Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μουσικοί’

Μερσινιάδη Μαριλία


 

Μερσινιάδη Μαριλία

Μερσινιάδη Μαριλία

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Επιπλέον, σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή στο Institute of Education, University of London. Έχει κάνει σπουδές στο τραγούδι, στο πιάνο και στο χορό και έχει γράψει μουσική και στίχους για πέντε θεατρικές παραστάσεις.

Σκηνοθετεί και διδάσκει υποκριτική, αυτοσχεδιασμό, τραγούδι και χορογραφίες στη θεατρική ομάδα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάνει προετοιμασία για υποψήφιους σπουδαστές δραματικών σχολών. Έχει εργαστεί ως υπεύθυνη θεατρικού παιχνιδιού σε κατασκηνώσεις, συλλόγους και νηπιαγωγεία γενικής παιδείας και ατόμων με ειδικές ανάγκες.

 

Κυριότερες θεατρικές παραστάσεις:

  • «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη (μέλος του χορού), σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και χορογραφίες Σοφίας Σπυράτου (Επίδαυρος, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, 2005).
  • «Εσύ μας χάρισες το ωραίο ταξίδι» σε κείμενο και σκηνοθεσία Δημήτρη Δεγαΐτη, με τις μουσικές και την επιμέλεια του Χρήστου Λεοντή (θέατρο της οδού Φρυνίχου, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, 2007).
  • «Cyclops survival» σε κείμενο και σκηνοθεσία Γιάγκου Ανδρεάδη (μέλος του χορού), με πρωταγωνιστές τη Μάνια Παπαδημητρίου, τον Γιώργο Μωρόγιαννη, τον Κίμωνα Ρηγόπουλο και τον Χρήστο Ευθυμίου (μικρή Επίδαυρος, καλοκαίρι 2013).
  • Σκηνοθέτης και συνθέτης μουσικής και στίχων στην παράσταση «Κλυταιμνήστρες» της Αλεξίας Πετροπούλου (θεατρική ομάδα «Δέκατα», Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών, καλοκαίρι 2013).

Read Full Post »

Μουσικοδιδάσκαλοι – πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο (1825-1833)


Το μουσικό κενό, που προέκυπτε από την μη συστηματική διδασκαλία της Μουσικής στην πόλη του Ναυπλίου, κάλυψαν μερικώς μουσικοδιδάσκαλοι πρωτοψάλτες. Οι μουσικοί αυτοί, κατά κανόνα της Σχολής Κωνσταντινουπόλεως, μετά μικρά διδακτική θητεία επί Καποδίστρια στα Σχολεία της Αίγινας, έζησαν ως μουσικοδιδάσκαλοι και πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο, κατά τα Οθωνικά χρόνια και τελικά μετοίκησαν στην Αθήνα, όπου δίδαξαν σε πρωτεύοντα εκεί εκπαιδευτικά ιδρύματα και διηύθυναν τον εκκλησιαστικό χορό της Αγίας Ειρήνης, πρώτου καθεδρικού ναού των Αθηνών.

Δηλαδή ακολούθησαν οι μουσικοδιδάσκαλοι αυτοί την ιστορική και κοινωνική συγκυρία της Νεωτέρας Ελλάδος, κατά την οποία η Αίγινα, το Ναύπλιο και τελικά η Αθήνα απετέλεσαν κέντρα της πολιτικής, διοικητικής και κοινωνικής ζωής και έγιναν διαδοχικά πόλοι έλξεως διανοουμένων, εκπαιδευτικών, εμπόρων, στρατιωτικών, πολιτικών και άλλων ανήσυχων και φιλοπρόοδων πολιτών, οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους ακολουθούσαν τα γυρίσματα της ζωής.

Παλαιότερο πρωτοψάλτη γνωρίζομε στο Ναύπλιο τον Πασχάλη Παΐσιο και ξέρομε τόσα μόνον περί αυτού, όσα διασώζει η σημείωση του απογραφέως της γενικής απογραφής των κατοίκων Ναυπλίου (1825), όπου συμπεριλαμβάνεται με την ένδειξη: «Πασχάλης Παΐσιος μουσικός, ψάλτης του Αγίου Γεωργίου», δηλαδή του καθεδρικού ναού Ναυπλίου.

 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

 

Επί Καποδίστρια δίδασκε βυζαντινή μουσική και έψαλλε στο Ναύπλιο ο Κωνσταντίνος Κηρύκου. Ο ίδιος είχε συνεχή δραστηριότητα επί τεσσαρακονταετία σε διάφορα μέρη.  Μετά την αποχώρησή του από το Ναύπλιο έψαλλε στην Σύρο και τελικά στην Αθήνα ως αριστερός ψάλτης του καθεδρικού τότε Ναού της Αγίας Ειρήνης. Ο Κηρύκου διορίσθηκε, με διάταγμα του Όθωνος (12-24 Φεβρουαρίου 1843), διδάσκαλος της Μουσικής, βοηθός του καθηγητού Ζαφ. Ζαφειροπούλου στο Διδασκαλείο Αθηνών, μετά τον θάνατο του βοηθού διδασκάλου ιεροδιακόνου Θεοδώρου Ρεοντάκη, «αντί μισθού 70 δραχμάς κατά μήνα». Παράλληλα δίδασκε στην Ριζάρειο Σχολή, μέχρις ότου τον διδέχθη εκεί ο Άνθιμος Νικολαΐδης [1].

Την ίδια εποχή με τον Κ. Κηρύκου, δρα στο γειτονικό Άργος ως μουσικοδιδάσκαλος και πρωτοψάλτης του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους. Ο Αγαθοκλέους, γεννημένος στον Αίνο και αναθρεμμένος στην Κίο της Μικράς Ασίας είναι πολύ κατηρτισμένος μουσικός, δίδαξε και συνέγραψε «Θεωρητικόν της εκκλησιαστικής μουσικής», που εξεδόθη στην Αθήνα το 1855, δια του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου, του Φιλαδελφέως [2]. 

Τον Νοέμβριο 1832 εγκατεστάθη στο Ναύπλιο, προερχόμενος από την Αίγινα, ο σπουδαίος Ζαφείριος Απ. Ζαφειρόπουλος. Ο Ζαφειρόπουλος, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος», είχε αποφοιτήσει της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως και είχε διδάξει στο Αϊβαλί της Σμύρνης, από δε το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Εδώ διωρίσθη ο Ζαφειρόπουλος μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου, που συνέστησε ο Καποδίστριας για να περιμαζέψη τα ορφανά του πολέμου και να εξασφάλιση εκεί την μόρφωση και την αγωγή τους.

Ήταν μάλιστα παράλληλα στην Αίγινα μουσικοδιδάσκαλος, αλλ’ αυτός της ευρωπαϊκής μουσικής, ο Αθανάσιος Αβραμιάδης, ενώ ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής, διωρίσθη, από τους πρώτους μήνες του 1828 πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του πρώτου Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής, που ιδρύθη στην Αίγινα με διάταγμα του Καποδίστρια.

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη (1831) και από τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην συνέχεια μεταξύ Εφορευτικής Επιτροπής, καθηγητών και μαθητών και τα οποία τελικά οδήγησαν στο κλείσιμο του Ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος δυσαρεστημένος και έχοντας προσωπικές αφορμές υπέβαλε την παραίτησή του και προτίμησε το Ναύπλιο. Εδώ τον συναντούμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου. Από αναφορά του, της 30 Νοεμβρίου 1832, μαθαίνομε ότι ο Ζαφειρόπουλος αντιμετώπισε στο Ναύπλιο οικονομικά και πρόσθετα δυσάρεστα οικογενειακά προβλήματα. Γι’ αυτό εζήτησε αύξηση του μισθού του, αλλά προσέκρουσε στην αρνητική διάθεση των επιτρόπων του ναού, που έφθασαν μέχρι και να τον παραιτήσουν.

Επενέβησαν όμως «διάφοροι εκ των επισημοτέρων κατοίκων του Ναυπλίου με συγκεκριμένην πρότασιν: «αφού η εκκλησία αδυνατή, να διορισθή ο Ζαφειρόπουλος επίσημος κρατικός μουσικοδιδάσκαλος, πληρωνόμενος από το Κρατικόν Ταμείον». Η σωζόμενη, από 30 Δεκεμβρίου 1832, αναφορά  [3], υπογράφεται από μεγάλα γνωστά ονόματα: Ν. Πονηρόπουλος, Αθ. Σέκερης, Α. Κονδάκης, Ν. Οικονόμου, Ηλίας Ασημακόπουλος, Αναγνώστης Δηλιγιάννης, Κανέλος Καστόρχης, Πανούτσος Νοταράς, Ρήγας Παλαμήδης, Ν. Αλεξόπουλος, Σ. Σπηλιωτόπουλος κ.α.

Υπέρ του Ζαφειροπούλου συνηγόρησε με χωριστό έγγραφό του προς τον Υπουργόν ο Δαμαλών Ιωνάς, εκκλησιαστικός τότε τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους. Ο τότε Υπουργός Παιδείας, Ιακωβάκης Ρίζος – Νερουλός υιοθέτησε την πρόταση των Ναυπλιωτών και εισηγήθη να επαναδιορισθή ο Ζαφειρόπουλος «με ανάλογον μισθόν, χορηγούμενον από την Κυβέρνησιν, δημόσιος της εκκλησιαστικής μουσικής διδάσκαλος εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως, υποχρεούμενος να διδάσκη την τέχνην ταύτην αμισθί εις τους καλλιφωνοτέρους των μαθητών του ενταύθα αλληλοδιδακτικού σχολείου και άλλους όσοι έχουν έφεσιν και διάθεσιν προς το επάγγελμα τούτο, υποχρεουμένους όμως και αυτούς να συγχοροστατούν μετ’ αυτού εις την εκκλησίαν, όπου θέλει εκτελεί συγχρόνως και τα χρέη του πρωτοψάλτου. Τον δε μισθόν, τον οποίον ελάμβανεν από την εκκλησίαν να προσκληθούν παρά της Γραμματείας ταύτης οι Επίτροποι να τον δίδουν εις τον αριστερόν ψάλτην, προς αποφυγήν των κακοφωνιών και χασμωδιών, αι οποίαι χωρίς τούτου δεν θέλουν λείψει από την εκκλησίαν»[4].

Δηλαδή έπασχε τότε και το Ναύπλιο από κακή μουσική, που οφείλονταν στην μουσική αμάθεια ή ημιμάθεια των «αυτοχειροτόνητων» και εθελοντών ψαλτών, συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής εκείνης, όπως πληροφορούμεθα από περιηγητές, που περιγράφουν τελετές και εορτές σε ορθόδοξους ναούς των πόλεων και της υπαίθρου.

Τελικά η συνδυαστική πρόταση του Υπουργού Παιδείας έγινε ομόφωνα δεκτή από τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής, Ανδρέα Ζαΐμη, Ιωάννη Κωλέττη και Ανδρέα Μεταξά, που υπογράφουν με την ένδειξη: «Εγκρίνει (η Διοικητική Επιτροπή) να προσδιορισθή εις τον κύριον Ζαφείριον Ζαφειρόπουλον λόγω μισθού μουσικοδιδακτικού φοίνικες εκατόν πεντήκοντα αρ. 150 κατά μήνα». Πάντως ο μισθός αυτός συνέχιζε να είναι χαμηλός, όταν σκεφθούμε ότι τα χρόνια εκείνα ο περίφημος διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος έπαιρνε στην Αθήνα 500 γρόσια τον μήνα, ο δε μουσικοδιδάσκαλος Γεώργιος ο Λέσβιος απαιτούσε για το διδακτικό του έργο 1.200 γρόσια τον μήνα.

Στο τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου  [5] βλέπομε ότι τον επόμενο χρόνο (1834) αύξησαν τον μισθό του Ζαφειρόπουλου σε 160 δραχμές και ότι του έδωσαν γραπτές «ομολογίες», χρεωστικά δηλαδή έγγραφα, για οφειλόμενα χρήματα από καθυστερούμενους μισθούς του. Στην από 10 Ιανουαρίου 1833 κοινοποίηση του διορισμού του, ο Υπουργός καλεί τον Ζαφειρόπουλο να αναλάβη αμέσως τα καθήκοντά του και «να φροντίση εγκαίρως περί της εκλογής των μαθητών του, κοινοποιών συγχρόνως δι’ ιδιαιτέρας του προσκλήσεως τον καιρόν και τον τόπον, εις τον οποίον θέλει παραδίδει τα μαθήματα της τέχνης του».

Το Υπουργείο αισθάνθηκε τότε εντονώτερη την ανάγκη καλής μουσικής, εν όψει της τελετής – δοξολογίας της επισήμου υποδοχής του Όθωνος, στην οποία σαφώς η ψαλτική του Ζαφει­ρόπουλου συνέβαλε θετικά. Και επί πλέον ανέμενε το Υπουργείο να χρησιμεύση «η όλη περί τον Ζαφειρόπουλον μουσική κίνησις ως φυτώριον παραγωγής μουσικών».

Του έγραφε χαρακτηριστικά ο Υπουργός:

«Η Γραμματεία, πεπεισμένη περί της ικανότητός σου, δεν αμφιβάλλει, Κύριε, ότι θέλεις αναδείξη εν δέοντι μαθητάς ικανούς να διαδώσωσι και εις άλλας του βασιλείου επαρχίας την αναπόφευκτον προς την εκκλησιαστικήν ευπρέπειαν μουσικήν τέχνην, κατά το παραδεδεγμένον προ χρόνων εις την εκκλησίαν σύστημα».

Σώζεται ακόμη η ευχαριστήριος επιστολή (12 Ιανουαρίου 1833) του Ζαφειρόπουλου, με την οποία αποδέχεται το διορισμό του και βεβαιώνει για τις προθέσεις του να εργασθή εντός και εκτός του Ναού, προς διάδοση της βυζαντινής μουσικής. Γράφει μάλιστα ότι ετοίμαζε ανακοίνωση, με την οποία θα καλή τους βουλομένους να μάθουν μουσική, ζητεί χώρο διδασκαλίας και προτείνει γι’ αυτό «την κατά τον ‘Αγιον Γεώργιον οικίαν… ως χωρητικήν ούσαν και δια τούτο κατάλληλος να χρησιμεύση και ως τόπος της των μουσικών μαθημάτων παραδόσεως».

Πρόκει­ται για το λεγόμενο σε άλλα έγγραφα «το οσπήτιον», το συνεφαπτόμενο του Αγίου Γεωργίου ή αλλού «τα κελλία του Αγίου Γεωργίου» [6] «που επακουμβούν εις την αυτήν εκκλησίαν», τα οποία όμως η αμεριμνησία των υπευθύνων άφησε, τα τελευταία χρόνια, να καταρρεύσουν, ευτυχώς μό­νον η στέγη τους. Το πόσο δικαίωσε ο Ζαφειρόπουλος «τας χρηστάς ελπίδας» του υπουργού, φαίνεται από την μετέπειτα σταδιοδρομία του και την πρόοδο των μαθητών του, που ανεδείχθησαν στο Ναύ­πλιο και μετά στην Αθήνα σε μουσικολογιώτατους πρωτοψάλτες.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

  

Υποσημειώσεις

 [1] Βλέπε, Γ.Α.Κ. – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1883-1848. Πρβλ. Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ. 451.

 [2] Γ. Παπαδοπούλου, όπου ανωτέρω, σ. 444.

 [3] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 54 (Νοέμβριος 1832), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» και Φάκ. 55 (Δεκέμβριος 1832), Υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[4] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 56 (Ιανουάριος 1833), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά».

[5] Βλέπε εις Τοπ. Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Εκκλησιαστικά, Φάκ. 6 (Δημογεροντίας Ναυπλίου). Πρβλ. Τρ. Σκλαβενίτη, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1894, σ. 5.

[6] Βλέπε εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Εσωτερικών, Φάκ. 94 (την από 21 Ιουνίου 1827 αναφοράν πολιτών Ναυπλίου). Πρβλ. την από 4 Σεπτεμβρίου 1824 αναφοράν «των εν Ναυπλίω ιερέων», προς το Υπουργείον της Θρησκείας και ομοίαν από 18 Οκτωβρίου 1824 και έγγραφο του Υπουργού Ανδρούσης Ιωσήφ υπ’ αριθ. 87 της 21 Οκτωβρίου 1824, εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 6, Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» (έγγραφον 4380/9 Μαρτίου 1826). Πρβλ. Φάκ. 53 (Σεπτέμβριος 1832) και Φάκ. 50 (Ιούνιος 1832).

 

Πηγή


 

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

19°  Μουσικό Φεστιβάλ Ναυπλίου από τις 18 έως τις 27 Ιουνίου


 

Το Μουσικό Φεστιβάλ Ναυπλίου με «άρωμα» Ελβετίας και Πολωνίας.

Αφιερωμένο στη μουσική και τους καλλιτέχνες της Ελβετίας και της Πολωνίας θα είναι φέτος το Φεστιβάλ Ναυπλίου, που από τις 18 Ιουνίου και για δέκα ημέρες, θα γεμίσει με τη μαγεία της μουσικής την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας.

 

Καλλιτέχνες του κλασικού ρεπερτορίου από όλο τον κόσμο, ανανεώνουν και φέτος το ραντεβού τους, υπό τη διεύθυνση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ, Γιάννη Βακαρέλη, που μαζί με τον Δήμο Ναυπλίου, τη διοργανώτρια εταιρεία συναυλιών Φόρμιγξ και σε συνεργασία με τις Πρεσβείες της Ελβετίας και της Πολωνίας, θα επιχειρήσουν να φέρουν το Ναύπλιο στο επίκεντρο του καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος.

Διακεκριμένοι μουσικοί και ορχήστρες, θα μας ξεναγήσουν στην μουσική της Ελβετίας το Σαββατοκύριακο 18-20 Ιουνίου, ενώ το Σαββατοκύριακο 25-27 Ιουνίου τιμώμενη χώρα θα είναι η Πολωνία, με ένα αφιέρωμα στα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Chopin.

Γιάννης Βακαρέλης,

Η έναρξη του Φεστιβάλ θα γίνει την Παρασκευή 18 Ιουνίου στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου με συναυλία του τσελίστα Lionel Cottet σε έργα Men­delssohn, Chopin, Martin και Rach­maninoff. Το Σάββατο 19 Ιουνίου ακολουθεί η περίφημη ορχήστρα Sinfonietta de Lausanne, στο Παλαμήδι, σε έργα Cimarosa, Barber, Mozart. Το Σαββατοκύριακο θα κλείσει την Κυριακή 20 Ιουνίου με την σύμπραξη του Γιάννη Βακαρέλη με το Lausanne String Qu­artet, στην Πλατεία Αγίου Γεωργί­ου, σε έργα Haydn, Mozart, Schu­mann.

Κάτια Πάσχου

Οι φίλοι του φεστιβάλ θα έχουν επίσης την ευκαιρία να απολαύσουν στο Βουλευτικό, την Τετάρτη 23 μία συναυλία των Διονύση Γραμμένου (κλαρινέτο) και Γιάννη Βακαρέλη (πιάνο) και την Πέμπτη 24 Ιουνίου το ρεσιτάλ των: Δημήτρη Καβράκου και της σοπράνο Κάτιας Πάσχου, με τον Δημήτρη Γιάκα (πιάνο) στο Βουλευτικό, σε έργα Mozart, Donizetti, Verdi, Puccini, Rossini, Durante, Kern.

Διονύσης Γραμμένος

Η αυλαία θα πέσει στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου με δύο συναυλίες του Krzysztof Jablonski (πιάνο), με έργα Chopin και Rachmaninov, την Παρα­σκευή 25 Ιουνίου και ένα ρεσιτάλ για solo πιάνο αποκλειστικά με έργα Cho­pin και το Σάββατο 26 Ιουνίου. Την Κυριακή 27 Ιουνίου ακολουθεί η συναυλία του πολυβραβευμένου Apol­lon Musagete Quartet σε έργα Beet­hoven, Chopin, Szymanowski.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ξεχωριστές είναι και οι παράλληλες εκδηλώσεις που έχει ετοιμάσει το πολιτιστικό τμήμα του Δήμου Ναυπλίου, με έκθεση φωτογραφίας του μεγάλου Ελβετού φωτογράφου Φρεντ Μπουασονά (Fred Boissonas) που συνδιοργανώνεται από την Alpha Bank, την πρεσβεία της Ελβετίας και το Ριζάρειο ίδρυμα και θα διαρκέσει ως τις 31 Οκτώβρη. Επίσης στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων στο Βουλευτικό, 19 με 27 Ιουνίου θα λειτουργήσουν εκθέσεις στα πλαίσια του έτους Σοπέν 2010, εκθέσεις που τελούν υπό την αιγίδα της Γαλλικής και της Πολωνικής πρεσβείας.

Read Full Post »

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Read Full Post »

Τρίγκας Βαγγέλης

« να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

ΤρίγκαςΓεννήθηκε το 1960 στο Άργος. Στο περιβάλλον που έζησε υπήρχε έντονα το στοιχείο λαϊκού τραγουδιού. Άκουσε για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια από δίσκους που είχε ο πατέρας του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη τον εντυπωσίασε πολύ κι ήταν για αυτόν το ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας σχέσης με το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι. Το σύγχρονο τραγούδι εκείνης της εποχής γύρω στο ’68 το μαθαίνανε από το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή που τις Κυριακές η ‘ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ’ παρουσίαζε τα τραγούδια της.

Με το μπουζούκι άρχισε να ασχολείται από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Στα πρώτα βήματα πήρε μαθήματα από τον πατέρα του που έπαιζε ερασιτεχνικά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να τ ου δώσει το έναυσμα να ξεκινήσει, στη συνέχεια να το αγαπήσει και να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτό. Δεν πήγε σε δάσκαλο και είναι αυτοδίδακτος. Ωστόσο θεωρεί δάσκαλους του όλους αυτούς τους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που με μεγάλο ενδιαφέρον άκουγε από τους δίσκους, να παίζουν τόσο γοητευτικά. Στα 15 του, μαθητής στο γυμνάσιο, άρχισε να παίζει ημιεπαγγελματικά και μετά από 2 χρόνια επαγγελματικά, ενώ παράλληλα περιστασιακά με αρκετούς, επώνυμους και μη, τραγουδιστές. Σταθμός του, συνεργασία του με τη Μαίρη Λίντα το 1983.

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Από το 1992 και µετά παίζει µόνο σε συναυλίες και ασχολείται αποκλειστικά µε τη διδασκαλία του οργάνου, παραδίδοντας µαθήµατα στις σχολές που έχει στο Άργος,  στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, προσκεκλημένος από ωδεία, µμουσικές σχολές και συλλόγους. Κάνει επίσης σεµινάρια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, µε κύριο αντικείμενο συζήτησης την τεχνική του οργάνου και µε θέµατα που αφορούν γενικότερα στο µπουζούκι. Σε λίγο καιρό, θα είναι έτοιµο ένα πρόγραµµα βιντεοσκοπηµένων µαθηµάτων, που θα γίνονται µέσω του διαδικτύου.

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Εκτός από κάποιες µικρές µουσικές σκηνές που κατά καιρούς εµφανίζεται, η συνεργασία του µε τη Μαρία Φαραντούρη τα τελευταία χρόνια του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει σε συναυλίες, όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως σε πολύ γνωστούς µουσικούς χώρους ευρωπαϊκών πόλεων, όπως τη Φιλαρµονική του Μονάχου, το Concert Haus της Βιέννης, τη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, στο Παρίσι, στη Ζυρίχη και αλλού. Το Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός του δίσκος, µε τίτλο 12 οργανικά για τρίχορδο µπουζούκι (Καθρέφτης), που περιλαµβάνει δέκα δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές στα τραγούδια Τρελλή που θέλεις να µε στεφανώσεις (Βασίλης Τσιτσάνης) και Μέρα Μαγιού (Μίκης Θεοδωράκης- Γιάννης Ρίτσος)

 

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι Κυκλοφορεί από τον ΚΑΘΡΕΦΤΗ ήχων αληθινών ένα νέο CD με πρωταγωνιστή το τρίχορδο μπουζούκι και ταυτόχρονα μας συστήνει τον Βαγγέλη Τρίγκα έναν πρωτοεμφανιζόμενο στη δισκογραφία σολίστα, με αρκετή όμως προϋπηρεσία και ενασχόληση με το αγαπημένο του όργανο. Το CD αυτό που, στα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του, περιέχει οι μουσικές είναι φτιαγμένες από τον ίδιο τον Βαγγέλη Τρίγκα, συμπληρώνεται με δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάζονται σε οργανική μορφή.

Τα οργανικά παρουσιάζονται με την κλασσική συνοδεία: κιθάρα, μπάσσο πιάνο και μπαγλαμά από συγκρότημα μουσικών που συνοδεύει τον Βαγγέλη Τρίγκα που στα περισσότερα παίζει με ένα μπουζούκι αφού όπως λέει και ο ίδιος στο σημείωμά του στο φυλλάδιο που συνοδεύει τον δίσκο : « να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

12 ΟΡΓΑΝΙΚΑ ΓΙΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

1. Χασάπικο μινόρε 4.26
2. Νοσταλγία 3.14
3. Αργό χασάπικο χιτζάζ 3.02
4. Ταξίμι μινόρε και αλλέγκρο 3.51
5. Αυτοσχεδιασμός 2.26
6. Χασαποσέρβικο 2.20
7. Βαρύ ζεϊμπέκικο 4.20
8. Χόρα 3.58
9. Ζεϊμπέκικο Χιτζάζ 2.58
10. Εναλλαγή 3.59
11. Τρελλή που θέλεις να με στεφανώσεις 4.19
(Βασίλη Τσιτσάνη)
12. Μέρα μαγιού 3.31
(Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου)

 

Πηγή

  •  Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ)

Read Full Post »

Καρυωτάκης Θεόδωρος (’Αργος 1903 – Αθήνα 1978)

 

 

Σημαντικός συνθέτης της εποχής μας, ο οποίος γεννήθηκε στο Άργος το 1903,  ξάδελφος του ποιητή Κ. Καρυωτάκη. Έγραψε το ορατόριο  «Άσμα ασμάτων«, μουσική δωματίου, συμφωνικά έργα και μεγάλο αριθμό τραγουδιών.

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών, από 14 ετών, με τον Φ. Οικονομίδη. Επίσης, ιδιωτικά με τον Δ. Μητρόπουλο (αρμονία και σύνθεση) και με τον Μ. Βάρβογλη (ενορχήστρωση). Παράλληλα, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1937 (;) διορίστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, για να παραιτηθεί μερικά χρόνια αργότερα προς χάριν της μουσικής. Υπήρξε πολλά χρόνια γενικός γραμματέας της ΕΕΜ (1957-1978) και του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής.

Σημαντικός παράγοντας στις εκδόσεις ελλ. μουσικών έργων. Επίσης μέλος ΔΣ της ΕΛΣ και πολλών καλλιτεχνικών και εξεταστικών Επιτροπών. Η δημιουργία του (μετά τα πρώτα του έργα της περιόδου 1932-38 που χαρακτηρίζονται από έντονη δηκτικότητα και νεανική ανησυχία) πλημμυρίζει από θερμό λυρισμό, μεγάλη αρμονική γνώση και λεπτότητα αισθήματος που ξεχωρίζει και διαποτίζει όλα τα έργα του (ιδιαίτερα τα τραγούδια του, πολλά από τα οποία είναι υποδείγματα του είδους και αποτελούν πολύτιμη προσφορά στην Ελληνική Μουσική). Έδωσε την πρώτη συναυλία με έργα του τον Απρίλιο του 1936 («Παρνασσός»), ενώ στη συνέχεια πολλές συνθέσεις του εκτελέστηκαν και στο εξωτερικό. Ιδιαίτερη σταδιοδρομία σημείωσαν η «Μικρή Συμφωνία» και η «1η Σονάτα» για βιολί (με εκτελέσεις σε διάφορες πόλεις της Ισπανίας και σε Παρίσι, Μόναχο, Βιέννη, Ρώμη, Ν. Υόρκη και άλλα καλλιτεχνικά κέντρα). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταστράφηκε προς σύγχρονα ιδιώματα. Οι κυριότερες συνθέσεις του: μουσική στον «Ίωνα» του Ευριπίδη (1937), το μπαλέτο «Προμηθεύς» (1943), το παραμυθόδραμα «Του Φεγγαριού Λουλούδι» (1953-55) και Α) για ορχήστρα: «Σπουδή πάνω σε 2 ελλ. δημοτικά τραγούδια» (1938), «Μπαλάντα» (για πιάνο, έγχορδα και κρουστά, 1939. Α΄ Εκτέλεση το 1939 από τη ΣΟ του Ωδείου Αθηνών υπό τον Ευαγγελάτος Αντίοχος, με σολίστ τη Μαρία Χαιρογιώργου -Σιγάρα, στην οποία και είναι αφιερωμένη. Η πιο πρόσφατη ερμηνεία του έργου έγινε από την ΚΟΑ στις 11.3.1985 με μαέστρο τον Δ. Αγραφιώτη. Σολίστ η Λύντια Λεούση), «Ραψωδία» (για βιολί και ορχ., 1940 ή 1942. Α΄ εκτέλεση το 1961 από τη ΣΟ του ΕΙΡ υπό τον Ευαγγελάτος Αντίοχος, με σολίστ τον Β. Κολάση. Πιο πρόσφατη εκτέλεση, στις 20.11.1978 από την ΚΟΑ με μαέστρο τον Στ. Καφαντάρη. Σολίστ ο Τ. Αποστολίδης), την έξοχη «Μικρή Συμφωνία» (για ορχήστρα έγχ., 1942. Α’ εκτέλεση από την ΚΟΑ στις 28.11.1943 με μαέστρο τον Γ. Λυκούδη), «Επικό Τραγούδι«, «Σύντομη Σουίτα Ι και ΙΙ» (1944 και 1946), «Ντιβερτιμέντο» (1948. Δόθηκε σε Α’ εκτέλεση από την ΚΟΑ με διευθυντή τον Γ. Λυκούδη), «Σερενάτα» (για μικρή ορχήστρα, 1955. Α’ εκτέλεση στις 19.3.1950 από την ΚΟΑ με τον Α. Παρίδη στις 9.11.1964), «3 Κομμάτια» (για ορχ., 1965. Α’ εκτέλεση από την ΚΟΑ με τον Α. Παρίδη, στις 14.2.1966), «Κοντσέρτο για Ορχήστρα» (1968), «Συμφωνία σε ένα μέρος» (1972). Β) φωνητικά έργα: «3 Τραγούδια» (για χορωδία «α καππέλλα», 1929-1948), «4 τραγούδια για φωνή και πιάνο» (1943-46), «3 τραγούδια για φωνή και πιάνο» (1944-46), «7 τραγούδια για φωνή και πιάνο» (1946), «Τα ερωτικά» (6 τραγούδια σε στίχoυς Κ. Ουράνη, για μεσόφωνο, φλάουτο και άρπα, 1948), «Τα Θεία Δώρα» (Ζ. Παπαντωνίου, 1954), «3 Τραγούδια» (σε στίχους Σεφέρη, 1954), «Ο κύκλος των τετραστίχων» (8 τραγούδια σε στίχους Κ. Παλαμά, για υψίφωνο, μεσόφωνο και άρπα, 1955), «Μικρές φωτιές» (4 Τραγούδια σε στίχους Σ. Μυριβήλη, 1955), το ορατόριο «Άσμα ασμάτων» (1956), «10 Τραγούδια» (στίχοι Ουράνη, 1962), «Αιθρίες» (φωνή, κλαρινέτο, τσελέστα, έγχορδα και κρουστά σε στίχους Ελύτη, 1962), «Κουαρτέτο εγχόρδων» (με φωνή, 1963), «6 Τραγούδια» (για φωνή, πιάνο, στίχους Σεφέρη, 1963), «Ο Θάνατος του Έκτορα» (από την «Ιλιάδα», ραψωδία Χ σε μετάφραση Αλ. Πάλλη, για 2 αφηγητές, υψίφωνο, μεσόφωνο, μικτή χορωδία και 17 όργανα, 1964), «Αντάτζιο» (φωνή και έγχορδα, ποίηση Ελύτη, 1968), «Ωρίων» (φωνή, βιολί, σε στίχους Ελύτη, 1968), «7 Νυχτερινά Τετράστιχα» (φωνή, φλάουτο, βιόλα ξυλόφωνο, κιθάρα, κρουστά, σε στίχους Ελύτη, 1969). Γ) έργα μουσικής δωματίου: «Σονατίνα» (για πιάνο, 1935), «Πρελούδιο, Κοράλ και Κανόνας» (για πιάνο, 1935), «Partita in Modo Antico» (βιολί, τσέλο, 1936, αναθεώρηση 1959), «Παραλλαγές σ’ ένα Ελληνικό Παραδοσιακό τραγούδι» (για πιάνο 1944), «Τέσσερα Πρελούδια» (για πιάνο, 1945), 2 Σονάτες (για βιολί και πιάνο: 1945, 1955), «Σουίτα σε παλιό ύφος» (για φλάουτο-πιάνο, 1946), «Τρίο εγχόρδων» (1949), «Φαντασία για βιολί, βιόλα και τσέλο», «Σονατίνα» (για τσέλο σόλο, 1963), «11 Σκίτσα» (φλάουτο και βιόλα, 1963), «Ραψωδία» (για τσέλο και πιάνο, 1963), «9 Ενβανσιόν» (για βιολί και πιάνο, 1966), τα «12 Αυτοσχεδιάσματα» (για πιάνο, 1968), το «Τρίο» (κλαρινέτο , βιόλα, πιάνο, 1969), τα «Ντούος» (φλάουτο, κλαρινέτο, 1969), «Σονατίνα» (για βιόλα και πιάνο, 1969), κ.λπ. Τέλος η ΚΟΑ έπαιξε σε Α’ εκτέλεση 2 ακόμα έργα του, που αργότερα άλλαξαν τίτλο ή συγχωνεύτηκαν σε άλλες συνθέσεις του: «Πρελούντιο-Ιντερμέζο-Φινάλε» (15.12.1946, Θ. Βαβαγιάννης) και «Μπαλάντα για 8 ξύλινα, έγχορδα και τύμπανα» (26.7.1948, Γ. Λυκούδης).

 

Πηγές

  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής,  από τον Ορφέα έως σήμερα», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

Read Full Post »