Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009 – Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας


 

Ένα καινούργιο βιβλίο ξεκινά την πορεία του, «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα  κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας.

Στη συνέχεια εξετάστηκε συστηματικά το  σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που οδήγησε στην σύλληψη, τον σχεδιασμό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Συμβολαιογραφικού θεσμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί της στο Ναύπλιο. Ακόμα, στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου (νομοί Αργολίδος, Αρκαδίας, Καλαμάτας, Κορινθίας, Λακωνίας) και να αναδειχθούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του στην πορεία του χρόνου. Τέλος, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία δημιουργήθηκε μια υπέροχη εικόνα της πόλης του Ναυπλίου, καθώς και της επαρχίας Ναυπλίας και των ανθρώπων της στο χρόνο.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

 

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

Σχήμα 17Χ24

Σελίδες 336

ISBN 978-618-00-2254-4

 

Read Full Post »

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου


 

Το Δικαστικό Μέγαρο, χορηγία του μεγάλου Έλληνα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, περατώθηκε το 1911, σε σχέδια του Αναστάσιου Σταματιάδη. Στο κτίριο, που είναι δομημένο σύμφωνα με τον νεοκλασικό ρυθμό, στεγάζεται σήμερα και εφετείο.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Η είσοδος του Μεγάρου κοσμείται με τις προτομές του Αναστάσιου Πολυζωίδη και του Γεώργιου Τερτσέτη, δύο σπουδαίων μορφών που υπηρέτησαν την ελληνική δικαιοσύνη με υποδειγματική συνέπεια. Και οι δύο έμειναν γνωστοί για τη σθεναρή τους στάση στη Δίκη των οπλαρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Δημήτριου Πλαπούτα και άλλων, όταν, το 1834, οι τελευταίοι κατηγορήθηκαν για συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο δικαστικός Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρακτικό της απόφασης για τη θανατική καταδίκη των οπλαρχηγών. Και οι δύο απολύθηκαν για αυτήν τους τη στάση, αλλά αργότερα αθωώθηκαν και αποκαταστάθηκαν στα δικαστικά τους καθήκοντα.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Στο νότιο τμήμα της πλατείας Δικαστηρίων βρίσκεται το μνημείο του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, που έμεινε γνωστός με την επωνυμία Νικηταράς. Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, υπήρξε σπουδαίος πολεμιστής. Διετέλεσε μάλιστα για ορισμένο διάστημα αρχηγός της πολιορκίας του Ναυπλίου.

 

Το μνημείο του Νικηταρά.

 

Το μνημείο του Νικηταρά ανήγειρε το 1926 η Ασπασία Ποταμιάνου ύστερα από επιθυμία του συζύγου της Ναυπλιώτη πολιτικού, Ηλία Ποταμιάνου, και έχει τη μορφή αναθηματικής στήλης. Στη βάση της έχει αποδοθεί σε έξεργο ανάγλυφο σκηνή μάχης, με τον Νικηταρά να σκοτώνει με το μαχαίρι του έφιππο Τούρκο πολεμιστή.

Στην πρόσοψη του μνημείου είναι χαραγμένα τα παρακάτω λόγια:

 

ΝΙΚΗΤΑ ΝΙΚΗΤΑΡΑ

ΤΩ ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩ

ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ

ΗΓΕΙΡΕ

 

Ο γλύπτης που σχεδίασε το μνημείο ήταν ο Αντώνιος Σώχος, ανιψιός του Λάζαρου Σώχου, του δημιουργού του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη. Ο Σώχος φαίνεται ότι εμπνεύστηκε αυτή τη σκηνή από μία τοιχογραφία του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων. Στην πίσω όψη της βάσης της στήλης έχουν χαραχτεί στίχοι του μεγάλου Έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά, αφιερωμένοι στον Νικηταρά.

 

«Εδώ στην πέτρα ασάλευτος ο στρατηγός Νικήτας

ο τουρκοφάγος αθλητής του Γένους νέος Ακρίτας

 Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά τη δάφνη των Ελλήνων

και στων πολέμων την ιερή φωτιά και στων κινδύνων».

 

Το μνημείο του Νικηταρά, η σκηνή από το έργο του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων.

 

H θέση του μνημείου Νικηταρά παλιότερα ήταν στο κέντρο της πλατείας Δικαστηρίων – σήμερα πλατεία Νικηταρά – μπροστά από την δυτική είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου, αλλά αργότερα μετακινήθηκε στη γωνία της ίδιας πλατείας. Οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούν ότι το μνημείο υποβαθμίζεται στο σημείο που βρίσκεται, αφού μένει απαρατήρητο από τους επισκέπτες.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιστότοπος: nafplio-tour

Read Full Post »

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)


 

Ο Ευστάθιος Γλυμενόπουλος (1833-1912) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ήταν διπλωματικός υπάλληλος και χρημάτισε πρόξενος στην Ήπειρο, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Σουέζ και Ανδριανούπολη. Δώρισε πλούσια αρχαιολογική συλλογή στα Μουσεία Αλεξάνδρειας και Ναυπλίου. Εργάσθηκε ως δικηγόρος στην Αίγυπτο. (Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμ. 10,123).

 

Ο γνωστός στην Αργολίδα καθηγητής και ιστοριοδίφης Τόλης Κοΐνης, σημειώνει για το θέμα:

Γλυμενόπουλος: Ένας ξεχασμένος ευεργέτης του Ναυπλίου

 

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)

Η ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου στο Ναύπλιο, οφείλεται σε έναν ευεργέτη, για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε.  Το όνομά του ήταν Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Πλήρες βιογραφικό του στο διαδίκτυο δεν βρήκα. Ανέτρεξα στην προπολεμική εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη (αθάνατο σύγγραμμα) του αφιερώνει αρκετά μεγάλη αναφορά.

Από εκεί μαθαίνουμε πως γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1833, και έγινε διπλωματικός υπάλληλος, σε διάφορα Ελληνικά προξενεία που υπήρχαν στις επαρχίες (εκείνη την εποχή) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1880 τον βρήκε στην Αίγυπτο. Σημαδιακή εκείνη η χρονιά για την χώρα του Νείλου. Οι εθνικιστές Αιγύπτιοι εξεγείρονται κατά των ΆγγλοΓάλλων επικυριάρχων.

Η Αίγυπτος μέχρι τότε ήταν τυπικά μεν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο βασιλιάς της είχε τον τίτλο του Χεδίβη (αντιβασιλέα) αλλά την ουσιαστική εξουσία την είχαν οι ξένοι, που έλεγχαν την ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Ακολουθώντας την πολιτική των κανονιοφόρων οι ΑγγλοΓάλλοι (με επικουρία και Ελληνικού πολεμικού πλοίου!!!) συνέτριψαν την επανάσταση του Αραμπή Πασά.

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ήταν εκείνα που επέτρεψαν την ανάπτυξη μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας στην Αλεξάνδρεια. Μέλος αυτής της κοινότητας και ο Ναυπλιώτης Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Παραιτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και άρχισε να δικηγορεύει στα «Μικτά» Δικαστήρια της Αλεξανδρείας. Έκανε μεγάλη περιουσία και απέκτησε μια τεράστια αρχαιολογική συλλογή. Τα «Αιγυπτιακά» τα δώρισε στο Εθνικό Μουσείο της Αιγύπτου, τα «Ελληνιστικά» στην Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και μια συλλογή από 4.000 νομίσματα, αγαλματίδια, πινάκια κλπ. τα δώρισε στο Ναύπλιο για τη δημιουργία Αρχαιολογικού Μουσείου. Όταν πέθανε στην Αθήνα, το 1911, γράφτηκε στα περιοδικά της εποχής ότι άφηνε στο Μουσείο του Ναυπλίου και την προσωπική του συλλογή από Μαρμάρινες αρχαιότητες.

 

Επίσης στο διαδικτυακό τόπο Cityofnafplio, υπάρχουν δημοσιεύματα Εφημερίδων σχετικά με τη δημιουργία Μουσείου στο Ναύπλιο και τη δωρεά Γλυμενόπουλου, καθώς και το παρακάτω σημείωμα που δημοσιεύουμε.

 

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1900. Ουσιαστικά Μουσείο στην πόλη του Ναυπλίου δεν υπάρχει. Τυπικά στεγάζεται σε ένα μικρό χώρο (πιθανόν ένα γραφείο) του τότε Γυμνασίου Ναυπλίου, σημερινού Δημαρχείου. Έχουν περάσει περίπου 50 χρόνια στασιμότητας και αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους τότε ιθύνοντες, και όλες οι προτάσεις για στέγαση του Μουσείου έχουν ναυαγήσει. Τον Ιούνιο του 1900  το θέμα του Μουσείου ανακινείται και ζητείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το κτίριο του Βουλευτικού. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1900, παραχωρείται «εις φρικώδη κατάστασιν». Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1902 και στοίχισαν 10.000 δρχ. ποσό που διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρεία.

Το 1902, πραγματοποιείται η δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου. Δε γνωρίζουμε όμως εάν η δωρεά έχει σχέση με την αποπεράτωση των εργασιών και τη λειτουργία του αρχαιολογικού μουσείου στο Βουλευτικό ή εάν συνέπεσε χρονικά.

Ειδικότερα στις 12 Ιουνίου 1902 ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α. Μομφεράτος απέστειλε επιστολή προς το Δήμαρχο Ναυπλίου Δημήτριο Τερζάκη, με την οποία του ανακοίνωνε ότι «Ο εκ Ναυπλίου καταγόμενος συγγενής μου κ. Ευστάθιος Γλυμενόπουλος μοι δηλοί ότι προσφέρει ως δωρεάν εις το Ναύπλιον προς πλουτισμόν του αρχαιολογικού μουσείου αυτόθι σπουδαιοτάτην συλλογήν, ης σημείωσιν ευρίσκετε έγκλειστον ώδε». Η επιστολή τελείωνε με την ιδιόχειρη σημείωση του υπουργού: «Δεν θα ήτο άσκοπον αν ήρχεσθε ενταύθα ίνα και προσωπικώς συνενοηθώμεν».

Ο Δήμαρχος απάντησε αμέσως ότι αναμένει τον δωρητή και προτίθεται, μόλις αφιχθεί αυτός, να συγκαλέσει το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποδεχθεί τη δωρεά και να εκδώσει αυτό «κατάλληλον ευχαριστήριον ψήφισμα».

Στο σημείωμα που συνόδευε την επιστολή του υπουργού καταγράφεται το περιεχόμενο της συλλογής ως εξής:

1) Πλήρης σχεδόν σειρά των Βυζαντινών νομισμάτων από Κωνσταντίνου του Μεγάλου μέχρι του τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων εκατόν τον αριθμόν, εξ ων διακόσια χρυσά.

2) Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Αλεξάνδρων και Γραικό – Ρωμαϊκά Αλεξανδρείας.

3) Υπέρ τα χίλια Ελληνικά και Ρωμαϊκά νομίσματα, μη αποτελούντα μεν επιστημονικάς σειράς, αρκούντως όμως ενδιαφέροντα, ως παριστώντα τα χαρακτηριστικά πλείστων ελληνικών πόλεων και τας προτομάς πάντων των Αυτοκρατόρων.

4) Περί τα πεντακόσια Βενετικά και Φραγκικά μετάλλια και νομίσματα, εν οΐς τα κοπέντα αναμνηστικά διά την εκπόρθησιν Ναυπλίου και άλλων Πελοποννησιακών φρουρίων.

5) Τριακόσια μετάλλια και νομίσματα των νεωτέρων χρόνων της Ελλάδος, Τουρκίας και των πλείστων Ευρωπαϊκών Κρατών και τινα παλαιάς χρήσεως Τουρκικά και Αβυσινιακά όπλα.

6) Πάνθεον Αιγυπτιακόν εκ χαλκών και ορειχάλκινων ειδωλίων, πολλούς σκαραβαίους χάνδρας και διάφορα αντικείμενα της αρχαίας Αιγύπτου.

7) Διακόσια περίπου πήλινα ειδώλια, αγγεία, πινάκια κλπ. διαφόρων ελληνικών τόπων, χρόνων, σχημάτων και παραστάσεων.

8) Εν εκ των αποκτηθέντων εσχάτως δύο αγαλμάτων (τον Ασκληπιόν μάλλον ή τον Ηρακλή) εκ Μακεδονίας εισκομισθέντων και αναφερομένων εις την δήλωσιν της 15 Μαΐου».

Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου γι’ αυτή την περίοδο και έτσι είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.

Από τις δύο τελευταίες δημοσιεύσεις (1905), που έχουμε καταγράψει, καταλαβαίνουμε ότι μέχρι τότε δεν είχε το μουσείο Ναυπλίου παραλάβει τη δωρεά του κ. Γλυμενόπουλου. Η μία είναι μια αναφορά του κ. Γλυμενόπουλου όπου επιρρίπτει ευθύνες στη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων ενώ προτείνει τον ευατό του ως «τόσον ως Έφορον και κλειδοκράτορα του Μουσείου, όσον και ως οδηγὸν των περιηγητών…».

Στην τελευταία δημοσίευση υπάρχει η απάντηση της Γενικής Εφορίας η οποία αντικρούει τα λεγόμενα του κ. Γλυμενόπουλου αναφέρει ότι στην προσπάθειά της να καταγράψει και παραλάβει τη δωρεά του, ο κ. Γλυμενόπουλος προέβαλλε επιπλέον όρους για τους οποίους η Γενική Εφορία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει…

 

Read Full Post »

«Το αμάρτημα της μητρός μου» παρουσιάζεται στο Φρούριο Παλαμηδίου, στις 5 Αυγούστου


 

Η Εφορία Αρχαιοτήτων Αργολίδας σας καλεί στο φρούριο του Παλαμηδίου, στο Ναύπλιο, την Τετάρτη 5 Αυγούστου (7.30 μμ) για το μονόλογο «Tο αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού, στην αγγλική γλώσσα.

Ένα αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της Μητρός μου» (1883) στην αγγλική γλώσσα σε μία προσπάθεια σύνδεσης του αγγλόφωνου κοινού με τη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, παρουσιάζει στο Ναύπλιο στα πλαίσια του θεσμού  «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», το Εθνικό Θέατρο.

 

Ρένα Κυπριώτη. Φωτογραφία, Πέννυ Καραχάλιου.

 

Ο Βιζυηνός αντλεί αφηγηματικό υλικό από τις προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του και το ενισχύει με το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του. Η παράσταση έχει ήδη φιλοξενηθεί με μεγάλη επιτυχία σε κορυφαία Ακαδημαϊκά Ιδρύματα (Harvard University, Boston, Yale University, New Haven, το Columbia University, New York, την πόλη της Τάμπα και στο University of Illinois at Chicago) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής επί δύο συνεχή έτη (2018-2019).

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Δανάη Ρούσσου
Ερμηνεία: Ρένα Κυπριώτη
Σύνθεση μουσικής: Νίκος Κυπουργός
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Καλλιτεχνική συνεργάτις: Ειρήνη Βουρλάκου

Η εκδήλωση προσφέρεται δωρεάν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το μόνο αντίτιμο είναι το εισιτήριο (8 ευρώ) για την είσοδο στο φρούριο Παλαμηδίου.

Μέγιστος αριθμός θεατών: 80

Είναι υποχρεωτική η προκράτηση θέσης εδώ

Ώρα προσέλευσης: 19:00 – Ώρα έναρξης: 19:30

Οι θεατές θα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες και συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων COVID-19 του Υπουργείου Υγείας για την ασφαλή προσέλευση στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Ισχύει ο κανόνας της απόστασης των 1,5 μέτρων κατ’ ελάχιστον για ανοικτούς χώρους.

 

Read Full Post »

Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688) – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη Μαδρίτη, στο μοναστήρι των Salesas του Αγίου Βερνάρδου, [1] φυλάσσεται ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επίθετα ειδώλια επιζωγρα­φισμένα (εικ. 1). Έχει ως θέμα του την πολιορκία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τους Βενετούς το έτος 1686.[2]

 

Εικ.1: Απεικόνιση της πολιορκίας του Ναυπλίου από τους Βενετούς,1686. Ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επιζωγραφισμένα ειδώλια.

 

Ο πίνακας, τοποθετημένος σε ξυλόγλυπτη κορνίζα, είναι σε στιλ μπαρόκ και έχει διαστάσεις 43,5×110×13,8 εκ.

Τα πρώτα στοιχεία για τον πίνακα εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα του Ισπανικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Κληρονομιάς· [3] κι αυτό γιατί το έργο τέχνης συντηρήθηκε το 2005 με δαπάνες του ισπανικού δημοσίου. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα από το κιτρινωπό γυαλιστερό βερνίκι που το κάλυπτε, και αντικαταστάθηκε από άλλο, άχρωμο και λιγότερο γυαλιστερό. Επίσης, κολλήθηκαν ορισμένα ειδώλια που είχαν αποκολληθεί (εικ. 2). Η όλη εργασία είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη του πίνακα. Θα λέγαμε ότι ο πίνακας φωτίστηκε.

 

Εικ. 2: Ξύλινο τμήμα του πίνακα. Διακρίνεται ολόγλυφη ανθρώπινη μορφή.

 

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας ήταν ο εντοπισμός του φακέλου συντήρησης από την κυρία Eva Latorre Broto. [4] Στον φάκελο της συντήρησης υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες αλλά και φωτογραφικό υλικό της κατάστασης του πίνακα πριν από τη συντήρηση. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στον φάκελο συντήρησης, είναι το πρωτόκολλο παραλαβής του πίνακα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιου (1936-1939). Συγκεκριμένα, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε επιτροπές για να κατασχέσουν τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, προκειμένου να τα στείλουν στα δημόσια μουσεία. Από το μοναστήρι των Salesas παρέλαβαν επτά έργα. Ένα από αυτά ήταν και το συγκεκριμένο που εξετάζουμε. Με τη λήξη του εμφυλίου και την επικράτηση των εθνικιστών, τα έργα επεστράφησαν στο μοναστήρι.[5]

Στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα υπάρχει η υπογραφή του καλλιτέχνη και η χρονολογία δημιουργίας του: THOMAS GAUDIELLO FECIT ANNO 1688 (εικ. 3). Τα βιογραφικά στοιχεία για τον καλλιτέχνη είναι ελάχιστα. Η βιβλιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε η κυρία Latorre στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Prado, απέδωσε πενιχρά αποτελέσματα. Το μόνο που γνωρίζουμε, προς το παρόν, για τον καλλιτέχνη, είναι ότι πρόκειται για Ιταλό που εργάστηκε στη Νάπολη της Ιταλίας κατά τα έτη 1688-1727.[6]

 

Εικ. 3: Υπογραφή του καλλιτέχνη και χρονολογία δημιουργίας του έργου.

 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε δύο έργα με θέμα την πολιορκία του Ναυπλίου. Το άλλο έργο βρίσκεται στη Συλλογή Θεοδώρου.[7]

Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται, είναι αν ο καλλιτέχνης ήταν αυτόπτης στην πολιορκία ή έλαβε στοιχεία από έργα άλλων δημιουργών και στη συνέχεια εμπλούτισε το έργο του προσθέτοντας δικά του στοιχεία. Συγκρίνοντας το έργο του Gaudiello με χαλκογραφίες αυτής της εποχής καταλήγουμε στη δεύτερη εκδοχή. Ειδικότερα, ο πίνακας παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με έργα του Gio. Giacomo de Rossi. Ένα από αυτά είναι η επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687, από ιταλική έκδοση, που αποδίδεται στον de Rossi, σύμφωνα με τα γραφόμενα της πλέον ειδικού, της κυρίας Αφροδίτης Κούρια (εικ. 4). [8] Εάν παραβάλλουμε τα δύο έργα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν εξαιρετικές αντιστοιχίες. Είναι πολύ πιθανό ο Gaudiello να αντέγραψε την τοπογραφία της πόλης και της γύρω περιοχής.

 

Εικ. 4: Άποψη της πόλης του Ναυπλίου και της γύρω περιοχής. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687 που αποδίδεται στον Gio. Giacomo de Rossi.

 

Υποβάλλοντας στη βάσανο της αξιοπιστίας το έργο του de Rossi, νομίζουμε ότι αποτελεί αξιόπιστη πηγή. Το έργο του διακρίνεται για την πιστότη­τά του και αυτό το διαπιστώνουμε από ένα σχεδιάγραμμα της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου, καθώς και της γύρω περιοχής, όπου αντιπαρατάσσονται οι δυνάμεις Βενετών και Οθωμανών (εικ. 5).[9]

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου. Αποτύπωση των στρατιωτικών δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών. Χαλκογραφία του Gio. Giacomo de Rossi, 1687.

 

Η απεικόνιση συνοδεύεται από λεπτομερή υπομνηματισμό. Ενδεικτικό στοιχείο της ακρίβειας αποτελεί η περιγραφή των πυροβολαρχιών: όχι μόνο καταγράφεται ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων, αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν (εικ. 6).[10]

 

Εικ. 6: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5. Αποτυπώνεται η θέση των πυροβολαρχιών και καταγράφεται όχι μόνο ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν.

 

Είναι προφανές ότι ο Gaudiello δημιούργησε το έργο του στηριζόμενος σε έργο πιθανότατα του έτους 1687, που απεικόνιζε την πολιορκία. Η τοποθέτηση των μορταρίων περίπου στις θέσεις όπου τοποθετεί ο de Rossi τις πυροβολαρχίες (εικ. 7), καθώς και της εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη στη θέση όπου υπάρχει στην επιχρωματισμένη χαλκογραφία (εικ. 8) είναι οι ισχυρότερες ενδείξεις.

 

Εικ. 7α: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 7β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 8α: Λεπτομέρειες από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Εικ. 8β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 4, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Τέλος, ο ζωγράφος πρόσθεσε, καλλιτεχνική αδεία, διάφορα πλοία μέσα στο λιμάνι, που φαίνεται να είναι χριστιανικά (εικ. 1), και διαχώρισε τις χριστιανικές από τις οθωμανικές δυνάμεις «ντύνοντας» τους χριστιανούς στα κόκκινα (εικ. 9) και τους Οθωμανούς στα γαλάζια (εικ. 10).

 

Εικ. 9: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται χριστιανοί στρατιώτες με στολές κόκκινου χρώματος.

 

Εικ. 10: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται Οθωμανοί στρατιώτες με στολές γαλάζιου χρώματος.

 

Βλέποντας το συνολικό έργο του καλλιτέχνη, αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζουμε, μπορούμε να πούμε ότι ο Gaudiello ήταν καλλιτέχνης λιμανιών.[11] Αν και στο σύνολό του το έργο του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια ως ιστορική πηγή, εντούτοις το συγκεκριμένο έργο έχει στοιχεία που εντυπωσιάζουν και καταξιώνουν τον καλλιτέχνη.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το μοναστήρι είναι «de clausura», δηλαδή οι καλόγριες που ακολουθούν τη διδασκαλία του αγίου Φραγκίσκου de Sales, δεν βγαίνουν ποτέ από το μοναστήρι και δεν επιτρέπεται η είσοδος σχεδόν σε κανέναν.

[2] Την ύπαρξη του πίνακα μου τη γνωστοποίησε ο κ. Γιώργος Ρασσιάς, φωτογράφος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ.

[3] Βλ. http://www.spanish Cultural Heritage Institute. Interventions on Works of Art. Μodel of the Greek city of Napoli di Romania at the Salesas de San Bernardo (Madrid). Ημερομηνία επίσκεψης: 10/07/2015.

[4] Η κυρία Eva Latorre Broto είναι υποψήφια διδάκτωρ και έχει ως θέμα της τον φιλελληνισμό στην Ισπανία και τους Ισπανούς φιλέλληνες. Τον χειμώνα του 2014 είχε αλληλογραφήσει με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδας, και της είχαμε αποστείλει απογραφικά στοιχεία σχετικά με το θέμα της από το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου. Τώρα ως αντίδωρο μας βοηθάει στην έρευνά μας.

[5] Ο φάκελος συντήρησης βρίσκεται στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ισπανίας. Βλ. IPCE, Archivo General, BM 161/2, Madrid, Monasterio de las Salesas. Maqueta Nápoles de Rumanía (sic) 1688, nº registro 22812. Informe realizado por Mª Ángeles Pérez Domingo

[6] Corporación Masaveu. Explorar y seguir avanzando. La internacionalización en Corporación Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16.

[7] The Theodorou Collection: http://www.adairtoelgin.com/en/historical-items. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Αφροδίτη Κούρια, «Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα», σ. 320.

[8] Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 68-69. Το έργο περιέχεται στη Συλλογή του Δήμου Ναυπλιέων.

[9] Στο ίδιο, σ. 67.

[10] Εκείνο που προβληματίζει στο συγκεκριμένο έργο, είναι η απουσία του ρέματος Ραμαντάνη.

[11] Marialuigia Bugli, «Da Capodimonte a Palazzo Grande a Chiaia. La collezione d’ Avalos “torna” nella prestigiosa dimora», Ricerche sul 600 Napoletano. Saggi e documenti, 2003-2004, “Rubrica per Luca Giordano”, Νάπολη 2004, σ. 7-54. Στο άρθρο αυτό καταλογογραφούνται ένα έργο για την πόλη της Χαλκίδας (Negreponte) με α/α 252, ένα άλλο έργο με α/α 276 και τέλος ένα έργο για το Ναύπλιο με α/α 306.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο 1841. Το χαρακτικό σχεδιάστηκε από το βρετανό,  William Henry Bartlett (Γουίλιαμ Χένρι Μπάρλετ 1809-1854) και χαράχθηκε από τον W. Floyd.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Όπως γράφει η λεζάντα, το χαρακτικό σχεδιάστηκε από τον W. H. Bartlett και χαράχθηκε από τον W. Floyd. Το βρίσκουμε για πρώτη φορά στο βιβλίο «The shores and islands of the Mediterranean» (Οι ακτές και τα νησιά της Μεσογείου) του εκδοτικού οίκου Fisher, Son & Co (1841) με συνοδευτικό κείμενο του G. N. Wright.

Ο Wright αναφέρεται στο Ναύπλιο ως Napoli di Romania όπως ήταν το όνομά του υπό ενετική κυριαρχία. Στην εικόνα διακρίνονται τα ενετικά θαλάσσια τείχη της πόλης και τα δύο φρούρια, η Ακροναυπλιά και το Παλαμήδι.

 Τα θαλάσσια τείχη γκρεμίστηκαν το 1867 και τα υπόλοιπα τείχη της Κάτω Πόλης το 1894-1897 με εξαίρεση αρχικά την Πύλη της Ξηράς που είχε στην επίστεψη τον ενετικό λέοντα. Τελικά κατεδαφίστηκε κι αυτή ενώ σήμερα είναι ανακατασκευασμένη. Το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μέχρι το 1834. Ο Wright γράφει στο συνοδευτικό κείμενο ότι εκείνη την εποχή αριθμούσε 10000 κατοίκους.

 

 

Read Full Post »

Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ» | 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης


 

Νίκος Καρούζος

Ένα ξεχωριστό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ιδιαίτερου ποιητή, θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Το δοκιμιακό ντοκιμαντέρ του Γιάννη Καρπούζη – σε σενάριο των Ανδρέα Βακαλιού και Ηλία Λιατσόπουλου και έρευνα του Ηλία Λιατσόπουλου – για τον Νίκο Καρούζο (Ναύπλιο 1926-Αθήνα 1990), έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και αγωνιστή της Αριστεράς την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, που πλήρωσε βαρύ τίμημα για τους αγώνες του (εξορίες, βασανιστήρια, σοβαρές βλάβες στην υγεία του), συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (online, 15-28 Μαΐου 2020).

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Η αφιερωμένη στην ποίηση και βιωμένη μέσω αυτής ζωή του Νίκου Καρούζου ξετυλίγεται στην ταινία με έναν μη συμβατικό, πρωτοποριακό τρόπο. Το δραματουργικό εύρημα – μυθοπλαστική παρείσφρηση – του ερευνητή (ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός) και της μελέτης από αυτόν, σε στούντιο, αρχειακού οπτικοακουστικού υλικού καταγραμμένου σε κασέτες αποτελεί οργανικό μέρος της ταινίας, αφού η ζωή και το έργο του ποιητή ανασυνθέτονται μέσα από τη διαλεκτική σχέση του ερευνητή-πρωταγωνιστή της ταινίας με το υλικό του. Ο ερευνητής, με βάση το πλούσιο και ετερογενές υλικό, αφηγείται σημαντικά γεγονότα και περιστατικά της ζωής του ποιητή, διαβάζει ποιήματά του και εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα για τα γεγονότα και το ποιητικό του έργο. Αφηγούμενη το θέμα της, η ταινία στην πραγματικότητα αφηγείται και τον εαυτό της.

 

Δημήτρης Καταλειφός

 

Παράλληλα, στο ντοκιμαντέρ, μέσα από σύγχρονες λήψεις σε εμβληματικούς τόπους της ζωής και της ποίησης του Καρούζου (Ναύπλιο, Αθήνα, Μακρόνησος, Κροστάνδη), μέσα από συνεντεύξεις (είκοσι μία συνολικά) με στενούς συγγενείς και φίλους, ποιητές, κριτικούς, μεταφραστές και σκηνοθέτες που τον γνώριζαν, μέσα από ποιητικά και εικαστικά πλάνα του σύγχρονου φυσικού και αστικού περιβάλλοντος (λάιτ-μοτίβ η τρικυμισμένη θάλασσα, όπως και η ταραχώδης ζωή και η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή), μέσα από φωτογραφικό υλικό, προσεγγίζεται ανάγλυφα, με φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις, η ποιητική γλώσσα και το αγωνιώδες υπαρξιακό σύμπαν του Νίκου Καρούζου.

 

Τίτος Πατρίκιος

 

Για τον Καρούζο η ποίηση είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ύπαρξη, με την κοινωνική μνήμη, είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια. Το όνειρο, η φαντασία, ο έρωτας, ο θάνατος, η αντίσταση στη χειραγώγηση του κοινωνικού ατόμου από την εξουσία, η αταξική κοινωνία αποτελούν βασικούς άξονες της ποίησής του. Στο κέντρο της είναι η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, ο χρόνος και η γλώσσα.

 

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρπούζης.

 

Στην ταινία, η ιστορία της ζωής του ποιητή διαπλέκεται με την τραγική Ιστορία της Ελλάδας κατά την περίοδο 1930-1970. (Η χρήση αρχειακού ιστορικού υλικού από αυτή την περίοδο είναι σημαντική.)

Οι νέοι δημιουργοί, Γιάννης Καρπούζης, Ηλία Λιατσόπουλος και Ανδρέας Βακαλιός, με το ντοκιμαντέρ τους για τον Νίκο Καρούζο, πέφτοντας κατευθείαν στα βαθιά, έφεραν σε πέρας με επιτυχία ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει στο 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η ταινία θα είναι διαθέσιμη δωρεάν για το κοινό και θα διατίθεται για 400 θεάσεις, σε χρήστες αποκλειστικά στην Ελλάδα. Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ https://www.filmfestival.gr/el/

 

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

 

Συντελεστές:

Πρωταγωνιστεί: Δημήτρης Καταλειφός
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καρπούζης
Σενάριο: Ανδρέας Βακαλιός, Ηλίας Λιατσόπουλος
Μουσική: Κλέων Αντωνίου, Γιάννης Χαρούλης, Λευτέρης Ανδριώτης
Μοντάζ: Λεωνίδας Παπαφωτίου
Έρευνα: Ηλίας Λιατσόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Καρπούζης, Γιάννης Κανάκης
Μεταφράσεις: Κωνσταντίνος Κουτσικουρής (Constantine Cucci)
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Φυλακτίδης, 17 δηλητηριασμένοι Εγγλέζοι
Μιξάζ: Κώστας Φυλακτίδης
Επεξεργασία χρώματος: Γρηγόρης Αρβανίτης (Gregory Arvanitis) / Authorwave
Post: Authorwave
Παράγωγη: Empty Square, ΕΡΤ, ΕΚΚ
Εκτέλεση Παραγωγής: Λίνα Σαμοίλη, Jacob Moe
Συμμετέχουν (με σειρά εμφάνισης): Γιώργος Ξένος, Σάββας Μιχαήλ, Κωστής Παπακόγκος, Τίτος Πατρίκιος, Πότα Κακαβά, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Ευριπίδης Γαραντούδης, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Σαββίδης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Τάσος Γουδέλης, Θάνος Σταθόπουλος, Αντώνης Φωστιέρης, Απόστολος Γιαγιάννος, Μανόλης Πρατικάκης, Αριστείδης Βετούλης, Irene Larsson, Σταύρος Στρατηγάκος, Εύα Μπέη, Θάνος Κωνσταντινίδης

 

Δημήτρης Καλαντίδης

Ο Δημήτρης Καλαντίδης είναι ιστορικός και κριτικός κινηματογράφου, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας – ΟΚΛΕ.

 

Read Full Post »

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Read Full Post »

«Πλατεία Ονείρων» ένα ντοκιμαντέρ για την πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου του Γιώργου Ζέρβα


 

Το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, 19-28 Μαΐου 2020, όπου συμμετέχει και το ντοκιμαντέρ «Πλατεία Ονείρων», του Γιώργου Ζέρβα, που αφορά στην πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου.

Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ανάμεσα στις ταινίες και 77 ελληνικές πρόσφατες παραγωγές: απ’ την πολιτική, τη μουσική  την ιστορία, το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτουν την ίδια τη ζωή.

 

Πλατεία Συντάγματος

 

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι μοναδική. Περιβάλλεται από κτήρια διαφόρων εποχών και πολιτισμών φορτισμένα με μνήμες, οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα, κι αντέχει στις αυξανόμενες πιέσεις από ιδιωτικές χρήσεις.

Από τις ωραιότερες πλατείες της Ελλάδας, αν όχι η ωραιότερη, άρχισε να γίνεται πλατεία γύρω στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), άλλαξε πολλές μορφές και ονόματα και δίνει το στίγμα στη σημερινή πόλη.

Αυτό το δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι μια διερευνητική, στοχαστική προσέγγιση της πλατείας που βρίσκεται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλης και αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα νεοκλασικής, ορθογωνικής πλατείας στην τυπολογία των ελληνικών πλατειών. Η πλατεία, έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο, συλλογικό καθιστικό της πόλης, αποτελώντας ένα από τα κύρια συστατικά του Ευρωπαϊκού αστικού χώρου, απαιτεί την ανάδειξη της σπουδαιότητας και της ομορφιάς της, υπερασπίζοντας τη μνήμη, την αποκατάσταση και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση.

 

Βόλτα στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η ταινία επιχειρεί ένα ταξίδι σε μύθους, ιστορίες, μνήμες, συναισθήματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα, κτίσματα, σπάνια αρχειακά υλικά – χάρτες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, ταινίες…-, αισθητικές και ανθρώπους – αρχιτέκτονες, ιστορικούς, αρχαιολόγους, ζωγράφους, σκηνοθέτες, επαγγελματίες, μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες… -, για τους οποίους η πλατεία αποτελεί τρόπο ζωής. Γενναιόδωρη σκηνή για κάθε δραστηριότητα – κοινωνική, θρησκευτική, πολιτική… -, φιλόξενη για όλους – ντόπιους, ξένους, νέους, γέρους…-, ένα είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει.

Οι επιδιωκόμενοι στόχοι της ταινίας είναι:

  • Να ελκύσει ένα σημαντικό αριθμό Ελλήνων και ξένων επισκεπτών.
  • Να διηγηθεί την «ιστορία» της συγκεκριμένης πλατείας και να αποδώσει τη ζωή της στο πέρασμα του χρόνου.
  • Να συμμετέχει στο διάλογο περί «προστασίας και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς».
  • Να υπερασπισθεί το δημόσιο χώρο προβάλλοντας τον πλούτο και τις ιδιαιτερότητες μιας ιστορικής πόλης, πρώην πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας.
  • Να αποτελέσει εν τέλει ένα βήμα προστασίας και ανάδειξης του χώρου της πλατείας Συντάγματος που αποτρέπει την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα, τη σημασία και την αισθητική της.

 

Το «Τριανόν» ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου.

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη

 

Ο Γιώργος Ζέρβας «επί το έργον».

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι ένα μοναδικό μνημείο. Μ’ αρέσει να συχνάζω στην πλατεία, από έφηβος πήγαινα. Και τώρα μόλις φτάσω στο Ναύπλιο εκεί θα πρωτοπάω. Θα τη διασχίσω, θα τρυπώσω στα δρομάκια της παλιάς πόλης που την αδειάζουν από περιπατητές και την ανατροφοδοτούν αδιάκοπα και θα επιστρέψω. Ξανά και ξανά.

Στον κινηματογράφο η πρώτη ύλη είναι ο χρόνος και στην πλατεία Συντάγματος αυτό που κυριαρχεί με την πρώτη ματιά είναι τα κτήρια με τις διαφορετικές αισθητικές τους, εκφράσεις περασμένων εποχών. Ο θρίαμβος του χρόνου δηλαδή. Γεγονός που σου δίνει μια ασυνείδητη απόλαυση. Όσο και να μην το σκέφτεσαι σε κατακλύζει η ιστορία μας, όχι μόνο του Ναυπλίου, αλλά της  Ελλάδας ολόκληρης. Οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα ίχνη ορθώνονται, σε περικυκλώνουν και σου διηγούνται την πολυτάραχη ιστορία τους.

Η πλατεία με ωραίες αναλογίες, ούτε μικρή ούτε μεγάλη, συλλογικό καθιστικό της πόλης, είναι έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο. Αποτελεί γενναιόδωρη σκηνή για κάθε τελετουργία ή δραστηριότητα – πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, ψυχαγωγική -, φιλόξενη για όλους και ένα μόνο είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει. Όλο αυτό το περιβάλλον αποτελεί μέρος της πλούσιας ιστορικής μνήμης μας που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να προχωρήσουμε μπροστά.

Αποφάσισα να γυρίσω την ταινία για να υπογραμμίσω τη σημασία και την αισθητική της πλατείας Συντάγματος και να υπερασπιστώ τη μνήμη, και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση. Κατά βάθος επιθυμώ η ταινία να αποτελέσει έναν επιπλέον λόγο υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης για τους Ναυπλιείς, αλλά παράλληλα κι ένα ισχυρό βήμα προστασίας και ανάδειξης της πλατείας με σεβασμό στην πολιτιστική μας κληρονομιά.

 

Γιώργος Ζέρβας

 

Γεννήθηκε στην Πρόσυμνα Αργολίδας το 1960. Από το 1977 μέχρι το 1982 σπούδασε χημεία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Το 1983 συνέχισε στο Παρίσι παρακολουθώντας το τμήμα θεατρικών και κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου PARIS1, Sorbonne, με διευθυντή σπουδών τον Ζακ Γκουαμάρ. Το 1986 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές DEA με διευθυντή τον σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Παράλληλα τελείωσε το τμήμα δημιουργικού βίντεο – cinema-animation-video- στην Ecole Normal Superieure des Arts Decoratifs.

Από το 1995 μέχρι σήμερα εργάζεται ως σκηνοθέτης και παραγωγός οπτικοακουστικών και ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες του έχουν βραβευτεί και παρουσιαστεί σε διάφορα φεστιβάλ και τηλεοπτικά κανάλια ανά τον κόσμο: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Παρίσι, Μασσαλία, Στρασβούργο, Μόναχο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βαρκελώνη, Κάρλοβυ Βάρυ, Κωνσταντινούπολη, Κορκ, Λονδίνο, Λουξεμβούργο…

 

«Πλατεία Ονείρων»

 

Συντελεστές του ντοκιμαντέρ

  • σενάριο – σκηνοθεσία – μοντάζ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • φωτογραφία – ήχος | ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • μιξάζ – ΝΙΚΟΣ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • μουσική – ΜΟΝΙΚΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
  • οργάνωση παραγωγής – ΤΖΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • τεχνικός σύμβουλος – ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΥΔΗΣ
  • παραγωγή – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS
  • υποστήριξη – ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

HD, 83 min Έγχρωμο-Α/Μ, 2020

 

Read Full Post »

Older Posts »