Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ» | 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης


 

Νίκος Καρούζος

Ένα ξεχωριστό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ιδιαίτερου ποιητή, θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Το δοκιμιακό ντοκιμαντέρ του Γιάννη Καρπούζη – σε σενάριο των Ανδρέα Βακαλιού και Ηλία Λιατσόπουλου και έρευνα του Ηλία Λιατσόπουλου – για τον Νίκο Καρούζο (Ναύπλιο 1926-Αθήνα 1990), έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και αγωνιστή της Αριστεράς την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, που πλήρωσε βαρύ τίμημα για τους αγώνες του (εξορίες, βασανιστήρια, σοβαρές βλάβες στην υγεία του), συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (online, 15-28 Μαΐου 2020).

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Η αφιερωμένη στην ποίηση και βιωμένη μέσω αυτής ζωή του Νίκου Καρούζου ξετυλίγεται στην ταινία με έναν μη συμβατικό, πρωτοποριακό τρόπο. Το δραματουργικό εύρημα – μυθοπλαστική παρείσφρηση – του ερευνητή (ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός) και της μελέτης από αυτόν, σε στούντιο, αρχειακού οπτικοακουστικού υλικού καταγραμμένου σε κασέτες αποτελεί οργανικό μέρος της ταινίας, αφού η ζωή και το έργο του ποιητή ανασυνθέτονται μέσα από τη διαλεκτική σχέση του ερευνητή-πρωταγωνιστή της ταινίας με το υλικό του. Ο ερευνητής, με βάση το πλούσιο και ετερογενές υλικό, αφηγείται σημαντικά γεγονότα και περιστατικά της ζωής του ποιητή, διαβάζει ποιήματά του και εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα για τα γεγονότα και το ποιητικό του έργο. Αφηγούμενη το θέμα της, η ταινία στην πραγματικότητα αφηγείται και τον εαυτό της.

 

Δημήτρης Καταλειφός

 

Παράλληλα, στο ντοκιμαντέρ, μέσα από σύγχρονες λήψεις σε εμβληματικούς τόπους της ζωής και της ποίησης του Καρούζου (Ναύπλιο, Αθήνα, Μακρόνησος, Κροστάνδη), μέσα από συνεντεύξεις (είκοσι μία συνολικά) με στενούς συγγενείς και φίλους, ποιητές, κριτικούς, μεταφραστές και σκηνοθέτες που τον γνώριζαν, μέσα από ποιητικά και εικαστικά πλάνα του σύγχρονου φυσικού και αστικού περιβάλλοντος (λάιτ-μοτίβ η τρικυμισμένη θάλασσα, όπως και η ταραχώδης ζωή και η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή), μέσα από φωτογραφικό υλικό, προσεγγίζεται ανάγλυφα, με φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις, η ποιητική γλώσσα και το αγωνιώδες υπαρξιακό σύμπαν του Νίκου Καρούζου.

 

Τίτος Πατρίκιος

 

Για τον Καρούζο η ποίηση είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ύπαρξη, με την κοινωνική μνήμη, είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια. Το όνειρο, η φαντασία, ο έρωτας, ο θάνατος, η αντίσταση στη χειραγώγηση του κοινωνικού ατόμου από την εξουσία, η αταξική κοινωνία αποτελούν βασικούς άξονες της ποίησής του. Στο κέντρο της είναι η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, ο χρόνος και η γλώσσα.

 

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρπούζης.

 

Στην ταινία, η ιστορία της ζωής του ποιητή διαπλέκεται με την τραγική Ιστορία της Ελλάδας κατά την περίοδο 1930-1970. (Η χρήση αρχειακού ιστορικού υλικού από αυτή την περίοδο είναι σημαντική.)

Οι νέοι δημιουργοί, Γιάννης Καρπούζης, Ηλία Λιατσόπουλος και Ανδρέας Βακαλιός, με το ντοκιμαντέρ τους για τον Νίκο Καρούζο, πέφτοντας κατευθείαν στα βαθιά, έφεραν σε πέρας με επιτυχία ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει στο 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η ταινία θα είναι διαθέσιμη δωρεάν για το κοινό και θα διατίθεται για 400 θεάσεις, σε χρήστες αποκλειστικά στην Ελλάδα. Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ https://www.filmfestival.gr/el/

 

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

 

Συντελεστές:

Πρωταγωνιστεί: Δημήτρης Καταλειφός
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καρπούζης
Σενάριο: Ανδρέας Βακαλιός, Ηλίας Λιατσόπουλος
Μουσική: Κλέων Αντωνίου, Γιάννης Χαρούλης, Λευτέρης Ανδριώτης
Μοντάζ: Λεωνίδας Παπαφωτίου
Έρευνα: Ηλίας Λιατσόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Καρπούζης, Γιάννης Κανάκης
Μεταφράσεις: Κωνσταντίνος Κουτσικουρής (Constantine Cucci)
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Φυλακτίδης, 17 δηλητηριασμένοι Εγγλέζοι
Μιξάζ: Κώστας Φυλακτίδης
Επεξεργασία χρώματος: Γρηγόρης Αρβανίτης (Gregory Arvanitis) / Authorwave
Post: Authorwave
Παράγωγη: Empty Square, ΕΡΤ, ΕΚΚ
Εκτέλεση Παραγωγής: Λίνα Σαμοίλη, Jacob Moe
Συμμετέχουν (με σειρά εμφάνισης): Γιώργος Ξένος, Σάββας Μιχαήλ, Κωστής Παπακόγκος, Τίτος Πατρίκιος, Πότα Κακαβά, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Ευριπίδης Γαραντούδης, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Σαββίδης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Τάσος Γουδέλης, Θάνος Σταθόπουλος, Αντώνης Φωστιέρης, Απόστολος Γιαγιάννος, Μανόλης Πρατικάκης, Αριστείδης Βετούλης, Irene Larsson, Σταύρος Στρατηγάκος, Εύα Μπέη, Θάνος Κωνσταντινίδης

 

Δημήτρης Καλαντίδης

Ο Δημήτρης Καλαντίδης είναι ιστορικός και κριτικός κινηματογράφου, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας – ΟΚΛΕ.

 

Read Full Post »

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Read Full Post »

«Πλατεία Ονείρων» ένα ντοκιμαντέρ για την πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου του Γιώργου Ζέρβα


 

Το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, 19-28 Μαΐου 2020, όπου συμμετέχει και το ντοκιμαντέρ «Πλατεία Ονείρων», του Γιώργου Ζέρβα, που αφορά στην πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου.

Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ανάμεσα στις ταινίες και 77 ελληνικές πρόσφατες παραγωγές: απ’ την πολιτική, τη μουσική  την ιστορία, το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτουν την ίδια τη ζωή.

 

Πλατεία Συντάγματος

 

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι μοναδική. Περιβάλλεται από κτήρια διαφόρων εποχών και πολιτισμών φορτισμένα με μνήμες, οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα, κι αντέχει στις αυξανόμενες πιέσεις από ιδιωτικές χρήσεις.

Από τις ωραιότερες πλατείες της Ελλάδας, αν όχι η ωραιότερη, άρχισε να γίνεται πλατεία γύρω στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), άλλαξε πολλές μορφές και ονόματα και δίνει το στίγμα στη σημερινή πόλη.

Αυτό το δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι μια διερευνητική, στοχαστική προσέγγιση της πλατείας που βρίσκεται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλης και αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα νεοκλασικής, ορθογωνικής πλατείας στην τυπολογία των ελληνικών πλατειών. Η πλατεία, έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο, συλλογικό καθιστικό της πόλης, αποτελώντας ένα από τα κύρια συστατικά του Ευρωπαϊκού αστικού χώρου, απαιτεί την ανάδειξη της σπουδαιότητας και της ομορφιάς της, υπερασπίζοντας τη μνήμη, την αποκατάσταση και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση.

 

Βόλτα στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η ταινία επιχειρεί ένα ταξίδι σε μύθους, ιστορίες, μνήμες, συναισθήματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα, κτίσματα, σπάνια αρχειακά υλικά – χάρτες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, ταινίες…-, αισθητικές και ανθρώπους – αρχιτέκτονες, ιστορικούς, αρχαιολόγους, ζωγράφους, σκηνοθέτες, επαγγελματίες, μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες… -, για τους οποίους η πλατεία αποτελεί τρόπο ζωής. Γενναιόδωρη σκηνή για κάθε δραστηριότητα – κοινωνική, θρησκευτική, πολιτική… -, φιλόξενη για όλους – ντόπιους, ξένους, νέους, γέρους…-, ένα είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει.

Οι επιδιωκόμενοι στόχοι της ταινίας είναι:

  • Να ελκύσει ένα σημαντικό αριθμό Ελλήνων και ξένων επισκεπτών.
  • Να διηγηθεί την «ιστορία» της συγκεκριμένης πλατείας και να αποδώσει τη ζωή της στο πέρασμα του χρόνου.
  • Να συμμετέχει στο διάλογο περί «προστασίας και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς».
  • Να υπερασπισθεί το δημόσιο χώρο προβάλλοντας τον πλούτο και τις ιδιαιτερότητες μιας ιστορικής πόλης, πρώην πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας.
  • Να αποτελέσει εν τέλει ένα βήμα προστασίας και ανάδειξης του χώρου της πλατείας Συντάγματος που αποτρέπει την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα, τη σημασία και την αισθητική της.

 

Το «Τριανόν» ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου.

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη

 

Ο Γιώργος Ζέρβας «επί το έργον».

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι ένα μοναδικό μνημείο. Μ’ αρέσει να συχνάζω στην πλατεία, από έφηβος πήγαινα. Και τώρα μόλις φτάσω στο Ναύπλιο εκεί θα πρωτοπάω. Θα τη διασχίσω, θα τρυπώσω στα δρομάκια της παλιάς πόλης που την αδειάζουν από περιπατητές και την ανατροφοδοτούν αδιάκοπα και θα επιστρέψω. Ξανά και ξανά.

Στον κινηματογράφο η πρώτη ύλη είναι ο χρόνος και στην πλατεία Συντάγματος αυτό που κυριαρχεί με την πρώτη ματιά είναι τα κτήρια με τις διαφορετικές αισθητικές τους, εκφράσεις περασμένων εποχών. Ο θρίαμβος του χρόνου δηλαδή. Γεγονός που σου δίνει μια ασυνείδητη απόλαυση. Όσο και να μην το σκέφτεσαι σε κατακλύζει η ιστορία μας, όχι μόνο του Ναυπλίου, αλλά της  Ελλάδας ολόκληρης. Οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα ίχνη ορθώνονται, σε περικυκλώνουν και σου διηγούνται την πολυτάραχη ιστορία τους.

Η πλατεία με ωραίες αναλογίες, ούτε μικρή ούτε μεγάλη, συλλογικό καθιστικό της πόλης, είναι έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο. Αποτελεί γενναιόδωρη σκηνή για κάθε τελετουργία ή δραστηριότητα – πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, ψυχαγωγική -, φιλόξενη για όλους και ένα μόνο είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει. Όλο αυτό το περιβάλλον αποτελεί μέρος της πλούσιας ιστορικής μνήμης μας που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να προχωρήσουμε μπροστά.

Αποφάσισα να γυρίσω την ταινία για να υπογραμμίσω τη σημασία και την αισθητική της πλατείας Συντάγματος και να υπερασπιστώ τη μνήμη, και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση. Κατά βάθος επιθυμώ η ταινία να αποτελέσει έναν επιπλέον λόγο υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης για τους Ναυπλιείς, αλλά παράλληλα κι ένα ισχυρό βήμα προστασίας και ανάδειξης της πλατείας με σεβασμό στην πολιτιστική μας κληρονομιά.

 

Γιώργος Ζέρβας

 

Γεννήθηκε στην Πρόσυμνα Αργολίδας το 1960. Από το 1977 μέχρι το 1982 σπούδασε χημεία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Το 1983 συνέχισε στο Παρίσι παρακολουθώντας το τμήμα θεατρικών και κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου PARIS1, Sorbonne, με διευθυντή σπουδών τον Ζακ Γκουαμάρ. Το 1986 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές DEA με διευθυντή τον σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Παράλληλα τελείωσε το τμήμα δημιουργικού βίντεο – cinema-animation-video- στην Ecole Normal Superieure des Arts Decoratifs.

Από το 1995 μέχρι σήμερα εργάζεται ως σκηνοθέτης και παραγωγός οπτικοακουστικών και ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες του έχουν βραβευτεί και παρουσιαστεί σε διάφορα φεστιβάλ και τηλεοπτικά κανάλια ανά τον κόσμο: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Παρίσι, Μασσαλία, Στρασβούργο, Μόναχο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βαρκελώνη, Κάρλοβυ Βάρυ, Κωνσταντινούπολη, Κορκ, Λονδίνο, Λουξεμβούργο…

 

«Πλατεία Ονείρων»

 

Συντελεστές του ντοκιμαντέρ

  • σενάριο – σκηνοθεσία – μοντάζ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • φωτογραφία – ήχος | ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • μιξάζ – ΝΙΚΟΣ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • μουσική – ΜΟΝΙΚΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
  • οργάνωση παραγωγής – ΤΖΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • τεχνικός σύμβουλος – ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΥΔΗΣ
  • παραγωγή – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS
  • υποστήριξη – ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

HD, 83 min Έγχρωμο-Α/Μ, 2020

 

Read Full Post »

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855.

Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855. Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο…

 

Read Full Post »

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος – Ναύπλιο


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα σημείωμα του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 «Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος».

 

Απρίλιος 1897. Ξεκίνησε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος που κατέληξε το Μάιο του ίδιου χρόνου στην πρώτη μεγάλη ήττα της Ελλάδας από στους Τούρκους μετά το 1821. Τότε τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές πλάγιες του Ολύμπου.  Στην εκστρατεία αυτή συμμετείχε και το 8ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα το Ναύπλιο και συγκεκριμένα το ενετικό κτήριο (σημερινό αρχαιολογικό μουσείο) στην Πλατεία Συντάγματος.

Προς τιμήν των 23 πεσόντων του 8ου Συντάγματος του πολέμου του 1897 κατασκευάστηκε με χρήματα των στρατιωτών και των αξιωματικών πρωτοβουλία του διοικητή Δημητριάδη, αναθηματική στήλη των πεσόντων. Εγκαινιάστηκε έξι χρόνια αργότερα στις 24/4/1903 μπροστά από το ενετικό κτήριο στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Αργότερα, η 7η Ιανουαρίου καθιερώνετε ημέρα εορτής του 8ου Συντάγματος. Η ημερομηνία αυτή ταυτίζετε με την μάχη της Μανωλιάσσας του 8ου συντάγματος στις 7 Ιανουαρίου 1913. Η Μανωλιάσσα είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του δήμου Μπιζανίου.

Στις ετήσιες εκδηλώσεις μπροστά από το μνημείο γινόταν αναφορά για τους πεσόντες του 8ου Συντάγματος σε όλες τις στρατιωτικές συμμέτοχες του. Συνολικά 511 ήταν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί που έπεσαν υπέρ πατρίδος στις μάχες του 8ου Συντάγματος.

 

Πλατεία Συντάγματος, πίσω η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων μπροστά από το σημερινό Αρχαιολογικό μουσείο.

 

Η αναθηματική στήλη καταγράφει όλους τους νεκρούς από τους πολέμους του 1897, 1912 -1913 και 1918 -1922.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41, γίνεται  στην πίσω πλευρά  της στήλης.

Μετά το τέλος της λειτουργίας του ενετικού κτηρίου σαν στρατιωτικό κτήριο και πριν γίνει αρχαιολογικό μουσείο η αναθηματική στήλη μεταφέρθηκε το 1933 στο νέο στρατόπεδο του Ναυπλίου στο Πολύγωνο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)


                                                      

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)»

 

Οι περισσότεροι έχουμε δει τη βενετική δεξαμενή στην παραλία του Ναυπλίου σε φωτογραφικές απεικονίσεις της βόρειας πλευράς της πόλης. Η δεξαμενή βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το χώρο της εγκαταλελειμμένης πισίνας του Αμφιτρύωνα (Φωτό 1 και 2).

 

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου.

 

Ο χώρος που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

Η δεξαμενή είχε εξωτερικές διαστάσεις 22 x 25 μέτρα και ύψος γύρω στα 8 μέτρα. Η χωριτικότητά της σε νερό πρέπει να ήταν γύρω στα 2.000 μ3. Γέμιζε με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής, μέσω ενός δικτύου κεραμικών σωληνώσεων και φυσική ροή. Τμήμα του δικτύου μεταφοράς νερού βλέπουμε σήμερα στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στο θερινό κινηματογράφο Ναυπλίου. Το τοπωνύμιο της περιοχής «Κρυονέρι» μας οδηγεί στην υπόθεση μήπως υπήρχε κάποια μικρή πηγή στην περιοχή.

Η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο» περιγράφει τη δεξαμενή ως «τέλειο τεχνικό έργο που οι καμάρες του το ανεβάζουν στο επίπεδο της μεγάλης τέχνης. Το οικοδομικό υλικό, πέτρες, πλίθες, κιμιλιά έχει την αρμογή και την στερεότητα ενός μεγάλου κτηρίου. Έχει μια καλή θέση στην ιστορία της νεότερης οχυρωματικής».

1710: Σύμφωνα με τον Schaeffer, η δεξαμενή κτίστηκε το 1710, στα τέλη της Β’ Βενετοκρατίας, από τον προβλεπτή Σαγρέδο. Ήταν ενσωματωμένη στα βόρεια τείχη της πόλης του Ναυπλίου (Φωτό 3).

 

Η Βενετική δεξαμενή σε αποτύπωση του Schaeffer, 1934.

 

Ο Schaeffer ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας που έχει ασχοληθεί πριν από το 1940 με την ιστορική εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου. Η διδακτορική του διατριβή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Schaeffer είναι γνωστό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, επιβλέποντας σε συνεργασία με το Τ. Κωστούρο, την ανακατασκευή σε ξενοδοχείο της καστρονησίδας Μπούρτζι. Σε σχέδια που υπάρχουν στο Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει αποτυπώσει την δεξαμενή.

1866: Λίγα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, με το ΦΕΚ 53/1866 αποφασίζεται η κατεδάφιση του βόρειου τείχους της πόλης, από τον προμαχώνα του Μόσχου (περίπου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου) μέχρι τη βενετική δεξαμενή. (πληροφορία ΦΕΚ Ν. Τόμπρα).

1871: Η κατεδάφιση του τείχους ολοκληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Στην κατεδάφιση εργάζονται κρητικοί πρόσφυγες που έχουν έλθει στο Ναύπλιο το 1866. Μετά την κατεδάφιση του τείχους διαμορφώνεται σταδιακά η παραλιακή προκυμαία. Το τμήμα του τείχους από την βενετική δεξαμενή μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια» παραμένει στη θέση του (Φωτό 4).

 

Η σήμανση με το βέλος μας δείχνει που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

1888: Μέχρι τότε, η δεξαμενή δεν χρησιμοποιείται. Με απόφαση της δημοτικής αρχής, η δεξαμενή γέμισε νερό από τη νέα δεξαμενή νερού που είχε κατασκευαστεί στους πρόποδες του Παλαμηδίου (υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω από την σημερινή πυροσβεστική). Το νερό ερχόταν πια με σιδεροσωλήνες από την Άρια.

1901: Η βενετική δεξαμενή τροφοδοτεί ακόμα την πόλη με νερό, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Τερζάκης.

1916: Η δεξαμενή έχει ακόμα νερό και το διαπιστώνουμε από καταγγελία για δηλητηρίαση ναυπλιώτη από το νερό της δεξαμενής (ΓΑΚ Αργολίδας).

1929: Τον Ιούνιο αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής (Φωτό 6 και 8).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή.

 

1933: Το Νοέμβριο του 1933, η Έφορος Αρχαιοτήτων χαρακτήρισε την ημικατεστραμμένη δεξαμενή «αρχαίο κτήριο» και απαγόρευσε τη συνέχεια της κατεδάφισης. Ο τοπικός τύπος θεωρεί την απόφαση εξωφρενική και διαμαρτύρονται στο Υπουργείο Παιδείας ο δήμος, το λιμενικό ταμείο, ο Νομάρχης και οι επιστημονικοί σύλλογοι της πόλης , καθώς δεν θέλουν να διατηρηθεί η «δυσώδης ασχημία εις το κεντρικώτερον σημείο της πόλης». Η αντίθεση αρχαιολογίας και πόλης έχει ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η έφορος δεν είναι άλλη από την γνωστή από το βιβλίο «Το Ναύπλιο» Σέμνη Καρούζου (Φωτό 5).

 

Αναγγελία στον Τύπο.

 

1938: Το Σεπτέμβριο άρχισαν ξανά οι εργασίες κατεδάφισης, όπως μας ενημερώνει ο τοπικός τύπος.

1939: Άρχισαν οι συζητήσεις για αξιοποίηση συνολικά της παραλιακής ζώνης για κατασκευή ξενοδοχείου από την Πανναυπλιακή Ξενοδοχειακή Εταιρία Τουρισμού Α.Ε. (Ίδρυση: ΦΕΚ 96/6-4-1939. Μετοχικό κεφάλαιο 3.000. 000 δρχ). Η Εταιρία αγόρασε από το λιμενικό Ταμείο (!!!) το οικόπεδο της παραλίας, που συμπεριλαμβανόταν και η δεξαμενή (Ιούλιος 1939. Από αρχείο Ν. Τόμπρα).

1929-1950: Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία. (Φωτό 7 και 9).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Βενετική δεξαμενή

 

1950 1951: Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα. Για την κατεδάφιση χρησιμοποιούνται και εκρηκτικά – πηγή πληροφορίας η ζωντανή ιστορία της πόλης Λ. Λάμπρου – (Φωτό 10).

 

Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα.

 

1952: Στις αρχές του χρόνου αρχίζει η κατασκευή του πρώτου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας». Διαμορφώνεται το αίτημα να γκρεμιστεί και το σπίτι του Μαγουλιανίτη (Ασημακόπουλου), όπου στεγαζόταν η καλοκαιρινή ταβέρνα του Πλατσάρα που ήταν στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Το κτήριο είχε καεί την περίοδο της Κατοχής.

1957: Ολοκληρώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής με την ολοκλήρωση του κτισίματος και του δευτέρου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» και την κατασκευή της πισίνας.

1961: Τελειώνουμε την αφήγηση με ένα προσφιλές θέμα: Καταγγελία στον ΕΟΤ για οικονομικές ατασθαλίες κατά την κατασκευή της πισίνας. Το έργο είχε υπέρβαση 146%. Με αρχικό προϋπολογισμό για την κατασκευή της πισίνας και περιβάλλοντος χώρου 732.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 1.077.000 δραχμές. Ακόμα και η προσθήκη του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» είχε υπέρβαση. Με αρχικό προϋπολογισμό 3.898.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 2.378.000 δραχμές (62 %).

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »