Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Νομίσματα’

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)


 

Ο Ευστάθιος Γλυμενόπουλος (1833-1912) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ήταν διπλωματικός υπάλληλος και χρημάτισε πρόξενος στην Ήπειρο, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Σουέζ και Ανδριανούπολη. Δώρισε πλούσια αρχαιολογική συλλογή στα Μουσεία Αλεξάνδρειας και Ναυπλίου. Εργάσθηκε ως δικηγόρος στην Αίγυπτο. (Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμ. 10,123).

 

Ο γνωστός στην Αργολίδα καθηγητής και ιστοριοδίφης Τόλης Κοΐνης, σημειώνει για το θέμα:

Γλυμενόπουλος: Ένας ξεχασμένος ευεργέτης του Ναυπλίου

 

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)

Η ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου στο Ναύπλιο, οφείλεται σε έναν ευεργέτη, για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε.  Το όνομά του ήταν Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Πλήρες βιογραφικό του στο διαδίκτυο δεν βρήκα. Ανέτρεξα στην προπολεμική εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη (αθάνατο σύγγραμμα) του αφιερώνει αρκετά μεγάλη αναφορά.

Από εκεί μαθαίνουμε πως γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1833, και έγινε διπλωματικός υπάλληλος, σε διάφορα Ελληνικά προξενεία που υπήρχαν στις επαρχίες (εκείνη την εποχή) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1880 τον βρήκε στην Αίγυπτο. Σημαδιακή εκείνη η χρονιά για την χώρα του Νείλου. Οι εθνικιστές Αιγύπτιοι εξεγείρονται κατά των ΆγγλοΓάλλων επικυριάρχων.

Η Αίγυπτος μέχρι τότε ήταν τυπικά μεν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο βασιλιάς της είχε τον τίτλο του Χεδίβη (αντιβασιλέα) αλλά την ουσιαστική εξουσία την είχαν οι ξένοι, που έλεγχαν την ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Ακολουθώντας την πολιτική των κανονιοφόρων οι ΑγγλοΓάλλοι (με επικουρία και Ελληνικού πολεμικού πλοίου!!!) συνέτριψαν την επανάσταση του Αραμπή Πασά.

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ήταν εκείνα που επέτρεψαν την ανάπτυξη μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας στην Αλεξάνδρεια. Μέλος αυτής της κοινότητας και ο Ναυπλιώτης Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Παραιτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και άρχισε να δικηγορεύει στα «Μικτά» Δικαστήρια της Αλεξανδρείας. Έκανε μεγάλη περιουσία και απέκτησε μια τεράστια αρχαιολογική συλλογή. Τα «Αιγυπτιακά» τα δώρισε στο Εθνικό Μουσείο της Αιγύπτου, τα «Ελληνιστικά» στην Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και μια συλλογή από 4.000 νομίσματα, αγαλματίδια, πινάκια κλπ. τα δώρισε στο Ναύπλιο για τη δημιουργία Αρχαιολογικού Μουσείου. Όταν πέθανε στην Αθήνα, το 1911, γράφτηκε στα περιοδικά της εποχής ότι άφηνε στο Μουσείο του Ναυπλίου και την προσωπική του συλλογή από Μαρμάρινες αρχαιότητες.

 

Επίσης στο διαδικτυακό τόπο Cityofnafplio, υπάρχουν δημοσιεύματα Εφημερίδων σχετικά με τη δημιουργία Μουσείου στο Ναύπλιο και τη δωρεά Γλυμενόπουλου, καθώς και το παρακάτω σημείωμα που δημοσιεύουμε.

 

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1900. Ουσιαστικά Μουσείο στην πόλη του Ναυπλίου δεν υπάρχει. Τυπικά στεγάζεται σε ένα μικρό χώρο (πιθανόν ένα γραφείο) του τότε Γυμνασίου Ναυπλίου, σημερινού Δημαρχείου. Έχουν περάσει περίπου 50 χρόνια στασιμότητας και αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους τότε ιθύνοντες, και όλες οι προτάσεις για στέγαση του Μουσείου έχουν ναυαγήσει. Τον Ιούνιο του 1900  το θέμα του Μουσείου ανακινείται και ζητείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το κτίριο του Βουλευτικού. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1900, παραχωρείται «εις φρικώδη κατάστασιν». Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1902 και στοίχισαν 10.000 δρχ. ποσό που διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρεία.

Το 1902, πραγματοποιείται η δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου. Δε γνωρίζουμε όμως εάν η δωρεά έχει σχέση με την αποπεράτωση των εργασιών και τη λειτουργία του αρχαιολογικού μουσείου στο Βουλευτικό ή εάν συνέπεσε χρονικά.

Ειδικότερα στις 12 Ιουνίου 1902 ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α. Μομφεράτος απέστειλε επιστολή προς το Δήμαρχο Ναυπλίου Δημήτριο Τερζάκη, με την οποία του ανακοίνωνε ότι «Ο εκ Ναυπλίου καταγόμενος συγγενής μου κ. Ευστάθιος Γλυμενόπουλος μοι δηλοί ότι προσφέρει ως δωρεάν εις το Ναύπλιον προς πλουτισμόν του αρχαιολογικού μουσείου αυτόθι σπουδαιοτάτην συλλογήν, ης σημείωσιν ευρίσκετε έγκλειστον ώδε». Η επιστολή τελείωνε με την ιδιόχειρη σημείωση του υπουργού: «Δεν θα ήτο άσκοπον αν ήρχεσθε ενταύθα ίνα και προσωπικώς συνενοηθώμεν».

Ο Δήμαρχος απάντησε αμέσως ότι αναμένει τον δωρητή και προτίθεται, μόλις αφιχθεί αυτός, να συγκαλέσει το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποδεχθεί τη δωρεά και να εκδώσει αυτό «κατάλληλον ευχαριστήριον ψήφισμα».

Στο σημείωμα που συνόδευε την επιστολή του υπουργού καταγράφεται το περιεχόμενο της συλλογής ως εξής:

1) Πλήρης σχεδόν σειρά των Βυζαντινών νομισμάτων από Κωνσταντίνου του Μεγάλου μέχρι του τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων εκατόν τον αριθμόν, εξ ων διακόσια χρυσά.

2) Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Αλεξάνδρων και Γραικό – Ρωμαϊκά Αλεξανδρείας.

3) Υπέρ τα χίλια Ελληνικά και Ρωμαϊκά νομίσματα, μη αποτελούντα μεν επιστημονικάς σειράς, αρκούντως όμως ενδιαφέροντα, ως παριστώντα τα χαρακτηριστικά πλείστων ελληνικών πόλεων και τας προτομάς πάντων των Αυτοκρατόρων.

4) Περί τα πεντακόσια Βενετικά και Φραγκικά μετάλλια και νομίσματα, εν οΐς τα κοπέντα αναμνηστικά διά την εκπόρθησιν Ναυπλίου και άλλων Πελοποννησιακών φρουρίων.

5) Τριακόσια μετάλλια και νομίσματα των νεωτέρων χρόνων της Ελλάδος, Τουρκίας και των πλείστων Ευρωπαϊκών Κρατών και τινα παλαιάς χρήσεως Τουρκικά και Αβυσινιακά όπλα.

6) Πάνθεον Αιγυπτιακόν εκ χαλκών και ορειχάλκινων ειδωλίων, πολλούς σκαραβαίους χάνδρας και διάφορα αντικείμενα της αρχαίας Αιγύπτου.

7) Διακόσια περίπου πήλινα ειδώλια, αγγεία, πινάκια κλπ. διαφόρων ελληνικών τόπων, χρόνων, σχημάτων και παραστάσεων.

8) Εν εκ των αποκτηθέντων εσχάτως δύο αγαλμάτων (τον Ασκληπιόν μάλλον ή τον Ηρακλή) εκ Μακεδονίας εισκομισθέντων και αναφερομένων εις την δήλωσιν της 15 Μαΐου».

Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου γι’ αυτή την περίοδο και έτσι είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.

Από τις δύο τελευταίες δημοσιεύσεις (1905), που έχουμε καταγράψει, καταλαβαίνουμε ότι μέχρι τότε δεν είχε το μουσείο Ναυπλίου παραλάβει τη δωρεά του κ. Γλυμενόπουλου. Η μία είναι μια αναφορά του κ. Γλυμενόπουλου όπου επιρρίπτει ευθύνες στη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων ενώ προτείνει τον ευατό του ως «τόσον ως Έφορον και κλειδοκράτορα του Μουσείου, όσον και ως οδηγὸν των περιηγητών…».

Στην τελευταία δημοσίευση υπάρχει η απάντηση της Γενικής Εφορίας η οποία αντικρούει τα λεγόμενα του κ. Γλυμενόπουλου αναφέρει ότι στην προσπάθειά της να καταγράψει και παραλάβει τη δωρεά του, ο κ. Γλυμενόπουλος προέβαλλε επιπλέον όρους για τους οποίους η Γενική Εφορία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει…

 

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »