Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μελέτες’

Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη. Μελέτη του Βασίλη Δωροβίνη στο περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τεύχος 13ο (1979).


 

Το ιστορικό υλικό, τα γεγονότα και oι θέσεις που παρουσιάζονται στη μελέτη αυτή έχουν την ιδιοτυπία να συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, με την έννοια ότι η πολιτιστική μάχη που έγινε και γίνε­ται στην πόλη του Άργους για την αξιο­ποίηση του κτιρίου των Στρατώνων Καπο­δίστρια με τη μετατροπή του σε πνευματι­κό κέντρο υπήρξε η άμεση αφορμή για να αρχίσει η σχετική ιστορική έρευνα.

Η έρευνα άρχισε μεθοδικά από το τοπικό αρχείο του φιλολογικού συλλόγου Ο Δα­ναός, συνεχίστηκε στο αρχείο της δημόσι­ας βιβλιοθήκης Ο Παλαμήδης, στο Ναύ­πλιο, και περατώθηκε μετά από συστημα­τικές αναζητήσεις, τόσο για γραφτές μαρ­τυρίες όσο και για παλαιές αναπαραστά­σεις του κτιρίου, στη βιβλιοθήκη της Βου­λής, στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη, στην Μπενάκειο βιβλιοθήκη, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε ορισμένες ιδιωτικές βιβλιο­θήκες, καθώς και στα φωτογραφικά αρ­χεία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του Πολεμικού Μουσείου.

 

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

 

Ουσιαστική υπήρξε η συμβολή του Γάλλου ερευνητή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Michel Sève, καθώς και του Μου­σείου του Λούβρου πού παραχώρησε και τη φωτογραφία του σχεδίου του Papety, πολύτιμου για μια περίοδο της ιστορίας των Στρατώνων για την οποία δεν βρέθη­καν ακόμα γραφτές πηγές.

Θά πρέπει, επίσης, να μνημονευτεί η διευκόλυνση που δόθηκε από το γραφείο του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για τη μελέτη των φακέλων των Στρατώνων, οι οποίοι υπάρ­χουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υ­πουργείου (πράγμα που οδήγησε στη δια­πίστωση ότι σε κανέναν οργανισμό, υπη­ρεσία ή ίδρυμα συνδεόμενο με το Υπουρ­γείο δεν έχει γίνει η παραμικρή επιστημο­νική εργασία για τη μελέτη, κατάταξη και αξιολόγηση δειγμάτων, τουλάχιστο, της αρχιτεκτονικής στρατιωτικών κτιρίων, ιδι­αίτερα της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου· τούτο επιβεβαιώνεται και από την ευκολία με την οποία κατεδαφίστηκαν οι καποδιστριακοί στρατώνες της Ακρο­ναυπλίας και με την οποία παραχωρήθη­καν – για να κινδυνεύσουν να κατεδαφι­στούν – οι Στρατώνες του Άργους), θά πρέπει, τέλος, να αναφερθεί η προθυμία των αρμοδίων της Αμερικανικής και της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής να δι­ευκολύνουν την έρευνα στα αντίστοιχα αρχεία τους.

Για λόγους συστηματικούς η μελέτη χωρί­στηκε σε δύο μέρη – το πρώτο αναφέρεται στην ιστορία των Στρατώνων (αλλά και στα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με αυτούς), από την εποχή της πρώτης οικο­δόμησής τους (δεύτερη ενετοκρατία Άρ­γους) ως το 1968, οπότε το κτίριο εκκενώ­θηκε οριστικά από τον στρατό. Στο δεύτε­ρο μέρος, δίνονται συμπυκνωμένα οι κυρι­ότερες φάσεις της «μάχης των Στρατώ­νων» και επιχειρείται μια πρώτη κοινωνιο­λογική ερμηνεία της.

Για τη συνέχεια της μελέτης του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος – Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη

Read Full Post »

Η πρόσληψη της αρχαιότητας ως μέσον προβολής του οίκου των Wittelsbacher: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Κοντά στον τόπο αποβίβασης του Όθωνα, στον πρώτο οργανωμένο προσφυγικό οικισμό της χώρας, την Πρόνοια του Ναυπλίου, σμίλευσε ο Βαυαρός γλύπτης Christian Siegel ένα μνημείο στον βράχο, εις μνήμην των Βαυαρών στρατιωτών που απεβίωσαν από τύφο στην περιοχή, κατά τα έτη 1833-34. Το μνημείο, σε μορφή θνήσκοντος λέοντος, φιλοτεχνήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, κατόπιν παραγγελίας του Λουδοβίκου Α’, ο οποίος ανέλαβε και τη δαπάνη του (1840- 41). Ο λέων των Βαυαρών είναι σχεδόν πιστό αντίγραφο του λιονταριού που σχεδίασε ο διαπρεπής Δανός γλύπτης του κλασικισμού, Bertel Thorvaldsen, εις μνήμην των πεσόντων Ελβετών στις Tuillerie και κατασκεύασε ο Lucas Ahorn το 1820/21 στην Λουκέρνη. Η σύνθεση όμως του Thorvaldsen στηρίζεται σε ένα αρχαίο πρότυπο, που έφερε στο φως στην Κέα ο Charles Robert Cockerell. Πρόκειται για τον μνημειώδη λέοντα της Ιουλίδας της Κέας, λαξευμένο επίσης στον φυσικό βράχο, τον πρωιμότερο από τους αρχαϊκούς λέοντες των Κυκλάδων (α’ μισό 6ου αι. π.Χ.). Ο αποθνήσκων λέων του Sie­gel στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου επαναλαμβάνει σχεδόν πιστά το μοτίβο του αρχαϊκού λιονταριού της Κέας, συμβολίζοντας προφανώς τον αιώνιο θάνατο των εκλιπόντων Βαυαρών. Έτσι επιστρέφει ένα αρχαίο μοτίβο ως καλλιτεχνικό αντιδάνειο μέσω του ευρωπαϊκού κλασικισμού και πάλι στον τόπο της καταγωγής του.

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

 

Με αφορμή την ανάθεση του λέοντος των Βαυαρών από τον Λουδοβίκο Α’ στην Πρόνοια του Ναυπλίου, θα εξετάσουμε τον ρόλο που έπαιξε η πρόσληψη της αρχαιότητας, όπως μαρτυρούν τα τρία μνημεία που στήθηκαν σε ανάμνηση του αποχαιρετισμού του από την πατρίδα του, τη Βαυαρία (κίονας του Όθωνα στο Ottobrunn του Μονάχου, μνημείο της Θηρεσίας στο Bad Aibling της Βαυαρίας και παρεκκλήσι του Όθωνα στο Kiefersfelden, κοντά στα σύνορα της Βαυαρίας με την Αυστρία) και στο Ναύπλιο (Μνημείο των Φιλελλήνων), ως μέσον προβολής του νεοσυσταθέντος οίκου των Wittelsbacher (1806).

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου

 

Read Full Post »

Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ – Ένας Βαυαρός Αντιβασιλέας στην Αργολίδα


 

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ Μάουρερ (1790-1872) υπήρξε ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας για τον ανήλικο πρώτο βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα. Παρέμεινε στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1833 μέχρι το τέλος Ιουλίου 1834, δυο μήνες πριν αποφασιστεί η οριστική μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Δίχως αμφιβολία και μόνο με το έργο του θα πρέπει να θεωρηθεί το πλέον σημαντικό στέλεχος της πρώτης βαυαρικής διοίκησης της χώρας. Αλλά ήταν σημαντικός νομικός στην πατρίδα του, με κύρος και αναγνώριση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχοντας άλλωστε ανέλθει σε ανώτατα αξιώματα του τότε βασιλείου της Βαυαρίας.

 Σε αυτόν κατά κύριο λόγο οφείλεται η σύνταξη βασικών νομικών κωδίκων στην Ελλάδα, οι οποίοι ίσχυσαν για πάνω από εκατό χρόνια και η προσπάθεια για ανασύσταση της δημόσιας διοίκησης κατά ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποστηρικτής της «πεφωτισμένης μοναρχίας» και ιδεολογικά ακράδαντα προσκολλημένος σε αυτήν, δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε σε όλο βάθος τους τα προβλήματα και τις νοοτροπίες της Ελλάδας του 1833-34, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τις έντονες εμφύλιες αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν. Στο μείζον για την Ελλάδα έργο του «Ο ελληνικός λαός», που το αφιερώνει ακριβώς στους Έλληνες, οι αντιφάσεις του όσον αφορά την πρόσληψη γεγονότων, τοπικών ψυχολογιών, νοοτροπιών και αντιδράσεων είναι έκδηλες και ασφαλώς αυτές τον ώθησαν σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή να αντιπαρατεθεί έντονα προς τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα και, κατά συνέπεια, να συνταχθεί προς τη δίκη και καταδίκη τους.

Όμως μέσα από το πολυσήμαντο σύγγραμμά του έρχονται σε φως οξύτατες παρατηρήσεις του για τις διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, για τη διοικητική οργάνωση της χώρας και για τις προοπτικές της, ενώ αποτυπώνει πολλές πλευρές όχι μόνο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αλλά ακόμα και του φυσικού τοπίου, μάλιστα του Ναυπλίου και της Αργολίδας, για την οποία περιέχεται και καταγραφή θεσμών στον τομέα του Δικαίου των προσώπων – Αστικού Δικαίου, του οποίου ο Μάουρερ δεν προχώρησε την κωδικοποίηση, όχι μόνο για λόγους χρονικών περιορισμών, αλλά και γιατί πίστευε ότι το Δίκαιο αυτό και η κωδικοποίηση του θα έπρεπε να είναι απότοκα των τοπικών εθίμων. Σε αυτόν άλλωστε οφείλεται και η δικαιïκή εξίσωση νόμων και εθίμων.

Στόχος της εισήγησης είναι όχι μόνο να αντιμετωπιστεί ίσως με ένα άλλο φως η περίπτωση και το έργο του Μάουρερ στην Αργολίδα και στην Ελλάδα, αλλά να προκληθεί προβληματισμός γύρω και από ορισμένα σήμερα ισχύοντα και (ακόμα) συμβαίνοντα, πράγμα που θα μπορούμε να καταλήξει και σε μία εκ νέου έρευνα του έργου του και στην Ελλάδα.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ διατέλεσε – μόλις για ενάμιση περίπου χρόνο – μέλος της Αντιβασιλείας του ανήλικου βασιλιά Όθωνα στην Ελλά­δα και από πολλούς έχει παρουσιαστεί τουλάχιστον ως αντιφατικό πρόσωπο. Μεγάλου κύρους νομικός στην πατρίδα του, επελέγη από τον ίδιο τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο ως ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας που αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833. Ήταν πιστός μο­ναρχικός, οπαδός της «πεφωτισμένης» μοναρχίας, με «πατρική» στάση προς τον λαό και είχε σαφώς την πρόθεση να θέσει τις βάσεις για σωστή οργάνωση του κράτους και να ωθήσει τον λαό σε πολιτισμική άνοδο. Οι αντιλήψεις του αυτές δεν διέκριναν μόνο τον ίδιο, αλλά αποτελούσαν γνωρίσματα πολλών «hommes d᾿ État» της εποχής του, αλλά και άλλων, μετέπειτα.

Στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα αναγνωρίζεται η θεμελιακή συμβολή του Μάουρερ στη μελέτη των μεσαιωνικών κοινωνιών και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στη διαμόρφωση της νομοθεσίας μετά την έλευση του Όθωνα, στην οργάνωση της δικαιοσύνης και της παιδείας, στο θέμα του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και στην καταγραφή του τοπικού, Αστικού θα λέγαμε σήμερα, εθιμικού δικαίου, μέσα από το θεμε­λιώδες έργο του Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung: vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. juli 1834. Από το έργο αυτό προέρχονται οι πληροφορίες για την Αργολίδα, στις οποίες θα αναφερθούμε. [1]

Στο έργο αυτό είναι έκδηλη η πρόθεση του συγγραφέα να υποστηρίξει ότι εργάστηκε για την ανόρθωση της χώρας, για την εξυγίανση των δημόσιων πραγμάτων (όταν ήλθε σε σύγκρουση με τον πολυ­έξοδο κόμη Άρμανσμπεργκ, επίσης μέλος της πρώτης Αντιβασιλείας), αλλά και για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος, ευρισκό­μενος πάντα σε άμεση σχέση με τον βασιλιά, θα υπερέβαινε τον μέχρι τότε φατριαστικό διαχωρισμό των πολιτικών δυνάμεων στα υπάρχοντα κόμματα («αγγλικό», «γαλλικό» και «ρωσικό») και θα ονομαζόταν «καποδιστριακό» κόμμα, όπως ο ίδιος γράφει στο έργο του.

Η αντίφαση στη δράση του παρουσιάζεται από τη στιγμή που συντάσσε­ται, και μάλιστα πρωταγωνιστεί, στην παραπομπή σε δίκη των Θ. Κολοκο­τρώνη και Δ. Πλαπούτα, δίκη κατά την οποία διακρίθηκε τόσο ο Σκώτος Εδ. Μάσσων ως εισαγγελέας όσο και οι δικαστές Αν. Πολυζώϊδης και Γ. Τερτσέ­της, οι οποίοι ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να λάβουν εξωδικαστικές εντολές και διαχώρισαν τη θέση τους, δίνοντας ένα διαχρονικό παράδειγμα.

Το έργο του Μάουρερ εκδόθηκε το 1835 στη Χαϊδελβέργη· ο πρόλογος του συγγραφέα φέρει ημερομηνία 1.6.1835, επομένως, σε διάστημα μικρό­τερο των δέκα μηνών από την απομάκρυνση του από την Αντιβασιλεία είχε ήδη συντάξει το ογκώδες τρίτομο έργο του, το οποίο τυπώθηκε πάραυτα. Για περισσότερα από 100 χρόνια παρέμεινε αμετάφραστο στα ελληνικά και μόλις επί Κατοχής, το 1943, κυκλοφόρησε, με μεγάλη υστέρηση σε τεχνικό επίπε­δο, μία πρώτη μετάφραση του από τον καθηγητή Χρ. Πράτσικα και τον εφέτη Ευστ. Καραστάθη, σε στρυφνή καθαρεύουσα, μετάφραση που κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα και κατέληξε σε νομικές βιβλιοθήκες, δίχως να απασχολήσει ιδιαίτερα τις ειδικότητες που κυρίως θα όφειλαν να ενδιαφερθούν, δηλαδή τους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους.

Το 1976 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο των αδελφών Τολίδη νέα μετάφραση σε στρωτή δημοτική, της Όλγας Ρομπάκη, με σύντομο εισαγωγι­κό σημείωμα του ιστορικού Τάσου Βουρνά. Μόνο τα κείμενα στον τόμο του 1976 αριθμούν συνολικά 765 σελίδες. Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε με δυο λόγια στη δομή του έργου. Στον σύντομο πρόλογο του ο Μάουρερ εξηγεί ότι ανακλήθηκε στη Βαυαρία με εντολή του Λουδοβίκου (31 Ιουλίου 1834), χωρίς – μέχρι το χρονικό διάστημα της έκδοσης του βιβλίου – να του έχει δοθεί η παραμικρή εξήγηση για τον λόγο της ανάκλησής του, μαζί με τον γραμματέα και αναπληρωτή στο Συμβούλιο της Αντιβασιλείας, τον Άμπελ, αν και, όπως ο ίδιος σημειώνει, η βαυαρική Αυλή είχε εγκαταστήσει «επιτετραμμένο» στο Ναύπλιο και έτσι «μάθαινε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβαιναν». Είχε προ­ηγηθεί επίθεση εναντίον του από βαυαρικές εφημερίδες, η οποία στηριζόταν – κατ᾿ αυτόν- σε συκοφαντίες, χωρίς να αναφέρει όμως κάτι συγκεκριμένο, πλην μιας φήμης ότι δήθεν σχεδίαζε την απομάκρυνση του Αρμανσμπεργκ, για να καταστεί εκείνος ο κύριος αντιβασιλέας.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος. Λιθογραφία,  Gottlieb Bodmer, 1836.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος. Λιθογραφία, Gottlieb Bodmer, 1836.

 

Το βιβλίο του ο Μάουρερ το αφιερώνει στον ελληνικό λαό και στο πρώτο μέρος δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα πριν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, εστιάζοντας κυρίως στις υφιστάμενες τότε δομές της χώρας, στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα, στην επιρροή του κλήρου και στις σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές. Στη συνέχεια καταγράφει το ελληνικό εθιμικό δίκαιο, όπως αυτό ίσχυε κατά περιοχές – εμείς θα εστιά­σουμε στα σχετικά με την Αργολίδα -, ακολουθεί ανάλυση για την ελληνική Εκκλησία, Ορθόδοξη και «Λατινική», όπως ο ίδιος γράφει, και ο πρώτος τόμος τελειώνει με αναφορές στην κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι και την άφιξη του Όθωνα, με αναφορές κυρίως στους θεσμούς και στο όλο διοικητικό σύστημα.

Στον δεύτερο τόμο περιγράφονται τα μέτρα οργάνωσης και αναμόρφωσης όλων των θεσμών του κράτους, που προωθήθηκαν το διάστημα 1833-1834. Παράλληλα, ο συγγραφέας επανέρχεται στο εθιμικό δίκαιο και το προσεγγίζει πλέον όχι με βάση τις καταγραφές που ο ίδιος είχε φροντίσει να γίνουν, αλλά με τρόπο συνολικότε­ρο, σημειώνοντας ιδιαίτερα τα εξής ενδιαφέροντα:

Για το Αστικό δίκαιο σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν διέθετε ακόμη σχετικό κώδικα, άλλωστε για τον λόγο αυτό είχε προβεί στην καταγραφή και συλλογή των κανόνων του εθιμικού δικαίου, και επιχειρεί μία σύντομη εξιστόρησή του, τουλάχιστον όπως αυτός το γνώρισε. Συγκεκριμένα γράφει:

 

Γίνεται βέβαια στην Ελλάδα κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, αλλά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι πολύ ξεκαθαρισμένα […]. Υπάρχουν επίσης στην Ελλάδα διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, όπως οι προύχοντες, οι κληρικοί και οι χωρικοί. Δεν υπάρχουν όμως ανάμεσα σ’ αυ­τές τις τάξεις κατοχυρωμένα βασικά κοινωνικά προνόμια. Όλοι οι άνθρω­ποι των διαφορετικών αυτών τάξεων είναι ελεύθεροι, γιατί δεν υπάρχουν στο ελληνικό βασίλειο δουλοπάροικοι, απελεύθεροι ή δούλοι, αλλά ούτε υπάρχει και καμία τάξη με τα αναγνωρισμένα προνόμια της αριστοκρατίας […]. Το λαϊκό μάλιστα αίσθημα τόσο απεχθάνεται κάτι τέτοιες διακρίσεις, ώστε κτυπά αμείλικτα τους διάφορους Φαναριώτες που έχουν τη μανία να προσθέτουν στο όνομά τους τον τίτλο του πρίγκηπα, μόνο και μόνο για­τί έτυχε κάποιος πρόγονός τους να είχε διοριστεί κάποτε «ηγεμόνας» στη Μολδαβία ή τη Βλαχία.

 

Στη συνέχεια ο Μάουρερ επιχειρεί μια γενική επισκόπηση όλων των το­μέων του Αστικού δικαίου, καταγράφει, ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο και το Ποινικό δίκαιο, εκθέτοντας κυρίως τη δικονομική πλευρά του, και καταλήγει με την οργάνωση των δικαστηρίων, την οποία προώθησε επίσης ο ίδιος.

Το έργο κλείνει με το πλέον πολιτικό κείμενο του Μάουρερ, έκτασης 35 σελίδων, υπό τον τίτλο «Η κατάσταση του Ελληνικού Λαού κατά το διάστημα της αντιβασιλείας μέχρι την 31η Ιουλίου 1834» (σ. 733-768 της ελληνικής έκδοσης). Εδώ υποστηρίζει ότι υπήρξε συνωμοσία του Κολοκοτρώνη και του Βαυαρού Φραντς, στον οποίο αναφέρεται και αλλού, αποφεύγει όμως την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων. Επιτίθεται στον Άρμανσμπεργκ, στον οποίο αποδίδει την πρόθεση να αναλάβει μόνος αυτός την Αντιβασιλεία. Στο ίδιο κεφάλαιο σημειώνεται η απόλυτη αλλαγή στάσης απέναντι στα παλαιά στελέχη της προηγούμενης καποδιστριακής διοίκησης, τους οποίους κατα­τάσσει πλέον στην πλευρά των «συνωμοτών».

Αναφέρει, επίσης, ότι κατά την ίδια περίοδο ολοκληρώθηκαν οι νέοι κώ­δικες (ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και ο Κώδικας του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων) και επανέρχεται στη «συνωμοσία», στην οποία θεωρεί ότι συμμετείχαν και οι Φαναριώτες, ενώ επιμένει ότι, κατά την ίδια περίοδο, υπήρξε βελτίωση της γενικής κατάστασης, αναφέροντας, μάλιστα, ότι πολλοί από τους αγωνιστές τοποθετήθηκαν σε θέσεις ανάλογα με τα προσόντα τους, ενώ πολλοί άλλοι τιμήθηκαν με παράσημα.

Παρά τη διεισδυτικότητα της σκέψης του, δεν φαίνεται ότι ο Μάουρερ είχε αντιληφθεί, τουλάχιστον σε όλη την έκταση του, το θέμα του παραγκω­νισμού των αγωνιστών της Επανάστασης, που συντελέστηκε στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της κρατικής μηχανής, πράγμα, άλλωστε, που οδήγησε άφευκτα σε μεταγενέστερες και πολύ σημαντικές συγκρούσεις, και, εν τέλει, στην Επανάσταση του 1843. Παρόλο που δηλώνει ότι είχε συνείδηση για τις δυσκολίες του Καποδίστρια, που οδήγησαν και στη δολοφονία του, φαίνεται ότι, αναίμακτα αυτή τη φορά, αλλά και με τη συμβολή της διαφοράς του με άλλα μέλη της Αντιβασιλείας, κατέληξε σε ανάλογο σημείο. Βεβαίως, οι ανα­λύσεις που καταγράφονται στο τέλος του έργου του Μάουρερ θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν θέμα συζήτησης, στην οποία θα έπρεπε να συναξιολογηθεί και η μελέτη – άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη για τον Μάσσων, η οποία γράφτηκε πολύ μετά τη δίκη του 1834 και με εντελή ψυχραιμία (η μελέτη γράφτηκε το 1915). Αυτό όμως θα μας απομάκρυνε από το κυρίως θέμα μας.

Πριν υπεισέλθουμε σε αυτό, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να σταθούμε – με μεγάλη συντομία- σε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του Μάουρερ: Γεννήθηκε το 1790 και πέθανε το 1872. Η βιογραφία του, κείμενο που αναγνώστηκε ως διάλεξη στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από τον δικηγό­ρο Κ. Θ. Κυριακόπουλο, στις 20.12.1927, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του Πρώτου Συνεδρίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, το 1928. Ο Κυ­ριακόπουλος, έχοντας λάβει, υποθέτω, υπόψη του τη σχετική γερμανική βι­βλιογραφία, υποστηρίζει ότι ο Μάουρερ από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε ενστερνιστεί φιλελεύθερες ιδέες, απότοκες της Γαλλικής Επανάστασης, και πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της Δικαιοσύνης σε φιλελεύθερες βά­σεις. Στο Παρίσι έκανε έρευνες για το αρχαίο γαλλικό και γερμανικό δίκαιο, ως συνεχιστής του θεμελιωτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου Σαβινύ, και όταν επέστρεψε στη Βαυαρία, διορίστηκε αρχικά Αντεισαγγελέας Εφετών και κατόπιν Εφέτης και μέλος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το 1826 διορίστηκε Καθηγητής του Ιδιωτικού Δικαίου και της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ στη συνέχεια τον υπέδειξε ως διάδοχο του ο περιβόητος, τότε, Καθηγητής Άιχορν στην έδρα του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν.

Από τη θέση αυτή τον απομάκρυνε ο βασιλιάς Λουδοβίκος διορίζοντας τον τακτικό Σύμβουλο της Επικρατείας και στη συνέχεια Γερουσιαστή, ενώ το 1832 τον όρισε μέλος της Αντιβασιλείας της Ελλάδας. Ο Κυριακόπουλος θεωρεί ότι για τους κώδικες που κατάρτισε εδώ ο Μάουρερ εμπνεύσθηκε από τη γαλλική και τη γερμανική νομοθεσία, θεωρώντας, μάλιστα, ότι υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των ελληνικών και των αρχαίων γερμανικών εθίμων. Πά­ντως οι κώδικες αυτοί ίσχυαν στην Ελλάδα για περισσότερα από 100 χρόνια, ενώ πρόθεση του Μάουρερ ήταν να καταρτιστεί Αστικός Κώδικας μόνο μετά την πλήρη καταγραφή -και την κατάλληλη επεξεργασία- των σχετικών ελλη­νικών εθίμων, όπως και του εθιμικού δικαίου, πράγμα που ίσως θα ολοκλή­ρωνε εκείνος, αν δεν είχε ανακληθεί.

Γυρίζοντας στη Βαυαρία επανήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το 1847 έγινε πρωθυπουργός του κρατιδίου και στη συνέχεια διατέλεσε πρε­σβευτής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1858, τέσσερα χρόνια πριν από την έξω­ση του Όθωνα, συνοδεύοντας ένα Βαυαρό πρίγκιπα, οπότε και τιμήθηκε από Έλληνες νομικούς σε δεξίωση, όπου του απενεμήθη και χρυσό μετάλλιο. Με­ταξύ των νομικών αυτών ήταν και ο Πολυζωΐδης. Ο Κυριακόπουλος εξηγεί τη στάση του τελευταίου ισχυριζόμενος ότι όσα έγιναν εναντίον του και κατά του Τερτσέτη στη δίκη του 1834 «εβάρυνον άλλους, και όχι τον Μάουρερ». Και εδώ ασφαλώς ανοίγει ένα άλλο θέμα προς διερεύνηση.

Ο Μάουρερ ήλθε, παρέμεινε και αποχώρησε από το Ναύπλιο πριν λη­φθεί η απόφαση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Αθήνα, ενώ είχε προηγηθεί ζωηρή συζήτηση περί διάφορων άλλων υποψήφιων για πρωτεύουσα πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Άργος. Προφανώς το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε, το πήρε μαζί του (άγνωστο αν πήρε το πρωτότυπο υλικό ή αντίγραφο του). Ο ίδιος γράφει σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε – δεοντολογικά και επιστημονικά ήταν άψογος – ότι «προέρ­χονταν από επίσημες πληροφορίες ή από αξιόπιστες διηγήσεις. Στην εργασία αυτή πρωταρχικός σκοπός μου ήταν η αλήθεια, και γι’ αυτό δεν καταχώρισα τίποτα που να μην εξακρίβωσα εγώ ο ίδιος, όσο βέβαια κάτι τέτοιο ήταν κα­τορθωτό σε μία χώρα όπως η Ελλάδα».

Ο Μάουρερ έλαβε πολλά στοιχεία από τις εκδιδόμενες στην Ελλάδα εφη­μερίδες. Συγκεκριμένα, για την καποδιστριακή περίοδο αντλεί υλικό από τη γαλλόφωνη εφημερίδα Ταχυδρόμος της Ελλάδος (1829-1832). Για τους επό­μενους έντεκα μήνες, μέχρι την άφιξή του Όθωνα, άντλησε υλικό από την επίσης γαλλόφωνη εφημερίδα Ελληνικός Μηνύτωρ και για την περίοδο της Αντιβασιλείας χρησιμοποίησε τα κυβερνητικά φύλλα. Τονίζει ότι χρησιμο­ποίησε κυρίως το επίσημο υλικό αποφεύγοντας να συμπεριλάβει στοιχεία που στηρίζονταν σε κομματικές απόψεις. Αναφέρει, επίσης, ότι χρησιμοποίησε το βιβλίο του Μουστοξύδη για την καποδιστριακή περίοδο (γραμμένο στα γαλλικά, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1833) και, τέλος, μία συλλογή επίσημων εγγράφων της εποχής της Αντιβασιλείας, που δημοσιεύθηκε επίσης το 1833. Άλλη μνεία πηγών δεν υπάρχει, οι αναφορές όμως του έργου ξεπερνούν κατά πολύ – σε όγκο πληροφοριών – αυτές τις πηγές.

Προφανώς τα ελληνικά δεν τα έμαθε, αν και έμεινε στην Ελλάδα, καθώς η βαυαρική διοίκηση στηριζόταν σε επίσημους μεταφραστές. Είναι προφανές ότι ο Μάουρερ θα έδωσε για μετάφραση πολλά άλλα τεκμήρια· η καταγραφή των εθίμων και του εθιμικού δικαίου, την οποία παραθέτει στο έργο του, εί­ναι σίγουρα προϊόν των Ελλήνων που ήταν μέλη της δημόσιας διοίκησης της εποχής και διενεργήθηκε με την προοπτική κατάρτισης Αστικού Κώδικα που θα βασιζόταν στην εργασία αυτή.

Για τη μέθοδο, ειδικότερα, της συλλογής των κανόνων του εθιμικού δικαί­ου ο Μάουρερ αναφέρει τα εξής (σ. 146):

 

Μόλις έφτασα στην Ελλάδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να μάθω ποιο ήταν το δίκαιο που επικρατούσε ως τότε. Αλλά το πόσο είναι δύσκολο και κοπιαστικό να μάθει κανείς στην Ελλάδα μία οποιαδήποτε αλήθεια, αυτό θα το εκτιμήσει μονάχα εκείνος που ασχολήθηκε ο ίδιος προσωπικά με κάτι τέτοιο. Παρακάλεσα στην αρχή ιδιώτες και εμπόρους να με διαφω­τίσουν, αλλά πέρασαν μήνες και δεν είχε γίνει τίποτα. Σκέφτηκε τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κλωνάρης να συντάξει ένα ερωτηματολόγιο πάνω σε βασικά θέματα που ρυθμίζονται συνήθως σύμφωνα με τα έθιμα του κάθε τόπου, και να ζητήσει από τα δικαστήρια και τις κοινότητες μιαν επίσημη απάντηση.

 

Προσθέτει, επίσης, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έλαβε ο ίδιος πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα, όπως π.χ. από ένα δικαστή. Παραθέτει στη συνέχεια ερωτήσεις και ακολουθεί γενική αναφορά των όσων εθιμικά ίσχυαν καθ’ έκαστο θεσμό, θα λέγαμε σήμερα, του τομέα του Αστικού δικαίου. Για τον νομό της Αργολιδοκορινθίας, και συγκεκριμένα για το Ναύπλιο, υπάρχουν οι εξής πληροφορίες (σ. 179-181):

Ως προς τον θεσμό της επιτροπείας αναφέρεται ότι εκτελείτο δωρεάν, ότι κάθε φορά έπρεπε να διορίζονται τρεις επίτροποι, οι οποίοι για ζητήματα ανατροφής ανηλίκων ή διάθεσης ακίνητης περιουσίας όφειλαν να έχουν τη συναίνεση ενός συγγενικού συμβουλίου.

Για την πατρική εξουσία γράφει ότι ασκείτο μεν αποκλειστικά από τον πατέρα αλλά μετά τον θάνατο του ασκείτο από τη μητέρα. Ο γιος που συζού­σε με τον πατέρα του, είχε την κάρπωση των όσων αποκτούσε, ενώ η πατρική εξουσία έληγε με την ενηλικίωση ή με τον γάμο του παιδιού. Τα δικαιώματα των θετών γιων κανονίζονταν με συμφωνία. Ως προς τον θεσμό της νομής γράφει ότι δεν αναφέρεται ρητά χρονικό διά­στημα που πρέπει να παρέλθει για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, ενώ ως προς την κυριότητα, τα σχετικά με αυτήν έγγραφα ίσχυαν έστω και αν δεν είχαν καταχωρισθεί σε δημόσιο βιβλίο, ενώ κατά τα λοιπά ακολου­θούνταν οι ισχύοντες τότε νόμοι. Ο νόμιμος ιδιοκτήτης κινητών ή ακινήτων, αδιακρίτως, μπορούσε να τα διεκδικήσει και ο αγοραστής τους να ζητήσει από τον πωλητή απλώς και μόνο την αποζημίωση.

Για τον θεσμό της δουλείας (εμπράγματο δικαίωμα) δεν απαιτούνταν δη­μόσια έγγραφα.

Τα πρόβατα μπορούσαν να βόσκουν «ακωλύτως» σε αγρούς άλλων, ενώ για τα μεγαλύτερα ζώα χρησιμοποιούνταν κοινόχρηστα λιβάδια, ανάλογα με την εποχή του χρόνου.

Ως προς τις υποθήκες, καταγράφεται ότι αυτές ίσχυαν για κινητά και για ακίνητα.

Τέλος, ο Μάουρερ αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας οι διαφορές κατά με­γάλο μέρος δικάζονταν από την Εκκλησία, σύμφωνα με την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, την οποία συμβουλεύονταν οι ιερείς.

Αυτά καταγράφονται για την περιοχή του Ναυπλίου. Είναι ενδιαφέρον ότι για τις περιοχές του Άργους και της Επιδαύρου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους θεσμούς που αναφέρθηκαν.

Στο Άργος, μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα-χήρα ήταν η «μόνη απόλυτος παντοδύναμος επίτροπος των τέκνων αυτής», συμβουλευόμενη απλώς τους συγγενείς του συζύγου αλλά και τους δικούς της. Επίτροποι και εδώ μπορούσαν να είναι πολλοί συγγενείς μαζί, οι οποίοι παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες τους, αρκεί να ήταν οι κοντινότεροι και οι «δικαιότεροι». Απα­γορευόταν η εκποίηση των ακινήτων ενός ανηλίκου, ωστόσο επιτρεπόταν η υποθήκευσή τους. Ο ανήλικος ενηλικιωνόταν με τη συμπλήρωση του 14ου έτους και αναλάμβανε την ελεύθερη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του. Για τα αποκτήματα του ανηλίκου υπό πατρική εξουσία ίσχυε ό,τι και στην περιοχή του Ναυπλίου, όμως εδώ η πατρική εξουσία ίσχυε ακόμα και στην περίπτωση που ο γιος δεν συζούσε με τον πατέρα απαλλασσόταν όμως από αυτήν, αν ο πατέρας του τον «κήρυσσε ελεύθερο», ενώ για τα επί υιοθεσίας δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών ίσχυαν τα ίδια με εκείνα που υπήρχαν για το φυσικό τέκνο.

Για την κυριότητα, ειδικότερα, σημειώνεται ότι δεν υπήρχαν δημόσια βι­βλία για την καταγραφή τίτλων και το ίδιο ίσχυε και για τη δουλεία αλλά και για τις υποθήκες, οι οποίες όμως μπορούσαν να επιβαρύνουν μόνον ακίνητα. Για τα προικώα ακίνητα η σύζυγος διατηρούσε το προνόμιο επί των ακινήτων του συζύγου της.

Στην περιοχή της Επιδαύρου ίσχυαν ανάλογοι κανόνες για την επιτροπεία ανηλίκων, με τη διαφορά ότι ο πρωτότοκος γιος με την ενηλικίωση αναλάμβανε την επιτροπεία των αδελφών του (εννοείται σε περίπτωση ανυπαρξίας πατέρα). Αναφέρεται, επίσης, αορίστως, χωρίς κανένα επιπλέον προσδιορισμό, και το εξής ιδιαίτερο, ότι δεν επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση κτημάτων. Και εδώ την πατρική εξουσία ασκούσε ο πατέρας και μετά τον θάνατο του η μητέρα.

Τέλος, ως προς τις υποθήκες καταγράφεται ότι προνόμια είχαν όσοι πρό­βαλλαν αρχαιότερα δικαιώματα και όχι μόνο οι δανειστές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει να αναφερθούμε στην ενότητα των ειδικών πα­ρατηρήσεων του Μάουρερ για το εθιμικό δίκαιο (σ. 236). Εκεί σημειώνει χαρακτηριστικά:

Γενικά, μπορώ να πω ότι πουθενά δεν υπάρχει κανένα σταθερό έθιμο, αλλά και όπου υπάρχει, παραβιάζεται από τον ισχυρότερο ή εμποδίζεται από την τουρκική νομοθεσία. Αλλά και όσα δικαστήρια λειτούργησαν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, δεν σεβάστηκαν το εθιμικό δίκαιο, γι’ αυτό είναι ευχής έργο και θα είναι και εύκολο να επιβληθεί μελλοντικά μια ομοιόμορφη νομοθεσία.

 

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται από την παρατήρηση αυτή είναι ποια θα ήταν η τελική στάση του Μάουρερ, αν έμενε περισσότερο στην Ελλά­δα. Ο ίδιος δηλώνει εξαρχής την πρόθεσή του να καταγραφεί το εθιμικό δίκαιο με τις όποιες ιδιομορφίες του και προς αυτή την κατεύθυνση έδρα­σε αμέσως, επηρεασμένος, άλλωστε, από τη διαμορφωμένη ήδη πεποίθηση του για ανάδειξη του δικαίου αυτού με ρυθμιστικό χαρακτήρα όσον αφορά τις προσωπικές σχέσεις των πολιτών. Η ποικιλία των εθίμων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης θα τον ωθούσε άραγε προς μία «εκ των άνω» διατύπω­ση ενιαίας νομοθεσίας, όπως έκαμε στους άλλους τομείς του δικαίου, ή θα λάμβανε υπόψη του τα κοινά ανά την επικράτεια έθιμα, ως βάση αυτής της ενιαίας νομοθεσίας; Και εδώ ανοίγεται ένα άλλο πεδίο περαιτέρω έρευνας. Πάντως στη συνέχεια υποστηρίζει (σ. 240) ότι γραπτά έθιμα υπήρχαν ελάχι­στα και αναφέρει ότι ο ίδιος μόνο δύο κατάφερε να εντοπίσει, ένα στη Σύρο και ένα στη Σαντορίνη, πάντα σχετικά με το Αστικό εθιμικό δίκαιο, μετά από επίσημα έγγραφα που του είχαν αποστείλει οι τοπικές αρχές (το πρώτο χρονολογείται το 1695, με ισχύ μέχρι και το 1812 -και αργότερα-, και το δεύτερο το 1797).

Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την εισήγηση με τις διαπιστώσεις του ίδιου του Μάουρερ ως προς την αντίληψη της βαυαρικής Αυλής και των αξιωμα­τούχων της για την κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στις σ. 408 – 409 αφιερώνει στο θέμα αυτό ολόκληρη ενότητα υπό τον τίτλο «Η άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας». Γράφει ρητά ότι οι Βαυαροί ελάχι­στα πράγματα γνώριζαν για την Ελλάδα και ότι η βαυαρική κυβέρνηση, πριν δεχθεί το στέμμα για τον Όθωνα, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει επιτόπου την κατάσταση. Ομολογεί ότι οι όποιες πληροφορίες υπήρχαν, προέρχονταν από τους Χάιντεκ και Τιρς, από τους οποίους ο μεν πρώτος είχε δει τα πράγ­ματα υπό την οπτική του στρατιωτικού και ο δεύτερος υπό την οπτική του φιλολόγου. Κανένας τους δεν βασίστηκε σε επίσημες εκθέσεις και στοιχεία, άλλωστε οι γνώμες τους ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι ακριβώς για τον λόγο αυτό προκρίθηκε να μείνουν για ένα διάστημα στην Κέρκυρα, όπου, κατ’ αυτόν, το περιβάλλον γενικά ήταν ανάλογο με εκείνο της Ελλάδας ήταν, εξάλλου και η πατρίδα του Καποδίστρια. Πλησιάζοντας προς το Ναύπλιο, αργότερα, έγιναν δέκτες πληροφοριών από ανθρώπους που, κατ’ αυτόν, ήξεραν καλά τα πράγματα, σύμφωνα με τους οποίους αποκλειόταν το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ελλάδα σταθερή κυβέρνηση. Σημειώνει χαρακτη­ριστικά: «Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν πόσο γρανίτινη είναι η δύναμη μιας μοναρχικής κυβέρνησης. Ως τώρα είχαν δει μόνο προσωρινές λύσεις και δεν φαντάζονταν πόσο απρόσβλητο είναι ένα οριστικό και αμετάβλητο καθεστώς».

Εντοπίζουμε, λοιπόν, μία εμπεδωμένη αντίληψη, διόλου ξένη, βέβαια, ως προς τις κρατούσες τότε αντιλήψεις, όχι μόνο στην κεντρική – και γερμανόφωνη – αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ρίζες τής περαιτέρω ασυνεν­νοησίας ήταν υπαρκτές και γόνιμες, «εγγύηση» για τις μελλοντικές συγκρού­σεις, λαμβάνοντας υπόψη, βέβαια, και τις γνωστές ελλαδικές ιδιαιτερότητες και τα αδιέξοδα, τα οποία, θα έλεγε κανείς, ότι συνεχίζονται εν μέρει μέχρι και σήμερα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνέχεια του κειμένου. Ο Μάουρερ προβαίνει σε παρατηρήσεις για τα κόμματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά είχαν σχηματιστεί όχι από διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις ή για να υποστηρί­ξουν διαφορετικά και γενικότερα συμφέροντα, όπως συνέβαινε σε άλλα κρά­τη, αλλά για να εξυπηρετήσουν καθαρά προσωπικές φιλοδοξίες και ατομικά συμφέροντα. Πρόκειται για παρατηρήσεις ενός οξύνου παρατηρητή ή για απόδοση ενός ακλόνητου φιλομοναρχικού της εποχής; Είναι δύσκολο, βέ­βαια, να αμφισβητηθεί η εικόνα που δίδεται, αμέσως μετά, για το Ναύπλιο και τη γύρω περιοχή: όπου κι αν γυρίσει κανείς, το βλέμμα του αντικρίζει, όπως λέει, ξεραΐλα, χωράφια ακαλλιέργητα, ερειπωμένα σπίτια, μία Αθήνα με μόλις 300 σπίτια, όταν πριν από τον Αγώνα αριθμούσε 3.000, ανύπαρκτη βλάστηση γύρω από το Ναύπλιο, γκρεμισμένα σπίτια και σωρούς από πέτρες και χώματα μέσα στην πόλη, ενώ το σύστημα του υδραγωγείου, που έφερνε το νερό από την περιοχή του Άργους, ήταν διάτρητο σε πολλά σημεία.

Συνεχίζει περιγράφοντας την πνευματική κατάσταση (σ. 411-412), τονίζο­ντας την πλήρη ανομοιομορφία που επικρατούσε: «Δίπλα στην πλέρια αμορφωσιά, συναντάς και την πιο εξεζητημένη πνευματική φινέτσα». Και «μέσα από μια νοοτροπία καθαρά μεσαιωνική, βλέπεις να ξεπηδούν οι πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί ελευθερίας και ισότητας […]. Κοντά στους πιο ύπουλους χα­ρακτήρες θα βρεις και τις αγνότερες ψυχές, κυρίως ανάμεσα στα παλληκάρια, τους χωρικούς και τους δουλευτάδες. Δίπλα στους άσσους της ραδιουργίας, τους πιο ντόμπρους ανθρώπους, και αυτοί να είναι πάλι τα παλληκάρια, οι αγρότες κι οι ναυτικοί -μπορεί να πει κανείς, γενικά όλοι οι νησιώτες».

Ανάμεσα στους πιο αγέρωχους και σταθερούς χαρακτήρες που γνώρισε, αναφέρει τους Ιάκωβο Ρίζο – Νερουλό, τον Λάζαρο Κουντουριώτη, τον Αν­δρέα Μιαούλη και τον Ιωάννη Κωλέττη, καταλήγοντας ότι μέσα στην όλη πνευματική ανομοιομορφία τα σκάρτα στοιχεία δεν είναι τα ντόπια.

Τέλος, προχωρεί σε επιμέρους κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις για το «ντόπιο στοιχείο», δηλαδή τους στρατιωτικούς προύχοντες, τον κλήρο, τα παλληκάρια (που τα παρομοιάζει με την τάξη των Ευρωπαίων ιπποτών) και τους χωρικούς, σκιαγραφώντας ιδιαίτερα αυτό που συμβαίνει στη Μάνη. Συ­νεχίζει με τους Φαναριώτες, υπογραμμίζοντας ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες που τους χαρακτηρίζουν είναι εξίσου ανεπτυγμένες και στους Μοραΐτες, οι οποίοι, μάλιστα, «είχαν αναγάγει τη ραδιουργία σε επιστήμη». Από αυτούς διακρίνει τους μορφωμένους Έλληνες του εξωτερικού, τους οποίους χαρακτηρίζει κυρίως ως πολιτικά αιθεροβάμονες και αναφέρει ότι τους λείπει η πείρα και η πρακτική εξάσκηση – έχοντας σπουδάσει κυρίως ιατρική- και ότι στερούνται γνώσεων φιλοσοφίας, νομικής και οικονομικών. Όλοι τους, γράφει, έχουν μια υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις, μην εννοώντας να γίνουν παρά μόνον υπουργοί ή κάτι παραπλήσιο, χωρίς να δέχονται κάποια άλλη παρακατιανή θέση. Γράφει, μάλιστα, ότι οι Έλληνες διακρίνονταν και για τη ματαιοδοξία τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται στους φιλέλληνες, τους οποίους διακρίνει σε γνήσιους και τυχοδιώκτες, και γράφει γι’ αυτούς ότι είχαν έρθει στην Ελλάδα με άδεια χέρια και ότι συχνά οι Έλληνες τους έβλεπαν ως παρείσακτους. Επι­σημαίνουμε ιδιαίτερα την αντίληψη του ότι στην κατάσταση που βρισκόταν τότε η Ελλάδα, οι ξένοι θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν «και να φροντίσουν για το καθετί», χωρίς η «μεσολάβηση» αυτή να σημαίνει καθιέρωση μίας ξένης κυριαρχίας, καθώς «αυτό δεν θα βαστήξει για αιώνες». Όπως τον 14ο και τον 15ο αιώνα οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έδωσαν τα φώτα τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, «έτσι και τώρα οι Ευρωπαίοι θα είναι αυτοί – και προπα­ντός οι Γερμανοί – που θα ξανανάψουν την από χρόνια σβησμένη λαμπάδα στην αρχική της κοιτίδα. Για εξαφάνιση της εθνότητας (εννοεί των Ελλήνων) κανείς δεν μίλησε ποτέ, και ούτε υπάρχει τέτοια περίπτωση».

Συνεχίζει με αναφορές στους κατοίκους των Ιονίων νήσων (σ. 423-425), με πολύ θετικά σχόλια γι’ αυτούς, δεν ξεχνά ότι πολλοί αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, βρήκαν καταφύγιο στα Ιόνια νησιά και – ίσως προφητικά – ψυχανεμίζεται ότι θα αποτελέσουν το επίκεντρο των γεγονότων που θα δια­δραματιστούν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνει στον Άρμανσμπεργκ, αναφερόμενος επι­κριτικά στον τρόπο ζωής του στο Ναύπλιο, στις σπατάλες του αλλά και τις ραδιουργίες του, ενώ περιγράφει γλαφυρά τον ρόλο των ξένων διπλωματών στο Ναύπλιο.

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλο το έργο με λεπτομέρειες. Με όσα εντοπίσαμε και επισημάναμε νομίζω ότι σχηματίστηκε μία αδρή εικόνα για τη ζωή, τη δράση, τις αντιλήψεις και το έργο του σημαντικότερου ίσως Βαυα­ρού αξιωματούχου κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Ορισμένα στοιχεία, βέβαια, έχουν μόνο ιστορική και αναχρονιστική εν τέλει αξία. Ορι­σμένα άλλα όμως θεωρώ ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να συμβάλουν σε γόνιμο προβληματισμό. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο κύριος σκοπός αυτής της εισήγησης.

 Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων, Ιστορικός

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.  

 

[1] Σημείωση για τη βιβλιογραφία: Όλες οι πηγές στις οποίες ανέτρεξα, είναι ενταγ­μένες μέσα στο κείμενο. Οι αντιλήψεις του Μάουρερ, ειδικά για το δίκαιο των προσώπων – Αστικό δίκαιο-, κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον και παραγωγικό να παρα­βληθούν με όσα οι συγγραφείς του 19ου αιώνα εκτίμησαν ως προς το έργο του (ακόμα και οι Μαρξ – Ένγκελς) αλλά και με όσα εξέφρασαν για το ίδιο έργο σύγχρονοι συγγραφείς, όπως οι Χόμπσμπαουμ και Γκοντελιέ.

Πέρα όμως από αυτό, οι πρωτοποριακές αντιλήψεις και οι ιδέες, όπως εκείνες του πάντα αλησμόνητου καθηγητή μου Jean Carbonnier βαθυ­στόχαστου στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, θα ήταν επίσης ενδιαφέρον και παραγωγικό να παραβληθούν με εκείνες του Μάουρερ.

Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο έργο του Καρμπονιέ  Flexible Droit, Παρίσι 1969 («Εύκαμπτο Δίκαιο», το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα ελ­ληνικά) αλλά και πολλά από τα γραπτά του, που εκδόθηκαν το 2008, μετά τον θάνατό του το 2003 σε ηλικία 95 ετών (εκδ. PUF). Χρήσιμο, επίσης, θεωρώ για κάθε ενδιαφερόμενο το έργο του Gustav Geib Darstellung ties Rechtszustandes in Grieehenland wahrend der tiirkischen Herrschaft und his zur Ankunft des Konigs Otto I., που εκδόθηκε στη Χαϊ­δελβέργη το 1835 (ελληνική μετάφραση: Γκούσταβ Γκάιμπ, Παρουσίαση της κατάστασης του δικαίου στην Ελλάδα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως τον ερχομό τον βασιλιά Όθωνα του Α ‘, Εκδόσεις Γκοβόστη, πρόλογος του καθηγητή Νικ. I Ιανταζόπουλου. μτφρ. Ίριδα Αυδή – Καλκάνη, Αθήνα 1991). Τέλος, σημειώνο) ότι η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου εκδόθηκε σε χρηστική έκδοση των Εκδόσεων «Δωδώνη» το 1971, με επιμέλεια και εντελέστατη εισαγωγή του Κων. Γ. Πιτσάκη.

Για τη «συνωμοσία» του Φραντς, τις εσωτερικές συγκρούσεις της Αντιβασιλείας και τη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα παραπέμπω στο εξαιρετικά αντικειμενικό έργο του I. Α. Πετρόπουλου και της Αικ. Κουμαριανού Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, εκδ. Παπαζήση, 1982, ιδιαίτερα στις σ. 117-126 και 130-132. Στο έργο αυτό και στο προγενέστερο του Πετρόπουλου (John Pelropoulos. Poli­tics and statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1844», Princeton University Press, Princeton 1968), έχει χρησιμοποιηθεί και πολύτιμο αρχειακό υλικό.

 

Επισημείωση: Η προφορική ανάπτυξη της εισήγησής μου προκάλεσε την οργισμένη παρατήρηση ενός ακροατή. Βεβαίως δόθηκε απάντηση, τόσο από τον κ. Τρ. Σκλαβενίτη όσο και από εμένα. Όμως θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω εδώ ένα καίριο απόσπασμα από το «διπλό» δοκίμιο της Hannah Arendt Ελευθερία, αλήθεια και πολιτική (σ. 113-114), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2012 (εκδ. Θέσει Εκπίπτοντες, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας). Αφορά, άλλωστε, και το όλο θέμα του Συμποσίου μας:

Η ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας έχει μακρά ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απαρχή της προηγείται όλων των θεωρητικών και επιστημονικών παραδόσεων, συ­μπεριλαμβανομένης της δικής μας παράδοσης στη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη. Νομίζω ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στη στιγμή κατά την οποία ο Όμηρος αποφάσισε να υμνήσει τους άθλους των Τρώων στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους των Αχαιών, και να εγκωμιάσει τη δόξα του Έκτορα, του εχθρού και ηττημένου, στον ίδιο βαθμό με τη δόξα του Αχιλλέα, του ήρωα της φυλής του. Αυτό δεν είχε συμβεί πότε πριν. Κανένας άλλος πολιτισμός, οσοδήποτε λαμπρός κι αν ήταν, δεν στάθηκε ικανός να κοιτάξει από ίση απόσταση φίλους και εχθρούς, νίκες και ήττες – που από τον Όμηρο και μετά δεν αναγνωρίζονται ως έσχατα κριτήρια για την κρίση των ανθρώπων, έστω κι αν είναι έσχατα για το πεπρωμένο τους. Η ομηρική αμεροληψία αντηχεί σε όλη την έκταση της ελληνικής ιστορίας, και ενέπνευσε τον πρώτο σπουδαίο αφηγητή της γεγονικής ιστορίας ο οποίος έγινε ο πατέρας της ιστορίας: ο Ηρόδοτος μας λέει στις πρώτες προτάσεις των Ιστοριών του ότι έβαλε στόχο να «μη μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων». Αυτή είναι η βάση για ό,τι αποκαλεί­ται αντικειμενικότητα – αυτό το περίεργο πάθος, που είναι άγνωστο πέραν του δυτικού πολιτισμού, για διανοητική ακεραιότητα με κάθε τίμημα. Χωρίς αυτό δεν θα υπάρξει καμία επιστήμη.

 

Διαβάστε ακόμη: Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ηρώδης ο Μέγας (73 – 4 π.Χ.*) – Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


 

Ηρώδης

Ηρώδης ο Μέγας Βασιλιάς της Ιουδαίας, αραβικής καταγωγής. Ήταν γιος του στρατηγού Αντιπάτρου, συνεργάτη των Ρωμαίων, ο οποίος μαζί με το διεκδικητή του θρόνου Υρκανό βοήθησε τον Καίσαρα με στρατό όταν αυτός έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αντίπατρος σε ανταμοιβή έγινε τετράρχης της Γαλιλαίος το 47 π.Χ., έπειτα κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και επί Αντωνίνου, Βασιλιάς της Ιουδαίας. Τα παιδιά του επίσης απέκτησαν αξιώματα και ο Ηρώδης έγινε τότε έπαρχος στη Γαλιλαία.

Ο Ηρώδης, αφού εξασφάλισε την εύνοια της Ρώμης, ελίχθηκε στις συμμαχίες του ανάμεσα στον Βρούτο, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, τασσόμενος κάθε φορά με το μέρος του νικητή. Παρά το γεγονός ότι παρέδωσε σημαντικό έργο στην περιοχή, ωστόσο ήταν ως χαρακτήρας αδίστακτος σε κάθε εγκληματική του ενέργεια που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει την εξουσία του, ήταν φιλόδοξος και ακόλαστος. Ήταν απάνθρωπος σε σημείο που δεν δίστασε να σφάξει την ίδια του τη γυναίκα, τρία από τα παιδιά του, τον πεθερό του και φυσικά παρέμεινε στην ιστορία ως αιμοσταγής Βασιλιάς σφάζοντας τα αθώα νήπια της Βηθλεέμ (Ματθ. Β’ 16-18). Πέθανε λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων από φριχτή και επίπονη ασθένεια, πληρώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, το αποτρόπαιο έγκλημά του.

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο θεολόγος – θρησκειολόγος  Δημήτρης  Μπεχριδάκης, διευθυντής του περιοδικού « Θρησκειολογία- Ιερά/Βέβηλα» γράφει:

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενι­κώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεν­νήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευ­ταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρή­σει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

 

Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


  

Του Γεωργίου Π. Πατρώνου

Ομότιμου καθηγητή Θεολογικής

Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Από το 63 π.Χ. χρονολογείται η ουσιαστική ρωμαϊκή κυριαρχία στην Παλαιστίνη. Έκτοτε, οι εμφύλιοι πόλεμοι ως μέσον άσκησης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στη χώρα αυτή, καθώς και οι συχνές επαναστάσεις εναντίον της Ρώμης με αρχηγούς συνήθως θρησκευτικούς ηγέτες που θεωρούνταν από το λαό Μεσσίες, αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Κυρίαρχη μορφή αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ηρώδης ο Μέγας, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη ως βασιλέας της Ιουδαίας, εξαιτίας της φιλορωμαϊκής πολιτικής του. Δια του γάμου του, μάλιστα, με τη Μαριάμμη, από αρχιερατική οικογένεια, εγγονή του Υρκανού Β’, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του εκτός από την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία. Στη θέση του αρχιερέα διόρισε τον άβουλο αλλά παμπόνηρο Άννα, πεθερό στη συνέχεια του Καϊάφα, γνωστούς από τις ευαγγελικές διηγήσεις για την καταδίκη και το θάνατο του Ιησού.

Το προσωνύμιο «μέγας» ο Ηρώδης το απέκτησε χάρη στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για ανοικοδόμηση των Ιεροσολύμων και των άλλων μεγάλων πόλεων με φρούρια, ιπποδρόμους, θέατρα και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια και μνημεία. Σύγχρονοί του συγγραφείς τον επαινούσαν γι’ αυτή την οικοδομική του πολιτική και ιδιαίτερα για την ανακατασκευή του Ναού των Ιεροσολύμων, που σκοπό είχε να εξυψώσει το γόητρο των Ιουδαίων σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Παράλληλα, κτίζοντας παντού «Καισάρεια», μνημεία προς τιμήν του Αυγούστου, που θεωρούνται σήμερα από τα λαμπρότερα της περιόδου, ο Ηρώδης πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την εύνοια του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Ακόμη, ενισχύοντας οικονομικά πολλές ελληνικές πόλεις και συμβάλλοντας στην ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων, επεδίωξε να καλλιεργήσει το προφίλ του φιλέλληνα ευεργέτη.

Η βασιλεία του (40 (ουσιαστικά το 37) – 4 π.Χ.), ωστόσο, εξελίχθηκε σε μια από τις τραγικότερες περιόδους στην ιστορία του ιουδαϊσμού λόγω των πολλών και φρικτών εγκλημάτων του. Με την ά­νοδό του στο θρόνο, εκτέλεσε 45 από τα 71 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου και αποκεφάλισε ή εξόρισε τους περισσότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους της ιουδαϊκής κοινωνίας. Ανέγγιχτη δεν έμεινε ούτε η ίδια του η οικογενείας. Με εντολή του δολοφονήθηκαν η πεθερά του, η γυναίκα του Μαριάμμη που υπεραγαπούσε, ακόμη και τα παιδιά του Αλέξανδρος, Αριστό­βουλος και Αντίπατρος, εξαιτίας της υποψίας ότι προετοίμαζαν την ανατροπή του. Οι ανατριχιαστικές πράξεις του τον οδήγησαν τελικά στην παραφροσύνη, και η κάθε απόφαση και ενέργειά του αποτελούσε απόρροια της καθολικής του σχιζοφρένειας.

Ο θάνατος του Ηρώδη υπήρξε τραγικότερος και από τη ζωή του. Τα τελευταία του χρόνια υπέφερε φρικτά και πέθανε, κατά μια εκδοχή, από καθολι­κό καρκίνο και υδρωπικία το Μάρτιο του 4 π.Χ. Μέσα σε αφόρητους πόνους και γεμάτος οργή και μανία για τους πάντες και τα πάντα, έδωσε ως ύστατη εντολή να σφαγιασθούν στον ιππόδρομο όλα τα ανώτερα στελέχη της πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, ώστε κατά το θάνατό του να θρηνήσει αναγκαστικά ολόκληρη η χώρα.

Ενδεικτικό της καθολικής μετά θάνατον απαξίωσης προς το πρόσωπό του ήταν το σκωπτικό επίγραμμα που με εντολή του ίδιου του Ρωμαίου αυτοκράτορα χαράχτηκε στον τάφο του: «θα προτιμού­σα να ήμουν χοίρος του Ηρώδη παρά γιος του». Μια τέτοια εγκληματική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα δεν φαίνεται απίθανο να έδωσε εντολή να σφαγιαστούν όλα τα άρρενα νήπια «από δύο ε­τών και κάτω» στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της προς αποφυγήν μιας απειλής – ακόμη και δυνητικής – από τη γέννηση του Ιησού, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Η σφαγή των νηπίων ως ιστορικό γεγονός

 

Η σφαγή των νηπίων - Χαρακτικό του Gustave Doré

Η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ κατά το χρόνο της γέννησης του Ιησού Χριστού αποτελεί γεγονός πολυσυζητημένο και ιδιαίτερα αμφισβητημένο τόσο ως προς την αγριότητά του όσο και ως προς τον αριθμό των 14.000, στον οποίο κατά την παράδοση ανήλθαν τα θανατωθέντα βρέφη. Μια πραγματική γενοκτονία εμφανίζεται να έλαβε χώρα δίχως την παραμικρή μαρτυρημένη αντίδραση του λαού της Ιουδαίας ή της ρωμαϊκής διοίκησης. Πολλοί μελε­τητές θεωρούν αδύνατο να πραγματοποιήθηκε μια τέτοια εκστρατεία με πλήρη μυστικότητα σε τόσο σύντομο χρόνο, οπότε η συγκεκριμένη ευαγγελική αναφορά (Ματθ. 2,16-18) θα πρέπει, κατά την άπο­ψή τους, να εκληφθεί ως «συμβολική διήγηση» και να ενταχθεί στο χώρο της θρησκευτικής μυθοπλασίας και της φιλολογικής μυθολογίας των αρχαίων ανατολικών λαών.

Αν, όμως, συσχετίσουμε την ευαγγελική αυτή διήγηση με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα των χρόνων της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα με όσα είναι γνωστά για την προσωπικότητα του Ηρώ­δη, τότε η περιγραφή του Ματθαίου φαίνεται να αποκτά χαρακτήρα μάλλον ρεαλιστικό. Προληπτικές ή κατασταλτικές, επιλεκτικές ή μαζικές, οι δολοφονίες αντιφρονούντων και ανταγωνιστών αποτελούσαν στην αρχαιότητα – και συχνά ακόμη α­ποτελούν – σύνηθες γνώρισμα του βίου και της πολιτείας των ασκούντων απολυταρχική εξουσία.

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές, ακόμη και οι αδιάφορες προς το χριστιανισμό, παρουσιάζουν γλαφυρά το βασιλιά Ηρώδη ως φυσιογνωμία σχιζοφρενή και ιδιαζόντως εγκληματική, που η υπέρμετρη φιλοδοξία και αρχομανία ωθούσαν στην άσκηση στυγνής πολιτικής χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις συνέπειες. Η εξουσία στα χέρια του εμφανίζεται ως όργανο ικανοποίησης των παράδοξων επιδιώξεων και των σκοτεινών επιθυμιών του. Το ότι αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο διέταξε τη γενική σφαγή όλων των αντιπάλων του, εκδηλωμένων ή δυνητικών, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που έντρομοι είχαν καταφύγει στα όρη και στις σπηλιές, και ότι αργότερα δεν δίστασε να δολοφονήσει και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, αποτελούν σημαντικά προηγούμενα για την ιστορική προσέγγιση της «σφαγής των νηπίων».

Η βασιλεία του Ηρώδη περιγράφεται ως μια ατελείωτη σειρά ραδιουργιών, δολοπλοκιών και εκτελέσεων, και η επί μακρόν επικράτησή του χαρακτηρίζεται ως η σκοτεινότερη και αλγεινότερη περίοδος της ιουδαϊκής ιστορίας, επενδυμένη με όρους πολιτικού σκοταδισμού και θρησκευτικού αποκαλυπτισμού.

Οι Μάγοι - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Στα μάτια οικείων και εχθρών, ευγενών και απλού λαού, ο Ηρώδης εξελίχθηκε σε προσω­ποποίηση του δαιμονικού στοιχείου, σε «αποκαλυ­πτικό θηρίο» βγαλμένο από τα Δανιήλεια οράματα του παρελθόντος, που δημιουργούσε ιδιαίτερα στα εξουθενωμένα λαϊκά στρώματα έντονες εσχατολογικές προσδοκίες για άμεση επέμβαση του θεού και έλευση του αναμενόμενου Λυτρωτή και Μεσσία. Έναντι του καταχθόνιου και σκοτεινού βασιλιά Ηρώδη εμφανίζεται, λοιπόν, ένας νέος «άρχων ειρήνης» με τη μορφή θείου βρέφους, το οποίο καλούνται να προσκυνήσουν οι Ποιμένες ως εκπρόσωποι του αγνού και άδολου λαού του Ισραήλ, και οι Μάγοι της Ανατολής ως εκπρόσωποι των εθνών όλης της οικουμένης.

Το ελπιδοφόρο και χαρμόσυνο, όμως, γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού επισκιάζεται, κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από την τραγική και αποτρόπαια πράξη της σφαγής των νηπίων. Μια προσεκτικότερη προσέγγιση της ιστορικής αξιοπιστίας και της θεολογικής ερμηνευτικής του γεγονότος αυτού καθίσταται αναγκαία, καθώς τα ευαγγελικά κείμενα δεν εκθέτουν απλώς τα γενόμενα, αλλά τα ερμηνεύουν κιόλας θεολογικά.

Με άλλα λόγια αποτελούν ένα είδος «σπουδής» επί των ιστορικών φαινομένων – κατά την επιτυχή ρήση του μεγάλου ιστορικού Α. Τόινμπι (Α. Toynbee) («Studies of History») – με θε­ολογική προοπτική. Η ύπαρξη «σημείων» έλευσης ενός νέου «άρχοντα» κατά τη διαβεβαίωση των Μάγων της Ανατολής και των ερμηνευτών ραβίνων – δηλαδή των εκπροσώπων της επιστήμης και της θρησκείας, που ως γνωστόν ερωτήθηκαν διερευνητικά από τον ίδιο τον Ηρώδη (Ματθ. 2, 4)- ήταν ενδεχομένως υπεραρκετή για να οδηγήσει τον παθολογικά ανασφαλή «βασιλίσκο της Ιουδαίας» στη λήψη των οικείων προς αυτόν προληπτικών μέτρων.

Υπό τους αυστηρούς όρους της επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ωστόσο, ο αριθμός των 14 χιλιάδων θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημιουργεί – ακόμη και για τα δεδομένα του Ηρώδη – ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος – σύγχρονος των ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη και άρα καλός γνώστης της εποχής των ευαγγελικών γεγονότων – η κωμόπολη της αρχαίας Βηθλε­έμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χίλιους κα­τοίκους. Η σφαγή των αρρένων νηπίων «από διε­τούς και κατωτέρω» δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 ή το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή της συγκεκριμένης περιοχής.Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό, κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έστω και υποθετική απειλή της εμφάνισης ενός διεκδικητή του θρόνου.

Η «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε «παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο» στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων της καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση της Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός «αναιρεθέντων νηπίων». Η αναφορά στη σφαγή «χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων» αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας – από το εορτολογικό Συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας- και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο των Μαρτύρων της Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και «αναρίθμητοι» μάρτυρες της χριστιανικής πίστης. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει, επομένως, στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική και μία ιδιαίτερη «συμβολική» παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 

Η θεολογική σημειολογία του αριθμού των «αναιρεθέντων νηπίων»

 

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν ε­πέχουν θέση «χρονικών» ή απλών «δημοσιογραφικών εκθέσεων» επί των ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση των πιστών στο πλαίσιο του κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου της Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή των νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση της σημειολογίας των γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση. Στην παράδοση του ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το «ιστορικό» προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και «σφαγής».

Η φυγή στην Αίγυπτο - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση του βιβλίου της Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ της Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό όλων των πρωτότοκων αγοριών των Ισραηλιτών, μια πραγματική γε­νοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση του αριθμού των δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα της ερμηνευτικής «προτύπωσης» για την παράλληλη θεολογική προσέγ­γιση και ερμηνεία του αντίστοιχου γεγονότος της σφαγής των νηπίων από ένα «νέο Φαραώ», τον αλ­λόθρησκο και μισητό βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώ­δη. Όπως ο παλαιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπα­λες δυνάμεις του σκότους και της καταπίεσης αντι­δρώντας στα «σημεία» της εφαρμογής του σχεδίου του θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση του Ισραήλ, έτσι και ο Ηρώδης ως «νέος Φαραώ» ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις για την παρεμπόδιση της έλευσης του Σω­τήρα του κόσμου και την ιστορική καταξίωση του νέου Ισραήλ.

Κατά το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χρι­στός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος του θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο «ζητεί την ψυχήν του Παιδίου», φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος των δυνάμεων του κακού και παρου­σιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου. Ο ισχυρός του παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικη­τής.

Το γεγονός της σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προ­οπτική, εφ’ όσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των «σημείων των εσχάτων» που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή του κακού και την επικράτηση του καλού.

Σε αυτή τη γραμμή της θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή των νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία του Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγεί­λει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθε­λε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ιερ. 31, 15). Ο ιστορικός και ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση της προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμη­νευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός του «θρή­νου, του κλαυθμού και του οδυρμού» της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,18).

Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο του παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. Και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιη­σού του Ναυή οδήγησαν το λαό του θεού μακριά από την Αίγυπτο και την «αιγυπτιώδη ανελευθερία», από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη της επαγγελίας και της ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας «νέος Μωυσής» και «νέος Ιη­σούς» θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη της επαγγελίας, προς μια εσχατο­λογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας.

Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την «προτύπωση» γεγονότων ότι «εξ Αιγύπτου» και πάλι ο θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη «έξοδο» στην ιστορία των νέων χρόνων (Ματθ. 2, 15).

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν εκτεταμένη χρήση των θεολογικών πλέον όρων «Αίγυπτος» και «Φα­ραώ» στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή του θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο της σφαγής των νη­πίων της Βηθλεέμ αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη «κάθοδος του Υιού του θεού στον Άδη». Εκεί, στον «Άδη της Αιγύπτου», ο Ιησούς Χριστός ως «νέος Μωυσής» θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική «έξοδο» προς τη νέα γη της επαγγελίας, τη Βασιλεία του θεού.

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο του ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθο­λικότητα.

Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιε­ρό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιη­σούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται σε 144.000 (Αποκ. 14,1). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό της καθολικότητας της Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα της Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη συ­ντάσσονται με τους εκάστοτε «Φαραώ» και «Ηρώδεις» της ιστορίας.

Η αναφορά του ευαγγελιστή στο γεγονός της σφαγής και της θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον ε­ναργή τρόπο ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυ­ριαρχούμενο από το ρεαλισμό της βίας, της ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ι­σχυροί «Φαραώ» και «Ηρώδεις» που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις α­ντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων.

Το θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο της μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολου­θήσουν πιστά τα ίχνη του μέχρις εσχάτων του ιστορικού χρόνου. Η ιστορία της Εκκλησίας με το πλήθος των μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές της αλήθειας και τους μάρτυρες της ελευθερίας.

Δια της αφήγησης του περιστατικού της σφαγής των νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς «Ηρώδεις» ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα του «εσφαγμένου Αρνίου» και αθώα νήπια γίνονται μάρτυρες της αλήθειας «από καταβολής κόσμου» (Αποκ. 13, 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο χριστιανισμός δια των ιερών του κειμένων.

 

Σημείωση:

Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση του γεγονότος της σφαγής των νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η Ιστορική Πορεία τον Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο), Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων», τεύχος 216, 18 Δεκεμβρίου 2003.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »