Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναοί’

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου στο Άργος


 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

Αν και στο παλαιότερο Άργος υπήρχαν αρκετά κτίρια που είχαν οικοδομηθεί επί Τουρκοκρατίας, ο χρόνος και οι νέες συνθήκες τα εξαφάνισαν. Το μοναδικό ιστορικό μνημείο εκείνης της εποχής είναι ο σημερινός Ιερός Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, που βρίσκεται ΝΑ της πόλης και στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μεσσηνίας- Αρκαδίας. Το συγκεκριμένο σημείο που βρίσκεται ο ναός, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την λατρευτική ζωή του Άργους από την αρχαιότητα. Στη θέση αυτή αναφέρεται ότι υπήρχε ναός της Νικηφόρου Αφροδίτης, ενώ λίγο δυτικότερα έχει αποκαλυφθεί αψίδα σπουδαίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Εκτιμάται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε ναός και στους μεσοβυζαντινούς χρόνους.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1938, λόγω της αρχαιολογικής του αξίας, ο ναός με Βασιλικό Διάταγμα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο. ( Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 30, τεύχος Α΄- 20/ 01/ 1938). Ακριβή στοιχεία για την χρονολόγηση του μνημείου δεν υπάρχουν. Σίγουρα όμως είναι έργο της Α΄ Οθωμανικής περιόδου στο Άργος και θα πρέπει να κτίστηκε μεταξύ του 1570 και 1600 δηλαδή περί το τέλος του 16ου  αιώνα. Πάντως αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα Μουσουλμανικά τεμένη.

Επί Τουρκοκρατίας ο ναός, λειτούργησε ως Τζαμί και Νεκροταφείο των Οθωμανών και όπως γράφει ο Αναστάσιος Τσακόπουλος «είναι το μόνον διασωθέν εν Άργει επίσημον ιστορικόν μνημείον του εκλιπόντος βαρβάρου κατακτητού».

Την εποχή του Καποδίστρια λειτούργησε για μικρό διάστημα ως στρατιωτικό αναρρωτήριο και κατόπιν αφέθηκε στην φθορά του χρόνου, μέχρι που κάποια στιγμή ο πανίσχυρος και παντοδύναμος στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης το χρησιμοποίησε ως ποιμνιοστάσιο για τα πρόβατά του.

Το 1871, μετά από ενέργειες του υπολοχαγού του πεζικού Ιωάννη Ζώη, το μνημείο καθαγιάστηκε δι’ εγκαινίων  και μετατράπηκε σε Χριστιανικό ναό που αφιερώθηκε στην μνήμη των αγίων και ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ο ναός είναι σχεδόν τετράγωνος με προσανατολισμό από ΒΔ προς ΝΑ, πετρόκτιστος χωρίς επιχρίσματα ενώ μεγάλο μέρος της τοιχοποιίας του προέρχεται από επαναχρησιμοποίηση αρχαίων υλικών. « Δια την ανέγερσίν του εχρησιμοποιήθη υλικόν ή εκ των πέριξ αρχαιοτήτων ( θέατρον, αγοράν κατά την συνοικίαν Ταμπάκικα) όπερ και το πιθανότερον εξ αυτού του ιδίου χώρου, διότι ου μόνον ο τοίχος του περιβόλου και ιδίως της μεσημβρινής πλευράς στηρίζεται επί θεμελίων αρχαίου κτιρίου, αλλά και εις το όπισθεν μέρος του Δ. τοίχου ο επισκέπτης θα παρατηρήση ίχνη ερειπίων της κλασσικής εποχής». (Αναστ. Τσακόπουλος).

 

«Το τέμενος του Άργους», 1803, σχέδιο του άγγλου αρχιτέκτονα Sir Robert Smirke (1780-1867) ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1801-1805. Πανεπιστήμιο του Yale, Αμερική.

 

Στεγάζεται από μεγάλο τρούλο ο οποίος φέρεται πάνω σε οκτάπλευρο, τυφλό, χαμηλό τύμπανο, κατασκευασμένο από πλινθοδομή. Στα δυτικά, όπου και η είσοδος του ναού, υπάρχει το τυπικό προστώο με τρεις ημισφαιρικούς θόλους από πυρότουβλα, που στηρίζονται σε τέσσερεις κίονες. Το εσωτερικό των θολίσκων έφερε διακόσμηση από ερυθρό και κίτρινο χρώμα.

Η είσοδος στο χώρο προσευχής γίνεται από τρεις θύρες. Το εσωτερικό είναι στρωμένο από τετράγωνες, οπτές πλίνθους και μάλλον πρόκειται για το αρχικό δάπεδο του ναού. Αρκετά μεγάλα παράθυρα, ορισμένα εκ των οποίων είναι κλεισμένα, χάριζαν άπλετο φως στο μνημείο.

Στη ΝΔ γωνία του υπήρχε ο πετρόκτιστος μιναρές, από τον οποίο σήμερα σώζονται οι πρώτες βαθμίδες, ύψους περίπου 1,80 μ. και χρησιμεύει ως βοηθητικός χώρος του ναού. Πάνω στη βάση του μιναρέ εδράζεται το νεώτερο, πέτρινο καμπαναριό.

«Ο Πουκεβίλ που είχε επισκεφθεί το Άργος στις αρχές του 19ου αιώνα, εντυπωσιασμένος από την από την γραπτή διακόσμηση με παραστάσεις κυπαρίσσων, αναφέρει ότι το μονολιθικό υπέρθυρο του μνημείου είχε μεταφερθεί από τις Μυκήνες». ( Γεώργιος Τσεκές).

Εσωτερικά ο ναός είναι φτωχός και χωρίς αγιογραφίες. Το τέμπλο είναι ξύλινο χωρίς κάποια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Ανακαινίστηκε το 1920 με έξοδα του Αθανασίου Κατσούλα και οι επ’ αυτού ιερές εικόνες είναι σχεδόν ισομεγέθεις, έχουν δε αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1870 – 1872 εκτός από την εικόνα των Ταξιαρχών που φέρει ημερομηνία 17 Οκτώβρη 1831 και την παλαιότερη όλων που είναι η του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων του θαυματουργού (ΑΩΚΔ-1824) και η οποία προέρχεται από τον ναό του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα που βρισκόταν στην πλατεία και κατεδαφίστηκε από τον Μητροπολίτη Παγώνη προκειμένου να αναγερθεί ο σύγχρονος ναός του Αγίου Πέτρου.

Τα μόνα αξιόλογα μαρμάρινα αντικείμενα με ανάγλυφες παραστάσεις είναι ο επισκοπικός θρόνος δεξιά της εισόδου και τα δύο μανουάλια που φέρουν χαμηλά τρία χερουβείμ και ψηλότερα τρεις αγγέλους.

Σημαντικό επίσης είναι το ιερό Ευαγγέλιο το οποίο έχει εκδοθεί στην Βενετία το 1781(αψπα). Στο εξώφυλλό του φέρει δύο σημειώσεις. Η πρώτη κατά μήκος αναφέρει: 1822 Ιουληου 8 εχηροτονηθηκα εγο ο ιερευς του ποται μακαριτου Παπαδημητριου λαλουκιοτη και στο κάτω μέρος γράφει: 1795 μαυου 16 εχηρητονηθηκα εγο διμητριος ηερευς του γεωργιου κληρικου α Λαλουκα αγορασα το παρον ευαγγεγιων γροσια 35. Σήμερα φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου.

Ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί (17 αι.) μας περιγράφει την περιοχή όπου βρισκόταν το τζαμί τότε και σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος:

Ο δρόμος από το πάνω βαρόσι προς την κάτω πόλη είναι τρεις χιλιάδες βήματα. Τα σπίτια της είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμένα σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα περιβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κεραμιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική. Το άλλο είναι κοντά στη γειτονιά που λέγεται Μπεσικέρ. Υπάρχουν ακόμη, δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια.

Αλλά και ο  Αναστάσιος Τσακόπουλος μας πληροφορεί:

Προς Α. και Β.Α. του ναού μέχρι της απελευθερώσεως ήτο το διοικητήριον, επιβλητικόν και τεράγωνον κτίριον, το μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Αλή Ναμίκ μπέη, του οποίου μέρος των ερειπίων σώζονται ακόμη και σήμερον εις την Β. πλευράν του περιβολίου του Π. Τριπολιτσιώτη ή Χανιά έναντι και Α. του ναού, ήσαν και άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα επισήμων και επιφανών Τούρκων……ήτο, καθώς παραδίδεται, η τουρκική αριστοκρατική συνοικία, ήτις εξετείνετο εκείθεν του αγίου Σπυρίδωνος μέχρι αγίου Δημητρίου, μάλιστα δε η Ν. πλευρά της οικίας των κληρονόμων Διαμαντοπούλου παρά τον άγιον Δημήτριον στηρίζεται επί Τουρκικού κτιρίου, οικίας Γεωργίου Ρούσσου φαρμακοποιού, Α΄Δημ. Σχολείου και εκείθεν, μέχρι περιβολίου κληρονόμου Δημ. Κλεισιάρη ( το οποίον ανήκεν εις τον Αργείον στρατηγόν του Αγώνος Δημήτριον Τσώκρη), ένθα εις το Δ. μέρος του περιβολίου ήσαν τα περίφημα θερμά Τουρκικά λουτρά, εκ των οποίων, ως μάρτυς αψευδής αλλά κατηφής και τεθλιμμένος σώζεται η εξώθυρα με το τοξοειδές υπέρθυρον, ήτις από τον επάρατον άσβεστον είναι αγνώριστος σήμερον.  

   

Πηγές


 

  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.
  • Τσελεμπί Εβλιγιά, «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668 – 1671», εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2005.

Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου Άργους

 

 

 

 

Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου Άργους

Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου Άργους

Τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Άργους, στην παλιά εθνική οδό προς την Τρίπολη, δεξιά του δρόμου, η διακλάδωση οδηγεί στο ιστορικό Κεφαλάρι. Έναν πραγματικά ειρηνικό οικισμό. Αγροτόσπιτα ανάμεσα στα περιβόλια αλλά και ωραίες καινούργιες κατοικίες αρμονικά συνταιριαγμένες με τους εναπομείναντες παλιούς νερόμυλους, μαρτυρούν πώς η ζωή σε τούτο τον ευλογημένο τόπο συνεχίζει να κυλάει αδιάλειπτα, αγνοώντας τον χρόνο και  με τους κατοίκους του συνεχώς να πληθαίνουν. Το 1951 είχε μόλις 455 κατοίκους. Το 1991 αυξήθηκαν στους 602. Σήμερα ανέρχονται περίπου στους 1.000 κατοίκους. Η ιστορία του Κεφαλαρίου χάνεται στην αχλή του χρόνου. Αυτός ο αρχαιότατος τόπος λατρείας, με τον γραφικό ναό της Ζωοδόχου Πηγής, είναι σήμερα ένα ευλαβικό προσκύνημα για τους επισκέπτες, αλλά συγχρόνως και ένας ειδυλλιακός, δροσερός τόπος αναψυχής γύρω από τις πηγές του αργυροδίνη Ερασίνου, πέντε χιλιόμετρα από το Άργος, στον Δήμο του οποίου ανήκει. Από τα σπηλαιώδη έγκατα και τις υπόγειες ροές των μεγάλων οροσειρών της Αρκαδίας ξεκινάει ο Ερασίνος. Ένα ιδιότροπο ποταμό, αλλά και ιερό προστάτη του τόπου και των κατοίκων του, άλλοτε με την πλημμύρα του και άλλοτε με την ξηρασία του.

Με τα νερά του κινήθηκαν άλλοτε οι Μύλοι και οι νεροτριβές της περιοχής. Στις όχθες του ιδρύθηκε το 1829, από τους Αρχιμανδρίτη Πύρρο και Νικηταρά τον Τουρκοφάγο, το πρώτο χαρτοποιείο της ελεύθερης Ελλάδας, ενώ το 1833 με Β.Δ. του Όθωνα δημιουργήθηκε Κρατικό Πυριτιδοποιείο. Μια πρώτη έκρηξη πυρίτιδας το 1868 υπήρξε καθοριστική για την λειτουργία του, αλλά δραματική ήταν η δεύτερη έκρηξη του 1918, με πολλά θύματα και τεράστιες ζημιές.  Το Κεφαλάρι είναι επίσης γνωστό για το σπήλαιο του το οποίο παλιά ήταν κοίτη υπόγειου ποταμού. Στα τοιχώματα του, διακρίνονται μερικές σκαλιστές κόγχες, που πιθανότατα φιλοξενούσαν αναθηματικά ειδώλια. Στις αρχές του αιώνα έγινε μια πρόχειρη ανασκαφή που έφερε στο φως ευρήματα νεολιθικής κεραμικής. Πάντως, το σπήλαιο είχε κατοικηθεί από ανθρώπους πολύ νωρίτερα. Οι Γερμανοί αρχαιολόγοι R. Felsch το 1972 και ο L. Reisch το 1975-76 που έσκαψαν στο κέντρο της σπηλιάς, βρήκαν λεπίδες και αιχμές των αρχών της νεότερης παλαιολιθικής εποχής.

 

Εικόνα του Κεφαλαρίου Άργους, από κάρτ ποστάλ της δεκαετίας του 1960

Εικόνα του Κεφαλαρίου Άργους, από κάρτ ποστάλ της δεκαετίας του 1960

Ο πρώτος ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής ή της Παναγίας της Κεφαλαριώτισσας, όπως την προτιμούν και αποκαλούν οι παλιοί Αργείοι, χτίστηκε κατά την παράδοση μετά το 1634, όπου πιθανολογείται και η εύρεση της εικόνας της Παναγίας. Βρίσκεται ακριβώς πάνω από τις πηγές του Ερασίνου ποταμού, ο οποίος πηγάζει από τα έγκατα του όρους Χάον και στου οποίου την κρημνώδη πλαγιά είναι κτισμένη η εκκλησία, ενώ δίπλα στην είσοδο της βρίσκονται τα δύο στόμια της μεγάλης σπηλιάς. Δυστυχώς, ο αρχαιότατος και ιστορικός αυτός ναός κατεστράφη στις 18 Μαΐου 1918 από την τρομακτική δεύτερη έκρηξη των πυρομαχικών που φυλάσσονταν στις στρατιωτικές αποθήκες και οι οποίες βρίσκονταν στο βάθος του σημερινού δασυλλίου. Από την τρομερή αυτή έκρηξη ο ναός έγινε σωρός καπνιζόντων ερειπίων και μόνο η Αγία Τράπεζα και η Χάρις Της έμειναν όρθιες. Ο σημερινός ναός ξανακτίσθηκε και εγκαινιάσθηκε το 1928 στη θέση του κατεστραμμένου ναού από τους Αργείους και ιδιαίτερα με δαπάνες του Παναργειακού Συλλόγου «Ο Δαναός» που βρίσκεται στην Ατλάντα της Αμερικής.

Το Κεφαλάρι συνέδεσε το όνομά του με την επανάσταση του 1821. Όπως γράφει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη ( Φωτάκος ) στα απομνημονεύματα των Αγώνων της Ελληνικής Επανάστασης 1820-1828, κατά την επιδρομή των Στρατευμάτων του Δράμαλη στην Αργολίδα τον Ιούλιο του 1822, ο Κολοκοτρώνης ευρισκόμενος στο Κεφαλάρι συνεκάλεσε το Πολεμικό Συμβούλιο όλων των Ελλήνων οπλαρχηγών όπου κάτω από τον δροσερό ίσκιο των πλατάνων και αφού ζήτησαν την βοήθεια της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας μας, έλαβαν την απόφαση να χτυπήσουν πάραυτα τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, γεγονός που συνετέλεσε στην νικηφόρο έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης.

 

  

Πηγές

 

  • Αναστάσιου Τσακόπουλου, «Ο Εν Κεφαλαρίω Άργους Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής», δέκατη έκδοση, Αθήνα, 2001.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Αργολικόν Ημερολόγιον 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

 

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου («Παναγίτσα» Λυγουριού)

 

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Μεταβυζαντινός ναός, σημαντικό κτίσμα της Β’ Ενετοκρατίας (1685-1715), που ανήκει στον τύπο του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με οκτάπλευρο τρούλο. Ιδιοτυπία αποτελεί η επέκταση του δυτικού σκέλους με την προσθήκη ενός επιπλέον ζεύγους κιόνων. Ο ναός δεν έχει ξεχωριστό νάρθηκα και η κύρια είσοδός του είναι στη νότια πλευρά. Κτιστό τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό από το Ιερό. Η εκκλησία είναι κτισμένη από καλής ποιότητας λιθοδομή και το δάπεδο είναι πλακόστρωτο. Πάνω από την είσοδο, στο εσωτερικό του ναού, σώζεται η κτητορική επιγραφή με χρονολογία 27 Φεβρουαρίου 1701 που αναφέρει ότι ο ναός οικοδομήθηκε και εικονογραφήθηκε προς τιμή της Θεοτόκου με συνδρομές κι έξοδα από την ευρύτερη περιοχή και την κοινότητα, επί επισκόπου Δαμαλών και Πεδιάδος Ιακώβου, εφημερεύοντος ιερέως Δημητρίου και ιερέως Ιωάννου.


Ολόκληρος ο ναός είναι πλούσια εικονογραφημένος με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. Ξεχωρίζουν η μνημειακή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στο δυτικό τοίχο, οι Θεομητορικές και Χριστολογικές σκηνές των πλάγιων τοίχων σε διάχωρα κόκκινης ταινίας, ο Παντοκράτωρ του τρούλου και η Πλατυτέρα του Ιερού. Στην εικονογράφηση διακρίνεται το ιδίωμα πολλών αγιογράφων. Γενικά χαρακτηριστικά είναι το στυλιζάρισμα μορφών και ενδυμάτων και η περιορισμένη χρωματική κλίμακα.

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δήμου Ασκληπιέων

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Αδριανού & Ναταλίας ( Άγιος Αδριανός – Κατσίγκρι)

 

 

Έξι χιλιόμετρα έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ένα χιλιόμετρο μετά το ομώνυμο χωριό Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι) βρίσκεται παλαιός σταυρεπίστεγος ναός, όπου τιμώνται οι Άγιοι μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία. Ο ναός στην απογραφή του 1696-1700 αναφέρεται ως παρεκκλήσι του χωριού Μολιβίδι, με εκκλησία την Αγία Παρασκευή και έτερο παρεκκλήσι την Παναγία.

 

Ο ναός βρίσκεται σε καλή κατάσταση, έχει γίνει όμως  επικάλυψη της εξωτερικής τοιχοδομίας και έχει «δεθεί εσωτερικά και εξωτερικά με σιδερόβεργες λόγω των διαφόρων ρωγμών που παρουσιάστηκαν κατά μήκος του να­ού».

Ολόκληρο το εσωτερικό του ναού διακοσμείται με τοιχογραφίες, οι οποίες δεν έχουν υποστεί μεγάλη φθορά, ώστε οι περισσότερες να σώζονται ακέραιες.

Στο μέσο του νοτίου τοίχου σώζεται σε καλή κατάσταση γραπτή επιγραφή, που αναφέρεται σχετικά με την αγιογράφηση του ναού. Κατά την επιγραφή αυτή, ο ναός ιδρύθηκε με δαπάνη του Δραγουμάνου του Μορέως και αγιογραφήθηκε από τον ιερομόναχο Ιερεμία, ο οποίος κατα­γόταν από το Αδάμι Αργολίδος. Αγιογραφήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1743.

 

Επίσης, σύμφωνα με τον Α. Ορλάνδο, η παντελής έλλειψη παραθύρων ή «η ύπαρξη τοιούτων στενωτάτων εν είδη πολεμίστρων» είναι ενδεικτικά των χρόνων της τουρκοκρατίας.

 

Τοιχογραφίες

 

''Ο Παλαιός των ημερών"

''Ο Παλαιός των ημερών"

Στην διάταξη των τοιχογραφιών μπορεί να διακρίνει κανείς τους τρεις εικονογραφικούς κύκλους: Το δογματικό, το λειτουργικό και τον ιστορικό. Σαν

σημαντικές και σπάνιες αγιογραφήσεις αξίζει να αναφέρουμε:

 

 Στο αριστερό τμήμα του ανατολικού τοίχου και δίπλα από την αγία Πρόθεση παριστάνεται ο «Ο Παλαιός των Ημερών», δηλαδή ο Λόγος του Θεού που αποτελεί το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

 

Στο δυτικό ημιχόριο του ναού παριστάνεται ο ζωδιακός κύκλος, που είναι μια πολύ σπάνια αγιογραφία.

 

Το τέμπλο, σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουμε, έχει αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1910 έως 1918 και είναι δυτικής τεχνοτροπίας, κάτι που δημιουργεί αντίθεση με την όλη αγιογράφηση του ναού.

 

 

ΤΣΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ – ΘΕΟΛΟΓΟΣ (Μέρος πτυχιακής εργασίας στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών)

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους


 

Ο Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι το παλαιότερο βυζαντινό μνημείο της πόλης του Άργους, χαρακτηριστικό δείγμα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, με ιδιαίτερη αρχαιολογική, καλλιτεχνική και ιστορική αξία. Σύμφωνα με την κήρυξη του Υπουργείου Πολιτισμού, χρονολογείται στις αρχές του 12ου αιώνα, δηλαδή είναι της όψιμης μεσοβυζαντινής περιόδου.

Ο ναός είναι τρίκλιτος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Τα τρία κλίτη χωρίζονται από τέσσερις πεσσούς και τέσσερις κίονες και σ’ αυτούς στηρίζεται ο τρούλος, ο οποίος ευρίσκεται στο κέντρο της σταυροειδούς στέγης και «εγγράφεται» έτσι μέσα σ’ αυτό το αρχιτεκτονικό σχήμα. Στα δυτικά προστίθεται νάρθηκας, ενώ η ανατολική πλευρά απολήγει σε τρεις τρίπλευρες αψίδες. Ο ρυθμός αυτός ήταν πολύ διαδεδομένος την εποχή εκείνη και πολλές εκκλησίες κτίζονταν έτσι. Παράλληλα, στο τύμπανο του τρούλου, ο οποίος συμβολίζει τον ουρανό, εικονίζεται ο αυστηρός Παντοκράτορας, ενώ μπροστά στην αψίδα του ιερού η δεομένη Παναγία.

 

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο του Βυζαντινού Μουσείου Αργολίδας.

 

Η εκκλησία έχει κτιστεί κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα, με τη διαφορά ότι οι πέτρες δεν είναι ισομεγέθεις, επειδή πολλές από αυτές προέρχονταν από αρχαία μνημεία και τις τοποθετούσαν ατόφιες, ενώ ανάμεσά τους μπαίνει το ψημένο λεπτό τούβλο. Στα κατώτερα σημεία των τοίχων είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Το μνημείο έχει υποστεί διάφορες επεμβάσεις, όπως η προσθήκη προστώου στη δυτική πλευρά, το οποίο είναι σχεδόν σύγχρονο. Από επιγραφή που σώζεται στην αριστερή άκρη του νάρθηκα πληροφορούμαστε ότι ο ναός ανακαινίστηκε το 1699.

Στο ναό φυλάσσονταν τα Άγια λείψανα του Αγίου Πέτρου μέχρι το 1421. Έχει συνδεθεί ιστορικά με διάφορα περιστατικά της επανάστασης. Σ’ αυτόν ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης το 1829, οι εργασίες της οποίας έγιναν κατόπιν στο αρχαίο θέατρο.

Σ’ αυτόν επίσης ορκίστηκαν και οι πληρεξούσιοι της Ε΄Εθνοσυνέλευσης το 1831 μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι εργασίες της οποίας έγιναν τελικά στο Ναύπλιο. Ο ναός συγκαταλέγεται στα παραδοσιακά διατηρητέα μνημεία του Άργους.

 

Πηγές


Read Full Post »

Ιερός Ναός Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας Άργους


 

Ο Ναός της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας, ευρίσκεται στη ΒΑ πλευρά της Λάρισας επάνω στον βράχο, όπου την αρχαία εποχή υπήρχε ιερό της Ακραίας Ήρας*. Η Παναγία αρχικά λειτουργούσε ως μοναστήρι και η ιστορία της ξεκινάει από το 1715 περίπου**, οπότε και καταγράφεται η ύπαρξή της στο χρονικό του Ελληνορουμάνου χρονογράφου Κωνσταντίνου Διοικητή, ο οποίος ακολούθησε, απεσταλμένος της Βλάχικης αυλής του Ναζίν Νταμάς Αλή πασά, την εκστρατεία του  εναντίον των Ενετών στην Πελοπόννησο.

Η Μονή από πολύ νωρίς έγινε πλούσια και άκμασε τόσο, ώστε αναφέρεται σε εφημερίδες της Κυβέρνησης του 1835 ως χωρίον του Δήμου Αργείων***. Προεπαναστατικά μνημονεύεται ως ηγούμενος της Μονής ο Βενέδικτος (1803) και κατόπιν ο Παρθένιος μέχρι το 1845. Ο αξιολογότερος και τελευταίος ήταν ο παπα – Ανανίας Δαγρές από το Κουρτάκι, ο οποίος άνοιξε τον δρόμο που οδηγεί από τις Πορτίτσες στη Μονή και μεγάλωσε το κτιριακό συγκρότημα. Αναγκάστηκε όμως από τον Στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, με τον οποίο προφανώς δεν είχε καλές σχέσεις, να εγκαταλείψει το Άργος το 1855 και να μεταβεί σε μοναστήρι της Κοιλάδας. Κατόπιν τούτου, το 1856 η Μονή έγινε ενοριακός ναός και παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη. Το 1906, το Μεγάλο Σάββατο προς Κυριακή του Πάσχα, 4 Απριλίου, καταστράφηκε από πυρκαγιά, που προήλθε πιθανότατα από πυροτέχνημα.

 

Ιερός Ναός Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας Άργους

 

Η Μονή συνδέθηκε με διάφορα γεγονότα της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου. Λειτούργησε το πρώτο σχολείο του Άργους (1798) με πρωτοβουλία των Περουκαίων****. Εκεί δίδαξε ο περίφημος Αγάπιος Λεονάδρος, ιδρυτής της σχολής της Δημητσάνας, έχοντας ανάμεσα σε άλλους μαθητή του τον Παλαιών Πατρών Γερμανό (που χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή από το θείο του, επίσκοπο Άργους, Ιάκωβο, αλλά και ο αδερφός του Ησαίας, καθώς και ο Η. Καλαράς από το Αγιονόρι της Νεμέας, που ήταν σχολάρχης την περίοδο 1805-1821, ο ιερομόναχος Νικηφόρος Παμπούκης από τα Καλάβρυτα και οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ. Ως σχολείο λειτούργησε και μετά το 1821. Μετά την ήττα των Ελλήνων στον Ξεριά (25-4-1821) ο άμαχος πληθυσμός αλλά και αρκετοί μάχιμοι, όπως ο Παπαρσένης Κρέστας από το Κρανίδι, κατέφυγαν στη Μονή, για να αποφύγουν την οργή του Κεχαγιάμπεη. Επίσης, ιδρύθηκε εκεί το 1822 το πρώτο ελληνικό νομισματοκοπείο, το οποίο όμως δεν πρόλαβε να λειτουργήσει.*****

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου  Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Ως το 1833 η Κατακεκρυμμένη λειτουργούσε ως μοναστήρι, οπότε και με διάταγμα που ρύθμιζε το μοναστηριακό ζήτημα (7-10-1833), αποφασίστηκε η διάλυση των Μονών που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς. Η μοναστηριακή περιουσία περιερχόταν στο κράτος, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση του κρατικού εκπαιδευτικού προγράμματος, καθώς και για τη βελτίωση της ζωής του κατώτερου κλήρου.

Σύμφωνα με το παραπάνω διάταγμα, κτήματα της Μονής δημοπρατούνται το 1835. Τα βιβλία της καταγράφονται και τα κοσμικά, καταρχήν, προορίζονται από τον Νομάρχη Φρ. Μαύρο να διατεθούν «επί μετριωτάτη τιμή» στο Δημοτικό Σχολείο Άργους. Αντίθετα προς την εισήγηση, η Κεντρική Διοίκηση αποφάσισε τα βιβλία της Μονής να διατεθούν σε τρεις κατευ­θύνσεις: τα πολυτιμότερα και παλαιότερα από τα εκκλησιαστικά (έντυπα ή χειρόγραφα) να δοθούν στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τα υπόλοιπα εκκλησιαστικά στη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Συνόδου. Τα κοσμικά βιβλία (φιλολογικά, εκδόσεις κλασικών συγγραφέων, λεξικά) να δοθούν στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, για το οποίο κρίθηκαν καταλληλότερα και του οποίου έπρεπε να πλουτιστεί η σχολική βιβλιοθήκη.

Τα σημαντικότερα από τα σωζόμενα ιερά κειμήλια είναι ένα Ευαγγέλιο έκδοσης Βενετίας (1776) και δύο εικόνες, μία των Εισοδίων της Θεοτόκου (1705) και άλλη μία, της Παναγίας Γλυκοφιλούσας.****** Ο Ναός της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας, είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Τα τελευταία χρόνια η Παναγία λειτουργεί και πάλι ως μοναστήρι  με μοναχούς τους αυτάδελφους ιερομονάχους Ιωσήφ και Μακάριο, που με προσωπική φροντίδα και μεράκι κάνουν τα μέγιστα ώστε το μοναστήρι να είναι καταφύγιο ψυχών, λαϊκής λατρείας, ανοικτό, ζωντανό, δυναμικό με όραμα και έργο.

 

Παναγία Πορτοκαλούσα


Σ’ όλη την Ελλάδα υπάρχουν έθιμα που συνδέονται με την ευτεκνία του νιόπαντρου ζευγαριού. Στην Αργολίδα έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην τεκνοποίηση καλών και σωστών τέκνων από το νεόνυμφο ζευγάρι. Για τον λόγο αυτό, κυρίως στο Άργος και στην Παναγία του Βράχου έριχναν στα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ή και στα νιόπαντρα πορτοκάλια ώστε να έχουν την ευλογία της Παναγίας για γερά και χαρισματικά παιδιά. Από κει πήρε και το όνομά της η Παναγία η Πορτοκαλούσα. Κατά πάσα πιθανότητα το έθιμο αυτό αποτελεί την διατήρηση ενός αρχαίου εθίμου της περιοχής, όπου οι νέοι έριχναν κατά τους «Βαλλαχράδες», αργιάχλαδα μεταξύ τους. Το όνομα βαλλαχράδες είναι σύνθετη λέξη εκ του βάλλω+αχράδας. ******

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη


Ο ναός επίσης ονομάζετε Παναγία Κατακεκρυμμένη από την παλιά εικόνα που ήταν κρυμμένη στη σπηλιά του βράχου και η οποία βρέθηκε σύμφωνα με την παράδοση κατά τρόπο θαυματουργικό. Μια ισχυρή λάμψη μέσα στη νύχτα οδήγησε τους χριστιανούς στη σπηλιά ή κάποιος ευσεβής χριστιανός, ύστερα από σχετικό όνειρο, οδήγησε κληρικούς και λαϊκούς στο ίδιο σημείο, όπου βρήκαν την εικόνα και αποφάσισαν στη συνέχεια να κτίσουν εκκλησία.

Η εικόνα ευρίσκεται μετά το νάρθηκα, αριστερά σε ξυλόγλυπτο κουβούκλιο και πρέπει να τη θεωρήσουμε έργο τέχνης ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας. Η όλη «κατασκευή» είναι εντυπωσιακή, διότι πρόκειται για μια «δίφυλλη» δημιουργία. Στο αριστερό φύλλο εικονίζεται η Παναγία Γλυκοφιλούσα, η οποία σαν τρυφερή και στοργική μάνα σκύβει στο παιδί της με αγάπη. Το δεξιό φύλλο φέρει την ίδια επικάλυψη και επάνω ψηλά την επιγραφή «Αγίου Δημητρίου του Νέου» και σε δεύτερο επίπεδο (στο βάθος) δύο ανάγλυφες μορφές. Το ανάγλυφο αυτό είναι «αρνητικό» όπως τα καλούπια δηλαδή των γλυπτών. Οι δύο μορφές δεν διακρίνονται καθαρά, γιατί υπάρχει στο μέσο του φύλλου ένας σταυρός, προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη. Πιθανότατα και με βάση την επιγραφή, η μία ανάγλυφη μορφή παριστάνει το Νεομάρτυρα Δημήτριο από το χωριό Λιγουδίτσα Τριφυλλίας, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους στην Τρίπολη το 1803 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 14 Απριλίου. Η άλλη μορφή παριστά πιθανότατα τον Οσιομάρτυρα Παύλο, ο οποίος καταγόταν από το Σοπωτό Καλαβρύτων και μαρτύρησε επίσης στην Τρίπολη το 1818 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 22 Μαΐου. Η κάρα του Αγ. Δημητρίου του νέου φυλάσσεται στο μητροπολιτικό ναό Αγίου Βασιλείου Τρίπολης, ενώ τα υπόλοιπα λείψανά του και ορισμένα από τα λείψανα του οσίου Παύλου φυλάσσονται στη Ιερα Μονή Βαρσών Μαντινείας. Ο ναός συγκαταλέγεται στα παραδοσιακά διατηρητέα μνημεία του Άργους.

 

Περιουσιακά στοιχεία


ΓΑΚ ΥΕΔΕ  φάκελος 19 κατάστιχον 031.  Κατάστιχον των μοναστηρίων της Πελοποννήσου 1829 Φεβρουαρίου Α΄ Εκκλησιαστική Επιτροπή, Σελ. 24-25 Μοναστήριον της Κατακεκρυμμένης κείμενον κατά το Άργος.

Ιερά σκεύη

1 Δισκοπότηρον αργυρούν, 1 Ευαγγέλιον αργυρούν, 1 σταυρός αργυρούς με μερτζάνια και ζαμπρούτια, 21 κομμάτια αγίων λειψάνων, 1 φελώνι στόφινον χρυσούν, 1 ζευγάρι επιμάνικα ζερμπάσι, ένα στιχάρι και ένα κολάνι και τα αναγκαία βιβλία της εκκλησίας.

Κτήματα

Χωράφια ονομαστικά εις διάφορα μέρη στρέμματα τριακόσια δέκα έξη  (316 ).

Αμπέλια εις διάφορα μέρη στρέμματα οχτώ ( 8 ).

Ελαιόδεντρα τριακόσια ( 300).

1 εργαστήρι βαγεναρείον με εν βαγένιον.

1 μετόχιον με λινόν, το οποίον έγινε κατάστημα Αλληλοδιδακτικόν.

2 οσπήτια όνια πλησίον εις το Αλώνι του Μοναστηρίου.

 Οι μονάζοντες

 2 Αγιορίται  –  Το Μοναστ. Σώζεται

Το Μοναστήριον τούτο έχει και ικανά βιβλία κατά το χωριστόν κατάστιχον , εις χείρας των Δημογερόντων του Άργους και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής.

 

Υποσημειώσεις


* Παυσ. ΙΙ 24,1

* * Η θέση του Ι. Ζεγκίνη για την παλαιότητα της Μονής (9ος ή 10ος αι.) και η αντίστοιχη παραπομπή στην Ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας του Κρουμβάχερ ελέγχονται. Στο παραπάνω έργο του Κρουμβάχερ δεν γίνεται καμιά αναφορά «περί αναχωρητριών εκ Μικράς Ασίας και περί της Μάρθας, ηγουμενίσσης της εν Άργει Ιεράς Μονής της Θεοτόκου» (Ι. Ζεγκίνη, σελ. 331).

***  Αρχική σύσταση Δήμου: Άργους (6.644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (Μύλοι Ερασίνου) (50), από το βιβλίο του Ελ. Γ. Σκιαδά, Ιστορικό διάγραμμα Δήμων κ.λπ. σ. 265.

*****Στη Μονή δεν λειτούργησε ποτέ «Κρυφό Σχολειό». Εξάλλου, η ιστορική επιστήμη δέχεται ότι ο θεσμός του «Κρυφού Σχολειού» επί τουρκοκρατίας ανήκει στους χώρους της παράδοσης και ως θρύλος δεν έχει ιστορική βάση.

***** Για την Πορτοκαλούσα βλ. και εφ. «Ασπίς» φ. 1/23-10-1932 και μελέτη του Αν. Τσακόπουλου στην ίδια εφημερίδα (φ. 214/22-11-1936 κ.ε.). Επίσης, Σοφία Πανταζή, Παλαίτυπα της Μονής Κατακεκρυμμένης (περ. «Αργειακή Γη», τχ. 2, 2004, σ. 165 κ.ε.).

****** Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.4ος, σ.94. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996, σελ. 332.

 

Πηγές

  •  Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, « Ελληνικά Μοναστήρια, Πελοπόννησος », Τόμος Ά, Αθήνα 1976.
  •  Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος 2004.
  •  Αναστάσιου Π. Τσακόπουλου, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις, « Χρονικών του Μοριά», Αθήναι 1953.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  •  Γενικά Αρχεία του Κράτους. Υπουργείο Εκκλησιαστικών Δημοσίας  Εκπαιδεύσεως
  • «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

Read Full Post »

Older Posts »