Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μελέτες’

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων. Η επιγραφή McCabe, Didyma 13. © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Οι χορηγίες στην υπηρεσία πολιτικών επιδιώξεων των ελληνιστικών βασιλείων.

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

Ψήφισμα για τη διανομή τροφίμων στα γενέθλια του Ευμένη (Β΄); περ. 159/8 π.Χ.: McCabe, Didyma 13.

 

Η επιγραφή McCabe, Didyma 13

 

 Απόδοση στη Νεοελληνική

 

 . . .την έκτη του μηνός Ληναιώνος από τα έσοδα των χρημάτων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Να αποφασίσει η βουλή να εκλεγούν στην εκκλησία δύο άνδρες και αυτοί που θα εκλεγούν να προνοήσουν να αγοραστεί αρκετή ποσότητα σιταριού ή να μισθωθεί η παροχή ικανής ποσότητας σιταριού έτσι ώστε να μοιραστούν σε κάθε πολίτη έξι ημίεκτα, την 6η του μηνός Ληναιώνος την ημέρα δηλ. που γεννήθηκε ο βασιλεύς Ευμένης, και να γίνει η θυσία και η συνεστίαση, αφού διευκρινιστούν τα σχετικά με τις πομπές και τις θυσίες και τον οπλισμό των εφήβων και όλα τα άλλα που έχουν οριστεί από τον στεφανηφορικό νόμο και από τον κανονισμό περί ιερωσύνης.

Επίσης, στη συνέχεια να εκλέξουν κατά τη 12η του μηνός Ταυρεώνος αυτούς που θα αγοράσουν τα σιτηρά ή που θα μισθώσουν την παροχή της απαραίτητης ποσότητας. Για να τύχουν της πρέπουσας διαχείρισης όσα αποφασίστηκαν παραπάνω, οι άνδρες που είχαν οριστεί για την κατασκευή του Γυμνασίου Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου και Ζώπυρος γιος του Ασκληπιοδώρου πρέπει, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα του τρέχοντος έτους να καταβάλουν τριάντα τάλαντα από τα οφειλόμενα εμπορικά δάνεια, σε αυτούς που θα εκλεγούν τραπεζίτες της δημόσιας τράπεζας, κατά τη χρονιά μετά τα δύο έτη που στεφανηφόρος ήταν ο θεός και τα οποία ακολούθησαν το έτος του Μενεκράτη. Από τους τόκους αυτού οι τραπεζίτες θα έπρεπε να αποδώσουν στα αιρετά μέλη της επιτροπής τα απαραίτητα για την αγορά σιταριού ποσά και όταν θα λήξει η θητεία τους να παραδώσουν στους μετά από αυτούς τραπεζίτες.[1] . . . επαρκή συμβόλαια και να ζητήσουν οι εκλεγμένοι να γίνει αμέσως η  αγορά του σίτου ή η μίσθωση (της αγοράς) και να καταγραφεί στους  λογαριασμούς (της πόλης).

Για να τηρούνται τα αποφασισμένα και να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος  και ο Αθήναιος και ο γιος του Ευμένη Άτταλος και να μην επιτρέπεται σε κανέναν ούτε να πει ούτε να αναγνωρίσει εκ των υστέρων ούτε να προσθέσει ούτε να σημειώσει ούτε να θέσει σε ψηφοφορία ότι πρέπει να μεταβιβαστούν τα χρήματα σε κάτι άλλο και να μην υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως κάποιος πράξει κάτι αντίθετο με οποιονδήποτε τρόπο, το γραφέν να είναι άκυρο, και αυτός που έπραξε κάτι από τα απαγορευμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Και το ψήφισμα αυτό να αναγραφεί σε στήλη λιθίνη και να στηθεί στο ιερό του Διδυμαίου Απόλλωνος μπροστά από τον ναό.

Στους Ελληνιστικούς χρόνους το μοτίβο της τιμής του βασιλέως είναι ευρέως διαδεδομένο και καθίσταται κίνητρο για την καθιέρωση αγώνων, κοινωνικών εκδηλώσεων, οικονομικής ενίσχυσης των πολιτών και εφοδιασμό τους με βασικά είδη διατροφής [2].

Ευμένης Β΄ της Περγάμου (πιθανολογείται). Ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου στη Μικρά Ασία, μέλος της Δυναστείας των Ατταλιδών. Naples National Archaeological Museum.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η διαδικασία απονομής τιμών στον Ευμένη Β΄, ηγεμόνα του Περγάμου και μέλος της δυναστείας των Ατταλιδών, κατά την ημερομηνία των γενεθλίων του, η συμβολή του στην ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου, καθώς και ο ρόλος των τραπεζών στην οικονομική ζωή των πόλεων των Ελληνιστικών χρόνων. Τέλος, διερευνάται και η ύπαρξη και άλλων χορηγιών του Ευμένη Β΄, ο σκοπός τους και ο τρόπος υλοποίησής τους.

Βάση της διερεύνησης της απονομής τιμών στον Ευμένη αποτελεί η επιγραφή Didyma 13 που βρέθηκε στα Δίδυμα της Μ. Ασίας αναφέρεται σε ψήφισμα της βουλής της Μιλήτου και ψηφίστηκε λίγο μετά το 159 π.Χ. Το συγκεκριμένο ψήφισμα παρέχει αρκετές πληροφορίες αλλά παρουσιάζει και αρκετά προβλήματα, σχετικά με τη διάθεση των χρημάτων της χορηγίας του Ευμένη και με την παρέμβαση σε αυτά της επιτροπής που ήταν επιφορτισμένη με την ανέγερση του Γυμνασίου της Μιλήτου [3].

Με βάση το ψήφισμα, αποστέλλεται από τη Μίλητο στον Ευμένη εκ νέου [4] ο Ειρηνίας Ειρηνίου [5], ο οποίος επηρέασε τόσο τον Ευμένη, ώστε ο τελευταίος να προβεί στην αύξηση του ποσού της χορηγίας προς την πόλη της Μιλήτου, καθώς και να αναλάβει ο ίδιος τα έξοδα που σχετίζονταν με τον εορτασμό των γενεθλίων του (στ. 9-12).

Η εορτή έπρεπε να λάβει χώρα στις έξι του μηνός Ληναιώνος [6] και η πόλη θα την χρηματοδοτούσε «από τα έσοδα των προαναφερομένων κεφαλαίων» [—Λη]ναινος τι κτηι π [τς πρ]οσ[δου] [τς κ τν ερ]ημνων χρημτων. (στ. 2-3) [7]. Δεν γνωρίζουμε το χρηματικό ποσό των κεφαλαίων, η μνεία όμως των εσόδων που απέφεραν, δείχνει ότι οι Μιλήσιοι τα είχαν τοποθετήσει, πιθανώς, σε δημόσια τράπεζα, σύμφωνα με τις οδηγίες του βασιλέως. Αυτή η τοποθέτηση ήταν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη για μακροπρόθεσμες δαπάνες [8].

Για την απονομή της τιμής στον Ευμένη, τη 12η του μηνός Ταυρεώνος [9] η  βουλή έπρεπε να εκλέξει δύο άνδρες που θα αναλάμβαναν την οργάνωση της λατρείας, τις θυσίες και τη δημόσια συνεστίαση [10] (στ. 10-15). Οι Μιλήσιοι αποφάσισαν να αυξήσουν τη λαμπρότητα της εορτής, προσθέτοντας τη διανομή έξι ημιέκτων του μεδίμνου σίτου (περίπου 26 κιλά) σε κάθε πολίτη. Επιπλέον, οι εκλεγμένοι άνδρες θα οργάνωναν και τα σχετικά με την πομπή από οπλισμένους εφήβους, και όλα τα άλλα όπως ορίζονταν από τον νόμο των στεφανηφόρων [11] και από τον κατάλογο των ιερέων (στ. 3-10).

Η επιτροπή των δύο αυτών ανδρών που ήταν επιφορτισμένη με την αγορά των δημητριακών θα ανανεωνόταν στο εξής κάθε χρόνο, στις 12 του μηνός Ταυρεώνος (στ. 15-19). Στο ψήφισμα αναφερόταν και ο εξής όρος «και προκειμένου οι προαναφερθείσες δωρεές να λάβουν την κατάλληλη διαχείριση, πρέπει οι πολίτες που επιλέχθηκαν για την ανέγερση του Γυμνασίου ο Ειρηνίας [12], ο γιος του Ειρηνίου και ο Ζώπυρος, ο γιος του Ασκληπιόδωρου, να πάρουν από την τράπεζα τριάντα τάλαντα από τα ανεξόφλητα από τους εμπόρους εμπορικά δάνεια, κατά τον μήνα Αρτεμισιώνα [13] εκείνου του έτους, με τη συναίνεση των εκλεγμένων τραπεζιτών της δημόσιας τράπεζας, για τον χρόνο που θα ακολουθήσει τη δεύτερη επωνυμία του θεού μετά τον Μενεκράτη· με αυτό το εισόδημα, οι τραπεζίτες θα πρέπει να παράσχουν στους αιρετούς πολίτες τα χρήματα για την αγορά των σιτηρών, και όταν λήξει η θητεία τους στο αξίωμα, θα πρέπει να παραδώσουν τα χρήματα στους επόμενους τραπεζίτες…» (στ. 19-31) [14].

Το δεύτερο σημαντικό θέμα, είναι αυτό που σχετίζεται με την κατασκευή του Γυμνασίου από την πόλη. Η πόλη, όπως εικάζεται από τη μελέτη του ψηφίσματος, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν διέθετε τα χρήματα για να πληρώσει τους κατασκευαστές του Γυμνασίου. Ο μοναδικός τρόπος επίλυσης του προβλήματος φαίνεται ότι ήταν η χρησιμοποίηση των χρημάτων που είχε δανείσει στους εμπόρους. Η προθεσμία αποπληρωμής όμως των ποσών αυτών ήταν ο μήνας Αρτεμισιών. Επειδή, η λήξη της προθεσμίας αποπληρωμής των δανείων από τους εμπόρους ήταν ακόμη μακρινή και η πόλη επειγόταν να πληρώσει τους λογαριασμούς των κατασκευαστών, η δωρεά του βασιλέως ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή. Έτσι, η Μίλητος αντί να κάνει αμέσως έντοκη τοποθέτηση ολόκληρου του ποσού που δώρισε ο Ευμένης, προκειμένου να τελεστεί η ετήσια εορτή, πήρε, πιθανόν με τη συναίνεση του βασιλέως, ένα μικρό ποσό για να οργανώσει την εορτή για τα γενέθλιά του, ενώ τα υπόλοιπα τα χρησιμοποίησε για να πληρώσει τους πιστωτές από τους οποίους είχε δανειστεί χρήματα για την ανέγερση του Γυμνασίου [15].

Ένα άλλο σημαντικό θέμα στην παρούσα επιγραφή αποτελεί ο όρος εμπορικά δάνεια· πιθανότατα γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο Ειρηνίας και ο Ζώπυρος είχαν πάρει εντολή να δανείσουν το διαθέσιμο κεφάλαιο, στο σύνολο ή εν μέρει, σε εμπόρους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για τις επιχειρήσεις τους, στοιχείο που μοναδική μαρτυρία ανάμεσα στις σωζόμενες μαρτυρίες. Σίγουρα η επιγραφική έχει διασώσει και άλλες μαρτυρίες δανείων που χορηγήθηκαν σε ιδιώτες από τα δημόσια ή τα ιερά ταμεία. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, επρόκειτο για πολύ ιδιαίτερες επιχειρήσεις, τα κεφάλαια των οποίων αποτελούσαν συχνότατα δωρεές ευεργετών· επιπλέον, αυτά τα χρήματα παρέμεναν επ’ αόριστον αδιάθετα, έτσι ώστε να αποδίδουν τακτικά τόκους που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για έναν ορισμένο σκοπό [16].

Σύμφωνα με τους μελετητές επρόκειτο, μάλλον, για δάνεια που είχαν δοθεί σε εμπόρους από μέρους της δημόσιας τράπεζας [17]. Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ότι στις πόλεις που υπήρχε δημόσια τράπεζα, αυτή ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση του κρατικού χρήματος· αυτή η ερμηνεία ωστόσο δεν εξηγεί, στην περίπτωση του κειμένου μας, τον λόγο για τον οποίο αυτά τα εμπορικά δάνεια αποπληρώθηκαν στην επιτροπή που ήταν αρμόδια για το Γυμνάσιο. Από την άλλη, η προθεσμία αποπληρωμής αυτών των εμπορικν δανείων ήταν ο μήνας Αρτεμισιών, δηλαδή το τέλος σχεδόν του χρόνου (στ. 22-23), ενώ τα ναυτικά δάνεια [18] έπρεπε να αποπληρωθούν μετά την επιστροφή από το ταξίδι, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ναυτικής περιόδου και όχι κατά το τέλος του χειμώνα [19].

Μπορούμε λοιπόν να ανασυνθέσουμε τα στοιχεία ως εξής: Από τη μια πλευρά, η άφιξη και η πώληση των προϊόντων που υποσχέθηκε ο Ευμένης χρειάστηκαν κάποιο χρόνο. Από την άλλη, η ανέγερση του Γυμνασίου δεν ξεκίνησε άμεσα και προφανώς επεκτάθηκε σε βάθος αρκετών ετών. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που τα έσοδα των πωλήσεων έμπαιναν στο δημόσιο ταμείο, οι επίτροποι μπόρεσαν να τα δανείσουν βραχυπρόθεσμα, π.χ. σε ετήσια βάση, και έπειτα να τα αποσύρουν από την κυκλοφορία στον βαθμό που τους ήταν απαραίτητα να τα χρησιμοποιήσουν σε κάποιες εργασίες τους. Είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε το κέρδος αυτών των επιχειρήσεων, λόγω του ότι αγνοούμε το ύψος των προς δανεισμό ποσών, καθώς και τον αριθμό και τη διάρκεια των συναλλαγών. Είναι ωστόσο πιθανόν οι Μιλήσιοι να είχαν αποταμιεύσει σημαντικά κέρδη, τα οποία πιθανώς τους επέτρεψαν να αφήσουν το κεφάλαιο άθικτο, ώστε να το χρησιμοποιήσουν εξ ολοκλήρου για τις εργασίες και να χρησιμοποιήσουν μόνο τους τόκους, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα καινούργιο κεφάλαιο[20].

Αυτό όμως δεν αποτελούσε παρά μία προσωρινή διάθεση των χρημάτων· η δωρεά του βασιλέως δεν μπορεί να εκτραπεί του σκοπού της, που δεν είναι άλλος από τη χρηματοδότηση του εορτασμού των γενεθλίων του. Επομένως, η πόλη, πιθανόν, με τη συγκατάθεση του βασιλέως, είχε παραδώσει αυτά τα χρήματα στα μέλη της επιτροπής που είχαν επιφορτιστεί με την ανέγερση του Γυμνασίου, προκειμένου να πληρωθούν οι κατασκευαστές. Είναι ευνόητος, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο τα μέλη της επιτροπής έπρεπε να καταβάλουν τριάντα τάλαντα σε αποζημιώσεις προς τη δημόσια τράπεζα. Υπήρχε δηλαδή ένα αρχικό κεφάλαιο το οποίο, προς στιγμήν είχε εκτραπεί του αρχικού σκοπού του [21]. Αυτός ο δανεισμός έγινε πιθανότατα από τη δημόσια τράπεζα της Μιλήτου [22].

Μετά από κάποιους ακρωτηριασμένους στίχους, διαβάζουμε ότι η επιτροπή που ήταν υπεύθυνη για τα δημητριακά έπρεπε «να προβεί άμεσα (;) στην αγορά των δημητριακών και να τα εγγράψει στον λογαριασμό»: π̣[οιε]̣ν [δ ․․c.7․․ εθς τν] καταγ̣ο[ρασμν] | [ τ]ν μσθω[σιν το στου κα] γγρ<φ>εσθαι ες τ[ν] [λ]γον. (στ. 34-36). Οι παραπάνω όροι είχαν ως σκοπό την προστασία του νέου κεφαλαίου από κάθε είδους παρεκτροπή. Για να τηρούνται όλες οι παραπάνω αποφάσεις και για να διαφυλάσσεται η ανάμνηση του βασιλέως στο μέλλον, έπρεπε να λάβουν γνώση για το ψήφισμα του δήμου και ο βασιλεύς Άτταλος (ο αδελφός του Ευμένη) και ο Αθήναιος (ο μικρότερος αδελφός του) και ο Άτταλος (Άτταλος ο Γ΄), ο γιος του Ευμένη και να μην υπάρχει καμία δυνατότητα παρέμβασης σε αυτά που έχουν καταχωριστεί στο ψήφισμα. Εάν όμως παρά ταύτα κάποιος παρέμβει με κάποιο τρόπο, το ψήφισμα να είναι άκυρο [23], ενώ αυτός που παρενέβη σε κάτι από τα αποφασισμένα να πληρώσει 2.000 στατήρες ιερούς στον Απόλλωνα Διδυμαίο. Σε συμπλήρωση στην επιγραφή, διαβάζουμε την απόφαση να χαραχθεί το ψήφισμα πάνω σε πέτρινη στήλη και να τοποθετηθεί η τελευταία στο Ιερό των Διδύμων. Έτσι δικαιολογείται η ανακάλυψη της παρούσας επιγραφής στα Δίδυμα.

Τέλος, ένα άλλο θέμα που τίθεται είναι ο ρόλος της δημόσιας τράπεζας. Ένα κύριο χαρακτηριστικό που διέκρινε τη δημόσια τράπεζα από τις αντίστοιχες ιδιωτικές ήταν η φύση των καταθέσεων [24]. Από τους Ελληνιστικούς χρόνους και μετά υπάρχουν μαρτυρίες ότι αρκετές πόλεις διέθεταν δημόσια τράπεζα: η Αθήνα, η Κως, η Δήλος, η Τήνος, η Χίος, το Ίλιον, η Λάμψακος, η Μίλητος και, πιθανότατα, και άλλες. Από τους ρωμαϊκούς χρόνους και έπειτα, υπάρχουν μαρτυρίες για μερικές επιπλέον πόλεις, όπως π.χ. το Πέργαμον και η Ρόδος. Καταρχάς, οι μελετητές τείνουν να συμπεριλαμβάνουν στις δημόσιες τράπεζες και μερικές ιδιωτικές [25], οι οποίες έχαιραν ενός χρηματοπιστωτικού μονοπωλίου στα όρια της πόλης τους. Η πόλις του Βυζαντίου, για παράδειγμα, αποδεδειγμένα αποφάσισε κάποια στιγμή να πουλήσει το δικαίωμα της ανταλλαγής νομισμάτων σε αποκλειστικά και μόνο ένα ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (Αριστοτέλης Οκ. ΙΙ 1346b24-26 τν τε νομισμάτων τν καταλλαγν πέδοντο μι τραπέζ). Για να εξεύρουν κεφάλαια για τα θησαυροφυλάκιά τους, οι πόλεις συνήθως κατέφευγαν, εκτός από την πρόσκληση για εθελούσιες δωρεές χρημάτων (πιδόσεις), στον δημόσιο δανεισμό [26] και στη φορολογία.

H κάθε δημόσια τράπεζα διαχειριζόταν τέσσερα είδη λογαριασμών: Τον λογαριασμό της πόλης όπου είχε την έδρα της η τράπεζα, τους λογαριασμούς διαφόρων κρατικών αξιωματούχων, τους λογαριασμούς των διαφόρων ιδρυμάτων και τον λογαριασμό του Ιερού κάποιου θεού. Οι μαρτυρίες που πιστοποιούν την ύπαρξη και τις εργασίες του συνόλου αυτών των λογαριασμών συνήθως προσκομίζονται για να υποστηρίξουν την άποψη ότι η δημόσια τράπεζα εργαζόταν μόνο για έναν πελάτη, το Κράτος [27].

Επίσης, η δημόσια τράπεζα δεν εμπλεκόταν ποτέ σε ανταλλαγή νομισμάτων και δεν δεχόταν καταθέσεις σε ιδιωτικά νομίσματα, αν και σε μερικές περιπτώσεις η διάκριση μεταξύ «ιδιωτικών» και «μη ιδιωτικών» καταθέσεων φαίνεται ότι είναι λιγότερο χρήσιμη έως και χωρίς νόημα. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι οι δημόσιες τράπεζες όντως εργάζονταν με τις ιδιωτικές καταθέσεις, αλλά και υπήρχαν χάρη σε αυτές [28].

 

Άλλες χορηγίες του Ευμένη

 

Ο Ευμένης ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του φιλολαϊκή πολιτική προς τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και όχι μόνο, παρόλο που κάποιες από αυτές δεν τον συμπαθούσαν.

Μία από τις πόλεις που ευεργετήθηκαν ιδιαίτερα από τον Ευμένη ήταν η Μίλητος. Με βάση την επιγραφή McCabe, Miletos 45, στις αρχές της δεκαετίας του 160 π.Χ. οι Μιλήσιοι σχεδίαζαν την ανέγερση ενός Γυμνασίου και γι’ αυτό απέστειλαν τον Ειρηνία, γνωστό σε εμάς από το προηγούμενο ψήφισμα, στον Ευμένη, προκειμένου να ζητήσουν τη συνδρομή του. Κατόπιν τούτου, ο Ευμένης επέλεξε να τους στείλει, όχι μόνο την απαραίτητη για τις εργασίες ξυλεία αλλά και 160.000 μεδίμνους σίτου ή αλεύρου (αντιστοιχούν σε 6.000-7.000 τόνους), το οποίο, προφανώς, θα έπρεπε να πουλήσουν για να αποκτήσουν μετρητά χρήματα. Σίγουρα είναι δύσκολο να γνωρίζουμε την τιμή του σίτου εκείνη την εποχή στη συγκεκριμένη περιοχή, λόγω του ότι οι συγκρίσεις ήταν σπάνιες.

Επίσης, από τον Πολύβιο [29] γίνεται γνωστό ότι το 161/160 π.Χ., ο βασιλεύς Ευμένης ο Β΄ βοήθησε τους Ροδίους να ιδρύσουν ένα πλούσιο ίδρυμα, το οποίο είχε ως μοναδικό σκοπό τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης των παιδιών. Ο Ευμένης δώρισε 280.000 μεδίμνους δημητριακών (περ. 14.000 τόνους) προς πώληση. Τα κέρδη από την πώληση θα έπρεπε στη συνέχεια να τα τοποθετήσουν με τόκο και από αυτόν τον τόκο, οι Ρόδιοι θα πλήρωναν τους μισθούς των παιδευτν και των διδασκάλων των παιδιών. Το προς δανεισμό κεφάλαιο αυτού του ιδρύματος και μόνο υπολογίζεται μεταξύ 1,6 και 2,8 εκατομμύρια δραχμές. Δεν σώζονται λεπτομέρειες σχετικά με την διοικητική μηχανορραφία με την οποία οι Ροδίτες διαχειρίζονταν αυτό το δανειστικό σχήμα. Εφόσον δεν μαρτυρείται η ύπαρξη Ροδιακής δημόσιας τράπεζας κατά τη συγκεκριμένη εποχή, θα πρέπει να εικάσουμε ότι, όπως και στους Δελφούς, το σχήμα αυτό διαχειρίζονταν οι υπάρχοντες πολιτειακοί θεσμοί [30].

 

 Συμπεράσματα

 

Από τη σύντομη ανάλυση της διαδικασίας με την οποία χρησιμοποιήθηκε η τραπεζική πίστη στο ελληνιστικό βασίλειο του Περγάμου, συμπεραίνουμε ότι το μοτίβο της τιμής των βασιλέων είναι ευρέως διαδεδομένο κατά την Ελληνιστική εποχή και λαμβάνει ιδιαίτερες μορφές. Η χορηγία του Ευμένη, βάσει  της επιγραφής McCabe, Didyma 13 γίνεται με σκοπό την κάλυψη των εξόδων του εορτασμού των γενεθλίων του. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή χρήματα από τη χορηγία διατίθενται και για την αποπληρωμή των πιστωτών που ανήγειραν το Γυμνάσιο, επειδή τα εμπορικά δάνεια από τους ναυτικούς δεν είχαν αποπληρωθεί. Σε όλη αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε η δημόσια τράπεζα της Μιλήτου. Από τη μελέτη και άλλων επιγραφών προκύπτει ότι ο Ευμένης είχε προβεί και άλλες φορές σε χορηγίες, προκειμένου να επηρεάζει την πολιτική κατάσταση και άλλων ελληνιστικών κρατών.

Από ό,τι φαίνεται τον δεσποτικό χαρακτήρα του Ελληνιστικού βασιλείου, κατ’ επίφαση υπηρετούσαν λαοφιλείς οικονομικές χορηγίες των ηγεμόνων προς τον λαό. Αυτές όμως στην ουσία υποστηρίζονταν από την ανθηρή χρηματοοικονομική κατάσταση της Μ. Ασίας, μέσω της λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων δημόσιου χαρακτήρα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[2] Laum 1914, σ. 42.

[3] Στη Μίλητο χτίστηκε στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. με χρηματοδότηση κάποιου Ευδαίμονος ένα Γυμνάσιο στην Αγορά της πόλης, ενώ λίγες μόλις δεκαετίες αργότερα ο ηγεμόνας του Περγάμου Ευμένης Β΄ δώρισε στην ίδια πόλη δημητριακά και ξυλεία, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα χρήματα (βλ. παρακάτω σ. 7 επιγραφή McCabe, Miletos 45) για την κατασκευή ενός δεύτερου Γυμνασίου. Η αρχική αρχιτεκτονική μορφή του Γυμνασίου δε μας είναι γνωστή, αφού το οικοδόμημα μετασκευάστηκε στη Ρωμαϊκή εποχή. Σήμερα τα ερείπιά του έχουν εν μέρει αποκαλυφθεί. Αξίζει να αναφερθούμε στο μνημειακό ιωνικό πρόπυλο, που οδηγούσε από το Γυμνάσιο στο Στάδιο, στο οποίο ήταν χαραγμένο και το τιμητικό ψήφισμα των κατοίκων της Μιλήτου προς τον Ευμένη Β΄. Η ανέγερση του Γυμνασίου και του Σταδίου φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοδομικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε κατά τους Ελληνιστικά χρόνους, με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης, και απέβλεπε στην εξυπηρέτηση αθλητικών, θρησκευτικών και γενικότερα εορταστικών εκδηλώσεων. Πιθανότατα, κατά τη διάρκεια της τέλεσης μεγάλων εορτών, απλοί πολίτες και επισκέπτες της Μιλήτου, ιερείς και αθλητές συγκεντρώνονταν στο Γυμνάσιο και σχημάτιζαν πομπή, η οποία περνούσε μέσα από το Πρόπυλο για να καταλήξει στο Στάδιο.

[4] Είχε αποσταλεί και μερικά χρόνια ενωρίτερα, όπως γίνεται γνωστό από το ψήφισμα McCabe, Miletos 45.

[5] Μετά την τιμωρία της Ρόδου από τη Ρώμη για την επαμφοτερίζουσα στάση της, κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου, η Μίλητος περιήλθε στον έλεγχο των Ατταλιδών. Ο Ειρηνίας γιος του Ειρηνίου, Μιλήσιος πρέσβης στην αυλή των Ατταλιδών, εργάστηκε προκειμένου και οι δύο πλευρές να ωφεληθούν από τη σχέση αυτή: ο Ευμένης Β΄ έδρασε ως ευεργέτης της πόλης, η οποία με τη σειρά της του απέδωσε τιμές ακόμα και μετά θάνατον. http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[6] Ο Ληναιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Γαμηλιώνα (16 Ιανουαρίου – 15 Φεβρουαρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[7] Migeotte 2012, σ. 118.

[8] Migeotte 2012, σ. 118.

[9] Ο Ταυρεών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Μουνιχιώνα (16 Απριλίου – 15 Μαΐου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[10] Migeotte 2012, σ. 119.

[11] Στεφανηφόρος ονομαζόταν ο επώνυμος άρχοντας της Μιλήτου, κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=5354 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[12] Για τιμές που αποδόθηκαν στον Ειρηνία τον γιο του Ειρηνίου βλ. ψήφισμα του δήμου των Μιλησίων; 167/140 BC: *IDidyma 142.

[13] Ο Αρτεμισιών αντιστοιχεί στον αττικό μήνα Ελαφηβολιώνα (16 Μαρτίου – 15 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου).

[14] Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[15] Derenne 1930, σ. 243 και Bogaert 1968, σσ. 259-260.

[16] Migeotte 2012, σ. 120.

[17] Bogaert 1968, σσ. 260.

[18] Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι ιερές τράπεζες δεν εισέπρατταν «φύλακτρα», αλλά και δεν έδιναν τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις. Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας είναι γνωστό π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αιώνα. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%. Ρόλο τραπεζών και μάλιστα ανταγωνιστικό αυτού των ιδιωτικών τραπεζών έπαιζαν και τα Ιερά. Όσον αφορά στις ιδιωτικές τράπεζες, κατά κανόνα τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα αυτών των Ιερών ενώ στα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα επιτόκια έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003 (προσπελάστηκε 25/5/2017).

[19] Bogaert 1968, σσ. 260-261.

[20] Migeotte 2012, σ. 120.

[21] Bogaert 1968, σ. 260.

[22] Οι πρώτες ενδείξεις για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ο κυρίαρχος θεσμός της πόλης-κράτους είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων, δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού απαραίτητη, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[23] Οι Ατταλίδες φρόντιζαν να θεσπίζουν νόμους που δεν επιδέχονταν μεταβολές. Έτσι δημιουργούσαν ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο διασφάλιζε την εξουσία τους.

[24] Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε διάφορα ιερά ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους των ιερών, εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=112003.

[25] Σταδιακά, οι ιδιωτικές τράπεζες απέκτησαν αρκετά μεγάλη δύναμη, ώστε να μπορούν να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα, οι πόλεις αποταμίευαν, κατά κανόνα, χρήματα κατά τις περιόδους ειρήνης, οι περιπτώσεις που χρειάζονταν δάνεια ήταν, κυρίως, στις περιόδους πολέμων. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές τράπεζες να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του σε περιόδους πολέμου και γι’ αυτές οι πόλεμοι να αποτελούν πηγή πλούτου. Επιπλέον, μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση πολέμων ανάλογα ποιον από τους αντιπάλους θα επέλεγαν να δανειοδοτήσουν και με ποιο κόστος.

[26] Gabrielsen 2008, σ. 124.

[27] Gabrielsen 2008, σ. 117.

[28] Gabrielsen 2008, σ. 116.

[29] Πολύβιος ΧΧΧΙ 31, 1-3.

[30] Gabrielsen 2008, σ. 120.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bogaert 1968, Banques et Banquiers dans les Cités Grecques, Leyde: A.W. Sijthoff.
  • Chaniotis 2003, The divinity of Hellenistic Rulers, A. Erskine, A companion to the Hellenistic World, Blacwell, Oxford, σσ. 431-445.
  • Direnne 1930, “Note sur une inscription de MiletBCH τ. 54 (1930), σσ. 241-244.
  • Gabrielsen 2008, “The Public Banks of Hellenistic Cities”, PISTOI DIA TÈN TECHNÈN: Bankers, Loans and Archives in the Ancient World, Studies in Honour of R. Bogaert, K. Verboven, K. Vandorpe & V. Chankowski (ed.), Peeters, σσ. 115-130.
  • Laum 1914, Stiftungen in der griechischen und römischen Antike: ein Beitrag zur antiken Kulturgeschichte, Druck und Verlag von B.G. Teubner, Leipzig.
  • Migeotte 2012, Les dons du roi Eumène et les emporika daneia de la cité, R. Descat, STEPHANÈPHOROS, De l’économie antique à l’Asie Mineure, σσ. 117-123.
  • E. Samuel 1972, Greek and Roman Chronology. Calendars and Years in Classical Antiquity, München.

 

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το πρώτο κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο – Ανδρέας Καστάνης, Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας


 

Εισαγωγή

 

Η πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα από τους Βενετούς. Αργότερα, όμως κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας (α περίοδος 1540-1685 και β περίοδος 1715-1822), υπεισήλθαν πολλά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Αρχικά, είχε αποτελέσει στρατηγικό σημείο για μια δύναμη που διεκδικούσε την ναυτική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί αργότερα, στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν η οθωμανική αυτοκρατορία εδραίωσε την κυριαρχία της. Με την διαμόρφωση νέων συσχετισμών δυνάμεων οι τουρκικές αρχές μεταφέρονται στην Τρίπολη, με αποτέλεσμα το Ναύπλιο να μετατραπεί σε μια απλή επαρχιακή πόλη. Τις παραμονές της Επανάστασης η αρχιτεκτονική της παρουσιάζει ένα μίγμα βενετικών και οθωμανικών χαρακτηριστικών. Το 1822 η πόλη απελευθερώνεται και καθίσταται έδρα των προσωρινών Ελληνικών Διοικήσεων. Η  Επανάσταση θα δημιουργήσει ένα προσφυγικό κύμα με αποδέκτη το Ναύπλιο. Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο οι πρόσφυγες υπερβαίνουν τις στεγαστικές δυνατότητες της πόλης [1].

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)

Όταν έφθασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας έστρεψε την προσοχή του στον καθαρισμό και στην εξυγίανση του Ναυπλίου. Η συσσώρευση χιλιάδων προσφύγων στους στενούς χώρους της πόλης ήταν η κυρία αιτία μολύνσεων. Ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck [2] ανέλαβε τον καθαρισμό των δρόμων από τις ακαθαρσίες, την απομάκρυνση των υπαιθρίων μαγαζιών και εργαστηρίων, κλ.π [3]. Μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να καθαρίσει την πόλη, να λειτουργήσουν οι βενετικοί υπόνομοι, να φανεί πάλι το παλαιό βενετικό λιθόστρωτο και να απομακρυνθούν οι καλύβες των προσφύγων. Παράλληλα κλείνονται οι τάφροι που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης και επισκευάζεται και καθαρίζεται το υδραγωγείο [4]. Με την βοήθεια του λοχαγού Σταμάτη Βούλγαρη κτίσθηκαν μικρά οικήματα από πέτρες ώστε να στεγαστούν οι άστεγοι σε ένα νέο προάστιο του Ναυπλίου στο οποίο δόθηκε το όνομα Πρόνοια [5]. Η όψη της πόλης άλλαξε με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες και επιπλέον με το γκρέμισμα όλων των στεγάστρων και μπαλκονιών εξασφαλίσθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία του αέρα. Κάθε κτίσμα τουρκικής κατασκευής εξαφανίζεται και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του Ναυπλίου [6].

 

Πολεοδομικό Σχέδιο

 

Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Ναυπλίου συνέταξε ο Θ. Βαλλιάνος [7] και επικυρώθηκε, τον Απρίλιο του 1830, από τον Καποδίστρια. Παρόλα αυτά αρχικά η ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη [8]. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες εκτός από την οικία του Κυβερνήτου [9] κανένα άλλο δημόσιο κτήριο δεν κατασκευάσθηκε. Αντίθετα επισκευάζονται πολλά άλλα [10]. Η οικονομική διαχείριση των επισκευών είχε δοθεί στον Ράδο, Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας. Ο οποίος χρηματοδότησε τις επισκευές των οικιών των Heideck και Πίζα, το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων, ενός στρατώνα, το νοσοκομείο χωρητικότητας 100 περίπου ασθενών [11].

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Σύμφωνα με μία περιγραφή του Ναυπλίου, την περίοδο του Καποδίστρια, η πόλη μπορούσε να χωριστεί σε τρία τμήματα. Το πρώτο βρισκόταν μέσα στην περιφέρεια των τειχών του Ιτς-Καλέ. Το δεύτερο ξαπλωνόταν σε ένα ομαλό επίπεδο, το οποίο διαιρείτο στα δύο, παράλληλο προς το Ιτς-Καλέ και προς τα «Πέντε Αδέλφια [12]» (οχυρό). Αυτό το μέρος της πόλης κατέληγε στην αριστερή πλευρά του φρουρίου σ’ ένα βράχο. Από εκεί δημιουργείτο ένα ημισέληνο προς την θάλασσα. Δεξιότερα της απόληξης του φρουρίου βρισκόταν μια τετράγωνη πλατεία που κατέληγε σε μια γέφυρα. Το τρίτο μέρος εκτεινόταν από το τείχος μέχρι την προκυμαία το οποίο αποτελούσε και την παραθαλάσσια συνοικία.

Ο εισερχόμενος στο Ναύπλιο διερχόταν από μια στενή και λασπώδη οδό που έφθανε μέχρι τα «Πέντε Αδέλφια». Σ’ αυτό τον δρόμο βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα [13] η κυρία είσοδος της οποίας ήταν στραμμένη προς την οδό που ανερχόταν στο άνω μέρος της πόλης. Η αρχιτεκτονική του ναού δεν είναι όμοια με τις συνήθεις εκκλησίες. Περισσότερο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια απλή και σκοτεινή αποθήκη με πόρτες όχι μεγαλύτερες από αυτές των οικιών. Δεξιά και αριστερά του ναού υπήρχαν κατοικίες.

Από τα «Πέντε Αδέλφια» η θάλασσα περιέβρεχε το τείχος και χώριζε την πόλη σε δύο τμήματα. Μπροστά από το προαναφερθέν οχυρό υπήρχε ξύλινη προκυμαία για την προφύλαξη διαφόρων τύπων πλοίων. Η παραθαλάσσια συνοικία άρχιζε, από αρκετή απόσταση, από το ανατολικό μέρος.

Στην αρχή της τοποθεσίας των «Πέντε Αδελφών» κατοικούσε σε κρατική οικία ο στρατηγός Gerard, αρχηγός του Τακτικού Σώματος, και το επιτελείο του. Κοντά στη θάλασσα κατοικούσε, στην ιδιόκτητη οικία του Τρικούπη [14], ο Γάλλος αντιπρόσωπος βαρώνος Rouen [15]. Δίπλα στην ανωτέρω οικία υπήρχε το οίκημα του συνταγματάρχου Βαλλιάνου.

Κτήρια τα οποία μνημονεύονταν ήταν ο στρατώνας στην «Στρατιωτική Πλατεία [16]» το κτήριο του οποίου είχε ως κύρια εξωτερικά χαρακτηριστικά τις θολωτές πύλες[17]. Παραπέρα υπήρχε η Στρατιωτική Σχολή από την οποία σε μικρή απόσταση, αφού διάβαινες κάποια θολωτή πύλη, υπήρχε ένα απλό μικρό μέγαρο η κατοικία του Κυβερνήτου, και στη συνέχεια το κατάστημα της γερουσίας και η κατοικία του Ρώσου αντιπροσώπου [18].

 

Το κτήριο

 

Στις 1 Ιουλίου 1828 ιδρύθηκε η Σχολή των Ευελπίδων. Η μοναδική ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που έχουμε για την στέγαση του Λόχου των Ευελπίδων είναι ότι φιλοξενήθηκε σε τουρκικό εγκαταλελειμμένο στρατώνα [19] στην πλατεία των «Τριών Ναυάρχων» στο Ναύπλιο [20]. Η στέγαση των Ευελπίδων στον προαναφερθέντα στρατώνα προφανώς δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες των μαθητών, με αποτέλεσμα να ζητήσει ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη  να «ἑτοιμασθῇ ἕν ἐθνικόν Σπῆτι ὅστι νά χρησιμεύσῃ ὡς κοινόν κατάλυμα ἐκ τήν πλήρωσιν του ὁ Λόχος θά φθάσῃ τά 80 ἄτομα» [21]. Προφανώς δεν βρέθηκε κατάλληλο οίκημα, με αποτέλεσμα οι έρευνες πιθανόν να συνεχίστηκαν πλην όμως δεν απέδωσαν.

Όταν οι Γάλλοι πρότειναν στον Καποδίστρια την ίδρυση ενός «στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου», στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο ίδιος εξέφρασε την απαισιοδοξία του ότι δεν υπάρχει κατάλληλο οίκημα για το στέγαση του, όχι μόνο στο Ναύπλιο, αλλά και σε όλες τις ελληνικές πόλεις [22]. Από την προαναφερθείσα πληροφορία εκτιμάται ότι η ανεύρεση του κτιρίου της Σχολής έγινε από τους Γάλλους και συγκεκριμένα από τον λοχαγό Jean Henry Pierre Auguste Pauzie -Banne [23]. Η χωρητικότητα του οικήματος έπρεπε να ήταν αρχικά για 40 Ευέλπιδες και αργότερα όταν θα λειτουργούσαν όλες οι τάξεις ο αριθμός θα ανέβαινε στους 80. Το κτήριο πρέπει να βρέθηκε κατά το διάστημα από 2 Δεκεμβρίου 1828 (γιατί σύμφωνα με την ανωτέρω επιστολή του Καποδίστρια δεν υπήρχε κατάλληλο οίκημα για την στέγαση της Σχολής) μέχρι 29 Ιανουαρίου 1829 ημερομηνία έναρξης των επισκευών του οι οποίες τελείωσαν στις 23 Μαρτίου 1829. Ο συνολικός αριθμός των τεχνιτών που εργάσθηκαν για την συντήρηση του κτιρίου έφθασε τους τριάντα [24].  Συνολικά για τα ημερομίσθια των εργατών δόθηκαν 2680 πιάστρες. Η επισκευή του κτιρίου στοίχισε 9000 πιάστρες (γρόσια) [25]. Ο προϋπολογισμός του κόστους των επισκευών ὑπερπηδοῦν τάς ὑποσχέσεις των  (αρχιτεκτόνων) πάρα πολύ καί ὡς πρός τόν καιρόν καί ὡς πρός τήν δαπάνην ἔχομεν τρανώτατα τά καταστήματα τῶν Εὐελπίδων, στρατῶνα… [26] Ένα γρόσι (1 γρόσι = 40 παράδες) αντιστοιχούσε με 6 Φοίνικες. Για να γίνει αντιληπτό το ύψος της δαπάνης παρατίθενται τα ακόλουθα: Μία οκά [27] ψωμί πρώτης ποιότητας κόστιζε 60 παράδες, η οκά του μοσχαρίσιου κρέατος 92 παράδες, του προβάτου 78 και το βουτύρου 200 παράδες [28]. Το ημερομίσθιο ενός εξειδικευμένου εργάτη ήταν 5 γρόσια και του ανειδίκευτου 2,5 [29]. Στην περίπτωση της Σχολής ο εξειδικευμένος εργάτης αμειβόταν με 4,20 γρόσια και ο ανειδίκευτος με 3 [30].

Το οίκημα που είχε επιλεγεί για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου ή της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής [31] ήταν ένα τριώροφο οθωμανικής αρχιτεκτονικής το οποίο ανήκε σε ιδιώτη [32]. Ο πρώτος όροφος ήταν κτισμένος με πέτρες πελεκητές (bruchshein) και έθετα ξύλα, ο δεύτερος με ξύλινες συνδέσεις και πέτρες πελεκητές και ο τρίτος ο οποίος προεξείχε από τις τρεις πλευρές με πλίνθους. Η στέγη ήταν καλυμμένη από κεραμίδια [33].

 

Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας. Φωτογραφία του 1965, όπως αναφέρεται στον ιστότοπο «Παλιές φωτογραφίες του Ναυπλίου».

 

Η θέση του κτιρίου είναι η ίδια με αυτήν του σημερινού παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου του Ναυπλίου. Το κτίσμα ήταν ακριβώς δίπλα στα τείχη της πόλης απέναντι από την «Πύλη του Αιγιαλού» [34]. Το οικόπεδο του οικήματος ήταν αρχικά, προφανώς, τριγωνικό εφαπτόμενο με τα τείχη δίπλα στο Οπλοστάσιο [35]. Το κτήριο ανήκε σε κάποιον Οθωμανό Καραϊλάνη [36]. Το πολεοδομικό σχέδιο του Βαλλιάνου [37] προέβλεπε την δημιουργία ενός δρόμου που θα χώριζε τα τείχη του Ναυπλίου με το οικοδομικό τετράγωνο που βρισκόταν το κτήριο, με αποτέλεσμα το προαναφερθέν οικόπεδο θα εντάσσονταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο. Από τα μεταγενέστερα σχέδια αλλά και από τη σημερινή πραγματικότητα, το κτήριο της Σχολής δεν ενσωματώθηκε σε κανένα οικοδομικό τετράγωνο. Παρέμεινε ως ένα κτίσμα από το οποίο διέρχονται δρόμοι και από τις τέσσερις πλευρές [38]. Η τελική διαμόρφωση του οικοδομικού τετραγώνου πρέπει να έγινε περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Το οίκημα που βρέθηκε για να στεγάσει τους Ευέλπιδες πιθανόν να μην εκπλήρωνε πλήρως τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου, με αποτέλεσμα ο Διευθυντής της Σχολής αντισυνταγματάρχης [39] Pauzie να αναζητήσει κάποιο νέο κτήριο. Στις 2 Μαΐου 1829 ο προαναφερθείς Γάλλος επικεφαλής του Πολεμικού Σχολείου, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη Heideck, ζήτησε με επιστολή του προς τον Καποδίστρια να του διατεθούν 3000 μέχρι 3500 τάλληρα για την επισκευή κάποιας άλλης κατάλληλης οικίας ικανής για την στέγαση της Σχολής. Η θέση του νέου κτιρίου ήταν στους πρόποδες του Ιτς Καλέ, κοντά στην θάλασσα, στην οποία κατοικούσε μια οικογένεια Στερεοελλαδιτών. Όπως παρατηρούμε η επιστολή έχει ημερομηνία μεταγενέστερη από το πέρας των εργασιών επισκευής του οικήματος που χρησιμοποίησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Ο Κυβερνήτης αποδέχτηκε την πρόταση του Pauzie [40] τελικά όμως δεν υλοποιήθηκε για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα το αρχικά επιλεγέν οίκημα να στεγάσει την Κεντρική Στρατιωτική Σχολή μέχρι το 1834. Πιθανόν η νέα αναζήτηση να οφείλεται στο γεγονός ότι το αρχικό κτήριο ήταν μικρό και δεν κάλυπτε τις ανάγκες 60 Ευελπίδων [41] (αριθμός που θα έφθαναν όταν θα λειτουργούσαν και οι τρεις τάξεις),  παρά μόνον των 40 αρχικών [42]. Το όλο οίκημα ήταν περίπου 181  τετραγωνικά μέτρα [43], με αποτέλεσμα όταν η δύναμη των μαθητών ήταν 40 τότε αντιστοιχούσαν 4,5 τετραγωνικά στον κάθε ένα, ενώ όταν θα έφθαναν τους 60 τότε η αντιστοιχία ήταν 3 τετραγωνικά. Επιπρόσθετος λόγος, που ο Διευθυντής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου έψαχνε για κάποιο οίκημα περισσότερο ευρύχωρο και άνετο, ήταν πέραν από την στενότητα του χώρου, η έλλειψη θέρμανσης στο κτήριο και οι ακατάλληλοι χώροι υγιεινής [44]. Για την προσωρινή άμβλυνση των προαναφερθέντων προβλημάτων ανάγκασαν την διεύθυνση της Σχολής να βρει κάποια άλλα κτήρια για την εξυπηρέτηση ορισμένων δευτερευουσών λειτουργιών όπως αυτή του θεραπευτηρίου,  της κατοικίας του διευθυντού κλ.π [45].

Μετά την παρέλευση πέντε περίπου ετών το ζήτημα της ακαταλληλότητας του κτιρίου επανήλθε στην επικαιρότητα με πολύ οξύ τρόπο, καθόσον προστέθηκαν και σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Πριν από την έναρξη του σχολικού έτους το 1833-1834, τον Σεπτέμβριο του 1833, ο Διευθυντής της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής συνταγματάρχης Rheineck [46] υπέβαλε αίτηση προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών η οποία αφορούσε στην ανεύρεση κάποιου άλλου κτιρίου με αφορμή αφενός την αναμενόμενη αναδιοργάνωση του Πολεμικού Σχολείου και αφετέρου την κακή κατάσταση του οικήματος [47]. Παράλληλα η Διεύθυνση της Σχολής ζητά να γίνουν και ορισμένες τροποποιήσεις στο οίκημα. Αναφέρει το γεγονός της μεγάλης στενότητας του χώρου (δεν υπήρχε κανένας χώρος για τις ελεύθερες ώρες των Ευελπίδων), καθώς επίσης και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός μικρού εξωτερικού χώρου για την δημιουργία μιας μικρής πλατείας [48]. Η κακή κατάσταση του καταστήματος των Ευελπίδων περιγράφεται σε ξεχωριστή αναφορά του Rheineck στην οποία αφενός προτείνει να δοθεί το κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας στη Σχολή και αφετέρου αναφέρει τα ακόλουθα:

α.  Η ξυλεία ήταν τόσο σάπια ώστε δεν ήταν σε θέση να κρατήσει κανένα καρφί.

β.  Εισέρχονταν μεγάλες ποσότητες νερού σε περίπτωση βροχής από την οροφή.

γ. Οι τουαλέτες ήταν τελείως ακατάλληλες και για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με γνωμάτευση του αρχιάτρου Treiber, ορισμένοι μαθητές μολύνθηκαν τα μάτια τους [49].

Η διεύθυνση Μηχανικού, μετά από διαταγή του υπουργείου [50], ανέλαβε την ευθύνη σύνταξης μελέτης σχετικά με τις απαιτούμενες επισκευές σύμφωνα με την οποία χαρακτήρισε το κτήριο ετοιμόρροπο με αδυναμία τοποθέτησης κάποιου συστήματος θέρμανσης εξαιτίας αφενός του κινδύνου πυρκαγιάς και αφετέρου του μεγάλου κόστους εγκατάστασης [51]. Προτάθηκε ως λύση η στήριξη του οικήματος από το τοίχος της πόλης η οποία όμως ήταν αντίθετη με τους νόμους του κράτους αφού το κτήριο ήταν ιδιωτικό [52]. Από τον προϋπολογισμό που συνέταξε το Μηχανικό διαπιστώνουμε ότι οι επισκευές έπρεπε να ήταν εκτεταμένες και πολυδάπανες (4802,26 δραχμές) [53], καθόσον το οίκημα της Σχολής ήταν σε πολύ κακή κατάσταση [54]. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών απευθύνθηκε προς τον Όθωνα (αντιβασιλεία) εκθέτοντας όλες τις προαναφερθείσες  δυσκολίες προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την επισκευή ή μετεγκατάσταση της Σχολής στο ορφανοτροφείο της Αίγινας [55]. Η αντιβασιλεία στις 6 Δεκεμβρίου έκανε δεκτή την πρόταση του Υπουργείου των Στρατιωτικών και διέταξε την εγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων στο κτήριο του ορφανοτροφείου. Παράλληλα διέταξε όπως γίνουν οι απαιτούμενες διαρρυθμίσεις ώστε το κτήριο της Αίγινας να φιλοξενεί 100 ορφανά [56]. Τελικά το 1834 η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων μεταφέρθηκε στο κτήριο του ορφανοτροφείου και τα ορφανά στο οίκημα του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου στο Ναύπλιο [57].

 

Φωτογραφία από την επίσκεψη φοιτητών της Σχολής Ευελπίδων έξω από το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου, 3 Μαρτίου 2018. Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας, σήμερα στεγάζει το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Η μεταγενέστερη κατάσταση

 

Το κτίσμα εκποιήθηκε και πέρασε στα χέρια του ιδιώτη Αντώνη Κουφάδου έναντι 13350 δραχμών, ο γαμπρός [58] του οποίου κατεδάφισε το παλαιό και ετοιμόρροπο κτίσμα [59] και το 1856 περάτωσε την ανέγερση του νέου[60]. Το υπουργείο εσωτερικών υπεύθυνο για την πολεοδομία των πόλεων αιτήθηκε από το Όθωνα να εγκρίνει τροποποίηση σύμφωνα με την οποία το καινούργιο κτήριο να αποτελέσει από μόνο του ένα οικοδομικό τετράγωνο  ελεύθερο από όλες τις πλευρές [61]. Το σχέδιο όμως αυτό δεν εφαρμόσθηκε πλήρως, αλλά μόνο από τις τρεις πλευρές ήταν ελεύθερο επειδή όπως φαίνεται στο συμβόλαιο πώλησης γειτνίαζε  Ἀνατολικῶς, Ἀρκτκῶς καί Μεσημβρινῶς μέ ὁδούς δημοσίας καί Δυτικῶς μέ αὐλήν οἰκίας Μπουδούρα [62].

Το 1861, το μισό οίκημα πουλήθηκε στον Παναγιώτη Καζακόπουλο έναντι 14000 δραχμών [63] και το 1866 περιέρχεται  ολόκληρο στην ιδιοκτησία του. Από πλευράς σχεδίου πόλης το κτήριο είναι ελεύθερο από τις τρεις πλευρές και μόνο δυτικά συνορεύει με γήπεδον του Δημοσίου [64]. Για πρώτη φορά που το κτίσμα εμφανίζεται ελεύθερο και από τις τέσσερις πλευρές είναι το 1907 όταν μεταβιβάζεται στον γαμπρό [65] της οικογένειας Καζακόπουλος [66]. Χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι το 1958. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου [67] υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856 [68] πληροφορία η οποία επιβεβαιώνεται από τα ανωτέρω εκτεθέντα. Το οίκημα απαλλοτριώθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αναπαλαιώθηκε. Σήμερα στο κτήριο αυτό στεγάζεται το παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Καλαφάτη Ελένη, «Η Πολεοδομία της Επανάστασης:  Ναύπλιο 1822- 1830» Τα Ιστορικά , Τ 1ος, τεύχος 2, Δεκ 1984 σ. 265- 268.

[2] Karl von Heideck (1788-1861) Βαυαρός Στρατηγός. Σπούδασε στο Μόναχο και υπηρέτησε στον βαυαρικό στρατό. Ήρθε στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως. Συμμετείχε σε πολλές μάχες. Το 1828 διορίσθηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του Ναυπλίου. Τον Αύγουστο του 1829 επέστρεψε στην Βαυαρία, αλλά επανήλθε ως μέλος της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Έγραψε τα απομνημονεύματά του σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Αρμονία.

[3] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ Η, Θεσσαλονίκη 1988 σ. 246, 247.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,τ 8ος σ. 246,

[5] Επιστολαί  Ι. Α. Καποδίστρια Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ Β, σ. 35,36,37.

[6] Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834, Ιωάννινα 1995, σ. 58 (διδακτορική διατριβή).

[7] Ο  Θεόδωρος Βαλλιάνος γεννήθηκε το 1799 στην Ν. Ρωσία. Σπούδασε στην στρατιωτική ακαδημία της Πετρούπολης. Μετά την αποφοίτησή του κατετάγη στον ρωσικό στρατό στο όπλο του Μηχανικού. Το 1822 ήρθε στην Ελλάδα.

[8] Jean Savant, Napoléon et les Grecs. Sous et les Grecs. Sous les Aigles impériales  Nouvelles éditions latines, Paris, 1946, σ. 374

[9] Παλατάκι όπως το αποκαλούν σήμερα.

[10] Σπηλιωτάκη Κων/νου, «Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού 1824- 1826» Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ 20ος, 1971-1977, Αθήνα 1977, σ 53-71.

[11] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[12] Η ονομασία «Πέντε Αδέλφια» προήλθε από τα πέντε παλαιά πυροβόλα τα όποια ακόμη και σήμερα σώζονται στο Ναύπλιο.

[13] Στη εκκλησία αυτή δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης. Σώζεται και σήμερα και βρίσκεται στη οδό Καποδίστρια.

[14] Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873). Ιστορικός. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Διετέλεσε Γραμματέας Επικρατείας το 1828-1829 και Γραμματέας Εξωτερικών το 1829 και πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Γιος του ο Χαρίλαος Τρικούπης.

[15] Jean-Marie Achille Rouen αντιπρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα 1829-1836.

[16] Πιθανόν να αναφέρεται στην πλατεία Πλατάνου ή σήμερα στην πλατεία της Συντάγματος.

[17] Πιθανόν να αναφέρεται στο κτήριο του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου.

[18] Ράϊκο, «Περί της δολοφονίας του κόμητος Καποδίστρια», Έσπερος, Νο 16, 15/17 Δεκεμβρίου 1881, σ. 242, 243.

[19] Σύμφωνα με τον Στασινόπουλο ο στρατώνας κατεδαφίστηκε το 1928.

[20] Στασινόπουλου Επαμ, Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων, Αθήνα 1954, σ.35.

[21] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, 23 Ιουλίου 1828, φ 25-26. Αίτηση προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη να βρει κατάλληλο οίκημα για τη στέγαση 80 Ευελπίδων. Ως σύμβουλος περί της καταλληλότητας του οικήματος θα αναλάμβανε ο συνταγματάρχης Πίζας.

[22] Καστάνης, ο.π. σ. 47, και Επιστολαί ο.π. τ Β 322, 323.

[23] Ο Jean Henry Pierre Augustine Pauzié Banne γεννήθηκε στο Παρίσι το 1792. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή της Γαλλίας και το 1812 εξήλθε ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Έφθασε στην Ελλάδα με αίτημα του Καποδίστρια προς την Κυβέρνηση της Γαλλίας για διάθεση 3-4 στρατιωτικών συμβούλων. Παρέμεινε στην χώρα μας μέχρι το 1831. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του Ταγματάρχη. Πέθανε το 1848. Περισσότερες πληροφορίες βλέπε: Καστάνης Ανδρέας, «Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834», διδακτορική διατριβή, εκδ Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000, σ. 141.

[24] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829 (ανά εβδομάδα υπάρχει και κατάσταση των εργασθέντων στην επισκευή του κτιρίου), φ 41. Πρώτη κατάσταση πληρωμής των εργατών που επισκεύασαν το κτήριο της Σχολής

[25] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 1 Απριλίου 1829, φ 41. Κατάσταση με το συνολικό ποσό των επισκευών.

[26] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[27] 1 οκά = 1280 κιλά.

[28] Καστάνης ο. σ. 212.

[29] Dim Loules, The financial and economic policies of president Ioannis Kapodistrias 1828-1831,  Ioannina 1985 σ. 70, 71.

[30] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829, φ41.

[31] Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά την καποδιστριακή περίοδο είχε την ονομασία Κεντρική Στρατιωτική Σχολή ή Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Η ονομασία στο επίσημο και επικυρωμένο οργανισμό της Σχολής είχε τον τίτλο Κεντρική Στρατιωτική Σχολή σε ανεπίσημες όμως μεταφράσεις αλλά κυρίως στην επίσημη σφραγίδα της είχε την τίτλο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο.

[32] Το γεγονός ότι δεν δόθηκε αποζημίωση σε ιδιώτη αλλά ούτε κάποιο μηνιαίο μίσθωμα μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το κτήριο ανήκε σε Τούρκο ο οποίος το εγκατέλειψε μετά την Επανάσταση του 1821. Επίσης η πληροφορία ότι το κτήριο ήταν ιδιόκτητο και όχι Εθνική οικία βλέπε Καστάνης ο.π σ. 60.

[33] Καστάνης ο.π. σ. 58.

[34] Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, Αρχείο Πέτρου Λυκούδη. Σχέδιο της πόλης του Ναυπλίου, Λυκούδης Πέτρος, Γενεαλογία- Βιογραφία-Έργα και το υπ’ αυτού εφερεθέν νέον σύστημα λυομένων πυροβόλων, Μέρος 1ο Αθήνα 1924 σ. 169.

[35] Λαμπρυνίδης Μιχαήλ, Η Ναυπλία, Αθήνα 1898, σ. 509.

[36] Συμβόλαιο Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[37] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 163.

[38] Από το σημερινό και τα ιστορικά πολεοδομικά σχέδια του Ναυπλίου.

[39] Η Κυβέρνηση απένειμε σε όλους τους Γάλλους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Ελλάδος δύο βαθμούς πάνω από αυτόν που κατείχαν στην πατρίδα τους. Γι’ αυτόν τον λόγο ο λοχαγός Pauziι προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

[40] Καστάνης οπ σ. 56, 57.

[41] Διάταγμα περί Οργανισμού της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής, Αίγινα, Εθνικό Τυπογραφείο 1829 αρθ 2

[42] Ο. π, αρθ 101.

[43] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 7/19 Νοεμβρίου 1833, φ 366. Προϋπολογισμός εξόδων για την επισκευή του κτιρίου της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής.

[44] Ο.π. σ. 59, 60

[45] Ο.π. σ. 61

[46] Eduard von Rheineck γεννήθηκε στην Πρωσία το 1796. Ήρθε στην Ελλάδα το 1822. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα με τον βαθμό του λοχαγού. Διετέλεσε Διευθυντής της Σχολής των Ευελπίδων από το 1832 μέχρι το 1840. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1854. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε Καστάνης ο. π  σ. 178, 179.

[47] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 1/13 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 255, φ 366 Αίτηση της Σχολής προς το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικά με την επισκευή του κτιρίου της.

[48] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 14/26 Νοεμβρίου 1833 Νο 302, φ 366. Διαμόρφωση του χώρου του ευρισκομένου μεταξύ του τοίχους της πόλης και του κτιρίου της Σχολής.

[49] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών,18/30 Νοεμβρίου 1833 Νο 304, φ 366. Περιγραφή της κακής κατάστασης του κτιρίου της Σχολής.

[50] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[51] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 8/20 Νοεμβρίου 1833 Νο 7631, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής.

[52] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[53] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[54] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[55]  ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 4/16 Δεκεμβρίου 1833 Νο 7998, φ 366. Έγγραφο του Υπουργείου Στρατιωτικών σχετικά με την κατάσταση του κτιρίου της Σχολής και την πρόταση προς τον Όθωνα για την αποδοχή της πρότασης του Rheineck για της μετεγκατάσταση στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[56] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 6/13 Δεκεμβρίου 1833 Νο 9326. Απόφαση της Αντιβασιλεία για την μετεγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων από το Ναύπλιο στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[57] Καστάνης οπ σ. 60, 61.

[58] Γεώργιος Αθανασάκος.

[59] Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ του εγγράφου του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 και του συμβολαίου της 29 Νοεμβρίου όπου φαίνεται ότι ο Γεώργιος Αθανασάκος ανήγειρε το νέο οίκημα. Ενώ στο πρώτο αναγράφεται ότι ανήγειρε στο δεύτερο αναφέρεται ότι το 1856 ο Γεώργιος Αθανασάκος περάτωσε την ανέγερση.

[60] Συμβόλαιο με  Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[61] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, 12 Μαρτίου 1853 (παλαιό ημερολόγιο), φ 31. Αίτηση του Υπουργείου προς τον Όθωνα για να εγκρίνει την τροποποίηση του πολεοδομικού σχεδίου του Ναυπλίου.

[62] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού), 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

Η γειτνίαση δυτικά με την ερειπωμένη οικία του Μπουδούρα έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με το σχέδιο του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 γεγονός που επιτρέπει να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το περιγραφόμενο οίκημα του συμβολαίου έχει άμεση σχέση με το παλαιό κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

[63] Ο. π.

[64] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου μερίδος 110 και 102/ 1359, 7 Μαΐου 1866.  Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Μεταβίβαση του υπολοίπου της οικίας στον Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[65] Δημήτριος Κόνδης.

[66] Ευρετήριο με Αριθμό, τόμος Ε μερίδος 2386 αύξων αριθμός μεταγραφών 10259, 17 Οκτωβρίου 1907. Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Προίκα της Βασιλικής Καζακοπούλου προς τον Δημήτριος Κόνδης.

[67] Πιθανόν να πρόκειται για θυγατέρα του Δημητρίου Κόνδη και της Βασιλικής Καζακοπούλου.

[68] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 313.

 

Ανδρέας Καστάνης

Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Γιορτάζοντας το έθνος: Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα –  Χριστίνα Κουλούρη στο: «Αθέατες όψεις της ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο», Αθήνα, Ασίνη, 2012.


 

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

 

εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873

 

Στις 25 Μαρτίου 1838, εικοσιένας κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στους κατοίκους της Αθήνας ότι γιόρταζαν την πρώτη τους εθνική γιορτή, βάσει του Β. Διατάγματος που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία έφθασαν με άμαξα από το παλάτι στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, όπου παρακολούθησαν τη δοξολογία μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, τους ξένους διπλωμάτες, όλες τις συντεχνίες και πλήθος λαού. Στους δρόμους από όπου πέρασε η βασιλική πομπή είχε πα­ραταχθεί η ένοπλη φρουρά της πόλης, ενώ πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε. Φωταψίες στην Ακρόπολη, στα δημόσια κτήρια και στα σπίτια έδιναν τον γι­ορταστικό τόνο, ενώ τη μεγαλύτερη εντύπωση την έκανε ένας μεγάλος σταυρός που σχημάτιζαν φανάρια πάνω στη μία πλευρά του Λυκαβηττού. Στην πλατεία του παλατιού, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα «τρόπαιο» γύρω από το οποίο χόρευαν και πανηγύριζαν. Παρ’ όλο που η εθνική επέτειος είχε καθιερωθεί «κατά κοινήν του έθνους ευχήν», η εορταστική διάθεση σκιαζόταν από τον πολιτικό αναβρασμό. Γράφει η εφημερίδα Αθηνά:

Και πόσην επισημότητα ήθελε δώσει η εορτή αύτη εις την Ελλάδα και εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, εάν, μαζή με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, της φανερώσεως τον απ’ αιώνος μυστηρίου, της εθνεγέρσεώς μας και τα λοιπά, επανηγυρίζετο και η καθίδρυσης του συντάγματός μας, η στερέωσις της ελευθερίας μας αυτής εις την κοινωνίαν μας. 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1843, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου δεν θα είναι ομόψυχος αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει αντικείμενο αντίπαλων εορτασμών και αντιπολιτευτικών εκδηλώσεων. Ήδη, την επόμενη χρονιά από την καθιέρωσή της, το 1839. η μέρα της εθνικής επετείου θα παρέλθει «σκυθρωπή, κατηφής, ατερπής, άσημος, σιωπηλή». Μέχρι το 1843 αντιοθωνική μερίδα θέλησε να οικειοποιηθεί την εθνική επέτειο διοργανώνοντας ιδιωτικούς εορτασμούς με φωταψίες σπιτιών, μνημόσυνα για τους νεκρούς αγωνιστές του 21, συμπόσια και μουσικές, με κορύφωση τη δίκη των πρωτεργατών ενός παρόμοιου εθνικού αντι-εορτασμού το 1841.

Συνεπώς, από τη στιγμή της καθιέρωσής της, η επέτειος της 25ης Μαρτίου υπήρξε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και αντίπαλων ερμηνειών. Παρ’ όλο που η επιλογή της ημερομηνίας είχε, όπως φαίνεται, την κοινωνική συναίνεση, ο εορτασμός της δεν ήταν συναινετικός. Ούτε όμως υπήρχε συναίνεση ως προς την ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν, της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες γενικές υποθέσεις σχετικά με τις εθνικές επετείους στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα (1830-1875) τους συμβολισμούς και τους τρόπους εορτασμού τους, τις αντιτιθέμενες ερμηνείες τους και τις πολιτικές τους χρήσεις, με συγκριτικές αναφορές σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για τα πορίσματα μιας εξαντλητικής έρευνας, αλλά για την απόπειρα μιας πρώτης ανάλυσης στοιχείων που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα με στόχο, στο μέλλον, μια άλλη δημοσίευση που θα καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό εύρος και άλλες πτυχές των επετειακών εορτασμών.

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών – κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε στιγμές – κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και «φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα». Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος στο οποίο παραπέμπει έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Ιουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.

Τα γεγονότα που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της Ανεξαρτησίας το 1905. Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.

Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τί είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:

Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων».

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα.

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους Γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση – εξ ορισμού επιλεκτική – συνοδεύεται λοιπόν από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη».

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της Si Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των Άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των Ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη. Οι Βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο – ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής – ή απόρριψης – μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, από τον 19° αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γιορτάζοντας το έθνος – Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα

 

Read Full Post »

Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι


 

Κατά τη Β’ Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο οι κυρίαρχοι της χώρας για να υποβοηθήσουν την πολιτική διαχείριση της κτήσης τους και συγχρόνως να καταστήσουν αποδοτικότερη την οικονομική εκμετάλλευση του τόπου, επιχείρησαν επανειλημμένες γενικές απογραφές του πληθυσμού της. Γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησαν τέσσερις τουλάχιστον απογραφές [1] και η πιο πετυχημένη από αυτές υπήρξε εκείνη που έφερε σε πέρας το 1700 ο Γενικός Προνοητής Πελοποννήσου (Provveditor General dell’ Armi in Regno di Morea) Φραγκίσκος Grimani.

H απογραφή αυτή, που συγκέντρωσε τα δημογραφικά στοιχεία όλων των οικισμών της Πελοποννήσου – εκτός ίσως από ελάχιστες περιπτώσεις – απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο σημαντικότατο βιβλίο του Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας [2]. Ο συγγραφέας του έργου, εξετάζοντας ανάμεσα στα άλλα τη διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου στα τέλη του 17ου αιώνα και μάλιστα σε συσχετισμό με τα στοιχεία της απογραφής του 1700, παρατήρησε [3] ότι το χωριό Κιβέρι και η εδαφική περιοχή του, που κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην επαρχία ή territorio – εφεξής τεριτόριο – του Άργους, φερόταν στην απογραφή να ανήκει στο τεριτόριο του Ναυπλίου, παρόλο που βρισκόταν απέναντι από αυτό, δηλαδή στην άλλη πλευρά του αργολικού κόλπου και έτσι δεν υπήρχε εδαφική επαφή και συνέχεια μεταξύ των δύο περιοχών – του Ναυπλίου και του Κιβερίου – αφού ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν εκείνη του Άρ­γους.

Ο Παναγιωτόπουλος θεώρησε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα της εδαφικής συνέχειας σε κάθε τεριτόριο, την οποία, όπως γράφει, είχαν καθιερώσει οι Βενετοί στη διοικητική οργάνωση της νέας τους κτήσης [4]. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη πως δεν γνωρίζουμε από πότε χρονολογείται το γεγονός και ότι πρέπει «να ανάγεται σε ένα μακρινό παρελθόν, που μόνο η εξακρίβωση της ιστορίας του θα μπορούσε να μας φωτίσει». Ο Παναγιωτόπουλος πιστεύει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο σύγχρονο της απογραφής θύλακο φεουδαλικού χαρακτήρα  – σωστά βέβαια αφού βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα – χωρίς να αποκλείει τη σύνδεση του γεγονότος με την Α’ Τουρκοκρατία, ενώ θεωρεί επίσης πολύ πιθανό να έχει σχέση με τη Φραγκοκρατία, οπότε θα ήταν προφανής η φεουδαλική του προέλευση.

Πέρα όμως από τις υποθέσεις αυτές, που δεν δίνουν απάντηση στο ζήτημα, ο ίδιος πρότεινε μία καταρχήν ερμηνεία γράφοντας ότι: «η μικρή αυτή περιοχή, το Κιβέρι, πλούσια σε χειμάρρους που κινούσαν ένα σημαντικό αριθμό αλευρόμυλων, θεωρείτο ζωτική για τον ανεφοδιασμό του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας της χώρας, και γι’ αυτό ήταν προσαρτημένη στο δικό τον territorio» [5].

Η ερμηνεία αυτή δεν μας φαίνεται αρκετά πειστική, επειδή δεν νομίζουμε ότι η χρησιμότητα των μύλων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διοικητική απόσπαση μιας εδαφικής περιοχής – εν προκειμένω του Κιβερίου – από ένα τεριτόριο και την προσάρτησή της σε άλλο. Η χρησιμοποίηση της περιοχής αυτής και των μύλων της, έστω και με τρόπο αποκλειστικό, ήταν δυνατόν να επιτευ­χθεί απρόσκοπτα και χωρίς να ληφθούν ιδιαίτερα διοικητικά μέτρα από την ανώτατη διοίκηση της Πελοποννήσου, που είχε την έδρα της στο πλησιέστατο Ναύπλιο. Σε κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε μάλιστα και το γεγονός ότι στο Άργος και την περιοχή του, την ίδια εποχή (γύρω στα 1700), λειτουργούσαν τριάντα αλευρόμυλοι (οι περισσότεροι από αυτούς στο Κεφαλάρι), που θα μπορούσαν να καλύψουν άνετα τις ανάγκες σε αλεσμένα σιτηρά ολόκληρης της επαρχίας του Άργους, έναντι των εννέα μόλις μύλων της περιοχής του Κιβερίου, που χρησίμευαν για να αλέθουν τα σιτηρά του Ναυπλίου [6].

Ας προσθέσουμε ότι στην άποψή μας συνηγορεί και η έλλειψη σχετικής μαρτυρίας των πηγών, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν αναφέρουν ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία αποσπάστηκε από την επαρχία του Άργους η περιοχή του Κιβερίου και προσαρτήθηκε σ’ εκείνη του Ναυπλίου. Στην πραγματικότητα μόνο η απογραφή Grimani του 1700 υπαινίσσεται ένα τέτοιο γεγονός [7]. Αντίθετα, όλες οι άλλες σύγχρονες μαρτυρίες των πηγών εντάσσουν το Κιβέρι στο τεριτόριο του Άργους: πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, τόσο στο τοπογραφικό του σχεδίασμα (disegno), όσο και στην αναγραφή των οικισμών του, παρουσιάζουν το Κιβέρι να ανήκει στην επαρχία του Άργους [8]. Το ίδιο συμβαίνει και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante), στοιχεία της οποίας διασώζονται στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pier’ Antonio Pacifico του έτους 1704, [9] προερχόμενα από τον Βενετό τοπογράφο Giust’ Emilio Alberghetti [10]. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι το αδημοσίευτο αναλυτικό κτηματο­λόγιο (catastico particolare) του βενετικού τεριτόριου του Ναυπλίου του έτους 1704 κε. δεν περιλαμβάνει σ’ αυτό την περιοχή του Κιβερίου [11]. Εξάλλου, σε δημοσιευμένο έγγραφο από την ίδια περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας, που έχει σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Πελοπόννησο αναφέρεται και το Κιβέρι Απάνου και Κάτου, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ρητά αν ανήκει στο τεριτόριο του Άργους ή του Ναυπλίου. Ωστόσο το έγγραφο αυτό βρίσκεται καταχωρημένο μαζί με τις αναγραφές όλων εκείνων των χωριών που ανήκαν στο τεριτόριο του Άργους [12]. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι σε δημοσιευμένο χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας, που φαίνεται να έχει και αυτό στενή σχέση με τον τοπογράφο G.E. Alberghetti, υπάρχει έμμεση αναφορά ότι το Κιβέρι ανήκε στην επαρχία του Άργους, αφού επισημαίνεται εκεί ότι στη νοτιότερη περιοχή της πεδιάδας και του τεριτόριου του Άργους υπήρχαν μύλοι ή οι Μύλοι, που αναμφίβολα ήταν εκείνοι του Κιβερίου [13].

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι πηγές της Β’ Βενετοκρατίας εντάσσουν το Κιβέρι στο Άργος και μόνο η γενική απογραφή της Πελοπόν­νησου του 1700 το τοποθετεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου, θα πρέπει να δεχτεί κανείς πως αυτή η περιορισμένη έστω ασυμφωνία μας οδηγεί στην άποψη ότι στις αντιλήψεις και τη σκέψη των ανθρώπων που οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν την απογραφή Grimani, θα πρέπει να έπαιξαν ρόλο κάποια πραγματικά ιστορικά συμβάντα που τους υποχρέωσαν να θεωρήσουν ως ορθή την ένταξη της περιοχής του Κιβερίου στην επαρχία του Ναυπλίου.

Ποια είναι όμως τα συμβάντα αυτά και σε ποια εποχή αναφέρονται; Για να τα εξιχνιάσουμε, θα πρέπει να μεταφερθούμε χρονολογικά προς τα πίσω και να εξετάσουμε την πολιτική ιστορία της Α’ Βενετοκρατίας γενικότερα στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην περιοχή του Κιβερίου.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Εξετάζοντας το σύστημα των κτήσεων της Βενετίας στον πελοποννησιακό χώρο κατά την Α’ Βενετοκρατία, διαπιστώνουμε ότι το Άργος με το Κιβέρι και το Ναύπλιο με το Θερμίσι περιήλθαν το 1388 στους Βενετούς με αγορά από τη Μαρία dEnghien, χήρα του Βενετού ευγενούς Πέτρου Corner. Ωστόσο, το Άργος και το Κιβέρι κυριεύτηκαν από τους Βενετούς οριστικά το 1394, επειδή, μόλις έγιναν γνωστές οι προθέσεις τους να δεχτούν την παραχώρηση της Αργολίδας, ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος έσπευσε να τα καταλάβει [14]. Φυσικά, τη μεγαλύτερη σημασία και πολιτική βαρύτητα είχε το Ναύπλιο [15] ως σημαντικό λιμάνι, την οποία δεν είχε το μεσόγειο και αγροτικού χαρακτήρα Άργος.

Πραγματικά, το Ναύπλιο στις βενετικές κτήσεις της Αργολίδας ήταν για το βενετικό κράτος σημαντικότατο έρεισμα τόσο από πολιτικής όσο και οικονομικής άποψης. Παράλληλα, όμως, όλες αυτές οι κτήσεις αποτελούσαν μία ενιαία και συνεχόμενη εδαφική περιοχή και έτσι μία επιμέρους μικρότερη περιοχή, όπως εκείνη του Κιβερίου, που βέβαια υπαγόταν στο Άργος και στη διοίκησή του [16], δεν είχε λόγο να αποσπασθεί διοικητικά και να εξαρτηθεί απευθείας από το Ναύπλιο, έστω και για κάποια καίρια χρησιμότητά της. Και τόσο περισσότερο μάλιστα, αφού το Κιβέρι με το κάστρο του (για το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω) ήταν αναγκαίο στη διοίκηση του Άργους, για να καλύπτει και να υπερασπίζεται τη νοτιοδυτική περιοχή του αργολικού κάμπου.

Όλα αυτά, όμως, είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία ως τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο του 1463-1479, οπότε οι επιτυχίες των τουρκικών όπλων προκάλεσαν τον ακρωτηριασμό της ενιαίας και αδιάσπαστης ως τότε εδαφικής περιοχής των βενετικών κτήσεων της Αργολίδας. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τους όρους της συνθήκης ειρήνης του 1479 μεταξύ των δύο εμπολέμων, καθώς και από τις επιμέρους διορθωτικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν στα αμέσως επόμενα χρόνια μεταξύ Βενετών και Τούρκων. Το Άργος περιήλθε στους Τούρκους και χαράχτηκαν τα σύνορα των εδαφικών περιοχών του τουρκοκρατούμενου Άργους και του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τη διανομή ανάμεσά τους του αργολικού κάμπου, [17] ενώ αναγνωρίστηκε στους Βενετούς η κυριότητα του Ναυπλίου και παράλληλα σε αντιστάθμισμα της απώλειας του Άργους, αποδόθηκαν σ’ αυτούς ή παρέμειναν στα χέρια τους άλλες μικρότερες περιοχές στην Αργολίδα και την Ερμιονίδα που διέθεταν μικρά φρούρια, ακέραια ή κατεστραμμένα. Έτσι συνεχίστηκε η κυριαρχία της Βενετίας στο Θερμίσι, στο Καστρί και στο Κιβέρι [18]. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Θερμίσι είχε κάστρο και παρόμοια το κοντινό του Καστρί, όπως επίσης και το Κιβέρι, που βέβαια δεν συνέπιπτε με τον σημερινό ομώνυμο οικισμό, αλλά ούτε και με το Πάνω ή το Κάτω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Πραγματικά, το μεσαιωνικό κάστρο του Κιβερίου και κάποιος οικισμός γύρω από αυτό, όπως μαρτυρούν τα ερείπια του, [19] βρίσκονταν πάνω στον επιβλητικό βραχώδη λόφο ύψους 179 μέτρων, που δεσπόζει στην περιοχή της αρχαίας Λέρνας [20]. Σ’ αυτήν την περιοχή τα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε ο οικισμός των Μύλων με τα άφθονα αναβλύζοντα νερά, που κινούσαν τους υπάρχοντες εκεί νερόμυλους, ενώ παράλληλα τροφοδοτούσαν από την αρχαιότητα και τα έλη της Λέρνας [21]. Το κάστρο που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας είχε το όνομα Chaméres ή Chamires, [22] κάποια χρονική στιγμή καταστράφηκε [23] και ο οικισμός μετακινήθηκε νοτιότερα προς την παράλια πεδιάδα, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στους Μύλους και το σημερινό Κιβέρι. Ο νέος αυτός οικισμός, όπως και η πεδιάδα, τέθηκαν υπό τον έλεγχο Τούρκου αξιωματούχου ή γαιοκτήμονα, όπως μας επιτρέπει να υποθέσουμε η ύπαρξη ερειπίων πύργου τουρκικής κατασκευής που διασώζονται πάνω σε χαμηλό λόφο ύψους 74 μέτρων και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων νότια από το κάστρο του Κιβερίου [24]. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας έχουμε και μία δεύτερη (και τελευταία ;) μετατόπιση του Κιβερίου ακόμη νοτιότερα, δηλαδή στο πιο νότιο σημείο της πεδιάδας και στους πρόποδες του βουνού όπου βρίσκεται σήμερα, χωρίς όμως να εξαλειφθεί αμέσως ο προηγούμενος οικισμός. Έτσι, την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας συνυπάρχουν οι μεταγενέστεροι οικισμοί που όπως είδαμε στις πηγές αναφέρονται ως Κιβέρι Απάνω και Κάτου ή Civeri Pano-Catu. Η συνύπαρξη αυτή συνεχίζεται ως τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, οπότε έχουμε μαρτυρία σε πηγή του 1830, όπου υπονοείται ότι υπάρχουν δύο «Κιβέρια» [25]. Ωστόσο, προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Αντώνιος Μηλιαράκης θεωρεί ότι ένα από τα δύο έχει παύσει πλέον να υπάρχει και καθορίζει τη θέση του ως «Παλαιοκιβέρι» [26]. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν είναι άλλο από τον δεύτερο χρονολογικά οικισμό ή Πάνω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας, ενώ το Κάτω Κιβέρι συμπίπτει με τον τρίτο οικισμό, δηλαδή το σημερινό παραθαλάσσιο Κιβέρι.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα γεγονότα του α’ βενετοτουρκικού πολέμου. Όπως σημειώσαμε, οι Τούρκοι παρέδωσαν στους Βενετούς το 1481 το κάστρο του Κιβερίου που ήταν πια κατεστραμμένο, με τον όρο όμως να μην το επανοικοδομήσουν, αλλά να περιλάβουν στην εδαφική του περιοχή και τους υπάρχοντες εκεί μύλους [27]. Έτσι λοιπόν η περιοχή που περιλάμβανε το κατεστραμμένο κάστρο του Κιβερίου, τους μύλους και ίσως τον μεταφερμένο νοτιότερα του κάστρου οικισμό, αποκόπηκε από το Άργος – του οποίου άλλοτε αποτελούσε σημαντικό εξάρτημα – και κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κιβέρι συνδέθηκε αναγκαστικά με το Ναύπλιο και αποτέλεσε από το 1481 τμήμα των εδαφών του. Η εξαρτημένη αυτή σχέση διατηρήθηκε ως τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο που άρχισε το 1537 και η εν λόγω περιοχή περιήλθε τελικά στους Τούρκους πριν από το 1540, [28] χρονιά που χάθηκε για τους Βενετούς το Ναύπλιο και η Μονεμβασία. Είναι προφανέστατο ότι αυτό ακριβώς το γεγονός δημιούργησε αργότερα, κατά τη Β’ Βενετοκρατία, την αμφιβολία σ’ εκείνους που διεκπεραίωσαν την απογραφή του 1700 μήπως το Κιβέρι και η εδαφική του περιοχή με τους μύλους έπρεπε να υπαχθεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι του Άργους. [29] Φυσικά η σχετική αμφιβολία παρουσιάζεται μία μόνο φορά, ενώ μετά το 1700, όπως είδαμε, σ’ όλες τις άλλες απογραφές και κτηματογραφήσεις των Βενετών το Κιβέρι παρουσιάζεται χωρίς αμφισβήτηση να ανήκει στο τεριτόριο του Άργους. Ωστόσο, παρόλα αυτά φαίνεται ότι ποτέ δεν εξαλείφτηκε εντελώς από τη συνείδηση των ανθρώπων της Αργολίδας η άποψη ότι το Κιβέρι κατά κάποιο τρόπο ανήκε στο Ναύπλιο. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στην παλαιά άμεση πολιτική εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο, αλλά και στο γεγονός ότι πάντοτε τα σιτηρά του Ναυπλίου αλέθονταν στους μύλους του Κιβερίου, όπως θα δούμε και παρακάτω. Είναι πολύ ενδεικτικό ότι ως τη σύγχρονή μας εποχή ή τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αν όχι ως σήμερα, οι μύλοι αυτοί αποκαλούνταν ανεπίσημα «μύλοι τον Ναυπλίου», ενώ «μύλοι του Άργους» ονομάζονταν εκείνοι του Κεφαλαρίου [30].

Σ’ αυτό το σημείο θα θέλαμε να προσθέσουμε και κάποιες άλλες μαρτυρίες από τις πηγές της Β’ Βενετοκρατίας, που αναφέρονται στις ιδιαίτερες σχέσεις του Ναυπλίου με την περιοχή του Κιβερίου, καθώς και στη χρησιμότητα και τις εξυπηρετήσεις που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει η περιοχή αυτή στην πρωτεύουσα (όπως π.χ. ήταν η άλεση των σιτηρών κ.ά.), ασχέτως αν διοικητικά υπαγόταν στο Άργος.

Ας δούμε όμως τις σχετικές ειδήσεις των πηγών. Πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) για το τεριτόριο του Άργους, που έχουμε ήδη αναφέρει, παρατίθενται τα παρακάτω στοιχεία σχετικά με το κάστρο του Κιβερίου, για το οποίο αν και ο συντάκτης του κτηματολογίου δεν χρησιμοποιεί μια τέτοια ονομασία, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται γι’ αυτό το κάστρο. Αναφέρονται λοιπόν σε μετάφραση τα εξής: «Υπάρχει και ένα άλλο κάστρο που λέγεται Αναζήρι [31]και από πολλούς Παλαιό Άργος ή Κάστρο της Ελένης [32] για το οποίο δεν αντιλήφθηκα ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι το αρχαίο αλλά με νεότερο κτίσμα. Βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο αρκετά υψηλό και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Κάτω από αυτόν το λόφο αναβλύζει νερό πολύ καλό και υγιεινό και σε τόσο μεγάλη αφθονία, ώστε κάνει να γυρίζουν διάφοροι μύλοι που υπάρχουν στην παραλία και είναι χρησιμότατοι στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία μεταφέρει εκεί τα σιτηρά της δια θαλάσσης με βάρκες και με τον ίδιο τρόπο τα επαναφέρει στην πόλη αλεσμένα» [33].

Ας προσθέσουμε εδώ ότι με αυτή την αμφίδρομη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων ανάμεσα στο Ναύπλιο και τους μύλους του Κιβερίου συνδέεται και μια άλλη διαδικασία εκμετάλλευσης των μύλων αυτών από μέρους του βενετικού Δημοσίου. Κατά τη Β’ Βενετοκρατία το κράτος, για να εξοικονομήσει χρηματικούς πόρους, προχωρούσε ανάμεσα στα άλλα και στην εκμίσθωση και εκχώρηση σε ιδιώτες ορισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων, όπως εκείνο της λειτουργίας εστιατορίων(osterie), της αλιείας ψαριών και χελιών στα διάφορα ιχθυοτροφεία της χώρας ή μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου ή ακόμη του μονοπωλιακού εφοδιασμού με διάφορα προϊόντα και κυρίως τρόφιμα των μεγάλων αστικών κέντρων της Πελοποννήσου κ.ά. Ανάμεσα σε όλα αυτά περιλαμβανόταν και η εκμίσθωση σε ιδιώτες του αποκλειστικού δικαιώματος της θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων από το Ναύπλιο προς τους μύλους του Κιβερίου και αντίστροφα, όπως επίσης και του δικαιώματος της μεταφοράς σιτηρών από το λιμάνι αυτό προς τους μύλους και αλεύρων από τους μύλους προς το λιμάνι. Μάλιστα, ο ανάδοχος της ενοικίασης μίσθωνε και το αποκλειστικό δικαίωμα της πώλησης καφέ και τροφίμων στην περιοχή των μύλων του Κιβερίου και του Άργους, καθώς και της αλιείας χελιών στην περιοχή που εκτείνεται από το Κιβέρι ως τα Μαύρα Λιθάρια [34].

Εξάλλου, δεν χρησιμοποιούνταν μόνο οι μύλοι του Κιβερίου για την άλεση των σιτηρών του Ναυπλίου αλλά και οι λεγόμενοι μύλοι του Zefer ή Zafer Aga [35] ενώ παρόμοια οι Βενετοί εκμίσθωναν και το αποκλειστικό δικαίωμα της μεταφοράς των σιτηρών από την πόλη του Ναυπλίου προς τους εν λόγω μύλους. Όλες, όμως, αυτές οι ειδήσεις περί εκμίσθωσης από την κεντρική διοίκηση του Ναυπλίου κάποιων αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν σχέση με τη λειτουργία των μύλων, κυρίως του Κιβερίου, μας υποχρεώνουν να δεχθούμε την άποψη ότι πραγματικά οι μύλοι αυτοί ανήκαν στο βενετικό Δημόσιο, οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέτεινε ακόμη περισσότερο τη γενικότερη εντύπωση ότι όχι μόνο οι μύλοι ανήκαν στο Ναύπλιο αλλά συνεκδοχικά και όλη η περιοχή του Κιβερίου. Όπως είδαμε ονομάζονταν και «μύλοι τον Ναυπλίου».

Πραγματικά, είναι γεγονός ότι αν οι εν λόγω μύλοι κατά την προηγούμενη περίοδο της A’ Τουρκοκρατίας δεν ανήκαν σε χριστιανούς, όπως είναι και το πιο πιθανό, τότε κατά τη βενετική περίοδο θα πέρασαν αναμφίβολα στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, οπότε θα ήταν αυτονόητη και η διαχείριση των συναφών ζητημάτων από μέρους της κεντρικής βενετικής διοίκησης του Ναυπλίου. Σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ ενδεικτικό ότι στη νεότερη εποχή οι μύλοι του Κιβερίου ονομάζονταν και «αφεντικοί μύλοι».

Μία ακόμη παράμετρος, που ενίσχυε την άποψη ότι οι μύλοι του Κιβερίου κατά την περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας είχαν στενή σχέση με το Ναύπλιο και την κεντρική βενετική διοίκηση που είχε την έδρα της εκεί, συνδεόταν με τη χρησιμότητα που, πέρα από τη χρήση των μύλων για την άλεση των σιτηρών, είχαν για τους Βενετούς τα άφθονα και υγιεινά αναβλύζοντα νερά της περιοχής. Έτσι, από το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia, που έχουμε ήδη αναφέρει, πληροφορούμαστε ότι στη νοτιότερη πλευρά της πεδιάδας του Άργους υπήρχαν οι Μύλοι, όπου υδρευόταν ολόκληρη η ναυτική Αρμάδα των Βενετών [36].

 

O οικισμός των Μύλων

 

Εξάλλου, ένα άλλο μικρό ζήτημα δημιουργείται με τη χρήση του όρου «μύλοι του Κιβερίου», επειδή τίθεται το ερώτημα αν οι μύλοι αυτοί ήταν του Κιβερίου ή των Μύλων, δηλαδή με άλλα λόγια πότε δημιουργήθηκε και έγινε αυθύπαρκτος ως ιδιαίτερο χωριό ο οικισμός των Μύλων; Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να καταφύγουμε και πάλι στη μαρτυρία των πηγών. Έτσι διαπιστώνουμε ότι στην απογραφή Grimani του 1700, οι Μύλοι δεν περιλαμβάνονται ανάμεσα στα χωριά του Άργους αλλά ούτε και κανενός άλλου τεριτόριου. Παρόμοια, δεν αναφέρονται ούτε στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, για το οποίο έγινε ήδη λόγος.

 

Σκαρίφημα της περιοχής. Δημοσιεύεται στο Λαμπρόπουλος Δ. «Η Λέρνα», σελ. 41.

 

Στη σχεδόν σύγχρονη απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας της Πελοποννήσου δεν συναντούμε οικισμό των Μύλων, αλλά έχουμε αναγραφή μόνο των χωριών Απάνου και Κάτου [37] Κιβέ­ρι όπως παρόμοια συμβαίνει και στην απογραφή Grimani (:Civeri Pano-Catu). Στην περιγραφή της Πελοποννήσου από τον Alessandro Pini του έτους 1703, που ήδη αναφέραμε, γίνεται λόγος για μύλους και όχι για το χωριό των Μύλων, καθώς και για τα ερείπια του Πύργου της Ελένης, δηλαδή για τα ερείπια του κάστρου του Κιβερίου και σημειώνεται εκεί ότι το πιο κοντινό χωριό σ’ αυτά είναι το Κιβέρι [38]. Οι ειδήσεις αυτές μας οδηγούν στη σκέψη ότι ο Pini αναφέρεται στον χρονολογικά δεύτερο οικισμό του Κιβερίου (μετά την καταστροφή του κάστρου) που πρέπει να ταυτιστεί με το Πάνω Κιβέρι της απογραφής Grimani. Εφόσον λοιπόν, μιλώντας για το πιο κοντινό χωριό στο κάστρο ο Pini δεν σημειώνει ως τέτοιο τους Μύλους αλλά το σχετικά πιο απομακρυσμένο Πάνω Κιβέρι, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τότε υπήρχαν οι μύλοι αλλά δεν υπήρχε ακόμη συγκροτημένος οικισμός των Μύλων.

Ωστόσο, οι Μύλοι παρουσιάζονται την ίδια εποχή ως οικισμός αλλά μόνο στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pacifico το 1704 και μάλιστα στο τμήμα του βιβλίου που ανήκει στον Βενετό τοπογράφο G. E. Alberghetti, όπως ήδη έχουμε επισημάνει. Εκεί σημειώνονται οι Μύλοι ως χωριό του τεριτόριου του Άργους παράλληλα με το Κιβέρι [39].

Όλα αυτά τα στοιχεία που παραθέσαμε μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ως το 1703 περίπου δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ο οικισμός των Μύλων ή υπήρχε αλλά δεν είχε αποσπασθεί από το Κιβέρι.

 

Σκαφιδάκι

 

Πριν κλείσουμε τη μικρή αυτή εργασία, ας μας επιτραπεί να κάνουμε λόγο για ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται στην απογραφή του 1700 και είναι παρόμοιο με την περίπτωση του Κιβερίου. Πρόκειται δηλαδή για την ένταξη στο τεριτόριο του Ναυπλίου ενός ακόμη χωριού που κανονικά ανήκε στο τεριτόριο του Άργους, χωρίς ωστόσο η παρατυπία αυτή να επισύρει κάποια παρατήρηση τουλάχιστον από μέρους του εκδότη της απογραφής. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με το χωριό Σκαφιδάκι, που σήμερα είναι γειτονικό στα χωριά Κιβέρι και Μύλοι και ανήκει στο δήμο Λέρνας της επαρχίας Άργους. Την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας τα πράγματα παρουσιάζονται κάπως πιο σύνθετα, όπως μας πληροφορούν οι σχετικές ειδήσεις των πηγών.

Σε έγγραφο του 1696 της λεγόμενης εκκλησιαστικής απογραφής αναφέρονται δύο Σκαφιδάκια. Το ένα από αυτά απογράφεται μαζί με την κεντρική ενορία του Αγίου Πέτρου της πόλης του Άργους και το άλλο αναφέρεται ως χωριό πάλι μέσα στο τεριτόριο του Άργους και απογράφεται μαζί με τα ορεινά ή ορεινότερα ή πιο εσωτερικά χωριά Απάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Αχλαδόκαμπος, Τουρνίκι, Μπούα, Καπαρέλι, Νεοχώρι, Καρέα, Μαλεβός, Μάζι και Βρούστι, τα οποία σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ήταν «τα χωριά που εφημερεύει ο επίσκοπος» [40]. Στο catastico ordinario του Άργους του έτους 1700 έχουμε και πάλι αναφορά σε δύο Σκαφιδάκια [41]. Από αυτά το ένα παρουσιάζεται ως «ζευγολατιό» [42] που απογράφεται μαζί με το «borgo d’Argos», δηλαδή με την εδαφική περιοχή της πόλης του Άργους (ή πιο σωστά με τον εκτός του φρουρίου οικισμό του Άργους), ενώ το άλλο ονομάζεται Panu ή Apanu Scafidachi και κτηματογραφείται μαζί με τα χωριά Turnichi, Bua και Criovrissi καθώς και Civeri, όλα στο τεριτόριο του Άργους. Τα πράγματα αλλάζουν στην απογραφή Grimani του 1700, όπως ακριβώς είδαμε να συμβαίνει και με το Κιβέρι. Έχουμε δηλαδή και πάλι δύο Σκαφιδάκια, όπου όμως το ένα απογράφεται στο τεριτόριο του Ναυπλίου ως Calo Scafidachi μαζί με το Civeri Pavolata (=Civeri Pano-Cato), και το άλλο απλώς ως Scafidachi που παραμένει στο τεριτόριο του Άργους [43]. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή, όπου αναγράφεται το Cato Scafidachi στο τεριτόριο του Ναυπλίου και το Scafidachi στο τεριτόριο του Άργους (μαζί με τα χωριά Turnichi, Sdiva, Masi, Carea, Vrusti) [44]. Θα προσθέσουμε τέλος ότι στο βενετικό αναλυτικό κτηματολόγιο του τεριτόριου του Ναυπλίου, που όπως σημειώσαμε διασώζεται στην Ακαδημία Αθηνών, [45] δεν αναγράφεται στην εδαφική περιοχή αυτού του τεριτόριου κανένας οικισμός με την ονομασία Scafidachi (με ή χωρίς προσδιορισμό Pano ή Cato) όπως είδαμε ανάλογα να συμβαίνει και με το Κιβέρι.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας

 

Συνδυάζοντας τις πιο πάνω ειδήσεις θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στις εξής διαπιστώσεις: στην περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας υπήρχαν πραγματικά στο τεριτόριο του Άργους δύο οικισμοί με το όνομα Σκαφιδάκι, δηλαδή το Πάνω και το Κάτω Σκαφιδάκι. Το τελευταίο κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν κατά τα φαινόμενα τσιφλίκι (ζευγολατειό) Τούρκου γαιοκτήμονα του Άργους και ενδεχομένως ήταν γι’ αυτό το λόγο προσαρτημένο στην εδαφική περιοχή της πόλης. Κατά πάσα πιθανότητα, η ιδιαίτερη εδαφική περιοχή του ζευγολατειού αυτού πρέπει να συμπίπτει πάνω -κάτω με εκείνη του σημερινού πεδινού χωριού Σκαφιδάκι. Το Πάνω Σκαφιδάκι, όμως, ήταν κατά τα φαινόμενα ορεινό χωριό στο τεριτόριο επίσης του Άργους. Στις απογραφές και στις κτηματογραφήσεις των Βενετών τοποθετείται στις ορεινές αργολικές περιοχές μαζί με τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούα, Τουρνίκι κ.ά. Έτσι, τόσο το Κάτω όσο και το Πάνω Σκαφιδάκι ανήκαν πάντοτε στην επαρχία του Άργους και οι βενετικές μαρτυρίες ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία το Κάτω Σκαφιδάκι εντασσόταν στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι σ’ εκείνο του Άργους, οφείλονται προφανώς στα ίδια αίτια που ίσχυσαν και στην περίπτωση του Κιβερίου: ίσως το γειτονικό σ’ αυτό [Κάτω] Σκαφιδάκι θεωρήθηκε από εκείνους που διεκπεραίωσαν τις δύο βενετικές απογραφές του 1700 και 1702-1703 ότι περιλαμβανόταν μαζί με το Πάνω και Κάτω Κιβέρι και τους μύλους στην ίδια περιοχή που άλλοτε, κατά την A’  Βενετοκρατία, είχε προσαρτηθεί στο Ναύπλιο και έπρεπε τάχα να συμπεριληφθεί πάλι στη δική του επαρχία.

Τέλος, ας προσθέσουμε ακόμη ότι αργότερα και πριν από την έλευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελοπόννησο (Expédition scientifique de Marèe 1829-1830) το Πάνω Σκαφιδάκι φαίνεται ότι είχε ήδη ερημωθεί και έτσι πρέπει να το ταυτίσουμε με το Palaeo-Skaphidaki, που χωρίς αριθμό κατοίκων περιλαμβάνεται στον στατιστικό πίνακα της Expédition για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου (Tableau statistique de la Morée), καθώς επίσης και στον Άτλαντα της Expédition, όπου χαρτογραφείται στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς μαζί με τα χωριά Τουρνίκι και Μπούα [46]. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο χάρτη του της Αργολίδας και Κορινθίας τοποθετεί και αυτός το Παλαιοσκαφιδάκι στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς, ενώ δυτικότερά του βρίσκονται τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι και άλλα που περιλαμβάνονταν στον άλλοτε δήμο Υσιών [47].

Από όσα εκθέσαμε ως τώρα, νομίζουμε ότι έγινε φανερό πως η περιοχή του Κιβερίου – που περιλάμβανε και την εδαφική περιοχή των σημερινών Μύλων και ενδεχομένως και εκείνη του σημερινού χωριού Σκαφιδάκι – παρά την κατά καιρούς ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία της για το Ναύπλιο, δεν αποσπάστηκε ποτέ κατά τη Β’ Βενετοκρατία από την επαρχία του Άργους, του οποίου υπήρξε πάντοτε σημαντικότατο εξάρτημα. Η εντύπωση, την οποία σχημάτισε η πολιτική διοίκηση της Πελοποννήσου κατά τη Βενετοκρατία ότι ανήκε στο Ναύπλιο, δεν είχε σχέση με τη Φραγκοκρατία και τη φεουδαρχική οργάνωση της χώρας ούτε και με την A’ Τουρκοκρατία και τις τιμαριωτικές σχέσεις των Τούρκων κυριάρχων, αλλά οφειλόταν στις πολιτικές τύχες του Κιβερίου κατά την περίοδο της Α’ Βενετοκρατίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Οι απογραφές αυτές είναι: α) του Γενικού Προνοητή Ιάκωβου Corner το 1689, β) του Γενικού Προνοητή Φραγκίσκου Grimani το 1700, γ) των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante) το 1702-1703 και δ) των Γενικών Προνοητών Μάρκου και Αντώνιου Loredan στο διάστημα 1708-1714.

[2] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου/13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[3] Ό.π., σ.166.

[4] Ωστόσο, είναι συζητήσιμο αν ήταν οι Βενετοί που καθιέρωσαν κάποιον τέτοιον κανόνα, αφού τα όρια των τεριτορίων στη βενετική Πελοπόννησο ακολούθησαν πιστά εκείνα των τουρκικών καζάδων. Επιπροσθέτως, οι Βενετοί δεν αποκατέστησαν ούτε και το φαινόμενο της εδαφικής διάσπασης αν υπήρχε κάτι τέτοιο στα εδάφη κάποιου προηγούμενου τουρκικού καζά. Έτσι έχουμε την περίπτωση της εδαφικής διάσπασης, ενός τεριτόριου, την οποία συναντούμε στην επαρχία της Βοστίτσας, όπου η περιοχή της Ακράτας ήταν αποκομμένη και δεν είχε εδαφική επαφή με το υπόλοιπο τεριτόριο, επειδή ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ανάμεσά τους παρεμβάλλονταν ορεινότερα εδάφη των Καλαβρύτων, που έφταναν ως τη θάλασσα στην περιοχή της Κακής Σκάλας της σημερινής Αιγιαλείας. Η εδαφική συνέχεια στην επαρχία αυτή αποκαταστάθηκε μόλις το 1944. Κ. ΝΤΟΚΟΣ- Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σ.LXXIV.

[5] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π. θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ακριβές ότι οι χείμαρροι κινούσαν τους μύλους του Κιβερίου εκείνης της εποχής, αλλά άφθονα πηγαία νερά.

[6] ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, Αθήνα 2003, σ.118-119. Πρβλ. στο ίδιο, σ.105.

[7] Β.ΠΑΝΑΠΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π., σ.235. Μάλιστα σ’ αυτή την απογραφή των οικισμών του Ναυπλίου το Κιβέρι εκδίδεται κατά τη δημοσίευση του εγγράφου εσφαλμένα ως Civeri Pavolata. To ορθό είναι Civeri Pano- Catu.

[8] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, ό.π., σ.25-26,111-113,117,119.

[9] P.A.PACIFIC0, Breve descrizzione corografica del Peloponneso ó Morea, Βενετία 1704, σ.115 κε.

[10] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione del Regno di Morea, Εώα και Εσπερία 1(1993)90 κε., 101 κε. Βιογραφικά στοιχεία για τον G.E.Alberghetti βλ. Β.Ε.FERRARI, Giust’Emilio Alberghetti, λήμμα στο Dizionario Biografico degli Italiani, Roma 1960, t.1, σ.629-630. Πρβλ. E.G.L.PINZELLI, Les forteresses de Moree: projets de restaurations et de damantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715), θησαυρίσματα 30(2000)405.

[11] Βλ. χειρόγραφο με τίτλο Catastico particolare dogni villa, e luoco del territorio di Romania fatto dordine delllllustrissimo et Eccellentissimo Signor Antonio Nani Provveditor General dellArml in Regno στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Πρβλ. ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα, Αθήνα 2002.

[12] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδον της Β’ Βενετοκρατίας, Byzantlnischneugriechische Jahrbucher 21(1971-1972) 76.

[13] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ό.π., σ.121.

[14] Β.ΠΑΝΑΓΙΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π. σ.20. Πρβλ Μ. ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ, Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήνα 1950 (β’ έκδοση), σ.54 κε. Α.ΒΟΝ, La Morée franque, Παρίσι 1969, σ.263,275. FR.THIRIET, La Romanie vénitienne au Moyen Age. Παρίσι 1959, σ. 359.R.CESSI, Venezia e l’acquisto di Nauplia e d’Argo, Nuovo Archivio Veneto, nuova serie, 30(1915)153,155-156. Μαζί με το θερμίσι περιήλθε στοάς Βενετούς και το πολύ κοντινό του Καστρί της Ερμιονίδας, δηλ. η αρχαία και σημερινή Ερμιόνη. Πρβλ.FR.MIKLOSICH- JOS.MUELLER, Acta et diplomate graeca, Βιέννη 1865, τ.ΙΙΙ, σ.304. FR.THIRIET, Régestes des déliberations du Senat de Venise concernant la Romanie. Παρίσι 1959, τ.2, αριθ. 744,748,843,861.

[15] Την εποχή που αγοράστηκε η Αργολίδα η βενετική Γερουσία πίστευε ότι in dictis paribus et in toto duchamine non eat aliqua terra nec aliquod castrum pro defensione navigiorum, nisi terra Neapolis, que est etiam potens ad armandum duas galeas”. To απόσπασμα στον R.CESSI, ό.π.,σ.152.

[16] Ο διοικητής του Άργους έφερε τον τίτλο του Podest, ενώ εκείνος του Ναυπλίου ονομαζόταν Podest e Capetanio. CH.HOPF, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues, Βερολίνο 1843, σ.382-384.

[17] FR. MIKLOSICH et JOS.MUELLER, ό.π., σ.295-298 (έγγραφο από 25 Ιαν.1479), σ.301-302 (έγγραφο από 17 Μαρτ.1480), σ.302-306 (έγγραφο από 14 Ιουλ.1480) και σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ.1481).

[18] Ό.π., σ.304: «…Τα γαρ άλλα περίχωρα του ειρημένου Ναυπλίου ήγουν θερμισίου και Καστρίου και Τζιβερίου και αι αλυκαί αυτών, ει εξ αρχής Ναυπλίου ήσαν μεινάτωσαν κατά την αρχαίαν τάξιν..»

[19] Α. Β0Ν, ό.π., σ.494. Πρβλ. W.E.McLEOD, Kiveri and Thermisi, Hesperia 31(1962) 382 κε.

[20] W. EMcLEOD, ό.π., σ.382-386. A.BON, ό.π.

[21] W. E. McLE0D, ό.π .α.382. A.BON, ό.π. Πρβλ. Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του νομού, Αθήνα 1886, σ.41, όπου σημειώνεται: «Παρά το χωρίον τούτο των Μύλων κείται η Λέρνα ως ποταμάς ή έλος…Αυτόθι δ’εκ κεφαλαρίου παρά την οδόν κειμένου, αναβλύζει αφθονώτατον ύδωρ εκ πολλών στομάτων εξ ου σχηματίζεται μικρά λίμνη, η αρχαία Αλκυονία, αμετρήτου βάθους κατά το λέγειν των κατοίκων. Το κεφαλάριον τούτο πιθανώτατα είναι η πηγή Αμυμώνη των αρχαίων» Επίσης σ.44: «…Δια του ονάματος τούτου [Λέρνα ή Λέρνη] οι αρχαίοι ωνάμαζον την ελώδη και πολύρρυτον θέσιν των Μύλων». Πρβλ. Ν.Η.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – Γ.ΓΑΓΑΝΗΣ, Η Αργολική πεδιός, Αθήνα 1938, σ.15.

[22] Α. ΒΟΝ, ό.π. W. EMcLEOD, ό.π.σ.383.

[23]Α. ΒΟΝ, ό.π. Η καταστροφή αυτή θα πρέπει να σημειώθηκε είτε την εποχή της βενετικής κατάκτησης του 1388-1394, είτε κατά τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο όπως είναι και το πιθανότερο.

[24] W.E.McLEOD, ό.π., σ.390-392. Α.ΒΟΝ, ό.π., σ.494, σημ.4. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της. W.EMcLEOD, ό.π., σ.390.

[25] ΙΩΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ, Πελοποννησιακά 13(1978-1979)122. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, Cultures niaraicheres dans la Méditerranée. Les transformations de la plaine et de la societé argoliques (δακτυλογρ. διδακτορική διατριβή), Φλωρεντία 1995, σ.26, σημ.20.

[26] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. , σ.41. Στο χάρτη της Αργολιδοκορινθίας, που έχει καταστρώσει, τοποθετεί το Παλαιοκιβέρι στα μέσα περίπου της απόστασης ανάμεσα στο Κιβέρι και στους Μύλους, στις εκβολές του Κωλοσούρτη και σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, ó.π.

[27] FR. MIKL0SICH et JOS.MUELLER, ό.π, σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ. 1481): «περί δε του Θερμιτζίου και της αλυκής αυτού και Καστριτζίου μέστωσαν τη αυθεντία των Βενετιών αυτά δηλονότι τα ειρημένα κάστρη έστω δε τόπος αυτοίς …όσον αναγκαίως χρήζουσι II σ.309 II το δε Τζιβέριν, όπερ εστί κεχαλασμένον, έστω μεν τη αυθεντία των Βενετιών, μη κτισθήτω δε, ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσιν εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι έστωσαν και αυτοί της αυθεντίας των Βενετιών…».

[28] W.Ε. ΜcLEOD, ό.π., σ.382.

[29] Βέβαια η ανώτατη βενετική διοίκηση της Πελοποννήσου είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την παλαιό εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο μέσω των κεντρικών βενετικών αρχείων, όπως π.χ. από τα αποκείμενα σ’ αυτό βιβλία των Commemoriali κ.ά. Ενδεχομένως τα σχετικά στοιχεία περιλαμβάνονταν και στις εντολές διοίκησης (commissioni) που παραδίδονταν στους ανώτατους επαρχιακούς Βενετούς διοικητές, όταν αναχωρούσαν από τη Βενετία, για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

[30] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π., σ.41.

[31] Με το όνομα αυτό κατά την Β’ Βενετοκρατία συναντούμε ένα χωριό στην Ανδρούσα και ένα στην Καρύταινα Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.257,261,297,300,344,359. Με το ίδιο όνομα Αναζήρι φέρεται και μικροσυνοικισμός του Δήμου Άργους, Βλ. σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός».

 [32] Πρβλ.W.E.McLEOD, ό.π., σ. 382-383. Σε άλλη δημοσιευμένη πηγή της Β’ Βενετοκρατίας του έτους 1703, το κάστρο του Κιβερίου ονομάζεται Torre di Elena, δηλαδή Πύργος της Ελένης, ενώ παρόμοια χαρακτηρίζονται και τα ερείπια της Γλαρέντζας στην Ηλεία. Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ.47, 64.0 W.E. McLEOD μας πληροφορεί ότι συνηθιζόταν στον ελληνικό χώρο να αποδίδεται σε διάφορα παλαιόκαστρα η ονομασία κάστρο της Ελένης [του Μενελάου] ή της [Αγίας] Ελένης. Ο ΙΔΙΟΣ, ό.π., σ.383 και σημ.23, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[33] ΕΥΤ. ΔΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π. σ.108: «Vi e altro castello detto Anasiri e da molti Argos Vechio over castel di Elena, nel qualle non ho trovato cosa alcuna d’anticho ma esser fabrica moderna, questo e situato sopra una collina assai eminente et in pocha distanza dal mare sotto della qualle scaturisce acqua in tal abbondanza che ta girare diversi mollini sitti alla spiaggia dell’mare, et e acqua tanto buona e salubre, quali riescono comodissimi alia Cittá di Napoli di Romania conducendossi il formento per acqua con barche e riconducendo in cittá la farina con le stesse».

[34] Κ. ΝΤ0Κ0Σ – Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το κτηματολόγιο, ό.π., σ.XIV, σημ.6.

[35] Το χωριό Τζαφέραγα ήταν ένα από τα Δρεπανοχώρια. Στην εδαφική του περιοχή κατά τη Β’ Βενετοκρατία περιλαμβανόταν ο οικισμός Παλαιόκαστρο και τα ζευγολατειά (δηλ. τα πρώην τουρκικά τσιφλίκια) Σπαί και Λούζι. Τη νεότερη εποχή μετονομάστηκε σε Ασίνη και σήμερα αποτελεί το δημοτικό διαμέρισμα Ασίνης του Δήμου Ασίνης, που έχει έδρα τον οικισμό του Δρεπάνου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.85-86. Πρβλ. Αναλυτικό κτηματολόγιο (Catastico particolare) του τεριτόριου του Ναυπλίου που φυλάσσεται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαίων, και Ν. Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

[36] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ά.π., σ.121: «si vede in questo territorio la Campagna detta d’ArgosNella parte piu avanzata verso Mezzo-Giorno della medesima v’esistono li Molini dove tutta l’Armata Navale si serve d’acqua». Πρβλ. κάτι ανάλογο στη νεότερη εποχή, όταν «συχνά επίτηδες καταπλέοντας στο Ναύπλιον υδρεύονται [στους Μύλους] οι αγγλικοί στόλοι».Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», λήμμα Μύλοι.

[37] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.76.

[38] Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini, ό.π, σ.47 «Dopo di Napoli di Romania si possono, passato il mare dall’ altra parte, osservare le rovine della citta di Tyrea verso i molinl; adesso quelle rovine le chiamano la Torre di Elena; la villa vicina si chiama Civeri…»

[39] Κ. ΝΤ0Κ0Σ, Breve descritlione, ó.n, σ.103. Or «Molini» που φαίνεται να αναφέρονται ως χωριό στο χειρόγραφο της Querini-Stampalia χρονολογούνται στην ίδια ακριβώς εποχή. Ό.π., σ.121.

[40] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π, σ.75-76,77-78. Ο επίσκοπος αυτός κανονικά θα πρέπει να ήταν ο Άργους και Ναυπλίου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να πρόκειται για άλλον αρχιερέα προερχόμενο από τουρκοκρατούμενη περιοχή, ο οποίος εκείνη την εποχή να είχε καταφύγει στην «απελευθερωμένη» βενετική Πελοπόννησο και οι Βενετοί, όπως έπραξαν σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, να του είχαν ίσως παραχωρήσει χαριστικά κάποια μονή και κτηματικά αγαθά ή μισθό και την άδεια να προΐσταται στη μονή ή να εφημερεύει σε ναό ή ναούς της πόλης ή της υπαίθρου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Οι πελοποννησιακές πόλεις και η μεταστοιχείωση του πληθυσμού τους κατά τη Β’ Βενετοκρατία. Το παράδειγμα της Τριπολιτσάς, Εώα και Εσπέρια 5(2001-2003) 105- 106.

[41] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π., σ.25,26,117.

[42] Στα ελληνικά είναι η αντίστοιχη ονομασία για το τουρκικά τσιφλίκι (ciftlik).

[43] Β. ΠΑΝΑΓΙΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.235,245.

[44] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Breve descrittione, ό.π., σ.103

[45] Βλ. πιο πάνω.

[46] BORY DE SAINT-VINCENT, Expédition scientifique de Morée,t.ll.tére partie, Géographie, Παρίσι 1834, σ.65, 66 (:κατατάσσονται στο Άργος Scaphidaki και Myli), σ.84, 85 (Kiveri, Tourniki, Palaeo- Scaphidaki στο Ναύπλιο). Πρβλ. Expédition scientifique de Morée, Atlas, 1831-1835, Carte de la Morée, Παρίσι 1835. M.E.PUILLON-BOBLAYE, Recherches géographiques sur les ruines de la Morée faisant suite aux travaux de la Comission scientifique de Morée, Παρίσι 1835, σ.46-47, όπου το Παλαιοσκαφιδάκι τοποθετείται κοντά στα ερείπια των αρχαίων Κεγχρεών, στο δρόμο Άργους – Τεγέας πριν από τη στροφή του για να κατέβει προς τον Αχλαδόκαμπο. Πρβλ. EVI KAR0UZ0U, ό.π., σ.26, σημ.20. Η τοποθέτηση των χωριών Παλαιοσκαφιδάκι και Τουρνίκι στο Ναύπλιο οφείλεται προφανώς σε λανθασμένες και συγκεχυμένες πληροφορίες των εντοπίων ,στις οποίες βασίστηκαν οι συντάκτες του πιο πάνω στατιστικού πίνακα. Πρβλ, ΒΟRΥ DE SAINT-VINCENT, ό.π.

[47] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. σ.58. Ο Δήμος περιελάμβανε τα εξής χωριά: Αχλαδάκαμπος (πρωτεύουσα), Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα και Τουρνίκι Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο το χάρτη εκτός κειμένου του νομού Αργολίδας και Κορινθίας.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος

Καθηγητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας

 

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Read Full Post »

Η προέλευση του ονόματος ΆργοςΑπόστολος Β. Χατζηστέρης


 

Προσεγγίσεις στις πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες της λέξης Άργος. Η διαχρονικότητα και η εμβέλεια διασποράς της ονομασίας.

 

Α. Εισαγωγή

 

«Βραχύ μοι στόμα πάντ’ αναγήσασθ’ όσων Αργείων έχει τέμενος μοίραν εσθλών…»

 «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύναμη όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,4)

 

Η γλώσσα που τελικά επικράτησε και μιλήθηκε στην αργειακή πεδιάδα κατά τα αρχαία ιστορικά χρόνια ήταν το ενιαίο και οργανωμένο γλωσσικό προϊόν που προέκυψε μετά τη διαχρονική φθορά της πελασγικής διαλέκτου. Τη γλώσσα αυτή έφεραν μαζί τους και χρησιμοποίησαν οι πρώτοι «γραμματισμένοι» επισκέπτες – και μετά μόνιμοι κάτοικοι- της πεδιάδας: οι Πελασγοί. [1]

Η βαθμιαία αλλοίωση της πλούσιας, σε λεξιλόγιο και εκφράσεις, ντόπιας πελασγικής γλώσσας ξεκίνησε αμέσως μετά την εμφάνιση στον κάμπο των «επικυρίαρχων» ελληνικών φίλων: [2] των Πρωτοαργείων (2300-2250 π.Χ.), των Δαναών (γύρω στο 2100 π.Χ.) και των Δωριέων (μετά το 1300 π.Χ.).

Η συνεχής «απορρόφηση» και παγίωση άφθονων λεκτικών στοιχείων και συντακτικών δομών, που ανήκαν στη γλώσσα των νεοφερμένων πρωτοελληνικών πληθυσμών, [3] «ανάγκασε» την πελασγική να «υποκύψει» και διαχρονικά να καταλήξει στην ομιλούμενη ελληνική ιδιότυπη αργείτικη διάλεκτο του 5ου π.Χ. αι.

Παράλληλα με την είσοδο των ελληνικών γλωσσικών όρων παρεισέφρησαν και «φώλιασαν» μέσα στη μάνα πελασγική και πολλά «γλωσσήματα» της σημιτικής – κυρίως της φοινικικής διαλέκτου. Ήταν το αποτέλεσμα της συχνότατης επαφής [4] – εμπορικής επικοινωνίας – του Άργους, με τους αναπτυγμένους, γλωσσικά και πολιτιστικά, ναυτικούς λαούς της ανατολικής Μεσογείου.

Έτσι, ήταν αρκετά δύσκολη η εργασία της ανακάλυψης των ορθών ριζών και ερμηνειών πολλών λέξεων, κυρίως τοπωνυμίων, της σημερινής ελληνικής γλώσσας και αρκετών της αρχαίας, χωρίς τη συνδρομή της πελασγικής ή ακόμα των σημιτικών. Δυστυχώς, η πρώτη είναι σήμερα νεκρή γλώσσα και οι άλλες δυσνόητες και δύσχρηστες για τους πολλούς. Χρειάζεται, λοιπόν, καλή διάθεση και καρτερία από τους αναγνώστες, όταν κάποιος – ειδικός στα θέματα – προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευση γεωγραφικών ονομάτων που συναντιούνται στην αργείτικη πεδιάδα, χρησιμοποιήσει άγνωστες ρίζες της λησμονημένης πελασγικής, μιας πανέμορφης γλώσσας, καλά κρυμμένης μέσα στον πλούσιο κόσμο του λεξιλογίου της σημερινής ελληνικής.

Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι λέξεις: Άργος, Αργώ, αργός, άργος κ.ά., που έχουν την ίδια φωνητική ή μορφολογική ομοιότητα «σημαίνοντος», αλλά διαφέρουν αισθητά στη σημασία (διαφορά «σημαινομένου»). Το ιδιότυπο αυτό γλωσσικό φαινόμενο, ειδικά για την προηγούμενη ομάδα λέξεων, έχει τις αρχές του στην ευρεία πελασγική γλώσσα [5] και στις δυσδιάκριτες γραμματικές διαφορές ορισμένων λεκτικών ριζών της.

Η δομή του κειμένου της μελέτης αρχίζει με την παράθεση αρχαίων τόπων και κύριων ονομάτων που συγκροτούν μια πλήρη συλλογή λέξεων μονών ή διπλών, στην αναφορά των οποίων απαντιέται το όνομα Άργος.

Ύστερα «ο καπετάνιος ανοίγεται σε βαθύ και ταραγμένο πέλαγος», όπως μπορεί να περιγράφει μια δυσχερής προσπάθεια προσέγγισης, διαλογής και παρουσίασης της γλωσσολογικής ερμηνείας άγνωστων λεκτικών ριζών της πελασγικής, από τις οποίες προέρχεται πλήθος συναφών λέξεων, ομόηχων και ομοιότυπων με το μόρφωμα ΑΡΓΟΣ, αλλά εντελώς διαφορετικής προέλευσης και σημασίας.

Στη συνέχεια της μελέτης «ο καπετάνιος ξαναγυρίζει στο απάνεμο, γαληνεμένο και οικείο λιμάνι», καθώς παρατίθενται όλες οι γραπτές μαρτυρίες, διαλεγμένες με προσοχή μέσα από την πλουσιοπάροχη σε πληροφορίες αρχαία ελληνική γραμματολογία, στις οποίες διαιωνίζεται η λέξη Άργος. Η ενότητα αυτή θα αποτελέσει το πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο κομμάτι της εργασίας. Αμέσως θα γίνει αντιληπτή η εμβέλεια διάχυσης της φήμης του μυθικού ονόματος και διάδοσης της δόξας των ηρωικών τέκνων του δικού μας Άργους αυτής της δόξας που έφτασε, μυθοπλασμένη και χιλιοτραγουδισμένη, στα παράλια της Μικρασίας και μετασχηματίστηκε πάνω στη γραφίδα του χαρισματικού Ομήρου σε γραπτό ποιητικό λόγο και ειδικότερα στην Ε ραψωδία (Διομήδεια) της Ιλιάδας.

Στο τελείωμα της έρευνας θα εφαρμόσουμε την αρχή του εκλεκτικισμού. Θα διαλέξουμε δηλαδή ως πιθανότερη ερμηνεία, για το όνομα της περιοχής που κατοικούμε σήμερα, την πιο ταιριαστή ιδεατή συναρμογή με τη φυσική τοπογραφική θέση της πανάρχαιας πόλης: αυτής που χαρακτηρίστηκε σαν το «Ήρας θεοπρεπές δώμα» [6] και στολίστηκε με τόσα άλλα επίθετα, το ξακουστό ΑΡΓΟΣ.

Σκοπός αυτών των ερευνών είναι ένας και μόνος: η ενημέρωση των κατοίκων και φίλων της πόλης του Άργους για καθετί που αφορά την προϊστορία και ιστορία της. Ειδικότερα αυτή η μελέτη στοχεύει στην άντληση πληροφοριών, μυθικών ή ιστορικών, μέσα από ένα λαβύρινθο αναζήτησης της πιθανότερης προέλευσης του ονόματος ΑΡΓΟΣ.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Β. Η συλλογή

  1. Οι τόποι

 

«Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νύν Ελλάδι καλεσμένη χώρη» [7]

 «Αυτά τα χρόνια το Άργος ήταν η πρώτη πόλη από εκείνες που βρίσκονται σήμερα στον τόπο, ο οποίος ονομάζεται Ελλάδα.»

 (Ηρόδοτος, Κλειώ ΑΙ)

 

Αγγίζοντας το τελείωμα του 17ου αιώνα, η ακμή του προϊστορικού Άργους έφθασε στην κορύφωσή της. Στα χρόνια αυτά, που ο μύθος ήθελε να βασιλεύει ο τελευταίος Ιναχίδης βασιλιάς Γελάνορας, η φήμη του ονόματος της πόλης επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, λες και όλη η Ελλάδα ήταν μια επικράτεια με μητρόπολη το Άργος. Για την εποχή αυτή οι σύγχρονοι ιστορικοί – ερευνητές επιμένουν ότι πρέπει να επικράτησε γεωγραφική σύγχυση, από τους αρχαίους ιστορικούς της κλασικής εποχής, ως προς την πιστοποίηση και τον εντοπισμό αρκετών πόλεων και τοποθεσιών που είχαν άμεση σχέση με το μυθικό Άργος. Η αιτία ήταν ότι η ονομασία έχασε την εντοπισμένη γεωγραφική σημασία της και σήμαινε οποιοδήποτε σημείο από το Ταίναρο μέχρι τη Μακεδονία. Η φήμη εντάθηκε τόσο, ώστε κατάφερε να «διασχίσει» ανέγγιχτη ακόμα και αυτή την ένδοξη μυθική εποχή των γειτονικών Μυκηνών.

Ενισχύθηκε πάλι τη γεωμετρική εποχή, από τους Αργείους Δωριείς και «ταξίδεψε» αλώβητη στο περιβάλλον της Μικρασίας. Εκεί ο φωτισμένος νους των Ιώνων ποιητών έπλασε τα ενθυμήματα της αργειακής παράδοσης και από προφορικό λόγο τα διαμόρφωσε σε γραπτά αιώνια αριστουργήματα.

Την ίδια σχεδόν εποχή του 8ου π.Χ. αιώνα, η «χρυσή» εποχή του Φείδωνα και η εκτεταμένη επικράτεια του Άργους με τα ασαφή σύνορά της επέτειναν τη γεωγραφική σύγχυση. Έτσι είναι εντελώς φυσιολογικό το γεγονός ότι τα μισά σχεδόν έργα των κλασικών του 5ου π.Χ. αιώνα περιέχουν στις υποθέσεις τους «έργα και ημέρες» από τα μυθικά αριστουργήματα των μυθοπλαστών Αργείων Δωριέων. Λίγο αργότερα, η «σκαπάνη» του Μ. Αλεξάνδρου αποκάλυψε ομώνυμες με το Άργος πόλεις στις εσχατιές της Περσίας.

Η πληθώρα των τόπων, που σαν γεωγραφικοί όροι περιέχουν τη λέξη Άργος, συγκεντρώνεται σε μια συλλογή, όπου καταγράφονται με συντομία δύο πληροφορίες: ο εντοπισμός της περιοχής και η πιθανή χρονολογία πρώτης αναφοράς της. Είναι αμέσως φανερή η δύναμη ακτινοβολίας του ονόματος στα πέρατα, σχεδόν, του γνωστού τότε αρχαίου κόσμου.

  1. Η μητρόπολη της Αργολίδας. Μυθικά χρόνια.
  2. Αμφιλοχικόν Άργος, η μητρόπολη της ευρύτερης Αιτωλίας. Μυθική αποικία.
  3. Αχαϊκόν Άργος, ολόκληρο το κράτος του Αγαμέμνονα ή το σύνολο της αχαϊκής Πελοποννήσου. Ομηρικά χρόνια.
  4. Πελασγικόν Άργος, το κράτος του Αχιλλέα ή ολόκληρη η πεδινή Θεσσαλία. Ομηρικά χρόνια.
  5. Πόλη στο νησί Νίσυρο. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  6. Άργος των Πελασγών, πόλη στο νησί Κάλυμνος. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  7. Ίππιον Άργος, πόλη της Απουλίας του Λατίου (Ιταλία). Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  8. Πόλη στο νησί των Φαιάκων. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  9. 0ρεστικόν Άργος, μητρόπολη της μακεδονικής Ορεστείας, 7ος αι. π.Χ.
  10. Πόλη της Κιλικίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  11. Πόλη της Καρίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  12. Πόλη της Τροιζηνίας. Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  13. Ορεινό φρούριο της Καππαδοκίας (εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου), 4ος π.Χ. αιώνας.
  14. Αρκετές πόλεις στις εσχατιές της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου (γραπτές αναφορές των ιστοριογράφων που τον ακολούθησαν), 4ος π.Χ. αιώνας.
  15. Πόλη της Λοκρίδας. Αποικία, αβέβαιης χρονολόγησης.

  

  1. Τα κύρια ονόματα

 

«…Χάριτες,… Άργος υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις, έργων θρασέων ένεκεν…» [8]

 «…Υμνείστε, ω Χάριτες, το Άργος. Δόξα άσβηστη καταυγάζει, χάρις στα κατορθώματα των μυριάδων πάντολμων τέκνων του…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,2)

 

Στην εκτενέστατη μυθοπλασία και μυθογραφία, όπου συγκεντρώνεται ο πλούτος των παραδόσεων της Αργείας γης, συναντιούνται αρκετά κύρια ονόματα της ίδιας φωνητικής απόδοσης με τη λέξη Άργος αλλά με διαφορετική σημασία. Τα πρόσωπα αυτά πρωταγωνιστούν στα ανθολογήματα των μύθων που πλάστηκαν και διατηρήθηκαν από τους αγαθούς κατοίκους του αργειακού κάμπου, πριν ο ορθός λόγος τιθασεύσει τις υπέρμετρες φαντασιώσεις τους.

Η ταξινόμηση που ακολουθεί καταγράφει τα πρόσωπα αυτά και τα εκλεκτότερα μυθολογήματα που σχετίζονται με την παραμυθένια παρουσία τους. Η ετυμολόγηση των ονομάτων είναι κύριο θέμα έρευνας της επόμενης ενότητας.

α) Ο μυθικός βασιλιάς Άργος, ο τέταρτος στη σειρά του γένους των Ιναχιδών και ευεργέτης του λαού του Άργους. «Εκόμισε» από την εξωτική Αφρική το σπόρο του σταριού. «Εδίδαξε» το ψήσιμο του ψωμιού, το ημέρωμα των άγριων αλόγων των φερμένων από τη γη της Θεσσαλίας, τη συστηματοποίηση της κτηνοτροφίας και την τέχνη παρασκευής των προϊόντων της.

Η εποχή του «κατοπτρίζει» τη χρυσή εποχή της ακμής του μεσοελλαδικού Άργους και την αρχή της εμπορικο-πολιτιστικής σύνδεσής του με τους προηγμένους ναυτικούς λαούς της σημιτικής Ανατολής.

β) Ο Πανόπτης Άργος, ο μυθικός και ταγμένος φύλακας της Ιώς, της μο­ναχοθυγατέρας του μελαψού βασιλιά – θεού Ινάχου. Ανθρωπόμορφο, μελανό – δερμο τέρας, με χίλια φωτεινά μάτια, ακολουθούσε πιστά και παντού την κόρη, παρατηρώντας τα πάντα.

Η ανεξάντλητη απλοϊκή φαντασία των μυθοπλαστών κατοίκων της πλούσιας αργείτικης πεδιάδας «ζωγράφισε» τον τετράμορφο Πανόπτη Άργο πανομοιότυπο με το σκοτεινιασμένο ουράνιο θόλο τον γεμάτο αστροήλιους. Ο έναστρος ουρανός πάντα «προστατεύει» και «ορίζει» τη μηνιαία τροχιά και τις φάσεις της ποικιλόμορφης Ιώς, της φεγγαροθεάς των προϊστορικών Αργείων. Φαίνεται ότι ο μύθος του Πανόπτη Άργου «αντιφεγγίζει» κάποιες εμπειρικές αστρονομικές παρατηρήσεις των Αργείων αστρομαντών εκείνης της μυθικής εποχής.

γ) Ο Βουκόλος Άργος, ο απλοϊκός και αγαθός, προϊστορικός κάτοικος του κάμπου, που καταγινόταν με τις αγροτικές και κτηνοτροφικές φροντίδες. Ήταν, φαίνεται, το άλλο όνομα του γηγενή, του αυτόχθονα, που ζούσε έξω από το συνοικισμό του προϊστορικού Άργους, στα βοσκοτόπια της πεδιάδας.

Το όνομα αντιπροσωπεύει τον πληθυσμό του προελληνικού φύλου των Πελασγών που διαβιούσε στην ύπαιθρο, απομονωμένο και παραγκωνισμένο από τις οργανωμένες ομάδες των πρωτοελλήνων Αργείων. Αυτών που διεύρυναν τους οικισμούς στην πλούσια πεδιάδα και συστηματοποίησαν, με τους δικούς τους κανόνες, την πρωτοελληνική αργείτικη κοινωνία.

δ) Ο ναυπηγός Άργος, ο ξυλουργός κατασκευαστής της ταχύπλοης Αργώς. Μυθικός Αργείος θαλασσομαραγκός, έτρεξε στο κάλεσμα του Θεσσαλού πρίγκιπα Ιάσονα, σκαρώνοντας το πανάλαφρο πλεούμενο που πήγε και γύρισε τους Αργοναύτες από τη μακρινή μαυροθαλασσίτικη Κολχίδα.

Ο πρωτομάστορας Άργος εκπροσωπεί τους φημισμένους Αργείους τεχνίτες κι εργάτες της θάλασσας και την αξεπέραστη γνώση τους στη ναυπηγική τέχνη. Συγχρόνως αποκαλύπτει τα μυστικά της ευδοκίμησης του θαλάσσιου εμπορίου στο μεσοελλαδικό Άργος, που δεν ήταν άλλα από τον ικανότατο στόλο των ελαφρών πλοιαρίων και τις παράτολμες μετακινήσεις του στους εμπορικούς σταθμούς – λιμάνια των νησιών του Αιγαίου και των ακτών της Ανατολής. Εκεί οι Αργείτες εμποροκαπετάνιοι αντάλλασσαν τα φυσικά προϊόντα της πλούσιας αργειακής πεδιάδας και τα χειροτεχνήματα των στοιχειωδών βιοτεχνιών της πόλης και γύριζαν πίσω με τα αμπάρια γεμάτα με όλων των ειδών τα πολιτιστικά αγαθά της εξωτικής χώρας του Λεβάντε.

ε) Ο τετράποδος Άργος, ο μυθικός λευκόθωρος και ταχύτατος σκύλος του Οδυσσέα. Η καταγωγή του ονόματος και η προκύπτουσα σημασία του παρατίθενται στην επόμενη ενότητα.

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

 

Γ. Οι πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες 

  1. Οι πελασγικές ρίζες

 

«Δαναός ο πεντήκοντα θυγατέρων πατήρ ελθών εις Άργος, ώκισ’ Ινάχου πό­λιν, Πελασγιώτας δ’ ωνομασμένους το πριν Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα… [9]

 «Ο Δαναός, ο πατέρας με τις πενήντα κόρες, φτάνοντας στο Άργος παρέμεινε στην πόλη του Ινάχου, γι’ αυτούς, μάλιστα, που τους ονόμαζαν Πελασγούς λένε ότι εφάρμοσαν κανόνες (νόμους) στην Ελλάδα, προτού φανούν οι Δαναοί (οι Πρωτοαργείοι Έλληνες)…»

 (Στράβων Γεωγραφικά 2,21)

 

Η εργασία αναζήτησης των πιθανών προελεύσεων του ονόματος ΑΡΓΟΣ ήταν ορθό να αρχίσει από ρίζες λέξεων της μητρικής πελασγικής γλώσσας. Η επίπονη και επίμονη έρευνα αποκάλυψε διαχρονικές αλλοιώσεις κάποιων πρότυπων – αρχέγονων – ριζών, που προκάλεσαν λεκτικές διασπορές -μορφήματα- και διάφορες καταληκτικές σημασίες, αλλά και συνυπάρξεις εννοιών.

Το αποτέλεσμα της μακρόχρονης μελέτης ήταν, απρόσμενα, ανώτερο από το αναμενόμενο. Αναδύθηκαν και διαχωρίστηκαν όλα τα παρακλάδια – διασπορές – της λέξης που σχημάτισαν τις συλλογές των γεωγραφικών όρων και κύριων ονομάτων και καταχωρήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

Οι παραλλαγές των ριζών που αναφέρονται, αριθμημένες, στη συνέχεια του κειμένου είναι απαλλαγμένες από πρόσθετα δυσνόητα γλωσσολογικά – σημασιολογικά στοιχεία. Υπάρχει μόνο μια μικρή επέκταση στα συμπεράσματα που προέκυψαν, που όλα όμως σχετίζονται με το κύριο θέμα της μελέτης. Οι επεξηγήσεις ήταν αναγκαίες, ώστε να καταφανεί η μοναδική ικανότητα της ζωντανής ελληνικής γλώσσας να παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, να μεταπλάθει, μετασχηματίζει και ενδύει μία και μοναδική ρίζα με τόσους τρόπους, που να προκύπτουν διάφορες λέξεις με χωριστές και ευδιάκριτες έννοιες, χωρίς αοριστίες και αμφιβολίες στην έκφραση και γραφή τους.

  1. Από τη ρίζα «άργκι-ου» = έδρα βασιλιά, πρωτεύουσα χώρας, μητρόπολη, προέρχεται το όνομα «Άργος», που δόθηκε στις μεγαλύτερες σε πληθυσμό και όνομα πόλεις ξεχωριστών τόπων και επικρατειών στον ελλαδικό χώρο (Αμφιλοχικό, Ορεστικό κ.α.), αλλά και έξω απ’ αυτόν (Άργος στην Καρία, Κιλικία κ.α.). Την ίδια καταγωγή έχει και το όνομα του Άργου, του μυθικού βασιλιά της πανάρχαιας μητρόπολης της Αργολίδας.
  2. Από τη ρίζα «άρκ-ου» = αγρυπνώ, ξενυχτώ, κρατάω ανοιχτά τα μάτια, προέρχεται το όνομα του «Πανόπτη Άργου», του φύλακα της Ιώς, με τα μύρια μάτια, αλλά και το όνομα «Αργειφόντης» που δόθηκε στο θεό Ερμή, όταν σκότωσε τον Άργο τον Πανοραματικό (Πανόπτη) και απάλλαξε την Ιώ.
  3. Από τη ρίζα «Ηάρκ-ου» = αεικίνητος, ταχύς, ευέλικτος, ζωηρός, προέρχεται το όνομα του «Άργου», του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, καθώς και η ονομασία της ταχύπλοης και ανάλαφρης «Αργώς» των Αργοναυτών.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη «αργός», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το ζωηρόχρωμο, λαμπρό, στιλπνό, λευκόθωρο, άσπρο. Από εδώ προέρχεται η λέξη «άργυρος», μέταλλο ανοιχτόχρωμο, ακτινοβόλο, σχεδόν λευκό, αλλά και το ρήμα «αργαίνω» που στην αρχαία ελληνική σήμαινε λευκαίνω, ασπρίζω. Πρόσφατα, σε έγκυρο λεξικό, καταχωρήθηκε η άποψη ότι η ονομασία του προϊστορικού οικισμού του Άργους οφειλόταν στη «λευκή» απόχρωση που έπαιρνε ο κάμπος από τα απλωμένα στάχια τον καιρό του θερισμού. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το πανέμορφο επίθετο «πολύπορος» (ξανθοκόκκι­νος), που δόθηκε στην πεδιάδα τα αρχαία χρόνια, δανεισμένο από το χρώμα των μεστωμένων σιταγρών (Ιλιάδα Ρ 756 και Αισχύλος, Ικετ. 555).

Οι προηγούμενες – φαινομενικά ξεχωριστές – έννοιες των λέξεων «ταχύς» και «λαμπρός» είναι πρακτικά συναφείς. Αρκεί να ανατρέξουμε στο γνωστό οπτικό φαινόμενο, όπου ένα σώμα ταχύτατα κινούμενο «φαίνεται» κα ξανοίγει το χρώμα του και στιγμιαία να απαστράπτει με συνεχή και έντονη οπτική εντύπωση.

      4. Από τη ρίζα «Fάργ-ου» = ευρύς χώρος, ομαλός τόπος, πεδιάδα, (οι ρηματικοί τύποι πλαταίνω, εκτείνομαι, ευρύνω, εξομαλύνω) προέρχεται το ρήμα της αρχαίας ελληνικής «ορέγω»* που σήμαινε την ευρεία πεδιάδα, την εκτεταμένη πεδινή χώρα.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το επίθετο «άργος», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε ο πεδινός, ο ομαλός, ώστε μερικοί ερευνητές να το σχετίζουν με τη λέξη «αγρός» ή «αγρότης». Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θέση της σημασίας που είχε το κύριο όνομα του Βουκόλου Άργου, δηλαδή του αγρότη, του γεωργοκτηνοτρόφου.

  1. Από τη ρίζα «όργκι-ου»= αλιεύς, θαλασσινός, ασχολούμενος με τη ναυτιλία, προέρχεται ο «Άργος» ο ναυπηγός και επιβάτης της «Αργώς» των Αργοναυ­τών και «εκπρόσωπος» των ναυτικών – κατασκευαστών του ευκίνητου αργείτικου εμπορικού στόλου των μεσοελλαδικών χρόνων με τα λιγόβαρα σκαριά.

*=εκτείνω. Επίσης και ο γεωγραφικός όρος Φρυγία

 

  1. Η διχοστασία της ερμηνείας κάποιων γεωγραφικών επιθέτων.

 

«Άργος, άειδε θεά πολυδίψιον ένθεν άνακτες…»[10]

 «Τραγούδα θεά το πολυδιψασμένο Άργος, απ’ όπου βασιλιάδες (ξεκίνησαν)…»

(Αισχύλος, Επτά επί Θήβας 35)

 

Η ερμηνεία των περισσότερων γεωγραφικών επιθέτων που συνοδεύουν τη λέξη ΑΡΓΟΣ φαίνεται να συμφωνεί με την περίπτωση Γ(1), που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Όμως, οι γραπτές μαρτυρίες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας περιέχουν ορισμένα από αυτά που προκάλεσαν διάσταση απόψεων σχετικά με τον εντοπισμό και το γεωγραφικό προσδιορισμό των συγκεκριμένων τόπων, στους οποίους αναφέρονται. Μετά το πεδίο της αναζήτησης και διασάφησης ακολουθεί η παράθεση των σπουδαιότερων περιπτώσεων και οι διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν για καθεμιά.

α) Η πανελλαδική διασπορά της φήμης του Άργους, όπως έφτασε στην Ιωνία, φαίνεται ότι παρέσυρε ακόμα και τον πολυταξιδεμένο Όμηρο. Ο εμπνευσμένος ποιητής, σε αρκετά σημεία των επών του, εκθειάζει το Άργος και το αναγορεύει σε μητρόπολη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας, τους Αργείους μάλιστα σε αντιπροσώπους της ελληνικής φυλής. Δικαιολογημένα, λοιπόν, η παράδοση τον ήθελε να κατάγεται από το Άργος ή τουλάχιστον να επισκέφθηκε τα χώματά του. Θαμπωμένος από το φως και τη δόξα της πόλης, παραδέχτηκε σε πολλά σημεία του κειμένου των επών ότι οι έννοιες Άργος και Ελλάδα ήταν ταυτόσημες γεωγραφικά και εθνολογικά.

Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η λέξη ΑΡΓΌΣ καταμετρήθηκε εκατοντάδες φορές, ενώ η λέξη Ελλάδα μόνο δύο (οι Έλληνες αναφέρονται ως θεσσαλικά φύλα). Έτσι, όταν αναφέρεται η λέξη, παράλληλα αναδύεται το πρόβλημα προσδιορισμού του τόπου που υπονοείται γεωγραφικά. Η δυσκολία είναι εντονότερη, όταν το κείμενο δεν ακολουθείται από συνοδευτικά επικουρικά στοιχεία άμεσου εντοπισμού του τόπου. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται πάμπολλες φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τα πιο εντυπωσιακά, είναι το παρακάτω. Στην Οδύσσεια (α 282-384) η Πηνελόπη υπενθυμίζει προς τον ποιητή και υμνωδό Φήμιο: «η δόξα του Οδυσσέα είναι απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα και μέσα στο Άργος». Οι ομηριστές φιλόλογοι, μετά από πολλές διαβουλεύσεις, δέχτηκαν ότι ο όρος Άργος δήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο, οπότε Ελλάδα ήταν ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος.

β) Στην Ιλιάδα αναφέρεται ο γεωγραφικός όρος «Πελασγικόν Άργος»: «… όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον:.. [11] …των αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός Αχιλλεύς»… [12]

Ο εντοπισμός της τοποθεσίας, που όριζε αυτός ο όρος, προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις μεταξύ των φιλολόγων ομηριστών. Μερικοί δέχτηκαν την εξήγηση Γ(1)1, οπότε το Πελασγικό Άργος πρέπει να σήμαινε την πρωτεύουσα, την έδρα των Πελασγών που είχαν αρχηγό – ηγεμόνα τον Αχαιό Αχιλλέα, κάποια πόλη δηλαδή της Θεσσαλίας, ίσως κοντά στη σημερινή Λάρισα.

Άλλοι προτίμησαν την ερμηνεία Γ(1)4 ως λογικότερη, οπότε ο όρος παρέπεμπε στη θεσσαλική πεδιάδα ή σε ολόκληρη την αχαϊκή πεδινή επικράτεια του Αχιλλέα κάπως νοτιότερα της Θεσσαλίας.

Οι υπόλοιποι θεώρησαν τον όρο δανεικό, προερχόμενο από το Άργος της Πελοποννήσου. Στήριξαν την άποψή τους στο γεγονός ότι εκτός του Ομήρου και ο τραγικός Ευριπίδης, πολύ αργότερα στην τραγωδία «Φοίνισσαι», [13] ανέφερε το όνομα με σαφή υπόδειξη την πατρίδα των «Εφτά Πολέμαρχων», το Άργος: «Άργος ώ Πελασγικόν, δειμένω τάν σάν αλκάν και το θεόθεν… [14]». (Ευριπ. Φοίνισσαι 256-257).

Μία άλλη αναφορά του όρου «Πελασγικόν Άργος» περιέχεται σε αυθόρμητο(;) χαρακτηρισμό – απάντηση που χρησμοδότησε το μαντείο των Δελφών, ο οποίος τοποθετούσε στην πρώτη θέση την πολεμικότητα των Αργείων:

«Γαίης μέν πάσης τό Πελασγικόν Άργος άμεινον…» [15] (Πυθία)

Στο επίθετο αναγνωρίζεται αναμφίβολα το δωρικό Άργος της Πελοποννήσου.

 Τέλος, ο Στράβων, προσδιορίζοντας τους τόπους κατοικίας των Πελασγών στον ελλαδικό χώρο, πήρε ξεκάθαρη θέση στον εντοπισμό του «Πελασγικού Άργους» και καθόρισε ότι: «…και το Πελασγικόν Άργος ή Θετταλία λέγεται, το μεταξύ των εκβολών τού Πηνειού και των Θερμοπυλών, έως της ορεινής της κατά Πίνδον…» (Στράβων, Γεωγραφικά 2,21).

γ) Στο περιεχόμενο των ομηρικών επών συναντιέται και ο όρος «Αχαϊκόν Άργος». [16] Φαίνεται ότι ο χαρισματικός ποιητής υποχρεώθηκε να «επινοήσει» αυτό το επίθετο για διάκριση από το «Πελασγικόν», μιας και ο εντοπισμός της τοποθεσίας είναι εντελώς διαφορετικός. Με τον όρο «Αχαϊκόν Άργος» ο Όμηρος εννοεί τη μυκηναϊκή επικράτεια του βασιλιά Αγαμέμνονα ή ολόκληρη την αχαϊκή Πελοπόννησο.

 Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. -1ος μ.Χ. αι.) μιμήθηκε τον Όμηρο, καθώς αναφέροντας τον όρο Αχαϊκό Άργος εδήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Όμως, συγχέοντας τα πράγματα, όρισε τη γη του Πέλοπα ως κοιτίδα των αρχέγονων προελλήνων Πελασγών: «…ούτοι αυτόχθονες όντες ώκησαν το πρώτον το Αχαϊκόν Άργος … μετέπειτα δε Θεσσαλίαν … πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες…» (Διον. Αλικαρν., Ρωμαϊκή Αρχαιολογία α 11-26)

δ) Πολύ σπάνια συναντιέται και το επίθετο «Αργόλας», [17] που σήμαινε τον Αργείο στρατιώτη ή ολόκληρο τον αργειακό στρατό.

ε) Μοναδική πληροφορία για τη γραφή του ονόματος Άργος εκτός της επικράτειάς του μας παρέδωσε ο Στράβων. [18] Περιδιαβαίνοντας τα μέρη της Στερεάς Ελλάδας, συνάντησε στη Λοκρίδα τη Φαρυγεία, αργειακή αποικία. Συγκεκριμένα έγραψε (1ος αι. π.Χ.): «…καλείται δε νυν Φαρύγαι ίδρυται δ’ αυτόθι Ήρας Φαρυγαίας ιερόν από τής έν Φαρύγαις τής Αργείας καί δή καί αποικοί φασιν είναι τών Αργείων». [19]

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι παλαιότερα (6ος π.Χ. αι.) η λέξη Άργος γραφόταν ως «Fάργ-ος» και η αργεία Ήρα «Fαργ-εία». Στα κατοπινά χρόνια η μορφή αυτή καταργήθηκε στη μητρόπολη, καθώς η εξέλιξη της γραφής συνεχίστηκε, για να καταλήξει στην ιδιωματική αργείτικη γραφή του 4ος π.Χ. αι. Όμως, στις αποικίες οι μεταλλαγές στο γράψιμο ήταν σχεδόν μηδενικές, ακόμα και μέχρι τα χρόνια του Στράβωνα αι. π.Χ.).

 

Δ. Η ολοκλήρωση

Η εκλογή

 

«…Αργείος ανακαλούμενος…»[20]

  «…Αργείος ονομαζόμενος (καταγόμενος από το Άργος)…»

 (Σοφοκλής, Ηλέκτρα 683)

 

Το τελείωμα της επίμονης αναζήτησης και του μακρόχρονου στοχασμού για το ξεδιάλεγμα των ορθών ριζών και ερμηνειών της λέξης ΑΡΓΟΣ, αποκάλυψε ένα δαιδαλώδες δημιούργημα απόψεων και συμπερασμάτων, ένα πολύπλοκο λεκτικό κατασκεύασμα. Διαφορετικές μορφές γραφών και γλωσσικών προελεύσεων, πάντα διανθισμένων με ελκυστικές ερμηνείες και εξωτικές προσεγγίσεις.

Η ερώτηση είναι αυθόρμητη: «Ποια απ’ όλες τις ερμηνείες ταιριάζει για το δικό μας Άργος;» Η απόκριση είναι μοναδική και απρόβλεπτη:«Όλες!» Αναλύοντας τις συνθήκες ίδρυσης του προϊστορικού συνοικισμού και ακολουθώντας τη διαιώνιση της μυθικής και ιστορικής πορείας της πανάρχαιας πόλης, διαπιστώνουμε ότι σχεδόν όλες οι απόψεις συνδυάζονται και συναρμόζονται με κάποιο ή κάποια από τα μυθιστορικά γεγονότα στη μακραίωνη ύπαρξή της. Οι ελάχιστες που παρεκκλίνουν ανταποκρίνονται ακριβώς στις μορφές της φυσικογεωλογικής τοποθεσίας της.

Περιορίζοντας τη γενικότητα της ερώτησης, η μετατροπή της είναι ριζική: «Ποια περίπτωση αξιολογείται ως πιθανότερη;» Το μοναδικό σίγουρο βοήθημα και μέσο επιλογής είναι το αλάνθαστο κριτήριο που παρέχει η παρατήρηση του επικρατέστερου γεωγραφικού γνωρίσματος του γύρω χώρου. Απ’ όλες τις αισθήσεις η όραση είναι εκείνη που καθοδηγεί και καθορίζει με βεβαιότητα. Είναι αυτή που διεγείρει, στο μεγαλύτερο βαθμό, το μηχανισμό της νόησης και τον αναγκάζει να καταλήξει στην ολοκλήρωση της γνώσης: ΑΡΓΟΣ = ΠΕΔΙΑΔΑ. Τελική επιλογή η περίπτωση Γ(1)4.

Πράγματι το εντυπωσιακότερο γεωλογικό στοιχείο στον περιβάλλοντα χώρο του διαχρονικού Άργους ήταν και είναι η πανέμορφη πεδιάδα του, αυτή που ο χαρισματικός Μικρασιάτης ποιητής στόλισε με τον επινοηματικό χαρακτηρισμό: «ούθαρ αρούρης», [21] δηλαδή «μαστάρι της γης» (ζωοδότρα γη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στην αργειακή πεδιάδα γύρω στο 2800 π.Χ., με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς στον ελληνικό χώρο τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτο­ελληνικών φύλων.

[2] Χατζηστέρης Α., «Τα προ των Αχαιών Ελληνικά Φύλα στην Αργειακή Πεδιάδα» Μελέτη υ.έ., ΑΡΓΟΣ 2003.

[3] Οι Αχαιοί – ινδοευρωπαϊκό ελληνικό φύλλο – άρχισαν, πολύ αραιά στην αρχή, να εμφανίζονται στον κάμπο μετά το 1900 π.Χ., διαβαίνοντας τα βόρεια στενά και δύσβατα περάσματα του όρους Τρητού και εγκαταστάθηκαν στα ΒΑ της πεδιάδας. Εκεί, θεληματικά απομονωμένοι, τελειοποίησαν την ελληνική «μυκηναϊκή» γλώσσα, την οποία, από το 1550 π.Χ. περίπου, άρχισαν να αποτυπώνουν στις «οικονομικο-απογραφικές» πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής τους. Το γειτονικά «άσπονδο» Άργος φαίνεται ότι δεν επηρεάστηκε γλωσσικά από τους «νεόκοπους» πολιτιστικά Μυκηναίους, ακόμα και στα χρόνια της «πολύχρυσης Μυκήνης». Την εποχή αυτή στο Άργος μιλιόταν ένα παρεφθαρμένο κατάλοιπο της πελασγικής, ενισχυμένο έντονα με άφθονα στοιχεία της πρωτοελληνικής γλώσσας.

[4] Οι επαφές του Άργους και των λαών του Λεβάντ(ε) άρχισαν με την αρχή της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές κορυφώθηκαν γύρω στο 1700 π.Χ.

[5] Περισσότερες λεπτομέρειες: Ελευθεριάδης Ν.Π. «Η Πελασγική Ελλάς», ΑΘΗΝΑΙ 1931.

[6] Πίνδαρος, Νεμ. 10,2 Ο πολυταξιδεμένος στο Άργος λυρικός ποιητής (522-442 π.Χ.) «χαρίζει» στην πόλη ομορφοπλασμένα κοσμητικά επίθετα, τονίζοντας τη θεόσταλτη αγάπη της προστάτιδάς της Ήρας. Χαρακτηρίζει την πόλη ως κατοικία της θεάς, εννοώντας το ναό του Ηραίου, όπου η Ήρα λατρευόταν με τελετές αντάξιες της θεϊκής καταγωγής της.

[7] Ο Ηρόδοτος (485 – μετά το 425 π.Χ.) εγκωμιάζει το Άργος και τη φήμη του, αναπολώντας τα χρόνια της ύστερης μεσοελλαδικής εποχής (1750-1600 π.Χ.), όταν η πόλη έφτασε σε μεγάλο βαθμό ανάπτυξης. Η περιεκτική σε μυθοπλασίες αργειακή παράδοση μας πληροφορεί ότι η καταγωγή των περισσότερων ηγεμόνων των ελληνικών πόλεων, καθώς και πολλών των εκτός της Ελλάδας λαών, ήταν την εποχή αυτή από το Άργος. Η πρώιμη σχέση της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις, με τους ηγεμόνες ολόκληρου του γνωστού κόσμου της μέσης χαλκοκρατίας, συνηγορεί με την άποψη ότι το Άργος κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των πόλεων της Ελλάδας και ήταν πολύ σημαντική διεθνώς.

[8] Ο μέγας λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) εξυμνεί τα παράτολμα κατορθώματα των τέκνων του Άργους και ειδικότερα του αθλητή της πάλης Θεαίου, που νίκησε στους αγώνες των Νεμεών. Χρονολογία, γύρω στο 500 π.Χ. Τόπος, το Άργος. Την εποχή αυτή πολλά ονόματα επιφανών Ελλήνων ανήκαν σε Αργείους διασκορπισμένους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.

[9] Ο ιστορικός και γεωγράφος Στράβων (65 π.Χ.-23μ.Χ.) «προσεγγίζει» την προϊστορία της αργειακής γης, μνημονεύοντας ως πρώτους κατοίκους της τους Πελασγούς. Προσδιορίζει, μάλιστα, το χρόνο κατοίκησης με ακρίβεια, συγκρίνοντάς τον με τη μεταγενέστερη εποχή άφιξης των Δαναών (Πρωτοαργείων). Η φράση «νόμον έθηκαν Ελλάδα» περιέχει σύντομο όσο και περιεκτικό νόημα, που μπορεί να συνοψιστεί σε κάποιο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών δομών μιας πρωτόγονης συνάθροισης ατόμων στην αργειακή πεδιάδα (αρχές Πρωτοελλαδικής εποχής, 2800 π.Χ. περίπου).

[10] Ο άγνωστος ποιητής του χαμένου έπους της «θηβαϊδας» (8ος π.Χ. αι.) «παροτρύνει» τη θεά να τραγουδήσει για το πολυδιψασμένο Άργος και τους εφτά στρατηγούς της, που ξεκίνησαν ενάντια στην εφτάπορτη Θήβα. Ο τραγικός Αισχύλος (525 – 456 π.Χ.) «ενσωμάτωσε» το απόσπασμα αυτό στο έργο του «Επτά επί Θήβας». Το συγκεκριμένο επίθετο «πολυδίψιον» σίγουρα αναφέρεται στο δικό μας Άργος. Υπάρχουν όμως επίθετα, κυρίως γεωγραφικά, που προηγούνται ή ακολουθούν τη λέξη, χωρίς να «εντοπίζουν» την Αργολίδα.

[11] Ιλιάδα, Β 681. «όσοι κατοικούσαν το Πελασγικό Άργος.»

[12] Ιλιάδα, Β 685. Εδώ εντάσσεται η πληροφορία της διάθεσης πενήντα καραβιών από την επικράτεια του Αχιλλέα για τη μεταφορά του στρατού στα μικρασιατικά παράλια της Τροίας: «…τούτων βέβαια των πενήντα καραβιών ήταν επικεφαλής ο Αχιλλεύς…».

[13] O Ευριπίδης (485-406 π.Χ.) έγραψε την τραγωδία το 408 π.Χ.

[14] Η υπέροχη μετάφραση του κειμένου: «Ω Άργος των Πελασγών, φοβάμαι τη δύναμή σου και την εύνοια των θεών (που έχεις)». Οι υπερασπιστές της εφτάπυλης Θήβας ομολογούν έντρομοι το δέος που αισθάνονται μπροστά στη θεά του πάνοπλου αργειακού στρατού των εφτά στρατηγών, που είναι στρατοπεδευμένος στον κάμπο, λίγο πιο έξω από τα θεόρατα τείχη της Καδμείας πόλης.

[15] «Απ’ όλες τις πόλεις της γης (Ελλάδας) το Άργος των Πελασγών (είναι) το καλύτερο (πολεμικότερο)». Μετά την τελική επικράτηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο (γύρω στο 1100 π.Χ.) η ονομασία «Πελασγικό Άργος» φαίνεται ότι εξακολουθούσε να διατηρείται ανέπαφη, ακόμα και στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια. Οι δωρικές πελοποννησιακές πόλεις Άργος, Κόρινθος, Λακεδαίμων, Μεγαρίς κ.ά. συναγωνίζονταν σε πολεμικότητα, κύριο χαρακτηριστικό τους. Κάποτε οι Μεγαρείς, γύρω στο 530 π.Χ. μετά από μια νικηφόρα μάχη ενάντια στους Αθηναίους, ρώτησαν την Πυθία: «Τίνες κρείττονες είεν των Ελλήνων;» Τότε πήραν την προηγούμενη απάντηση – όχι χρησμό διφορούμενο – που κατέτασσε πρώτο το Άργος και μετά τη Λακεδαίμονα. Όσον αφορά τους Μεγαρείς, η κατάληξη του κειμένου ήταν απρόβλεπτη: «…υμείς δ’ ώ Μεγαρήες, ουδέ τρίτοι, ουδέ τέταρτοι, ουδέ δυωδεκαταίοι ούτ’ έν λόγω ούτ’ εν αριθμώ».

[16] Ιλιάς I 141 και I 283

[17] «Πυραίθει στρατός Αργόλας» (Ευριπίδης, Ρήσος 41 και Αριστοφάνης, Αποσπ. 284) δηλαδή: «Ανάβει φωτιές ο στρατός των Αργείων». Μερικοί ομηριστές εξέφρασαν την άποψη ότι με το επίθετο «Αργόλας» ο Ευριπίδης μιμήθηκε τον Όμηρο και την συνήθειά του να περιλαμβάνει ολόκληρο τον ελληνικό στρατό μέσα στη γενικότερη έννοια της λέξης. Ο Ρήσος ήταν βασιλεύς των Θρακών, σύμμαχος των Τρώων.

[18] Στράβων Γεωγραφικά 4,26

[19] «…τώρα δε (η πόλη) ονομάζεται Φαρυγεία. Εδώ ιδρύθηκε ναός αφιερωμένος στη Φαρυγεία Ήρα, όπως με το ναό της Φαρυγείας στο Άργος Μάλιστα (οι κάτοικοι) λένε ότι είναι άποικοι των Αργείων».

Η γλωσσολογική μετάλλαξη – διερεύνηση της λέξης «αργεία» σε «Φαρυγεία» έχει δυσνόητη εξήγηση και παραλείπεται. Μέχρι τις μέρες μας η θέση της αρχαίας Φαρυγείας δεν έχει εντοπισθεί με σιγουριά, ώστε οι χρονολογήσεις που ενδιαφέρουν να είναι απόλυτα ακριβείς.

[20] Ο Ορέστης συστήνεται στην αδελφή του Ηλέκτρα και αυτή τον αναγνωρίζει. Από μικρή παιδούλα τον περίμενε να γυρίσει στο παλάτι και να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα τους. Στα χρόνια του Σοφοκλή (496-406 π.Χ.) το ένδοξο όνομα της «πολύχρυσης Μυκήνης» μισοξεχάστηκε. Οι ποιητές της εποχής αναγνώριζαν ως Αργείους ακόμα και γνήσια τέκνα των Μυκηνών. Το Άργος του 5ου π.Χ. αι. ήταν μια αναγνωρισμένη από όλους τους Έλληνες ισχυρή δωρική πόλη με μεγάλη επικράτεια, σε αντίθεση με τις Μυκήνες που αποτελούσαν μικρή κώμη.

[21] Ιλιάς I 243.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

Α’ Ελληνική

  • Δορμπαράκης Π., «Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1971.
  • Ελευθεριάδης Ν. Π., «Η Πελασγική Ελλάς», Αθήναι 1931.
  • Κακριδής I., «Ελληνική Μυθολογία», Τόμοι II, III, IV Αθήνα 1986.
  • Κιουπκκλής Κ., «Οι Δωριείς, οι Πελασγοί Αρκάδες, ο Ηρόδοτος», Περιοδικό Ιστορία. Απρίλιος 1973.
  • Μπαμπινιώτης Γ., «Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας», Αθήνα 1997.
  • Μυλωνάς Γ., «Η Νεολιθική Εποχή εν Ελλάδι», Αθήναι 1928.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Η Προϊστορία της Πελοποννήσου», Αθήναι 1964.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Οι Μεταβατικοί Χρόνοι από τη Μυκηναϊκή εις την Αρχαϊκή Περίοδο», Αθήναι 1983.
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία (52 τόμοι), Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 1995.
  • Liddel Η. – Scott R., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», Αθήναι 1970.

 

 ΒΞένη

 

  • Allen T.W., «Argos in Homer», G. Q 1909 81-90.
  • Caskey J. L., «The early Helladic Period in the Argolid», Hesperia 26. 1960.
  • Cooldstream J. N., «Geometric Greece», London 1977.
  • Crossland R. A., «Immigrants from the North», Cambridge 1967.
  • Desporough V. R., «The last Mycenaeans and their Successors», Oxford 1964.
  • Georgiev P., «Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Origin», Oxford 1972.
  • Gimbutas M., «The beginning of the Bronze Age in Europe and the Indoeuropeans», (3500-2500 b.C.) Ox­ford 1973,
  • Hall H., «The Civilization of Greece in the Bronze Age», London 1928.
  • Huxley G., «Argos et les Derniers Temenides», Paris 1958.
  • Hoffmann J. B., «Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1970.
  • Kelly Th., «A History of Argos to 500 b.C.», University of Minneapolis 1976.
  • Lichinson O., «The origins of the Mycenaean Civilization», Coteborg 1977.
  • Myres J. L., «Who were the Greeks», Berkeley 1930.
  • Musti D., «Le Origin! dei Greci Dorie Modo Egeo», Roma 1985.
  • Sakellariou M.,
  1. «Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze», Thessalonica 1973.
  2. «Pelasqes et Autres Peuples Indo – Europeens en Grece a l’ Age du Bronze», Thessalonika 1975.
  3. « Peuples Prehelleniques d’ Origine Inoeuropeanne » Athens 1977
  • Tomlinson F. A., «Argos and the Argolid», London 1972.
  • Van Windekens A. J., «Le pelasqique», Amsterdam 1952.
  • Zerner K., «The Beginning of the Middle Helladic Period at Lerna», N. Carolina 1978.

 

Απόστολος Β. Χατζηστέρης

 Άργος, Ιούνιος 2004

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας:  Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση – © Θεόδωρος Δεβενές. 


 

 «Η Ελλάς ευρίσκεται εις τον ΙΒ΄ ή τον ΙΓ΄ αιώνα. Και άπασαι αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως ή αν επιθυμείτε του νομοθέτου οφείλουν να τείνουν εις το να την οδηγήσουν εις τον παρόντα αιώνα». 

Καποδίστριας προς Εϋνάρδο – Ναύπλιο, 9/21 Ιουλίου 1831.

 

      «… ωστόσο εμείς δεν θεμελιώνουμε την πόλη αποβλέποντας σε αυτό, πώς δηλαδή μία κοινωνική ομάδα θα είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά πώς ολόκληρη η πόλη θα ευτυχεί όσο το δυνατόν περισσότερο».

         Πλάτων, «Πολιτεία» – βιβλίο Δ΄, 419a (μετάφραση: N. M. Σκουτερόπουλος).  

                       

Η καποδιστριακή περίοδος παρουσιάζει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού τότε σημειώθηκε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας κράτους δικαίου στον ελληνικό χώρο. Διατυπώθηκαν επίσης και υπηρετήθηκαν στην πράξη, όσο αυτό ήταν δυνατόν, οι βασικές κατευθυντήριες αρχές για την ένταξη των Ελλήνων – μακροπρόθεσμα – στη χορεία των πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένων εθνών. Η προσπάθεια αυτή, που καταβλήθηκε εκ του μηδενός, αναμετρήθηκε με αντιλήψεις και νοοτροπίες που δεν συμβάδιζαν μεν με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, παρέμεναν όμως πολύ ισχυρές στους κόλπους των ηγετικών στρωμάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, έλαβε χώρα εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων (τη διετία 1828-29) και διπλωματικών διεργασιών που απειλούσαν τα ελληνικά δίκαια με οριστικό παραγκωνισμό. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόκολλο της 6ης Ιουλίου 1827 που είχαν συνυπογράψει Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, δεν υπήρχε πρόβλεψη για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 

  1. Εισαγωγή

Στη χώρα που έρχεται να κυβερνήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έχει συντελεσθεί δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι απώλειες του ενεργού πληθυσμού στις  περιοχές που απετέλεσαν από το 1830 το νέο κράτος, υπερβαίνουν το 1/3. Από τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του 1828 και αυτόν της προεπαναστατικής περιόδου, προκύπτει ότι ο πληθυσμός Πελοποννήσου, Ευβοίας, Τρικάλων, Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Άρτας και Νήσων (μαζί με Κρήτη, Σάμο και Χίο) έχει μειωθεί συνολικά κατά 38% (1.106.500 κάτοικοι, έναντι 1.791.500).

Από τις περιοχές που προαναφέρονται, ο πληθυσμός ειδικότερα της Πελοποννήσου έχει μειωθεί κατά 20%, του Μεσολογγίου κατά 45% και της Ναυπάκτου κατά 28%. Το οικιστικό κεφάλαιο έχει πλήρως καταστραφεί, ενώ πλήθος προσφύγων έχει σωρευθεί στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιο μέσο βιοπορισμού.

Οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες έχουν παραλύσει την οικονομική ζωή. Οι κατοχικές τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη μία και οι επαναστατικές δυνάμεις από την άλλη με τις αυθαίρετες συμπεριφορές  των αρχηγών τους προς τους κατοίκους της υπαίθρου, καθιστούν αβέβαιη την κατάληξη κάθε δραστηριότητας.  Τακτικά δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν, αφού η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος εκ μέρους των προυχόντων είναι συστηματική. Τα έσοδα από τα λιμενικά δικαιώματα έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε ιδιωτικά, ενώ οι δημογεροντίες είναι συχνά εστίες διαφθοράς, τελώντας υπό την προστασία των κατά τόπους ισχυρών. Η ελληνική πειρατεία έχει εξελιχθεί σε μάστιγα της Μεσογείου – μόνο οι Σπέτσες συμμετέχουν με περισσότερα από τριάντα πλοία. Έχουν  μάλιστα συσταθεί και μετοχικές εταιρείες, των οποίων μέλη (μεταξύ άλλων) είναι υπουργοί των επαναστατικών κυβερνήσεων και προεστοί των νησιών, ενώ το ίδιο το δικαστήριο των λειών αποτελείται από πειρατές και συνεταίρους τους. Διάτρητο και το σύστημα μισθοδοσίας και προμηθειών του στρατού: οι οπλαρχηγοί παρουσιάζουν καταστάσεις για 35.000 ενόπλους, ενώ αυτοί δεν υπερβαίνουν τις 15.000.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Εκτεταμένη νόθευση των Εθνικών Λογαριασμών εξάλλου έχει καταγράψει η αρμόδια Επιτροπή, με πόρισμά της προς τη Συνέλευση της Τρoιζήνας (1827). Ακόμη, από τα 50.000.000 και πλέον γρόσια που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες και καταλήψεις των εχθρικών φρουρίων, δεν έχει αποδοθεί σχεδόν τίποτα στο Δημόσιο Ταμείο. Τοπικές κοινωνίες επαίρονται ότι η περιοχή τους ποτέ δεν πλήρωσε φόρους, και ούτε θα επιτρέψουν ποτέ να καθιερωθεί γενική φορολόγηση. Η ατμόσφαιρα γενικευμένης ανομίας επισφραγίζεται από την πρακτική των κυβερνήσεων και των πληρεξουσίων του Έθνους να δίνουν προτεραιότητα στη μισθοδοσία βουλευτών και υπαλλήλων. Επιπρόσθετα, η κακή διαχείριση των δύο δανείων της περιόδου 1824-25 έχει αποκλείσει κάθε δυνατότητα δανεισμού από τα ξένα χρηματιστήρια. Τον Ιανουάριο του 1828 η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει εξωτερικό χρέος 2.800.000 στερλινών και εσωτερικό που ανέρχεται σε 30.000.000 φράγκα περίπου.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που παρέλαβε, ο Καποδίστριας εφαρμόζει άμεσα πολιτική αυστηρών οικονομιών, συνδυασμένη με την εκμετάλλευση κάθε εσωτερικού πόρου που μπορεί να εντοπισθεί. Εγκαθιδρύει σύστημα προμηθειών στις ένοπλες δυνάμεις, προβαίνει σε παραδειγματική τιμωρία των καταχραστών και επιβάλλει ισότητα στη φορολογία. Ακόμη, πετυχαίνει αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξάλειψη της πειρατείας (από τον πρώτο μήνα κιόλας) και την καταπολέμηση της ληστείας. Στην αναθέρμανση αυτή συντείνει και η προοδευτική επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, που κατορθώνεται μ΄ ένα συνδυασμό κυβερνητικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων. Με την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, τα δημόσια έσοδα του πρώτου οικονομικού έτους της διακυβέρνησής του (από Φεβρουάριο 1828 έως και Απρίλιο 1829), είναι αυξημένα κατά 240% σε σχέση με τα κανονικά έσοδα του 1823 (8.539.667 γρόσια έναντι 3.578.200). Στον προϋπολογισμό δε του δεύτερου έτους, εμφανίζονται αυξημένα κατά 81%. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση, για πρώτη φορά ενώπιον εθνικών αντιπροσώπων.

Μετά την εδραίωση της «Ελληνικής Πολιτείας», που επιβεβαιώνεται με τα ψηφίσματα της Εθνικής Συνέλευσης, η κυβερνητική δραστηριότητα σταδιακά κλιμακώνεται: Η Διοίκηση ενημερώνει αδιάλειπτα τις δημόσιες υπηρεσίες με εγκυκλίους, παρακολουθεί επισταμένως τα προβλήματα που ανακύπτουν και παρεμβαίνει καίρια για την επίλυσή τους, με υποδείξεις και νεότερες οδηγίες. Από την έρευνα συνάγεται επίσης ότι υπήρχε συνεχής αξιολόγηση του προσωπικού. Η βελτιωτική προσπάθεια αφορά και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου,  που εμπλουτίζεται με θεσμούς που προκαλούν και σήμερα εντύπωση, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Λιμένων, ο Επιθεωρητής Στρατού και ο Επιθεωρητής Τελωνείων Aργολικού κόλπου. Το σύστημα αυτό αποκτά την κορωνίδα του τον Σεπτέμβριο 1829, με την ίδρυση μίας ιδιαίτερης για τα δεδομένα της εποχής της Αρχής – της πρώτης με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική  Διοίκηση στα ελληνικά διοικητικά χρονικά. Ονομάσθηκε Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον.

 

  1. ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

α) Η θέσπιση 

 

Η νέα Αρχή δημοσιονομικού ελέγχου θεσμοθετείται με την αριθ. 14301 Πράξη της Κυβέρνησης (σύμφωνα με το ΛΔ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης), που δημοσιεύεται στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος στις 18 Σεπτεμβρίου [1].  Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, το Συμβούλιο συγκροτείται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ οι λειτουργίες που επιτελεί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ορίζονται ως εξής:

  • Δεν υπόκειται στην εξουσία Υπουργού (:«είναι ανεξάρτητον από το Υπουργικόν σώμα»). Αναφορά πεπραγμένων δίνει απευθείας στον Αρχηγό του Κράτους και μόνο σ΄αυτόν.
  • Έχει την αρμοδιότητα αναθεώρησης των δημοσίων οικονομικών από τις 6 Ιανουαρίου 1828 (ημερομηνία έλευσης του Κυβερνήτη στην Ελλάδα) έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1829.
  • Εξακολουθεί να έχει την ίδια αρμοδιότητα και για τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του Κράτους από 1ης Οκτωβρίου 1829 και μετά.
  • Είναι αρμόδιο να διενεργεί τον τελευταίο έλεγχο των λογαριασμών (:«θέλει επαγρυπνεί τελευταίον»), ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις ή σφετερισμοί χρημάτων.
  • Έχει την εξουσία να διενεργεί ή να διατάσσει επιθεωρήσεις και να καλεί τους Υπουργούς για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους υποβληθέντες λογαριασμούς των Υπουργείων, ή και για άλλα θέματα της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Οικονομίας και το Γενικό Φροντιστήριο υποχρεούνται να παραδώσουν τα αρχεία τους στο Συμβούλιο.
  • Ενημερώνει κάθε μήνα τον Γενικό Ταμία του Κράτους με λεπτομερή κατάλογο εισερχομένων και εξερχομένων χρηματικών ποσών.
  • Χορηγεί βεβαίωση (:«επίσημο εξοφλητικό») στον κάθε Υπουργό, μετά την θεώρηση των λογαριασμών του Υπουργείου του.
  • Προτείνει μέτρα βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών.

Με την ανωτέρω Πράξη ορίζεται ότι οι εργασίες του Συμβουλίου θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύονται επίσης  στην Γενική Εφημερίδα οι μηνιαίες απολαβές του Προέδρου και των μελών του. Πρόεδρος ορίζεται ο Γεώργιος Σπανιολάκης (μετέπειτα Γενικός Επίτροπος  του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και μέλη οι Χ. Οικονομίδης και Κ. Τασσίκας. Από έγγραφο μισθοδοσίας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, γνωρίζουμε ότι τη σύνθεσή του συμπλήρωναν δύο πάρεδροι και δύο μαθητευόμενοι. Μόνο ένας μικρός αριθμός εγγράφων του Συμβουλίου έχει διασωθεί. Πιθανόν αυτό να οφείλεται στην καταστροφή των αρχείων του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1893 μετά από απόφαση της Διοίκησής του [2], ή, το πιθανότερο, στην μη τήρηση οργανωμένων αρχείων για μεγάλο διάστημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, σε 207 φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.A.K.) που καλύπτουν την περίοδο Οκτωβρίου 1829 – Σεπτεμβρίου 1831 και περιέχονται στην ψηφιακή συλλογή «Αρχειομνήμων», φυλάσσονται συνολικά 98 έγγραφα του Συμβουλίου.

Τα 52 από αυτά βρίσκονται στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης (στο εξής: Γ.Γ.Κ.),  και τα 46 στα αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας (στο εξής: Ε.Ο.) [3]. Μαζί με έγγραφα που υπογράφονται από τον Καποδίστρια, τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Εσωτερικών Ν. Σπηλιάδη (Γραμματεία της Επικρατείας), ή τα μέλη της Επιτροπής Οικονομίας (δηλ. του Υπουργείου Οικονομίας, που διοικούνταν από τριμελή Επιτροπή), συγκροτούν ένα σώμα αξιόπιστων μαρτυριών για την δράση του συλλογικού αυτού οργάνου. Στη συνέχεια  παρατίθεται ένα απάνθισμα του ανευρεθέντος υλικού.

 

β)  Το Χρονικό

1829

 

– 1 Οκτωβρίου: Ο χρονικός προγραμματισμός τηρείται απόλυτα. Με το αριθ. 6 έγγραφό του, τo Συμβούλιο απευθύνει αίτημα προς την Επιτροπή Οικονομίας για την χορήγηση των απαραίτητων ποσοτήτων χαρτιού για τις αναφορές και τα σχέδια εγγράφων που θα συντάσσει. Με το αριθ. 9 έγγραφό του της ίδιας ημέρας, ζητεί από τον Ταμία της Ελλάδος (Ι. Δομπόλης) να του αποστείλει αντίτυπα και αντίγραφα των ψηφισμάτων και των διαταγμάτων με τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία του Γενικού Ταμείου (Ε.Ο.,Φακ.064/434 κ΄007.jpg αντίστοιχα).

– 21 Δεκεμβρίου: Τα πρώτα σοβαρά δείγματα γραφής του Συμβουλίου δίνονται με την αριθ. 28 αναφορά του προς Καποδίστρια, σχετικά  με τους λογαριασμούς δαπανών των προσωρινών Διοικητών Δυτικής Σπάρτης, Λακεδαίμονος και Πραστού, Κορινθίας, Μονεμβασιάς, Αίγινας, καθώς και του Γραμματέα (Υπουργού) των Εξωτερικών. Στους λογαριασμούς των Διοικητών η έρευνα του Συμβουλίου αναδεικνύει πλήθος λαθών, παρατυπιών ή παραλείψεων, όπως: έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για διενεργηθείσες δαπάνες, υπέρβαση του θεσπισμένου ορίου μισθοδοσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μη εγκεκριμένοι διορισμοί προσωπικού, μη επικυρωμένα παραστατικά δαπανών. Ακόμη επισημαίνει ότι, με εξαίρεση την Δημογεροντία Αίγινας, οι υπόλοιπες δεν αναφέρουν τίποτα για τα δικαστικά δικαιώματα των ειρηνοδικείων που έχουν εισπράξει. «Όσον αφορά τον λογαριασμό του Γραμματέα Εξωτερικών, οι επισημάνσεις αντανακλούν το πνεύμα οικονομίας του Κ.: η δαπάνη για την μεταφορά των αρχείων του Υπουργείου κρίνεται υπερβολική, ενώ τονίζεται ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα έξοδα «των πραγμάτων των υπαλλήλων». Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί να μην εγκριθούν οι δαπάνες αυτές. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις, είναι ενδεικτικές για την κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο ελεγκτικός μηχανισμός της εποχής (Γ.Γ.Κ., Φακ.228/251-3.jpg).

 

1830

 

– 15 Ιανουαρίου: Με το αριθ. 919 έγγραφό της, η Γραμματεία της Επικρατείας  εκθέτει στον Καποδίστρια αίτημα του Διευθυντή της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Ύδρας σχετικά με την οικονομική κάλυψή του για δαπάνη που κατέβαλε ο ίδιος, προκειμένου να εξοφληθούν λογαριασμοί του αστυνόμου του νησιού. Το ποσό έχει εκταμιευθεί στο διάστημα 8 Μαΐου – 9 Αυγούστου 1829. Από το έγγραφο συνάγεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τον  Έκτακτο Επίτροπο Ύδρας λόγω της έλλειψης των σχετικών αποδεικτικών, και ακόμη, ότι η Επιτροπή Οικονομίας έχει κρίνει την ανωτέρω υπόθεση ως ανεπίδεκτη επεξεργασίας. Αφού τονίσει ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η απουσία αποδεικτικών παλαιών λογαριασμών, η Γραμματεία παραθέτει την άποψη του Συμβουλίου – προφανώς για να παρακαμφθεί ο σκόπελος: Κρίνοντας με συγκατάβαση το αίτημα το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά για τον αιτούντα, με το σκεπτικό ότι: α) το συνολικό χρηματικό ποσό είναι μικρό, και β) προκαλείται δυσανάλογη με το θέμα ζημιά στην κυβέρνηση, όσο το αίτημα αυτό επανέρχεται στο προσκήνιο (Ε.Ο.,Φακ.087/534.jpg.).

– 24 Ιανουαρίου:  Με το αριθ.39 έγγραφό του προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξέταση των λογαριασμών του Προσωρινού Διοικητή Ναυπάκτου για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1829. Αναφέρεται ότι, εξετάσθηκε μεν ο λογαριασμός του Οκτωβρίου χωρίς να εντοπισθεί κανένα πρόβλημα, αλλά (ότι) δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, επειδή εμπίπτουν στα δημοσιονομικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν προς εξέταση το αργότερο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο ανωτέρω χειρισμός εναρμονίζεται – σύμφωνα με το έγγραφο – με τα άρθρα 25 και 29 του ΛΔ΄ Ψηφίσματος (E.O., Φακ.088/620.jpg).

18 Φεβρουαρίου:  Ένα έγγραφο του Συμβουλίου με ιδιαίτερη σημασία, αφού αφορά στην πολύκροτη υπόθεση των δύο δανείων της ανεξαρτησίας (αριθ.56):  Ειδοποιούνται οι διαπραγματευτές των δανείων Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης  να παραδώσουν στο Συμβούλιο όσα έγγραφα έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την υπόθεση. Η διεξαγωγή της προαναγγελλόμενης έρευνας έχει ορισθεί με την αριθ. 580 διαταγή του Κυβερνήτη.  Ακολούθως, με το αριθ. 59 έγγραφό του (25/2), το Συμβούλιο ενημερώνει τον Κ. ότι έχει ζητήσει από το αρχειοφυλακείο όλα τα σχετικά με τα δύο δάνεια έγγραφα και  ακόμη, ότι από τους δύο εμπλεκομένους έχει απαντήσει μόνο ο Α. Λουριώτης (Γ.Γ.Κ., Φακ.232/487. κ΄ 485.jpg). Οι ημερομηνίες δείχνουν ότι η ενημέρωση είναι άμεση, αφού ο εμπλεκόμενος έχει απαντήσει στις 24/2. Ο ίδιος υπενθυμίζει καταρχήν, ότι οι λογαριασμοί και τα αποδεικτικά των δύο δανείων έχουν διαβιβασθεί προ ετών στις προηγούμενες κυβερνήσεις και μάλιστα έχουν επικυρωθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας. Τα κατάστιχα όμως –συνεχίζει- παραμένουν στο Λονδίνο, εξαιτίας της «δεινής θέσεως» στην οποία περιήλθε όταν έσπευσε να δημοσιοποιήσει τις πράξεις της αρμόδιας για τα δάνεια Επιτροπής. Επικαλείται ακόμη την τότε ταραχώδη πολιτική κατάσταση (οπ.π., Φακ.231Β/103.jpg). Από την ροή των γεγονότων που παρατίθεται εδώ, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα της Πολιτείας να διαλευκάνει οριστικά την υπόθεση που είχε στερήσει το έθνος από κάθε πρόσβαση στον δανεισμό από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

– 19 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας με το έγγραφο αριθ.707, να αποστείλει προς εξέταση στο Συμβούλιο τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας Άργους ώστε να «αποδοθεί το δίκαιον κατά χείρα». Ο έλεγχος αποφασίζεται μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης εναντίον των δημογερόντων για την διαχείριση που ασκούν. Ο ομαδικός χαρακτήρας της αντίδρασης που διαφαίνεται εδώ, αλλά και η αυστηρή διατύπωση που χρησιμοποιείται στο έγγραφο επαληθεύουν αρνητικές πλευρές των δημογεροντιών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Την επομένη, με το αριθ. 57 έγγραφό του, το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας καθώς και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και έξοδα της πόλης (Ε.Ο.,Φακ.095/223 κ΄319.jpg. αντίστοιχα). Επανέρχεται δε στις 6 Μαρτίου με το αριθ. 68 έγγραφο, ζητώντας από την Επιτροπή πληρέστερη επεξεργασία των στοιχείων και ενημερώνοντάς την, ότι στο έργο της πρόκειται να την συνδράμει ο ίδιος ο Γραμματέας της Δημογεροντίας (Ε.Ο., Φακ.098/463.jpg.)

– 5 Μαρτίου: Το αριθ. 65 έγγραφο του Συμβουλίου προς τον Καποδίστρια  σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Μεγαρίδας. Τονίζεται ότι είναι εκ των πραγμάτων αμφισβητούμενη η ορθότητα των στοιχείων τους αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την ευθύτητα και εντιμότητα των μελών της επιτροπής, και επισημαίνεται, ότι μόνο η επιτόπια έρευνα του Συμβουλίου θα μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοπιστία τέτοιων λογαριασμών. Ακολούθως, υποδεικνύεται η απόρριψη της αμοιβής υπηρετικού προσωπικού που είχε χρησιμοποιηθεί από την επιτροπή,  ως μη νόμιμης (Ε.Ο.,Φακ.098/080.jpg).

– 13 Μαρτίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε στους λογαριασμούς της αλυκής Πύργου Ηλείας, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (έγγραφο αριθ.77). Αφού διαπιστώνεται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποσότητας αλατιού που παράχθηκε και αυτής που διακινήθηκε, και μετά από μελέτη των εγγράφων που συνταχθεί σχετικά από τον Έκτακτο Επίτροπο Ηλείας, την τοπική Δημογεροντία και το συνεργείο των εργατών που παρέλαβαν το αλάτι, το Συμβούλιο επιρρίπτει την ευθύνη στον επιστάτη της αλυκής. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία για την απουσία του κατά το κρίσιμο διάστημα λόγω ασθένειας, αφού ο ίδιος όφειλε να έχει βρει αντικαταστάτη άξιο της εμπιστοσύνης του Εκτάκτου Επιτρόπου και του ιδίου (Ε.Ο., Φακ.099/902-903.jpg).

15 Μαρτίου:  Μία αναφορά-μαρτυρία για την κατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1829 (αριθ. 81). Μετά την παύση του Γενικού Φροντιστηρίου και την ίδρυση στη θέση του της ενιαίας Γραμματείας  Στρατιωτικών και Ναυτικών (Νοέμβριος 1829), με κυβερνητική εντολή  παραδίδονται για έλεγχο στο  Συμβούλιο όλα τα έγγραφά του. Οι επισημάνσεις του ελέγχου: α) Έχουν εξαφανισθεί πολλά από τα εισερχόμενα έγγραφα, β) Λείπει το βιβλίο της Γενικής Αποθήκης Υλικού, δηλαδή των πολεμοφοδίων, τροφίμων κλπ., γ) Τα κατάστιχα των λογαριασμών είναι ατελή, αφού το διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου 1829 δεν έχουν γίνει καθόλου εγγραφές, δ) Ο Ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου, φροντιστές του στρατού Στερεάς και άλλοι υπάλληλοι, δεν έχουν παραδώσει ακόμη λογαριασμούς. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο δηλώνει ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τα ελεγκτικά του χρέη. Επίσης, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει για τις «μερικές απαιτήσεις» που διευθύνονται προς αυτό από κλάδους που υπάγονταν στην πρώην αρμόδια Αρχή (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/193-4.jpg).

17 Μαρτίου: Η αριθ. 84 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, με την οποία καταγράφεται προληπτική παρέμβασή του για την προστασία του δημόσιου χρήματος. Αφορά την πληρωμή μισθών πολιτικού προσωπικού του στρατεύματος Δυτικής Ελλάδας (υπό τον Ρ. Τσώρτς) για την οποία υπάρχει ήδη κυβερνητική εντολή προς το Γενικό Φροντιστήριο και έχει ορισθεί σχετικά και ο τρόπος της εκταμίευσης: το 1/3 του ποσού να δοθεί άμεσα και τα άλλα 2/3 σε πιο κατάλληλη περίσταση. Το Συμβούλιο ενημερώνει όμως, ότι  στη Ναύπακτο  υπάλληλοι ήδη πληρώθηκαν και το δεύτερο τρίτο του οφειλόμενου ποσού, με πρωτοβουλία του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή της Κυβέρνησης (Αυγουστίνος Καποδίστριας). Προς διευκόλυνση δε της Κυβέρνησης και για την αποφυγή οποιουδήποτε νέου λάθους, στο έγγραφο – αναφέρεται ότι – εσωκλείεται  κατάλογος των υπαλλήλων που δικαιούνται μισθό, με ξεχωριστά υπολογισμένες τις απαιτήσεις του καθενός (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/416-17.jpg).

– 29 Μαρτίου: Με το αριθ. 104 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει, κατόπιν αναφοράς του Συμβουλίου, την καταβολή δεδουλευμένων σε στρατιωτικούς που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του πρώην Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Η διατύπωση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα  της Αρχής που αναφέρεται απευθείας στον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα: «κατά την προς ημάς, υπ΄αριθ.96 αναφορά του Ελεγκτικού και Λογιστικού Συμβουλίου…»  (Ε.Ο.,Φακ.103/074.jpg).

–  12 Απριλίου: Με το αριθ. 111 έγγραφό του, το Συμβούλιο αναγγέλλει στην Επιτροπή Οικονομίας την άμεση διενέργεια ελέγχου λογαριασμών της Γραμματείας Στρατιωτικών. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Γραμματεία και αφορά μισθούς αξιωματικών μονάδων του Άργους. Ζητείται από την Επιτροπή Οικονομίας να ορίσει τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου αυτού και ακόμη να ορίσει δικό της εκπρόσωπο στη διαδικασία.  Την ίδια ημέρα ενημερώνει ότι, με εντολή της Κυβέρνησης, τα μέλη του Οικονομίδης και Τασσίκας θα παρευρίσκονται διαδοχικά στις δημοπρασίες των εθνικών προσόδων  (Ε.Ο., Φακ.105/966 και 964.jpg αντίστοιχα).

19 Απριλίου: Η αριθ. 116 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Βόνιτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου. Αφού επισημαίνει λάθη και κρίσιμες παραλείψεις στοιχείων προτείνει την κατάργηση των κατά τόπους τέτοιων επιτροπών, αφού, «το μέγιστον μέρος των προσόδων δαπανάται εις μακροχρονίους και  πoλυαρίθμους μισθούς και εις περιττά έξοδα». Καταλήγει δε με υποδείξεις για τους μισθούς που πρέπει να πληρωθούν σε μέλη της Επιτροπής και σε βοηθητικό προσωπικό, καταλήγοντας σε  συνολική δαπάνη σαφώς μικρότερη από τις απαιτήσεις των εμπλεκομένων  (Ε.Ο.,Φακ.111/152-155.jpg).

21 Απριλίου: Ομοίως, η αριθ.120 αναφορά σχετικά με το αίτημα του οπλαρχηγού Γ. Πεσλή για την μισθοδοσία 110 ατάκτων στρατιωτών που έχει υπό τις διαταγές του. Παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης καταρχήν, το Συμβούλιο αναφέρει την ύπαρξη σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γενικού Φροντιστηρίου και Φροντιστηρίου Δυτικής Ελλάδας, χωρίς να βρίσκεται όμως καταχωρημένη κάπου τελική απάντηση για το θέμα. Εξετάζοντας δε τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αποφαίνεται ότι το ανωτέρω στρατιωτικό σώμα δεν δικαιούται μισθό, αφού είναι από αυτά που συγκεντρώνονται και διαλύονται όποτε θέλουν. Η γνωμοδότηση αυτή συνιστά σημαντική πληροφορία για τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, αφού αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων στη μισθοδοσία και των μη τακτικών σωμάτων. Σημειώνεται ότι η συνέχιση της χρηματοδότησής τους έχει αποφασισθεί από  τον Κυβερνήτη ήδη από το 1828, με το σκεπτικό ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα αποτρεπόταν ληστρική δράση εκ μέρους τους  (Γ.Γ.Κ., Φακ.237Α/488.jpg).

–  28 Απριλίου: Με το αριθ. 267 έγγραφό της, η Γραμματεία Στρατιωτικών ζητεί από το Συμβούλιο την συνδρομή του για σοβαρό ζήτημα που έχει εγερθεί σχετικά με την μισθοδοσία των ευζωνικών ταγμάτων Μεγάρων, κατά το διάστημα Μαρτίου – Οκτωβρίου 1829. Όπως τονίζεται στο έγγραφο, ο αρχηγός των ανωτέρω σωμάτων ισχυρίζεται ότι οι μισθοί αυτοί δεν καταβλήθηκαν. Το θέμα ανάγεται στην περίοδο λειτουργίας του Γενικού Φροντιστηρίου  (πριν την ίδρυση του Συμβουλίου) και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του Συμβουλίου (Ε.Ο.,Φακ.108/264.jpg).

3 Μαΐου: Έγγραφο του Κυβερνήτη (αριθ.1302) προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με την εξέταση των λογαριασμών του Εκτάκτου Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδας. Ο ίδιος τονίζει ότι κρίνονται επαρκείς οι εξηγήσεις του Επιτρόπου για το θέμα της υπέρβασης δαπανών που έχει προκύψει, και επιτρέπει να πιστωθεί τελικά ο λογαριασμός του Επιτρόπου με το ανάλογο ποσό. Επίσης, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αποστείλει στο Συμβούλιο και το δικό του έγγραφο μαζί με την αιτιολογική αναφορά δαπανών του ανωτέρω αξιωματούχου (Ε.Ο.,Φακ.111/492.jpg).

3 Μαΐου: Ο Κυβερνήτης αποστέλλει την προαναφερόμενη έκθεση του Συμβουλίου για την επιτροπή προσόδων Βόνιτσας κ.λπ. στην Επιτροπή Οικονομίας, με το αριθ. 1300 έγγραφο. Εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου για χορήγηση μισθού μόνο οκτώ μηνών στα μέλη της επιτροπής προσόδων και αυστηρά υπό τον όρο ότι θα παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις. Αλλιώς – τονίζει – να μην αμειφθούν καθόλου. Ακόμη, ότι δεν θα πρέπει να λάβουν μισθό όσοι εκ των υπαλλήλων δεν συμπεριλαμβάνονται στους σχετικούς καταλόγους της Επιτροπής Οικονομίας (Ε.Ο.,Φακ.111/150.jpg).

8 Μαΐου: Έγγραφο του Συμβουλίου (αριθ. 144) προς την Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφορικά με οικονομικές απαιτήσεις του στρατηγού Γιατράκου από το Δημόσιο κατόπιν δαπανών που κατέβαλε ο ίδιος για έργα στο φρούριο Μυστρά. Όπως προκύπτει από την εξέταση των σχετικών λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου της περιοχής Μάνης:  α) Ο Επίτροπος δεν αναφέρει την ύπαρξη χρέους προς τον στρατηγό (500 γρόσια) παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού προς αυτόν (3500 γρόσια), και β) Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει συμπεριληφθεί στο σύνολο των εξόδων χωρίς να υπάρχει γι΄αυτό σχετική εντολή της Κυβέρνησης. Για την οριστική επίλυση του ζητήματος το Συμβούλιο ζητεί τον αριθμό της εντολής, και ακόμη, εφιστά την προσοχή της Γραμματείας Στρατιωτικών σε νέα έγγραφα που ήδη έχει αποστείλει ο πρώην Επίτροπος Μάνης (Ε.Ο.,Φακ.111/698.jpg).

13 Μαΐου: Η αριθ. 147 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, αναφορικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν οι δαπάνες που έγιναν με πρωτοβουλία του χειρουργού του Νοσοκομείου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στο κτήριο. Το Συμβούλιο εγκρίνει την κάλυψη των δαπανών με μία έξυπνη συλλογιστική: με δεδομένη την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, υπολόγισε την δαπάνη ανά νοσηλευόμενο. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα «της τροφής, της περιποιήσεως, ιατρικών και μισθού των δουλευτών» κρίνει το τελικό αποτέλεσμα ως ιδιαίτερα οικονομικό (30 λεπτά του φοίνικα ανά άτομο). Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο φρόντισε και έλαβε ακριβείς – και ιδιαίτερα εγκωμιαστικές-πληροφορίες για την ποιότητα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, από τον Διοικητή του Νοσοκομείου και από εκπρόσωπο επιτροπής που είχε συσταθεί για το θέμα των δαπανών. Προτείνεται ακόμη η σύσταση τριμελούς επιτροπής επιστασίας του Νοσοκομείου, που θα συγκροτηθεί από προβεβλημένα μέλη της τοπικής κοινωνίας με υπόδειξη του Διοικητή Ναυπλίου και της Δημογεροντίας. Ως δυνητικό καθήκον της επιτροπής    προτείνεται και η εκπόνηση Οργανισμού του Νοσοκομείου (Γ.Γ.Κ., Φακ.239/541-542.jpg).

14 Μαΐου:  Αναφορά του Συμβουλίου αριθ.149 προς Καποδίστρια, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών της επιτροπής για τις προσόδους Σαλώνων, Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της ανοιχτής σκέψης και της ευρύτητας των κριτηρίων του Συμβουλίου: α) Εκφράζοντας διαφορετική άποψη από την Επιτροπή Οικονομίας,  το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα έξοδα της επιτροπής προσόδων για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά είναι λίγα – για τόσο μικρά ποσά δεν δίνονται αποδεικτικά, σημειώνει. Προσθέτει επίσης ότι τα έξοδα της επιτροπής κρίνονται λίγα και στην περίπτωση που συγκριθούν με αυτά άλλων επιτροπών προσόδων, β) Εγκρίνει επίσης την χρησιμοποίηση ενός υπηρέτη στη διάρκεια των εργασιών, αν και δεν υπήρχε η σχετική άδεια της Επιτροπής Οικονομίας γι΄αυτό.  Η χρησιμοποίησή του κρίνεται δίκαιη, επειδή η επιτροπή δεν είχε ούτε γραμματέα, ούτε κάποιον άλλο υπάλληλο στη διάθεσή της, γ) Εγκρίνει τέλος την χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη αυτής ειδικά της επιτροπής προσόδων λόγω της παραγωγικότητάς της (450 γρόσια έναντι 400), υπενθυμίζοντας σχετικά το αριθ.11855 διάταγμα της Κυβέρνησης, που συνδέει το ύψος του μισθού με το ποσό που αποδίδει στην Κυβέρνηση η κάθε επιτροπή. Την επομένη ο Κυβερνήτης ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας με το αριθ.1425 έγγραφο, ότι εγκρίνονται απόλυτα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου για τους ανωτέρω λογαριασμούς και προβαίνει στις σχετικές εντολές (Ε.Ο., Φακ.114/373-374, & 114/371.jpg αντίστοιχα).

16 Μαΐου: Το κύρος του Συμβουλίου επιβεβαιώνεται με ευθεία  παρέμβασή του στον τρόπο δουλειάς  της Κεντρικής Διοίκησης.  Με το αριθ. 151 έγγραφό του συγκεκριμένα ενημερώνει τον Κυβερνήτη, ότι, παραδόθηκαν μεν στο Αρχειοφυλακείο αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας, η αταξία όμως που τα χαρακτηρίζει και η έλλειψη παραστατικών δεν επιτρέπουν σοβαρή επεξεργασία των λογαριασμών εκ μέρους του (Φακ.Ε.Ο.114/608.jpg). Στις σοβαρές αιτιάσεις του Συμβουλίου επιχειρεί να απαντήσει στις 21 Μαΐου η Επιτροπή με το αριθ. 3256 έγγραφό της.  Αφού παραθέτει σε αυτό ένα χρονικό των ενεργειών της κατά το εξεταζόμενο διάστημα του 1829 και παρά την προσπάθειά της να υποτιμήσει τη σημασία των επισημάνσεων («…διότι δεν ευρίσκει, λέγει, εις αυτά τον ανήκοντα Ισολογισμόν…») καταλήγει με την ομολογία ότι πράγματι δεν έχει συνταχθεί γενικός ισολογισμός – προτίθεται όμως να τον συντάξει άμεσα. Ο επίλογος γράφεται από τον Πρωθυπουργό Σπηλιάδη, που την επομένη (22/5) διαβιβάζει στο Συμβούλιο τον γενικό ισολογισμό που τελικά συνέταξε αυθημερόν η Επιτροπή Οικονομίας (Γ.Γ.Κ., Φακ.240/504-506 κ΄ 240/638.jpg. αντίστοιχα).

17 Μαΐου: Η αριθ. 152 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Λειβαδιάς, Ταλαντίου και Μενδενίτσας. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί: α) Να απορριφθεί ο προτεινόμενος από την επιτροπή προσόδων μισθός ενός υπηρέτη, με το σκεπτικό, αφενός ότι δεν είχε εγκριθεί η πρόσληψή του από την Οικονομική Υπηρεσία και αφετέρου, ότι την δική του εργασία θα μπορούσαν να παράσχουν οι τρείς ιπποκόμοι που είχαν προσληφθεί, β) Να μην εγκριθούν οι προτεινόμενοι μισθοί των γραμματέων της επιτροπής, αφού δεν δικαιολογείται η υπέρβαση (κατά 223 γρόσια συνολικά) του ύψους των μισθών που είχαν ήδη εγκριθεί, γ) Να μην εγκριθεί η καταβολή μισθών 11 μηνών και 13 ημερών που ζητούν τα μέλη της επιτροπής προσόδων, αφού δεν μπορεί να αιτιολογηθεί επαρκώς ότι όλο αυτό το διάστημα τους ήταν απαραίτητο για την διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αναπτύσσοντας σκεπτικό βασισμένο στα διαθέσιμα στοιχεία ολοκλήρωσης των εργασιών κατά τους προηγούμενους μήνες, το Συμβούλιο εισηγείται την καταβολή μισθών μόνο 9 μηνών στα μέλη της επιτροπής, και δ) Να χορηγηθεί μισθός στους τρείς υπηρέτες των επιστατών, ανάλογος με τα δικαιολογητικά που βρέθηκαν στους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, κάνοντας πιο προσεκτική καταμέτρηση των σχετικών ποσών απ΄ότι η Επιτροπή Οικονομίας, υπολογίζει το συνολικό ποσό των μισθών τους μεγαλύτερο κατά 100 γρόσια συνολικά (Ε.Ο., Φακ.115/109-111.jpg).

21 Ιουνίου: Το έγγραφο αριθ. 189 του Συμβουλίου, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής για τις εθνικές προσόδους Καρπενησίου και Κραβάρων για το έτος 1829. Ο έλεγχος έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Οικονομίας. Μεταξύ των παρατηρήσεων του Συμβουλίου, είναι και: α) Υπάρχει λάθος στον  υπολογισμό της δεκάτης σε ποσότητες μεταξιού, β) Ενώ ένας από τους επιστάτες τιμωρήθηκε (για σφετερισμό ή για ποινή, όπως αναφέρεται) με πρόστιμο 2.000 γροσίων περίπου, δεν φαίνεται στους λογαριασμούς η ομολογία που έχει εκδοθεί σχετικά, και γ) Δεν βρίσκονται αποδεικτικά για τα έξοδα δύο εκ των μελών της επιτροπής προσόδων. Υποδεικνύεται στην Επιτροπή Οικονομίας να ζητήσει τα έγγραφα αυτά, ή, εναλλακτικά, να ζητήσει λεπτομερέστερη ενημέρωση για τα έξοδα (Ε.Ο., Φακ.123/201-202).

5 Ιουλίου: Το αριθ. 1876 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με τον χειρισμό γραμματίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα αξιωματικών του στρατού και έχουν περιπέσει σε αχρηστία. Η Επιτροπή καλείται να έλθει σε συνεννόηση με την Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο, ώστε, αφού πρώτα καταχωρισθούν τα στοιχεία για τα ήδη διαμοιρασθέντα γραμμάτια, τα υπόλοιπα να καούν με την παρουσία εκπροσώπων όλων των εμπλεκομένων Αρχών (:«τα υπόλοιπα θέλετε καύση όλοι ομού»). Δίνεται ακόμη εντολή για πίστωση του κάθε λογαριασμού με συγκεκριμένη ποσότητα φοινίκων (Ε.Ο.Φακ.126/732.jpg). Για  καύση γραμματίων πληροφορεί και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, της 31/5 (αριθ.3506). Αναφέρεται ότι παρέστησαν – εκτός των μελών της Επιτροπής – ο Γραμματέας των Ναυτικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (Γ.Γ.Κ., Φακ.241/881.jpg).

8 Ιουλίου: Με το αριθ. 197 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο ενημερώνει για το θέμα των λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας (πρώτα) και Βορείων Κυκλάδων, Νικόλαο Καλλέργη. Ο έλεγχος διενεργείται κατόπιν αίτησης του ίδιου του Καλλέργη, πριν αναλάβει τη νέα του διοικητική θέση. Το Συμβούλιο διαμηνύει στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγω μη αποστολής ακόμη των σχετικών στοιχείων. Για να μην υπάρξει όμως καθυστέρηση στην ανάληψη των νέων καθηκόντων του αιτούντος, το Συμβούλιο προτείνει στην Επιτροπή να αποστείλει καταρχήν βεβαίωση-μαζί με τα στοιχεία-ότι οι λογαριασμοί δεν παρουσιάζουν λάθη και κατόπιν θα ακολουθήσει η ενδελεχής εξέτασή τους (Ε.Ο., Φακ.127/293.jpg).

24 Ιουλίου: Η αριθ. 212 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Γραμματείας Ναυτικών και του γαλλικού εμπορικού οίκου «Βαρρύ-Δερβιώ». Η υπόθεση αυτή έλαβε χώρα την περίοδο Αυγούστου – Νοεμβρίου 1829 με εκατέρωθεν αποστολές εγγράφων για το θέμα. Από την αναφορά του Συμβουλίου προκύπτουν τα εξής: 1) Η Γραμματεία Ναυτικών συνήψε  συμφωνία με τον γαλλικό οίκο για την πώληση ποσότητας ορειχάλκου στη Γαλλία και για τον εφοδιασμό του ελληνικού Δημοσίου με μόλυβδο, πυρίτιδα, χαλκό, χαρτί για φυσίκια και άλλα είδη, 2) Αφού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εμπορικές πράξεις, η Γραμματεία Ναυτικών ανακοίνωσε τη διαφωνία της για διάφορες πτυχές τους απαιτώντας επιστροφή χρημάτων. Τα επίμαχα ζητήματα ήταν: α) το ύψος της προμήθειας για την πώληση των μεγάλων κομματιών ορειχάλκου και για την αγορά των ειδών που είχε ζητήσει το ελληνικό Δημόσιο, καθώς και αυτής που υπολογίσθηκε πάνω στις προβλέψεις του συμβεβλημένου οίκου, β) το ύψος και η αιτιολόγηση των διαφόρων εξόδων που απαιτήθηκαν, όπως για την επιδιόρθωση της κορβέτας που είχε σταλεί, γ) η διενέργεια της πώλησης του ορειχάλκου με δημοπρασία (αντί να γίνει απευθείας), και δ) η ποιότητα του χαρτιού για φυσίκια.  Εξετάζοντας αναλυτικά τα σημεία ένα προς ένα σε μακροσκελές έγγραφό του, το Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες τις απαιτήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Μοναδική εξαίρεση θεωρεί το θέμα του χαρτιού για φυσίκια, για το οποίο προτείνει αιρετοκρισία. Προσθέτει όμως, ότι η Γραμματεία των Ναυτικών θα πρέπει να αποδείξει ότι το χαρτί αυτό ήταν πράγματι  ακατάλληλης ποιότητας και ότι δεν υπήρξε αλλοίωσή του στη διάρκεια του ταξιδιού (Ε.Ο.,Φακ.136/911-915.jpg). Μετά την γνωμοδότηση του Συμβουλίου, ο Υπουργός των Ναυτικών Βιάρος Καποδίστριας καταθέτει μεν τη δυσαρέσκειά του με το αριθ.613 έγγραφό του προς την Κυβέρνηση (15/8), αποδέχεται όμως ότι δεν έχει άλλα περιθώρια υπεράσπισης των απόψεών του. Για την ειδικότερη υπόθεση που παραπέμπεται σε αιρετοκρισία, προτείνει ως ένα εκ των κριτών τον γερουσιαστή Αντωνόπουλο και για Επίτροπο του Δημοσίου, τον Δημόσιο Συνήγορο Ράλλη (Γ.Γ.Κ., Φακ.249/093-95.jpg).

– 20 Αυγούστου: Το αριθ. 227 έγγραφο του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο εντοπίζεται σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο η Επιτροπή είχε χρεώσει την πρώην ενιαία Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και του ποσού που η ίδια η Γραμματεία είχε πιστώσει στον λογαριασμό της, από την σύσταση μέχρι την παύση της (σ.σ.: δηλ. έως 30-4-1830). Κρίνεται απαραίτητη η αποστολή πληρέστερων στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής,  προκειμένου να καταστεί δυνατή η επεξεργασία των στοιχείων (Ε.Ο., Φακ.137/432.jpg).

 

1831

 

– 9 Ιανουαρίου: Το αριθ. 8167 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας προς Κ.,  αναφορικά με την γνωμοδότηση του Συμβουλίου για λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού και Βενέτικου. Από το έγγραφο προκύπτουν τα εξής: α) Ο Έκτακτος Επίτροπος Δυτικής Ελλάδας έχει υποβάλει έκθεση για την δραστηριότητα της ανωτέρω επιτροπής, κατηγορώντας την για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, β) Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί υπέρ της επιτροπής και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: «…αναιρούν άρθρον προς άρθρον τας παρατηρήσεις του Εκτάκτου Επιτρόπου». Η απόφανση αυτή του Συμβουλίου είναι χαρακτηριστική του ρόλου του για την εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης στον δημοσιονομικό έλεγχο (Γ.Γ.Κ., Φακ. 259/288-89.jpg). 

12 Ιανουαρίου: Το αριθ. 283 έγγραφο του Συμβουλίου προς την  Επιτροπή Οικονομίας με συμπεράσματα από την εξέταση υποθέσεων του Τμήματος Αρκαδίας. Οι υποθέσεις αυτές είναι οι κάτωθι: α) Λανθασμένες χρεώσεις και πιστώσεις ποσών στους λογαριασμούς των  Εκτάκτων Επιτρόπων Αρκαδίας και Αργολίδας. Εντοπίζεται η πηγή των λαθών (ο ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου) και υποδεικνύονται οι κατάλληλοι χειρισμοί για την διόρθωσή τους. Προκειμένου να εξαχθούν τα συμπεράσματα για την ανωτέρω υπόθεση, εξετάζονται και έγγραφα του Ιουλίου 1829, δηλ. πριν την ίδρυση του Συμβουλίου, β) Η μισθοδοσία των αστυνόμων Καρύταινας και Φαναρίου Αρκαδίας ως τα τέλη 1828, ως προς τη νομιμότητά της. Παρά το γεγονός ότι δεν ανευρίσκεται έγγραφο της Διοίκησης που να επικυρώνει την πρόσληψή τους, το Συμβούλιο αποφαίνεται θετικά, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας στo οποίο αναγράφονται τα ονόματα των δύο ανωτέρω ως υπηρετούντων στο Σώμα, γ) Η νομιμότητα της μισθοδοσίας αστυνόμου της Τρίπολης. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά, συνεξετάζοντας πληροφορίες από τρία έγγραφα: κυβερνητικό διάταγμα, έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, και δ) Η μισθοδοσία δύο επιστατών αποθηκών, για την οποία επίσης τεκμηριώνεται  θετική γνωμοδότηση (Ε.Ο., Φακ.177/899-902.jpg).

16 Ιανουαρίου: Με το αριθ.2948 έγγραφό του προς Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει την παρουσία εκπροσώπων της Γερουσίας και του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου στη δημοπρασία των ετήσιων εθνικών προσόδων που θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο. Η σχετική πρόταση έχει κατατεθεί από την ανωτέρω Επιτροπή (Ε.Ο., Φακ.171/042.jpg).

– 18 Ιανουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας (με το αριθ.2997 έγγραφο) να αποστείλει τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού κλπ. στον Διοικητή Ναυπάκτου, προκειμένου να αποδειχθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα τα όσα καταμαρτυρούνται στα μέλη της για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η εξέταση της υπόθεσης ορίζεται να γίνει σύμφωνα με  σχετικές οδηγίες της Γραμματείας Δικαιοσύνης.  Όπως αναφέρεται, η διεξαγωγή της έρευνας διατάσσεται επειδή οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την αθωότητά τους κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τον Έκτακτο Επίτροπο Δυτικής Ελλάδας και το Συμβούλιο (Ε.Ο., Φακ.172/ 115.jpg).

28 Ιανουαρίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση πολίτη από την Ύδρα (Γ. Γκιώνης) που έχει εγείρει απαίτηση κατά του Δημοσίου ύψους 26.205 δίστηλων, από εποχή προγενέστερων κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το αριθ. 3077 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου γνωμοδοτεί ότι το ποσό που πράγματι χρωστά το Δημόσιο στον πολίτη είναι σημαντικό μικρότερο (10.803 δίστηλα). Από την εξέταση της υπόθεσης έχουν ζητήσει την εξαίρεσή τους τα άλλα δύο μέλη της Αρχής, επειδή έχουν συμμετάσχει στο παρελθόν σε Επιτροπή διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (εν μέσω άλλων). Μετά την θετική για το Δημόσιο γνωμάτευση, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μηνιαία ενίσχυση 50 δίστηλων για τις σπουδές του αδελφού του στην Ευρώπη. Στην προκείμενη περίπτωση η Κυβέρνηση αντισταθμίζει τη ζημιά που έχει προκληθεί από τις φημισμένες για την (τουλάχιστον) ανευθυνότητά τους στα δημοσιονομικά, επαναστατικές κυβερνήσεις  (Ε.Ο., Φακ.175/540-1.jpg). 

31 Ιανουαρίου: Με το αριθ.296 έγγραφό του, το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των δαπανών για την ανέγερση του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας και του Εθνικού Τυπογραφείου, και ότι όλα έχουν καλώς. Οι λογαριασμοί είχαν σταλεί από την Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Ε.Ο., Φακ.176/511.jpg).

 3 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας απαντά στο αριθ.8720 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας αναφορικά με  λογαριασμούς του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας. Εγκρίνοντας απολύτως την αναφορά που του έχει ήδη υποβάλει το Συμβούλιο δίνει εντολή να καλυφθούν μόνον τα κονδύλια που έχουν θεωρηθεί από το Συμβούλιο νόμιμα, ενώ τα υπόλοιπα να καταχωρηθούν εις βάρος του Επιτρόπου αφού δεν υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά (Ε.Ο., Φακ.177/403.jpg).

5 Φεβρουαρίου: Ένα πολύ ιδιαίτερο έγγραφο (αριθ.367): Το Συμβούλιο επισημαίνει στην Επιτροπή Οικονομίας ότι μέλος του (Χ. Οικονομίδης) παρεμποδίσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του από μέλος της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας των εθνικών προσόδων και της εκποίησης των φθαρτών κτημάτων. Το περιστατικό συνέβη όταν το ανωτέρω μέλος του Συμβουλίου ζήτησε κατάλογο των δημοπρατηθέντων στις 4 & 5 Φεβρουαρίου. Το Συμβούλιο δηλώνει άγνοια των λόγων που προκάλεσαν την συμπεριφορά αυτή και ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τα στοιχεία για το επίμαχο διάστημα, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή του εκπροσώπου του στη δημοπρασία ορίσθηκε με κυβερνητική εντολή. Από το έγγραφο δεν προκύπτει ενημέρωση του Κυβερνήτη για το γεγονός (Ε.Ο., Φακ.177/195.jpg).

8 Φεβρουαρίου:  Το αριθ. 4661 έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας  προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο δίνεται εντολή να αποσταλούν οι λογαριασμοί του Εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας στο Συμβούλιο και να υπάρξει κατόπιν σχετική αναφορά με τα πορίσματα της έρευνας (Ε.Ο., Φακ.179/114.jpg).

–  13 Μαρτίου: Σε εφαρμογή του ΚΔ΄ Ψηφίσματος, με το αριθ. 3382 έγγραφο του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται μέτρα μετεγκατάστασης, στέγασης και οικονομικής στήριξης των προσφύγων από την Κρήτη.  Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά 40 λεπτών στους κατοίκους της επικράτειας για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ενώ το έργο της συλλογής των χρημάτων  ανατίθεται σε Επιτροπή, αποτελούμενη από 2 Γερουσιαστές και τον Υπουργό Ναυτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στον τρόπο διάθεσης του ανωτέρω ποσού, ορίζεται ότι η Επιτροπή θα παραδώσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της στο Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο  (Ε.Ο., Φακ.220/575.jpg).

15 Ιουνίου: Το Συμβούλιο (έγγραφο αριθ. 343) αναφέρει προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι βρέθηκε σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της Επιτροπής και αυτών της Γραμματείας Ναυτικών, σχετικά  με το συνολικό ποσό που χορηγήθηκε στη Γραμματεία το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου. Ακολούθως δίνει εντολή  στην Επιτροπή  να εντοπίσει τις αιτίες της απόκλισης αυτής (75.000 φοίνικες περίπου-στο έγγραφο είναι υπολογισμένη με ακρίβεια) και να στείλει ακολούθως τα στοιχεία εκ νέου, προκειμένου να συνταχθεί ο ισολογισμός του Υπουργείου Ναυτικών (Ε.Ο., Φακ.206/181.jpg).

16 Ιουνίου: Υποβάλλει ξαφνικά την παραίτησή του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Γεώργιος Σπανιολάκης, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους. Την επομένη ενημερώνεται ότι γίνεται δεκτή από τον Κυβερνήτη η παραίτησή του, αλλά με  δυσαρέσκεια ( η επιστολή υπογράφεται από τον Σπηλιάδη). Η παραίτηση ενός άξιου συνεργάτη της Κυβέρνησης την συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί σοβαρό πλήγμα γι΄αυτήν, αφού έχουν εκδηλωθεί από τις αρχές της χρονιάς στασιαστικές κινήσεις της αντιπολίτευσης και αποσκιρτήσεις στελεχών του κρατικού μηχανισμού  (Γ.Γ.Κ., Φακ.269/042.jpg).

30 Ιουνίου: Δημοσιεύεται ο «Οργανισμός των Χαρτονομισμάτων» με υπογραφή Καποδίστρια, όπου κομβικός προβλέπεται ο ρόλος του Συμβουλίου (έγγραφο αριθ.3944). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χαρτονομίσματα που θα εκδίδονται κάθε φορά θα αποστέλλονται στο Συμβούλιο δεμένα σε ειδικά βιβλία. Εξαιρείται ποσότητα ίση με το 1/30 του συνόλου, που θα αποστέλλεται στην Επιτροπή Οικονομίας (με τελικό αποδέκτη το Γενικό Ταμείο, για τις τρέχουσες ανάγκες). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται ως οι Αρχές με αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης στην ποσότητα του νέου χρήματος, αφού μόνο αυτές θα έχουν κλειδί του κιβωτίου όπου θα φυλάσσονται τα χαρτονομίσματα  (Ε.Ο., Φακ.208/338.jpg).

– 29 Ιουλίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει τον Καποδίστρια για τον ισολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης των Κρητών προσφύγων. Στον ισολογισμό συμπεριλαμβάνονται οι συνεισφορές, το δάνειο 15.000 φοινίκων που χορήγησε η Κυβέρνηση στην Επιτροπή και τα παραστατικά για την διανομή των χρημάτων στους διεσπαρμένους στην Επικράτεια Κρήτες. Μετά την παραβολή των λογαριασμών με τα στοιχεία των συνεισφορών και της διανομής των χρημάτων που διενήργησε, το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι όλα έχουν καλώς (Γ.Γ.Κ, Φακ.271/773-4.jpg).

30 Ιουλίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση για ένα θεσμό-πρότυπο της Καποδιστριακής Πολιτείας. Με το αριθ.369 έγγραφό του, ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας  και  (ότι) απεστάλη το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη. Η έρευνα έλαβε χώρα μετά τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Διευθυντή του Γρηγορίου Παλαιολόγου, για κακή διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος (Ε.Ο.,Φακ.214/454.jpg). Ο Παλαιολόγος ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, ενώ αργότερα τον ενθάρρυνε συνεχώς στο έργο του.  Μετά τις καταγγελίες αυτές και μέχρι την πλήρη διαλεύκανσή τους, ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή για την συγκρότηση Διοικούσας Επιτροπής, ενώ έθεσε τον πρώην Διευθυντή υπό τις άμεσες διαταγές της Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής και η απρόσκοπτη διεξαγωγή της έρευνας του Συμβουλίου μπορούν να θεωρηθούν αποδείξεις της καποδιστριακής «απροσωποληψίας» στην άσκηση Διοίκησης [4] .

– 4 Αυγούστου: Σημαντικό για τον ρόλο του Συμβουλίου είναι και το αριθ. 49 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, με υπογραφή Καποδίστρια. Αφορά την  εξόφληση των οφειλών της Ελληνικής Πολιτείας προς τον πρώην Αρχιστράτηγο  Ρ. Τσώρτς (R. Church), αυστηρά για την περίοδο μετά την έλευση του Κυβερνήτη.  Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, ο υπολογισμός του ποσού (24.186 φοίνικες) έγινε μετά από σχετική αναφορά της Γραμματείας Στρατιωτικών, που βασίσθηκε σε έκθεση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου. Επισημαίνονται στην περίπτωση αυτή: α) Η εντιμότητα και η αξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας. Σημειώνεται ότι ο Άγγλος αξιωματικός παραιτήθηκε ενώπιον της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης με επεισοδιακό τρόπο, ασκώντας πολιτική κριτική στον Καποδίστρια και αποδοκιμαζόμενος έντονα από τους πληρεξουσίους του Έθνους, β) Η αρμονική συνεργασία τεσσάρων Αρχών (Κυβερνήτης, δύο Υπουργεία και Συμβούλιο). Το έγγραφο σκιαγραφεί μία Διοίκηση που κινείται με ακρίβεια μηχανής, χωρίς προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων ή δυσχέρειες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων της, και γ) Η άρνηση του Κυβερνήτη να επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ο ίδιος. Ομοίως, το 1828 είχε αρνηθεί να καταβάλει στην εξόριστη Δημογεροντία Χίου μισθούς και άλλες δαπάνες για την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, που είχε αποφασισθεί πριν την έλευσή του και βρισκόταν σε εξέλιξη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του (Ε.Ο., Φακ.215/684 jpg.)

– 22 Αυγούστου: Η αριθ. 4286 εγκύκλιος με υπογραφή Καποδίστρια, για τη δράση  Μυστικής Εταιρείας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Με τη σειρά που αναφέρονται, οι αποδέκτες του εγγράφου είναι οι εξής: οι Γραμματείς (Υπουργοί) της Κυβέρνησης, η Επιτροπή Οικονομίας, ο Γραμματέας της Γερουσίας, το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο και οι κατά την επικράτεια Έκτακτοι Επίτροποι, Διοικητές και Τοποτηρητές. Συνημμένα αποστέλλεται αποδεικτικό υλικό για την διείσδυση της οργάνωσης στις τάξεις της Διοίκησης. Θεσμοθετείται ο όρκος πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο πολίτευμα και αποστέλλεται σχετικό υπόδειγμά του. Τον όρκο καλούνται να υπογράψουν πρώτοι οι αποδέκτες, ως επικεφαλής της Διοίκησης. Ορίζεται ακόμη ότι θα απολύονται οι υπάλληλοι που αρνούνται να υπογράψουν (Ε.Ο., Φακ.218/117.jpg). 

– 29 Αυγούστου: Το αριθ. 382 έγγραφο του Συμβουλίου προς Επιτροπή Οικονομίας, για την μισθοδοσία του Αυγούστου και την κάλυψη των δαπανών  αποστολής δύο στελεχών του στον Πόρο (Ε.Ο.,Φακ.221/259-261.jpg). Η αποστολή αυτή διενεργήθηκε μετά από αίτημα της Γραμματείας Ναυτικών προς τον Καποδίστρια στις 16/5, με σκοπό την επιθεώρηση του εκεί υλικού (Γ.Γ.Κ., Φακ.266/997-8.jpg). Στο έγγραφο υπάρχει συνημμένη αναφορά του παρέδρου του Συμβουλίου Κ. Λουριώτη, που συμμετείχε σε αυτήν και ενημερώνει πληρέστερα για τον σκοπό της: ήταν η εξέταση των λογαριασμών του Ναυστάθμου και η επιθεώρηση των αποθηκών. Επισημαίνεται εδώ η επιλογή  της Γραμματείας των Ναυτικών, επιβεβαιωτική της εμπιστοσύνης που έχει εμπνεύσει το Συμβούλιο στην υπόλοιπη Διοίκηση. Υπογραμμίζεται ακόμη το αδιατάρακτο της λειτουργίας της Διοίκησης, αφού τα έγγραφα αυτά συντάσσονται μέσα σε πολεμικό κλίμα: την 1η Αυγούστου έχει κορυφωθεί στον Πόρο η εξέγερση της αντιπολίτευσης με την ανατίναξη πλοίων του εθνικού πολεμικού στόλου από Υδραίους, ενώ ακολούθησε και εισβολή των κυβερνητικών δυνάμεων στο νησί.  

                                  

Επίλογος

 

«Διά της οργανώσεως ταύτης κατέστη δυνατόν να υπάρξει εν Ελλάδι κράτος αληθινόν, αλλά συνάμα και πρωτοπόρον δια την εποχήν, αναπτύξαν δράσιν πολυσχιδήν και γόνιμον δια την υπηρέτησιν και προαγωγήν του λαού, δια την εδραίωσιν και ανάπτυξιν του εθνικού πολιτισμού, δια την οικονομικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν της χώρας». Αυτά έγραφε το 1954 ο κορυφαίος ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος για το έργο του Καποδίστρια. Η θέσπιση και το έργο του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου επαληθεύει απόλυτα τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της «Ελληνικής Πολιτείας» της εποχής.

Μέσα από τις αναφορές του Συμβουλίου και τα έγγραφα του Καποδίστρια που παρατέθηκαν, ξεδιπλώνεται μία «βεντάλια» χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που δυνητικά αποτελούν οδηγό για την Διοίκηση οποιασδήποτε εποχής: επαρκής γνώση του  Νόμου και εγρήγορση για την εφαρμογή του, συνεχής ενημερότητα, ευρύτητα πνεύματος και οξυδέρκεια, εντιμότητα,  αμεροληψία,  συγκατάβαση και επιείκεια. Και μία τελευταία παρατήρηση: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο θεσμοθετήθηκε μόλις 6 ημέρες μετά  την ιστορική μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (η τελευταία του Αγώνα) και 5 μήνες πριν την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους. Και μία Διοίκηση που τολμάει να κάνει πράξη τα οράματά της μέσα σε τέτοιες συνθήκες, αφήνει στους επιγόνους μία πολύτιμη παρακαταθήκη-την πιο πολύτιμη απ΄όλες: την ευψυχία της.

 

Υποσημειώσεις


[1] «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1829 έτους», εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, φύλλο 63 έτους Δ΄, Δ.Ν.Καραβίας, Αθήνα, MCMXCIII, σσ.256-25.

[2] Κατσάπης K., «Ένας ανεμοδείκτης της Ιστορίας», παρουσίαση της έκδοσης «100 χρόνια Γενικά Αρχεία του Κράτους» , εφημ. «Τα Νέα», 18-6-2017.

[3] Yπάρχουν ακόμη 13 φάκελοι της Γ.Γ.Κ. της ίδιας περιόδου, που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί.

[4]  «…Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήση την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς». (Επιστολαί’, τ. Α΄, σελ. 314, anemi.lib.uok.gr). Όσο για την υπόθεση Παλαιολόγου, τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος του.

 

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην Εισαγωγή


 

  • Ανδρεάδης, Α., «Εθνικά δάνεια και ελληνική δημοσία οικονομία», 1925/2010, Δ. Ν. Καραβίας.
  • Δαφνής, Κ. (επιμ)., «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια», τ.Z΄, 1986, (σε ψηφιακή μορφή).
  • Δεσποτόπουλος, Α., «Η δημοσιονομική  πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: «Ιστορία του ελληνικού έθνους»’, τ. ΣΤ΄, σσ. 99-105, Σεφερλής, 1957.
  • Δημητριάδου, Μ., «Τα Οικονομικά του Αγώνα», Παπαζήσης, 2014.
  • Ευαγγελίδης Τ., «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου», 1893/2005, Μάτι, Κατερίνη.
  • Ιδρωμένος, Α.Μ., «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», 1900/1994, Ρηγόπουλος , Θεσσαλονίκη.
  • Μακκάς, Λ., «Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου», 1910, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»’ – anemi.lib.uok.gr.
  • Prokesch-Osten, A., «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους», τ.1ος, Αθηνά, 1868, anemi.lib.uok.gr.
  • Σπηλιάδης, Ν., «Απομνημονεύματα», τ.4ος, τεύχος 1ο , (επιμ: Χριστόπουλος Π.), 1972.

 

Θεόδωρος Δεβενές*

Αθήνα,  Δεκέμβριος 2017.

* Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, από το 1998. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ι΄ εκπαιδευτική σειρά) και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εκτείνονται στα πεδία της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και της Διοικητικής Επιστήμης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων», «Διοικητική Ενημέρωση» και «Δημόσιος Τομέας».

Ορισμένοι τίτλοι, ενδεικτικά: «Η Κοινωνική Διάσταση της Ανάπτυξης: Μία Αναδρομή στο έργο του Amartya Sen», «Καινοτομία και Ανάπτυξη», «η Γήρανση του Πληθυσμού και οι δυνατότητες απασχόλησης στην Τρίτη Ηλικία», « Αυτεπάγγελτη Αναζήτηση Πιστοποιητικών: Μία κριτική αποτίμηση», «Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών: το θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία τους».

Read Full Post »

Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico – © Ρωξάνη Αργυροπούλου στον τόμο, «Η πρόσληψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τις απαρχές και μέχρι τον ΙΖ´ αιώνα», Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών, 2017, σ. 156-168.


 

Πορτρέτο του Giambattista Vico (Τζαμπαττίστα Βίκο 1668 -1744), έργο του Francesco Solimena.

Με τo σύγγραμμά του Αρχές για μια νέα επιστήμη περί της κοινής φύσεως των εθνών (Principj di scienza nuova dintorno alla comune natura delle nazioni, ο Giambattista Vico, καθηγητής της ρητορικής στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, έθεσε καινούργιες κατευθύνσεις στη θεωρητική μελέτη της ιστορίας του πολιτισμού· προσπάθησε πρώτος να συλλάβει τους νόμους που την διέπουν χρησιμοποιώντας μιαν πρωτότυπη για εκείνη την εποχή συγκριτική ανθρωπολογική μέθοδο σχετικά με τη θεματολογία των κοινωνικοπολιτιστικών φαινομένων. Σύγχρονος του Montesquieu εγκαινιάζει μια φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία διέπεται από δικούς της νόμους. Στη συνολική θεώρηση της ανθρώπινης πολιτισμικής εξέλιξης ο Ναπολιτάνος φιλόσοφος διακρίνει μια κυκλική σπειροειδή κίνηση με «ροές και παλινδρομήσεις» (corsi και ricorsi). Η νέα αυτή επιστήμη της ιστορίας οικοδομείται πάνω στην πνευματική παράδοση και την κοινωνική συλλογικότητα, καθώς ο άνθρωπος, κατά τον Vico, είναι σε θέση να κατανοήσει μόνο όσα ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Η επιστήμη αυτή οφείλει να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις των δραστηριοτήτων του ανθρώπου στον κοινωνικό βίο, στην πολιτική, στη θρησκεία, στη γλωσσολογία και στην ηθική. Οι βικιανές ερμηνείες, όπως παρατήρησε ο Max Horkheimer συνιστούν πρότυπα για εκείνον που επιδιώκει να μελετήσει τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος σε αλληλεπίδραση με τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις που τις καθορίζουν.

Παραμερίζοντας τον αλληλοσυγκρουόμενο προβληματισμό των εμπειριστών και των ορθολογιστών, ο Vico επιδόθηκε στην αμφισβήτηση των φιλοσοφικών διαμαχών οι οποίες αναπτύχθηκαν στον καιρό του με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην οριστική απομάκρυνσή του από αυτές. Εντούτοις με την πάροδο των ετών, οι αντιλήψεις του, παρότι άργησαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές στην Ευρώπη, θα αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών προσεγγίσεων που, με κίνδυνο όμως τον αναχρονισμό, τείνουν να αποδώσουν μιαν υπέρμετρη σημασία σε ορισμένες κατευθύνσεις του στοχασμού του χωρίς να εκτιμούν ορθά τις περισσότερες φορές την πρωτοτυπία της προσπάθειάς του στη δική του εποχή. Ο λόγος είναι ότι ο πρωτοφανής αριθμός αυτών των προσπαθειών ανταποκρίθηκε σε σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις με αποτέλεσμα οι απόψεις του να περιπλέκονται προσαρμοζόμενες σε ριζικά αντίθετες φιλοσοφικές απόψεις. Πρόκειται για ένα ερμηνευτικό φαινόμενο το οποίο απασχόλησε τον Isaiah Berlin ο οποίος το απέδωσε στη συνθετότητα αλλά και στην περιπλοκότητα της βικιανής θεματολογίας η οποία κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη είναι, επιτρέποντας πολλαπλές ερμηνείες εξαιτίας του μεταφορικού του λόγου. Ειδικότερα, εντυπωσιακή περίπτωση αποτελούν οι αντίθετες απόψεις που υποστηρίχθηκαν πρόσφατα από δύο σπουδαίους ιστορικούς των ιδεών, τον Jonathan I. Israel και τον Zeev Sternhell. Kατατάσσοντας τον Vico o πρώτος στον λεγόμενο ριζοσπαστικό Διαφωτισμό και o δεύτερος στο ρεύμα του αντι-Διαφωτισμού.

Με μια φιλοσοφική αντίληψη της ιστορίας, η οποία αντλεί στοιχεία από τη μελέτη των γραπτών μαρτυριών, των μύθων, της θρησκείας, της γλώσσας και του δικαίου, ο Vico ακολούθησε έναν δρόμο προσωπικό και μοναχικό· αρνήθηκε να αποδώσει στον εαυτό του θέση προτύπου και παρέμεινε συνεπώς ο μεγάλος απών του καιρού του στο στερέωμα της διανόησης. Αναμφίβολα το στοιχείο αυτό δηλώνει εκ μέρους του μιαν επιφυλακτικότητα η οποία οφείλεται κυρίως στην αποστασιοποίηση του από την επελθούσα αλλαγή στην εύθραυστη πολιτική συγκυρία του βασιλείου της Νεάπολης στην καμπή του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Όταν έναν αιώνα αργότερα οι βικιανές ιδέες ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα του ρομαντισμού στον τομέα της ιστορίας, της μελέτης της γλώσσας και της αισθητικής, μεταξύ των πρώτων που αναζωογόνησαν τη δυναμική των θεωρήσεών του και εμπνεύστηκαν από τις ιδέες του, ξεχώρισαν οι διανοητές του Risorgimento καθώς και ο Jules Michelet με τη μετάφρασή του στη γαλλική γλώσσα του Scienza nuova. Για τον πολιτικό και φιλόσοφο Giuseppe Ferrari (1811-1876), στον οποίο οφείλεται η πρώτη κριτική έκδοση των βικιανών Απάντων (1835- 1837), ο Vico συνιστά τον τελευταίο φιλόσοφο της περιόδου της ιταλικής Αναγέννησης, μιαν αντίληψη που επίσης ενστερνίζεται ο Eugenio Garin στην Ιστορία της ιταλικής φιλοσοφίας  και που είχαν αποδεχθεί προγενέ­στεροί του κορυφαίοι μελετητές, όπως οι Benedetto Croce και Giovanni Gentile…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας Ρωξάνης Αργυροπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »