Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Εκφάνσεις της γαλλοφωνίας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα – Δέσποινα Προβατά 


 

Το Ναύπλιο, που εποικίζεται μαζικά κατά τα πρώτα κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, αλλάζει γοργά όψη καθώς, μετά την αποχώρηση των Τούρκων, συρρέουν στην πόλη, από τα μέρη όπου μαινόταν ακόμη ο πόλεμος, πληθυσμοί που αναζητούσαν ασφαλές καταφύγιο. Η άφιξη του Καποδίστρια, η εγκατάσταση της πρώτης κυβέρνησης και αργότερα η έλευση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, καθιστούν το Ναύπλιο διοικητικό, οικονομικό, εμπορικό, στρατιωτικό και πνευματικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους. Στα χωρίς λιθόστρωτο σοκάκια, «στας στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις» οδούς της πόλης, που περιγράφει ο Νικόλαoς Δραγούμης (Δραγούμης, 1973: 95), διασταυρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος Ελλήνων και ξένων: πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας, έλληνες και ξένοι ναυτικοί, στρατιώτες, έμποροι και εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων, Φαναριώτες και τυχοδιώκτες αμφιβόλου προελεύσεως, συνθέτουν το ιδιότυπο πληθυσμιακό μωσαϊκό της πρώτης πρωτεύουσας της Ελλάδας. Η παλιά οθωμανική πόλη παραχωρεί έτσι σταδιακά τη θέση της σε μια νέα πόλη, που αναζητά την ευρωπαϊκή της φυσιογνωμία.

Σ’ αυτό το γοργά μεταλλασσόμενο πολυγλωσσικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και οι ανάγκες επικοινωνίας που επέβαλε η εμπορική δραστηριότητα που ανέπτυσσε η πόλη, ανέδειξαν την ανάγκη για τη χρήση μιας γλώσσας κοινής σε όλους. H συνεχής παρουσία στην πόλη αντιπροσώπων και στρατιωτικών των ξένων δυνάμεων, η σταδιακή ανάπτυξη της εμπορικής και ναυτικής επικοινωνίας του Ναυπλίου με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και η κοινωνική ζωή που διαμορφώνεται εκεί από τους δυτικοθρεμμένους και γαλλόφωνους Φαναριώτες, ευνοούν – όπως ήταν φυσικό – την υιοθέτηση της γαλλικής γλώσσας, που είχε επικρατήσει ως lingua franca στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Στην παρούσα ανακοίνωση, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις ποικίλες εκφάνσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, που επιβεβαιώνουν την ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας και παιδείας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα.

Ποιοι είναι, όμως, οι παράγοντες που ευνοούν τη διάδοση και επικράτηση μιας ξένης γλώσσας – και εν προκειμένω της γαλλικής – έξω από τη χώρα που τη γέννησε; Γιατί και πώς κατόρθωσε η γαλλική να επιβληθεί έναντι των άλλων γλωσσών που ομιλούνταν παράλληλα; Επιχειρώντας να σχηματοποιήσει αυτούς τους παράγοντες, ο Frijhoff δανείζεται τους οικονομικούς όρους της προσφοράς και ζήτησης, επισημαίνοντας ότι η έναρξη του διαπολιτισμικού διαλόγου διευκολύνεται καταρχάς από την ύπαρξη μιας γλωσσικής κοινότητας φυσικών ομιλητών, η οποία μιλάει και διαδίδει τη γλώσσα σ’ έναν ξένο τόπο. Απέναντι σε αυτή την προσφορά της ξένης γλώσσας αναπτύσσεται η ζήτηση που γεννάται όταν η συστηματική χρήση μιας άλλης γλώσσας, πέρα από την τοπική, υπαγορεύεται από λόγους πολιτικούς, οικονομικούς ή και κοινωνικούς. Για να εδραιωθεί, όμως, μια γλώσσα σ’ ένα ξένο πολιτισμικό περιβάλλον, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες υποδομές αλλά και τα μέσα που θα ενισχύσουν τη διάδοσή της: δάσκαλοι, σχολεία και εγχειρίδια κατάλληλα για την εκμάθησή της. Είναι, τέλος, καθοριστικός ο ρόλος της κοινωνίας: πρέπει να είναι δεκτική στη χρήση της ξένης γλώσσας και να την υιοθετεί, όχι μόνο για ιδιωτική χρήση, αλλά να τη χρησιμοποιεί και στον δημόσιο βίο, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα στη γλώσσα του Άλλου (Frijhoff, 2013: 143-144).

 

Η γαλλική παρουσία στο Ναύπλιο

 

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Είναι γνωστό το πολύπλευρο γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα κατά την περίοδο της Επανάστασης, αλλά και μετά την ίδρυση του κράτους, όπως είναι επίσης γνωστός ο ρόλος των γάλλων φιλελλήνων στην έκβαση του Αγώνα και ιδιαιτέρως η συμβολή του Δεριγνύ, του Φαβιέρου και του Μαιζώνος στην ελληνική υπόθεση.

Πέρα όμως από αυτές τις επιφανείς προσωπικότητες, τα χνάρια των οποίων εύκολα μπορούμε να ακολουθήσουμε, η παρουσία γάλλων πολιτών στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, όσο προφανής κι αν είναι δεδομένων των ιδιαίτερων μετεπαναστατικών συνθηκών, εντούτοις δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια μιας και δεν διαθέτουμε συγκεκριμένες δημογραφικές μελέτες για την εθνική καταγωγή των κατοίκων, μονίμων ή μη, της πόλης.

Ωστόσο, ορισμένες ομάδες Γάλλων που βρέθηκαν και έζησαν για περιορισμένο διάστημα στο Ναύπλιο, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια, ενίσχυσαν, με την εκεί παρουσία τους, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας στις καθημερινές συναναστροφές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, ενώ στρατοπέδευε στην Πελοπόννησο, κλήθηκε το 1832 να συνδράμει την Κυβέρνηση, η οποία αδυνατούσε να φυλάξει τα φρούρια του Ναυπλίου μετά τη λιποταξία των τακτικών στρατιωτών (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Η γαλλική φρουρά, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Guil laume Corbet (1779-1842), μέλους του εκστρατευτικού σώματος του Μωρέως, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και ανέλαβε τη φύλαξη και την αποκατάσταση της τάξης. Η ομάδα αυτή των 1.200 στρατιωτών δεν πέρασε απαρατήρητη σε μια πόλη που αριθμούσε τότε μόλις 2.560 οικογένειες (Μπουτζουβή – Μπανιά, 1986: 108). Η άφιξη των Γάλλων γιορτάστηκε με λαμπρό συμπόσιο κατά τη διάρκεια του οποίου παιάνιζαν εναλλάξ ελληνική και γαλλική μουσική, ενώ στο Παλαμήδι, η γαλλική σημαία κυμάτιζε δίπλα στην κυανόλευκη, αφού προηγουμένως είχε εκτοπίσει τις σημαίες των άλλων δύο δυνάμεων (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Στο σύντομο χρονικό διάστημα όπου παρέμειναν στην πόλη, οι γάλλοι στρατιώτες μετέφεραν το επαναστατικό πνεύμα που είχε συνεπάρει τους Γάλλους δημοκράτες στη διάρκεια της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830: στις 16/28 Ιουλίου γάλλοι στρατιώτες και πληρώματα γαλλικών πλοίων γιόρτασαν με πανηγυρικό τρόπο την επέτειο της εξέγερσης, που σήμανε την πτώση των Βουρβώνων και το οριστικό τέλος του Παλαιού καθεστώτος, προσφέροντας παράλληλα στους ναυπλιώτες ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα με πυροτεχνήματα (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). [1]

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Σημαντικότερο ίχνος, όμως, στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή του Ναυπλίου, αλλά και της χώρας εν γένει, άφησε μια ομάδα γάλλων σαινσιμονιστών που βρήκε φιλόξενο καταφύγιο στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο. O François  Graillard ήταν ο πρώτος φορέας των σαινσιμονικών αντιλήψεων που βρέθηκε στην Ελλάδα ήδη από τον Νοέμβριο του 1821 (Δημακοπούλου, 1979. Προβατά, 2006:149-154). Έλαβε μέρος σε σημαντικές μάχες του Αγώνα στο πλευρό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και κατόπιν του Δημητρίου Υψηλάντη. Διοικητής στη συνέχεια του νεοσύστατου σώματος της χωροφυλακής (1833), ο Graillard υπέβαλε ένα υπόμνημα προς τον Όθωνα με τίτλο Memoire sur le develop pement de la civilisation hellenique mo derne. Στο υπόμνημα αυτό, ο Graillard ενστερνίζεται τις απόψεις του Saint-Simon για την αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής κοινωνίας και, αντλώντας από τη θεωρία του γάλλου στοχαστή, εκθέτει τη θεωρία του για τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενώ καταθέτει και μια ολοκληρωμένη πρόταση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής, ώστε να «ξαναβρεί η σύγχρονη Ελλάδα στον πολιτισμό του μέλλοντος τη θέση του πρωτοπόρου που κατείχε στον αρχαίο πολιτισμό». (Δημακοπούλου, 1979: 432).

Τα χνάρια του Graillard ακολούθησε κατόπιν ο Etienne Marin Bailly, προσωπικός γιατρός και πιστός φίλος του Saint-Simon, που φτάνει στην πόλη το 1825, λίγο μετά τον θάνατο του γάλλου φιλόσοφου και στοχαστή. Εμφορούμενος από τον ενθουσιασμό που εμφυσούσε η βεβαιότητα των σαινσιμονιστών ότι επιτελούν αποστολικό έργο, ο Bailly είχε αποδεχθεί την πρόταση του φιλελληνικού κομιτάτου να συνδράμει με τις γνώσεις του στην οργάνωση ενός συστήματος περίθαλψης στην ερειπωμένη Ελλάδα. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα συνέβαλε στη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, που αποτελούσε, άλλωστε, το ύψιστο ζητούμενο για τους σαινσιμονιστές. Χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Bailly, μεταφέρονται στη χώρα πολύτιμες ιατρικές γνώσεις, που συνέτειναν στη σταδιακή αποτίναξη παραδοσιακών ιατρικών αντιλήψεων. Πέρα από το ευρέως αναγνωρισμένο έργο που προσέφερε στον χώρο της δημόσιας υγείας – μεταξύ άλλων, σώζοντας το Ναύπλιο από μια τρομερή επιδημία τυφοειδούς πυρετού το 1825 –, ο Bailly εργάστηκε παράλληλα συστηματικά, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη χώρα, υπέρ των γαλλικών συμφερόντων (Προβατά, 2008: 55-68).

Μετά το 1832, όταν εκδιώχθηκαν από τη Γαλλία οι σαινσιμονιστές, μια μικρή ομάδα, με αρχηγό τον Gustave d’ Eichthal, κατέληξε κι αυτή στο Ναύπλιο. Όπως αναφέρει ο d’ Eichthal σε επιστολή του, την ίδια περίοδο βρίσκονταν στο Ναύπλιο, εκτός από τον François Graillard, και οι Victor Bertrand, Jourdan και Delaury, τους οποίους είχε βοηθήσει να βρουν εργασία και να εγκατασταθούν στην πόλη (Προβατά, 2006: 149). Στο παρθένο έδαφος της μετεπαναστατικής Ελλάδας, πίστευαν ότι θα βρουν τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να υλοποιήσουν το ουτοπικό όραμά τους. Η παρουσία τους στην πόλη προκαλεί όμως την ανησυχία της Αντιβασιλείας, που κατηγορεί τον d’ Eichthal ότι συμμετέχει σε μυστικές συνεδριάσεις σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο. Χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί αυτή η κατηγορία, το βέβαιο είναι ότι η ομάδα των γάλλων σαινσιμονιστών διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με επιφανείς οικογένειες του Ναυπλίου και πρωτοστατούσε στις πολιτικές ζυμώσεις της πόλης. O Bailly, για παράδειγμα, συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Σπηλιάδη (Σπηλιάδου, 2007:106-107) και συνδεόταν μεταξύ άλλων με τους Δ. Υψηλάντη, Κ. Καρατζά, Α. Μαυροκορδάτο, Ν. Σκούφο. Σπ. Τρικούπη (Προβατά, 2008: 71-72), ενώ ο d’Eichthal συνδεόταν με προσωπική φιλία με τον Ι. Κωλέττη. Αλλά και με τους Σούτσους είχαν, καθώς φαίνεται, επαφές οι σαινσιμονιστές: όπως έχει επισημάνει ο Νάσος Βαγενάς, τα άρθρα στην εφ. Ήλιος που εξέδιδε ο Παναγιώτης Σούτσος στο Ναύπλιο – και που δεν γράφτηκαν ασφαλώς όλα από τον ίδιο – αναπαράγουν ορισμένες από τις ιδέες του Saint-Simon. Η εφημερίδα φιλοξενεί επίσης σαινσιμονικά άρθρα του Φραγκίσκου Πυλαρινού, του θεωρούμενου πρώτου έλληνα σοσιαλιστή (Βαγενάς, 1997: 43-46).

Η παρουσία αυτών, αλλά ενδεχομένως και άλλων Γάλλων στην πόλη, ευνοεί, όπως είναι φυσικό, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι στο νέο αυτό εξευρωπαϊσμένο κοινωνικό περιβάλλον του Ναυπλίου – όπου μονοπωλεί το ενδιαφέρον το κλειδοκύμβαλο της οικίας Καρατζά –, στις εσπερίδες και χορούς που διοργανώνονται στα σαλόνια των ελληνικών οικογενειών (Ταμπάκη, 2009: 8-9), στα μέρη δηλαδή όπου συναντούνται Έλληνες και Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, η γαλλική χρησιμοποιείται ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που είχε ζήσει για ένα διάστημα στην πόλη, περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ότι μια ευχάριστη διασκέδαση στην οικία του Δημητρίου Καλλέργη ήταν η οργάνωση παραστάσεων γαλλικών θεατρικών έργων (Ραγκαβής, 1894: 275-276). Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και οι ίδιες οι πολιτικές συνθήκες ευνοούν τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Η έλευση του Καποδίστρια στη χώρα και η προσπάθεια αναγνώρισης του ελληνικού κράτους ως ισότιμου μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, επιβάλλει τη χρήση της Γαλλικής στη διπλωματική αλληλογραφία. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κυβερνήτης συντάσσει τις επίσημες αλλά και ιδιωτικές επιστολές του στα γαλλικά (Γκίνη-Μέξα, τ. α΄, 43, αρ 3471). Αλλά και αργότερα, κατά την οθωνική περίοδο, η γαλλική θα αποτελέσει τη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ παλατιού και Ελλήνων.

 

Η γαλλική γλώσσα στην εκπαίδευση

 

Σε ένα παρόμοιο κλίμα είναι επόμενο να υπάρχει αυξημένη ζήτηση για την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας, πολλώ δε μάλλον που το αίτημα για τη διδασκαλία της γαλλικής είχε διατυπωθεί με τον πλέον επίσημο τρόπο από την Πελοποννησιακή Γερουσία ήδη από το 1822 (Δημαράς, 1973: 4-5). Στο Ναύπλιο, η άρχουσα τάξη εξακολουθεί να προτιμά την κατ’ οίκον διδασκαλία, προσλαμβάνοντας για τα τέκνα της έλληνες και γάλλους καθηγητές. Έτσι, ο Ραγκαβής δίδασκε γαλλικά στις τρεις κόρες του Ιωάννη Ταβακόπουλου (Ραγκαβής, 1894: 263) και ο γάλλος σαινσιμονιστής Delaury παρέδιδε μαθήματα γαλλικών για να ζήσει (Emerit, 1975: 244). Σύντομα, ωστόσο, η γαλλική γλώσσα εισάγεται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, καταλαμβάνοντας μάλιστα εξέχουσα θέση.

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Πολλοί λόγιοι είχαν διατυπώσει απόψεις για τη σημασία της γαλλικής γλώσσας για την πνευματική ανόρθωση του γένους και τη χρησιμότητά της για την ανασυγκρότησή του. Ο Henri-Auguste Dutrτne, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, πίστευε ότι, μετά τις πρακτικές γνώσεις, η γνώση της γαλλικής, της γλώσσας που θεωρούσε ως τη λιγότερο ατελή γλώσσα, την πλέον κοινή και άρα την πιο χρήσιμη, ήταν το πλέον απαραίτητο εφόδιο για τους νεαρούς Έλληνες (Δημαράς, 1973:20-22). Ο Αδαμάντιος Κοραής, που συνέδεε τη γαλλομάθεια με το αγαθό της ελευθερίας, είχε μάλιστα υποστηρίξει ότι τα στελέχη της νεοσυσταθείσας δημόσιας διοίκησης έπρεπε, παράλληλα με τα αρχαία ελληνικά, να ομιλούν και τη γαλλική γλώσσα (Κοραής, 1933: 43-44). Μάλιστα, ο Dutrτne κοινοποίησε το 1828 μια επιστολή «Προς τους Έλληνας πάσης τάξεως, και μάλιστα τους ενδεείς», στην οποία εκδήλωνε την πρόθεσή του να διδάξει αμισθί τη γαλλική γλώσσα σε ελληνόπουλα 10-15 ετών (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 15, 29/2/1828), πρόταση που απ’ ό,τι φαίνεται δεν υλοποιήθηκε ποτέ (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 21, 18/4/1828).

Προς το τέλος του 1830 ή τις αρχές του 1831, η Γαλλίδα Charlotte de Volmerange ίδρυσε στο Ναύπλιο ένα Ανώτερο σχολείο θηλέων, στο οποίο θυγατέρες εύπορων οικογενειών της πόλης και υπότροφες του ελληνικού κράτους μάθαιναν, μεταξύ άλλων, τη γαλλική γλώσσα. Σύμφωνα δε με την παιδαγωγική πρακτική παρθεναγωγείων του εξωτερικού, όπου η γαλλική διδάσκονταν ως δεύτερη ή ως ξένη γλώσσα, στο εκπαιδευτήριο της Volmerange η διδασκαλία του εργόχειρου και της ραπτικής γινόταν από γαλλόφωνη παιδαγωγό («Projet de maison d’ Εducation de jeunes demoiselles sous la direction deMadame de Volmerange», f. 10).

Το Γυμνάσιο του Ναυπλίου, που ιδρύθηκε το 1833, είναι από τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα (μαζί με το κεντρικό Σχολείο της Αίγινας και το Γυμνάσιο της Ερμούπολης, που ιδρύθηκαν το 1829 και 1833 αντιστοίχως) όπου διδάσκεται η γαλλική γλώσσα επισήμως. Στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δίδαξαν γαλλικά επιφανείς προσωπικότητες: ο Ιωάννης Βενθύλος (1804-1854), μέλος της επιτροπής παιδείας που είχε συστήσει ο Καποδίστριας και μετέπειτα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Ιωάννης Καρασούτσας, ο λυρικός αυτόχειρας της Αθηναϊκής Σχολής. Για τις ανάγκες διδασκαλίας της γλώσσας εκδόθηκε, μάλιστα, το 1831 σε μετάφραση του Σ. Α. Παππά και κατάλληλα διασκευασμένο ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ελλήνων μαθητών το εγχειρίδιο του Lhomond Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής [Elements de la Grammaire francaise], ένα από τα πλέον χρησιμοποιημένα διδακτικά εγχειρίδια της γαλλικής τόσο στη Γαλλία όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Μια δεκαετία αργότερα, το 1842, ο Κ. Τόμπρας εξέδωσε στο Ναύπλιο το Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais, που χρησιμοποιήθηκε κι αυτό για τις ανάγκες της διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας.

Η μεγάλη σημασία, όμως, που αποδίδεται από την τοπική κοινωνία στη διδασκαλία της γαλλικής από γαλλόφωνους καθηγητές είχε ως αποτέλεσμα να επιλέγονται συχνά πρόσωπα ακατάλληλα για την εκπαίδευση, που με την αμάθεια, την ανεπάρκεια και την παντελή έλλειψη μεθόδου διδασκαλίας, μάλλον υπονόμευσαν παρά υπηρέτησαν τον στόχο του μαθήματος. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Γάλλος Taque, ένας πρώην δεκανέας και πρώην διδάσκαλος του χορού και της ξιφασκίας, ο οποίος διορίστηκε τον Απρίλιο του 1841 καθηγητής γαλλικών στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (Αντωνίου, 2012: 347-348). Είχε, μάλιστα, ζητήσει άδεια για να ιδρύσει, μαζί με τη σύζυγό του, ένα παρθεναγωγείο με εσωτερικές μαθήτριες, σχέδιο που τελικά δεν ευοδώθηκε (Αντωνίου, 2009: 85). Αντιθέτως, η ανεπάρκεια του Taque προκάλεσε αντιδράσεις και κατηγορήθηκε ότι «κατήντησεν ηθικώς μεν ύποπτος εις τους πολίτας, μισητός δε εις τους μαθητάς δια την οκνηρίαν του και την ολίγην ίσως εις το διδάσκειν ικανότητα» (Αντωνίου 2012: 347).

Ανάλογη περίπτωση καταγράφεται στο ίδιο Γυμνάσιο το 1847, όταν ο καθηγητής της γαλλικής Loque, λόγω της παντελούς άγνοιας της ελληνικής γλώσσας και της αδόκιμου μεθόδου διδασκαλίας που εφάρμοζε, «γίνεται αυτός καθ’ εαυτόν παραίτιος γέλωτος, θορύβου, επομένως δε αταξιών και δυσαρεσκειών» (Παπαγεωργίου-Προβατά, 1994: 48), γεγονός που ανάγκασε τον Γυμνασιάρχη να ζητήσει τη μετάθεσή του (Αντωνίου, 2012: 347).

Παρά τις όποιες πρακτικές δυσκολίες και τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν, η γαλλική επικράτησε ως πρώτη ξένη γλώσσα ακόμα και στο βαυαροκρατούμενο Ναύπλιο, όπου είχε παράλληλα εισαχθεί – για ευνόητους λόγους πολιτικής σκοπιμότητας – και η διδασκαλία της γερμανικής. Επειδή, όμως, οι μαθητές δεν παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τα μαθήματα της γερμανικής γλώσσας, η διδασκαλία της ατόνησε και εν τέλει καταργήθηκε (Δεμοίρου, 1939: 25).

 

Εφημερίδες, τυπογραφεία, βιβλία

 

Η παρουσία Γάλλων και άλλων ξένων στην πόλη, από τη μια, και η ανάγκη ενημέρωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνισμός, από την άλλη, αλλά και η εκκόλαψη μιας νέας γενιάς γαλλομαθών Ελλήνων, ευνόησαν την έκδοση εφημερίδων στη γαλλική γλώσσα. Έτσι, στο Ναύπλιο εκδόθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα συνολικά πέντε γαλλόγλωσσες εφημερίδες: μία αμιγώς γαλλόφωνη, Le Moniteur grec, και τέσσερις δίγλωσσες γραμμένες σε ελληνική και γαλλική γλώσσα: Le Miroir Grec, Εποχή/ LEpoque, Εθνική/ Le National, Ο Σωτήρ/Le Sauveur. Η ύλη αυτών των φύλλων περιελάμβανε δύο βασικές ενότητες, εσωτερικές και εξωτερικές ειδήσεις. Πηγές για τις εξωτερικές ειδήσεις ήταν οι μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες που εκδίδονταν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Παρίσι, Μόναχο, Λονδίνο, Πετρούπολη). Την ύλη συμπλήρωναν, αναλόγως με το έντυπο, οι επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις, ποικίλες ειδήσεις πρακτικού ενδιαφέροντος ή ακόμα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου, που στόχευαν στη διάχυση εκλαϊκευμένης γνώσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εφημερίδες αυτές διαβάζονταν τόσο στην επαρχία και τη νησιωτική χώρα όσο και στο εξωτερικό. [2]

Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο σε γαλλική γλώσσα τον Μάιο του 1832 ήταν ο Ελληνικός Καθρέπτης / Le Miroir Grec. Τη δίγλωσση αυτή εβδομαδιαία τετρασέλιδη εφημερίδα εξέδιδαν ο Λευκαδίτης ιατροδιδάσκαλος Ανδρέας Παπαδόπουλος Βρετός και ο Γεώργιος Αλ. Ράλλης. Οι αναγνώστες του Ελληνικού Καθρέπτη είχαν τη δυνατότητα να διαβάζουν άρθρα φιλολογικού περιεχομένου, καθώς και ποικίλες ειδήσεις πρακτικού περιεχομένου.

Εκτός όμως από τη γενικότερη ανάγκη ενημέρωσης του γαλλόφωνου και ξένου αναγνωστικού κοινού, οι γαλλόφωνες εφημερίδες εξυπηρέτησαν και τις ανάγκες του κρατικού μηχανισμού. Η ελληνική κυβέρνηση που είχε συναισθανθεί νωρίς τη δύναμη του τύπου αξιοποίησε τη δυνατότητα που της παρείχε να σφυρηλατεί μια θετική εικόνα της χώρας, μέσω μιας προσεκτικά επιλεγμένης αρθρογραφίας. Τον ρόλο αυτό έπαιξε αρχικά η εφημερίδα Le Courrier de la Grece, που εκδιδόταν στην Αίγινα από το «γαλλικό τμήμα» της Εθνικής τυπογραφίας. Όμως μετά τη διακοπή της έκδοσης του Le Courrier de la Grece τον Φεβρουάριο του 1832, τον ρόλο επίσημου κρατικού οργάνου ανέλαβε ο Moniteur grec, μία αμιγώς γαλλόφωνη εφημερίδα, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιούλιο 1832 έως τον Ιανουάριο 1833. Υπεύθυνος του τυπογραφείου ήταν ο Γάλλος Lιon Badin – που είχε μάλιστα προηγουμένως την ευθύνη έκδοσης του Courrier de la Grece – και υπεύθυνος σύνταξης ήταν ο Κ. Δ. Σχινάς, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Σπ. Τρικούπη όταν θεωρήθηκε ότι δημοσίευσε άρθρα «ασυμβίβαστα με το πνεύμα της κυβερνήσεως». Κι αυτό γιατί ο Moniteur grec, μολονότι ήταν κυβερνητική έκδοση, προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες γαλλόγλωσσες εφημερίδες που υπηρετούσαν αυστηρά τα κυβερνητικά συμφέροντα, και να τηρήσει μια πιο ουδέτερη στάση. Όπως ρητά αναφέρεται στην Προκήρυξη της έκδοσης ο Moniteur grec:

 

«Δεν θα έχει πλέον τον σκοπό να αλλοιώνει τις πράξεις των ανθρώπων των οποίων οι απόψεις δεν είναι σύμφωνες με εκείνες της κυβέρνησης∙ δεν προτίθεται να εκθειάζει αδιακρίτως όλες τις πράξεις που απορρέουν από την ανώτατη εξουσία ή τους εκπροσώπους της. […] [Προτίθεται] να εκθέτει τα γεγονότα όπως πραγματικά γίνονται∙ να μη λέγεται κάτι περισσότερο ή λιγότερο απ’ ό,τι υπάρχει∙ να ενημερώνει το ευρωπαϊκό κοινό για την κατάσταση στην Ελλάδα με πιστή εξιστόρηση των γεγονότων» (Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 2008, τ. 4: 435).

 

Το 1834 αρχίζουν την έκδοσή τους τρεις άλλες δίγλωσσες εφημερίδες: Ο Σωτήρ / Le Sauveur, H Εποχή / L’Epoque και η Εθνική / Le National. O Σωτήρ, δημοσιογραφικό όργανο του Κωλέττη και ημιεπίσημο κυβερνητικό φύλλο, εκδιδόταν από τον Νικόλαο Σκούφο που είχε μάλιστα προσλάβει, για τη σύνταξη των γαλλικών κειμένων, τον Jourdan, ένα από τα μέλη της ομάδας των σαινσιμονιστών. Στους αντίποδες του Σωτήρα, η Εθνική ήταν όργανο του Άρμανσμπεργκ, που τη χρησιμοποιούσε για να πλήξει τον Κωλέττη. Η Εποχή, τέλος, εξέφραζε απόψεις που πλησίαζαν την καποδιστριακή πολιτική, αν και κατά τη διάρκεια της έκδοσής της το ρωσόφιλο κόμμα των Ναπαίων είχε ουσιαστικά διαλυθεί.

Πέρα όμως από τα γαλλόφωνα φύλλα που εκδίδονταν στην πόλη, το γαλλόφωνο κοινό του Ναυπλίου είχε τη δυνατότητα να διαβάσει γαλλικά βιβλία ή και γαλλικές εφημερίδες χάρη στην πρωτοβουλία του Ανδρέα Παπαδόπουλου-Βρετού που ίδρυσε, το 1831, το Φιλολογικό Σπουδαστήριο, μια δανειστική λέσχη ανάγνωσης, η οποία οργανώθηκε και λειτουργούσε κατά τα πρότυπα των γαλλικών cabinets de lecture. Παράλληλα, από τα τυπογραφεία της πόλης εκδόθηκαν και αρκετά βιβλία μεταφρασμένα από τα γαλλικά.

Ολοκληρώνοντας αυτή την πρώτη αποτίμηση για τη γαλλοφωνία στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας στη ζωή της πόλης αλλά και η υποδοχή που της επεφύλαξε η τοπική κοινωνία, ευνόησαν τη δημοσίευση ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα. Το 1833, οι αδελφοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσοι, που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που δημοσίευσαν ποιήματά τους σε γαλλική γλώσσα, εξέδωσαν στο Ναύπλιο μια δίγλωσση ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήσεις Νέαι / Poesies nouvelles. Την ίδια χρονιά, ο Αλέξανδρος Σούτσος δημοσίευσε ένα ποίημα αφιερωμένο στον Όθωνα, γραμμένο και στις δύο γλώσσες.

Το Ναύπλιο καθίσταται έτσι ο πρώτος πυρήνας της γαλλοφωνίας στο ελληνικό κράτος, η πρώτη ελληνική πόλη όπου η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε τόσο για την εσωτερική επικοινωνία των διαφορετικών κοινοτήτων που έζησαν και έδρασαν εκεί, όσο και για τις ανάγκες τής επικοινωνίας των κατοίκων της με το εξωτερικό και ιδιαίτερα με τη Γαλλία. Αυτές οι ποικίλες επαφές Ελλήνων και Γάλλων – πολιτικές, διπλωματικές και κοινωνικές– ευνόησαν την όσμωση μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 μετατόπισε εκεί, όπως ήταν φυσικό, τις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις της νεότερης Ελλάδας. Το ρεύμα της γαλλοφωνίας και της γαλλοφιλίας ενισχύθηκε: η προνομιακή θέση που επεφύλαξε η ελληνική εκπαίδευση στην γαλλική γλώσσα, η ανάπτυξη ενός γαλλόφωνου τύπου που αριθμεί πλέον των 100 τίτλους, οι πολυάριθμες μεταφράσεις γαλλικών βιβλίων που κυριολεκτικά κατέκλυσαν την Ελλάδα του 19ου αιώνα, οι πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις γαλλικών θιάσων που προσέλκυαν το γαλλόφωνο κοινό των μεγάλων αστικών κέντρων και, τέλος, η άνθηση μιας γαλλόφωνης λογοτεχνίας, επιβεβαιώνουν τους ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς που ενώνουν τις δύο χώρες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είναι η πρώτη φορά που τα γαλλικά στρατεύματα διαχέουν στον ελληνικό χώρο το πνεύμα και τον παλμό των γαλλικών επαναστατικών κινημάτων. Το ίδιο είχε συμβεί στα Επτάνησα κατά την περίοδο των γαλλικών κατακτήσεων, αρχικά το 1797-1799 και κατόπιν το 1807-1814, όταν η παρουσία των Γάλλων στα νησιά του Ιονίου συνέβαλε στη μεταλαμπάδευση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης (Κιτρομηλίδης, 2000: 33-35).

[2] Η εφ. Moniteur Grec, για παράδειγμα, είχε συνδρομητές στην Τουλόν, τη Μασσαλία, την Τεργέστη, την Αγκώνα, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

 

 

Βιβλιογραφία 


 

  • Αντωνίου, Δ., (2012). Δάσκαλοι-καθηγητές της γαλλικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία του 19ου αιώνα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Αντωνίου, Δ., (2009). Γαλλικά σχολεία στην Ελλάδα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Βαγενάς Ν., (1997). «Ο ουτοπικός σοσιαλισμός των αδελφών Σούτσων», in Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 43-58.
  • Δεμοίρου, Ιω., (1939). Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου, Αθήνα.
  • Δημακοπούλου, Χ., (1979). «Ο σαινσιμονιστής Franηois Graillard περί των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων». Ανάτυπον εκ του 22ου τόμου του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Εν Αθήναις.
  • Δημαράς Α., (1973). Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. 1, Αθήνα: Ερμής.
  • Δραγούμης, Ν., (1973). Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄, Αθήνα: Ερμής.
  • Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974 (2008). Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), τόμοι 4. Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
  • Emerit, Μ., (1975). «Les saint-simoniens en Grθce et en Turquie », Revue des Etudes sud-est europeennes, tome XIII (1975), no 2, σσ. 241-251.
  • Κιτρομηλίδης, Π. (2000). Η Γαλλική Επανάσταση και η Nοτιοανατολική Ευρώπη, Αθήνα: Πορεία.
  • Κοραή, Α., (1933). Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822. Αθήνα: Βολίδης.
  • Λαμπρυνίδης, Μ., (42001). Η Ναυπλία. Από Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς, Ναύπλιον: Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».
  • Μιχαλόπουλος, Φ., (1938) Παπαδόπουλος Βρετός: (ο πρώτος Έλλην βιβλιογράφος 1800-1876). Αθήναι: Τύποις Θέμιδος.
  • Μπουτζουβή-Μπανιά, Α., (1986). «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833: σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής». Ανάτυπο από το περ. Ο Ερανιστής, τ. 18/1986, σσ. 105-136.
  • Παπαγεωργίου-Προβατά, Ε., (1994). Η γαλλική γλώσσα στην Ελλάδα, Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Προβατά, Δ., (2008). Etienne Marin-Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Αθήνα: Σοκόλης.
  • Προβατά, Δ., (2006). «Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Μια πρώτη προσέγγιση», in Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη από τον 18ο ώς τον 20ο αιώνα. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, επιμ. Μαρία Μενεγάκη, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα: Φιλίστωρ, σσ. 148-158.
  • «Projet de maison d’Ιducation de jeunes demoiselles sous la direction de Madame de Volmerange». Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο της Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως (18331848). Σειρά 002 – Δημόσια Εκπαίδευση (1833-1848) http://arxeiomnimon. gak.gr/search/resource.html?tab=tab02&id=523051, – 20/2/2013, 6:00, μμ.
  • Ραγκαβής, Α. Ρ., (1894). Απομνημονεύματα, τ. 1. Εν Αθήναις: Γεώργιος Κασδόνης.
  • Σούτσου, Α., (1833). Ποίησις / Epitre. Εν Ναυπλίω εκ της Εθνικής Τυπογραφίας.
  • Σούτσων, Α. και Π., (1833). Ποιήσεις Νέαι / Frθres Sοutzο, Pοesies Nοuvelles. Eν Ναυπλίω: εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας.
  • Σπηλιάδου, Ν., (2007). Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, (επιμ.) Π. Φ. Χριστόπουλου, τόμος 3ος. Αθήναι: Ινστιτούτο Διεπιστημονικών Ερευνών Ανάπτυξης της Νεωτέρας Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης.
  • Π[αππάς], Σ. Α., (1831). Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής του Λωμών. Μεταφρασθέντα και τροποποιηθέντα προς χρήσιν της Ελληνικής Νεολαίας. Εν Ναυπλίω: εν τη Εθνική Τυπογραφία.
  • Ταμπάκη, Α., (2009). «Το Ναύπλιο στα χρόνια της Ναπολεοντίας: κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα». Επιστημονική Επιθεώρηση Τεχνών του Θεάματος, τχ. 1 (2009), σσ. 293-306.
  • Τόμπρα, Κ., (1842). Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais. Χάριν των φιλογάλλων Ελλήνων. Eν Ναυπλίω: εκ της Τυπογραφίας Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδου.
  • Frijhoff, W., (2013). «Le franηais de l’ιpoque moderne comme objet d’ histoire sociale et culturelle. Un tιmoignage personnel». Documents pour l’Histoire du Francais langue etrangere ou seconde, 50 (2013): Usages et repre senta tions du francais hors de France. 25 ans d’etudes historiques au sein de la SIHFLES [actants, outils, pratiques], Marie-Christine Kok Escalle & Karène Sanchez-Summerer, σσ. 139-144.

 

Δέσποινα Προβατά*

 Συνέδριο «Γαλλοφωνία και Πολυπολιτισμικότητα», Ναύπλιο, 6-7 Απριλίου 2013. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σχολή καλών τεχνών – Τμήμα θεατρικών σπουδών.

 

 * H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

«Ανάμεσα στις γραμμές»: Φυλακές της Αργολίδας, Σάββατο 16 Ιουνίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Φυλακές της Αργολίδας

Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  θα παρουσιάσουν το Σάββατο 16 Ιουνίου και ώρα 11.00 – 15.00 και 18.00 – 21.00, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, τα πορίσματα ερευνητικής εργασίας που πραγματοποίησαν, μέσω συνεντεύξεων, τα οποία αφορούν το αποτύπωμα που άφησαν στην τοπική κοινωνία, στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό οι ιστορικές φυλακές Παλαμηδίου, Ακροναυπλίας και Λεονάρδου, καθώς και το Μπούρτζι (Γκιλοτίνα- εκτελέσεις). Επίσης, οι έρευνες  μετέρχονται την παρουσία και την εκπαιδευτική δραστηριότητα των δύο σημερινών Καταστημάτων Κράτησης στην Τίρυνθα και στο Ναύπλιο καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους στο χώρο της περιοχής. Την εκδήλωση θα κλείσει ο μουσικός και δημιουργός Νότης Χασάπης.

 

Αναλυτικά το πρόγραμμα:

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  11.00-15.00

Χαιρετίζουν την εκδήλωση οι:Αθανάσιος Κατσής, Πρύτανης Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Δημήτρης Κωστούρος, Δήμαρχος Ναυπλίου.

Προλογισμός: Οι φυλακές του Ναυπλίου και το ΠΜΣ «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση». Άλκηστις Κοντογιάννη, Ομότιμη Καθηγήτρια ΠΑ.ΠΕ.

  1. 1818-2018: Διακόσια χρόνια Φυλακές Ναυπλίου και γραμματισμός κρατουμένων. Θεοδώρα  -Ντορέττα Αστέρη.
  2. «28 του Γεναριού»: Τραγούδι αναφερόμενο στις εκτελέσεις. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Φυλακές Παλαμηδίου: Μνήμες και καταγραφές γύρω από την γκιλοτίνα. Χριστίνα Γούση.
  4. «Το Παλαμήδι»: Τραγούδι του Κ. Ρούκουνα. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  5. Η Εκπαίδευση και η πολιτιστική παραγωγή στις φυλακές της Ακροναυπλίας την περίοδο 1937-1943. Νάντια Κατή.
  6.  Η Ακροναυπλία της περιόδου 1946-1966: Μνήμες και καταγραφές. Αδαμαντία Μπεκιάρη και Τσίρου Κωνσταντίνα.
  7. Προβολή του Ντοκιμαντέρ «Μνήμες Φυλακών Ακροναυπλίας» του Νίκου Καβουκίδη

 Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  18.00 – 21.00

  1. Φυλακές του Λεονάρδου και οι δήμιοι του Ναυπλίου. Έλενα Βλαχογιάννη.
  2.  «Το Κάστρο του Παλαμηδιού»: Τραγούδι. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: το σήμερα και το αύριο. Χριστίνα Θεοδωροπούλου.
  4. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: Μία  διαδρομή εκπαίδευσης και πολιτισμού. Νεκταρία Αναστασίου.
  5. Καταστήματα Κράτησης Ναυπλίου: Μία «κλειστή πόρτα» με ανοιχτούς ορίζοντες. Αλεξάνδρα Στεργιάννη.
  6. Η Εκπαίδευση στις Φυλακές Ναυπλίου: Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε από το ΠΜΣ του Τμήματος. Φωτεινή Χασάπη και Φλώρου Κωνσταντίνα, ΑΣΠΑΙΤΕ

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν» θέμα που πρόεκυψε από την απόκτηση του έργου «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide» του Louis Francois Boitte και κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου «Ο Παλαμήδης».

 

Υπάρχουν δημόσιες πράξεις πολιτών που πρέπει να μνημονεύονται για την συνεισφορά τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου μας. Υπάρχουν και δημόσιες πράξεις «Ηγετών» που πρέπει να μνημονεύονται διπλά για την παταγώδη αποτυχία τους να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους και μάλιστα με τρόπο σκανδαλώδους αδιαφορίας. Αφορμή για να γράψω αυτά τα λόγια παίρνω από δυο γεγονότα. Την πολύ πρόσφατη απόκτηση από ομάδα πολιτών του Ναυπλίου μιας υδατογραφίας του 1836 που απεικονίζει το Ναύπλιο και την πρόσφατη αναίτια και σκανδαλώδη άρνηση απόκτησης των χειρόγραφων πρακτικών του πρώτου Δήμου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δηλαδή των πρώτων χρόνων λειτουργίας του Δ.  Άργους από τον… ίδιο Δήμο! Να πως εξελίχθηκαν οι δυο περιπτώσεις για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους βαθύτερους λόγους εκδήλωσης αγάπης ή μίσους, διάσωσης ή καταστροφής, ανάδειξης ή γελοιοποίησης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δυο περιπτώσεις που αποδεικνύουν επίσης πόσο σημαντική είναι η παιδευτική διάσταση δημοσίων δράσεων από απλούς πολίτες και από «ηγεσίες», για την ισχυροποίηση και ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου ή αντίθετα για την ισχυροποίηση μιας απαιδευσίας ικανής να διαλύσει και το ισχυρότερο ιστορικό παρελθόν.

 

Η υδατογραφία του Louis Francois Boitte (1836) που αποκτήθηκε σε δημοπρασία με κοινή προσπάθεια Ναυπλιωτών πολιτών.

 

Στις 9 Απριλίου 2018, στις 10.35 π.μ., ο Κώστας Καράπαυλος, γνωστός δικηγόρος του Ναυπλίου και εκ των διαχειριστών της διαδικτυακής σελίδας «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», αναρτά το κείμενο που ακολουθεί:

Υδατογραφία σε χαρτί του Louis Francois Boitte.
Έτος 1863.
Το
έργο τιτλοφορείται «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide».

Έργα του L. F. Boitte, που εἶναι κυρίως γνωστός γιά τις λεπτομερειακές ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων τῆς Ἀκρόπολης πού σχεδίασε, υπάρχουν στο musée d’Orsay, στο Παρίσι.

Αν βρεθούμε σαράντα άτομα να βάλουμε από ένα εικοσάρικο καθένας, μπορεί να τον πάρουμε τον πίνακα, προκειμένου να εκτεθεί σε περίοπτη θέση στα γραφεία του Συλλόγου «Παλαμήδης».

Ακολουθούν σχόλια πολιτών από τα οποία σημαντικότερο είναι το γνωστό «Μέσα κι εγώ», ένδειξη συγκατάθεσης ενός κόσμου που συναινεί στη διάσωση ενός τεκμηρίου της τοπικής ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης του Ναυπλίου.

Την 1η Ιουνίου 2018, στις 3.08 μ.μ, ο Κώστας Καράπαυλος αναρτά στην ίδια σελίδα δυο φωτογραφίες, μια δική του και μια του Γ. Καρατάσου συνδιαχειριστή, χαρούμενοι με τον αποκτημένο πίνακα  στα χέρια τους στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Από εκείνη την ώρα ο πίνακας κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου και οι πολίτες που συμμετείχαν στην απόκτησή του θα κοσμούν την λογική διαφύλαξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όχι μόνο στην πόλη του Ναυπλίου αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το χαρούμενο «έπεται συνέχεια» των διαχειριστών της σελίδας, δηλώνει ακριβώς πως η ισχυρή παιδευτική διάσταση των δράσεων αυτών διαμορφώνει και ενισχύει δεσμούς συνείδησης ως προς την πολιτισμική κληρονομιά.

 

Κώστας Καράπαυλος – Γιώργος Καρατάσος

 

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της δημοπράτησης των Χειρόγραφων Πρακτικών του Δ.Σ. του Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890. Ο πρώτος Δήμος της χώρας! Θυμίζω τις αντιστοιχίες με την πρώτη περίπτωση. Τα «Χειρόγραφα Πρακτικά» δημοπρατήθηκαν από τον οίκο «Σπανός-Σπάνια Βιβλία» την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014 και ώρα 17:00 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γιώργος Γιαννούσης, εγώ και ο κ. Οδ. Κουμαδωράκης, αναλάβαμε να ζητήσουμε από το Δήμαρχο κ. Καμπόσο να παρέμβει ώστε με κάποιο ευτελές αντίτιμο τα αρχεία να επιστρέψουν στο Άργος. Παράλληλα, ακολουθήσαμε τη διαδικασία της ανεύρεσης ποσού με άλλους πολίτες ώστε από κοινού να αγοράσουμε τα αρχεία. Τίποτα από αυτά δεν ευοδώθηκε καθώς ο Δήμος Άργους επέλεξε τις «νομικίστικες κόντρες» με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες απόκτησης των αρχείων και, όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει, να αποσυρθούν τα αρχεία από την δημοσιότητα. Επιτυχής πρόβλεψη; Όχι! Πασίγνωστη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και για την οποία είχαμε ενημερώσει τη Δημοτική Αρχή «δια ζώσης» και μέσω συγκεκριμένων δημοσιεύσεων στον τύπο.

Η ιστορία αυτή έφτασε στο δικαστήριο. Επειδή πρόκειται για δημόσια έγγραφα υπήρξε καταδίκη με αναστολή, επομένως είναι σα να μην υπάρχει καταδίκη και το δικαστήριο ΔΕΝ επέβαλε την άμεση επιστροφή των τεκμηρίων στον Δήμο Άργους. Ούτε κλεμμένα ήταν, ούτε καταγεγραμμένα! Ο «νομικίστικος παλληκαρισμός» είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμούσε: να εξαφανιστούν τα αρχεία και όχι να διασωθούν. Όπως ακριβώς δεν διασώθηκαν τα φωτογραφικά αρχεία του Δήμου (κάηκαν σε τυχαία πυρκαγιά!), όπως εξαφανίστηκαν τα τελευταία ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους και η Βιβλιοθήκη του άμοιρου Κολιαλέξη που την δώρισε στην πόλη του για να καταλήγει, χρόνια τώρα, στο πνευματικό σκουπιδαριό που του επεφύλαξαν οι «κεφαλές του τόπου»!

 

Αίθουσα Κολιαλέξη 2012. Άποψη της Βιβλιοθήκης Κολιαλέξη στον διαμορφωμένο ημι-υπόγειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου επί αντι-δημαρχίας Γ. Αναγνώστου. Εδώ φιλοξενήθηκαν τα εναπομείναντα ιστορικά Αρχεία του Δήμου Άργους των οποίων η τύχη αγνοείται από τότε που το κτήριο δόθηκε στην Τουριστική Σχολή. Εδώ επίσης έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Δ. Σ. του Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών, το οποίο πετάχτηκε στην πνευματική χωματερή του Δήμου Άργους, όπως και η σημαντική έκδοση «Αργειακή Γη».

 

Αν κάτι είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό από την καταστροφική μανία με την οποία το ιστορικό σώμα της άτυχης πόλης του Άργους υπέστη πραγματικό σφαγιασμό, είναι η τερατώδης ομοιομορφία πνευματικής αντίληψης για την πολιτισμική κληρονομιά συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων! Η αστειότητα, για παράδειγμα, της ίδρυσης του «Ελληνικού Ιστορικού Πάρκου» σε μια πόλη αρχαιολογικό και ιστορικό χρυσορυχείο, γίνεται αντιληπτή με όρους φτηνής αντιπολιτευτικής αερολογίας και όχι ανάλυσης για τις βαθιές ποιοτικές διαστρεβλώσεις που επιχειρούνται στα πνευματικά κριτήρια και τις αντιλήψεις των πολιτών.

Είναι επομένως σημαντικό να μνημονεύονται οι αξιέπαινες δράσεις Δημοτικών Αρχών και πολιτών που στόχο έχουν τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, όπως αυτή του Ναυπλίου. Είναι επίσης σημαντικό να μνημονεύονται διαρκώς οι ανερμάτιστες πολιτικές και λογικές ως αντι-παραδείγματα για την πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου. Θα επαναφέρω στη δημοσιότητα με νέες λεπτομέρειες και με κάθε ευκαιρία τα ζητήματα των «χαμένων αρχείων» του Δήμου Άργους.

Στους δε φίλους που αναρωτιούνται γιατί το εξαιρετικό Βυζαντινό Μουσείο Άργους έχει μηδαμινή επισκεψιμότητα, θα απαντούσα: γιατί έχει γίνει ζηλευτή προσπάθεια ώστε η άτυχη πόλη να αναφέρεται ως σημείο προς παράκαμψη σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 6-6-2018

 

Διαβάστε ακόμη: Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …

Read Full Post »

Έκθεση «Ποιητικές εικόνες της Ελλάδας» του Πάρι Πρέκα, στο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης, στο Ναύπλιο.


 

Οι 38 ακουαρέλες του Πάρι Πρέκα, που παρουσιάζονται στην έκθεση, μας αποκαλύπτουν εαρινές εικόνες της ελληνικής φύσης απαράμιλλης ομορφιάς.

Τα έργα αυτά  ανήκουν στους αθέατους θησαυρούς της Εθνικής Πινακοθήκης και οφείλονται στη γενναιόδωρη προσφορά της εικαστικού  Μερόπης Πρέκα, συζύγου του καλλιτέχνη. Οι «ταξιδιωτικές» αυτές ζωγραφικές μαρτυρίες συνθέτουν ένα οδοιπορικό σε μια Ελλάδα, που ο καλλιτέχνης βιαζόταν να «διασώσει» από την απειλή της άναρχης ανάπτυξης: «Στα διαλείμματα της άλλης μου δουλειάς, του εργαστηρίου, παίρνω τις ακουαρέλες μου και γυρίζω την Ελλάδα αναζητώντας την ψυχή της, πριν πεθάνει και την χάσω, γιατί τη βλέπω να γερνά».

 

Κύθηρα

 

Βάθεια – Μάνη

 

Ναύπλιο

 

Αγία Μαρίνα Λέρου

 

Στους Φιλίππους…

 

Η καλλιτεχνική επιμέλεια της έκθεσης των έργων του Πάρι Πρέκα ανήκει στη διευθύντρια του παραρτήματος Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης κ. Λαμπρινή Καρακούρτη.

Διεύθυνση: Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο

Διάρκεια έκθεσης: 5/5 – 31/12/2018

Τηλ:27520 21915

Φωτο: Αρχείο Εθνικής Πινακοθήκης

Read Full Post »

Το πρώτο κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο – Ανδρέας Καστάνης, Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας


 

Εισαγωγή

 

Η πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα από τους Βενετούς. Αργότερα, όμως κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας (α περίοδος 1540-1685 και β περίοδος 1715-1822), υπεισήλθαν πολλά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Αρχικά, είχε αποτελέσει στρατηγικό σημείο για μια δύναμη που διεκδικούσε την ναυτική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί αργότερα, στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν η οθωμανική αυτοκρατορία εδραίωσε την κυριαρχία της. Με την διαμόρφωση νέων συσχετισμών δυνάμεων οι τουρκικές αρχές μεταφέρονται στην Τρίπολη, με αποτέλεσμα το Ναύπλιο να μετατραπεί σε μια απλή επαρχιακή πόλη. Τις παραμονές της Επανάστασης η αρχιτεκτονική της παρουσιάζει ένα μίγμα βενετικών και οθωμανικών χαρακτηριστικών. Το 1822 η πόλη απελευθερώνεται και καθίσταται έδρα των προσωρινών Ελληνικών Διοικήσεων. Η  Επανάσταση θα δημιουργήσει ένα προσφυγικό κύμα με αποδέκτη το Ναύπλιο. Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο οι πρόσφυγες υπερβαίνουν τις στεγαστικές δυνατότητες της πόλης [1].

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)

Όταν έφθασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας έστρεψε την προσοχή του στον καθαρισμό και στην εξυγίανση του Ναυπλίου. Η συσσώρευση χιλιάδων προσφύγων στους στενούς χώρους της πόλης ήταν η κυρία αιτία μολύνσεων. Ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck [2] ανέλαβε τον καθαρισμό των δρόμων από τις ακαθαρσίες, την απομάκρυνση των υπαιθρίων μαγαζιών και εργαστηρίων, κλ.π [3]. Μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να καθαρίσει την πόλη, να λειτουργήσουν οι βενετικοί υπόνομοι, να φανεί πάλι το παλαιό βενετικό λιθόστρωτο και να απομακρυνθούν οι καλύβες των προσφύγων. Παράλληλα κλείνονται οι τάφροι που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης και επισκευάζεται και καθαρίζεται το υδραγωγείο [4]. Με την βοήθεια του λοχαγού Σταμάτη Βούλγαρη κτίσθηκαν μικρά οικήματα από πέτρες ώστε να στεγαστούν οι άστεγοι σε ένα νέο προάστιο του Ναυπλίου στο οποίο δόθηκε το όνομα Πρόνοια [5]. Η όψη της πόλης άλλαξε με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες και επιπλέον με το γκρέμισμα όλων των στεγάστρων και μπαλκονιών εξασφαλίσθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία του αέρα. Κάθε κτίσμα τουρκικής κατασκευής εξαφανίζεται και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του Ναυπλίου [6].

 

Πολεοδομικό Σχέδιο

 

Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Ναυπλίου συνέταξε ο Θ. Βαλλιάνος [7] και επικυρώθηκε, τον Απρίλιο του 1830, από τον Καποδίστρια. Παρόλα αυτά αρχικά η ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη [8]. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες εκτός από την οικία του Κυβερνήτου [9] κανένα άλλο δημόσιο κτήριο δεν κατασκευάσθηκε. Αντίθετα επισκευάζονται πολλά άλλα [10]. Η οικονομική διαχείριση των επισκευών είχε δοθεί στον Ράδο, Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας. Ο οποίος χρηματοδότησε τις επισκευές των οικιών των Heideck και Πίζα, το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων, ενός στρατώνα, το νοσοκομείο χωρητικότητας 100 περίπου ασθενών [11].

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Σύμφωνα με μία περιγραφή του Ναυπλίου, την περίοδο του Καποδίστρια, η πόλη μπορούσε να χωριστεί σε τρία τμήματα. Το πρώτο βρισκόταν μέσα στην περιφέρεια των τειχών του Ιτς-Καλέ. Το δεύτερο ξαπλωνόταν σε ένα ομαλό επίπεδο, το οποίο διαιρείτο στα δύο, παράλληλο προς το Ιτς-Καλέ και προς τα «Πέντε Αδέλφια [12]» (οχυρό). Αυτό το μέρος της πόλης κατέληγε στην αριστερή πλευρά του φρουρίου σ’ ένα βράχο. Από εκεί δημιουργείτο ένα ημισέληνο προς την θάλασσα. Δεξιότερα της απόληξης του φρουρίου βρισκόταν μια τετράγωνη πλατεία που κατέληγε σε μια γέφυρα. Το τρίτο μέρος εκτεινόταν από το τείχος μέχρι την προκυμαία το οποίο αποτελούσε και την παραθαλάσσια συνοικία.

Ο εισερχόμενος στο Ναύπλιο διερχόταν από μια στενή και λασπώδη οδό που έφθανε μέχρι τα «Πέντε Αδέλφια». Σ’ αυτό τον δρόμο βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα [13] η κυρία είσοδος της οποίας ήταν στραμμένη προς την οδό που ανερχόταν στο άνω μέρος της πόλης. Η αρχιτεκτονική του ναού δεν είναι όμοια με τις συνήθεις εκκλησίες. Περισσότερο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια απλή και σκοτεινή αποθήκη με πόρτες όχι μεγαλύτερες από αυτές των οικιών. Δεξιά και αριστερά του ναού υπήρχαν κατοικίες.

Από τα «Πέντε Αδέλφια» η θάλασσα περιέβρεχε το τείχος και χώριζε την πόλη σε δύο τμήματα. Μπροστά από το προαναφερθέν οχυρό υπήρχε ξύλινη προκυμαία για την προφύλαξη διαφόρων τύπων πλοίων. Η παραθαλάσσια συνοικία άρχιζε, από αρκετή απόσταση, από το ανατολικό μέρος.

Στην αρχή της τοποθεσίας των «Πέντε Αδελφών» κατοικούσε σε κρατική οικία ο στρατηγός Gerard, αρχηγός του Τακτικού Σώματος, και το επιτελείο του. Κοντά στη θάλασσα κατοικούσε, στην ιδιόκτητη οικία του Τρικούπη [14], ο Γάλλος αντιπρόσωπος βαρώνος Rouen [15]. Δίπλα στην ανωτέρω οικία υπήρχε το οίκημα του συνταγματάρχου Βαλλιάνου.

Κτήρια τα οποία μνημονεύονταν ήταν ο στρατώνας στην «Στρατιωτική Πλατεία [16]» το κτήριο του οποίου είχε ως κύρια εξωτερικά χαρακτηριστικά τις θολωτές πύλες[17]. Παραπέρα υπήρχε η Στρατιωτική Σχολή από την οποία σε μικρή απόσταση, αφού διάβαινες κάποια θολωτή πύλη, υπήρχε ένα απλό μικρό μέγαρο η κατοικία του Κυβερνήτου, και στη συνέχεια το κατάστημα της γερουσίας και η κατοικία του Ρώσου αντιπροσώπου [18].

 

Το κτήριο

 

Στις 1 Ιουλίου 1828 ιδρύθηκε η Σχολή των Ευελπίδων. Η μοναδική ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που έχουμε για την στέγαση του Λόχου των Ευελπίδων είναι ότι φιλοξενήθηκε σε τουρκικό εγκαταλελειμμένο στρατώνα [19] στην πλατεία των «Τριών Ναυάρχων» στο Ναύπλιο [20]. Η στέγαση των Ευελπίδων στον προαναφερθέντα στρατώνα προφανώς δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες των μαθητών, με αποτέλεσμα να ζητήσει ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη  να «ἑτοιμασθῇ ἕν ἐθνικόν Σπῆτι ὅστι νά χρησιμεύσῃ ὡς κοινόν κατάλυμα ἐκ τήν πλήρωσιν του ὁ Λόχος θά φθάσῃ τά 80 ἄτομα» [21]. Προφανώς δεν βρέθηκε κατάλληλο οίκημα, με αποτέλεσμα οι έρευνες πιθανόν να συνεχίστηκαν πλην όμως δεν απέδωσαν.

Όταν οι Γάλλοι πρότειναν στον Καποδίστρια την ίδρυση ενός «στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου», στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο ίδιος εξέφρασε την απαισιοδοξία του ότι δεν υπάρχει κατάλληλο οίκημα για το στέγαση του, όχι μόνο στο Ναύπλιο, αλλά και σε όλες τις ελληνικές πόλεις [22]. Από την προαναφερθείσα πληροφορία εκτιμάται ότι η ανεύρεση του κτιρίου της Σχολής έγινε από τους Γάλλους και συγκεκριμένα από τον λοχαγό Jean Henry Pierre Auguste Pauzie -Banne [23]. Η χωρητικότητα του οικήματος έπρεπε να ήταν αρχικά για 40 Ευέλπιδες και αργότερα όταν θα λειτουργούσαν όλες οι τάξεις ο αριθμός θα ανέβαινε στους 80. Το κτήριο πρέπει να βρέθηκε κατά το διάστημα από 2 Δεκεμβρίου 1828 (γιατί σύμφωνα με την ανωτέρω επιστολή του Καποδίστρια δεν υπήρχε κατάλληλο οίκημα για την στέγαση της Σχολής) μέχρι 29 Ιανουαρίου 1829 ημερομηνία έναρξης των επισκευών του οι οποίες τελείωσαν στις 23 Μαρτίου 1829. Ο συνολικός αριθμός των τεχνιτών που εργάσθηκαν για την συντήρηση του κτιρίου έφθασε τους τριάντα [24].  Συνολικά για τα ημερομίσθια των εργατών δόθηκαν 2680 πιάστρες. Η επισκευή του κτιρίου στοίχισε 9000 πιάστρες (γρόσια) [25]. Ο προϋπολογισμός του κόστους των επισκευών ὑπερπηδοῦν τάς ὑποσχέσεις των  (αρχιτεκτόνων) πάρα πολύ καί ὡς πρός τόν καιρόν καί ὡς πρός τήν δαπάνην ἔχομεν τρανώτατα τά καταστήματα τῶν Εὐελπίδων, στρατῶνα… [26] Ένα γρόσι (1 γρόσι = 40 παράδες) αντιστοιχούσε με 6 Φοίνικες. Για να γίνει αντιληπτό το ύψος της δαπάνης παρατίθενται τα ακόλουθα: Μία οκά [27] ψωμί πρώτης ποιότητας κόστιζε 60 παράδες, η οκά του μοσχαρίσιου κρέατος 92 παράδες, του προβάτου 78 και το βουτύρου 200 παράδες [28]. Το ημερομίσθιο ενός εξειδικευμένου εργάτη ήταν 5 γρόσια και του ανειδίκευτου 2,5 [29]. Στην περίπτωση της Σχολής ο εξειδικευμένος εργάτης αμειβόταν με 4,20 γρόσια και ο ανειδίκευτος με 3 [30].

Το οίκημα που είχε επιλεγεί για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου ή της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής [31] ήταν ένα τριώροφο οθωμανικής αρχιτεκτονικής το οποίο ανήκε σε ιδιώτη [32]. Ο πρώτος όροφος ήταν κτισμένος με πέτρες πελεκητές (bruchshein) και έθετα ξύλα, ο δεύτερος με ξύλινες συνδέσεις και πέτρες πελεκητές και ο τρίτος ο οποίος προεξείχε από τις τρεις πλευρές με πλίνθους. Η στέγη ήταν καλυμμένη από κεραμίδια [33].

 

Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας. Φωτογραφία του 1965, όπως αναφέρεται στον ιστότοπο «Παλιές φωτογραφίες του Ναυπλίου».

 

Η θέση του κτιρίου είναι η ίδια με αυτήν του σημερινού παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου του Ναυπλίου. Το κτίσμα ήταν ακριβώς δίπλα στα τείχη της πόλης απέναντι από την «Πύλη του Αιγιαλού» [34]. Το οικόπεδο του οικήματος ήταν αρχικά, προφανώς, τριγωνικό εφαπτόμενο με τα τείχη δίπλα στο Οπλοστάσιο [35]. Το κτήριο ανήκε σε κάποιον Οθωμανό Καραϊλάνη [36]. Το πολεοδομικό σχέδιο του Βαλλιάνου [37] προέβλεπε την δημιουργία ενός δρόμου που θα χώριζε τα τείχη του Ναυπλίου με το οικοδομικό τετράγωνο που βρισκόταν το κτήριο, με αποτέλεσμα το προαναφερθέν οικόπεδο θα εντάσσονταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο. Από τα μεταγενέστερα σχέδια αλλά και από τη σημερινή πραγματικότητα, το κτήριο της Σχολής δεν ενσωματώθηκε σε κανένα οικοδομικό τετράγωνο. Παρέμεινε ως ένα κτίσμα από το οποίο διέρχονται δρόμοι και από τις τέσσερις πλευρές [38]. Η τελική διαμόρφωση του οικοδομικού τετραγώνου πρέπει να έγινε περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Το οίκημα που βρέθηκε για να στεγάσει τους Ευέλπιδες πιθανόν να μην εκπλήρωνε πλήρως τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου, με αποτέλεσμα ο Διευθυντής της Σχολής αντισυνταγματάρχης [39] Pauzie να αναζητήσει κάποιο νέο κτήριο. Στις 2 Μαΐου 1829 ο προαναφερθείς Γάλλος επικεφαλής του Πολεμικού Σχολείου, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη Heideck, ζήτησε με επιστολή του προς τον Καποδίστρια να του διατεθούν 3000 μέχρι 3500 τάλληρα για την επισκευή κάποιας άλλης κατάλληλης οικίας ικανής για την στέγαση της Σχολής. Η θέση του νέου κτιρίου ήταν στους πρόποδες του Ιτς Καλέ, κοντά στην θάλασσα, στην οποία κατοικούσε μια οικογένεια Στερεοελλαδιτών. Όπως παρατηρούμε η επιστολή έχει ημερομηνία μεταγενέστερη από το πέρας των εργασιών επισκευής του οικήματος που χρησιμοποίησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Ο Κυβερνήτης αποδέχτηκε την πρόταση του Pauzie [40] τελικά όμως δεν υλοποιήθηκε για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα το αρχικά επιλεγέν οίκημα να στεγάσει την Κεντρική Στρατιωτική Σχολή μέχρι το 1834. Πιθανόν η νέα αναζήτηση να οφείλεται στο γεγονός ότι το αρχικό κτήριο ήταν μικρό και δεν κάλυπτε τις ανάγκες 60 Ευελπίδων [41] (αριθμός που θα έφθαναν όταν θα λειτουργούσαν και οι τρεις τάξεις),  παρά μόνον των 40 αρχικών [42]. Το όλο οίκημα ήταν περίπου 181  τετραγωνικά μέτρα [43], με αποτέλεσμα όταν η δύναμη των μαθητών ήταν 40 τότε αντιστοιχούσαν 4,5 τετραγωνικά στον κάθε ένα, ενώ όταν θα έφθαναν τους 60 τότε η αντιστοιχία ήταν 3 τετραγωνικά. Επιπρόσθετος λόγος, που ο Διευθυντής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου έψαχνε για κάποιο οίκημα περισσότερο ευρύχωρο και άνετο, ήταν πέραν από την στενότητα του χώρου, η έλλειψη θέρμανσης στο κτήριο και οι ακατάλληλοι χώροι υγιεινής [44]. Για την προσωρινή άμβλυνση των προαναφερθέντων προβλημάτων ανάγκασαν την διεύθυνση της Σχολής να βρει κάποια άλλα κτήρια για την εξυπηρέτηση ορισμένων δευτερευουσών λειτουργιών όπως αυτή του θεραπευτηρίου,  της κατοικίας του διευθυντού κλ.π [45].

Μετά την παρέλευση πέντε περίπου ετών το ζήτημα της ακαταλληλότητας του κτιρίου επανήλθε στην επικαιρότητα με πολύ οξύ τρόπο, καθόσον προστέθηκαν και σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Πριν από την έναρξη του σχολικού έτους το 1833-1834, τον Σεπτέμβριο του 1833, ο Διευθυντής της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής συνταγματάρχης Rheineck [46] υπέβαλε αίτηση προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών η οποία αφορούσε στην ανεύρεση κάποιου άλλου κτιρίου με αφορμή αφενός την αναμενόμενη αναδιοργάνωση του Πολεμικού Σχολείου και αφετέρου την κακή κατάσταση του οικήματος [47]. Παράλληλα η Διεύθυνση της Σχολής ζητά να γίνουν και ορισμένες τροποποιήσεις στο οίκημα. Αναφέρει το γεγονός της μεγάλης στενότητας του χώρου (δεν υπήρχε κανένας χώρος για τις ελεύθερες ώρες των Ευελπίδων), καθώς επίσης και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός μικρού εξωτερικού χώρου για την δημιουργία μιας μικρής πλατείας [48]. Η κακή κατάσταση του καταστήματος των Ευελπίδων περιγράφεται σε ξεχωριστή αναφορά του Rheineck στην οποία αφενός προτείνει να δοθεί το κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας στη Σχολή και αφετέρου αναφέρει τα ακόλουθα:

α.  Η ξυλεία ήταν τόσο σάπια ώστε δεν ήταν σε θέση να κρατήσει κανένα καρφί.

β.  Εισέρχονταν μεγάλες ποσότητες νερού σε περίπτωση βροχής από την οροφή.

γ. Οι τουαλέτες ήταν τελείως ακατάλληλες και για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με γνωμάτευση του αρχιάτρου Treiber, ορισμένοι μαθητές μολύνθηκαν τα μάτια τους [49].

Η διεύθυνση Μηχανικού, μετά από διαταγή του υπουργείου [50], ανέλαβε την ευθύνη σύνταξης μελέτης σχετικά με τις απαιτούμενες επισκευές σύμφωνα με την οποία χαρακτήρισε το κτήριο ετοιμόρροπο με αδυναμία τοποθέτησης κάποιου συστήματος θέρμανσης εξαιτίας αφενός του κινδύνου πυρκαγιάς και αφετέρου του μεγάλου κόστους εγκατάστασης [51]. Προτάθηκε ως λύση η στήριξη του οικήματος από το τοίχος της πόλης η οποία όμως ήταν αντίθετη με τους νόμους του κράτους αφού το κτήριο ήταν ιδιωτικό [52]. Από τον προϋπολογισμό που συνέταξε το Μηχανικό διαπιστώνουμε ότι οι επισκευές έπρεπε να ήταν εκτεταμένες και πολυδάπανες (4802,26 δραχμές) [53], καθόσον το οίκημα της Σχολής ήταν σε πολύ κακή κατάσταση [54]. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών απευθύνθηκε προς τον Όθωνα (αντιβασιλεία) εκθέτοντας όλες τις προαναφερθείσες  δυσκολίες προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την επισκευή ή μετεγκατάσταση της Σχολής στο ορφανοτροφείο της Αίγινας [55]. Η αντιβασιλεία στις 6 Δεκεμβρίου έκανε δεκτή την πρόταση του Υπουργείου των Στρατιωτικών και διέταξε την εγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων στο κτήριο του ορφανοτροφείου. Παράλληλα διέταξε όπως γίνουν οι απαιτούμενες διαρρυθμίσεις ώστε το κτήριο της Αίγινας να φιλοξενεί 100 ορφανά [56]. Τελικά το 1834 η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων μεταφέρθηκε στο κτήριο του ορφανοτροφείου και τα ορφανά στο οίκημα του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου στο Ναύπλιο [57].

 

Φωτογραφία από την επίσκεψη φοιτητών της Σχολής Ευελπίδων έξω από το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου, 3 Μαρτίου 2018. Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας, σήμερα στεγάζει το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Η μεταγενέστερη κατάσταση

 

Το κτίσμα εκποιήθηκε και πέρασε στα χέρια του ιδιώτη Αντώνη Κουφάδου έναντι 13350 δραχμών, ο γαμπρός [58] του οποίου κατεδάφισε το παλαιό και ετοιμόρροπο κτίσμα [59] και το 1856 περάτωσε την ανέγερση του νέου[60]. Το υπουργείο εσωτερικών υπεύθυνο για την πολεοδομία των πόλεων αιτήθηκε από το Όθωνα να εγκρίνει τροποποίηση σύμφωνα με την οποία το καινούργιο κτήριο να αποτελέσει από μόνο του ένα οικοδομικό τετράγωνο  ελεύθερο από όλες τις πλευρές [61]. Το σχέδιο όμως αυτό δεν εφαρμόσθηκε πλήρως, αλλά μόνο από τις τρεις πλευρές ήταν ελεύθερο επειδή όπως φαίνεται στο συμβόλαιο πώλησης γειτνίαζε  Ἀνατολικῶς, Ἀρκτκῶς καί Μεσημβρινῶς μέ ὁδούς δημοσίας καί Δυτικῶς μέ αὐλήν οἰκίας Μπουδούρα [62].

Το 1861, το μισό οίκημα πουλήθηκε στον Παναγιώτη Καζακόπουλο έναντι 14000 δραχμών [63] και το 1866 περιέρχεται  ολόκληρο στην ιδιοκτησία του. Από πλευράς σχεδίου πόλης το κτήριο είναι ελεύθερο από τις τρεις πλευρές και μόνο δυτικά συνορεύει με γήπεδον του Δημοσίου [64]. Για πρώτη φορά που το κτίσμα εμφανίζεται ελεύθερο και από τις τέσσερις πλευρές είναι το 1907 όταν μεταβιβάζεται στον γαμπρό [65] της οικογένειας Καζακόπουλος [66]. Χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι το 1958. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου [67] υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856 [68] πληροφορία η οποία επιβεβαιώνεται από τα ανωτέρω εκτεθέντα. Το οίκημα απαλλοτριώθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αναπαλαιώθηκε. Σήμερα στο κτήριο αυτό στεγάζεται το παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Καλαφάτη Ελένη, «Η Πολεοδομία της Επανάστασης:  Ναύπλιο 1822- 1830» Τα Ιστορικά , Τ 1ος, τεύχος 2, Δεκ 1984 σ. 265- 268.

[2] Karl von Heideck (1788-1861) Βαυαρός Στρατηγός. Σπούδασε στο Μόναχο και υπηρέτησε στον βαυαρικό στρατό. Ήρθε στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως. Συμμετείχε σε πολλές μάχες. Το 1828 διορίσθηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του Ναυπλίου. Τον Αύγουστο του 1829 επέστρεψε στην Βαυαρία, αλλά επανήλθε ως μέλος της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Έγραψε τα απομνημονεύματά του σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Αρμονία.

[3] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ Η, Θεσσαλονίκη 1988 σ. 246, 247.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,τ 8ος σ. 246,

[5] Επιστολαί  Ι. Α. Καποδίστρια Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ Β, σ. 35,36,37.

[6] Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834, Ιωάννινα 1995, σ. 58 (διδακτορική διατριβή).

[7] Ο  Θεόδωρος Βαλλιάνος γεννήθηκε το 1799 στην Ν. Ρωσία. Σπούδασε στην στρατιωτική ακαδημία της Πετρούπολης. Μετά την αποφοίτησή του κατετάγη στον ρωσικό στρατό στο όπλο του Μηχανικού. Το 1822 ήρθε στην Ελλάδα.

[8] Jean Savant, Napoléon et les Grecs. Sous et les Grecs. Sous les Aigles impériales  Nouvelles éditions latines, Paris, 1946, σ. 374

[9] Παλατάκι όπως το αποκαλούν σήμερα.

[10] Σπηλιωτάκη Κων/νου, «Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού 1824- 1826» Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ 20ος, 1971-1977, Αθήνα 1977, σ 53-71.

[11] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[12] Η ονομασία «Πέντε Αδέλφια» προήλθε από τα πέντε παλαιά πυροβόλα τα όποια ακόμη και σήμερα σώζονται στο Ναύπλιο.

[13] Στη εκκλησία αυτή δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης. Σώζεται και σήμερα και βρίσκεται στη οδό Καποδίστρια.

[14] Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873). Ιστορικός. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Διετέλεσε Γραμματέας Επικρατείας το 1828-1829 και Γραμματέας Εξωτερικών το 1829 και πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Γιος του ο Χαρίλαος Τρικούπης.

[15] Jean-Marie Achille Rouen αντιπρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα 1829-1836.

[16] Πιθανόν να αναφέρεται στην πλατεία Πλατάνου ή σήμερα στην πλατεία της Συντάγματος.

[17] Πιθανόν να αναφέρεται στο κτήριο του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου.

[18] Ράϊκο, «Περί της δολοφονίας του κόμητος Καποδίστρια», Έσπερος, Νο 16, 15/17 Δεκεμβρίου 1881, σ. 242, 243.

[19] Σύμφωνα με τον Στασινόπουλο ο στρατώνας κατεδαφίστηκε το 1928.

[20] Στασινόπουλου Επαμ, Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων, Αθήνα 1954, σ.35.

[21] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, 23 Ιουλίου 1828, φ 25-26. Αίτηση προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη να βρει κατάλληλο οίκημα για τη στέγαση 80 Ευελπίδων. Ως σύμβουλος περί της καταλληλότητας του οικήματος θα αναλάμβανε ο συνταγματάρχης Πίζας.

[22] Καστάνης, ο.π. σ. 47, και Επιστολαί ο.π. τ Β 322, 323.

[23] Ο Jean Henry Pierre Augustine Pauzié Banne γεννήθηκε στο Παρίσι το 1792. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή της Γαλλίας και το 1812 εξήλθε ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Έφθασε στην Ελλάδα με αίτημα του Καποδίστρια προς την Κυβέρνηση της Γαλλίας για διάθεση 3-4 στρατιωτικών συμβούλων. Παρέμεινε στην χώρα μας μέχρι το 1831. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του Ταγματάρχη. Πέθανε το 1848. Περισσότερες πληροφορίες βλέπε: Καστάνης Ανδρέας, «Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834», διδακτορική διατριβή, εκδ Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000, σ. 141.

[24] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829 (ανά εβδομάδα υπάρχει και κατάσταση των εργασθέντων στην επισκευή του κτιρίου), φ 41. Πρώτη κατάσταση πληρωμής των εργατών που επισκεύασαν το κτήριο της Σχολής

[25] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 1 Απριλίου 1829, φ 41. Κατάσταση με το συνολικό ποσό των επισκευών.

[26] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[27] 1 οκά = 1280 κιλά.

[28] Καστάνης ο. σ. 212.

[29] Dim Loules, The financial and economic policies of president Ioannis Kapodistrias 1828-1831,  Ioannina 1985 σ. 70, 71.

[30] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829, φ41.

[31] Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά την καποδιστριακή περίοδο είχε την ονομασία Κεντρική Στρατιωτική Σχολή ή Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Η ονομασία στο επίσημο και επικυρωμένο οργανισμό της Σχολής είχε τον τίτλο Κεντρική Στρατιωτική Σχολή σε ανεπίσημες όμως μεταφράσεις αλλά κυρίως στην επίσημη σφραγίδα της είχε την τίτλο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο.

[32] Το γεγονός ότι δεν δόθηκε αποζημίωση σε ιδιώτη αλλά ούτε κάποιο μηνιαίο μίσθωμα μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το κτήριο ανήκε σε Τούρκο ο οποίος το εγκατέλειψε μετά την Επανάσταση του 1821. Επίσης η πληροφορία ότι το κτήριο ήταν ιδιόκτητο και όχι Εθνική οικία βλέπε Καστάνης ο.π σ. 60.

[33] Καστάνης ο.π. σ. 58.

[34] Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, Αρχείο Πέτρου Λυκούδη. Σχέδιο της πόλης του Ναυπλίου, Λυκούδης Πέτρος, Γενεαλογία- Βιογραφία-Έργα και το υπ’ αυτού εφερεθέν νέον σύστημα λυομένων πυροβόλων, Μέρος 1ο Αθήνα 1924 σ. 169.

[35] Λαμπρυνίδης Μιχαήλ, Η Ναυπλία, Αθήνα 1898, σ. 509.

[36] Συμβόλαιο Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[37] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 163.

[38] Από το σημερινό και τα ιστορικά πολεοδομικά σχέδια του Ναυπλίου.

[39] Η Κυβέρνηση απένειμε σε όλους τους Γάλλους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Ελλάδος δύο βαθμούς πάνω από αυτόν που κατείχαν στην πατρίδα τους. Γι’ αυτόν τον λόγο ο λοχαγός Pauziι προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

[40] Καστάνης οπ σ. 56, 57.

[41] Διάταγμα περί Οργανισμού της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής, Αίγινα, Εθνικό Τυπογραφείο 1829 αρθ 2

[42] Ο. π, αρθ 101.

[43] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 7/19 Νοεμβρίου 1833, φ 366. Προϋπολογισμός εξόδων για την επισκευή του κτιρίου της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής.

[44] Ο.π. σ. 59, 60

[45] Ο.π. σ. 61

[46] Eduard von Rheineck γεννήθηκε στην Πρωσία το 1796. Ήρθε στην Ελλάδα το 1822. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα με τον βαθμό του λοχαγού. Διετέλεσε Διευθυντής της Σχολής των Ευελπίδων από το 1832 μέχρι το 1840. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1854. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε Καστάνης ο. π  σ. 178, 179.

[47] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 1/13 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 255, φ 366 Αίτηση της Σχολής προς το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικά με την επισκευή του κτιρίου της.

[48] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 14/26 Νοεμβρίου 1833 Νο 302, φ 366. Διαμόρφωση του χώρου του ευρισκομένου μεταξύ του τοίχους της πόλης και του κτιρίου της Σχολής.

[49] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών,18/30 Νοεμβρίου 1833 Νο 304, φ 366. Περιγραφή της κακής κατάστασης του κτιρίου της Σχολής.

[50] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[51] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 8/20 Νοεμβρίου 1833 Νο 7631, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής.

[52] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[53] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[54] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[55]  ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 4/16 Δεκεμβρίου 1833 Νο 7998, φ 366. Έγγραφο του Υπουργείου Στρατιωτικών σχετικά με την κατάσταση του κτιρίου της Σχολής και την πρόταση προς τον Όθωνα για την αποδοχή της πρότασης του Rheineck για της μετεγκατάσταση στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[56] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 6/13 Δεκεμβρίου 1833 Νο 9326. Απόφαση της Αντιβασιλεία για την μετεγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων από το Ναύπλιο στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[57] Καστάνης οπ σ. 60, 61.

[58] Γεώργιος Αθανασάκος.

[59] Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ του εγγράφου του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 και του συμβολαίου της 29 Νοεμβρίου όπου φαίνεται ότι ο Γεώργιος Αθανασάκος ανήγειρε το νέο οίκημα. Ενώ στο πρώτο αναγράφεται ότι ανήγειρε στο δεύτερο αναφέρεται ότι το 1856 ο Γεώργιος Αθανασάκος περάτωσε την ανέγερση.

[60] Συμβόλαιο με  Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[61] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, 12 Μαρτίου 1853 (παλαιό ημερολόγιο), φ 31. Αίτηση του Υπουργείου προς τον Όθωνα για να εγκρίνει την τροποποίηση του πολεοδομικού σχεδίου του Ναυπλίου.

[62] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού), 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

Η γειτνίαση δυτικά με την ερειπωμένη οικία του Μπουδούρα έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με το σχέδιο του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 γεγονός που επιτρέπει να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το περιγραφόμενο οίκημα του συμβολαίου έχει άμεση σχέση με το παλαιό κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

[63] Ο. π.

[64] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου μερίδος 110 και 102/ 1359, 7 Μαΐου 1866.  Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Μεταβίβαση του υπολοίπου της οικίας στον Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[65] Δημήτριος Κόνδης.

[66] Ευρετήριο με Αριθμό, τόμος Ε μερίδος 2386 αύξων αριθμός μεταγραφών 10259, 17 Οκτωβρίου 1907. Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Προίκα της Βασιλικής Καζακοπούλου προς τον Δημήτριος Κόνδης.

[67] Πιθανόν να πρόκειται για θυγατέρα του Δημητρίου Κόνδη και της Βασιλικής Καζακοπούλου.

[68] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 313.

 

Ανδρέας Καστάνης

Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Older Posts »