Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ξένοι Περιηγητές’

Άργος – Th. du Moncel


 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) γεννήθηκε στο Παρίσι και εκτός από ικανός σχεδιαστής και χαράκτης των λιθογραφημένων πινάκων του, ήταν αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος. Το πλούσιο δημοσιευμένο έργο του μαρτυρεί την πολυμέρεια των γνώσεων και ενδιαφερόντων του, που επεκτείνεται σε πολλούς τομείς του επιστητού. Ενώ η μια πλευρά των επιστημονικών του ενασχολήσεων τον στρέφει σε μελέτες για τη φυσική και ειδικότερα τον ηλεκτρισμό, η άλλη, που υπηρετεί την αγάπη του για την αρχαιολογία, τον οδηγεί αναπόφευκτα στην Ελλάδα (Νοέμβριος 1843 – Άνοιξη 1844).

 Στο λεύκωμα, Excursion par terre dAthènes à NauplieΠαρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Άργος:

 

Th. du Moncel

[…] Αφού επισκέφθηκα και μελέτησα όλα τα αρχαία των Μυκηνών, ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο Άργος και από εκεί να πάω να δια­νυκτερεύσω στο Ναύπλιο. Σταμάτησα για λίγο, σε απόσταση μερι­κών βημάτων από τον τάφο του Αγαμέμνονα, για να θαυμάσω και να σχεδιάσω την ωραία θέα που απλώνεται από το σημείο αυτό προς την πεδιάδα του Άργους. Έπειτα, ξανακατεβαίνοντας από τα υψώματα των Μυκηνών (Χαρβάτι), ξαναβρεθήκαμε στην πε­διάδα. Τέλος, αφού διασχίσαμε τον Ίναχο και τον Χάραδρο, φθάσα­με μπροστά στους κωνικούς λόφους στους πρόποδες των οποίων βρί­σκεται το Άργος.

Οι αρχαιότητες που ακόμη συναντάμε στην πόλη αυτή μπορούν να συνοψισθούν στα μέλη που απεικονίζονται στον [παρακάτω] πίνακα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το πλέον ενδιαφέρον από τα λείψανα αυτά της αρχαιότητας είναι το θέα­τρο, του οποίου οι κερκίδες, λαξευμένες στο βράχο, διατηρούνται ακόμη τόσο καλά, ώστε ο Καποδίστριας, ο κυβερνήτης της Ελλάδας, κήρυξε εδώ, το 1829, την έναρξη της νομοθετικής συνέλευσης [1]. Δί­πλα στο θέατρο αυτό ανακαλύπτουμε επίσης τις κερκίδες ενός άλλου θεάτρου, μικρότερου, κάτω από το οποίο φαίνονται σύμμικτα κρηπιδώματα, πιθανώς τα κατάλοιπα του προσκηνίου[2].

Τα μεγάλα ερείπια που παρατηρούμε στον πίνακα, σε πρώτο επίπεδο, είναι πλίνθινα ρωμαϊκά ερείπια [3]. Εκείνα που βρίσκονται λί­γο μακρύτερα, μισοθαμμένα στο βουνό, ανήκουν σε κτίσμα ιδιαιτέ­ρου είδους, όπου πρέπει να κατέληγε το υδραγωγείο, ίχνη του οποίου ανακαλύπτουμε μακρύτερα. Αυτό το ερείπιο, ρωμαϊκής κατασκευής, έχει ως βάση ένα άνδηρο που υποβαστάζει ένα άλλο παλαιότερο κτί­σμα, όπου διακρίνονται μερικά ίχνη επιγραφών και γλυπτικής. Το τελευταίο τέμνεται προς το κέντρο από ένα σύγχρονο τοίχο, που φαί­νεται ότι προοριζόταν για να κλείνει την είσοδο ενός υπογείου[4]. Η ση­μασία του κτίσματος και η ιδιομορφία που επεσήμανα, ίσως μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι εδώ ήταν η είσοδος της φυλακής της Δανάης.

Στο σχέδιό μας, το βουνό, επειδή απεικονίζεται σε σμίκρυνση, δεν φαίνεται αιχμηρό, ενώ είναι ο υψηλότερος από τους δύο λόφους που δεσπόζουν στο Άργος, και το φρούριο που παρατηρούμε στην κο­ρυφή του είναι κτισμένο στη θέση ακριβώς της αρχαίας ακρόπολης. Αυτό το οχυρό είναι ενετικό κτίσμα, αλλά ανακαλύπτουμε εδώ, κυ­ρίως στις θεμελιώσεις, μέλη κυκλώπειας κατασκευής, ανάλογα προς τα τείχη των Μυκηνών και της Τίρυνθας, επιπλέον μεγάλη ποσότητα από αρχαία κατάλοιπα διαφόρων εποχών, που χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά[5].

Στο φρούριο αυτό, γνωστό με το όνομα Λάρισα, ο Υψηλάντης με μια χούφτα Έλληνες (περίπου διακόσιοι άνδρες), έχοντας τρόφιμα μόνο για πέντε μέρες και πολεμοφόδια, μερικά δέματα φυσίγγια, συγκράτησε τις δυνάμεις μιας ολόκληρης τουρκικής στρατιάς, ενώ οι συναγωνιστές του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα και διέφυγαν, αφού έβαλαν φωτιά στο Άργος.

Το κτίσμα που διακρίνεται κάτω από το φρούριο, και στην πλα­γιά του βουνού, είναι το μοναστήρι (Kathéchouméni) [6], που φαίνε­ται ότι είχε κτισθεί στη θέση του ναού της Ακραίας Ήρας [7].

Το Άργος είχε πολλά αξιόλογα μνημεία: ήταν η αγαπημένη πόλη των θεών και των ηρώων ήταν η τροφοδότρα γη ονομαστών καλλονών και γενναίων δρομώνων. Το ίδρυσε ο Ίναχος, φοινικικής καταγωγής, δεκαοκτώ αιώνες προ Χριστού και αρχικά το κυβέρνη­σαν βασιλείς, ύστερα, το έτος 948 π.Χ. [8], οργανώθηκε σε δημοκρατία, αλλά μαζί με τους βασιλείς του έχασε και όλη του τη λάμψη. Το ισχυρό Άργος του Αγαμέμνονα δεν κυβέρνησε πια την Ελλάδα. Άλ­λοτε υπό την εξάρτηση της Αθήνας και άλλοτε της Σπάρτης, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, περιήλθε οριστικά στο ζυγό της τελευταίας αυτής δύναμης, από τον οποίο όταν απαλλάχθηκε, τον διαδέχθηκε εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Κατά τη ρωμαϊκή εισβολή συμ­μερίστηκε την τύχη ολόκληρης της Ελλάδας, και στον Μεσαίωνα το συναντάμε υπό την φράγκικη κυριαρχία.

Όταν πέθανε ο Πέτρος Cornaro, ο τελευταίος υποτελής ηγεμό­νας της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, η χήρα του[9] πούλησε την ηγεμονία του Άργους, το 1383[10], στη δημοκρατία της Βενε­τίας. Το 1463 περιήλθε στην κυριαρχία του σαντζάκη της Κορίνθου. Λίγο αργότερα οι Ενετοί το ανέκτησαν, αλλά δεν το διατήρησαν για καιρό. Το 1686 ο αρχιστράτηγος Μοροζίνης το ανακατέλαβε από τους Τούρκους οι οποίοι το ξαναπήραν για να παραμείνουν κύριοι ως την επανάσταση του 1821.

Από την εποχή αυτή ως το 1829, η πόλη του Άργους κατα­στράφηκε και ξανακτίστηκε τρεις φορές. Σήμερα αριθμεί οκτώ χιλιά­δες κατοίκους, και, επειδή κάθε σπίτι διαθέτει τον κήπο του, κατα­λαμβάνει την ίδια έκταση με το αρχαίο ‘Αργος. Τώρα υπάρχουν στην πόλη αυτή πολλά όμορφα σπίτια και ένας στρατώνας ιππικού. Ο οδηγός μου δεν παρέλειψε να μου δείξει, περνώντας, το σπίτι του Καλλέργη, όπως μέχρι πρόσφατα ακόμη έδειχνε στην Αθήνα το σπίτι του λόρδου Μπάυρον. [ Στη συνέχεια ο συγγραφέας συνεχίζει, περιγράφοντας τη μετάβασή του στο Ναύπλιο].  

 

Υποσημειώσεις


[1] Πρόκειται για την τετάρτη Εθνική Συνέλευση, της οποίας οι εργασίες άρ­χισαν στις 11 Ιουλίου 1829 και έληξαν στις 3 Αυγούστου 1831. (Σημ.τ.Μ.). Το θέατρο είναι και σήμερα το πιο καλά διατηρούμενο αρχαίο μνημείο του Άργους. Φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Στα ρωμαϊκά χρό­νια δέχτηκε μετασκευές.

[2] Πρόκειται για το ρωμαϊκό ωδείο που, στη μορφή που σώζεται, ανάγεται στους αυτοκρατορικούς χρόνους. Κατέλαβε εν μέρει χώρο, όπου είχαν σκαλισθεί στο βράχο ευθύγραμμα εδώλια και ίσως ήταν η Αλιαία στην οποία γινόταν η συ­νέλευση του δήμου.

[3] Είναι, και σήμερα, τα εκπληκτικότερα ερείπια του Άργους που ανήκουν σε ρωμαϊκές θέρμες, νεότερες των μέσων του 2ου μ.Χ. αιώνα.

[4] Πρόκειται για το ιερό των Ευμενίδων, που έχει διαμορφωθεί με αναλημματικούς τοίχους και λαξεύσεις περίπου100 μ. επάνω από το θέατρο, βορειοα­νατολικά. Παλαιότερα, είχε θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με το Κριτήριον που αναφέ­ρει η φιλολογική παράδοση. Ίσως επί Αδριανού αναπλάστηκε και στην πλευρά του βουνού λαξεύτηκε Νυμφαίο με δύο δεξαμενές, που χρησίμευαν για την ύδρευ­ση της πόλης. Το νερό ερχόταν μάλλον από την περιοχή του Κεφαλόβρυσου, μέ­σω υδραγωγείου του οποίου σώζονται λείψανα.

[5] Τα τμήματα αρχαίων τειχών που ενσωματώθηκαν στο μεσαιωνικό κά­στρο, δεν είναι μυκηναϊκά («κυκλώπεια»), αλλά κλασικά.

[6] Πρόκειται για την Παναγία την Κατακεκρυμμένη ή των Βράχων. Κατά την παράδοση, ήταν καθολικό γυναικείας μονής και χρονολογείται τον 10ο αιώ­να. Ο ναός καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε επί ενετοκρατίας. Καταστράφηκε πάλι επί τουρκοκρατίας και ξανακτίστηκε αργότερα. (Σημ.τ.Μ.).

[7] Η ταύτιση γίνεται και σήμερα δεκτή ως πιθανή υπόθεση.

[8] Η χρονολογία αυτή είναι πολύ υψηλή. Η κατάργηση της βασιλείας συν­δέεται με την τυραννίδα του Φείδωνος ή με τους αμέσους απογόνους του, και, παρά την αβεβαιότητα που ακόμη επικρατεί, δεν φαίνεται να μπορεί να χρονολο­γηθεί πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., το παλαιότερο.

[9] Ήταν η Μαρία d’ Enghien. (Σημ.τ.Μ.).

[10] Το 1388. (Σημ.τ.Μ.).

 

Πηγή


  • Th. Du Moncel, «Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο», μετάφραση: Ειρήνη Λούβρου – Αρχαιολογική επιμέλεια: Νικόλας Φαράκλας. Εκδόσεις Ολκός – Αριάδνη, Αθήνα, 1984. 

  

Read Full Post »

Έβερετ Έντουαρντ  (1794-1865)


  

Έντουαρντ Εβερετ

Έντουαρντ Έβερετ  (Edward Everett). Αμερικανός πολιτικός, διάσημος ρήτορας, κλασικός φιλόλογος και γνωστός φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1794. Σπούδασε θεολογία στις ΗΠΑ και κλασική φιλολογία στη Γερμανία, ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. 

 Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «North American Review», μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το 1825 μέχρι το 1835. Στη συνέχεια έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1835-1839) και πρέσβης των ΗΠΑ στο Λονδίνο (1841-1845). Τον επόμενο χρόνο εξελέγη πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και προσωρινά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Το 1852, επί προεδρίας Μίλαρντ Φίλμορ, έγινε υπουργός Εσωτερικών και τον επόμενο χρόνο εξελέγη γερουσιαστής.

 Ένθερμος φιλέλληνας, ο Έβερετ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και της ανάγκης να υποστηριχτεί επίσημα, ενώ συμμετείχε σε οργανώσεις πολιτών για την οικονομική και πολιτική στήριξη των Ελλήνων, συγκεκριμένα ως γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής της Βοστώνης.    

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδαμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Έντουαρντ Έβερετ που γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη.

Η δημοσίευση της έκκλησης καθώς και της μετάφρασης του Προσωρινού Συντάγματος της Επιδαύρου, 12 Ιανουαρίου 1822,  στο περιοδικό «The North American Review», που εκδιδόταν στη Βοστώνη (1819-1823), είχε σημαντικά αποτελέσματα στη φιλελληνική κινητοποίηση που ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Έντουαρντ Εβερετ

Ο Έντουαρντ Έβερετ είναι ο πρώτος γνωστός Αμερικανός που συνδύαζε το λόγιο ενδιαφέρον για την αρχαιότητα και συγχρόνως διέθετε εκείνη την παιδεία που τον κατηύθυνε στη μελέτη της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία συναναστράφηκε Έλληνες, ενώ επεδίωξε να γνωρίσει επιφανείς προσωπικότητες, μεταξύ άλλων και τον Κοραή. Αμέσως μόλις έφτασε στην Ευρώπη συναντήθηκε με τον Βύρωνα, το έργο του οποίου γνώριζε ήδη και ασχολήθηκε με την εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας.

Ο Έβερετ το 1818 είχε συναντηθεί με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά από μεσολάβηση του Τζέφφερσον, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον Κοραή, όταν βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Κοραής δέχτηκε με ευχαρίστηση τον Έβερετ, καθώς έτρεφε αισθήματα εμπιστοσύνης προς τους φιλελεύθερους Αμερικανούς δημοκράτες. Ο Έβερετ παρουσίασε την συνάντησή του με τον Κοραή σε κείμενο που δημοσίευσε το 1859 στην εφημερίδα « New York Ledger» και αναδημοσίευσε στο βιβλίο του «The Mount Vernon Papers».   Πέθανε στη γενέτειρά του το 1865.

Στο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1819 στην Ελλάδα, συντροφιά  με τον Θήοντορ Λάυμαν (Theodore Lyman 1792 – 1849), συγγραφέα, Δήμαρχο της Βοστώνης και γνωστό φιλάνθρωπο, επισκέφτηκε και την Πελοπόννησο. Από την Ελευσίνα έφτασε στην Κόρινθο, όπου και συναντήθηκε με τον Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου, συνέχισε προς το Άργος και την Τρίπολη με κατάληξη του ταξιδιού του τη Σπάρτη.    

Στις σελίδες του ημερολογίου του αναφέρει:

8 Μαΐου

« Πήραμε τον δρόμο της Νεμέας για το Άργος. ( Υπήρχε εκεί ναός του Δία, δωρικού ρυθμού, του 4ου π.Χ. αιώνα). Ίχνος από την πόλη της Νεμέας δεν σώζεται, εκτός από τρεις δωρικούς στύλους του ναού της και τα ερείπια ενός άλλου ναού ή κτιρίου εκεί κοντά. Γύρω από τους τρεις όρθιους στύλους υπάρχει ένας ολόκληρος σωρός από ερείπια, αλλά το υπόλοιπο της πεδιάδας εκεί είναι τελείως άδειο.

Από τη Νεμέα προχωρήσαμε στο Χαρβάτι, ένα χωριό κοντά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ο Θησαυρός του Ατρέα ή ο τάφος του Αγαμέμνονα που συναντούμε εδώ είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρ­χαιότητας. Η πέτρα πάνω από την είσοδο είναι επιβλη­τική. Πλάι σε αυτόν τον τάφο βρίσκεται ένας άλλος, που έχει εν μέρει ανασκαφεί. Η Πύλη των Λεόντων με απο­γοήτευσε. Την περίμενα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σχεδόν μου φαινόταν σαν έργο κάποιας μεταγενέστερης εποχής, που μιμούνταν την αρχαία τέχνη.

Αντί να πάμε απευθείας στο Άργος, στείλαμε τις α­ποσκευές μας, και εμείς λοξοδρομήσαμε προς την Τίρυν­θα, τα αρχαιότερα τείχη που σώζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σωστά τα ονομάζουν κυκλώπεια, αφού διαφέ­ρουν πολύ από την πολυγωνική τειχοποιία. Ο κάμπος του Άργους καλλιεργείται λαμπρά. Η θέα του κόλπου και του Ναυπλίου είναι εξαίσια.

Στο Άργος δεν μπορούσαμε να βρούμε κατάλυμα μέσα στην πόλη, γιατί στο παρελθόν κάποιος ξένος τους είχε φέρει πανούκλα. Θα πρέπει να είχαν περάσει δύο ή τρεις μήνες από τότε που είχαν πα­νούκλα εκεί. Κάποιοι Άγγλοι περιηγητές, που πέρασαν ένα δεκαπενθήμερο πριν από εμάς, φοβούνταν να έρθουν στο Άργος και η καραντίνα στην Πάτρα μόλις είχε τελειώσει για όσους έρχονταν από εκεί. Υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε στο λιμάνι και εκεί να βγούμε από ένα δωμάτιο που μας είχε παραχωρηθεί από κάποιον ντόπιο αξιωματικό, ο οποίος, με το που μπήκαμε στο δωμάτιο, απομάκρυνε όλα μας τα στρωσίδια και έτσι αναγκαστή­καμε να κοιμηθούμε σε έναν ανοιχτό διάδρομο. Αντέγρα­ψα μια μεγάλη επιγραφή στον περίβολο.

 

Πηγές


  • Edward Everett, «Σελίδες ημερολογίου 1819», Εισαγωγή –Μετάφραση-Σχόλια, Άντεια Φραντζή, Το Βήμα περιηγήσεις, 2010.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Γκραβούρες – Καρύταινα (Καρίταινα) Αρκαδίας  – Otto Magnus von Stackelberg, λιθογραφία από το έργο του, «La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O.M baron de Stackelberg». ( Ελλάδα – γραφικά τοπία και τοπογραφικά τοπία, δημιουργίες του Otto Magnus, βαρώνου του Stackelberg). Παρίσι 1834.

 

Καρύταινα (Bathos Pres Trapezonte ) - Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

  Η Καρύταινα απέχει 16 χμ. από τον κάμπο της Μεγαλόπολης και υψώνεται με το φραγκικό κάστρο της σε ένα βραχόβουνο ύψους 582μ., περισφιγμένο ολόγυρα από τα αρκαδικά βουνά, ενώ στους πρόποδες του βουνού κυλάει ο Αλφειός. Πιστεύεται ότι κατέχει την θέση της αρχαίας Βρένθης, που την ερήμωσε ο Επαμεινώνδας για να συνοικήσει την Μεγαλόπολη. Την μεγαλύτερη τιμή της την γνώρισε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν έγινε πρωτεύουσα της ομώνυμης βαρονίας και κτίσθηκε το κάστρο της (1245) από τον Hugues de Bruyeres. Ονομάσθηκε τότε το «Τολέδο της Ελλάδας και θεωρήθηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου χάρη στην στρατηγική του θέση.

Σήμερα το εσωτερικό του κάστρου είναι ερειπωμένο, τα εσωτερικά όμως τείχη του διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση. Την περίοδο της Επανάστασης του 1821 εδώ είχε εγκατασταθεί ο Θ. Κολοκοτρώνης και είχε κτίσει σπίτι και εκκλησία μέσα στο κάστρο. Από το 1830, που η Δημητσάνα πήρε τη θέση της σαν πρωτεύουσα της περιοχής, η Καρύταινα έπεσε σε μαρασμό.

O Stackelberg έχοντας διαβάσει τον Παυσανία τιτλοφορεί αυτήν την χαλκογραφία Bathos Pres Trapezonte (= Βάθος κοντά στην Τραπεζούντα). Ο Παυσανίας αναφέρει: «Μετά την διάβαση του Αλφειού έχει κανείς μια περιοχή ονομαζόμενη Τραπεζούντα, όπου υπάρχουν και ερείπια μιας πόλης Τραπεζούντας. Και πάλι αριστερά, καθώς κανείς κατεβαίνει από την Τραπεζούντα προς τον Αλφειό, κοντά στο ποτάμι υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάθος». Η ερειπωμένη επί Παυσανία Τραπεζούς, που είχε κάποτε χρησιμεύσει και ως πρωτεύουσα των Αρκάδων, αντί της Τεγέας, βρισκόταν απέναντι και προς νότο της Καρύταινας (στην αριστερή όχθη του Αλφειού), κοντά στο σημερινό χωριό Μουριά. Μεταξύ των χωριών Μουριά και Κυπαρίσσια βρίσκεται η τοποθεσία Βάθος που έχει επιζήσει στην τοπωνυμία Βαθύρεμα.

  Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρα – Μυκήνες –  Porta di Micene, λιθογραφία,  αρχές 19ου αιώνα 

 

Μυκήνες - Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »