Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Νίκος Σαραντάκος’

Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019) – Νίκος Σαραντάκος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Για την απώλεια του σπουδαίου καθηγητή κλασικής φιλολογίας Φάνη Κακριδή, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, με τίτλο:

«Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019)»!

 

Με μια πολύ σημαντική απώλεια για τα γράμματά μας άνοιξε το 2019: τον θάνατο του κλασικού φιλόλογου Φάνη Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στην Αθήνα και τα Γιάννινα.

Ο Κακριδής προερχόταν από οικογένεια φιλολόγων και πανεπιστημιακών καθώς ήταν εγγονός του καθηγητή Θεοφάνη Κακριδή και γιος του Ιωάννη Κακριδή – αλλά και της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, που όπως είναι λιγότερο γνωστό έχει μεταφράσει και αυτή την Ιλιάδα, μετάφραση που κυκλοφορεί από τον Ζαχαρόπουλο και είναι και πολύ καλή: ο Φάνης Κακριδής μάλλον θα πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι γονείς του μετάφρασαν και οι δυο την Ιλιάδα, όχι όμως μαζί παρά σε δυο διαφορετικές εκδοχές.

Ο Κακριδής όμως είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στον δημόσιο στίβο με την αρθρογραφία του για θέματα εκπαίδευσης και γλώσσας. Στο ιστολόγιο (https://sarantakos.wordpress.com/2018/03/18/fkakridis/) μας έχουμε δημοσιέψει ένα άρθρο με διάλεξή του για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Καθώς ήταν δεινός κλασικός φιλόλογος, έβλεπε καθαρά πόσο καταστροφική ήταν η αντιμεταρρύθμιση του 1992 που επανέφερε τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.

 

Φάνης I. Κακριδής

 

Στο ιστολόγιο (https://sarantakos.wordpress.com/2018/03/18/fkakridis/) έχουμε φιλοξενήσει κι άλλο ένα άρθρο του Φ. Κακριδή, περυσινό, από το περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργαζόμασταν και οι δυο. Στα άρθρα που έδινε στα Μικροφιλολογικά, ο Κακριδής εξέταζε κάθε φορά ένα μοτίβο όπως εμφανίζεται στην αρχαία γραμματεία και στα νεότερα χρόνια.

Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα ακόμα άρθρο από τη σειρά των Μικροφιλολογικών, όπου εξετάζεται το μοτίβο του αέρα που σηκώνει το φουστάνι μιας κοπέλας. Ανάλαφρο θέμα, προφανώς – αλλά νομίζω πως ταιριάζει, κι ας είναι πένθιμη η συγκυρία. Βλέπετε, ο Φ. Κακριδής δεν περιφρονούσε και τα ανάλαφρα – είναι άλλωστε γνωστό ότι έχει μεταφράσει και περιπέτειες του Αστερίξ στα αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα να παρουσιάσω μια τέτοια μετάφρασή του, όμως ήθελε πολλή δουλειά κι έτσι το ανέβαλα για άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Το σύντομο άρθρο που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 των Μικροφιλολογικών (φθινόπωρο 2014). Εγώ χάρηκα όχι μόνο το πλάτος των αναφορών, από τον Νόννο τον Πανοπολίτη ίσαμε την Κέιτ Μίντλετον, αλλά και τη θαυμάσια γλώσσα – μαζί και κάποιους τύπους που σήμερα θεωρούνται τολμηροί, όπως «δημοσιέψει», «κατάγραψαν», «περίγραψε».

 

Φύσηξε βοριάς…

… και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της
!

 

Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!

Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απ’ τη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.

Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):

 

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.

Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου
.

 

Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα «Πόθος», που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:

 

Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω
.

 

Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο…

 

καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ
.

Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.

 

Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3

Πολύ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα και φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο… Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και … / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν’ ανοίγεις.

Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

 

Σημειώσεις


 

1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο… Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο «Χωρίς τα πρόσωπα» έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές…

2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.

3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.

4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007, 22012, σ. 41.

5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο «Billet à Whistler» του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: … Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.

 

Φάνης I. Κακριδής

Διαβάστε ακόμη:

 

 

 

Read Full Post »

Το τριφύλλι του Μάη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» ή «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι».  

Γιατί το λέμε και τι σημαίνει μας εξηγεί ο Νίκος Σαραντάκος σε άρθρο του με τίτλο «Το τριφύλλι του Μάη» που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Στο μεταφραστικό φόρουμ της Λεξιλογίας, ένας εγγλέζος φίλος που ξέρει καλά ελληνικά και μελετάει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα την αργκό, ρώτησε τι σημαίνει η έκφραση «Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», και μάλιστα αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα ο στίχος είναι «ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι» διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο μήνας Μάιος, ο Μάης, έχει βιολογικές ανάγκες και τρώει. Η προσπάθεια εκλογίκευσης είναι εύλογη, αλλά βέβαια εμείς ξέρουμε πως η παροιμία (διότι περί παροιμίας πρόκειται) δεν έχει σχέση με τη μαϊμού· άλλωστε, όπως η κατσίκα δεν μασάει ταραμά, έτσι και η μαϊμού δεν τρώει τριφύλλι. (Πάντως, υπάρχει ένα σατιρικό εφηβικό βιβλίο που έχει ως τίτλο αυτό το λογοπαίγνιο: «Ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι»).

Τριφύλλι βέβαια, δεν τρώει ούτε ο Μάης, παρόλο που μάλλον θα έχετε ακούσει να λένε «Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Όμως δεν είναι αυτή η αρχική μορφή της παροιμίας.

Ο Μάης του Γιάννη Τσαρούχη.

Η αρχική μορφή της, που εξακολουθεί κι αυτή να λέγεται και σήμερα, είναι «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι» και υποτίθεται ότι τη λέει το χειμώνα ο αγρότης στον γάιδαρό του που πεινάει· λιγοστεύουν  οι ζωοτροφές, έξω όλα τα έχει σκεπάσει το χιόνι, μόνη παρηγοριά είναι η υπόσχεση ότι το Μάη τα χωράφια θα είναι γεμάτα με τριφύλλι – αν τη βγάλει ως τότε ο καψερός. Μάλιστα, σε μερικές παραλλαγές αυτό δηλώνεται σαφέστερα: «Ζήσε μαύρε γάιδαρε να φας το Μάη τριφύλλι», ενώ καταγράφονται επίσης και πλατειασμοί της παροιμίας: «Ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Το «μαύρε μου» να μην το πάρουμε κυριολεκτικά, ως ένδειξη χρώματος,  διότι ήταν συνηθισμένο όνομα για υποζύγια, βεβαίως και για άλογο π.χ. στα ακριτικά τραγούδια (δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια).

Καθώς ζούμε πια σε αστικό περιβάλλον, όπου δεν έχουμε πια υποζύγια, η φράση «Ζήσε μαύρε μου» έχασε τη διαύγειά της, κι έτσι ο μαύρος αντικαταστάθηκε από τον Μάη, οδηγώντας σε μια φράση εκ πρώτης όψεως οξύμωρη. Πολλοί πάντως εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρχική μορφή, έστω και συντομευμένη (π.χ. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι), ενώ πολύ συχνά προφέρουμε μόνο το πρώτο σκέλος της παροιμίας: Ζήσε Μάη μου… ή Ζήσε μαύρε μου…

Η παροιμία λέγεται για μακρινές ελπίδες ή υποσχέσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο απώτερο μέλλον, ιδίως όταν υπάρχει μια ανάγκη που επείγει. Συνήθως κρύβει ειρωνεία, ενώ συχνά λέγεται για τα «θα» των πολιτικών. Δεν δείχνει αναγκαστικά δυσπιστία ως προς την ειλικρίνεια των υποσχέσεων, αλλά σαφώς εκφράζει την πρόγνωση ότι η εκπλήρωσή τους θα έρθει πολύ αργά. Για παράδειγμα, στη Ραχήλ του Ξενόπουλου, όπου η δράση εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο κατά το αντιεβραϊκό πογκρόμ, υπάρχει ο διάλογος:

– Μα ο αφέντης έλεγε ψες, πως τηλεγραφήσανε να ’ρθει στρατός από την Αθήνα…
– Ναι, ώσπου να ’ρθει, ζήσε Μάη μου!

ή, στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη:

– Να περιμένουμε τα καράβια; Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι…

Τώρα που βλέπω τα παραδείγματα που έχω αποδελτιώσει από τη λογοτεχνία, σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι και πολύ σωστό αυτό που έγραψα λίγες αράδες πιο πάνω, ότι η αλλαγή από το «Ζήσε μαύρε μου…» στο «Ζήσε Μάη μου…» έγινε στο αστικό περιβάλλον, διότι βρίσκω τη φράση όχι μόνο στον Ξενόπουλο (που πράγματι έζησε σε πόλεις), αλλά και στον Πατούχα του Κονδυλάκη, όπου επίσης υπάρχει η νεότερη παραλλαγή: Εάν ετελείωνεν αυτό το σπίτι, θα είχαν τελειώσει και τα βάσανά του. Αλλά δεν είχε τελειωμό. Το κατώγειον επλησίαζε να τελειώσει, αλλ’ ο Σαϊτονικολής επέμενε να του κτίσει και ανώγειον κι έτσι θα ήρχετο και ο άλλος χειμώνας· και αν βροχαί διέκοπτον την εργασίαν, θα ήρχετο και η άνοιξις και… ζήσε Μάη μου.

Πάντως, όλες οι συλλογές παροιμιών έχουν την αρχική μορφή (με τον μαύρο αντί του Μάη). Πρόκειται μάλιστα για μάλλον παλιά παροιμία, αν σκεφτούμε ότι την συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του ο Βάρνερ, δηλαδή υπάρχει τουλάχιστον από το 1650, με τη μορφή: Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι.. Ο Βάρνερ μάλιστα, που έζησε κυρίως στην Πόλη, δίνει και τουρκική αντίστοιχη παροιμία (Γαϊδουράκι μην ψοφάς, θα φας τριφύλλι) και πράγματι στο λεξικό του Ρεντχάουζ βρίσκω ότι μια ανάλογη τουρκική λέγεται και σήμερα, ölme eşeğim ölme çayιr çimen bitecek (Μην ψοφάς γάιδαρέ μου, θα φυτρώσει κάποτε χορτάρι).

Φυσικά την παροιμία την έχουν και όλα τα λεξικά, είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη. Η εντύπωσή μου ήταν ότι οι περισσότεροι λένε «Ζήσε Μάη μου», αλλά στο γκουγκλ (που βέβαια τα ευρήματά του έχουν γίνει αναξιόπιστα) βρίσκω να υπερτερεί το «Ζήσε μαύρε μου». Το περίεργο είναι ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει μόνο το «Ζήσε Μάη», κάτι που είναι παράλειψη.

Αν δεν βαριέστε να σχολιάσετε, μπορείτε να μου πείτε ποιαν από τις δύο μορφές χρησιμοποιείτε, αν έχετε ακούσει την άλλη, κι αν σας φαίνεται οξύμωρο το «Ζήσε Μάη μου».

Στη σημερινή συγκυρία, η παροιμία χρησιμοποιείται πολύ, θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει γάντι. Οι υποσχέσεις ότι η Ελλάδα θα επανέλθει στις αγορές το 2020 ή ότι θα παρουσιάσει ανάπτυξη το 2015 στερεότυπα σχεδόν προκαλούν στα έντυπα το σχόλιο «Ζήσε Μάη μου…» ή «Ζήσε μαύρε μου…» ενώ με την ίδια φράση υποδέχτηκε ο τύπος τις εξαγγελίες για τις επιστροφές ΦΠΑ. Βέβαια, σε αντίθεση με το αιώνιο υποζύγιο, οι έλληνες πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους φέτος τον Μάη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΥΓ.  Θα τελείωνα εδώ, αλλά δεν θέλω να σας στερήσω μια πολύ αστεία εξήγηση-μούφα για την προέλευση της φράσης, που τη βρήκα τυχαία σε μια σπαρταριστή ιστοσελίδα με πολλές δήθεν εξηγήσεις φράσεων. Το πιο αστείο είναι ότι κάποιοι πείσθηκαν από την εξήγηση και την αντέγραψαν στα ιστολόγιά τους! Λοιπόν, η φράση βγήκε από έναν σκληροτράχηλο αμυντικό του… Ντροπαλού Ελευσίνος, που λεγόταν Ανέστης Μάης. Αλλά ιδού το πρωτότυπο: Η φράση αυτή γεννήθηκε μέσα στα γήπεδα του ελληνικού ποδοσφαίρου περί τα τέλη της δεκαετίας του 20. Ο Ανέστης Μάης ήταν αμυντικός της ομάδας του Ντροπαλού Ελευσίνας, γνωστός εκτός από την μεγάλη ποδοσφαιρική του αξία και για την πρωτοφανή αγριότητα που τον διέκρινε όταν μάρκαρε τους αντιπάλους του. Κάποιες φορές μετά τον αγώνα έστηνε καρτέρι έξω από τα γήπεδα ή από τα αποδυτήρια των αντίπαλων ομάδων με σκοπό να επιτεθεί είτε σε συγκεκριμένους αντιπάλους ή ακόμα και σε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα. Ο Μάης ήταν πολύ μεγαλόσωμος αθλητής, με διαστάσεις γίγαντα αναλογικά με εκείνη την εποχή, αλλά το κύριο όπλο του ήταν η οδοντοστοιχία του, που τη χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί όσους αντιπάλους τον εξόργιζαν. Κάποτε μάλιστα είχε εξουδετερώσει ολόκληρη την ομάδα του Ατέρμονου Βόλου, δαγκώνοντας προπονητή και παίκτες σε άγριο καβγά μετά το ματς. Όταν λοιπόν η ομάδα του Μάη ήταν στις δόξες της, είχε κληρωθεί να παίξει στο κύπελλο Ελλάδος του 1928 με τον Παναθηναϊκό, που ως γνωστό έχει σήμα το τριφύλλι. Ο Μάης όμως ήταν βαριά άρρωστος από μαλάρια εκείνη την περίοδο και διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο να πεθάνει. Οι συμπαίκτες του, σε μια επίσκεψή τους στο σπίτι του ετοιμοθάνατου Ανέστη Μάη, αμέσως μετά την κλήρωση του κυπέλλου, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν το μεγαλόσωμο αμυντικό με την παραπάνω φράση, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αρρώστια και να παίξει στον ιστορικό αγώνα, μια που χωρίς αυτόν ήταν σίγουρο ότι δε θα τα κατάφερναν. Έτσι, «Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», σημαίνει «κάνε κουράγιο, γίνε δυνατός και όλα μπορείς να τα καταφέρεις» και διατηρεί μέχρι σήμερα τη σημασία της.

 

Νίκος Σαραντάκος

Απρίλιος, 2012

Read Full Post »

Ζουράρις ερίδματος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» σύντομο σημείωμα από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, που αφορά στην επιστολή παραίτησης του Κώστα Ζουράρη.

 

Πρέπει να έχω γράψει τουλάχιστον πέντε ή έξι άρθρα για τον Κώστα Ζουράρι και τις λεκτικές του ακροβασίες, οπότε σήμερα που παραιτήθηκε από τη θέση του υφυπουργού τού χρωστάω ένα σύντομο σημείωμα, μια και φρόντισε στην επιστολή της παραίτησής του να πετάξει ένα ακόμα γλωσσικό πυροτέχνημα.

Η επιστολή παραίτησης του Κ. Ζουράρι δεν μπορούσε να μην έχει μια δύσκολη λέξη για φιγούρα, και μάλιστα στην αρχή- αρχή. Το κείμενο της επιστολής δίνεται ταυτόσημο από όλα τα μέσα ενημέρωσης, αλλά νομίζω ότι κάποια κόμματα έχουν παραλειφθεί και τα αποκαθιστώ εδώ:

Ερίδματε πρωθυπουργέ και σύντροφε, υποβάλλω σήμερα 14.1.2018 την από την θέση του υφυπουργού επί της παιδείας παραίτησίν μου, η οποία διευκολύνει, ως εικός, την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον. Μετά της προσηκούσης τιμής, Κώστας Γ. Ζουράρις.

Όλα τα ειδησεογραφικά μέσα, αντλώντας προφανώς από την ίδια πηγή, μεταφράζουν εντός παρενθέσεως «καλοδομημένε» το «ερίδματε», όμως δεν είναι και τόσο καλή αυτή η απόδοση, χώρια που αν την πεις γρήγορα τη λέξη μπορεί και να παρεξηγηθείς.

Το ερίδματος είναι δωρικός τύπος, άπαξ λεγόμενο θαρρώ, αφού πρέπει να υπάρχει μόνο στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στ. 1461) και αντιστοιχεί στο ερίδμητος. Αν κάνουμε ανάλυση της λέξης βρίσκουμε το γνωστό πανάρχαιο επιτατικό πρόθημα ερι- το οποίο στα νέα ελληνικά επιβιώνει βασικά στο επίθ. «ερίτιμος» (τα εριβώλαξ κτλ. είναι αρχαία που τα ξεθάβουμε μόνο για φιγούρα). Εριβώλαξ, η γη με τους μεγάλους βώλους, άρα η εύφορη. Ερίδμητος, ο γεροχτισμένος, ο καλοχτισμένος (πρβλ. νεόδμητος, ο νεοχτισμένος).

Άρα, το καλοδομημένος δεν είναι εντελώς λάθος απόδοση, αλλά δεν είναι και καλή. Το ελληνικό Λίντελ Σκοτ δίνει εξήγηση «ισχυρώς εκτισμένος, άρα ακίνητος, ακατάβλητος» και προφανώς με αυτή την τελευταία σημασία το χρησιμοποίησε ο Ζουράρις.

(Στον Αγαμέμνονα βέβαια ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το επίθετο για την Έριδα: Έρις ερίδματος, και ίσως να το διάλεξε και για την παρήχηση. Βαρυσύντυχη οργή, μεταφράζει ο Γρυπάρης).

Να πούμε βέβαια ότι ο Ζουράρις έπεσε θύμα προηγούμενης λεκτικής ακροβασίας του, όταν συζητώντας σε ραδιοσταθμό της Θεσσαλονίκης είπε (όχι ακριβώς έτσι, ακούστε το ηχητικό):

«Βουντού, βουντού, βουντού και μια καρφίτσα μαύρη, στο κατώτερο τμήμα του στεατοπυγικού μου υποσυστήματος έκατσαν 10.000 γαύροι…»

 

 

 

Πέρα από το ότι τέτοιες κουβέντες, έστω και στο πλαίσιο χαλαρής συζήτησης, δεν ταιριάζουν σε υπουργό, είναι και λάθος εφ’ όλης της ύλης. Δεν υπάρχει στεατοπυγικό σύστημα στον άνθρωπο, κι αν υπήρχε το κατώτερο τμήμα του δεν θα αντιστοιχούσε στο σημείο της ανατομίας για το οποίο γίνεται λόγος στην κανονική εκδοχή του συνθήματος.

Οπότε, καλώς παραιτήθηκε.

Νίκος Σαραντάκος

Read Full Post »

Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Για την ανασκευή της παραδοσιακής «ετυμολόγησης» της φράσης, «Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;», δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου.

 

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά, σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σημασία της βρίσκεται «υπό μετατόπιση». Πάντως, η παραδοσιακή, λεξικογραφημένη σημασία δεν έχει χαθεί. Για παράδειγμα, όταν στις αρχές της κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2008, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν η έγραψαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς, ότι δεν είναι στα καλά του δηλαδή.

 

Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

 

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «νατσουλισμού», όπως ονομάζουμε εδώ στο ιστολόγιο την τάση κάποιων ερευνητών, πρώτα και κύρια του ίδιου του Νατσούλη, να ανάγουν την προέλευση παγιωμένων εκφράσεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο. Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού όχι στα χρόνια του Όθωνα αλλά στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι). [Ευτυχώς, η τέταρτη έκδοση απαλείφει κάθε αναφορά στην προέλευση της έκφρασης].

Η αχίλλειος πτέρνα των νατσουλισμών είναι ότι, με το να προσδιορίζουν χρονικά τη γέννηση της έκφρασης, αφού την ανάγουν σε συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο, ανοίγουν την πόρτα και στην ανασκευή τους, αν είναι κανείς αρκετά επίμονος ή τυχερός να βρει τη δεδομένη έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο. Όχι ότι είναι εύκολη υπόθεση να βρεις μέσα στον τεράστιο αχερώνα των κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το νατσουλικό μπαλόνι.

Παλιότερα, είχα βρει στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη τη φράση «πας και χρουστείτε της Μιχαλούς;», ακριβώς με τη σημασία «μπας κι είσαι τρελός;», αλλά αφού ο Τυχοδιώκτης εκδόθηκε το 1835, οριακά θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι είχε κάνει τόσο ντόρο η υπόθεση της παραδόπιστης Μιχαλούς το 1830, που να διαδόθηκε σαν αστραπή στο Ανάπλι και στο Μωριά και στην Αθήνα και στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ελλάδα, ώστε ο Χουρμούζης (που ήτανε Πολίτης) να τη βρει παροιμιακή και να τη βάλει στο έργο του.

Ωστόσο, ο Θεός αγαπάει και τον Νοικοκύρη. Μερικά χρόνια αργότερα, φυλλομετρούσα την κωμωδία «Κορακιστικά» του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, στην οποία ο φαναριώτης συγγραφέας σατιρίζει τους καθαριστές της γλώσσας παρουσιάζοντας δυο ήρωες που το έχουν βάλει αμέτι μουχαμέτι να βγάλουν αρχαιοελληνικές όλες τις ξένες λέξεις (ο διάλογός τους θυμίζει εκπομπή σημερινού ελλαδεμπορικού παρακάναλου). Έχουν κι έναν υπηρέτη, τον Μικέ, που τον έχουν βαφτίσει Μύκη επί το αρχαιοπρεπέστερο. Και σε μια στιγμή που φεύγουν, αγανακτεί με τις παλαβομάρες του αφέντη του και λέει και με το δίκιο του ο δόλιος ο Μικές:

Φρόνιμμα το λέσι στον τόπον μου στη Χχιο,

το πως οι Γραμματισμένοι χρωστούσι της Μιχαλλούς.

(τα διπλά σύμφωνα είναι προφανώς προσπάθεια του συγγραφέα για φωνητική ορθογραφία, διότι τότε τα πρόφερναν οι Χιώτες, όπως τα προφέρουν ακόμα οι Κύπριοι)

Τι μας λέει εδώ ο ευλογημένος Μικές; Ότι η έκφραση «χρωστάω της Μιχαλούς» ήταν παροιμιακή στη Χίο. Πότε; Τότε που γράφτηκαν τα Κορακιστικά, προφανώς. Και πότε γράφτηκαν; Νωρίτερα από το 1812, βρίσκω, αφού από τότε κυκλοφορούσαν χειρόγραφα στους κύκλους των λογίων της Πόλης – και τυπώθηκαν γύρω στο 1814.

Άρα, ακόμα κι αν υπήρχε Μιχαλού ταβερνιάρισσα στο μετεπαναστατικό Ανάπλι, που πολύ αμφιβάλλω, σαφώς δεν είναι αυτή που έγινε αιτία να γεννηθεί η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς», αφού, όπως είδαμε, η φράση εμφανίζεται σε κείμενο του 1812 και πολύ μακριά από την Πελοπόννησο.

Πώς όμως γεννήθηκε η φράση; Εδώ δεν υπάρχει απόλυτη σιγουριά, πιστεύω όμως ότι η εξήγηση που θα παρουσιάσω είναι η σωστή.

Η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς» υπάρχει στο ανέκδοτο τμήμα των Παροιμιών του Ν. Πολίτη που τα χειρόγραφά του μένουν να σκονίζονται σε κάποιο υπόγειο προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν βρίσκει να διαθέσει σ’ αυτό το εθνικής σημασίας έργο μισό από τα 230 εκατομμύρια που χάρισε στο Μέγαρο Μουσικής. Εγώ δεν έχω πρόσβαση στα χειρόγραφα του Πολίτη και δεν τα έχω δει, όμως τα είχε δει ο Χουρμουζιάδης, ένας λόγιος των αρχών του αιώνα, που είχε δημοσιεύσει σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Λαογραφία» μια συλλογή παροιμιών της Ανατολικής Θράκης, και εκεί μας λέει ότι η θρακιώτικη μορφή της παροιμίας υπάρχει και στο ανέκδοτο τμήμα του Ν. Πολίτη. Όμως, ο Χουρμουζιάδης καταγράφει τη φράση κάπως διαφορετικά: Χρωστάει το Μιχάλη. Η αιτιατική όμως εδώ πρέπει να νοηθεί ως μωραΐτικη γενική: χρωστάει του Μιχάλη.

Και στη δική του συλλογή ο Άνθιμος Παπαδόπουλος καταγράφει κι άλλες ιδιωματικές παραλλαγές: χρωστάει του Μιχάλη (Ήπειρος-Θεσσαλία), χρωστάει τον Μουχάλη (Πόντος), στη δε Συληβρία Μιχάλης λέγεται ο ελαφρόμυαλος. Ο Παπαδόπουλος υποθέτει ότι, όταν ξεχάστηκε η ιστορική αρχή της φράσης δεν είναι περίεργο που τη θέση της Μιχαλούς πήρε ο Μιχάλης, εγώ όμως πιστεύω πως το αντίστροφο έγινε, δηλαδή όταν διαδόθηκε η φράση σε περιοχές που ο Μιχάλης ή η Μιχαλού δεν σήμαινε τίποτα το ξεχωριστό, τότε εφευρέθηκε εκ των υστέρων η ψευτοϊστορική εξήγηση.

Αν προσέξουμε, όλες σχεδόν οι αναφορές που έχουμε εντοπίζονται σε μια γεωγραφική περιοχή αρκετά βόρεια, ανάμεσα Θράκη και Πόλη. Σκέφτηκα λοιπόν να ψάξω σε βουλγάρικα λεξικά και βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Βρήκα ότι στα βουλγάρικα υπάρχει ολόιδια έκφραση! Συγκεκριμένα, η έκφραση имам да давам на Михаля (κατά λέξη «χρωστάω στον Μιχάλη»), σημαίνει ό,τι και η δικιά μας «χρωστάω της Μιχαλούς», δηλαδή δεν είμαι στα καλά μου, κάπου χάνω, μου έχει λασκάρει η βίδα. Το λεξικό όπου βρήκα τη λέξη σημειώνει ότι η βουλγαρική έκφραση προέρχεται από τα ελληνικά, χωρίς να δίνει άλλα στοιχεία. Όμως, κι αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, στα βουλγάρικα υπάρχει και δεύτερη έκφραση με τον Μιχάλη, που δεν υπάρχει στα ελληνικά: гоня Михаля, (κατά λέξη «κυνηγάω τον Μιχάλη»), επιδιώκω ανέφικτα πράγματα, θηρεύω ανέμους που λέγαν κι οι αρχαίοι. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για παλιωμένες εκφράσεις, ενώ επίσης δεν μπόρεσα να βρω το μνημειώδες βιβλίο του Γκέροφ [1] που ίσως θα μας έδινε κάποιες πληροφορίες.

Παρ’ όλες τις αβεβαιότητες, η πεποίθησή μου είναι ότι αρχική μορφή της έκφρασης, είτε στα ελληνικά είτε στα βουλγάρικα, ήταν η «χρωστάει στον Μιχάλη» και ότι η σημασία «Μιχάλης = ο ελαφρόμυαλος» προϋπήρχε. Και όποιος χρωστάει στον ελαφρόμυαλο,  εύλογα είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος. Όπερ έδει δείξαι, θαρρώ, και μπορούμε να ξεχάσουμε την εκδοχή της ταβερνιάρισσας από τ’ Ανάπλι.

Όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνια, η έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς» έπαθε κάτι άλλο, έχασε την «ετυμολογική» της θα λέγαμε διαφάνεια, δηλαδή η ιδιωματική σημασία της δεν προκύπτει πια με κανέναν τρόπο από την κατά λέξη ερμηνεία της. Οπότε, πολύ λογικά, εμφανίστηκε μια νέα σημασία, και εδώ και μερικά χρόνια, καμιά δεκαπενταριά ας πούμε, έχει φτάσει να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά». Η εξέλιξη είναι ευεξήγητη: λέει κάποιος, σαν λογοπαίγνιο: χρωστάμε στις κάρτες, χρωστάμε στο στεγαστικό, χρωστάμε την κουζίνα, χρωστάμε στον Τάδε, χρωστάμε ακόμα και στη Μιχαλού. Ότι κάποτε θα υπήρξε αυτό το λογοπαίγνιο, το βλέπουμε στη γελοιογραφία του Μποστ κάτω, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση “χρωστάει της Μιχαλούς” λέγοντας “χρωστάει παντού και χρωστάει και της Μιχαλούς”, δηλαδή “χρωστάει σε όλους και δεν είναι και καλά στα μυαλά της”. Το 1959 ήταν λογοπαίγνιο, σήμερα η έκφραση ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιείται με αυτή τη σημασία.

 

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»...

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»…

 

Πράγματι, αν κοιτάξουμε στο γκουγκλ, βρίσκουμε την έκφραση με τη σημασία αυτή, ιδίως σε τίτλους άρθρων, όπως «Χρωστάνε “της Μιχαλούς” οι Κρητικοί σε απλήρωτους λογαριασμούς», ακόμα και σε ευρηματικούς μεταπλασμούς όπως «Από τη λίστα [των δανειστών της ΑΕΚ] λείπει μόνο το όνομα της Μιχαλούς». Μάλιστα, έβαλα στο γκουγκλ χρονικό περιορισμό να βγάζει κείμενα μόνο του τελευταίου χρόνου και δεν βρήκα ούτε ένα παράδειγμα όπου η έκφρ. χρησιμοποιείται με τη σημασία «είναι τρελός», αν και βρήκα πολλές ιστοσελίδες που εξηγούν (συνήθως λανθασμένα) την προέλευση της φράσης.

Δηλαδή, η έκφραση με την παλιά, τη λεξικογραφημένη σημασία της, τείνει ν’ αποκτήσει μουσειακό χαρακτήρα, ενώ η ζωντανή σημασία της έκφρασης δεν είναι καταγραμμένη σε κανένα λεξικό, αν και έχει αναφερθεί από την Άννα Ιορδανίδου σε παλιό δελτίο της Άσπρης Λέξης, ενώ επίσης έχει καταγραφεί στη Λεξιλογία, όπου ο Σάκης Σεραφείμ είχε διατυπώσει την πρόβλεψη, που πολύ πιθανό είναι να επαληθευτεί, ότι η νέα σημασία (δηλ. χρωστάει πολλά) θα κατισχύσει. Να σημειώσω πάντως ότι σε πολλά νεότερα κείμενα βλέπουμε μια παραλλαγή της φράσης, δηλαδή όχι «χρωστάει της Μιχαλούς», αλλά «χρωστάει ΚΑΙ της Μιχαλούς», πάντα με τη σημασία «χρωστάει πολλά», κι έτσι η έκφραση εκλογικεύεται ακόμα περισσότερο. Δηλαδή, χρωστάει κάποιος σε όλο τον κόσμο (όπως λέμε «χρωστάει σε όποιον φοράει παπούτσια / σε όποιον μιλάει ελληνικά»), ακόμα και στη Μιχαλού, που φαντάζομαι θα τη σκέφτονται σαν καμιά γυναίκα του λαού, ίσως γριούλα με τσεμπέρι.

Πέρσι, που έγραφα το βιβλίο μου «Λόγια του αέρα»[2] στο λήμμα «χρωστάει της Μιχαλούς» αφιέρωσα αρκετόν χώρο στην ανασκευή της διαδεδομένης θεωρίας για την προέλευση της έκφρασης (ταβερνιάρισσα του Αναπλιού), οπότε ήμουν κάπως λακωνικός για τη νεότερη σημασία και περιορίστηκα να αναφέρω τα εξής: Το βέβαιο είναι ότι στη σημερινή χρήση η έκφρ. έχει χάσει τη διαύγειά της, κι έτσι πολλοί τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά».

 

Νίκος Σαραντάκος

 

Σημειώσεις Βιβλιοθήκης


 

[1] Найден Геров (Νάιντεν Γκέροφ),  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ.

[2] Νίκος Σαραντάκος, «Λόγια του αέρα και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

 

Read Full Post »