Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μητρὀπολη Αργολίδας’

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Δ’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου πίσω από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο (παλαιό Οπλοστάσιο κατά την Β’ Ενετική κυριαρχία 1686-1715), είναι κτίσμα μεταβυζαντινό του 15ου αιώνα (αρχές 16ου;), για το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει σύγχρονή του γραπτή μαρτυρία.

 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

 

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου - Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου – Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, ξυλόστεγη, με έξι κολώνες (συν δύο επάνω από τον δυτικό τοίχο, σύνολο οκτώ κολώνες) στο εσωτερικό της, που επιστέφονται από γύψινα, κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα. Ο νάρθηκας του ναού ανήκει χρονικά πιθανότατα στα τελευταία χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας, την εποχή της ανακαίνισής του, 1708-1714. Το δυτικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο τέμπλο φιλοτεχνήθηκε το 1870. Το παλαιό κωδωνοστάσιο ανεγέρθηκε, όπως αναγράφεται στη σχετική επιγραφή, το 1907.

Είναι τρισυπόστατος ναός, ο οποίος τιμάται στη μνήμη: Γενεσίου της Θεοτόκου, του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (Βόρειο κλίτος) και του Αγίου Δημητρίου (νότιο κλίτος). Μερικές εικόνες (άγιος Νικόλαος, Απότομη Κεφαλής του Προδρόμου και οσία Ματρόνα Χιοπολίτισσα) ιστορήθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821 και λίγα χρόνια αργότερα.

Κατά την εποχή της Β’ ενετοκρατίας ήταν ο κύριος ορθόδοξος ναός, δεδομένου ότι ο Άγιος Γεώργιος ανήκε στους καθολικούς, ενώ στην Αγία Σοφία μόλις το 1780 πρωτοδόθηκε άδεια από τους Τούρκους να τον λειτουργήσουν οι Ναυπλιώτες. Στην απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας το 1696 απογράφονται στην περιοχή – ενορία του ναού – 12 οικογένειες συνολικού αριθμού ατόμων 46, όλες ξένων εποίκων.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η Παναγία του Ναυπλίου είναι συνδεδεμένη με το μαρτύριο του Νεομάρτυρα Αναστασίου, που κατά την παράδοση οι Τούρκοι βασάνισαν την πρώτη Φεβρουαρίου του 1655 στην ελιά που υπάρχει ακόμα στη βορινή πλευρά του ναού. Στην πλατεία της Παναγίας έχει στηθεί προσκυνητάρι. Στον περίβολο της ιστορικής ελιάς στα βόρεια του ναού, αλλά και από τον άμβωνα του ναού κήρυττε, σύμφωνα με την παράδοση, ο μεγάλος κεφαλλονίτης εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης μεταξύ των ετών 1708 και 1714. Πίσω από την αψίδα του ιερού βρίσκονται τα μνήματα του ιερέως του ναού Παναγιώτη Καμαριώτη (1785-1853) και της μητέρας του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλλέτη.  

 

Πηγή


  • Ευάγγελος Μαστέλλος, «Ο Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου στο Ναύπλιο…», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VI (2007).  

 

Read Full Post »

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Εκοιμήθη ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος


 

Τα ξημερώματα της Τρίτης, 26 Μαρτίου 2013, έφυγε από τη ζωή ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» της Αθήνας. Τις τελευταίες ημέρες δεν είχε επαφή με το περιβάλλον και η κατάσταση της υγείας του είχε επιβαρυνθεί σημαντικά. 

Το σκήνωμα του μακαριστού  ποιμενάρχη θα παραμείνει για μια ημέρα στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους και αύριο, Τετάρτη 27 Μαρτίου, εν πομπή θα μεταφερθεί στον προσκυνηματικό ναό του Αγίου Αναστασίου στο Ναύπλιο.

 

Ιάκωβος Β’. (Φωτογραφία: Στούντιο Μπουγιώτης – Ρασιάς)

Ιάκωβος Β’. (Φωτογραφία: Στούντιο Μπουγιώτης – Ρασιάς)

Η εξόδιος Ακολουθία του μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδος θα τελεστεί την Πέμπτη στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Αγίου Αναστασίου στο Ναύπλιο. Η σωρός του Κυρού Μητροπολίτου Ιακώβου θα ενταφιαστεί, στη Μονή Παναγίας του Ακαθίστου Ύμνου στα Νερά Αχλαδοκάμπου.     

Τοποτηρητής για τον επισκοπικό θρόνο της Αργολίδος ορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο ο μητροπολίτης Μαντινείας Αλέξανδρος.

Λίγα λόγια για τον μακαριστό Μητροπολίτη Αργολίδος:

Ο κατά κόσμο Δαμιανός Παχής γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής το 1932, όπου παρακολούθησε τα εγκύκλια  και γυμνασιακά μαθήματα. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου  Αθηνών το 1959. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1959 και Πρεσβύτερος στις 19 Απριλίου 1960. Υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας στην Μητρόπολη Άρτας.

Στις 18 Νοεμβρίου 1985 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος στην θέση που είχε μέχρι τότε ο προκάτοχός του μακαριστός Χρυσόστομος Δεληγιανόπουλος.

Διαβάστε: Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Read Full Post »

Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το βίο του Αγίου Πέτρου Άργους


 

Μολονότι ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους έχει κατά καιρούς απασχολήσει την έρευνα, δε διαθέτουμε ακόμα μια τεκμηριωμένη μονογραφία. Η σημαντικότερη ως τώρα μελέτη του Κωνσταντίνου Κυριακόπουλου [1] έχει ελλείψεις, κυρίως γιατί ο Κυριακόπουλος ήταν φιλόλογος και η ιστορική προσέγγιση των γεγονότων που επιχειρεί δεν ακολουθεί την ιστορική μεθοδολογία και παραμένει χωρίς αποτέλεσμα. Εκτός από τη σοβαρή αυτή εργασία, έχουν επίσης δημοσιευτεί ορισμένες μονογραφίες από κληρικούς ή άτομα κοντά στην Εκκλησία, που όμως έχουν ως δηλωμένο σκοπό την προβολή της αγιότητας του Πέτρου [2].

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Πρόκειται συνεπώς για εργασίες αγιολογικού χαρακτήρα από τις οποίες δεν έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις με μια ιστορική μελέτη. Στις μελέτες αυτές πρέπει να προστεθούν κάποιες αναφορές σε λεξικά ή γενικής φύσης εργασίες [3], οι αναφορές στον άγιο Πέτρο σε μελέτες που δεν έχουν ως αντικείμενο τον ίδιο[4], και οι πολυάριθμες αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, κατά κανόνα ανώνυμες [5]. Προσωπικά δε γνωρίζω κάποια μελέτη που να εκθέτει με σαφήνεια τις ιστορικές πληροφορίες που διαθέτουμε για τον Πέτρο και που θα αποτελούσε τη βάση για περαιτέρω έρευνα [6].

Στην ιστορική έρευνα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πηγές που αναφέρουν αυτά τα γεγονότα, όπως και ανάμεσα στη χρονολόγηση των γεγονότων δηλ. πότε έγινε κάτι, και στη χρονολόγηση των πηγών, δηλ. πότε γράφτηκε κάτι. Εξίσου σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η φύση των πηγών.

Ένας Βίος αγίου έχει σκοπό να διδάξει τους πιστούς και γι’ αυτό η ιστορική πληροφόρηση δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό του. Αντίθετα ένα επίσημο έγγραφο αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα χωρίς διδακτικό ή άλλο σκοπό. Είναι συνεπώς σκόπιμο να γίνει πρώτα μια αναφορά στις πηγές που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο, πριν την ανάλυση των δεδομένων που παρέχουν οι πηγές αυτές.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα: δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο άγιος Πέτρος. Το μόνο χρονολογικό στοιχείο που ο βιογράφος του Θεόδωρος Νικαίας θεώρησε  σκόπιμο να αναφέρει αφορά στο χρόνο της χειροτονίας του σε επίσκοπο: επί πατριαρχείας Νικολάου Α΄ του Μυστικού [7]. Ο Νικόλαος Α΄ πατριάρχευσε δύο φορές: μια πρώτη από το 901 ως το 907, μετά εξορίστηκε και επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο το 912 ως το θάνατό του το 925. Ο Θεόδωρος υπονοεί, χωρίς να είναι σαφής, ότι ο Πέτρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Άργους επί της δευτέρας πατριαρχείας, δηλ. μετά το 912[8]. Για το λόγο αυτό οι πηγές που αφορούν την επισκοπή Άργους και την επισκοπεία του αγίου Πέτρου πρέπει να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες : α) σε αυτές που γράφτηκαν προ του 900, β) σε αυτές που γράφτηκαν μετά το 1000, και γ) σε αυτές που γράφτηκαν κατά την περίοδο που έζησε ο Πέτρος.

Στις πρώτες ανήκει πρώτα ένα μολυβδόβουλλο που προέρχεται από τη σφραγίδα ενός Πέτρου επισκόπου Άργους. Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο. Όμως, παρά τη δυσχέρεια χρονολόγησης των μολυβδόβουλλων, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο ανάγεται στα μέσα του 9ου αι.[9] Πρόκειται λοιπόν για κάποιον άλλο Πέτρο επίσκοπο Άργους που επισκόπευσε περί τα τρία τέταρτα του αιώνα πριν από τον άγιο Πέτρο[10]. Από τα πρακτικά των συνόδων εξάλλου γνωρίζουμε ότι το 869 επίσκοπος Άργους ήταν ο Λέων[11] και ότι το 879 σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης μετείχαν ο Θεότιμος επίσκοπος Άργους και ο Ανδρέας επίσκοπος Ναυπλίου[12]. Προφανώς το Ναύπλιο είχε εξελιχτεί σε αξιόλογο αστικό κέντρο και είχε προαχθεί σε ανεξάρτητη επισκοπή, η οποία στη συνέχεια συνενώθηκε και πάλι με την επισκοπή Άργους, αφού λίγο αργότερα (περί τα τέλη του 9ου αι.) επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεόδωρος[13].

Από το 10ο αιώνα διαθέτουμε αρχικά τους Λόγους που αποδίδονται στον άγιο Πέτρο και που δεν είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν, τουλάχιστον όλοι, από τον ίδιο[14]. Όμως για το παρόν θέμα αυτό δεν έχει σημασία, αφού οι Λόγοι δεν περιέχουν κανένα ιστορικό στοιχείο που να αφορά τη βιογραφία το αγίου Πέτρου και ως εκ τούτου δε θα αναφερθώ σε αυτούς.

Από τον 10ο αι. προέρχεται επίσης ένα επίγραμμα του επισκόπου Αργείων Ιωάννη, ο οποίος κατασκεύασε μία αργυρή εικόνα του προκατόχου του Πέτρου, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου[15]. Πολλοί ερευνητές θεώρησαν ότι αυτός ο Πέτρος ήταν ο άγιος Πέτρος[16]. Όμως σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας τον άγιο Πέτρο διαδέχτηκε ένας μη κατονομαζόμενος επίσκοπος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Χριστόφορος[17]. Στον επισκοπικό κατάλογο του Άργους ο Ιωάννης, που διαδέχτηκε τον Πέτρο, στον οποίο αφιέρωσε την εικόνα, είχε διάδοχο του τον Νικόλαο[18]. Συνεπώς ο Πέτρος του επιγράμματος δεν είναι ο άγιος Πέτρος. Η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή πηγή για την ιστορία της επισκοπής Άργους δεν αφορά συνεπώς τον άγιο Πέτρο.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Ο Βίος του Αγίου Πέτρου, γραμμένος από τον Θεόδωρο Νικαίας [19], είναι η σημαντικότερη πηγή που διαθέτουμε αν και πολλές από τις πληροφορίες που παρέχει δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν από παράλληλες πηγές. Ο Θεόδωρος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα τέλη του 9ου αι. και υπήρξε μαθητής του αγίου Πέτρου. Χειροτονήθηκε από τον Πέτρο διάκονος, αλλά δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους, όπως υπέθεσαν μερικοί ερευνητές [20]. Άγνωστο σε ποια ηλικία, πάντως μετά το θάνατο του Πέτρου, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και τελικά χειροτονήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, της δεύτερης σε σπουδαιότητα μητρόπολης της αυτοκρατορίας.

Καχεκτικός και φιλάσθενος, είχε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χαρακτήρα. Διέθετε τεράστια μόρφωση, που απέκτησε στο Άργος. Επιρρεπής στην κολακεία και στις δολοπλοκίες, αναμείχτηκε σε συνομωσίες κατά των Λεκαπηνών που τελικά του στοίχισαν μία περίοδο εξορίας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ τον προόριζε για τον πατριαρχικό θρόνο, αλλά ο διάδοχός του Ρωμανός Β΄ προτίμησε άλλες λύσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει, συνέταξε το Βίο του Αγίου Πέτρου μετά την εκλογή του στη μητρόπολη Νικαίας[21]. Εκτός από το Βίο του αγίου Πέτρου έγραψε επιστολές από τις οποίες σώθηκαν τελικά 46. Ορισμένες από αυτές παρέχουν στοιχεία για την Αργολίδα και βοηθούν εμμέσως για να γνωρίσουμε τον άγιο Πέτρο.

Ο Θεόδωρος, στο Βίο του Αγίου Πέτρου ασχολείται περισσότερο με τη νεότητά του Πέτρου παρά με την περίοδο της επισκοπείας του. Σημειώνει ότι ο Πέτρος ήταν Κωνσταντινοπολίτης, ο τρίτος από τους τέσσερις γιους ευπόρων και ευγενών γονέων, των οποίων δεν παραδίδει τα ονόματα. Οι γονείς του Πέτρου εκτός από τους γιούς απέκτησαν και μία κόρη. Ο πρωτότοκος Παύλος, σε νεαρή ηλικία, έγινε μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας ως πνευματικό καθοδηγητή κάποιον Πέτρο. Το παράδειγμά του ακολούθησε σύντομα ο δευτερότοκος Διονύσιος. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα οι γονείς και οι κόρη έγιναν επίσης μοναχοί στη μονή στην οποία ο Παύλος ήταν ήδη ηγούμενος. Ο Πέτρος και ο νεότατος ακόμα Πλάτων με τη σειρά τους έγιναν μοναχοί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά όχι στη μονή του Παύλου[22].

Την ίδια περίοδο ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), αντιμετώπιζε προβλήματα για την πλήρωση των κενών επισκοπικών και μητροπολιτικών θέσεων που είχαν εκκενωθεί λόγω του σχίσματος της τετραγαμίας του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄. Ζήτησε από τον Πέτρο να δεχτεί τη θέση του μητροπολίτη Κορίνθου, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο πατριάρχης πρότεινε τότε στον Παύλο τη μητροπολιτική έδρα και αυτός δέχτηκε. Ο Πέτρος ακολούθησε τον αδελφό του στην Κόρινθο[23]. Λίγο μετά χήρεψε η επισκοπή Άργους. Αργείοι και Ναυπλιείς μετέβησαν στην Κόρινθο και ζήτησαν από το μητροπολίτη να χειροτονήσει τον Πέτρο στην επισκοπή Άργους. Ο τελευταίος όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα έφυγε σε κάποια μονή έξω από την Κόρινθο. Τελικά όμως η επιμονή των Αργείων και των Ναυπλιέων έκαμψαν την αντίστασή του και δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος[24]. Πότε ακριβώς ανέλαβε τα καθήκοντά του είναι άγνωστο.

Για το βίο του Πέτρου ως επισκόπου ο Θεόδωρος δεν αναφέρει σημαντικά πράγματα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ποίμνιό του, αλλά αυτό ήταν κάτι σύνηθες την εποχή εκείνη. Η κύρια αρετή του ήταν η φιλανθρωπία. Στάθηκε αρωγός στους πιστούς, όχι μόνο της Αργολίδας, αλλά στο μέτρο του δυνατού και των όμορων περιοχών. Όταν ένας λιμός ενέσκηψε στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της επισκοπείας του, διένειμε τρόφιμα από τα αποθέματα της επισκοπής[25]. Εξάλλου προσπαθούσε πάντοτε να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες από τις αυθαιρεσίες των διοικούντων και γενικά επενέβαινε όπου ήταν δυνατόν για να ανακουφίσει τους φτωχούς και τους αδύνατους[26].

Εξαγόραζε χριστιανούς αιχμαλώτους των αραβοκρητών πειρατών[27] και γενικά ήταν παρών σε κάθε δυσχέρεια των κατοίκων. Είναι βέβαιο ότι ίδρυσε στο Άργος σχολή στην οποία δίδαξε και ο ίδιος και στην οποία μαθήτευσε και ο Θεόδωρος[28]. Γενικά απέκτησε φήμη καλού ποιμενάρχη με αποτέλεσμα να προσέρχονται στο Χριστιανισμό οι τελευταίοι ειδωλολάτρες της Πελοποννήσου[29]. Αντίθετα δεν είναι αυτός που έκτισε τη Νέα, όπως πιστεύει ο Κ. Κυριακόπουλος, που συγχέει τον Άγιο Πέτρο με έναν εξίσου διάσημο Πέτρο Άργους που επισκόπευσε λίγα χρόνια μετά[30].

Ο Θεόδωρος, για να τονίσει την αγιότητα του Πέτρου γράφει ότι προέβλεψε το θάνατό του, βασικό στοιχείο αγιότητας κατά τη βυζαντινή περίοδο. Προέβλεψε εξάλλου ένα λιμό καθώς και μία εισβολή βαρβάρων που θα συνέβαινε μετά το θάνατό του[31]. Ο Θεόδωρος, που ήταν παρών την ώρα του θανάτου του Πέτρου, αναφέρει ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών[32], πληροφορία που χάνει σημαντικά από την ιστορική της αξία, αφού δεν είναι γνωστές οι ημερομηνίες ούτε του θανάτου ούτε της γέννησης του Πέτρου. Οι Ναυπλιείς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν το λείψανο του Πέτρου και να το θάψουν στον Ναύπλιο, αλλά οι Αργείοι προέβαλαν σθεναρή άρνηση. Ακολούθησε συμπλοκή στην οποία οι Αργείοι, ως πολυπληθέστεροι, επεκράτησαν[33]. Το σώμα τάφηκε στο Άργος στο αριστερό κλίτος μη κατονομαζομένου ναού[34]. Δεδομένου ότι απαγορευόταν ο ενταφιασμός σε ενοριακούς ναούς, πρέπει να δεχτούμε ότι ο ναός αυτός ήταν ή μοναστηριακός ή ιδιωτικός.  

Οι απόπειρες για τη χρονολόγηση του θανάτου του Πέτρου στηρίχτηκαν σε δύο ιστορικές λεπτομέρειες του Βίου: το μεγάλο λιμό και τις βαρβαρικές εισβολές. Δυστυχώς κανένα από το δύο αυτά γεγονότα δεν είναι σαφώς τοποθετημένο στο χρόνο. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη αναφέρει ένα λιμό κατά το έτος 927-928[35], αλλά είναι άγνωστο αν πρόκειται για τον ίδιο λιμό που μνημονεύει ο Θεόδωρος. Η βαρβαρική εισβολή και η επί τριετίαν κατοχή της Πελοποννήσου τοποθετείται από άλλους μεν μεταξύ του 924 και του 927[36] και από άλλους μεταξύ 922 και του 924[37], χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η ιστορικότητα αυτής της πληροφορίας αμφισβητείται[38]. Πάντως δεδομένου ότι ο Πέτρος ζούσε κατά το λιμό, ενώ είχε πεθάνει πριν από την εισβολή είναι σαφές ότι κάποια από τα στοιχεία του Θεόδωρου δε συνάδουν με τις πληροφορίες των άλλων πηγών.

Η αλληλογραφία του Θεόδωρου Νικαίας αφορά τον άγιο Πέτρο έμμεσα. Σε μία από τις επιστολές, που απευθύνει στον πατριάρχη Θεοφύλακτο, μιλά με περηφάνεια για την παιδεία που απέκτησε στο Άργος[39]. Με μία άλλη επιστολή που απευθύνει στο μητροπολίτη Κορίνθου Βασίλειο συνιστά την εκλογή του ιερομονάχου Βασιλείου στην κενή επισκοπή Άργους[40]. Ο Ν. Βέης υποθέτει ότι πρόκειται για τον Βασίλειο, τον 12ο επίσκοπο Άργους στον κατάλογο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, υπόθεση που δεν έχει κανένα στήριγμα στις πηγές[41].

Για τη συμμετοχή του Πέτρου στη σύνοδο που συγκάλεσε ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄ κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), με θέμα την τετραγαμία, υπάρχει η μαρτυρία των Πρακτικών της συνόδου[42]. Όμως ενώ γνωρίζουμε ότι η σύνοδος έγινε την Κυριακή 9 Ιουλίου, παραμένει υπό συζήτηση το έτος σύγκλησής της. Ο αρμοδιότερος για το θέμα V. Grumel την τοποθετεί άλλοτε στο 920[43] και άλλοτε στο 921/922[44].

Η πηγή αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα : πιστοποιεί ότι ο Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους τουλάχιστον το 920 και αποτελεί το σταθερό έδαφος για κάθε απόπειρα ακριβέστερης χρονολόγησης της επισκοπείας του.

Εξ όσων γνωρίζω, σώζονται τρία μολυβδόβουλλα επισκόπων Άργους που χρονολογούνται από το 10ο αι.: ένα του Νικολάου[45], ένα του Θεοδώρου[46]  και ένα του Γρηγορίου[47]. Η μαρτυρία τους δεν προσθέτει τίποτε στη βιογραφία του αγίου Πέτρου, ενώ είναι αδύνατο να ταυτιστούν τα μολυβδόβουλλα αυτά με κάποιον από τους επισκόπους του καταλόγου του Συνοδικού της Ορθοδοξίας[48].

Οι μετά το 1000 πηγές δίνουν μεν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον άγιο Πέτρο, αλλά η ιστορική τους αξία είναι μειωμένη εξαιτίας της χρονικής απόστασης που τις χωρίζει από τα γεγονότα.

Η πρώτη από αυτές, το λεγόμενο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, είναι ένα δευτερογενές κείμενο[49]. Μετά το τέλος της εικονομαχίας το 841, οι κατά τόπους επισκοπές συνέταξαν καταλόγους των ορθοδόξων αρχιερέων τα ονόματα των οποίων μακαρίζονταν την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το 13ο αι. οι κατάλογοι αυτοί συνενώθηκαν από την Πατριαρχική γραμματεία και αποτέλεσαν το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Για την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου, ένας σχολιασμένος κατάλογος των επισκόπων σώθηκε σε ένα χειρόγραφο των αρχών του 16ου αι. (τον Παρισινό κώδικα Gr. Suppl. 1090, f. 297r-v). Τον κατάλογο πιθανότατα αντέγραψε, από παλαιότερο χειρόγραφο, ο Ναυπλιεύς ιεροκήρυκας της μητρόπολης Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1581)[50]. Ο Ζυγομαλάς προσέθεσε ορισμένα εξαιρετικά χρήσιμα σχόλια,  τα οποία επιτρέπουν να τοποθετήσουμε στο χρόνο τους τελευταίους επισκόπους, πριν από την ανακήρυξη της επισκοπής Άργους σε μητρόπολη.

Ο κατάλογος του Συνοδικού αρχίζει με τον επίσκοπο Πέτρο, τον οποίο διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο επισκόπευσε ο Χριστόφορος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Πέτρος, ακολουθεί ο Ιωάννης, στη συνέχεια ο Νικόλαος, κλπ. Ο Κ. Κυριακόπουλος αναρωτήθηκε ποιος από τους δύο αυτούς Πέτρους είναι ο άγιος[51].

Υπάρχει βέβαια και ένας τρίτος Πέτρος, ο 11ος του καταλόγου, αλλά χρονικά αυτός δεν μπορεί να είναι ο άγιος Πέτρος. Το θέμα το περιέπλεξαν δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι το επίγραμμα του επισκόπου Ιωάννη, που, όπως προανέφερα, μιλά για μία εικόνα που ο Ιωάννης κατασκεύασε προς τιμή του προκατόχου του Πέτρου. Είναι καθαρό ότι αυτός είναι ο 4ος Πέτρος του καταλόγου, τον οποίο διαδέχτηκε ο Ιωάννης. Φαίνεται ότι αυτός ο Πέτρος ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα τον οποίο ο Ιωάννης, στον ποιητικό του οίστρο, ονομάζει άγιο, αλλά δεν είναι ο άγιος Πέτρος ο πολιούχος του Άργους. Γιατί, όπως προανέφερα, σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας, μετά τον άγιο Πέτρο επισκόπευσε κάποιος που ο Θεόδωρος δεν κατονομάζει, και στη συνέχεια στον επισκοπικό θρόνο ανήλθε ο Χριστόφορος. Άρα ο άγιος Πέτρος Άργους είναι ο πρώτος του καταλόγου.

Το δεύτερο στοιχείο που περιέπλεξε τα πράγματα είναι το σχόλιο, που όπως προανέφερα το προσέθεσε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Το σχόλιο δίνει για τον πρώτο Πέτρο του καταλόγου δύο ενδείξεις που όμως δεν συνάδουν. Σημειώνει ότι αυτός ο Πέτρος έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο και ότι χειροτόνησε πρεσβύτερο τον άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Η Πρωτοδευτέρα σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το Μάιο του 861, ενώ ο Θεοδόσιος, που γεννήθηκε το 862, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στα τέλη του βίου του, περί το 920. Δεν είναι δυνατό τα δύο αυτά γεγονότα να τοποθετηθούν στην επισκοπεία ενός προσώπου.

Προφανώς ο Ζυγομαλάς  συγχέει τον άγιο Πέτρο Άργους, που όπως θα λεχθεί στη συνέχεια χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Θεοδόσιο, και έναν προηγούμενο Πέτρο, στον οποίο ανήκει, όπως προελέχθη, ένα μολυβδόβουλλο και ο οποίος προφανώς έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο. Δυστυχώς τα Πρακτικά της Πρωτοδευτέρας συνόδου χάθηκαν και έτσι δε γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με αυτόν τον Πέτρο, που επισκόπευσε στο Άργος στα μέσα του 9ου αι., δηλ. περίπου εξήντα χρόνια πριν από τον άγιο Πέτρο.

Η τελευταία πηγή σχετική με τον άγιο Πέτρο, είναι ο Βίος του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου που έγραψε ο Ναυπλιεύς Νικόλαος Μαλαξός στα μέσα του 16ου αι.[52] Ο Μαλαξός αναφέρει ότι ο Θεοδόσιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 862. Η ακρίβεια της χρονολόγησης, φαινόμενο σπανιότατο για βίο αγίου, πείθει ότι ο Μαλαξός αντέγραψε κάποιο αρχαιότερο κείμενο που χάθηκε. Παράλληλα βασίστηκε στην εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης και ίσως σε αρχειακό υλικό.

Κατά τον Μαλαξό, ο Πέτρος, επίσκοπος Άργους, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη για να λάβει μέρος σε μια σύνοδο. Όμως δε αναφέρει ούτε το όνομα του πατριάρχη που συγκάλεσε τη σύνοδο, ούτε για ποιον Πέτρου Άργους πρόκειται. Ο Νικόδημος Αγιορείτης, στην έκδοση του Βίου, προσέθεσε σε παρένθεση, μετά το όνομα του Πέτρου, ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο Άργους που η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Μαΐου[53]. Όσο και αν η υπόθεση του Νικοδήμου φαίνεται λογική, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν προέρχεται από το συντάκτη του Βίου του Αγίου Θεοδοσίου.

Όμως οφείλουμε να δεχτούμε ότι αν ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 862, ο μόνος επίσκοπος Άργους με το όνομα Πέτρος στον οποίο αναφέρεται ο βιογράφος του είναι ο άγιος Πέτρος και ο μόνος πατριάρχης που μπορεί να κάλεσε τον Πέτρο στην Κωνσταντινούπολη είναι ο Νικόλαος Α΄. Πρόκειται συνεπώς για τη σύνοδο που ασχολήθηκε με το θέμα της τετραγαμίας, για την οποία έγινε ήδη λόγος.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Κατά το Βίο του Αγίου Θεοδοσίου, εχθροί του οσίου τον κατηγόρησαν στον Πέτρο ως μάγο και απατεώνα. Ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε αμέσως με το θέμα, γιατί έπρεπε να φύγει για τη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη σύνοδο, και ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει, είδε στον ύπνο του τον Θεοδόσιο που του είπε ότι άδικα τον κατηγορούσαν. Ξύπνησε ταραγμένος, ενώ την ίδια στιγμή ένας απεσταλμένος του πατριάρχη του ανακοίνωσε ότι ο πατριάρχης ήθελε οπωσδήποτε να τον δει πριν φύγει. Στο πατριαρχείο ο πατριάρχης του είπε ότι είδε στον ύπνο του έναν Θεοδόσιο, μοναχό στην Αργολίδα, που του παραπονέθηκε ότι κατηγορήθηκε άδικα στον επίσκοπό του. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι ο Θεοδόσιος ήταν άγιος και ο πατριάρχης ζήτησε από τον Πέτρο, μόλις επιστρέψει στο Άργος, να επισκεφτεί τον Θεοδόσιο και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο, πράγμα που ο Πέτρος έκανε.

Η συνάντηση Πέτρου και Θεοδοσίου και η χειροτονία του τελευταίου πρέπει συνεπώς να τοποθετηθεί μετά τη σύνοδο του 920 ή του 922 και με βάση αυτά τα δεδομένα πρέπει να  τοποθετηθεί και ο θάνατος του Πέτρου. Ορισμένοι ιστορικοί θέλησαν να χρονολογήσουν ακριβέστερα το θάνατο του Πέτρου με βάση το έτος της εισβολής που αναφέρει ο Θεόδωρος Νικαίας στο Βίου του Πέτρου. Η χρονολόγηση αυτή αποτελεί έναν πραγματικό φαύλο κύκλο, δηλ. στηρίζεται στο Βίο του Θεοδοσίου για να χρονολογηθεί ο θάνατος του Πέτρου και εν συνεχεία χρονολογείται η εισβολή που συνέβη αμέσως μετά το θάνατο του Πέτρου και τέλος επαναχρονολογείται ο θάνατος του Πέτρου με βάση τη χρονολόγηση της εισβολής.

Φυσικό είναι να θέσει κάποιος το ερώτημα αν οι πληροφορίες αυτές του Μαλαξού είναι ιστορικά αξιόπιστες. Νομίζω ότι τα περί του κοινού ονείρου αποτελούν ένα από τους γνωστούς κοινούς τόπους των βίων αγίων και δεν έχουν καμιά ιστορική αξία. Ότι όμως ο Πέτρος χειροτόνησε τον Θεοδόσιο πρεσβύτερο εδράζεται στη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης, αφού τη χειροτονία την αναφέρει και ο σχολιαστής του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Επειδή ο Θεόδωρος Νικαίας δεν κάνει λόγο για τον Θεοδόσιο στο Βίο του αγίου Πέτρου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο βιογράφος του αγίου Θεοδοσίου μεγαλοποίησε τα πράγματα για να τονίσει την αγιότητα του βιογραφουμένου.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Στην πραγματικότητα τα γεγονότα υπήρξαν πιο απλά. Ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι στην επαρχία του ζούσε κάποιος ερημίτης στον οποίο οι χριστιανοί απέδιδαν θαυματουργικές πράξεις. Όμως την εποχή εκείνη δεν ήταν σπάνιο διάφοροι απατεώνες να παριστάνουν τους αγίους, λόγος που προκάλεσε ανησυχία στον Πέτρο. Επειδή όμως έπρεπε να φύγει για την Κωνσταντινούπολη ανέβαλε την εξέταση της υπόθεσης. Επιστρέφοντας πήρε τις αναγκαίες πληροφορίες και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για σεβάσμιο πρόσωπο και τότε αποφάσισε να τον επισκεφτεί και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Με τη πράξη αυτή ενέταξε τον Θεοδόσιο στον κλήρο της επισκοπής του.

Αργότερα, όταν και ο Πέτρος και ο Θεοδόσιος ανακηρύχτηκαν επίσημα άγιοι της Ορθόδοξης εκκλησίας, γράφτηκε η βιογραφία του Θεοδοσίου στην οποία εντάχτηκαν ορισμένοι θρύλοι, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει με τη βιογραφία του Πέτρου που είχε ήδη γραφτεί αμέσως μετά το θάνατό του από τον Θεόδωρο Νικαίας.

Προσπάθησα να δώσω στον περιορισμένο χρόνο και στα πλαίσια μιας διάλεξης τα στοιχεία που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο και να τα αξιολογήσω ανάλογα με την εποχή από την οποία προέρχονται και ανάλογα με τη φύση των πηγών που τα παραδίδουν.

Μετά την αναλυτική παρουσίαση των πληροφοριών, είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί ένα είδος ιστορικής σύνθεσης, που να συνοψίζει τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία της βιογραφίας του Πέτρου. Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γόνος ευκατάστατων γονέων έτυχε καλής εκπαίδευσης. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του παραμένει άγνωστη. Δεδομένου ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών περί το 922, η γέννησή του, με βάση αυτό το κριτήριο, θα πρέπει να τοποθετηθεί περί το 852.

Προφανώς η οικογένεια του Πέτρου ανήκε πολιτικά στους ενάντιους του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ και στους υποστηρικτές του πατριάρχη Νικόλαου Α΄. Ίσως για το λόγο αυτό όλα τα μέλη της προτίμησαν την ασφάλεια της μοναστικής ζωής κατά την περίοδο που οι οπαδοί του πατριάρχη Νικόλαου Α΄ διώκονταν δηλ. μεταξύ του 907 και του 912. Το 912, λίγο μετά το θάνατο του Λέοντα Στ΄ και την επάνοδο του Νικολάου στον πατριαρχικό θρόνο, ο Παύλος, πρεσβύτερος αδελφός του Πέτρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κορίνθου.

Ο Πέτρος τον ακολούθησε στην επαρχία και για ορισμένο χρόνο, άγνωστο πόσο, μόνασε στην Κόρινθο. Παρά την αρχική του άρνηση, τελικά δέχτηκε τον επισκοπικό θρόνου Άργους και Ναυπλίου. Υπήρξε εξαίρετος ποιμενάρχης, δίκαιος και φιλάνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε τα γράμματα και την παιδεία. Η γνωριμία του με τον Θεοδόσιο το Νέο υπήρξε μάλλον συμπτωματική. Πέθανε μετά το 920 ή μετά το 922, ενώ οι πιστοί του τον θεωρούσαν ήδη άγιο. Το σκήνωμά του έγινε αιτία συμπλοκής μεταξύ Αργείων και Ναυπλιέων. Τελικά τάφηκε στο Άργος σε άγνωστο ναό.

Τα οστά του έμειναν εκεί επί αιώνες, ως την μεταφορά τους στη Δύση από τους Βενετούς τον 16ο αι. για να επιστρέψουν και πάλι στο Άργος πρόσφατα. Ιδού ό,τι τελικά γνωρίζουμε για τη λαμπρή αυτή προσωπικότητα που τόσο στενά συνδέθηκε με την Αργολίδα και ιδιαίτερα με την πόλη του Άργους.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος καθηγητής του Université Catholique de Louvain

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους», Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012. 

 
Υποσημειώσεις

[1] Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[2] Π. χ. οι μονογραφίες ή τα άρθρα των ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑ, Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου, του θαυματουργού, Αθήνα, 1870, Χ. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ο  πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, Αθήνα, 1908, ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίου, από συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Άργος, 1957, ΙΔΙΟΥ, Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους και ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, εις Αργειακόν Βήμα, της 8ης και 15ης Μαΐου 1966, Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, 4η έκδ. Αθήνα, 1991, Πρωτοπρεσβύτερου Γ. ΣΕΛΛΗ, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους σημειοφόρος και θαυματουργός. 852-922 από γεννήσεως Χριστού, Άργος, 2008, Αρχιμανδρίτου Κ. ΚΟΡΟΜΠΟΚΗ, Ιερά Ακολουθία επί τη μετακομιδή των ιερών λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Πέτρου επισκόπου Άργους του θαυματουργού, Άργος, 2008, κλπ.

[3] Βλ. π.χ. K. KRUMBACHER, Geschichte der byzantinischen Litteratur von Justinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο, 1897, σελ. 167 και σελ. 196, το λήμμα του ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Πέτρος. Επίσκοπος  Άργους, εις Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 10, Αθήνα, 1967, στήλ. 369-371, το λήμμα του A. KAZDAN, Peter of Argos, εις Oxford Dictionary of Byzantium, Οξφόρδη, 1991, στήλ. 1638-1639, το λήμμα του Μ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ, Πέτρος όσιος Άργους, εις Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου, Αθήνα, 1998, σελ. 339-340, κλπ.

[4] Ενδεικτικά αναφέρουμε τις σημαντικότερες μελέτες : Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, εις Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος, 2 (1885), σελ. 32-38, Σ. ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, εις Νέος Ελληνομνήμων, 1-2 (1914-1915), σελ. 122-123, Ι. ΖΕΓΚΙΝΗΣ, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος, 2η έκδ. 1968, Α. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, Αθήνα, 1955, Αγνή ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Συμβολή στην  ιστορία της μητροπόλεως Άργους, εις Πρακτικά του Β΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989, σελ. 405-411, P. YANNOPOULOS, Ο επισκοπικός κατάλογος του βυζαντινού ΄Αργους, εις Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Άργος – Ναύπλιον, 6-10 Σεπτεμβρίου 1995), τόμ. Β΄, Αθήνα, 1998, σελ. 361-368, Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η περιστασιακή  επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 3 (1998), σελ. 20-42, ΙΔΙΟΥ, Ο Ναυπλιεύς Θεόδωρος Νικαίας, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 4 (2000), σελ. 117-169, ΙΔΙΟΥ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας για την Αργολίδα, εις Βυζαντινός Δόμος, 10-11 (1999-2000), σελ. 149-162,  Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δαναός και  Άγιος Πέτρος, εις Δαναός 1894-1994, Άργος, 2η έκδ. 2007, σελ. 9-15, Βούλα ΚΟΝΤΗ, Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο, εις Σύμμεικτα, 15 (2002), σελ. 131-148.

[5] Εξαίρεση αποτελεί η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (www.argolikivivliothiki.gr), με καταχωρημένες ενυπόγραφες αναρτήσεις, αλλά χωρίς παραπομπές.

[6] Παραλείπουμε κάποιες μη βιογραφικού χαρακτήρα εργασίες, όπως π.χ.  τα άρθρα των Ν. ΒΕΗ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών και τα σχετικά σχόλια του Αρέθα Καισαρείας, εις Ελληνικά, 1 (1928), σελ. 337-370, V. VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos and its Historical Significance, εις Traditio, 5 (1947), σελ. 163-191, Α. ΓΛΑΡΟΥ, Το μυστήριο της θείας οικονομίας και η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Αγίου Πέτρου επισκόπου  Άργους, εις Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 44 (2009), σελ. 343-354.

[7] Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση του Βίου του Αγίου Πέτρου Άργους από τον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 238, § 8.

[8] Ένθ. αν. ο Θεόδωρος τονίζει ότι ο Νικόλαος εξορίστηκε εξαιτίας της σθεναρής στάσης του στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος Στ΄, σημείωση που υπονοεί ότι η χειροτονία του Πέτρου πρέπει να τοποθετηθεί στη δεύτερη πατριαρχεία του Νικολάου.

[9] Το μολυβδόβουλλο εκδόθηκε αρχικά από τον G. SCHLUMBERGER, Sceaux byzantins inédits, εις Revue des Etudes byzantines, 4 (1891), σελ. 118, αριθ. 42, εν συνεχεία από τον Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, Αθήνα, 1917, σελ. 23, και τέλος από τον V. LAURENT, Le Corpus des sceaux de l’empire byzantin, V-I-3 : L’Eglise, Παρίσι, 1963-1972, αριθ. 571.

[10] Τη χρονολόγηση αυτή δέχονται οι εκδότες του μολυβδόβουλλου, αλλά επίσης οι ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 171.

[11] J. D. MANSI, Sacrorum Consiliorum nova et amplissima collectio, Βενετία και Φλωρεντία, 1759-1798, τόμ. 11, στήλ. 645.

[12] MANSI, τόμ. 17Α, στήλ. 377.

[13] N. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Ο Βίος του Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων, εις Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου, Αθήνα, 1967, τόμ. I, σελ. 283.

[14] Τους Λόγους δημοσίευσε αρχικά ο E. RICKENBACH, Storia e scritti di S. Pietro d’Argo, Ρώμη, 1899, και στη συνέχεια ο Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[15] Βλ. το κείμενο του επιγράμματος στον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 424. Το επίγραμμα παραδίδει ο Ελληνικός Αμβροσιανός  κώδικας 668.

[16] Την άποψη αυτή δέχεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 424-428, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[17] Κριτική έκδοση της αλληλογραφίας από τον  J. DARROUZES, Epistoliers byzantins du Xe siècle (Archives d’Orient Chrétien, 6) Παρίσι, 1960. Η αλληλογραφία του Θεοδώρου έχει κατά καιρούς επισύρει την προσοχή των ερευνητών, βλ. σχετικά εις  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 118, σημ. 4. Στο θέμα της διαδοχής του αγίου Πέτρου αναφέρεται στην επιστολή 15.

[18] Βλ. τον Πίνακα 2 του Παραρτήματος, με τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου.

[19] Τη βιογραφία του Θεοδώρου καθώς και την περί το πρόσωπό του βιβλιογραφία βλ. εις ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 117 κ. ε.

[20] Την άποψη αυτή δέχονται αβασάνιστα ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 436 και ο N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von Nikaia, εις Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, 6 (1927-1928), σελ. 386-387. Όμως ο Θεόδωρος (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1) γράφει ότι έτυχε από τον  Πέτρο «και αυτής ιερωσύνης» όταν ενηλικιώθηκε, αλλά δεν είναι σαφής σε ποιο βαθμό της ιερωσύνης τον χειροτόνησε ο Πέτρος. Το γεγονός ότι χειροτονήθηκε στο βαθμό του επισκόπου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, σημαίνει ότι δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους.

[21]  Στο Βίο Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1, ο Θεόδωρος σημειώνει ότι καθυστέρησε να γράψει τη βιογραφία εξαιτίας των περιπέτειών του, ενώ στη σελ. 254,  § 25, σημειώνει πως όταν συνέταξε τελικά τη βιογραφία του διδασκάλου του ήταν επίσκοπος. Η χειροτονία του Θεοδώρου στον επισκοπικό βαθμό τοποθετείται μετά το 945, βλ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας, σελ 150, σημ. 5.

[22] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232,  § 3-σελ. 236, § 6. Ο Θεόδωρος δεν παραδίδει τα ονόματα των γονέων, αλλά ούτε και της κόρης τους. Για την κόρη αναφέρει μόνον ότι ήταν σε νέα ηλικία και ανύπανδρη, όταν πήγε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος σημειώνει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 234, § 5) ότι  πριν ακόμα ο Πέτρος και ο Πλάτων να γίνουν μοναχοί, οι  γονείς τους και η αδελφή τους  ήταν «μακαρίως αναπευσάμενοι». 

[23] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 238, § 8-9. Στην Κόρινθο ο Πέτρος εγκαταστάθηκε σε κάποιο μη κατονομαζόμενο μοναστήρι  εκτός πόλεως.

[24] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους,  σελ. 238-240, § 9-10 : την άρνηση του Πέτρου έκαμψαν οι Αργείοι και οι Ναυπλιείς τονίζοντάς του ότι εξαιτίας της χηρείας της επισκοπής, δεν υπήρχαν χειροτονίες πρεσβυτέρων με αποτέλεσμα τα μεν παιδιά να μένουν αβάπτιστα, οι δε νεκροί να θάπτονται χωρίς ιερολογία.

[25] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 13. Ο Θεόδωρος πάντως υπογραμμίζει (σελ. 242, § 12) ότι εκτός από την περίοδο του λιμού, η επισκοπή ΄Αργους βοηθούσε όλους τους πρόσφυγες που εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών  εγκατέλειπαν τις εστίες τους.

[26] Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 246-248, § 16) την περίπτωση μιας ιδιαίτερα όμορφης απελεύθερης που την εκμεταλλευόταν  ο «στρατηγός» της Πελοποννήσου. Ο Πέτρος τον υποχρέωσε να την ελευθερώσει. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται μάλλον για κοινό τόπο, γιατί ο στρατηγός Πελοποννήσου δεν έδρευε στο Άργος.

[27] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Βλ. P. YANNOPOULOS, Byzantins et Arabes dans l’espace grec aux IXe et Xe siècles selon les sources hagiographique locales et contemporaines, εις  East and West. Essays  on Byzantine and Arab Worlds in the Middle Ages, έκδ. J. P. Monferrer-Sala, V. Christides, Th. Papadopoullos (= Gorgias Eastern Christian Studies, 15 (2009), σελ. 91-105.

[28] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1. Εξάλλου στην Επιστολή 39, ο Θεόδωρος δηλώνει ότι απέκτησε την κλασική παιδεία, για την οποία υπερηφανευόταν, στο Άργος.

[29] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Ο Θεόδωρος δε δίνει περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση αυτών των ειδωλολατρών, πιθανόν να πρόκειται για τα τελευταία ειδωλολατρικά υπολείμματα των Σλάβων που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο των εισβολών τον 7ο αι.

[30] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 427, ο οποίος υιοθετεί επί του προκειμένου την άποψη του ΖΕΓΚΙΝΗ, Το Άργος, σελ. 294.

[31] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 248-450, § 19.

[32] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 250, § 20.

[33] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 252, § 22.

[34] Ο Κ. Κυριακόπουλος στη νεοελληνική μετάφραση του Βίου Αγίου Πέτρου Άργους (σελ. 253, § 22) θέτει εντός παρενθέσεως «του ναού (της Θεοτόκου)», επειδή όχι μόνο δέχεται λανθασμένα ότι ο άγιος Πέτρος οικοδόμησε τη Νέα με σκοπό να ταφεί μέσα στο ναό, αλλά  δέχεται επίσης, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι η Νέα ήταν ο ναός της Θεοτόκου.

[35] Συνεχιστής του Θεοφάνη, έκδ. I. BEKKER, στο Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1838, σελ. 417-418.

[36] Την άποψη αυτή δέχονται ο ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και ο VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 163-191, οι οποίοι σχετίζουν την πληροφορία με τις βουλγαρικές επιδρομές στη νότια Ελλάδα επί Συμεών.

[37] Την άποψη αυτή υποστηρίζουν ο P. ORGELS, En marge d’un texte hagiographique. La Vie de S. Pierre d’Argos, 19: La dernière invasion slave dans le Péloponnèse, εις Byzantion, 34 (1964), σελ. 271-287, και ο R. J. H. JENKINS, The Date of the Slav Revolt in Peloponnese under Romanus I, εις Late Classical and Medieval Studies in Honor Albert Mathias Friend Jr., Πρίνσετον, 1955, σελ. 204-211, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για επανάσταση των Σλάβων της Πελοποννήσου.

[38] Ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 12) και άλλες βαρβαρικές επιδρομές στην Πελοπόννησο ζώντος του αγίου Πέτρου. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον δεν πρόκειται για κοινό τόπο, που ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται με επιδεξιότητα ανάλογα με τις περιπτώσεις.

[39] Επιστολή 39.

[40] Επιστολή 43.

[41] N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von  Nikaia, σελ. 385.

[42] MANSI, τόμ. 18, στήλ. 331.

[43] V. GRUMEL, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople. I : Les actes des patriarches, τόμ. 2-3 : Les regestes de 715 à 1204, Παρίσι, 1η έκδ. 1972, 2η έκδ. 1989, αριθ. 669. Με την άποψη αυτή φαίνεται να τάσσεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 434.

[44]  Ένθ. αν., αριθ. 641.

[45] Πρόκειται για μολυβδόβουλλο του Μουσείου Κορίνθου, βλ. LAURENT, Corpus des sceaux de l’empire byzantin, αριθ. 573.

[46] Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 82 μολυβδόβουλλο του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών που δημοσίευσε ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, αριθ. 82.

[47] Το μολυβδόβουλλο εξέδωσαν οι J. NESBITT και N. OIKONOMIDES, Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art, τόμ. 2 : South of the Balkans, the Islands, South of Asia Minor, Ουάσιγκτον, 1994, αριθ. 24.1.

[48] Ο επισκοπικός κατάλογος (βλ. Πίνακα 2 του Παραρτήματος) αναφέρει δύο επισκόπους με το όνομα Νικόλαος (ο 6ος και ο 16ος του καταλόγου), δύο με το όνομα Θεόδωρος (ο 9ος και ο 20ος του καταλόγου) και δύο με το όνομα Γρηγόριος (ο 15ος και ο 18ος του καταλόγου).

[49] Οι παραπομπές γίνονται στην κριτική έκδοση του Συνοδικού από τον J. GOUILLARD, Le Synodikon de l’Orthodoxie, εις  Travaux et Mémoires, 2 (1967).

[50] O ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 415-416, υιοθετεί τη χρονολόγηση του καταλόγου της Παρισινής βιβλιοθήκης που, με βάση τα παλαιογραφικά δεδομένα, τοποθετεί την αντιγραφή του κώδικα στο 15ο αι. Όμως ο κώδικας παραδίδει επίσης τη βιογραφία του Σταυρακίου Μαλαξού, που  συνέγραψε ο Ιωάννης  Ζυγομαλάς. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν ο κώδικας να χρονολογηθεί από τον 15ο αι. Για την ιστορία του κώδικα βλ. Ch. ASTRUC και M. L. CONCASTRY, Catalogue des manuscits grecs, III : Le Supplément grec, τόμ. 3, Παρίσι, 1960, σελ. 214-215. Τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου του κώδικα δημοσίευσε αρχικά ο ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, σελ. 32-38 και εν συνεχεία ο ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, σελ. 122-123. Ο P. SCHREINER, Die byzantinischen Kleinchroniken I (= Corpus Fontium Historiae Byzantinae, XII/1 : Chronica byzantina breviora), Βιέννη, 1975, αριθ. 32,6, σελ. 229, δημοσίευσε τον σχολιασμένο από τον Ζυγομαλά κατάλογο ως Βραχύ χρονικό.

[51] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 416-417.

[52] Το Βίο δημοσίευσε  ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέον Εκλόγιον, 1η έκδ. Βενετία, 1803, σελ. 183-192, 2η έκδ. Κωνσταντινούπολη, 1863, σελ. 164-172. Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση της Κωνσταντινούπολης. Η πληρέστερη μελέτη περί του Νικολάου Μαλαξού παραμένει του Π. Π. ΠΕΤΡΗ, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (1500ci-1594), εις Πελοποννησιακά, 3-4 (1958-1959), σελ. 348-375. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. P. YANNOPOULOS, Hosios Théodose le Jeune : Personnage historique ou légentaire ?, εις Byzantion, 76 (2006), σελ. 372-401.

[53] Βίος Αγίου Θεοδοσίου,  σελ. 165.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Εικονοστάσια


 

«… Από τη μικρότητα του τόπου,

ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δυνάμεις,

θέλει να έβγουν οι μεγάλες ουσίες».

(Δ. Σολωμός. Ποιήματα και πεζά, Αθήνα, Εξάντας 1990)

 

Εικονοστάσι στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας

θεός και άνθρωπος είναι οι δύο πόλοι της θρησκείας. Υπερβατικό το ένα στοιχείο της πραγματικότητας και ενδοκοσμικό το άλλο, το θείο και το ανθρώπινο συνιστούν τις παραμέτρους της έννοιας του ιερού. Το ανθρώπινο αναφέρεται στο θείο με δύο διαφορετικούς τρόπους: θετικά και αρνητικά. Η θετική στάση συνιστά το θεϊσμό και η αρνητική τον αθεϊσμό.

Καλούμαστε να προλογίσουμε, αυτό – που κατά την ταπεινή μας γνώμη – ανήκει στην πρώτη περίπτωση αγγίζοντας την υπερβολή ίσως: τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια, κατά τη λαϊκή έκφραση. Η ύπαρξή τους έχει λόγο: υποδηλώνει την επιθυμία να εξιλεωθεί το θείο, την επισήμανση κάποιου ιερού τόπου ή τέλος, την ανάμνηση κάποιου καλού ή κακού γεγονότος. Για τους λόγους αυτούς ίσως να μην ήταν άστοχη η ονομασία «μαρτύρια».

Η κατασκευή ενός «προσκυνηταριού» υπερβαίνει τις «καθ’ ύλην» υποχρεώσεις του πιστού, ο οποίος πραγματοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιπλέον προσφορά στο θείο. Τα ιδιότυπα αυτά μνημεία συνίστανται από έναν στοιχειώδη δομικό πυρήνα με μικρές διαστάσεις, που έχει απαραιτήτως στην κορυφή του το χριστιανικό σταυρό.

Ο πυρήνας αυτός περιλαμβάνει στους κόλπους του δύο κοιλότητες, το εικονοστάσι και τον κορμό για τις ελεημοσύνες, κάτι που παλαιότερα υπήρχε στα περισσότερα προσκυνητάρια, όπου οι πιστοί έριχναν τον όβολό τους. Στον επάνω χώρο φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το προσκυνητάρι, το λάδι και όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του καντηλιού.

 

Εικονοστάσι στη Μιδέα Αργολίδας

 

Υπάρχει πληθώρα προσκυνηταριών, που συναντά κανείς διάσπαρτα στην πατρίδα μας, τα περισσότερα στην ύπαιθρο χώρα, κυρίως στο κεντρικό και επαρχιακό δίκτυο.  Οι ιδιότυποι αυτοί ιεροί χώροι έχουν ποικίλη μορφή και περιεχόμενο. Ως ταπεινά ναΐδρια καταθέτουν τη «μαρτυρία» και τον πόνο των ανθρώπων. Όσον αφορά στη διαμόρφωση των προσκυνηταριών, κυρίαρχο ρόλο έχουν τα διαθέσιμα δομικά υλικά του χώρου της κατασκευής τους, τα οικονομικά μέσα και τέλος, η έμφυτη αισθητική του λαϊκού τεχνίτη που αναλαμβάνει την κατασκευή τους.

Ο συνδυασμός των παραπάνω προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία των μορφών και τη διαφορετική τεχνοτροπία του ενός από το άλλο, ώστε πολλές φορές η ποιότητά τους να είναι αμφίβολη και η αισθητική τους αμφισβητήσιμη. Σε μερικές περιπτώσεις, χωρίς υπερβολή, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σε όμοιες μορφές ομάδες και άλλοτε πάλι, με κάποια γεωγραφική συνοχή.

 

Εικονοστάσι στην Αρχαία Επίδαυρο

 

Εκφράζουν πηγαία συναισθήματα. Και κυρίως, συνοψίζουν την ιδιότυπη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτό φαίνεται στα κοιλώματα των δένδρων, στα βραχώδη τοιχώματα, στα μικρά σπήλαια και σε όλα αυτά τα απίθανα μέρη που επιλέγει η ανθρώπινη παρόρμηση, για να καταθέσει την ψυχή της. Αξιοσημείωτο είναι το ότι συναντάμε προσκυνητάρια ακόμα και έξω από την Ελλάδα.

Να σημειωθεί επίσης ότι στην εκκλησιαστική τέχνη η Πίστη προηγείται, ενώ η Τέχνη κυριαρχείται από αυτήν. Δεν εκφράζονται ατομικά συναισθήματα, αλλά συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου» μυστηρίου που «εισέβαλε» στην ιστορική πραγματικότητα «διά την ημετέραν σωτηρίαν», γι’ αυτό και διατηρείται η ανωνυμία του εκκλησιαστικού καλλιτέχνη, ακόμη και αν είναι γνωστός.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

  

 

Προς τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.



Υφαντήριο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

 

Υποσημειώσεις

 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 


Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης

 

  

Το προσκύνημα στους Αγίους Αναργύρους, το γραφικό Μοναστήρι της Ερμιόνης, για όλους τους πιστούς της περιοχής, μαζί με τη θρησκευτική του ιερότητα, πρόσφερε και τη θεραπευτική του ωφέλεια. Τα νερά της πηγής του φημίζονταν πάντα για ιαματικά. Γιατρεύουν την ψαμμίαση, τη λιθίαση, κάθε νόσημα του ήπατος, της σπλήνας και των νεφρών. Μια πολύτιμη ιδιότητα που εκπορεύεται μέσα από τα έγκατα της γης, χρόνια και χρόνια τώρα, από την ελληνική αρχαιότητα ακόμη. Δεν είναι δύσκολο να συνδέσει κανείς τα προσκυνήματα και τις εκατονταετίες, σε μια μακριά αλυσίδα ευλάβειας και πίστης προς την ιαματική δύναμη του Θεού. Από τον Ασκληπιό ως τους Αγίους Αναργύρους, μια ατέλειωτη σειρά ανθρώπινων καημών, που οδεύει προς τη μεγάλη ελπίδα της ζωής. Και δεν είναι αβάσιμη η υπόθεση, πως σε ναό του Ασκληπιού επάνω, θα πρωτοχτίστηκαν οι Άγιοι Ανάργυροι, που συνεχίζουν με την ιδιότητά τους των θεραπευτών την παράδοση. (Ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. αναφέρει Ασκληπιείο της Αλίκης – Αλιείς ή Χώρα των Αλιέων – της αρχαίας πολιτείας της χτισμένης στη νότια πλευρά του λιμένα Πορτοχέλι).

 

Το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, πάνω από το γαλήνιο κόλπο της Ερμιόνης - Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Περιγράφοντας όμως ο Παυσανίας τα ιερά της Ερμιόνης δεν αναφέρει κοντά της δικό της ναό του Ασκληπιού. Ωστόσο η Ερμιόνη, η πιο κοντινή πόλη, ζωντανή εξακολουθεί να συνεχίζει την εθνική της θρησκεία, με τα πολλά της ιερά, τους ωραίους ναούς, τα τελετουργικά της μυστήρια εκεί μέσα στο ιερό της το περίφημο, της Χθόνιας Δήμητρας – κοντά το χάσμα της γης απ’ όπου ο Ηρακλής έφερε από τον Άδη τον Κέρβερο. Όπως την είδε ο περιηγητής τη νεότερη Ερμιόνη, πάνω στο λόφο του Πρωνός, και την αρχαιότερη στην άκρη προς το Ποσείδιο, εγκαταλειμένη πια. Χίλια εφτακόσια χρόνια από τότε, η Ερμιόνη συνέχισε αδιάκοπα τη ζωή της, ακολουθώντας τη μοίρα της Αργολίδας μ’ όλες τις ξένες κυριαρχίες. Τ’ όνομά της αλλάχτηκε ύστερα από τη Φραγκοκρατία σε Καστρί: από το κάστρο της που χτίστηκε κοντά στον Άγιο Νικόλα και από πέτρες αρχαίων τειχών και χτιρίων.

Σε καίριο σημείο πάντα έζησε και πρόσφερε στο Εικοσιένα με δικούς της οπλαρχηγούς (τους Μητσαίους). Κι’ αξιώθηκε να γίνει για λίγο έδρα της πρώτης Ελληνικής Κυβερνήσεως. Υπάρχει ακόμη το σπίτι που έγινε η έναρξη της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως (11.2.1827). Τώρα και πάλι με το αρχαίο της πελασγικό όνομα, είναι μια ευχάριστη μικρή πολιτεία, με 2500 ανθρώπους, με ζωή μικτή, αγροτική-ναυτική, και με τουριστική μοίρα. Γεμάτη μνήμες της αρχαιότητας και καθαρό νησιώτικο πρόσωπο, τριγυρισμένη από διπλές θάλασσες και περιβόλια, παραστέκει το ωραίο της μοναστήρι με μιαν ευλάβεια που δεν ξεθώριασε.

Άγνωστο πότε χτίστηκε το μοναστήρι. Δεν υπάρχει μαρτυρία γραφτή να βεβαιώνει το χρόνο. Λέγεται του 11ου αι. Σύμφωνα με την παράδοση ο Δημ. Γ. Βούλγαρης, πρωθυπουργός της Ελλάδος, διαβεβαίωνε ότι είχε δει διάφορες σημειώσεις πάνω σε μεμβράνη όπου αναγραφόταν ότι η μονή είχε χτισθεί τον 11ο αι. Τις σημειώσεις αυτές είχε δείξει στο Βούλγαρη ο ηγούμενος τότε των Αγ. Αναργύρων Χατζή Μακάριος Μπουφογγέλης (1809-1825).*

Το πιο παλιό τμήμα της Μονής είναι ο ίδιος ο βυζαντινός ναός  της, με όλες τις αλλαγές, τις μετατροπές και τις επιδιορθώσεις. Μερικοί χρονολογούν τη Μονή του 14ου αι., ενώ φέρουν τα χτίσματα της του 17ου, παρ’ όλο που αναγνωρίζουν ότι τμήματα των τοιχογραφιών της έχουν αγιογραφηθεί παλιότερα.** Παλαιοχριστιανικά διακοσμητικά θέματα, σε τεμάχια, ένθετα στο εξωτερικό του ναού κι’ αλλού, είναι μια μαρτυρία για τη σύνδεση των χτισμάτων με αρχαιότερα που προϋπήρξαν στον ίδιο χώρο.

Ό,τι γνωρίζουμε για τη ζωή και τη λειτουργία των Αγίων Αναργύρων, από γραφτά στοιχεία, αρχίζει από τον 17ο αι. και εδώ. Πολύτιμη η μικρή ιστορική μελέτη του Ιωαν. Βασιλείου, που αναφέραμε, για όλη την περιοχή, και για τη Μονή των Αγίων Αναργύρων ιδιαίτερα, γιατί ο συγγραφέας, στάθηκε κοντά στα γεγονότα του περασμένου αιώνα, τόσο από διηγήσεις συγχρόνων του όσο κι’ από προσωπική επαφή με το χώρο του μοναστηριού, που μελέτησε με αγάπη και γνώση – υπήρξε νομικός. Χρησιμεύει και εδώ, στον περίπατο αυτό προς το κοντινό παρελθόν, σε ότι μπόρεσε να διευκολύνει την ένωση των πιο σημαντικών γεγονότων της ζωής αυτού του Μοναστηριού.

Η Μονή των Αγίων Αναργύρων προσελκύει και σήμερα μέγα πλήθος στα πανηγύρια της: την πρώτη Ιουλίου, την πρώτη Νοεμβρίου και στις δεκατέσσερις του ίδιου μήνα (γιορτή του Αγ. Κωνσταντίνου του Νέου της Ύδρας). Προπαντός στο καλοκαιρινό της και κύριο πανηγύρι, έρχονται από όλη την Ερμιονίδα, από τις Σπέτσες και την Ύδρα, οι πανηγυριώτες. Είναι η εποχή, είναι η θαυμάσια διαδρομή – απ’ όλες τις αφετηρίες η φύση λυρική κι’ ανάλαφρη. Είναι η ίδια η ομορφιά του Μοναστηριού, η θέα που προσφέρει. Είναι και η ακτινοβολία του.

 

Το εσωτερικό του τρισυπόστατου ναού - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Σε καίριο σημείο, έχει γειτονικά του λιμάνια, μικρές πολιτείες και νησιά. Ναυτικός και καπεταναΐικος ο κόσμος του Κρανιδιού, της Ερμιόνης, του Πορτοχέλι, των Σπετσών και ιδιαίτερα της Ύδρας, που η ιστορία τους η εμπορική, η ναυτική, αλλά και η εθνική, είναι τόσο συνδεμένη με τη νότια άκρη της Αργολίδας, την Ερμιονίδα, σαν που είταν κομμάτια του ίδιου της του κορμιού.

Το Κρανίδι απέχει 10 χλμ. από την Ερμιόνη. Στην απόσταση αυτή, σχεδόν ανάμεσα, η Μονή των Αγίων Αναργύρων, έχει κοντά της και τα παράλια που οδηγούν στο Πορτοχέλι, το πιο ασφαλισμένο λιμάνι της Ερμιονίδας. Η Κόστα εκεί πλησίον, φέρνει εύκολα τους Σπετσιώτες. Μέχρι ακόμα και τις αρχές του 20ου αιώνα οι καπεταναίοι – προσκυνητές έφερναν τα καράβια τους, στο γειτονικό όρμο της Κουβέρτας, σαν ήθελαν να πάνε στη Μονή. Τα τάματα και τα δώρα τους πλούσια πάντα, παίρναν συχνά το δρόμο κατά κει. Στην επαφή τους με τη στεριά είχαν τους αγίους τους να καταφύγουν για κάθε φόβο και αγωνία που τους έδιναν τα ταξίδια, τόσο γεμάτα κινδύνους ιδίως πριν από το 1821. Κι’ είταν αδύνατο σ’ όλο εκείνο το γεμάτο περιπέτειες διάστημα του ξεσηκωμού, που τόσο πρόσφεραν έμποροι και ναυτικοί, Κρανιδιώτες, Ερμιονείς, Σπετσιώτες και Υδραί­οι, να μην είταν στην πρώτη χρεία το άσυλο των Αγίων Αναργύρων με την ιαματική του επί πλέον δύναμη… Στο νάρθηκα, και κάτω από την εικόνα των Αγίων Αναργύρων, πύκνωνε το πλήθος των πιστών κι’ άναβε τα καντήλια της δέησής του. Πριν από την Ερμιόνη, στη διαδρομή από Κρανίδι, μεταξύ του Προφήτη Ηλία και του λόφου των Μύλων (του Πρωνός στην αρχαιότητα), μια διακλάδωση δεξιά οδηγεί στη Μονή. Τρία χιλιόμετρα ανάμεσα από πορτοκαλιές, λεμονιές κι’ ελιές, σχεδόν κοντά στη θάλασσα, προδιαθέτουν τον επισκέ­πτη ευχάριστα. Γύρω η ανοιχτόκαρδη κι’ αρμονική φύση της Ερμιονίδας πλαισιώνει άλλωστε όλο το ταξίδι, από το Κρανίδι. Από την Ερμιόνη ένας άλλος χωματόδρομος, παραλιακός, περιτρέχει τον όρμο των Αγίων Αναργύρων (Κάπαρη) και φέρνει στη Μονή.

Το καλοζυγισμένο σύνολο που προσφέρουν όλα μαζί τα χτίριά της, καθώς αναπτύσσονται άνετα πάνω στα πρόποδα του κεδροφυτεμένου λόφου της των Αγίων Θεοδώρων, προσκαλεί χαρούμενο και φωτεινό, εναρμονισμένο στο φυσικό περιβάλλον.

Σοβαρή και καλαίσθητη η μορφή της: άσπρα ασβεστωμένα τα διώροφα χτίριά της, κεραμοσκέπαστα περιβάλλουν από νότο, δύση και βορά το ναό της, σε σχήμα Π, χωρίς από μακριά να προδίνουν σύγχρονης μορφής επεμβάσεις. Η κύρια είσοδος, στη βόρια πλευρά του περίβολου, υπόσχεται φιλοξενία και γαλήνη. Αδιατάραχτη ηρεμία γύρω της, αισιόδοξη η απομόνωσή της, γεμάτη ήχους χαρούμενους κοντινής ζωής: ήχοι των κοπαδιών, ήχοι του κάμπου, των περιβολιών κι’ οι μακρινότεροι της θάλασσας – κάπου στην απόσταση η σφυριξιά του πλοίου που φεύγει από την Ερμιόνη, για τη Μονεμβασία ή τον Πειραιά.

Ακόμη και το μικρό νεκροταφείο της Μονής βόρια, με το εκκλησάκι του Άη Βλάσση, μεταφερμένο πάνω σ’ ένα λοφίσκο, προσθέτει σε μιαν αίσθηση ασφάλειας και ηρεμίας που μεταδίδει ο χώρος των Αγίων Αναργύρων. Κάποτε ο χώρος αυτός λεγόταν Φερεμάς. «Των Αγίων Αναργύρων εις τόπον λεγόμενον Φερεμάν εις το Καστρί…» διαβάζεται σε ασημένιο παλιό Αρτοφόριο τής Μονής.

Η σιδερένια ξώπορτα ανοίγει μέσα σ’ ένα προαύλιο. Αριστερά στο διάδρομο υπάρχουν κελλιά και ξενώνες, δεξιά προς τη δύση, ένα κηπάκι και αποθήκες. Μια δεύτερη πύλη στο βάθος, η κύρια θύρα της μονής. Πάνω της υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη (0,50×0,50 περίπου), με χαραγμένο σταυρό και αχρονολόγητη επιγραφή:

 ΧΡΙCΤΩ CΩΤΗΡΙ(Ω) ΚΑΙ ΤΟΙC

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙC ΑΝΑΡΓΥΡΟΙC ΕΚ

ΤΩΝ ΕΝΟΝΤΩΝ

ΕΙC CΤΑΥΡΟΠΗ

ΓΙΟΝ

Η χάραξή της έγινε πιθανόν μετά το 1700. Γνωρίζουμε από το Μεγάλο Κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Άθω ότι η Αγίων Αναργύρων Ερμιονίδος είναι μετόχι της κατά το 17ο αι. Στην επόμενη εκατονταετία γίνεται «Πατριαρχικόν Σταυροπήγιον». Το Φεβρουάριο του 1720 επί Πατριάρχου Ιερεμία (1716-1726), αυτό το σταυροπήγιο ανανεώνε­ται.***

Νέα ανανέωσή του, επειδή είχε χαθεί στο μεταξύ το σιγίλλιο, γίνεται από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, Μάρτη του 1798, με ιδιαίτερη μεταχείριση εξ’ αιτίας των πενιχρών οικονομικών της μονής. (Το σιγίλλιο αυτό βρίσκεται στα αρχεία της Μονής Προφήτη Ηλιού του Θεσβίτου της Ύδρας).

Μέσα από το διαβατικό, θολωτό πέρασμα (4 μέτρα περίπου) οδηγείται ο επισκέπτης στο αίθριο των Αγ. Αναργύρων. Ακριβώς πάνω από την εσωτερική πύλη του διαβατικού υπάρχει πλάκα δεύτερη εντοιχισμένη (0,30 Χ 0,50), με ωραίο διακοσμητικό σταυρό και τη συνήθη γραφή: ΙΧ—ΝΚ.

Η αυλή της Μονής, με όλη την τσιμεντόστρωσή της, κρατάει κόσμιο και σοβαρό χαρακτήρα -χωρίς στολίδια ψεύτικα και άνθη υπερβολικά. Γύρω αναπτύσσονται τα χτίρια άνετα. Τα διώροφα, βόρια και πάνω από το διαβατικό κελλιά, με χαγιάτια και κληματαριές γύρω από τις πεσσοστοιχίες των ισογείων τους, καθώς και τα αντίστοιχα της νότιας απέναντι πλευράς, με το καθαρό του ασβέστη πρόσωπό τους, ζεσταίνουν νοικοκυρίστικα τον εσωτερικό χώρο, χωρίς παράτονες επιδείξεις καλαισθησίας.

Στη δυτική πλευρά τα ενώνει ένα άλλο διώροφο χτίριο, χωρίς χαγιάτια, που στεγάζει τη Βιβλιοθήκη και το Ηγουμενείο. Στην ανατολική πλευρά του αίθριου, ο ναός και πίσω του ένας μικρός κήπος. Το πράσινό του ξεκουράζει καθώς έρχεται και ενώνεται προς την ανατολή με το ανοιχτό τοπίο: τα χωράφια, τις ελιές, τα περιβόλια και τη θάλασσα, που τη χαράζει με λευκή πινελιά η άκρη Μπίστι της Ερμιόνης – το Ποσείδιον των αρχαίων.

Δυο πηγάδια με τα ιαματικά νερά τους: το ένα κοντά στο ναό, το άλλο στη ΝΔ γωνία της αυλής. Εφτά σκαλοπάτια χαμηλότερα από το επίπεδό της, βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αναργύρων. (Ύψος που θα πήρε η αυλή, με τις προσχώσεις από υλικά στις διάφορες επισκευές και ανοικοδομήσεις των χτιρίων, μέσα στα τόσα χρόνια της ζωής του Μοναστηριού). Όλο το χτίριο του τρισυπόστατου ναού φαίνεται να ξεφεύγει από την αυστηρή λευκότητα του περιβάλλοντος. Σε χρώμα κίτρινο πορτοκαλί βαμμένοι οι τοίχοι του και η αμμοκονία τους υπογραμμισμένη με κόκκινες γραμμές, που μιμούνται ισόδομο λιθοκατασκευή, ψευτίζουν το βυζαντινό οικοδόμημα χωρίς να το ομορφαίνουν.

Στα ΝΔ του νάρθηκα ένα τετράγωνο, οκτάλοβο και χοντροκαμωμένο καμπαναριό εξαφανίζει όλα τα ανισοϋψή επίπεδα της στέγης του σταυρεπίστεγου ναού. Εντοιχισμένη και ορθογραφικά ανεπίληπτη επιγραφή, «υπογράφει» την αδικία που έγινε πάνω στο ωραίο παλιό σχήμα το 1954:

ΕΠΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ
ΘΕΚΛΗΣ ΚΑΨΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΔΑΛΛΑ

 ΚΑΙ ΕΥΠΡΑΞΙΑΣ ΦΩΤΕΙΝΑΚΗ ΕΠΕΣΚΕΥΑΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ

 ΚΑΙ ΕΣΤΕΡΕΩΘΗ ΠΡΟΛΗΦΘΕΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΩΣ ΤΩΝ

 ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟΝ

Μια φωτογραφία του αρχείου της Μονής μαρτυράει δυστυχώς πόσο απλά ωραίος είταν ο παλιός ναός και πόσο απέριττο το δίλοβο καμπαναριό του. Τι κρίμα που δεν είταν πάνω του χαραγμένη τούτη η απλοϊκή και ανορθόγραφη φράση, γραμμένη από τον Παπα-Καλλίνικο (ηγούμενο της Μονής) μέσα στο σημειωματάριό του όπου κρατούσε τους λογαριασμούς.

 «1756 Ιουλίου 27 ετούτω το παρόν δευτέροι ήνε του Παπακαλλινίκου και ωπηος το αποξενόσι να έχη την κατάρα του Χριστού και της Παναγίας και των Αγίων Τριακοσίων δεκοχτώ Θεοφόρων Πατέρων και Πάντων των Αγίων». Τι κρίμα που δεν γράφτηκε κι’ αλλού αυτή η φράση του ηγούμενου, που έχει σημειώσει απλά και ταπεινά τον ερχομό του στη Μονή έτσι… «1756 Ιουλίου 13 ετούτο ήλθα εγώ ο ελάχιστος..»

Το καθολικό έχει διαστάσεις 15 Χ 12,50 μ. και είναι συγκροτημένο από τρεις ενωμένους ναούς. Τον μεσαίο κύριο ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση. Το Γεννέσιο του Τιμίου Προδρόμου προς τη νότια πλευρά. Και των Αγίων Αναργύρων στη βόρια: τον αρχαιότερο από τους τρεις. Όλοι είναι σταυρεπίστεγοι. Στον κεντρικό μπροστά υπάρχει νάρθηκας. Το ιερό είναι τρίκογχο. Στη μεσαία ημιεξάγωνη κόγχη του και πάνω από τη μονόλοβη φωτιστική θυρίδα υπάρχει εντοιχισμένο επίμηκες κομμάτι μαρμάρινο με διακοσμητικό, κλαδί με φύλλα. Η κύρια είσοδος, στραμένη προς τη δύση, έχει πόρτα σιδερένια τζαμωτή· είναι τοξωτή με δυο παράθυρα, επίσης τοξωτά, ένα από κάθε πλευρά της. Πάνω από το τόξο της ένα άλλο μαρμάρινο διακοσμητικό με σταυρουλάκια. Ακόμη 5-6 ένθετα τμήματα αρχαίου χτιρίου διακοσμούν τον τοίχο, καθώς και πλάκα με παλαιοχριστιανικό διάκοσμο: πουλιά που πίνουν νερό. Όλα όμως αυτά τα στολίδια δεν ενοποιούνται πια με την ψευτοτοιχοποιΐα, που περιγράψαμε πιο πάνω.

Στο εσωτερικό ο νάρθηκας έχει μήκος 4μέτρων. Εκεί στ’ αριστερά βρίσκεται ένα μεγάλο μαρμαρένιο εικονοστάσι και η παλιά δεσποτική εικόνα των Αγίων Αναργύρων. (Εδώ μαζευόταν το πλήθος των ασθενών και των πιστών). Ο ναός έχει εσωτερικά σχήμα ελεύθερου σταυρού με θόλο. Η κάθε κεραία έχει μήκος 4μ. περίπου. Φωτίζεται με δυο μικρά τοξωτά παράθυρα στο βόριο και νότιο τύμπανο της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού και από τις τζαμωτές θύρες που υπάρχουν και στις τρεις πλευρές του.

Ο θόλος στηρίζεται σε κοντόχρονες κολόνες. Στις επιφάνειες όλων των τοίχων – έκτος από το νότιο παρεκκλήσιο – υπάρχουν τοιχογραφίες από το ύψος 1,60μ. και πάνω. Είναι έργα του 17ου αι., πιθανόν και του 16ου. Η αγιογράφηση των Αγίων Αναργύρων φαίνεται αρχαιότερη. Στην Πλατυτέρα π.χ. μπορούμε ίσως να διακρίνουμε – αν και δεν είναι καλά διατηρημένη – στοιχεία προγενέστερης τεχνικής. Μέσα στο τέμπλο παλιές δεσποτικές εικόνες – Κοίμηση, Αγία Τριάδα, Άγιος Ιωάννης – επιμελημένης τεχνικής, από τις πιο παλιές της Μονής.

 

Η Πλατυτέρα, 17ος αιώνας.

 

Επίχρυσο, καρυδένιο, καλοδουλεμένο το τέμπλο. Στο μέσον η επιγραφή: «1711 Ιουνίου 10 Ετελιόθι το παρόν ΗΓΌΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΑΓΟΡΑΤΟΥ». Νεότερο απόκτημα ο πελώριος αγιορίτικου τύπου πολυέλαιος με τους δικέφαλους και τα χρωματιστά εικονί­δια των αγίων.

Η βιβλιοθήκη μέσα στο χτίριο της δυτικής πτέρυγας έχει στην είσοδό της εσωτερικά ένα ενετικό λιοντάρι, ξύλινο, επίχρυσο κι’ ολόγλυφο, καθώς και μια παλιά λιθογραφία του Μ. Σπηλαίου. Στην αίθουσα της εικόνες επισκόπων. Η βιβλιοθήκη, που υπήρξε έργο του ηγούμενου Δωρόθεου Δακουντρέ (1864-1888) και πλουτίσθηκε με την προσφορά του Μητροπολίτη Ύδρας Καραμάνου, έχει 1700 τόμους με θρησκευτικό και ιστορικό περιεχόμενο. (Υπάρχουν εκεί τα άμφια και το κανοκιάλι του Καραμάνου). Στ’ αρχεία της Μονής σώζεται το σημειωματάριο του Παπακαλλίνικου (1756-1764), σε χοντρό, σα μεμβράνη χαρτί.

Επίσης το σημειωματάριο του ηγούμενου Χατζή Γρηγόρη Μαρτσέλου (1829-1866), που γράφονται οι λογα­ριασμοί ως το 1856. Ακόμη ένα δισέλιδο χειρόγραφο σε μεμβράνη, με ερμηνεία περικοπών από το Ευαγγέλιο κ.ά. Και ο μεγάλος κώδικας της Μονής, δημιούργημα του Δακουντρέ, όπου καταγράφονται τα όρια της Μονής. Υπάρχει ακόμη η χημική ανάλυση του καθηγητή Ξ. Λάντερερ, του 1860, για το νερό της πηγής της.

Η δράση της Μονής και η άνθησή της υπήρξε έργο ορισμένων ηγουμένων, που η προσωπικότητά τους έδωσε ανάστημα στο ηθικό περιεχόμενο του πραγματικού προορισμού της. Η δραστηριότητά τους, δραστηριότητα και της Μονής, υπήρξε κοινωνική. Ειρηνική και φιλανθρωπική η ακτινοβολία, αλλά και η ενέργειά της. Γιατί αν οι άξιοι ηγούμενοι της Μονής δεν δόθηκαν σ’ ένα αγωνιστικό αγώνα, όπως άλλων μοναστηριών, προσφέρθηκαν στην πατρίδα τους αγαπώντας και βοηθώντας τον «πάσχοντα».

Μέσα από τα ίδια τα έργα τους – όσα μνημονεύονται – κι’ από την παράδοση, παρακολουθούμε πόσο δικαίωσαν την ίδια τη φήμη του Μοναστηριού. Το τέμπλο, στην ηγουμενία του Μακάριου Αγοράτου, έργο αξιομνημόνευτο, μαρτυράει και την άνθηση της Μονής, στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1756, ο γνωστός μας Παπακαλλίνικος λογαριάζει τα πλούσια βοσκήματά της και γράφει: 1756 απριλίου πρώτη. Θύμηση Γράφω πως επήγαμε και εμετρήσαμε τα γίδια και ευγήκανε του Μοναστηριού νέτο 1159 και κάνουν νόμιστρο μικρό ρλ.25.

Ο ηγούμενος ύστερα Χατζημακάριος Μπουφογγέλης, φίλος του Δ. Βούλγαρη και με την ένθερμη ενίσχυσή του, βοηθάει σε πολλά έργα και στην ανάπτυξη της Μονής, μεταξύ 1809 και 1825. Με το θάνατό του και ως το 1829 η Μονή ερήμωσε. Ο ερχομός όμως τότε του Χατζή Γρηγόρη, (ηγούμενος από το 1829 ως το 1862) έδωσε στη Μονή σχεδόν σαράντα χρόνια ζωντάνιας και ακμής: της χάρισε και τη φήμη του φιλάνθρωπου μοναστηριού.

Γεμάτος απλή καλοσύνη ο ηγούμενός της, με ένα μουλάρι που έφτασε σαράντα χρονών, ένα καλόγερο συμβουλάτορα και συνεργάτη του το γέρο Ιωσήφ Καλαρά, και οι τρεις μαζί τριγύριζαν και μοίραζαν στους φτωχούς της Ερμιόνης και του Κρανιδιού, όλα τα φιλέματα των προκρίτων και των καπεταναίων. Συγχρόνως ακούραστος, φρόντισε και την κτηματική περιουσία της Μονής, φυτεύοντας ελιές και τα φημισμένα στην περιοχή αμπέλια της.

Σε πίνακα των Μονών Αργολίδος (Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ερμιονίς 2) καταγράφονται τούτα: Πατέρες 4, υπηρέτες 11, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 1280, αμπελώνες 32, ελαιόδενδρα 496, περιβόλι 1, κήποι 3, ελαιοτριβείο 1, γίδια 480, νομαδικά 50, φορτηγά 6, μελίσσια 39 και 200 οκ. χαλκό. Ετήσιον εισόδημα 11.000 δρχ. Η οικοδομή περιέχουσα 15 δωμάτια είναι σεσαθρωμένη και χρήζει επισκευών.

Φαίνεται έτσι η καλή της περιουσιακή κατάσταση, αλλά και ο μικρός αριθμός μοναχών. Το 1835 καταγράφεται στα διαλυθέντα μοναστήρια με ποσά 8411,92 και 3705,44 και τη σημείωση: « ο ελαιών ενοικιάσθη παρά του ηγουμένου αλλ’ έμεινε δια τον Αύγουστο». (Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Πίναξ των συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 11).

Φαίνεται όμως ότι η Μονή εξακολούθησε τη λειτουργία της πάντα με τον ίδιο αγαθό ηγούμενο Χατζηγρηγόρη, ως το 1862. Ένα χρόνο πριν πεθάνει ο ηγούμενος, με τις ενέργειες του Βούλγαρη η Μονή γίνεται μετόχι της Μονής Προφήτου Ηλία της Ύδρας. Αυτό δεν εμπόδισε να ερημωθεί ύστερα από το θάνατο του Χατζηγρηγόρη.

Διηγούνται ότι ο ίδιος ο Βούλγαρης – είχε κοντά στην Ερμιόνη την περίφημη Περιβόλα του, ακόμη διατηρείται η ονομασία – ένα βράδι Χρι­στουγέννων, πηγαίνοντας να προσκυνήσει στους Άγιους Ανάργυρους, τους βρήκε σκοτεινούς. Μέσα στα σκοτάδια ύστερα από ώρα, ήρθε να του ανοίξει τρέμοντας μια καλόγρια, με παρμένη τη μιλιά από το κρύο και την πείνα, που κρατούσε μια εξίσου πεινασμένη γάτα στα χέρια της, για να ζεσταθεί. Δεν είχε φωτιά ούτε κερί ν’ ανάψει.

Το 1863, με νέες ενέργειες του προστάτη της, ξαναλειτουργεί. Μοναχοί της μονής Προφήτη Ηλία της Ύδρας με το Δωρόθεο Μηδρινό, ήρθαν και ανακαίνισαν τη βόρια πλευρά του Μοναστηριού. Το 1864 αποσπάται από της Ύδρας τη Μονή και αποκτά τον αξιολογότερο ηγούμενό της. Το Δωρόθεο Δακουντρέ, που έρχεται μ’ όλη την οικογένειά του εκεί.

Ενάρετος και σεμνός, με πολλά διοικητικά προσόντα, της έδωσε ένα τέλειο προσωπικό – 16 μοναχούς. Της αύξησε με νέα κτήματα – Ποδάρας, Κινέττας, Αγίου Δημητρίου – την περιουσία. Και της ανέβασε τα βοσκήματα: 750 γίδια, 90 αγελάδες. Ακόμη 600 κυψέλες και άλογα πολλά. Της έχτισε ελαιοτριβείο, στάβλο, αχυρώνα, τον Άγιο Βλάσση και το κοιμητήρι, τις στέρνες. Ανανέωσε μέρος των αγιο­γραφιών, δημιούργησε τη βιβλιοθήκη. Πέθανε το 1888, αφήνοντας σε πλήρη άνθηση τη Μονή.

Ο αδελφός του Γρηγόριος τον συνέχισε τέσσερα χρόνια, προσπαθώντας να συμπληρώσει τα έργα του. Ανακαίνισε «εκ βάθρων» το 1891 τη νότια πλευρά της Μονής. Αλλά έπεσε σε δυστυχία ανομβρίας που κατάστρεψε τα πάντα. Ο Επίσκοπος Ύδρας τη βοηθεί.

Έτσι το 1893 η Μονή Κοιλάδας γίνεται μετόχι των Αναργύρων και έρχεται ο ηγούμενός της Νεόφυτος Ιωαννόπουλος για λίγο στη Μονή. Ύστερα ο Δωρόθεος Κιοσσές, Υδραίος, ξανάδωσε τη λάμψη στη Μονή, με τον ευπρεπισμό της και άλλα έργα. Το 1896 η Μονή Κοιλάδας αποσπάσθηκε και η Μονή Αγίων Αναργύρων ξανααπόχτησε ηγούμενο τον Γρηγόριο Δακουντρέ, ως το 1901. Από κει κι’ έπειτα ακολουθούν άλλοι, χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα στη δράση. Το 1907 ακόμη η Μονή ακμάζει με δέκα οκτώ μοναχούς. (Ί. Βασιλείου, ο.π.)

Το 1946 ο Επίσκοπος Ύδρας Καραμάνος ενεργεί και μετατρέπεται η Μονή Αγίων Αναργύρων σε γυναικεία. Έτσι και λειτουργεί μέχρι σήμερα. Έχει 17 μοναχές που συντηρούν το Μοναστήρι με αγάπη και αξιοζήλευτη σύνεση. Κατάγονται οι περισσότερες από την Καλαμάτα. Μάθαμε μόνο το όνομα της ηγουμένης: Χαριτίνη. Οι άλλες αδελφές έμειναν μέσα στην ανωνυμία τους, πρόσωπα φιλικά και αλησμόνητα σε κείνη την πρώτη επίσκεψη το 1970.

Και δεν ήταν μόνο εκείνο το γευστικό σπιτίσιο φαγητό, το σερβιρισμένο από τα πρόθυμά τους χέρια, στη μεγάλη δροσερή τραπεζαρία της Μονής. Ούτε και τα κεράσματά τους: ο καφές, το δροσερό νερό με το γλυκό του κουταλιού, η γλύκα στην απάντηση… Είταν εκείνο το αντάμωμά μας με τη στάση τους στην αμετάκλητη ώρα του θανάτου… Τότε που τέλειωνε η καλοκαιρινή μέρα και τυλιγόταν η αυλή στο γαλάζιο ίσκιο του απογεύματος.

Τότε που η κραυγή διαπέρασε τη γαλήνη της ώρας με την τρομαχτική της οδύνη – κραυγή αβάσταχτου πόνου – κι’ ήρθε πάνω από τα κελλιά κι’ έσχισε τη μακαριότητά μας… Ο τρόμος έπεσε μέσα στην αυλή. Ο ίσκιος σκοτείνιασε, το φως σα να ρουφήχτηκε, τα πράσινα γίναν πικρά.

…Στη δεύτερη κραυγή, τρέξαμε προς εκείνο το κελλί… Η άρρωστη μοναχή, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, μας κύτταζε με κάτι πελώρια μάτια, αναμμένα κάρβουνα: εκεί φώλιαζε ό,τι ζωντανό, ο τρόμος του επόμενου πόνου… Όλο το άλλο πρόσωπο – νέας γυναίκας ακόμη – άχρωμο, άδειο, φευγάτο.. Κι’ από γύρω της παράστεκαν οι αδελφές των Αγίων Αναργύρων, αλησμόνητες μέσα στη θλίψη τους και στην ανήμπορη συντριβή τους, μορφές αρχαίας επιτύμβιας στήλης… Άφατη οδύνη η ακινησία τους…

Στην επόμενη επίσκεψη στο Μοναστήρι, καλοκαίρι πάλι, η αυλή βούιζε χαρούμενα από μια παρέα νέων προσκυνητών… Μας είπαν… η αδελφή είχε πεθάνει από την «επάρατο νόσο»… κι’ έτρεξαν να κεράσουν τους ξένους καφέ και γλυκό… Σκεφθήκαμε πως τόνομα της νεκρής αδελφής μας έμεινε άγνωστο… Το σούρουπο γύρω είταν δοξαστικό, στο κατέβασμά μας η Ερμιόνη ολόασπρη, άστραφτε: το τελευταίο φως επάνω της… Μας ήρθε τότε ξαφνικά στη μνήμη μια αρχαία επιγραφή σε σπίτι της Ερμιόνης – από κείνες που είχε καταγράψει ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ το 1816:

ΑΒΡΑΜΑΡΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΑ

ΚΑΙ ΕΑΥΤΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΑΠΕΒΙΩΣΑΝ

Σχήμα καρδιάς, στην αρχή και στο τέλος της επιγραφής, πλαισίωνε την αιώνια θλίψη…

  

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 * Ιωάννου Β. Π. Βασιλείου, «Η Ερμιονίς από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Αθήναι 1907.

** Τάσος Αθαν. Γριτσόπουλος, «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» 1 (1963), σ. 550.

*** Δ. Α. Ζακυθηνού, «Ελληνικά», 2, σσ. 418-421.

 

Πηγή


  

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »