποτα. Με το τίποτε, στο γιατρό.

Όσο για το νονό, αυτός ερχότανε μετά από δεκαπέντε μέρες, γιατί έπρεπε να το ασημώσει.  Λεφτά, γλυκά, καμιά μπουκάλα κρασί ήτανε τα κεράσματα του παιδιού. Στα βαφτίσια πάενα κι εγώ και βοηθούσα. Τότε δεν είχανε μπομπονιέρες. Είχανε γλυκό στο σπίτι.  Όσοι ήτανε στην εκκλησία, περνάγανε από το σπίτι και παίρνανε ένα γλυκό. Κυδώνι ή ότι άλλο. Ο νονός μες στην εκκλησία έδινε σε όλους λεφτά. Έδινε στη μαμή, στη νεωκόρα, στον παππά, στον ψάλτη και άφηνε και στην εκκλησία. Στους  υπόλοιπους είχε κάνει λεφτά λιανά, γαζέτες που τα λέμε, και τα ‘παιρνε στη χούφτα του, τα πέταγε κι’ όποιος προλάβαινε έπαιρνε. Δεκάρες τότε, τι να πετάξει. Ελέγανε τώρα θα πετάξει ο νουνός, τώρα θα πετάξει λεφτά. Μαρτυρικά δεν είχαμε. Μαρτυρικά λέγαμε τώρα θα μαρτυρήσω το όνομα και, για να μην το μαρτυρήσεις, δίνανε ένα δίφραγκο, φράγκο, για να μη μαρτυρήσει.  Τα φλουράκια, όχι δεν τα ξέραμε. Ο νουνός που το βάφτισε έπρεπε να στεφανώσει κιόλα.  Στα βαφτίσια έπαιρνες ένα λαδόπανο, μια σκουφίτσα και το πουκαμισάκι του παιδιού, τίποτε άλλο.  Μετά, άμα πέρναγε ένας μήνας, ο νουνός έπαιρνε ένα κουστουμάκι. Τα πρώτα τα λέγαμε λαδικά. Και του Χριστού ή του Αγιο- Βασιλειού του πήγαινε το κουστούμι το καλό και τη λαμπάδα του, αν ήτανε Πάσχα.  Λέγανε θα ‘ρθει ο νονός να φέρει τα βαφτιστικά. Τα λέγανε Φωτήκια.  Τα δεύτερα τα λέγανε λαδίκια.  Αυτές ήταν οι δουλειές μας.  Άλλα εθίματα τότες. Έχω πεντακόσια παιδιά πιασμένα μέχρι που τα μέτραγα. Τι να πρωτοθυμηθώ…

– Κυρά Κατέρω, θυμάσαι κανένα γεγονός που να σε στενοχώρησε ιδιαίτερα;

Θυμάμαι μια γυναίκα που είχε δύσκολη γέννα, γιατί το παιδί φαινότανε μεγάλο και τους είπα να την πάνε στο γιατρό. Αφού την πήγανε, ο γιατρός τους είπε να της κάνουνε καισαρική, για να το πάρουνε το παιδί, και οι δικοί της δε θέλανε. Γιατί τότε το θεωρούσανε κακό. «Γιατί, δεν είναι άξια να το γεννήσει;  Όχι καισαρική». Την άφησαν τη γυναίκα και το παιδί έβγαλε πρώτα το χεράκι του. Τίποτα άλλο. Το βγάλανε ένα – ένα κομματάκι. Παραλίγο να πάθει και η γυναίκα. Άλλη μία πάλι, που τα γένναγε πεθαμένα; Τρία παιδιά είχε γεννήσει, όλα την ίδια τύχη είχανε. Πολύ με στενοχώρησε αυτή η γυναίκα, γιατί τους έλεγα να την πάνε στην Αθήνα στο γιατρό.  Αλλά οι δικοί της τίποτα. Ήτανε ντροπή να μην μπορεί να γεννήσει ένα σωστό παιδί.

Και η Κυρα – Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή του χωριού, που είχε ξεγεννήσει πάνω από πεντακόσια παιδιά, άρχισε να μουρμουρίζει ένα νανούρισμα:

«Νάνι – νάνι να μου κάνει

κι όπου το πονεί να γιάνει….

Νάνι – νάνι το μωρό

κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ…»

 

Όπως μου τα εξιστόρησε η Κυρά Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή.

Κυβέρι, Σεπτέμβρης 1988

Λιλή Καρύμπακα

* Η Λιλή Καρύμπακα γεννήθηκε στην Πάτρα, είναι πτυχιούχος της σχολής ξεναγών, εργάστηκε στο δημόσιο και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Είναι αδελφή της Γλύπτριας και Ζωγράφου Αργυρώς Καρύμπακα, και κόρη της οικογένειας του Ανδρέα Καρύμπακα από την Κυνουρία και της Χρυσούλας Καρκαλάτου από το Κιβέρι. Οργάνωσε στο Κιβέρι το 1990 σε συνεργασία με το Χορευτικό Όμιλο Κιβερίου μια εξαιρετική έκθεση με τίτλο «Αναμνηστικά», στην οποία παρουσίασαν παλιές φωτογραφίες, διάφορα έγγραφα και παλιά αντικείμενα, που τους παραχώρησαν οι κάτοικοι του χωριού. Ακολούθησε το 2001 η «Γιορτή του Μάη» με οργάνωση έκθεσης με γλάστρες ανθισμένες, στεφάνια, ανθοδέσμες και παιδικά σχέδια των μαθητών του δημοτικού σχολείου Κιβερίου. Οργάνωσε επίσης σε συνεργασία με τη γνωστή στην Αργολίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιμή Φυρογένη παράσταση παιδικού θεάτρου για τα παιδιά του σχολείου, η οποία παίχτηκε στο χωριό και παρουσιάστηκε στο 1ο φεστιβάλ παιδικού θεάτρου Άργους.

 

Read Full Post »

Ημέρες του ’40

 


(Μνήμες πολέμου στρατιώτη Δημητρίου Ι. Σιώτου)

Η ιστορική έρευνα έχει καταγράψει με λεπτομέρειες τις στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου, του έπους της Αλβανίας, μιας λαμπρής σελίδας στην ιστορία του ελληνικού λαού και του αγώνα του κατά του φασισμού. Όμως οι μαρτυρίες των ίδιων των πολεμιστών ή ακόμα και των αμάχων που έζησαν τα γεγονότα, αποτελούν μια επιπλέον ηρωική πράξη αφού μας μεταφέρουν εικόνες και εμπειρίες που δύσκολα μπορεί κανείς να βρει στα μεγάλα βιβλία της Ιστορίας.

Ένας απλός άνθρωπος που μόλις είχε τελειώσει την τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου, δε στάθηκε μόνο ηρωικά στα πεδία των μαχών, αλλά έγραψε και κατέγραψε μοναδικές στιγμές από τις μέρες του ’40 με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος ξεκίνησε από το χωριό του, τα Σταθέικα του σημερινού Δήμου Κουτσοποδίου, για το μέτωπο της Αλβανίας και ξαναγύρισε σ’ αυτό έχοντας αποτυπώσει κάποιες άγνωστες στιγμές  μιας μεγάλης εποποιΐας. Σας παρουσιάζουμε ορισμένα αποσπάσματα προσπαθώντας να διατηρήσουμε, όσο είναι δυνατό για την ευκολία της ανάγνωσης, τον αρχικό συγγραφικό χαρακτήρα.

 Στη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για να ζούμε σήμερα ελεύθεροι.

 

Επιστράτευση

 


 

Δημήτριος  Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Δημήτριος Σιώτος : Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

«Εις τας 24/10/40 εκηρύχθη  η επιστράτεψη ημέρα Δευτέρα. Και στις 28/10/40 έφυγα για να πάω να καταταγώ. Αφού πήγα στο Άργος στην πλατεία του Αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκίνητο με άλλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σωτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασίλειον Μπούρην στο ξενοδοχείο όλοι μαζί να φάμε. Αφού φάγαμε και ήπιαμε καλά ξεκινήσαμε να πάμε για το Σύνταγμα να ντυθούμε. Αφού πήγαμε εκεί μας πήραν τα στοιχεία και μας κατάταξαν σε διάφορους λόχους. Εγώ, ο Κωνσταντίνος Σωτηρόπουλος, ο Ιωάννης Μιτσάκος, ο Δημήτριος Μπέλος, ο Ιωάννης Μπουλούκος, ο Γεώργιος Ντεβές, ο Νικόλαος Παπαδόπουλος καταταγήκαμε στον 10 λόχο του 3 Τάγματος και αμέσως ο σύνδεσμος του 10 λόχου μας καθοδήγησε για τον 10 λόχο ο οποίος έμενε απέξω από το χωρίον Ασίνη». (…)

«Στις 10/11/40 το προΐ μας λένε να μην απομακριθούμε διότι θα φύγουμε. Και όλην αυτήν την ημέραν μας εσημπλήρωσαν τας ελλείψεις που είχε ο καθένας και το βραδάκι ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε. Αφού μας δόσαν κουραμάνα και τυρί για δυο ημέρες μας βάλαν στη γραμμή και τον δημόσιο δρόμο. Στας 10 η ώρα φθάσαμε στο Ναύπλιον». (…)

«…στις 11/11/40 στις 10 η ώρα το προΐ φθάσαμε στην Αθήνα και εξεπεζέψαμε στον σταθμό του Ρουφ. Εκεί κατεβήκαμε από το τρένο και καθήσαμε έως τας 3 η ώρα το απόγευμα ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε.

Εκεί να ήβλεπες τι γίνονταν από τον Στρατό. Άλοι αποβιβάζονταν, άλοι κατέβεναν , από ότι σώμα ήθελες ήβλεπες εκεί ιππικό, πυροβολικό, πεζικό, μεταγωγικά και διάφορα άλλα είδη που από το ένα κατέβεναν στο άλλο ανέβεναν. Και εκτός του ενθουσιασμό του άμαχου πληθυσμού, άλλος έδινε τσιγάρα, άλλος γλυκά και διάφορα άλλα και μας αποχαιρετούσαν στο καλό κλαίοντας και συνγκινιόντας. Αφού εμπήκαμε στο τρένο της Λαρίσης και ετοιμάστη καλά, εξεκινήσαμε για το ωραίο μας ταξίδι. Και δίναμε τους τελευταίους μας αποχαιρετισμούς στην Αθήνα. Και ως που να βγουμε  έξω από την Αθήνα το ένα μέρος και το άλλο της γραμμής ήταν ο κόσμος σωρό και μας αποχαιρέταγαν στο καλό και με τη νίκη, μας πέταγαν τσιγάρα και λουλούδια και ότι είχε ο καθένας εύκαιρο…. Ταξιδεύοντας ενύχτωσε και δεν έβλεπες τίποτε πλέον, ήταν σκοτάδι και όπως ήμασταν ένας απάνω στον άλλο σε κάτι φορτηγά βαγόνια, ούτε να ξυστούμε δεν μπορίγαμε». (…)

  

Πορεία προς το μέτωπο

 


  

(Από Καλαμπάκα)

«Αφού φύγαμε στις 14/11/40 και προχωράγαμε όλην την ημέρα… φθάσαμε σε ένα χωριουδάκι Ορθοβούνι το βράδι. Εκεί κατασκηνώσαμε ως το προΐ αλλά είχε ξαστερώσει και έριξε έναν πάγο που το προΐ ήμασταν όλοι παγωμένοι σαν τσίχλες. Αφού φώτισε στις 15/11/40 πήραμε το τσάι και λίγες σταφίδες και ξεκινήσαμε πάλι τον ίδιο σκοπό, προχωρήσαμε όλο σε κάτι πλαγιές του βουνού που πήγαινε ο δρόμος και όλο κάτι στροφές και χαράδρες, το μεσημέρι φθάσαμε σε ένα χωριό Τρυγόνα… εφύγαμε και πήγαμε σε ένα χωριουδάκι Παλαιά Κουτσιούφλιανη αποπάνω και καταβλήσαμε. Εκεί έμενε και ο 1 λόχος Πολυβόλου και είδα τον Ανδρέα Φλίνο, τον Νικόλαον Νικολίτσαν οι οποίοι ήταν έτοιμοι και έφευγαν» (…)

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

Λίγο πριν να φτάσουν στο μέτωπο : «Σόμα δίχος ψυχή – κορμί και δεν κινήτε – ενθίμιο Στρατού – ποτές δεν λισμονήτε».

«Στας 23/10/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το Σύνταγμα να φύγει, πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση  που δεν έβλεπες ούτε Θεό από τις οξιές. Δω να μείνουμε κει να φθάσουμε, που να μείνουμε, άλλος έπεφτε δώθε, άλλος γλίστραγε κείθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά, άλλο μουλάρι ήβλεπες είχε ντουμπαρίση και είχε πάει στο ρέμα, άλλο τα είχε γυρίσει και το σήκωναν, τι να έβλεπες χάλια αδιόρθωτα. Στας 12 η ώρα τη νύχτα ανεβένουμε στην κορυφή ενός ψηλού βουνού και καθήσαμε να ξεκουραστούμε μα που να καθόσουν είχε μια πασπάλα χιόνι ρίξει και κατόπιν πάγο, μας έκοψε το κρύο, ξεκινήσαμε και προχωρήσαμε ακόμη λίγη ανηφοριά και κατόπιν παίρνουμε μια κατηφοριά και κάτι λάσπες πιο χειρότερες που ούτε να σταθείς δεν μπόρηγες…. κολήσαμε το απέναντι μέρος στο άλλο βουνό. Εκεί καθίσαμε και και ανάψαμε φωτιά διότι ήταν ο πάγος  μια πιθαμή, ήταν ξημέρωμα στις 24/11/40 καθίσαμε όλην την ημέρα και σε όλο αυτό το διάστημα μόνον ένα χωριό είδαμε πιο πέρα έως 2 ώρες μακριά, το οποίον λεγόταν Μέτσοβο. Καθήσαμε όλην την ημέραν χωρίς ψωμί….. Στας 26/11/40… ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και το βραδάκι ξεκινήσαμε τον Δημόσιο δρόμο βαδίζοντας όλη τη νύχτα. Δω να μείνουμε κει να μείνουμε, δεν μας άφηναν πουθενά από την κούραση πέσαμε κάτω…».

«…το προΐ στις 3/12/40 αφού φώτησε σηκωθήκαμε να πάμε να βρούμε το λόχο…μόλις φτιάξαμε το αντίσκηνο μας λένε να το χαλάσουμε γιατί θα φύγουμε. Εκεί πιο κάτω είχε πέσει ένα αεροπλάνο, οι σκοτωμένοι φαινόντουσαν τα μνημεία που τους είχαν ενταφιάσει, μουλάρια, άλογα, τανξ κατεστραμένα όλα… Εις τας 3/12/40 το μεσημέρι ξεκινήσαμε και τον δημόσιο δρόμο στο αλβανικό έδαφος φθάνουμε σε μια γέφυρα η οποία ήταν χαλασμένη, ήταν η γέφυρα της κακαβιάς, αφού περάσαμε και όσο προχωράγαμε δεν μας άφηνε η βροχή να κάνουμε βήμα, το ήφερνε από εμπρός φυσητό και μας στράβονε και ήμασταν γινομένοι μουσκίδι έως τα εσώρουχα…»

«…το προΐ στις 7/12/40 ήφερε κάτι ρεβίθια ο λόχος και μόλις τα έβαλαν οι μαγείροι να τα μαγειρέψουν δεν είχαν ακόμη μουσκέψη, ήρθε διαταγή να φύγουμε αμέσως, χύνουν το νερό και μας δόσαν από μια χούφτα στον καθέναν και τα φάγαμε έτσι άβραστα και αμέσως ετοιμαστήκαμε να φύγουμε».

 

Στο μέτωπο

 


 

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

Στο μέτωπο της Αλβανίας : Μια στιγμή ξεκούρασης μπροστά από το αντίσκηνο (αρχείο: Ι. Καράμπελα)

«…αρχίσαμε να ανεβένουμε προς την κορυφή του βουνού αλλά όσο απάνω και πιο σκούρα τα βρίσκουμε από το χιόνι. Αφού φθάσαμε στην κορυφή του βουνού μας λένε διάταξη μάχης και αμέσως λάβαμε θέσεις και προχωρήσαμε και καταλάβαμε εμπρός μας ένα άλλο ύψωμα, εμείναμε εκεί αμυνόμενοι έως το βράδυ….. έρχουνται και μας πέφτουν απάνου καμιά 30 Ιταλοί και τους πιάσαμε και εμπρός μας σε μακρινή απόσταση έφευγαν οι Ιταλοί, όλο έφευγαν τους βάνει το πυροβολικό μας και τους διέλυσε καμπόσους…..».

«…στις 13/12/40 κάνουμε μιαν επίθεση χωρίς να έχουμε αντίσταση, αφού προχωρήσαμε κάμποσα υψώματα εκεί λάβαμε αντίσταση και αμυνθήκαμε όλην την ημέρα και την νύχτα και την άλλη μέρα εκεί αμυνόμενοι στις 14/12/40 και δεν μας άφηναν να σηκώσουμε κεφάλι και στις 15/12/40 ήρθε ένας όλμος δικός μας  να μας ενισχύσει και σε αυτόν τον όλμον ήταν και ο Γιώργης ο Λαμπάδας… και αφού τους εξουδετέρωσε ο δικός μας όλμος και έφυγαν και εμείς κάναμε την επίθεση… εκεί που ήμουν στο οπλοπολυβόλο έρχεται μια οβίδα από όλμο και σκάζει 10 μέτρα πιο πέρα αλλά ευτυχώς δε μας σκότωσε μόνον τα χιόνια και τα χώματα μου έπεσαν απάνω…».

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

Σπάνια φωτογραφία ενός Gloster Gladiator MK 2 (καταδιωκτικό) που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Παραμυθιάς : Καράμπελας Ιωάννης του Αναστασίου, Διαβιβαστής.

«Εις τας 18/12/40 το προΐ τους άρχιζε το πυροβολικό το δικό μας και τους αλόνησε, αλλά και το δικό τους πυροβολικό δε σταμάτησε καθόλου, το πυροβολικό τους, οι όλμοι τους και τα πολυβόλα τους γινόταν ανάστα ο κύριος. Το μεσημέρι τους κάνουμε μια επίθεση και τους καταλαμβάνουμε το ύψωμα που κάτεχαν αυτοί αλλά δεν είχε είδηση το πυροβολικό μας ότι θα πάμε εμείς εκεί και μας βάνει και αμέσως βάνουμε τις φωνές και κουνάγαμε τις κουβέρτες μας και τότε πήρε χαμπάρι και σταμάτησε αλλιός θα μας έκανε σκουπιδόχορτο… Αφού φώτησε στις 19/12/40 το προΐ βγάζω τα άρβηλα και τι να δω, ήταν πρησμένα και μελανά σαν να τα είχε το φίδι δαγγάσει από το χιόνι. Έρχετε ο γιατρός του το λέω, μου λέει δεν έχεις τίποτα θα περάσουν…το προΐ ο λόχος μετακινιότανε προς τα δεξιά διότι εκεί μας βάλουν από δυο μεριές και πηγαίναμε πιοπέρα σε ένα υψωματάκι αλλά εγώ δεν μπόρηγα να περπατήσω, ήταν στις 20/12/40 το λέω στο λοχαγό, στον υποδιοικητή ότι δεν μπορώ να πάω κοντά και μου λεν αν θέλω να ακολουθήσω το λόχο ήτε να μείνω να πεθάνω εκεί χάμω στο έλεος του Θεού…».

«Εις τας 24/12/40 το προΐ… μας δόσαν από ένα τέταρτο κουραμάνα και πήραμε σιγά σιγά σαν τίποτα γέρους ακουμπόντας με κάτι παλιόξυλα… και φθάσαμε στο ορεινό χειρουργείο και μας λέει ο γιατρός να κατεβούμε στη γέφυρα που ήταν άλλος γιατρός και περιλάβενε τους τραυματίες…».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

«Εις τας 25/12/40 … πήγαμε στο γιατρό, αμέσως μας βάνει στο αυτοκίνητο και μας κατήφθηνε στα Γιάνενα και το βράδυ στις 10 η ώρα πήγαμε στα Γιάνενα, αμέσως μας κάναν από μια ένεση αντιτετανικού ορού… αλλά μόλις βγάλαν την κάλτσα εβγήκε η επιδερμίδα μαζί με την κάλτσα όλου του ποδιού από την πτέρνα έως τα νύχια και τα νύχια μαζί βγήκαν όπως γδέρνεις το αρνί. Ε μας τα δέσαν με γάζες και βαμπάκια και επιδέσμους και μας στρώσαν χάμω να κοιμηθούμε, μας δόσαν κρέας με ρύζι να φάμε και πέσαμε να κοιμηθούμε. Το νοσοκομείο το λέγαν Αρκαδία. Αφού κοιμηθήκαμε το προΐ στις 26/12/40 είπαν και μας διόξαν για την Άρτα».

 

Η επιστροφή

 


 

«Εις τας 27/12/40 το προΐ μας δόσαν το γάλα και αμέσως μας βάλαν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε για το Αγρίνιο… εκεί κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και μπήκαμε στο τρένο  και στις 7 το βράδι φθάσαμε στο Μεσολόγγι, εκεί ήταν έτοιμο το πλοίο… και στις 10 η ώρα ξεκινήσαμε για τον Πειραιά….».

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

Στο εξώφυλλο του τετραδίου που χρησιμοποιείται από τον στρατιώτη Δ. Σιώτο, εικονίζεται ο Ι. Μεταξάς να μιλάει στους φαντάρους.

«Εις τας 28/12/40 στις 11 η ώρα πήγα στον Ευαγγελισμόν νοσοκομείον… μου γλύτωσαν τα πόδια. Εις τας 28/1/41 το βράδυ με διακόμησαν σε άλλο νοσοκομείο και με πήγαν  στο 15, φοιτητική λέσχη, 2 όροφος, 5 θάλαμος και εκεί πέρασα πολύ καλά… εκάθησα έως τας 14/3/41 και μας διεκομίζουν για την Τρίπολη… μας πήγαν στες στρατώνες του 11 Συντάγματος σε κάτι θάλαμους που πρωτύτερα βάναν αιχμαλώτους… στας 25/4/41 πήγα και πήρα το απολυτήριο ανικανότητος… στας 26/4/41 σηκώθηκα και πήγα στην πλατεία μήπως κανά αυτοκίνητο και φύγω… αφού είχε νυχτώσει καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πήρε και ολονυχτίς στο δρόμο… στη 1 η ώρα κατέβηκα στο Άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ήλιο έφθασα στο χωριό στο σπίτι, αλλά ήταν όλοι χωμένοι στις τρούπες από τους βομβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρύνω και να τους συγγεντρώσω να μαζευτούν στο σπίτι και τελειώνει το βίος του ελληνοΐταλικού πολέμου.

Τέλος

Στις 27/5/41 έφθασα στο σπίτι.

 

Επιμέλεια : Γεώργιος Κόνδης

 

Read Full Post »