Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύαρχος’

Ανδρούτσος ή Κολανδρούτσος Γεώργιος (1782; -1849): ο ναύαρχος των Σπετσών


 

Ανδρούτσος ή Κολανδρούτσος Γεώργιος (1782 – 1849). Ελαιογραφία (1860), Τσόκος Διονύσιος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Μία από τις σημαντικότερες μορφές του ναυτικού Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Ανδρούτσος, γνωστότερος σαν Κολανδρούτσος, γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στα 1782. Ιδιοκτήτης του βρικιού «Παγκρατίων», που ναυπήγησε στις Σπέτσες το 1813, ασχολήθηκε δραστήρια με το ναυτεμπόριο της εποχής αποκτώντας παράλληλα την απαραίτητη για τον κατοπινό αγώνα εξαιρετική ναυτική εμπειρία.

Στις 3 Απριλίου 1821, αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης στις Σπέτσες, ο Κολανδρούτσος γίνεται μέλος της Επιτροπής η οποία διοίκησε στη διάρκεια του Αγώνα το νησί και διηύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις του. Ο «Παγκρατίων» τον συνόδευσε σχεδόν σε όλες τις ναυτικές αποστολές του. Στις επιχειρήσεις του τρινήσιου ελληνικού στόλου στον Αργολικό, το Σεπτέμβριο του 1822, ηγήθηκε της ναυτικής μοίρας του νησιού του ως ναύαρχος, ενώ στα 1823 και 1824 εκλέχθηκε και επανεκλέχθηκε ναύαρχος των Σπετσών, διατηρώντας το αξίωμα αυτό μέχρι το τέλος του Αγώνα.

Παρά τους όχι και τόσο κολακευτικούς χαρακτηρισμούς των τοπικών ιστοριογράφων, του Αν. Ορλάνδου, ο οποίος περιγράφει τον Κολανδρούτσο ως «άνδρα γενναίον μεν, τίμιον και σοβαρόν, αλλ’ ουχί ι­κανότητος αναλόγου προς την ναυαρχικήν θέσιν…», και του Αν. Χαχζη-Αναργύρου, ο οποίος τον χαρακτηρίζει «απλοϊκό στον χαρακτήρα και αγαθό…», ο ίδιος κατόρθωνε, ενισχυμένος από γνήσια πατριωτική δύναμη και από διακαή πόθο για την απελευθέρωση της πατρίδας, να επιβάλλεται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και την ανυπακοή των πληρωμάτων του, ώστε ο σπετσιώτικος στόλος υπό τις εντολές του να συμβάλει στην επιτυχή έκβαση πολλών ναυμαχιών του Αγώνα, όπως αυτή στο στενό Κω – Αλικαρνασσού (24-8-1824), στη ναυμαχία του Γέροντα (29-8-1824), στη ναυμαχία στο Ηράκλειο της Κρήτης (1/2-11-1824), στη ναυμαχία του Καφηρέα (20-5-1825), στη ναυμαχία της Σούδας (2-6-1825), στη ναυμαχία του Πατραϊκού (23-7-1825), στις προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων στο Μεσολόγγι (30-3 έως 8-4-1826).

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τον κατάπλου της φρεγάτας «Ελλάς», ο Ανδρούτσος διορίζεται από την κυβέρνηση Α’ κυβερνήτης του πλοίου με το βαθμό του στολάρχου. Το 1827 ο Γ. Ανδρούτσος, επιβαίνοντας στον «Παγκρατίωνα», καταπλέει στη Χίο ως «Μοίραρ­χος του κατά την Χίον στολίσκου» με σκοπό την ενίσχυση των στρατευμάτων του Φαβιέρου και τον αποκλεισμό του νησιού, με απώτερο στόχο την απε­λευθέρωσή του και την ενσωμάτωσή του στο νεοσύστατο κράτος. Η συμβολή του όμως στην επιχείρηση αυτή στάθηκε ουσιαστικά αρνητική και εντελώς αναποτελεσματική, αφού ο Σπετσιώτης ναύαρχος εγκαταλείφθηκε από τα ατακτούντα πληρώμα­τά του, τα οποία διεκδικώντας αμοιβές από τις – ανύπαρκτες άλλωστε- λείες του πολέμου είχαν ήδη επιδοθεί σε πειρατικές καταδρομές.

Αργότερα, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Κυβερνήτη Καποδίστρια για την ανασυγκρότηση και διοργάνωση του ναυτικού, απονεμήθηκε στον Γ. Ανδρούτσο ο βαθμός του αντιναυάρχου, ενώ με διάταγμα της 5ης Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε η Τριμελής Επιτροπή διεύθυνσης της Ναυτικής Υπηρεσίας, στην οποία εκτός των Σαχτούρη και Κανάρη μετείχε και ο Ανδρούτσος.

Το 1831 επίσης, στο πλαίσιο μιας ύστατης προσπάθειας του Καποδίστρια να αμβλύνει τις αντιθέσεις του με τους ναυτικούς των νησιών, ο Ανδρού­τσος ορίστηκε με σχετικό διάταγμα μέλος της επιτροπής του νεοσύστατου Ταξιαρχικού Σώματος διά την υπηρεσίαν των Ναυτικών, με σκοπό την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, κατά τη διάρκεια των θλιβερών συμβάντων στον Πόρο, ο Γ. Ανδρού­τσος στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια, όπως άλλωστε και ολόκληρη η οικογένειά του και η πλειονότητα των Σπετσιωτών συμπατριωτών του, αναλαμβάνοντας καίριες θέσεις ευθύνης αντιμετώπισης των Υδραίων και των άλλων στασιαστών.

Με την έλευση του Όθωνα και την εκ νέ­ου προσπάθεια αναδιοργάνωσης του κράτους, ο Ανδρούτσος, παρ’ ότι ορί­στηκε μέλος της «Επί των ναυτικών εκδουλεύσεων Εξεταστικής Επιτροπής», τέθηκε σε μακρόχρονη διαθεσιμότητα. Αργότερα ο βασιλιάς Όθωνας, επανεκτιμώντας τα δεδομένα, έδειξε πράγματι μία εύνοια, προσωρινή όμως, και τον Ιανουάριο του 1841 τον προήγαγε στο βαθμό του υποναυάρχου του εθνικού στόλου.

Όντας από τους γηραιότερους, για τα δεδομένα της εποχής, επιζώντες ναυάρχους του ελληνικού στόλου, αδυνατούσε να ενστερνισθεί νεοτερισμούς φωτισμένων αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού για την επιβεβλημένη εκ βάθρων ανασυγκρότηση του Σώματος. Αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, τιμώμενος εξαιρετικά από τους συμπατριώτες του. Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1849, σε ηλικία 67 ετών.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Read Full Post »

Τομπάζης Ιάκωβος ή Γιακουμάκης (1782-1829): ο ναύαρχος της Ύδρας το πρώτο έτος της Επανάστασης


 

Ιάκωβος Τομπάζης, ξυλογραφία, Πανδώρα (1854-1855) σ. 12. «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Φιλικός και ναύαρχος της Ύδρας μόνο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ο Ιάκωβος ή Γιακου­μάκης Τομπάζης αποτελεί – όπως και ο αδελφός του Μανώλης- σημαντική προσωπικότητα του ναυ­τικού αγώνα του Εικοσιένα. Η οικογένεια Τομπάζη ή Τουμπάζη, από τις αρ­χαιότερες της Ύδρας, εγκαταστάθηκε στο νησί το 1668, προερχόμενη από τα Βουρλά της επαρχίας Σμύρνης. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Γιακουμάκη και ο τελευταίος που το έφερε (μέχρι το 1816) ήταν ο προεστός Νικόλαος Γιακουμάκης, πατέρας των δύο αδελφών Ιακώβου (1782-1829) και Μανώλη (1784-1831). Το επώνυμο Τουμπάζης προήλθε από ένα είδος πλοίου των αδελφών, που ονομαζόταν τουμπάζι, σύμφωνα με τη γνωστή συνήθεια και άλλων οικογενειών της Ύδρας. Τα δύο αδέλφια έλαβαν τα εγκύκλια γράμματα στην Ύδρα, αλλά από μικρή ηλικία ακολούθησαν το ναυτικό βίο.

Κατά τον Αναστάσιο Γούδα και οι δύο ήταν «λίαν φιλομαθείς, φιλόκαλοι και περίερ­γοι», παρατηρητικοί και προοδευτικοί και «προηγούντο εις πάσας επί το βέλτιον μεταρρυθμίσεις, είτε των υδραϊκών πλοίων είτε του είδους του βίου εί­τε του καλλωπισμού των οικιών και των ενδυμά­των».

Ως χαρακτήρες ήταν διαφορετικοί. Ο μεν Μανώλης (ο οποίος στις 23 Απριλίου 1823 διορίστηκε αρμοστής της Κρήτης) διακρινόταν για τη δραστη­ριότητα και το επιχειρηματικό του πνεύμα, προσό­ντα χάρη στα οποία αποκτήθηκε το μεγαλύτερο μέ­ρος της περιουσίας τους, ενώ ο Ιάκωβος ήταν πρά­ος, υπομονετικός και υπεύθυνος, αλλά δεν διέθετε ηγετικές ικανότητες. Κατά τα πολλά τους ταξίδια και τη συναναστροφή τους με μορφωμένους Ευρω­παίους είχαν γνωρίσει το δυτικό πολιτισμό και έ­χαιραν της εκτιμήσεως πολλών φιλελλήνων, οι ο­ποίοι επισκέπτονταν τότε την Ελλάδα και μάλιστα φιλοξενούνταν στο σπίτι τους. Ο Ιάκωβος επίσης είχε πολύ καλές για την εποχή του γνώσεις στη ναυτική και ναυπηγική τέχνη, όπως διαπιστώνεται από τα χειρόγραφά του.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Ο Ιάκωβος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 και είχε συνεργασία με τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, όπως διαπιστώνεται από τη σω­ζόμενη αλληλογραφία του με τους Αλέξανδρο Υψηλάντη, Παναγιώτη Μπόταση, Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσσα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κ.ά. Από τη στιγμή που στην Ύδρα κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Ιάκωβος -όπως και ο αδελφός του- ένωσε τις δυνάμεις του και διέθεσε τα πλοία της οικογένειας στον κοινό αγώνα. Με απόφαση όλων των Υδραίων πλοιάρχων ορίστηκε αρχηγός του υδραίικου στόλου και στις 28 Απριλίου πάνω στη ναυαρχίδα του «Θεμιστοκλής» ορκίστηκε «εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του Έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιότιμων καπεταναίων της πατρίδος Ύδρας». Ακολούθησε η επιχείρηση εξέ­γερσης της Χίου, η οποία όμως δεν είχε το αναμε­νόμενο αποτέλεσμα.

Ένα μήνα αργότερα ο ναύαρ­χος Τομπάζης βρισκόταν μαζί με τις μοίρες των άλλων δύο ναυτικών νησιών στο βορειοανατολικό Αιγαίο για να εμποδίσει ενδεχόμενο απόπλου του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια. Στις αναμε­τρήσεις αυτές με τα εχθρικά και καθ’ όλα ισχυρότε­ρα πλοία διαπιστώθηκε η αδυναμία των μικρών ελ­ληνικών και τότε -πάλι στη ναυαρχίδα του Το­μπάζη «Θεμιστοκλής»- αποφασίστηκε για πρώτη φορά η χρήση των πυρπολικών, που είχε τα γνωστά θετικά αποτελέσματα. Η επιτυχής επίθεση του Ψαριανού Παπανικολή τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 στην Ερεσό αποτελεί το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα του Αγώνα που ενθάρρυνε τον ενωμένο ελληνικό στόλο τόσο ώστε την επομένη έτρεψε σε φυγή τον έντρομο τουρκικό.

Η εκδικητική μανία των Τούρκων στράφηκε στις Κυδωνίες και στη γνωστή καταστροφή της πόλης τον Ιούνιο, όπου έσπευσε ο Τομπάζης για να σώσει τον άμαχο πληθυσμό της. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη ναυ­τική εκστρατεία διάσωσης της Σάμου, όπου ο οθω­μανικός στόλος επιχείρησε την πολιορκία του επα­ναστατημένου νησιού. Το φθινόπωρο θα συμμετά­σχει στις επιχειρήσεις στα δυτικά παράλια της Πε­λοποννήσου και στον Κορινθιακό κόλπο, ενώ στο εξής την ηγεσία του υδραίικου στόλου θα αναλάβει ο Μιαούλης, με τον οποίο ο Ιάκωβος Τομπάζης εί­χε συγγενικούς δεσμούς, αφού η κόρη του είχε πα­ντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του Μιαούλη, τον Δη­μήτρη. Ο Τομπάζης έκτοτε θα συμβάλει με κάθε τρόπο στον Αγώνα, διακρινόμενος για τη νηφαλιότητα, την πραότητα και την ηρεμία του χαρακτήρα του. Απεβίωσε το 1829 στην Ύδρα.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Αποστόλης Νικολής (Ψαρά 1770 – Αίγινα 1827) – Ο ναύαρχος των Ψαρών


 

«Χρηστός και ήσυχος πολίτης, τίμιος άνθρωπος και φιλόπατρις εις το άκρον», ανέφερε στη νεκρολογία του Νικολή Αποστόλη η «Γενική Εφημερίς» στις 23 Απριλίου 1827. Ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται απόλυτα στον αρχηγό της ναυτικής μοίρας του ηρωικού νησιού των Ψαρών, του οποίου ο βίος και η όλη δράση διακρίνονται για τη γενναιότητα και μεγαλοψυχία του, τη φιλοπατρία και ανιδιοτέλειά του.

Νικολής Αποστόλης (1770 - 1827)

Ο Νικολής Αποστόλης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770 και καταγόταν από παλιά ναυτική οικογένεια του νησιού. Όπως όλοι οι γόνοι των ναυτικών νη­σιών, από νεαρή ηλικία στράφηκε στη θάλασσα και εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, όπου απέκτησε ναυτικές γνώσεις χρήσιμες για τη μετέπειτα εθνική δράση του κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Ο πόθος για την απελευθέρωση της πατρίδας του τον ώ­θησε να καταταχθεί εθελοντικά στο στόλο του Λά­μπρου Κατσώνη, όταν ο τελευταίος κατήλθε στο Αιγαίο εναντίον των Τούρκων.

Το 1787 κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας του Καφηρέως σώθηκε από θαύμα και κατέφυγε με άλλους Λαμπρινούς (στρατιώτες του Λάμπρου) στην Άνδρο και ύστερα από δραματικές περιπέτειες στα Κύθηρα, όπου παρέμεινε μαζί με άλλους συμπατριώτες του για εφτά μήνες, πριν επιστρέψει στα Ψαρά.

Μετά την ήττα του Κατσώνη, ο Αποστόλης μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο επιδόθηκε στο εμπόριο, αρχικά ως συνοδός εμπορευμάτων στη δυτική Ευρώπη, όπου είχε την ευκαιρία να μάθει ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά), ενώ από το 1793 ήταν ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου, με το ο­ποίο ο ίδιος ως πλοίαρχος ταξίδεψε από τον Εύξεινο Πόντο και τη Μαύρη θάλασσα ως τη Βόρεια θάλασσα και έφθασε μέχρι και την Ολλανδία απο­κομίζοντας τεράστια κέρδη. Είναι η χρυσή ευκαι­ρία για το ελληνικό εμπορικό ναυτικό των προε­παναστατικών χρόνων, που έδωσε την ευκαιρία στους ριψοκίνδυνους Έλληνες ναυτικούς να πλουτίσουν, να δημιουργήσουν ένα στόλο εμπορικών πλοίων και παράλληλα να αποκτήσουν πολύτιμη ναυτική εμπειρία, που θα αξιοποιηθεί μετέπειτα στη διάρκεια της Επανάστασης.

Το 1818 ο Νικολής Αποστόλης επιστρέφει στην πατρίδα του και αφιερώνει πλέον όλο το δυναμικό του σ’ αυτήν. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και μαζί με το συμπατριώτη του Δημήτριο Ν. Μαμούνη έγινε έφορός της και αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Στις 10 Απριλίου 1821 με την ιδιότητα του εφόρου των Ψαρών ανήγγειλε στους εφόρους των Σπετσών Παναγιώτη Μπόταση και Γ. Πάνου την απόφαση του νησιού του να συμμετάσχει με τα πλοία του στον Αγώνα και τους καλούσε να ενώσουν τους στόλους των δύο νησιών για την από κοινού αντιμετώπιση της εξόδου του εχθρικού στόλου στο Αιγαίο, επισημαίνοντας πολύ έγκαιρα την αποτελεσματικότητα της ένωσης των ναυτικών δυνάμεων.

Ο Αποστόλης στις 18 Απριλίου 1821 διορίστηκε ναύαρχος του ψαριανού στόλου και έλαβε μέρος σχεδόν σε όλες τις ναυτικές εκστρατείες, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα έγγραφα του αρχείου Ψαρών, ιδιαίτερα στις ναυμαχίες Κω – Αλικαρνασσού και Γέροντα τον Αύγουστο του 1824. Η γεωγραφική θέση των Ψαρών ως προχωρημένης ναυτικής βάσης στο Αιγαίο -κοντά στα Δαρδανέλια, απ’ όπου ήταν δυνατή η παρακολούθηση των κινήσεων του οθωμανικού στόλου κατά την έξοδό του από τα Στενά- είχε στρατηγική σημασία και το ναυτικό τους προσέφερε πολλά στον Αγώνα.

Τα πυρπολικά των Κωνσταντίνου Κανάρη (1790-1877), Δημήτρη Παπανικολή (1790-1855), Κων­σταντίνου Νικόδημου (1795/6-1879) και άλλων α­τρόμητων Ψαριανών πυρπολητών υπό τις οδηγίες του Νικολή Αποστόλη έγιναν ο τρόμος και ο φόβος του εχθρικού στόλου, προξενώντας σοβαρές απώ­λειες και σύγχυση.

Ο γενναίος Ψαριανός ναύαρχος συνέχισε να αγωνίζεται σθεναρά και μετά την κατα­στροφή της πατρίδας του, τον Ιούνιο του 1824, παίρνοντας μέρος σε πολλές ναυτι­κές επιχειρήσεις μέχρι το τέλος της σύ­ντομης ζωής του. Ο θάνατος από πνευμονία τον βρήκε πρόωρα, στις 19 Απριλίου 1827, στη διάρκεια ακόμη μιας αποστολής, προτού προλάβει να δει ελεύθερη την Ελλάδα, για την οποία προσέφε­ρε τις υπηρεσίες του αλλά και την τεράστια περι­ουσία του.

Στις αρετές του Αποστόλη καταγράφεται και η φιλανθρωπία του. Σύμφωνα με το γραμματέα του Κυριάκο Δ. Μαμούνη, κατά τη διάρκεια της μετα­φοράς Ελλήνων προσφύγων σε νησιά του Αιγαίου, ο Αποστόλης «έχων επί του πλοίου του υπέρ τας οχτακοσίας ψυχάς Κυδωνιέων και Μοσχονησίων, απεβίβασεν αυτούς εις Κέαν και Ύδραν, και αφού έδωσεν εντολήν να διέλθωσι πάντες έμπροσθέν του, ηλέει έκαστον τούτων χρηματικώς».

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »