Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Οικονομία’

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο – «Το μόνον εθνικόν βιομηχανικόν κατάστημα εν Πελοποννήσω»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο»

 

Το οπλοστάσιο στεγαζόταν στον ενετικό προμαχώνα Mocenigo που βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι κτισμένα το πρώτο δημοτικό σχολείο και το λύκειο Ναυπλίου. Ήταν μονάδα του στρατού, με αντικείμενο την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών. Άρχισε τη λειτουργία της μετά την επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Από δημοσιεύσεις του Τύπου το 1870 μαθαίνουμε ότι το οπλοστάσιο παρήγαγε επίσης μουσικά όργανα, σάλπιγγες και ιπποσκευές, όπως σαμάρια, σέλες, χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές (σαγματοποιείο). Συμμετέχει το οπλοστάσιο με προϊόντα του στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870.Στο οπλοστάσιο επίσης φυλασσόταν και επισκευαζόταν η γκιλοτίνα. Υπήρχαν μάλιστα παράπονα από τους δημίους ότι δεν ακόνιζαν σωστά τη λεπίδα κοπής των κεφαλιών και ταλαιπωρούνταν οι κατάδικοι που εκτελούνταν στο Αλωνάκι.

Στο οπλοστάσιο εργάζονταν και μαθητευόμενοι. Αυτοί έπρεπε να ήταν σε ηλικία από 16-18 χρονών, να ξέρουν ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις αριθμητές πράξεις.

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

1829: Ιδρύθηκε στο οπλοστάσιο «Μουσείο τροπαίων του αγώνος».

1868: Μεταποιήθηκε στο οπλοστάσιο το κοινό τουφέκι σε πολύκροτο, ελάχιστα διαφορετικό από εκείνα των ευρωπαϊκών κρατών, αποδεικνύοντας την επιδεξιότητα των τεχνιτών.

1869: Απόφαση για κατασκευή οπλοστασίου στο Πειραιά έσπειρε υποψίες για τη μεταφορά του οπλοστασίου από το Ναύπλιο.

1876: Εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου με την τοποθέτηση ατμομηχανής 30 ίππων, δωρεά Κοντογιάννη (ομογενής πρόξενος στην Πετρούπολη), μετά από πολλές περιπέτειες. Ελπίδες ότι με την ατμομηχανή θα υπήρχε η δυνατότητα να παράγει το οπλοστάσιο οπλικό υλικό καθιστώντας τη χώρα αυτάρκη.

1877: Καταγράφεται στον Τύπο επιθυμία αξιωματικών για μεταφορά του οπλοστασίου στον Πόρο ή την Αθήνα ή τον Πειραιά ακόμα και στην Χαλκίδα. Υπάρχουν παράπονα στην κυβέρνηση για αδιαφορία στη λειτουργία του οπλοστασίου και υπολειτουργία του.

1884: Υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη μεταφορά του οπλοστασίου και παράπονα της τοπικής κοινωνίας ότι αφαιρούν πολλά από το Ναύπλιο.

1897: Τον Οκτώβριο το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Ναυπλίου βγάζει ψήφισμα για να μη μεταφερθεί το οπλοστάσιο σε άλλη πόλη.

1909: Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την πρόθεση της μεταφοράς του οπλοστασίου στην Αθήνα. 150 επώνυμοι Ναυπλιώτες συγκεντρώνονται στο δημαρχείο και ορίζουν επιτροπή για να διεκδικήσει την αποσόβηση της μεταφοράς του σαγματοποιείου, καθώς αυτό θα σημάνει και τη διάλυση του οπλοστασίου. Η πόλη είναι σε μεγάλη αναστάτωση και απειλεί με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις. Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει: «Η πόλις Ναυπλίου η προνομιούχος απεγυμνώθη τελείως παρά των διαφόρων Κυβερνήσεων και εγκατελείφθη παρ αυτών δίκαια λοιπόν η αγανάκτησις των Ναυπλιέων επι τη νέα ταύτη ειδήσει.»

1915: Με ΦΕΚ καταργείται το οπλοστάσιο του Ναυπλίου.

1916: Με το τρένο γίνεται η μεταφορά εξαρτημάτων του οπλοστασίου στην Αθήνα.

1935: Αρχίζει η κατεδάφιση των κτηρίων του οπλοστασίου για να κτιστούν τα σχολεία του Α Δημοτικού και του Γυμνασίου, σημερινού Λυκείου.

 

Τα υπό κατεδάφιση παλιά κτίρια του οπλοστασίου.

 

Το φουγάρο, τελευταίο απομεινάρι του οπλοστασίου, κατεδαφίστηκε πολύ αργότερα, το 1936 αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σχολικών συγκροτημάτων.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου: 1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου – 2. Υπόστεγο ξυλείας – 3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών – 4. Θάλαμος του θυρωρού – 5. Φυλακείον – 6. Υπόστεγο αμαξών – 7. Προπλαστήριο χωνευτών. 8. Φουγάρο – 9. Χωνευτήριο – 10. Καρφοποιείο – 11. Αποθήκη ορυχαλκείων – 12. Ορυχαλκείο – 13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο – 14. Αποθήκη – 15. Οπλοποιείο – 16. Σχεδιοφυλάκιο – 17. Σχολείο του λόχου – 18. Ηλιακό ρολόι.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου:

  1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου.
  2. Υπόστεγο ξυλείας.
  3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών.
  4. Θάλαμος του θυρωρού.
  5. Φυλακείον.
  6. Υπόστεγο αμαξών.
  7. Προπλαστήριο χωνευτών.
  8. Φουγάρο.
  9. Χωνευτήριο.
  10. Καρφοποιείο.
  11. Αποθήκη ορυχαλκείων.
  12. Ορυχαλκείο.
  13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο.
  14. Αποθήκη.
  15. Οπλοποιείο.
  16. Σχεδιοφυλάκιο.
  17. Σχολείο του λόχου.
  18. Ηλιακό ρολόι.

Σημείωση Νίκου Τόμπρα: «Ένας από του πιο σημαντικούς , ίσως ο σημαντικότερος υπάλληλος του οπλοστασίου, ήταν ο Αντώνιο Βρεντάνος Τζιμαρώλη καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργός του οπλοστασίου, ο οποίος αφού εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο έζησε όλη την ζωή του εδώ παντρεύτηκε, απέκτησε οικία στον μεγάλο δρόμο, και είχε μία κόρη που παντρεύτηκε και έζησε στο Ναύπλιο και έναν γιό που έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Ο Βρεντάνος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της πόλης του Ναυπλίου κατά τον 19ο αιώνα και οι εφημερίδες και τα ΦΕΚ της εποχής βρίθουν αναφορών σε αυτόν καθώς εργαζόταν και ως ιδιώτης πτυχιούχος χημικός, αφού τότε δεν υπήρχε κανένας άλλος με αυτά τα προσόντα. Ενδεικτικά και μόνο ΦΕΚ 18/16-6-1854».

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο – Μάρθα Πύλια στο: Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.


 

Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω εδώ τον όρο «χριστιανικές κοινότητες της τουρκοκρατίας» για να προσεγγίσω τις οικονομικές δραστηριότητες των κοινοτικών μηχανισμών που λειτουργούσαν στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας[1], επειδή η επανειλημμένη επιγραμματική του χρήση από την παραδοσιακή ιστοριογραφία παραπέμπει στη μεγιστοποίηση της αυτονομίας και του ρόλου των εν λόγω κοινοτήτων χωρίς να την προσγειώνει στον ιστορικό της περίγυρο. Άλλωστε, είναι γνωστό πως η κοινοτική οργάνωση των αλλόδοξων πληθυσμών της αυτοκρατορίας στηριζόταν σε παλιά μουσουλμανική πρακτική[2] και πως η οθωμανική διοίκηση δεν αναγνώριζε νομικά πρόσωπα αλλά λειτουργίες που επιτελούσαν τα φυσικά πρόσωπα, γι’ αυτό ακριβώς απευθυνόταν ονομαστικά στους εκάστοτε αντιπροσώπους των κατακτημένων χριστιανών ή εβραίων[3]. Θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω άλλη μια φορά και εδώ το διοριστήριο ιεροδικαστικό έγγραφο του Ρήγα Παλαμήδη στη θέση του αντιπροσώπου Μονεμβασιάς, γιατί επεξηγεί απολύτως την παραπάνω έννοια της χριστιανικής εκπροσώπησης αλλά και τη διαδικασία διορισμού των αντιπροσώπων:

«Οι πρόκριτοι της επαρχίας Μπενέφσε της Κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του βαρούς και όλων των χωρίων […] άπαντες υπήκοοι (ραγιάδες) προσωπικώς δι’ εαυτούς και επιτροπικώς ως αντιπρόσωποι των άλλων ραγιάδων, εμφανισθέντες ενώπιον ημών εν τω δικαστηρίω τούτω […] εδήλωσαν ότι προς υπεράσπισιν, διεξαγωγήν και διευθέτησιν των αφορωσών την επαρχίαν των υποθέσεων εν τη πρωτευούση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επειδή παρίσταται ανέφικτος ανάγκη να διορισθή αντιπρόσωπός τις, ο δε ειρημένος Ρήγας τυγχάνει ικανός […] διά το λειτούργημα, διορίζουσι και αποκαθιστώσι τούτον γενικόν αντιπρόσωπον και πληρεξούσιον αυτών. Ο δε ειρημένος […] εδήλωσεν ότι αποδέχεται [..]»[4].

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο:  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Στηριγμένη, λοιπόν, σ’ αυτή την πολιτική λογική επιχειρώ να ψαύσω τις ιδιωτικές οικονομικές συμπεριφορές των προσώπων που ήταν επιφορτισμένα με κοινοτικούς ρόλους, και μάλιστα τις οικονομικές στρατηγικές που ανέπτυσσαν για να ενισχύσουν κατά περίπτωση τα συμφέροντα της κομματικής τους φατρίας[5] αλλά και τη δική τους θέση μέσα στο τοπικό πολιτικό στερέωμα. Η επιχειρηματολογία που ακολουθεί, στηριγμένη στις πληροφορίες των πηγών, αποκαλύπτει οικονομικές συμπεριφορές που εξελίσσονταν στις παρυφές της οθωμανικής νομιμότητας και μαρτυρούσαν τον βαθμό απορρύθμισης του συστήματος: Οι εκμισθώσεις των φορολογικών εισοδημάτων από τους τοπικούς άρχοντες κατέληγαν σε δυσβάσταχτα ποσά για τους φορολογούμενους, ενώ οι υψηλές αμοιβές τής οποιασδήποτε μεσολάβησης προς την κεντρική διοίκηση επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τους ήδη καταχρεωμένους ραγιάδες. Οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί εξυπηρετούσαν εν τέλει τους τοπικούς άρχοντες που μεσολαβούσαν, καθώς η κεντρική διοίκηση εισέπραττε υποπολλαπλάσιο ποσό από εκείνο που τελικά βάρυνε τον φορολογούμενο πληθυσμό[6]. Η κεντρική εξουσία με τη σειρά της επιχειρώντας να ελέγξει την αυξανόμενη πολιτική και οικονομική εξουσία των τοπικών αρχόντων «έλαιον και θείον έρριπτεν εις το πυρ των έριδων»[7], οι οποίες ενδημούσαν στις αυλές των τοπικών αρχόντων, με αποτέλεσμα την πολιτική, την οικονομική αλλά και τη φυσική εξόντωση των τοπικών αυθεντιών, κατάσταση που επιβάρυνε ολοένα και περισσότερο την αστάθεια του συστήματος.

Το πληροφοριακό υλικό αντλώ κυρίως από την αλληλογραφία που βρίσκεται στο Αρχείο Ρήγα Παλαμήδη[8], γραμματέα του πασά του Μοριά και κατόπιν αντιπροσώπου (vekil) των καζάδων Τριπολιτσάς και Μονεμβασιάς στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας[9], από το Αρχείο Περρούκα[10] – αρχείο της επιφανούς οικογένειας προεστών του Άργους, που επίσης διατηρούσε προεπαναστατικά επίσημο αντιπρόσωπο στην Πόλη[11]– και από τα Αρχεία της γνωστής οικογένειας προεστών Δεληγιάννη[12].

Οι βεκίληδες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των διοικητικών περιφερειών στην «πηγή της εξουσίας»[13] (όπως ενδεικτικά χαρακτηρίζεται η οθωμανική πρωτεύουσα στην αλληλογραφία που προανέφερα), λειτουργούσαν ως μεσολαβητές για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων των αρχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων) των παραπάνω περιφερειών, αλλά ταυτόχρονα φρόντιζαν για τα δικά τους ιδιαίτερα οικογενειακά ή προσωπικά, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες των πηγών, φαίνεται πως οι βεκίληδες αναλάμβαναν την προαγορά δημόσιων εισοδημάτων (iltizam) για λογαριασμό εντολέων που μπορούσαν να είναι ακόμη και οθωμανοί αξιωματούχοι, την κατάθεση αναφορών (arz ve mahzar) στην οθωμανική ή πατριαρχική αυλή αλλά και την καταγγελία των δικών τους πολιτικών αντιπάλων ή των εντολέων τους ως καταχραστών ή ταραξιών[14]. Μάλιστα, σχετικά με το iltizam, στην αλληλογραφία Παλαμήδη γίνεται σαφές ότι επρόκειτο αποκλειστικά για ετήσιες προαγορές εισοδημάτων (mukata’a)[15] και όχι για ισόβιες (malikane), καθώς οι πρώτες επέτρεπαν στο οθωμανικό ταμείο να διαπραγματεύεται κάθε χρόνο και να μεγιστοποιεί με την αναπροσαρμογή τις εισπράξεις του.

Οι βεκίληδες επιχειρούσαν επίσης να επηρεάσουν τον διορισμό των δραγουμάνων του Μοριά[16] και φρόντιζαν για την έκδοση ή την αναίρεση αφορισμών από την Ιερά Σύνοδο και για τον εκθειασμό ή, αντίθετα, τη διαβολή ιερέων στο Πατριαρχείο ανάλογα με τις συμμαχίες και τις σχετικές συγκυρίες που εξελίσσονταν στις περιφέρειες που εκπροσωπούσαν. Πάσχιζαν, επίσης, να υποστηρίζουν τις αναφορές και τις καταγγελίες τους προς την Πύλη με την υποστήριξη του Πατριαρχείου[17].

Το αξίωμα του δραγουμάνου, δηλαδή του διερμηνέα του πασά του Μοριά, προσώπου σε άμεση και καθημερινή επικοινωνία με τον πασά και κύριου μεσολαβητή ανάμεσα σε αυτόν και τους χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, φαίνεται πως ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους διορισμούς, μία από τις υψηλότερες πολιτικές θέσεις που οι μεγάλες χριστιανικές οικογένειες προεστών επιχειρούσαν να προσεταιριστούν για δικό τους όφελος. Εν τούτοις, συνέβαινε να αφανίζονται από τα έξοδα ακόμη και εκείνοι που κατόρθωναν τον διορισμό του δικού τους υποψήφιου[18]. Ούτως ή άλλως, οποιοδήποτε διάβημα των αρχόντων «εις την πηγήν της εξουσίας» είχε τη δική του λαθραία χρηματική τιμή.

Με αυτή την υπόγεια και πάγια τακτική μεταφέρονταν γενναία εισοδήματα προς την κορυφή της ιεραρχίας (την τοπική αλλά και την κεντρική), τα οποία οι διαμεσολαβητικοί μηχανισμοί αφαιρούσαν λεηλατικά από την παραγωγική διαδικασία και εξαιρούσαν από το οθωμανικό θησαυροφυλάκιο. Και μάλιστα, οι μεσολαβητές αυτοί που δεν ήταν άλλοι από τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες ή τους μουσουλμάνους αγιάνηδες, επιχειρούσαν σταθερά, όσο το επέτρεπε η φοροδοτική αντοχή των υπηκόων, να ενσωματώνουν τα υπέρογκα έξοδα των υπόγειων πολιτικών μεσολαβήσεων στους καταβαλλόμενους φόρους. Η οικογένεια Ζαΐμη είχε δε καταφέρει να μετατρέψει σε σταθερή φορολογική υποχρέωση της επαρχίας Καλαβρύτων το γιγαντιαίο ποσό που όφειλε στην οθωμανική διοίκηση για να της επιστραφεί η δημευθείσα περιουσία της, λόγω της συμμετοχής της στην εξέγερση του 1769[19].

Εν τέλει, οι μοραΐτες τοπικοί άρχοντες στο περιθώριο των λειτουργιών που επιτελούσαν και του οποιουδήποτε άμεσου οικονομικού οφέλους επιχειρούσαν να αποκομίσουν από αυτές, ασκούσαν παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες που ευνοούσε η πολιτική τους θέση, ενώ ταυτόχρονα η οικονομική τους επιφάνεια ενίσχυε την πολιτική τους μακροβιότητα. Με άλλα λόγια η πολιτική εξουσία επέτρεπε την απολύτως αντιπαραγωγική διαχείριση του παραγόμενου προϊόντος και, εν πολλοίς, μέσα από τη διαδικασία αυτή η οικονομική εξουσία προσδιόριζε τους πολιτικούς ρόλους, τις θέσεις και τις αποφάσεις[20].

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Ανάμεσα στις αντιπαραγωγικές συνήθειες που ενδημούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οφείλω να προσθέσω επιγραμματικά τον αποθησαυρισμό που προκαλούσε η συνεχής υποτίμηση του νομίσματος, και την επιδεικτική καταναλωτική συμπεριφορά που υπαγόρευε το απολύτως ασταθές οικονομικό και πολιτικό μοντέλο της ύστερης οθωμανικής εποχής: Συνήθως αποθησαυρίζονταν πολύτιμα μέταλλα και υφάσματα για να ρευστοποιηθούν τη στιγμή της κρίσης, ενώ η επιδεικτική κατανάλωση από πρόσωπα ανώτερων αλλά και χαμηλότερων αξιωμάτων και εισοδημάτων αποσκοπούσε στο να αναπαραστήσει την πραγματική ή εικονική συμμετοχή σ’ ένα υψηλότερο κοινωνικό καθεστώς[21]. Η καταγραφή των δημευθέντων κινητών περιουσιακών στοιχείων από το σπίτι της οικογένειας Δεληγιάννη μετά την εκτέλεση του γενάρχη της (Φεβρουάριος 1816) αλλά και μια δεύτερη καταγραφή των κινητών περιουσιακών στοιχείων που η ίδια οικογένεια αποθήκευσε λίγο πριν την ελληνική Επανάσταση (1η Μαρτίου 1821), αποκαλύπτει πληθώρα κοσμημάτων, πολύτιμων αντικειμένων και πολυτελών υφασμάτων[22].

Οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες υιοθετούσαν, λοιπόν, τις παραπάνω προσωπικές συμπεριφορές και απολάμβαναν τα οφέλη της επικοινωνίας τους με τις οθωμανικές αυλές. Σε επιστολή του προς τους Περρουκαίους ο Ρήγας Παλαμήδης αναφέρει σχετικά με διαφιλονικούμενη καλλιεργημένη γη ότι «εις το χωράφι αυτό εξαρχής χέρι δεν έβανα, εάν κατά την προσταγήν του ιτζέτπεη εφένδη δεν εδιορίζετο ναζύρης[23] εις τούτο ο άρχων πατέρας της και εάν η ευγενεία του δεν μοι έδιδεν την άδειαν»[24]. Είναι προφανές πως η κατοχή της γης δεν υποστηρίζεται με άλλους «τίτλους» εκτός από τη σύμφωνη γνώμη του οθωμανού αξιωματούχου.

Σε άλλη περίπτωση οι άνθρωποι του «ενδοξομεγαλοπρεπέστατου μουσταφέμπεϊ»[25] των Πατρών παρακάμπτουν συμφωνίες του ίδιου του μπέη για πώληση σταφίδας σε χριστιανό έμπορο, για να την δώσουν τελικά – ακόμη και στην ίδια τιμή – στον Χαράλαμπο Περρούκα: «Ο ενδοξομεγαλοπρεπέστατος μουσταφέμπεϊ εφένδης μας είχεν σταφύδαν αυτού εις βοστίτσαν και πάτραν την οποίαν έγραψεν να την δώση με το να ευρέθη εδώ ο μόνον Χ» Φιλιππής και εζήτησεν να αγοράσει [… όμως] οι αυτού επιτροποί του είχαν προσυμφωνίσει με την ευγενεία σας […]. η ενδοξομεγαλοπρεπεία του μαθών τούτο εδυσαρεστήθη ευχαριστούμενος κατά πάντα λόγον να την λάβει η ευγενεία σας […] η τιμή οπού ο Φιλιππής έδωσεν είναι τάλαρα 70: το μεγαλίτερον χισμέτι σας είναι το να παρθή εις αυτό και προσπάθισον όσον γίνεται να μην λάβη την παραμικράν δυσαρέσκειαν»[26].

Σχετικά – και απολύτως συνοπτικά – με το οικονομικό προφίλ των χριστιανών προκρίτων στην προεπαναστατική Πελοπόννησο επισημαίνω και εδώ[27] α) πως κατείχαν περιορισμένη γαιοκτησία σε σχέση με εκείνη των οθωμανών ντόπιων αρχόντων, πως καταπιάνονταν με εμπορικές και κυρίως με δανειστικές δραστηριότητες που ευνοούσε η αρμοδιότητά τους να συγκεντρώνουν και να καταβάλουν στη διοίκηση τους φόρους[28], β) πως σε περιορισμένη κλίμακα συμμετείχαν στις εκμισθώσεις δημόσιων προσόδων και, τέλος, γ) πως κάποιοι από αυτούς επιδίδονταν σε χρυσοφόρες εκμισθώσεις εισοδημάτων της οθωμανικής αυλής στον Μοριά[29].

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στην κλίμακα των εισοδημάτων και των περιουσιών οι μοραΐτες χριστιανοί τοπικοί άρχοντες υπολείπονταν κατά πολύ των αντίστοιχων μουσουλμάνων αγιάνηδων οι οποίοι δεν κατείχαν μόνο τις πιο εκτεταμένες και προσοδοφόρες καλλιέργειες, όπως και τη μερίδα του λέοντος στις αστικές ιδιοκτησίες, αλλά σχεδόν μονοπωλούσαν τις εκμισθώσεις των δημόσιων προσόδων[30]. Εν τέλει, οι χριστιανοί περιορίζονταν στο στενό πλαίσιο που επέτρεπαν οι δραστηριότητες των μουσουλμάνων αρχόντων και είχαν συντριπτικά μικρότερη συμμετοχή στην ιδιοποίηση του παραγόμενου προϊόντος[31].

Οι μοραΐτες αγιάνηδες στήριζαν την οικονομική παντοδυναμία στην πολιτική τους επιρροή που προέκυπτε από την άμεση σχέση με την οθωμανική διοίκηση, ενώ οι ίδιοι, τουλάχιστον σε αυτή την ύστερη περίοδο, δεν είχαν καμία εξοικείωση με τα στρατιωτικά αξιώματα[32]. Κατείχαν συχνά το αξίωμα του βοϊβόδα, δηλαδή του εντεταλμένου της οθωμανικής διοίκησης για την εκμίσθωση και τη συγκέντρωση των φόρων των επαρχιών. Με αυτή την ιδιότητα βρίσκονταν σε διαρκή επικοινωνία με τους χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους κατένειμαν και περισυνέλεγαν για λογαριασμό του βοϊβόδα τις φορολογικές υποχρεώσεις στις δικές τους περιφέρειες[33]. Η παραπάνω σαφώς ιεραρχημένη σχέση ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς τοπικούς άρχοντες αποτυπωνόταν στη μεγαλύτερη ευχέρεια πρόσβασης των πρώτων στον παραγόμενο πλούτο και στην προφανή πολιτική εξάρτηση των δεύτερων από τους πρώτους.

Οι διαθέσιμες πηγές μάς επιτρέπουν να προσεγγίσουμε ενδεικτικά τις τάσεις κερδοφορίας των χρηματικών δραστηριοτήτων των χριστιανών αρχόντων: Αν θεωρήσουμε πως ο συνήθης ετήσιος τόκος δανεισμού κυμαινόταν από 12% έως 20%[34], στα οικονομικά κατάστιχα της οικογένειας Δεληγιάννη το ετήσιο κέρδος από δύο εκμισθώσεις τοπικών φορολογικών προσόδων ανέρχεται αντίστοιχα σε 19% και 31%[35], ενώ ο Παπατσώνης, σε ένα μόνο έτος, το 1772, κατόρθωσε να υπερτετραπλασιάσει το κεφάλαιο που κατέβαλε για την προαγορά των εισοδημάτων της σουλτάνας «Μπεϊάν»[36]. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το είδος των παραπάνω εισοδημάτων που συγκέντρωναν οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες, οφειλόταν στην εύνοια και τη συναίνεση των οθωμανικών αρχών. Όσο για τα «υπερκέρδη» του Παπατσώνη, αν και περιορίστηκαν από τις διεκδικήσεις των αντιπάλων του[37], παρέμειναν πολλαπλάσια της καταβαλλόμενης ετήσιας προαγοράς του εισοδήματος της σουλτάνας[38].

Με την προνομιακή εκμίσθωση των εισοδημάτων της ίδιας σουλτάνας στην Πελοπόννησο καταπιάνονταν άλλωστε οι Δεληγιανναίοι και ο Παπαλέξης[39], ενώ από τα κοινά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της εν λόγω δραστηριότητας φαίνεται τελικά πως προέκυψε η συμμαχία που ο Μιχαήλ Οικονόμου ονόμασε «καρυτινομεσσηνιακό» κόμμα[40]. Συμπερασματικά, από τις διαθέσιμες μαρτυρίες προκύπτει πως η προαγορά των φόρων και των εισοδημάτων της αυτοκρατορικής αυλής αποτελούσε εξαιρετική και σπάνια διέξοδο για τα κεφάλαια των χριστιανών αρχόντων οι οποίοι επιδίδονταν στον δανεισμό των καταχρεωμένων φορολογουμένων αλλά και τον δανεισμό των επίσης καταχρεωμένων κοινοτήτων που εκπροσωπούσαν[41].

Τα εισοδήματα που εν τέλει συγκέντρωναν οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες, ήταν πολλαπλά: Δίπλα από τη μικρή ή μεγάλη γαιοκτησία και την ενδεχόμενη αστική περιουσία[42], δίπλα από τον δανεισμό και την ενδεχόμενη συμμετοχή στις εκμισθώσεις δημόσιων εισοδημάτων, δίπλα ενδεχομένως και από τις μικρές ή μεγαλύτερες εμπορικές επιχειρήσεις[43], δίπλα από τους νόμιμους μισθούς, είχαν τη δυνατότητα να κερδίζουν και από τις μεσολαβήσεις που επιχειρούσαν: Ο Π. Παπατσώνης στη λιτή αλλά πολύ κατατοπιστική αφήγηση των οικονομικών δραστηριοτήτων της δικής του οικογένειας το δηλώνει ρητά: «Ο δε προεστός ωφελείτο και από τα βασιλικά δοσίματα αν ήθελεν, εκτός δε τούτων των ωφελημάτων είχε και τυχηρά πάμπολλα ετησίως»[44]· αυτό σημαίνει ότι ιδιοποιείτο τη διαφορά ανάμεσα στον εκάστοτε εισπραττόμενο φόρο και σε αυτόν που καταβαλλόταν στο οθωμανικό δημόσιο, και ακόμη ότι «ωφελείτο» ξεχωριστά από όλες τις πολιτικές υπηρεσίες που παρείχε, όπως για παράδειγμα την κατάθεση και την παρακολούθηση των καταγγελιών και τη διεκδίκηση θέσεων και εκμισθώσεων για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.

Είναι αποκαλυπτική προς αυτή την κατεύθυνση η προαναφερθείσα αλληλογραφία του Ρήγα Παλαμήδη. Ως απεσταλμένος του καζά της Μονεμβασιάς στην Πόλη, ο Παλαμήδης αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, να διεκπεραιώσει την εξορία ενός επικίνδυνου (κατά την αλληλογραφία) μουσουλμάνου αξιωματούχου[45] – με τη σύμφωνη γνώμη των αγάδων και των κοτζαμπάσηδων – έναντι 2.500 γροσιών καταρχάς και 3.000 κατόπιν[46]. Επίσης αναλαμβάνει να εξασφαλίσει για λογαριασμό του «ενδοξοτάτου» Μουσταφά Μπέη Χασάν Μπέη Ζαδέ, αγά της Μονεμβασιάς, την εκμίσθωση του μουκατά[47] και του σαλιανέ[48] της περιοχής, με «χετιγιέν», δηλαδή δώρο για τις υπηρεσίες του «πολλά μεγαλήτερον» από 1.000 γρόσια[49]. Μάλιστα, ο Παναγιωτάκης Καλογεράς, προεστός Μονεμβασιάς, προετίθετο από την πλευρά του να συμπληρώσει την «τιμή» της μεσολάβησης για τη διεκπεραίωση της εξορίας του εν λόγω ανεπιθύμητου με άλλα 500 γρόσια για τους κόπους του Παλαμήδη, αποβλέποντας βέβαια και στην εύνοια του Μπέη[50]. Ο δε Μουσταφά Μπέης, από τη δική του πλευρά, εκτιμούσε ότι 2.000 γρόσια αρκούσαν και για το «χισμέτι» του Παλαμήδη, δηλαδή τις υπηρεσίες του για την επίτευξη της εξορίας[51].

Βέβαια, το ζήτημα που προέκυψε ήταν ότι ο Παλαμήδης ζητούσε πολλαπλάσια ποσά για την τελεσφόρηση των υποθέσεων. Εν τέλει προσέκρουσε στην άρνηση και τον θυμό των εντολέων του, οι οποίοι με τη σειρά τους του υπενθύμισαν πως τα προτεινόμενα ποσά για την κατακύρωση των εκμισθώσεων ξεπερνούσαν όχι μόνο το προσδοκώμενο κέρδος αλλά και αυτό ακόμη το προσδοκώμενο συνολικό ποσό του εισπραττόμενου φόρου: «διά του σαλιανέ την υπόθεσιν, μας εδίξατε ένα πλήθος άσπρων όπου πρέπει να πουλήσωμεν και αυτόν τον σαλιανέν και να μην εμπορέσωμεν να δώσωμεν αυτήν την ποσότητα»[52]. Η διατύπωση αυτή μας πληροφορεί για την πρακτική της μεταπώλησης των ήδη προαγορασμένων δημόσιων εισοδημάτων και για την παρεμβολή εν τέλει περισσότερων ενδιαμέσων από εκείνους που τυπικά προβλέπονταν. Το αποτέλεσμα έχει ήδη αναφερθεί: Υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση για τους υπηκόους και λιγότερα εισοδήματα στο οθωμανικό θησαυροφυλάκιο.

Όταν ο Παλαμήδης δεν πέτυχε καμία από τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, ο Παναγιωτάκης Καλογεράς τον απείλησε ότι στο εξής πρέπει να αρκεσθεί στον μισθό της αντιπροσώπευσης του καζά: «Ο μισθός του βετζαλετίου σας είναι διά γρόσια εξακόσια τον χρόνον και ό,τι δούλευσιν κάμετε κατά τον μαδέν να γίνεται και το ηκράμι σας. λοιπόν βαστάτε το παρόν γράμμα μου διά βεβαίωσίν σας ότι μόνον εξακόσια γρόσια έχετε να λαμβάνετε από τον καζάν μας χρόνον καιρόν διά το βετζαλετλίκι σας, και να μην ηξεύρωμεν τίποτα άλλο»[53]. Πράγματι η είσπραξη του ετήσιου μισθού και μόνον συνιστούσε απειλή για τον Παλαμήδη, καθώς αποτελούσε πενιχρή υποδιαίρεση των προσδοκώμενων αμοιβών του και ισοδυναμούσε περίπου με το προτεινόμενο «δώρο» για τη διεκπεραίωση της εξορίας, υπολειπόταν δε από το «δώρο» για την εξασφάλιση του μουκατά κατά 40%.

Θα μπορούσαμε να χρεώσουμε την αποτυχία στον Παλαμήδη και να του αποδώσουμε αναποτελεσματικότητα και πλεονεξία. Είναι όμως γεγονός πως ανεξάρτητα από τις προσωπικές του ικανότητες, οι σύγχρονες πηγές μαρτυρούν συλλήβδην τη δραματική υπερφόρτωση των φορολογικών υποχρεώσεων αλλά και του κόστους των προσφυγών προς την εξουσία από εντεταλμένους διαμεσολαβητές, μουσουλμάνους ή χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, ή και οθωμανούς αξιωματούχους.

Ενδεικτικό της διαφθοράς και της συνακόλουθης επιβάρυνσης των οικονομικών της κεντρικής εξουσίας αλλά και των πνιγηρών κοινοτικών υποχρεώσεων είναι το παρακάτω παραστατικό απόσπασμα που προέρχεται από επιστολή των προεστών της Πάτρας προς «ενδοξομεγαλειώτατον» αξιωματούχο του Μορέως:

«ηδέ τώρα τίνος να αναφέρομεν τοιαύτες προτάσεις, και ποίος να μας δώση ακρόασιν επειδή και το σεντούκι της πολιτείας μας έχει πληρωμένα τριών χρόνων αγαλίκι της ενδοξομεγαλειότητός σας, έχει και πληρωμένα εις βασιλεύουσαν εξήντα τόσες χιλιάδες γρόσια, και από μουκατά ένας παράς δεν έπεσε μέσα εις το σεντούκι, καθώς σας είναι γνωστόν, τι να ειπούμε του κόσμου εφένδη μου;» (1817, Ιουλίου 7, Πάτρα, υπογράφουν οι Νικόλαος Λόντος και Γεράσιμος Μαντζαβίνος)[54].

Ένα χρόνο νωρίτερα, πριν διαδραματιστούν τα όσα αναφέρθηκαν για τη Μονεμβασιά, ο Παλαμήδης, ως αντιπρόσωπος του καζά της Τριπολιτσάς στην Πόλη, είχε αναλάβει να επηρεάσει τον διορισμό του νέου δραγουμάνου του Μοριά, την ίδια στιγμή που η ανταγωνιστική συμμαχία των Περρουκαίων του Άργους επιχειρούσε στην Κωνσταντινούπολη να διορίσει στην ίδια θέση έναν δικό της άνθρωπο.

Ο Σωτήρος Κουγιάς, προεστός στην Τριπολιτσά, αφού εξηγεί πώς ο απερχόμενος δραγουμάνος Γεώργιος Ουαλεριανός απέσπασε 15.000 γρόσια εκβιάζοντας τους κοτζαμπάσηδες ότι θα γνωστοποιήσει μυστικές συμφωνίες τους κατά των οθωμανών τοπικών αρχόντων, συμβουλεύει τον βεκίλη και ανηψιό του, τον Ρήγα Παλαμήδη, να φροντίσει για τον διορισμό κάποιου από την οικογένεια των Σαμουρκάσηδων και τον διαβεβαιώνει πως τόσο αυτός όσο και ο νέος δραγουμάνος θα πληρωθεί από το «κοινόν» για τα έξοδα του σχεδιαζόμενου διορισμού:

«προ ημερών εμίσευσεν απ’ εδώ ο δραγουμάνος, διά τα αυτόθι [… και] διά να μην μαρτυρήση μερικά μυστικά οπού είχε με τους προεστούς περί βουτζούχηδων[55] τους επήρε μετρητά διά χαρτζιράχι[56] γρόσια δεκαπέντε χιλ:δ […] κάμε τρόπον να πάρη την δραγομανίαν κανένας από τους σαμουρκάσηδες και πάρε τον και ένα χετιέ, και αν κάμη και τίποτες έξοδα, με τον ερχομόν του τα παίρνει από τον μωρέα, καθώς και η ευγενεία σου, και η προκοπή σας είναι το να παρακινήσης να μας έλθη παρόμοιον υποκείμενον ως άνωθεν σοι γράφω.» (Τριπολιτζά, μαΐου 31, 1819, υπογράφει ο Σωτήρος Κουγιάς)[57].

Κατά παραγγελία, λοιπόν, του Σωτήρου Κουγιά, ο Παλαμήδης με ομολογία στο δικό του όνομα εκταμίευσε 5.300 γρόσια από τον έμπορο και τραπεζίτη Γεώργιο Ιωάννου για να αντιμετωπίσει τα λεγόμενα έξοδα «της Δραγουμανίας». Από την πλευρά του το ταράφι[58] των Περρουκαίων «διά την αποπεράτωσιν της Δραγουμανίας εις υποκείμενον οπού η εποχή απαιτεί»[59] και του «βεκιαλετίου», δηλαδή της αντιπροσωπίας, καταχρεώθηκε με 20.250[60] γρόσια. Μετά τον διορισμό του Σταυράκη Ιωβίκη που φαίνεται πως υποστήριζαν οι Περρουκαίοι, και τα δύο μέρη βρέθηκαν φρικτά καταχρεωμένα.

Ο Ρήγας Παλαμήδης αρνήθηκε να πληρώσει την οφειλή του και ο Γεώργιος Ιωάννου, ως «πραγματευτής που δεν ημπορεί να σφαλιέται με τόσην ποσότητα διά καιρό»[61], επειδή και αυτός «χρεωστούσε πολλά άσπρα, και περισσότερον δεν Ιμπορούσε να υποφέρει»[62], δρομολόγησε εν τέλει την αναγκαστική τμηματική εξόφληση του κεφαλαίου (5.300 γρόσια) και των τόκων (1.000 γρόσια, επιτόκιο 19%) μετακυλίωντας σε τρίτους το χρέος του Παλαμήδη[63]. Επειδή ούτε και αυτό τελεσφόρησε, ασκήθηκαν στον Παλαμήδη συναισθηματικές πιέσεις και προτροπές ακόμη και από το προσωπικό του περιβάλλον και, τέλος, διατυπώθηκαν απειλές για παρέμβαση του εν ενεργεία δραγουμάνου, του Κιαμήλμπεη, και των οθωμανικών αρχών[64], τις οποίες, κατά πάσα πιθανότητα, απέφυγε λόγω της έκρηξης της Επανάστασης.

Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω μια σειρά από ενδεικτικές τιμές, έτσι όπως παρουσιάζονται στα τεκμήρια, ώστε τα υπέρογκα ποσά που μόλις προηγουμένως αναφέρθηκαν, να τοποθετηθούν στην κλίμακα των τιμών της εποχής:

Σύμφωνα με τις τιμές που καταγράφονται στα κατάστιχα καθημερινών εξόδων της οικογένειας Δεληγιάννη, το 1818 μία οκά σιτάρι κόστιζε 19 παράδες, ενώ στις αρχές του 1821 το «μεροδούλι» του ράφτη ετιμάτο 1,5 γρόσια[65]. Με δεδομένο ότι ο Felix Beaujour εκτιμά σε 154 οκάδες το βιοτικό ελάχιστο της κατανάλωσης δημητριακών κατ’ άτομο και αρκετά λιγότερες από 265 τις εργάσιμες μέρες του χρόνου – επειδή οι θρησκευτικές αργίες ήταν 100 –[66], αν εφαρμόσουμε τις παραπάνω τιμές στις εκτιμήσεις του, ο «χετιγιές» των 1.000 γροσιών αντιστοιχούσε περίπου στην ετήσια κατανάλωση δημητριακών 13 ατόμων, ενώ το ετήσιο εισόδημα ενός ράφτη που απασχολείτο 200 μέρες τον χρόνο, αποτελούσε το μισό από το κανονικό εισόδημα της βεκιλίας, με το οποίο «απειλήθηκε» από τον δυσαρεστημένο κοτζάμπαση της Μονεμβασιάς ότι θα αμειφθεί ο Παλαμήδης, αν δεν διεκπεραίωνε τις υποθέσεις που ανέλαβε.

Σ’ αυτές τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ακόμη και τα μέρη της αντίπαλης συμμαχίας, ο Αθανάσιος Κανακάρης και ο Δημήτριος Περρούκας, οι οποίοι πέτυχαν τον διορισμό του δικού τους ανθρώπου στη θέση του δραγουμάνου του Μοριά, δεν βρίσκονταν σε καλύτερη θέση. Από την Κωνσταντινούπολη απηύθυναν δραματική έκκληση προς τους υπολοίπους της κομματικής τους μερίδας για την εξόφληση των χρεών που προκάλεσαν οι σχετικές μεθοδεύσεις: «ημείς δε αδελφοί ευρισκόμεθα εις τας στενοχωρίας των εξόδων μας διά τα συμβάντα μας δεινά και την αποπεράτωσιν και της Δραγουμανίας και του βεκιαλετίου και τους κινδύνους υπερπηδήσαντες τη θεία δυνάμει προλαβόντως ήδη επηρρεαζόμεθα υπό των δανειστών και χρήζομαι της αδελφικής συνδρομής και βοηθείας σας […] ελπίζομεν να μεταχειρισθήτε διά την ησυχίαν ημών εκείνον τον ζήλον και την προθυμίαν οπού εμείς εδείξαμεν εις εκτέλεσιν των γεγραμμένων σας»[67].

Η αλυσίδα των χρηματισμών και της καταχρέωσης, που μόλις παρακολουθήσαμε απορρύθμιζε ολοκληρωτικά τους οικονομικούς συντελεστές της τοπικής κοινωνίας αλλά και της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης. Οι διαμεσολαβητές, όσο και αν χρηματίζονταν, εν τέλει συνθλίβονταν από το βάρος της εντεινόμενης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, το δε εμπορικό κεφάλαιο φαίνεται πως έβγαινε επίσης ζημιωμένο κάθε φορά που αναλάμβανε να χρηματοδοτήσει τις συνήθεις οθωμανικές «επενδύσεις». Αυτή είναι και η άποψη ενός συνεργάτη του Γεωργίου Ιωάννου σε εμπορική επιστολή που του απευθύνει στις 31/12/1820 για την εκτέλεση χρηματικών εντολών, αλλά και για να εκφράσει τις ευχές του για το «αίσιον νέον έτος» 1821: «βλέπομεν τα περί αγοράς μουκατάδων λεγόμενά σας αλλά παρόμοια μασλαχάτια[68] φίλοι δεν ανακατωνόμεθα επειδή είναι τούρκικες δουλειές»[69]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η νέα εποχή έχει ανατείλει.

Η βεβαιότητα για τις ανατροπές που εκβάλλουν στην επανάσταση δεν προκύπτει και μόνο εκ του ασφαλούς γεγονότος της επιτέλεσής της. Έχουν ήδη κατατεθεί στη βιβλιογραφία οι ραγδαίες οικονομικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις που επέφερε η τοποθέτηση των κεφαλαίων των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας σε εμπορικές και διαμετακομιστικές δραστηριότητες εκτός του ασφυκτικού χώρου της οθωμανικής επικράτειας[70]. Εν ολίγοις, το κολοσσιαίο κόστος της πολιτικής μεσολάβησης στη διαχείριση του παραγόμενου προϊόντος, έτσι όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται και στα παραδείγματα που εκτίθενται παραπάνω, απεργάστηκε τη γενικευμένη αποδιάρθρωση του συστήματος. Χωρίς αμφιβολία οι ενδημικές εξωοικονομικές παρεμβάσεις στον χώρο της παραγωγής και του εμπορίου, τις οποίες πραγματοποιούσε λεηλατικά και ανορθολογικά η οθωμανική πολιτική, κατέληξαν στην ασφυκτική δυσλειτουργία και εν τέλει στην κατάλυση του πολιτικού και οικονομικού της μοντέλου. Στην ευχετήρια επιστολή που ο προαναφερθείς χριστιανός και ελληνόφωνος έμπορος έστειλε στον Γεώργιο Ιωάννου, κατατίθεται εύγλωττα μια ήδη συντελεσμένη ανατροπή: Τα χριστιανικά κεφάλαια των υπηκόων της αυτοκρατορίας όχι μόνο έχουν βρει κερδοφόρα διέξοδο στο εξωτερικό, αλλά μπορούν να περιφρονούν τις επενδυτικές στρατηγικές που ευδοκιμούσαν στην καρδιά της οθωμανικής εξουσίας, και να προσανατολίζουν τις δικές τους σε άλλα θεσμικά και οικονομικά περιβάλλοντα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Από τη σχετική βιβλιογραφία αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: Σ. Ασδραχάς, «Φορολογικές και περιοριστικές λειτουργίες των κοινοτήτων στην τουρκοκρατία», στο Σ. Ασδραχάς (επιμ.), Οικονομία και νοοτροπίες, Αθήνα 1988, σ. 123-143, του ιδίου, «Νησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες», Τα Ιστορικά, 5/8 (1988), σ. 3-36, 5/9 (1988), σ. 229258, Σ. Πετμεζάς, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών και κοινωνική ιεραρχία. Η στρατηγική των προυχόντων. Ζαγορά 1784-1822», Μνήμων, 13 (1991), σ. 77-102, Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821)», Μνήμων, 23 (2001), σ. 67-98.

[2] Μ. Πύλια, ό.π., σ. 68.

[3] Βλ. και Μ. Πύλια, ό.π., σ. 70-74.

[4] Στο ίδιο, σ. 74.

[5] Αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: J. Alexander, «Some aspects of the strife among the moreot Christian notables, 1789-1816», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, 5 (1974-75), σ. 473-504, Δ. Σταματόπουλος, «Κομματικές φατρίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο», Ίστωρ, 10 (1997), σ. 185-233, M. Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chre- tiens…», στο Antonis Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850, Proceedings of an International Conference, December 2003, Ρέθυμνο 2007, σ. 137-147.

[6] Βλ. παρακάτω την περίπτωση Δεληγιάννη, Παπατσώνη και Παπαλέξη, υποσημ. 36, 38, 39.

[7] Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, Αθήνα 1976, σ. 28.

[8] ΓΑΚ, Συλ. Γιάννη Βλαχογιάννη, φάκελος Γ1β, υποφάκελος Ρ. Παλαμήδη.

[9] Χρημάτισε σε πολύ νεαρή ηλικία γραμματέας του πασά του Μοριά, και μάλιστα κατά την περίοδο που δραγουμάνος ήταν ο πατριός του Θεοδόσης Μιχαλόπουλος, και διορίστηκε βεκίλης το 1818, σε ηλικία 24 ετών· βλ. ΓΑΚ, ό.π.

[10] Πρόκειται για πλούσιο αρχείο που βρίσκεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (ΙΕΕΕ). Παραθέτω παρακάτω τα έγγραφα που χρησιμοποιώ με την ταξινομική τους ένδειξη.

[11] Όπως προκύπτει από το αμέσως παραπάνω αρχειακό υλικό· βλ. και υποσημ. 55-56, 65.

[12] Ευτυχία Λιάτα, Αρχεία της Οικογένειας Δεληγιάννη, Γενικό Ευρετήριο, Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αθήνα 1992.

[13] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Σωτήρου Κουγιά, Τριπολιτζά 01/05/1819.

[14] Τα αρχεία που χρησιμοποιώ εδώ αλλά και τα Απομνημονεύματα των προεστών βρίθουν από σχετικές καταγγελίες. Πρόκειται για πάγια τακτική τόσο των χριστιανών τοπικών αρχόντων όσο και των οθωμανών αξιωματούχων, την οποία υποδαύλιζε η κεντρική εξουσία για να διατηρεί τον έλεγχο. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, τ. 16/1, Αθήνα 1957, σ. 19-21, Π. Παπατσώνη, Απομνημονεύματα από των χρόνων της τουρκοκρατίας μέχρι της βασιλείας Γεωργίου Α’, Αθήνα 1993, σ. 32-34, 52-53.

[15] «Ηξεύρω αυθέντα μου ότι οι μουκατάδες και μποξιάδες έρχονται του μόρα βαλισί και όθεν θέλει τους δίδει, πλην και από αυτού ανίσως και γράψουν του μόρα βαλισί δεν κάνει αλέως», ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[16] Η υπόθεση αυτή απασχολεί τόσο τον προεστό Τριπολιτσάς Σωτήρο Κουγιά που καθοδηγεί τον Ρήγα Παλαμήδη, όσο και την οικογένεια Περρούκα. Είναι προφανές πως υποστηρίζουν διαφορετικό υποψήφιο. Βλ. υποσημ. 57, 67.

[17] ΓΑΚ, επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, ό.π.

[18] Βλ. παρακάτω, υποσημ. 67.

[19] «Δοσίματα δι’ άλλα τινά αντικείμενα λεγόμενα, […] μάλι μουρτεκιμπίν [;] Διά τα δημευθέντα κατά την επανάστασιν των 1769 πράγματα τινά, αλλ’ επιστραφέντα διά της αποδοχής της επαρχίας του να πληρώνει δι’ αυτά ετήσιον τι δόσιμον ως τοιούτον, επλήρωνε η επαρχία αύτη διά τα κτήματα των Ζαΐμηδων αδελφών, Παναγιώτη και Αδρούτζου και Γιάν- νη», ΓΑΚ, ό.π., φάκελος Γ1α, έγγραφο 82.

[20] Σωρεία μαρτυριών μας πληροφορούν για τον χρηματισμό των αρχών και την εξαγορά των αξιωμάτων. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει και η διαδικασία που ακολουθείται στην προαγορά των φόρων από τον Ρήγα Παλαμήδη για λογαριασμό του Χουσεΐν Μπέη Χασάν Μπέη Ζαδέ. Βλ. παρακάτω, υποσημ. 49.

[21] Για τις συμπεριφορές αυτές γενικά βλ. Σ. Ασδραχάς, Οικονομία και νοοτροπίες, σ. 167, 168· για τον αποθησαυρισμό βλ. Ε. Φραγκάκη-Syrett, Το εμπόριο της Σμύρνης τον 18ο αιώνα (1700-1820), Αθήνα 2010, σ. 2· για την επιδεικτική κατανάλωση βλ. Μ. Καλλινδέρης, Τα λυτά έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης 1676-1808, Θεσσαλονίκη 1951, σ. 90-102 και Ν. Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό κράτος από το χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη, Αθήνα 1993, σ. 309-311.

[22] Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Οικογένειας Δεληγιάννη, ΙΙΙ. Λογαριασμοί, φάκελος 1, υποφάκελος 4: «ότι πράγμα μας επήραν από τα οσπίτια μας 1816: Φεβρουαρίου 7:» και φάκελος 2, υποφάκελος 3.

[23] nazir: Επιβλέπων.

[24] Στα παραθέματα διατηρείται η ορθογραφία των πηγών. 13/07/1817, Τριπολιτζά, ΙΕΕΕ, έγγραφο 47396. Ίσως πρόκειται για τα 50,25 στρέμματα που φέρεται να κατέχει και να εκμεταλλεύεται στον Βάλτο του Άργους· βλ. ΓΑΚ, ό.π

[25] Πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για τον βοϊβόδα των Πατρών, «άνθρωπον εγνωσμένης φρονήσεως», όπως παρατηρεί ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο οποίος από τον Ιούνιο ώς τον Νοέμβριο του 1820 διορίστηκε καϊμακάμης, δηλαδή αντικαταστάτης του νέου πασά του Μοριά Χουρσίτ. Βλ. Κ. Δεληγιάννης, ό.π., σ. 100-101.

[26] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45416/2, 18/03/1820, Τριπολιτζά, (υπογραφή Σωτήρος).

[27] Βλ. περισσότερο αναλυτικά, Μ. Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIX siecle: fonctions et comportements», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Paris I, Pantheon Sorbonne, Παρίσι 2001, σ. 203-213, 217-242, 338-348 και της ιδίας, «Η γαιοκτησία στην περιοχή της Τριπολιτσάς κατά την τουρκοκρατία», Τα Ιστορικά, 17/33 (2000), σ. 229-252.

[28] Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[29] Πρόκειται για τους Δεληγιανναίους, την οικογένεια Παπατσώνη και Παπαλέξη: «η προστάτριά μας Μπεϊάν Σουλτάνα αδελφή του Σουλτάν Σελίμη, είχε μαλικιαινά (φέουδον) τας εξ επαρχίας της Πελοποννήσου, την Καρύταιναν, το Φανάρι, την Αρκαδιάν, το Νεόκαστρον, τα Εμπλάκικα και την Καλαμάταν εις τας οποίας είχεν επιτρόπους τον πατέρα μου Δεληγιάννη, τον Παπααλέξην και τον Παπατσώνην υπέρ τα εικοσιπέντε έτη, και εσύναζον τα εισοδήματά της»· βλ. Κ. Δεληγιάννης, ό.π., σ. 58.

[30] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 124, 125, 188, 344, της ιδίας, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 79-80.

[31] Μ. Πύλια, «Η γαιοκτησία», ό.π., σ. 242-243.

[32] Y. Nagata, Muhsin-zads MehmetPa^a ve Ayanhk Muessesesi, Τόκιο 1976, σ. 63.

[33] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 55-56.

[34] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 75 και της ίδιας, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[35] Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Δεληγιάννη, ΙΙΙ, Λογαριασμοί, υποφάκελος 2.

[36] «Ενοικίασεν δε ταύτην [την επαρχίαν] ο παπούλης ημών συγχρόνως τον επικαρπίας φόρον αυτής διά δέκα πέντε χιλιάδας γρόσια κατ’ έτος […] Εις δε το πρώτον έτος της ενοικιάσεως του 1772 εισεπράχθησαν κατά τα σωζόμενα κατάστιχα του παπούλη μου […] εγέμισεν το όλον της ενοικιάσεως της εσοδείας της πρώτης χρονιάς εξήκοντα οκτώ χιλιάδες και οκτακόσια γρόσια, αριθ. 68.800», Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 30-31.

[37] Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 32-34.

[38] Στο ίδιο, σ. 32.

[39] M. Pylia, «Conflits politiques», ό.π., σ. 142.

[40] Μ. Οικονόμου, ό.π., σ. 26.

[41] Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[42] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 138, 139.

[43] Στο ίδιο, σ. 224-229.

[44] Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 31.

[45] «[…] και από τον ρηθέντα αλή μπέην ηπραχήμ μπέη ζαδέν έγινεν ηντιφάκι, και εσυνάχθησαν όλον επτά αγάδες και συνομίλησαν μυστικώ τω τρόπω ότι δεν είναι άλλος τζαρές παρά να τον γράψουν εις το κραταιόν δεβλέτι, οπού να γίνη νέφι. και να σταλθή εις ένα μέρος να ησυχάση ο τόπος. να παύσουν τα νευσανιγιέτια και τα κακά του τόπου […] όθεν διά αγάπην θεού πάσχισε εις τούτο οπού να γενή νέφι και να εξορισθή εις τόπον μακρινόν, να ησυχάση ο κόσμος, ότι μας εχάλασεν τον τόπον δύο φοραίς έφερε το κάστρον εις το φεσάτι, και ακολούθησαν έξι επτά σκοτώματα τουρκών και δύο χριστιανών. και ώστε να ειρηνεύσουν εδοκίμασεν ο κόσμος τόσα έξοδα»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[46] ΓΑΚ, ό.π., στην ίδια επιστολή, και σε άλλη του ιδίου, Τριπολιτζά, 25/11/1820.

[47] mukata’a: Εκμίσθωση δημόσιων εισοδημάτων για περιορισμένη διάρκεια, κατά προτίμηση ετήσια.

[48] salyane: Χρονιάτικο, ετήσια δημόσια εισφορά.

[49] «Ανίσως και μας αληβερντίζετε και τον μουκατάν, χίλια γρόσια σας υπόσχομαι διά χετιγιέν σας. ανίσως και διά τον σαλιανέν με του θεού την βοήθειαν μας ηθέλατε τον μισόν διά να τον λάβω, τάξιμον φίλε μου δεν σας κάνω, όμως το χισμέτι σας είναι μεγάλον ο χετιγιέ σας είναι πολλά μεγαλήτερος και εγώ όλος ηδικός σας»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Μουσταφά Χασάν Μπέη Ζαδέ, Μονεμβασιά, 12/04/1820.

[50] «Φαίνεται ότι σας έδειξαν διά αυτήν την υπόθεσιν δύο χιλιάδες γρόσια, όμως εγώ ο δούλος σας ημπορώ να τα κάνω δύο ήμισυ χιλιάδες γρόσια οπού να εξοδεύσετε εις ταις πόρταις και να μείνουν και της ευγενείας σας διά τους κόπους σας»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[51] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Μουσταφά Χασάν Μπέη Ζαδέ, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[52] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Τριπολιτζά, 23/09/1820.

[53] Στο ίδιο.

[54] ΙΕΕΕ, έγγραφο 47395.

[55] vucuh: Οι μουσουλμάνοι τοπικοί άρχοντες.

[56] harc-i rah: Οδοιπορικά

[57] ΓΑΚ, ό.π.

[58] taraf: Κομματική μερίδα.

[59] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45415/1.

[60] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45412.

[61] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Σωτήρου Κουγιά, Τριπολιτζά, 27/12/1719.

[62] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Γεώργιου Ιωάννου, Τριπολιτζά 06/07/1720.

[63] «Λοιπόν αδελφέ το χάλι μου σου το έγραψα […] σήμερον σας τραβώ μίαν πόλιτζαν εις βάρος σας και εις ορδινίαν των κωνσταντίνου δεσποτόπουλου διά γρόσια έως 300: οπού ήταν το κεφάλαιο γρόσια 5300: και το διάφορον ενός χρόνου γρόσια 1000: τα οποία παρακαλώ τον αδελφόν να τα πληρώσετε, λαμβάνοντες την πόλιτζάν μου, και το ίσον της ομολογίας σας οπού εις χείρας της σας στέλνω, και έπειτα με γράφετε και σας στέλνω και την καθ’ αυτό σας ομολογίαν»· βλ. στο ίδιο.

[64] «Λοιπόν παρακαλούμε φίλοι κάμετε ό,τι κάμετε, βιάσατέ τον η αυθεντία σας έχετε αυτού μέσα πολλά και διά του Δραγουμάνου σας υποχρεώσατέ τον να μας πληρώση το αυτό χρέος του οσάν περικλείομε και δύο μανσούπια τουρκικά προς τον καμίλ μπέϊν και μέσον της ενδοξότητος του προσπαθήσατε να αποσπάσετε το δίκαιόν μας επειδή εις την πα- ραμικράν άργηταν είμεθα βιασμένοι να στέλωμεν μουμμπασίρην να τον φέρη εδώ και τότε αν δύναται ας μη μας πληρώση»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Αθανασίου Παπάζογλου, χωρίς τόπο, 31/12/1820.

[65] Εταρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Οικογενείας Δεληγιάννη, ΙΙΙ, Λογαριασμοί, φάκελος 1, υποφάκελοι 3 και 6.

[66] F. Beaujour, Tableau du Commerce de la Grece, τ. 2ος, Παρίσι 1800, σ. 169.

[67] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45415/1, επιστολή Αθανάσιου Κανακάρη και Δημητρίου Περρούκα, Κωνσταντινούπολις 22/09/1819.

[68] maslahat: Δουλειές.

[69] ΓΑΚ, ό.π

[70] Βλ. ενδεικτικά, Β. Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, Αθήνα 1980, σ. 229-271, Ο. Κατσιαδή – Herring, Η ελληνική παροικία της Τεργέστης, 1751-1830, Αθήνα 1986, Απόστολος Διαμαντής, Τύποι εμπόρων και μορφές συνείδησης στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 2007, σ. 47-87, Μ. Α. Στασινοπούλου – Μ.-Χ. Χατζηϊωάννου (επιμ.), Διασπορά – δίκτυα – διαφωτισμός, [Τετράδια Εργασίας 28], ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2005.

 

Μάρθα Πύλια (1959-2012)

Ιστορικός – Καθηγήτρια Πανεπιστημίου

Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας:  Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση – © Θεόδωρος Δεβενές. 


 

 «Η Ελλάς ευρίσκεται εις τον ΙΒ΄ ή τον ΙΓ΄ αιώνα. Και άπασαι αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως ή αν επιθυμείτε του νομοθέτου οφείλουν να τείνουν εις το να την οδηγήσουν εις τον παρόντα αιώνα». 

Καποδίστριας προς Εϋνάρδο – Ναύπλιο, 9/21 Ιουλίου 1831.

 

      «… ωστόσο εμείς δεν θεμελιώνουμε την πόλη αποβλέποντας σε αυτό, πώς δηλαδή μία κοινωνική ομάδα θα είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά πώς ολόκληρη η πόλη θα ευτυχεί όσο το δυνατόν περισσότερο».

         Πλάτων, «Πολιτεία» – βιβλίο Δ΄, 419a (μετάφραση: N. M. Σκουτερόπουλος).  

                       

Η καποδιστριακή περίοδος παρουσιάζει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού τότε σημειώθηκε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας κράτους δικαίου στον ελληνικό χώρο. Διατυπώθηκαν επίσης και υπηρετήθηκαν στην πράξη, όσο αυτό ήταν δυνατόν, οι βασικές κατευθυντήριες αρχές για την ένταξη των Ελλήνων – μακροπρόθεσμα – στη χορεία των πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένων εθνών. Η προσπάθεια αυτή, που καταβλήθηκε εκ του μηδενός, αναμετρήθηκε με αντιλήψεις και νοοτροπίες που δεν συμβάδιζαν μεν με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, παρέμεναν όμως πολύ ισχυρές στους κόλπους των ηγετικών στρωμάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, έλαβε χώρα εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων (τη διετία 1828-29) και διπλωματικών διεργασιών που απειλούσαν τα ελληνικά δίκαια με οριστικό παραγκωνισμό. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόκολλο της 6ης Ιουλίου 1827 που είχαν συνυπογράψει Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, δεν υπήρχε πρόβλεψη για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 

  1. Εισαγωγή

Στη χώρα που έρχεται να κυβερνήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έχει συντελεσθεί δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι απώλειες του ενεργού πληθυσμού στις  περιοχές που απετέλεσαν από το 1830 το νέο κράτος, υπερβαίνουν το 1/3. Από τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του 1828 και αυτόν της προεπαναστατικής περιόδου, προκύπτει ότι ο πληθυσμός Πελοποννήσου, Ευβοίας, Τρικάλων, Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Άρτας και Νήσων (μαζί με Κρήτη, Σάμο και Χίο) έχει μειωθεί συνολικά κατά 38% (1.106.500 κάτοικοι, έναντι 1.791.500).

Από τις περιοχές που προαναφέρονται, ο πληθυσμός ειδικότερα της Πελοποννήσου έχει μειωθεί κατά 20%, του Μεσολογγίου κατά 45% και της Ναυπάκτου κατά 28%. Το οικιστικό κεφάλαιο έχει πλήρως καταστραφεί, ενώ πλήθος προσφύγων έχει σωρευθεί στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιο μέσο βιοπορισμού.

Οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες έχουν παραλύσει την οικονομική ζωή. Οι κατοχικές τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη μία και οι επαναστατικές δυνάμεις από την άλλη με τις αυθαίρετες συμπεριφορές  των αρχηγών τους προς τους κατοίκους της υπαίθρου, καθιστούν αβέβαιη την κατάληξη κάθε δραστηριότητας.  Τακτικά δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν, αφού η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος εκ μέρους των προυχόντων είναι συστηματική. Τα έσοδα από τα λιμενικά δικαιώματα έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε ιδιωτικά, ενώ οι δημογεροντίες είναι συχνά εστίες διαφθοράς, τελώντας υπό την προστασία των κατά τόπους ισχυρών. Η ελληνική πειρατεία έχει εξελιχθεί σε μάστιγα της Μεσογείου – μόνο οι Σπέτσες συμμετέχουν με περισσότερα από τριάντα πλοία. Έχουν  μάλιστα συσταθεί και μετοχικές εταιρείες, των οποίων μέλη (μεταξύ άλλων) είναι υπουργοί των επαναστατικών κυβερνήσεων και προεστοί των νησιών, ενώ το ίδιο το δικαστήριο των λειών αποτελείται από πειρατές και συνεταίρους τους. Διάτρητο και το σύστημα μισθοδοσίας και προμηθειών του στρατού: οι οπλαρχηγοί παρουσιάζουν καταστάσεις για 35.000 ενόπλους, ενώ αυτοί δεν υπερβαίνουν τις 15.000.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Εκτεταμένη νόθευση των Εθνικών Λογαριασμών εξάλλου έχει καταγράψει η αρμόδια Επιτροπή, με πόρισμά της προς τη Συνέλευση της Τρoιζήνας (1827). Ακόμη, από τα 50.000.000 και πλέον γρόσια που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες και καταλήψεις των εχθρικών φρουρίων, δεν έχει αποδοθεί σχεδόν τίποτα στο Δημόσιο Ταμείο. Τοπικές κοινωνίες επαίρονται ότι η περιοχή τους ποτέ δεν πλήρωσε φόρους, και ούτε θα επιτρέψουν ποτέ να καθιερωθεί γενική φορολόγηση. Η ατμόσφαιρα γενικευμένης ανομίας επισφραγίζεται από την πρακτική των κυβερνήσεων και των πληρεξουσίων του Έθνους να δίνουν προτεραιότητα στη μισθοδοσία βουλευτών και υπαλλήλων. Επιπρόσθετα, η κακή διαχείριση των δύο δανείων της περιόδου 1824-25 έχει αποκλείσει κάθε δυνατότητα δανεισμού από τα ξένα χρηματιστήρια. Τον Ιανουάριο του 1828 η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει εξωτερικό χρέος 2.800.000 στερλινών και εσωτερικό που ανέρχεται σε 30.000.000 φράγκα περίπου.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που παρέλαβε, ο Καποδίστριας εφαρμόζει άμεσα πολιτική αυστηρών οικονομιών, συνδυασμένη με την εκμετάλλευση κάθε εσωτερικού πόρου που μπορεί να εντοπισθεί. Εγκαθιδρύει σύστημα προμηθειών στις ένοπλες δυνάμεις, προβαίνει σε παραδειγματική τιμωρία των καταχραστών και επιβάλλει ισότητα στη φορολογία. Ακόμη, πετυχαίνει αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξάλειψη της πειρατείας (από τον πρώτο μήνα κιόλας) και την καταπολέμηση της ληστείας. Στην αναθέρμανση αυτή συντείνει και η προοδευτική επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, που κατορθώνεται μ΄ ένα συνδυασμό κυβερνητικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων. Με την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, τα δημόσια έσοδα του πρώτου οικονομικού έτους της διακυβέρνησής του (από Φεβρουάριο 1828 έως και Απρίλιο 1829), είναι αυξημένα κατά 240% σε σχέση με τα κανονικά έσοδα του 1823 (8.539.667 γρόσια έναντι 3.578.200). Στον προϋπολογισμό δε του δεύτερου έτους, εμφανίζονται αυξημένα κατά 81%. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση, για πρώτη φορά ενώπιον εθνικών αντιπροσώπων.

Μετά την εδραίωση της «Ελληνικής Πολιτείας», που επιβεβαιώνεται με τα ψηφίσματα της Εθνικής Συνέλευσης, η κυβερνητική δραστηριότητα σταδιακά κλιμακώνεται: Η Διοίκηση ενημερώνει αδιάλειπτα τις δημόσιες υπηρεσίες με εγκυκλίους, παρακολουθεί επισταμένως τα προβλήματα που ανακύπτουν και παρεμβαίνει καίρια για την επίλυσή τους, με υποδείξεις και νεότερες οδηγίες. Από την έρευνα συνάγεται επίσης ότι υπήρχε συνεχής αξιολόγηση του προσωπικού. Η βελτιωτική προσπάθεια αφορά και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου,  που εμπλουτίζεται με θεσμούς που προκαλούν και σήμερα εντύπωση, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Λιμένων, ο Επιθεωρητής Στρατού και ο Επιθεωρητής Τελωνείων Aργολικού κόλπου. Το σύστημα αυτό αποκτά την κορωνίδα του τον Σεπτέμβριο 1829, με την ίδρυση μίας ιδιαίτερης για τα δεδομένα της εποχής της Αρχής – της πρώτης με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική  Διοίκηση στα ελληνικά διοικητικά χρονικά. Ονομάσθηκε Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον.

 

  1. ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

α) Η θέσπιση 

 

Η νέα Αρχή δημοσιονομικού ελέγχου θεσμοθετείται με την αριθ. 14301 Πράξη της Κυβέρνησης (σύμφωνα με το ΛΔ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης), που δημοσιεύεται στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος στις 18 Σεπτεμβρίου [1].  Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, το Συμβούλιο συγκροτείται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ οι λειτουργίες που επιτελεί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ορίζονται ως εξής:

  • Δεν υπόκειται στην εξουσία Υπουργού (:«είναι ανεξάρτητον από το Υπουργικόν σώμα»). Αναφορά πεπραγμένων δίνει απευθείας στον Αρχηγό του Κράτους και μόνο σ΄αυτόν.
  • Έχει την αρμοδιότητα αναθεώρησης των δημοσίων οικονομικών από τις 6 Ιανουαρίου 1828 (ημερομηνία έλευσης του Κυβερνήτη στην Ελλάδα) έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1829.
  • Εξακολουθεί να έχει την ίδια αρμοδιότητα και για τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του Κράτους από 1ης Οκτωβρίου 1829 και μετά.
  • Είναι αρμόδιο να διενεργεί τον τελευταίο έλεγχο των λογαριασμών (:«θέλει επαγρυπνεί τελευταίον»), ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις ή σφετερισμοί χρημάτων.
  • Έχει την εξουσία να διενεργεί ή να διατάσσει επιθεωρήσεις και να καλεί τους Υπουργούς για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους υποβληθέντες λογαριασμούς των Υπουργείων, ή και για άλλα θέματα της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Οικονομίας και το Γενικό Φροντιστήριο υποχρεούνται να παραδώσουν τα αρχεία τους στο Συμβούλιο.
  • Ενημερώνει κάθε μήνα τον Γενικό Ταμία του Κράτους με λεπτομερή κατάλογο εισερχομένων και εξερχομένων χρηματικών ποσών.
  • Χορηγεί βεβαίωση (:«επίσημο εξοφλητικό») στον κάθε Υπουργό, μετά την θεώρηση των λογαριασμών του Υπουργείου του.
  • Προτείνει μέτρα βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών.

Με την ανωτέρω Πράξη ορίζεται ότι οι εργασίες του Συμβουλίου θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύονται επίσης  στην Γενική Εφημερίδα οι μηνιαίες απολαβές του Προέδρου και των μελών του. Πρόεδρος ορίζεται ο Γεώργιος Σπανιολάκης (μετέπειτα Γενικός Επίτροπος  του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και μέλη οι Χ. Οικονομίδης και Κ. Τασσίκας. Από έγγραφο μισθοδοσίας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, γνωρίζουμε ότι τη σύνθεσή του συμπλήρωναν δύο πάρεδροι και δύο μαθητευόμενοι. Μόνο ένας μικρός αριθμός εγγράφων του Συμβουλίου έχει διασωθεί. Πιθανόν αυτό να οφείλεται στην καταστροφή των αρχείων του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1893 μετά από απόφαση της Διοίκησής του [2], ή, το πιθανότερο, στην μη τήρηση οργανωμένων αρχείων για μεγάλο διάστημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, σε 207 φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.A.K.) που καλύπτουν την περίοδο Οκτωβρίου 1829 – Σεπτεμβρίου 1831 και περιέχονται στην ψηφιακή συλλογή «Αρχειομνήμων», φυλάσσονται συνολικά 98 έγγραφα του Συμβουλίου.

Τα 52 από αυτά βρίσκονται στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης (στο εξής: Γ.Γ.Κ.),  και τα 46 στα αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας (στο εξής: Ε.Ο.) [3]. Μαζί με έγγραφα που υπογράφονται από τον Καποδίστρια, τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Εσωτερικών Ν. Σπηλιάδη (Γραμματεία της Επικρατείας), ή τα μέλη της Επιτροπής Οικονομίας (δηλ. του Υπουργείου Οικονομίας, που διοικούνταν από τριμελή Επιτροπή), συγκροτούν ένα σώμα αξιόπιστων μαρτυριών για την δράση του συλλογικού αυτού οργάνου. Στη συνέχεια  παρατίθεται ένα απάνθισμα του ανευρεθέντος υλικού.

 

β)  Το Χρονικό

1829

 

– 1 Οκτωβρίου: Ο χρονικός προγραμματισμός τηρείται απόλυτα. Με το αριθ. 6 έγγραφό του, τo Συμβούλιο απευθύνει αίτημα προς την Επιτροπή Οικονομίας για την χορήγηση των απαραίτητων ποσοτήτων χαρτιού για τις αναφορές και τα σχέδια εγγράφων που θα συντάσσει. Με το αριθ. 9 έγγραφό του της ίδιας ημέρας, ζητεί από τον Ταμία της Ελλάδος (Ι. Δομπόλης) να του αποστείλει αντίτυπα και αντίγραφα των ψηφισμάτων και των διαταγμάτων με τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία του Γενικού Ταμείου (Ε.Ο.,Φακ.064/434 κ΄007.jpg αντίστοιχα).

– 21 Δεκεμβρίου: Τα πρώτα σοβαρά δείγματα γραφής του Συμβουλίου δίνονται με την αριθ. 28 αναφορά του προς Καποδίστρια, σχετικά  με τους λογαριασμούς δαπανών των προσωρινών Διοικητών Δυτικής Σπάρτης, Λακεδαίμονος και Πραστού, Κορινθίας, Μονεμβασιάς, Αίγινας, καθώς και του Γραμματέα (Υπουργού) των Εξωτερικών. Στους λογαριασμούς των Διοικητών η έρευνα του Συμβουλίου αναδεικνύει πλήθος λαθών, παρατυπιών ή παραλείψεων, όπως: έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για διενεργηθείσες δαπάνες, υπέρβαση του θεσπισμένου ορίου μισθοδοσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μη εγκεκριμένοι διορισμοί προσωπικού, μη επικυρωμένα παραστατικά δαπανών. Ακόμη επισημαίνει ότι, με εξαίρεση την Δημογεροντία Αίγινας, οι υπόλοιπες δεν αναφέρουν τίποτα για τα δικαστικά δικαιώματα των ειρηνοδικείων που έχουν εισπράξει. «Όσον αφορά τον λογαριασμό του Γραμματέα Εξωτερικών, οι επισημάνσεις αντανακλούν το πνεύμα οικονομίας του Κ.: η δαπάνη για την μεταφορά των αρχείων του Υπουργείου κρίνεται υπερβολική, ενώ τονίζεται ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα έξοδα «των πραγμάτων των υπαλλήλων». Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί να μην εγκριθούν οι δαπάνες αυτές. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις, είναι ενδεικτικές για την κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο ελεγκτικός μηχανισμός της εποχής (Γ.Γ.Κ., Φακ.228/251-3.jpg).

 

1830

 

– 15 Ιανουαρίου: Με το αριθ. 919 έγγραφό της, η Γραμματεία της Επικρατείας  εκθέτει στον Καποδίστρια αίτημα του Διευθυντή της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Ύδρας σχετικά με την οικονομική κάλυψή του για δαπάνη που κατέβαλε ο ίδιος, προκειμένου να εξοφληθούν λογαριασμοί του αστυνόμου του νησιού. Το ποσό έχει εκταμιευθεί στο διάστημα 8 Μαΐου – 9 Αυγούστου 1829. Από το έγγραφο συνάγεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τον  Έκτακτο Επίτροπο Ύδρας λόγω της έλλειψης των σχετικών αποδεικτικών, και ακόμη, ότι η Επιτροπή Οικονομίας έχει κρίνει την ανωτέρω υπόθεση ως ανεπίδεκτη επεξεργασίας. Αφού τονίσει ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η απουσία αποδεικτικών παλαιών λογαριασμών, η Γραμματεία παραθέτει την άποψη του Συμβουλίου – προφανώς για να παρακαμφθεί ο σκόπελος: Κρίνοντας με συγκατάβαση το αίτημα το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά για τον αιτούντα, με το σκεπτικό ότι: α) το συνολικό χρηματικό ποσό είναι μικρό, και β) προκαλείται δυσανάλογη με το θέμα ζημιά στην κυβέρνηση, όσο το αίτημα αυτό επανέρχεται στο προσκήνιο (Ε.Ο.,Φακ.087/534.jpg.).

– 24 Ιανουαρίου:  Με το αριθ.39 έγγραφό του προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξέταση των λογαριασμών του Προσωρινού Διοικητή Ναυπάκτου για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1829. Αναφέρεται ότι, εξετάσθηκε μεν ο λογαριασμός του Οκτωβρίου χωρίς να εντοπισθεί κανένα πρόβλημα, αλλά (ότι) δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, επειδή εμπίπτουν στα δημοσιονομικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν προς εξέταση το αργότερο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο ανωτέρω χειρισμός εναρμονίζεται – σύμφωνα με το έγγραφο – με τα άρθρα 25 και 29 του ΛΔ΄ Ψηφίσματος (E.O., Φακ.088/620.jpg).

18 Φεβρουαρίου:  Ένα έγγραφο του Συμβουλίου με ιδιαίτερη σημασία, αφού αφορά στην πολύκροτη υπόθεση των δύο δανείων της ανεξαρτησίας (αριθ.56):  Ειδοποιούνται οι διαπραγματευτές των δανείων Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης  να παραδώσουν στο Συμβούλιο όσα έγγραφα έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την υπόθεση. Η διεξαγωγή της προαναγγελλόμενης έρευνας έχει ορισθεί με την αριθ. 580 διαταγή του Κυβερνήτη.  Ακολούθως, με το αριθ. 59 έγγραφό του (25/2), το Συμβούλιο ενημερώνει τον Κ. ότι έχει ζητήσει από το αρχειοφυλακείο όλα τα σχετικά με τα δύο δάνεια έγγραφα και  ακόμη, ότι από τους δύο εμπλεκομένους έχει απαντήσει μόνο ο Α. Λουριώτης (Γ.Γ.Κ., Φακ.232/487. κ΄ 485.jpg). Οι ημερομηνίες δείχνουν ότι η ενημέρωση είναι άμεση, αφού ο εμπλεκόμενος έχει απαντήσει στις 24/2. Ο ίδιος υπενθυμίζει καταρχήν, ότι οι λογαριασμοί και τα αποδεικτικά των δύο δανείων έχουν διαβιβασθεί προ ετών στις προηγούμενες κυβερνήσεις και μάλιστα έχουν επικυρωθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας. Τα κατάστιχα όμως –συνεχίζει- παραμένουν στο Λονδίνο, εξαιτίας της «δεινής θέσεως» στην οποία περιήλθε όταν έσπευσε να δημοσιοποιήσει τις πράξεις της αρμόδιας για τα δάνεια Επιτροπής. Επικαλείται ακόμη την τότε ταραχώδη πολιτική κατάσταση (οπ.π., Φακ.231Β/103.jpg). Από την ροή των γεγονότων που παρατίθεται εδώ, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα της Πολιτείας να διαλευκάνει οριστικά την υπόθεση που είχε στερήσει το έθνος από κάθε πρόσβαση στον δανεισμό από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

– 19 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας με το έγγραφο αριθ.707, να αποστείλει προς εξέταση στο Συμβούλιο τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας Άργους ώστε να «αποδοθεί το δίκαιον κατά χείρα». Ο έλεγχος αποφασίζεται μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης εναντίον των δημογερόντων για την διαχείριση που ασκούν. Ο ομαδικός χαρακτήρας της αντίδρασης που διαφαίνεται εδώ, αλλά και η αυστηρή διατύπωση που χρησιμοποιείται στο έγγραφο επαληθεύουν αρνητικές πλευρές των δημογεροντιών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Την επομένη, με το αριθ. 57 έγγραφό του, το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας καθώς και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και έξοδα της πόλης (Ε.Ο.,Φακ.095/223 κ΄319.jpg. αντίστοιχα). Επανέρχεται δε στις 6 Μαρτίου με το αριθ. 68 έγγραφο, ζητώντας από την Επιτροπή πληρέστερη επεξεργασία των στοιχείων και ενημερώνοντάς την, ότι στο έργο της πρόκειται να την συνδράμει ο ίδιος ο Γραμματέας της Δημογεροντίας (Ε.Ο., Φακ.098/463.jpg.)

– 5 Μαρτίου: Το αριθ. 65 έγγραφο του Συμβουλίου προς τον Καποδίστρια  σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Μεγαρίδας. Τονίζεται ότι είναι εκ των πραγμάτων αμφισβητούμενη η ορθότητα των στοιχείων τους αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την ευθύτητα και εντιμότητα των μελών της επιτροπής, και επισημαίνεται, ότι μόνο η επιτόπια έρευνα του Συμβουλίου θα μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοπιστία τέτοιων λογαριασμών. Ακολούθως, υποδεικνύεται η απόρριψη της αμοιβής υπηρετικού προσωπικού που είχε χρησιμοποιηθεί από την επιτροπή,  ως μη νόμιμης (Ε.Ο.,Φακ.098/080.jpg).

– 13 Μαρτίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε στους λογαριασμούς της αλυκής Πύργου Ηλείας, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (έγγραφο αριθ.77). Αφού διαπιστώνεται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποσότητας αλατιού που παράχθηκε και αυτής που διακινήθηκε, και μετά από μελέτη των εγγράφων που συνταχθεί σχετικά από τον Έκτακτο Επίτροπο Ηλείας, την τοπική Δημογεροντία και το συνεργείο των εργατών που παρέλαβαν το αλάτι, το Συμβούλιο επιρρίπτει την ευθύνη στον επιστάτη της αλυκής. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία για την απουσία του κατά το κρίσιμο διάστημα λόγω ασθένειας, αφού ο ίδιος όφειλε να έχει βρει αντικαταστάτη άξιο της εμπιστοσύνης του Εκτάκτου Επιτρόπου και του ιδίου (Ε.Ο., Φακ.099/902-903.jpg).

15 Μαρτίου:  Μία αναφορά-μαρτυρία για την κατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1829 (αριθ. 81). Μετά την παύση του Γενικού Φροντιστηρίου και την ίδρυση στη θέση του της ενιαίας Γραμματείας  Στρατιωτικών και Ναυτικών (Νοέμβριος 1829), με κυβερνητική εντολή  παραδίδονται για έλεγχο στο  Συμβούλιο όλα τα έγγραφά του. Οι επισημάνσεις του ελέγχου: α) Έχουν εξαφανισθεί πολλά από τα εισερχόμενα έγγραφα, β) Λείπει το βιβλίο της Γενικής Αποθήκης Υλικού, δηλαδή των πολεμοφοδίων, τροφίμων κλπ., γ) Τα κατάστιχα των λογαριασμών είναι ατελή, αφού το διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου 1829 δεν έχουν γίνει καθόλου εγγραφές, δ) Ο Ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου, φροντιστές του στρατού Στερεάς και άλλοι υπάλληλοι, δεν έχουν παραδώσει ακόμη λογαριασμούς. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο δηλώνει ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τα ελεγκτικά του χρέη. Επίσης, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει για τις «μερικές απαιτήσεις» που διευθύνονται προς αυτό από κλάδους που υπάγονταν στην πρώην αρμόδια Αρχή (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/193-4.jpg).

17 Μαρτίου: Η αριθ. 84 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, με την οποία καταγράφεται προληπτική παρέμβασή του για την προστασία του δημόσιου χρήματος. Αφορά την πληρωμή μισθών πολιτικού προσωπικού του στρατεύματος Δυτικής Ελλάδας (υπό τον Ρ. Τσώρτς) για την οποία υπάρχει ήδη κυβερνητική εντολή προς το Γενικό Φροντιστήριο και έχει ορισθεί σχετικά και ο τρόπος της εκταμίευσης: το 1/3 του ποσού να δοθεί άμεσα και τα άλλα 2/3 σε πιο κατάλληλη περίσταση. Το Συμβούλιο ενημερώνει όμως, ότι  στη Ναύπακτο  υπάλληλοι ήδη πληρώθηκαν και το δεύτερο τρίτο του οφειλόμενου ποσού, με πρωτοβουλία του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή της Κυβέρνησης (Αυγουστίνος Καποδίστριας). Προς διευκόλυνση δε της Κυβέρνησης και για την αποφυγή οποιουδήποτε νέου λάθους, στο έγγραφο – αναφέρεται ότι – εσωκλείεται  κατάλογος των υπαλλήλων που δικαιούνται μισθό, με ξεχωριστά υπολογισμένες τις απαιτήσεις του καθενός (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/416-17.jpg).

– 29 Μαρτίου: Με το αριθ. 104 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει, κατόπιν αναφοράς του Συμβουλίου, την καταβολή δεδουλευμένων σε στρατιωτικούς που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του πρώην Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Η διατύπωση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα  της Αρχής που αναφέρεται απευθείας στον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα: «κατά την προς ημάς, υπ΄αριθ.96 αναφορά του Ελεγκτικού και Λογιστικού Συμβουλίου…»  (Ε.Ο.,Φακ.103/074.jpg).

–  12 Απριλίου: Με το αριθ. 111 έγγραφό του, το Συμβούλιο αναγγέλλει στην Επιτροπή Οικονομίας την άμεση διενέργεια ελέγχου λογαριασμών της Γραμματείας Στρατιωτικών. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Γραμματεία και αφορά μισθούς αξιωματικών μονάδων του Άργους. Ζητείται από την Επιτροπή Οικονομίας να ορίσει τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου αυτού και ακόμη να ορίσει δικό της εκπρόσωπο στη διαδικασία.  Την ίδια ημέρα ενημερώνει ότι, με εντολή της Κυβέρνησης, τα μέλη του Οικονομίδης και Τασσίκας θα παρευρίσκονται διαδοχικά στις δημοπρασίες των εθνικών προσόδων  (Ε.Ο., Φακ.105/966 και 964.jpg αντίστοιχα).

19 Απριλίου: Η αριθ. 116 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Βόνιτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου. Αφού επισημαίνει λάθη και κρίσιμες παραλείψεις στοιχείων προτείνει την κατάργηση των κατά τόπους τέτοιων επιτροπών, αφού, «το μέγιστον μέρος των προσόδων δαπανάται εις μακροχρονίους και  πoλυαρίθμους μισθούς και εις περιττά έξοδα». Καταλήγει δε με υποδείξεις για τους μισθούς που πρέπει να πληρωθούν σε μέλη της Επιτροπής και σε βοηθητικό προσωπικό, καταλήγοντας σε  συνολική δαπάνη σαφώς μικρότερη από τις απαιτήσεις των εμπλεκομένων  (Ε.Ο.,Φακ.111/152-155.jpg).

21 Απριλίου: Ομοίως, η αριθ.120 αναφορά σχετικά με το αίτημα του οπλαρχηγού Γ. Πεσλή για την μισθοδοσία 110 ατάκτων στρατιωτών που έχει υπό τις διαταγές του. Παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης καταρχήν, το Συμβούλιο αναφέρει την ύπαρξη σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γενικού Φροντιστηρίου και Φροντιστηρίου Δυτικής Ελλάδας, χωρίς να βρίσκεται όμως καταχωρημένη κάπου τελική απάντηση για το θέμα. Εξετάζοντας δε τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αποφαίνεται ότι το ανωτέρω στρατιωτικό σώμα δεν δικαιούται μισθό, αφού είναι από αυτά που συγκεντρώνονται και διαλύονται όποτε θέλουν. Η γνωμοδότηση αυτή συνιστά σημαντική πληροφορία για τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, αφού αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων στη μισθοδοσία και των μη τακτικών σωμάτων. Σημειώνεται ότι η συνέχιση της χρηματοδότησής τους έχει αποφασισθεί από  τον Κυβερνήτη ήδη από το 1828, με το σκεπτικό ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα αποτρεπόταν ληστρική δράση εκ μέρους τους  (Γ.Γ.Κ., Φακ.237Α/488.jpg).

–  28 Απριλίου: Με το αριθ. 267 έγγραφό της, η Γραμματεία Στρατιωτικών ζητεί από το Συμβούλιο την συνδρομή του για σοβαρό ζήτημα που έχει εγερθεί σχετικά με την μισθοδοσία των ευζωνικών ταγμάτων Μεγάρων, κατά το διάστημα Μαρτίου – Οκτωβρίου 1829. Όπως τονίζεται στο έγγραφο, ο αρχηγός των ανωτέρω σωμάτων ισχυρίζεται ότι οι μισθοί αυτοί δεν καταβλήθηκαν. Το θέμα ανάγεται στην περίοδο λειτουργίας του Γενικού Φροντιστηρίου  (πριν την ίδρυση του Συμβουλίου) και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του Συμβουλίου (Ε.Ο.,Φακ.108/264.jpg).

3 Μαΐου: Έγγραφο του Κυβερνήτη (αριθ.1302) προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με την εξέταση των λογαριασμών του Εκτάκτου Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδας. Ο ίδιος τονίζει ότι κρίνονται επαρκείς οι εξηγήσεις του Επιτρόπου για το θέμα της υπέρβασης δαπανών που έχει προκύψει, και επιτρέπει να πιστωθεί τελικά ο λογαριασμός του Επιτρόπου με το ανάλογο ποσό. Επίσης, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αποστείλει στο Συμβούλιο και το δικό του έγγραφο μαζί με την αιτιολογική αναφορά δαπανών του ανωτέρω αξιωματούχου (Ε.Ο.,Φακ.111/492.jpg).

3 Μαΐου: Ο Κυβερνήτης αποστέλλει την προαναφερόμενη έκθεση του Συμβουλίου για την επιτροπή προσόδων Βόνιτσας κ.λπ. στην Επιτροπή Οικονομίας, με το αριθ. 1300 έγγραφο. Εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου για χορήγηση μισθού μόνο οκτώ μηνών στα μέλη της επιτροπής προσόδων και αυστηρά υπό τον όρο ότι θα παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις. Αλλιώς – τονίζει – να μην αμειφθούν καθόλου. Ακόμη, ότι δεν θα πρέπει να λάβουν μισθό όσοι εκ των υπαλλήλων δεν συμπεριλαμβάνονται στους σχετικούς καταλόγους της Επιτροπής Οικονομίας (Ε.Ο.,Φακ.111/150.jpg).

8 Μαΐου: Έγγραφο του Συμβουλίου (αριθ. 144) προς την Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφορικά με οικονομικές απαιτήσεις του στρατηγού Γιατράκου από το Δημόσιο κατόπιν δαπανών που κατέβαλε ο ίδιος για έργα στο φρούριο Μυστρά. Όπως προκύπτει από την εξέταση των σχετικών λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου της περιοχής Μάνης:  α) Ο Επίτροπος δεν αναφέρει την ύπαρξη χρέους προς τον στρατηγό (500 γρόσια) παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού προς αυτόν (3500 γρόσια), και β) Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει συμπεριληφθεί στο σύνολο των εξόδων χωρίς να υπάρχει γι΄αυτό σχετική εντολή της Κυβέρνησης. Για την οριστική επίλυση του ζητήματος το Συμβούλιο ζητεί τον αριθμό της εντολής, και ακόμη, εφιστά την προσοχή της Γραμματείας Στρατιωτικών σε νέα έγγραφα που ήδη έχει αποστείλει ο πρώην Επίτροπος Μάνης (Ε.Ο.,Φακ.111/698.jpg).

13 Μαΐου: Η αριθ. 147 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, αναφορικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν οι δαπάνες που έγιναν με πρωτοβουλία του χειρουργού του Νοσοκομείου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στο κτήριο. Το Συμβούλιο εγκρίνει την κάλυψη των δαπανών με μία έξυπνη συλλογιστική: με δεδομένη την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, υπολόγισε την δαπάνη ανά νοσηλευόμενο. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα «της τροφής, της περιποιήσεως, ιατρικών και μισθού των δουλευτών» κρίνει το τελικό αποτέλεσμα ως ιδιαίτερα οικονομικό (30 λεπτά του φοίνικα ανά άτομο). Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο φρόντισε και έλαβε ακριβείς – και ιδιαίτερα εγκωμιαστικές-πληροφορίες για την ποιότητα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, από τον Διοικητή του Νοσοκομείου και από εκπρόσωπο επιτροπής που είχε συσταθεί για το θέμα των δαπανών. Προτείνεται ακόμη η σύσταση τριμελούς επιτροπής επιστασίας του Νοσοκομείου, που θα συγκροτηθεί από προβεβλημένα μέλη της τοπικής κοινωνίας με υπόδειξη του Διοικητή Ναυπλίου και της Δημογεροντίας. Ως δυνητικό καθήκον της επιτροπής    προτείνεται και η εκπόνηση Οργανισμού του Νοσοκομείου (Γ.Γ.Κ., Φακ.239/541-542.jpg).

14 Μαΐου:  Αναφορά του Συμβουλίου αριθ.149 προς Καποδίστρια, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών της επιτροπής για τις προσόδους Σαλώνων, Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της ανοιχτής σκέψης και της ευρύτητας των κριτηρίων του Συμβουλίου: α) Εκφράζοντας διαφορετική άποψη από την Επιτροπή Οικονομίας,  το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα έξοδα της επιτροπής προσόδων για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά είναι λίγα – για τόσο μικρά ποσά δεν δίνονται αποδεικτικά, σημειώνει. Προσθέτει επίσης ότι τα έξοδα της επιτροπής κρίνονται λίγα και στην περίπτωση που συγκριθούν με αυτά άλλων επιτροπών προσόδων, β) Εγκρίνει επίσης την χρησιμοποίηση ενός υπηρέτη στη διάρκεια των εργασιών, αν και δεν υπήρχε η σχετική άδεια της Επιτροπής Οικονομίας γι΄αυτό.  Η χρησιμοποίησή του κρίνεται δίκαιη, επειδή η επιτροπή δεν είχε ούτε γραμματέα, ούτε κάποιον άλλο υπάλληλο στη διάθεσή της, γ) Εγκρίνει τέλος την χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη αυτής ειδικά της επιτροπής προσόδων λόγω της παραγωγικότητάς της (450 γρόσια έναντι 400), υπενθυμίζοντας σχετικά το αριθ.11855 διάταγμα της Κυβέρνησης, που συνδέει το ύψος του μισθού με το ποσό που αποδίδει στην Κυβέρνηση η κάθε επιτροπή. Την επομένη ο Κυβερνήτης ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας με το αριθ.1425 έγγραφο, ότι εγκρίνονται απόλυτα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου για τους ανωτέρω λογαριασμούς και προβαίνει στις σχετικές εντολές (Ε.Ο., Φακ.114/373-374, & 114/371.jpg αντίστοιχα).

16 Μαΐου: Το κύρος του Συμβουλίου επιβεβαιώνεται με ευθεία  παρέμβασή του στον τρόπο δουλειάς  της Κεντρικής Διοίκησης.  Με το αριθ. 151 έγγραφό του συγκεκριμένα ενημερώνει τον Κυβερνήτη, ότι, παραδόθηκαν μεν στο Αρχειοφυλακείο αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας, η αταξία όμως που τα χαρακτηρίζει και η έλλειψη παραστατικών δεν επιτρέπουν σοβαρή επεξεργασία των λογαριασμών εκ μέρους του (Φακ.Ε.Ο.114/608.jpg). Στις σοβαρές αιτιάσεις του Συμβουλίου επιχειρεί να απαντήσει στις 21 Μαΐου η Επιτροπή με το αριθ. 3256 έγγραφό της.  Αφού παραθέτει σε αυτό ένα χρονικό των ενεργειών της κατά το εξεταζόμενο διάστημα του 1829 και παρά την προσπάθειά της να υποτιμήσει τη σημασία των επισημάνσεων («…διότι δεν ευρίσκει, λέγει, εις αυτά τον ανήκοντα Ισολογισμόν…») καταλήγει με την ομολογία ότι πράγματι δεν έχει συνταχθεί γενικός ισολογισμός – προτίθεται όμως να τον συντάξει άμεσα. Ο επίλογος γράφεται από τον Πρωθυπουργό Σπηλιάδη, που την επομένη (22/5) διαβιβάζει στο Συμβούλιο τον γενικό ισολογισμό που τελικά συνέταξε αυθημερόν η Επιτροπή Οικονομίας (Γ.Γ.Κ., Φακ.240/504-506 κ΄ 240/638.jpg. αντίστοιχα).

17 Μαΐου: Η αριθ. 152 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Λειβαδιάς, Ταλαντίου και Μενδενίτσας. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί: α) Να απορριφθεί ο προτεινόμενος από την επιτροπή προσόδων μισθός ενός υπηρέτη, με το σκεπτικό, αφενός ότι δεν είχε εγκριθεί η πρόσληψή του από την Οικονομική Υπηρεσία και αφετέρου, ότι την δική του εργασία θα μπορούσαν να παράσχουν οι τρείς ιπποκόμοι που είχαν προσληφθεί, β) Να μην εγκριθούν οι προτεινόμενοι μισθοί των γραμματέων της επιτροπής, αφού δεν δικαιολογείται η υπέρβαση (κατά 223 γρόσια συνολικά) του ύψους των μισθών που είχαν ήδη εγκριθεί, γ) Να μην εγκριθεί η καταβολή μισθών 11 μηνών και 13 ημερών που ζητούν τα μέλη της επιτροπής προσόδων, αφού δεν μπορεί να αιτιολογηθεί επαρκώς ότι όλο αυτό το διάστημα τους ήταν απαραίτητο για την διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αναπτύσσοντας σκεπτικό βασισμένο στα διαθέσιμα στοιχεία ολοκλήρωσης των εργασιών κατά τους προηγούμενους μήνες, το Συμβούλιο εισηγείται την καταβολή μισθών μόνο 9 μηνών στα μέλη της επιτροπής, και δ) Να χορηγηθεί μισθός στους τρείς υπηρέτες των επιστατών, ανάλογος με τα δικαιολογητικά που βρέθηκαν στους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, κάνοντας πιο προσεκτική καταμέτρηση των σχετικών ποσών απ΄ότι η Επιτροπή Οικονομίας, υπολογίζει το συνολικό ποσό των μισθών τους μεγαλύτερο κατά 100 γρόσια συνολικά (Ε.Ο., Φακ.115/109-111.jpg).

21 Ιουνίου: Το έγγραφο αριθ. 189 του Συμβουλίου, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής για τις εθνικές προσόδους Καρπενησίου και Κραβάρων για το έτος 1829. Ο έλεγχος έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Οικονομίας. Μεταξύ των παρατηρήσεων του Συμβουλίου, είναι και: α) Υπάρχει λάθος στον  υπολογισμό της δεκάτης σε ποσότητες μεταξιού, β) Ενώ ένας από τους επιστάτες τιμωρήθηκε (για σφετερισμό ή για ποινή, όπως αναφέρεται) με πρόστιμο 2.000 γροσίων περίπου, δεν φαίνεται στους λογαριασμούς η ομολογία που έχει εκδοθεί σχετικά, και γ) Δεν βρίσκονται αποδεικτικά για τα έξοδα δύο εκ των μελών της επιτροπής προσόδων. Υποδεικνύεται στην Επιτροπή Οικονομίας να ζητήσει τα έγγραφα αυτά, ή, εναλλακτικά, να ζητήσει λεπτομερέστερη ενημέρωση για τα έξοδα (Ε.Ο., Φακ.123/201-202).

5 Ιουλίου: Το αριθ. 1876 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με τον χειρισμό γραμματίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα αξιωματικών του στρατού και έχουν περιπέσει σε αχρηστία. Η Επιτροπή καλείται να έλθει σε συνεννόηση με την Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο, ώστε, αφού πρώτα καταχωρισθούν τα στοιχεία για τα ήδη διαμοιρασθέντα γραμμάτια, τα υπόλοιπα να καούν με την παρουσία εκπροσώπων όλων των εμπλεκομένων Αρχών (:«τα υπόλοιπα θέλετε καύση όλοι ομού»). Δίνεται ακόμη εντολή για πίστωση του κάθε λογαριασμού με συγκεκριμένη ποσότητα φοινίκων (Ε.Ο.Φακ.126/732.jpg). Για  καύση γραμματίων πληροφορεί και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, της 31/5 (αριθ.3506). Αναφέρεται ότι παρέστησαν – εκτός των μελών της Επιτροπής – ο Γραμματέας των Ναυτικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (Γ.Γ.Κ., Φακ.241/881.jpg).

8 Ιουλίου: Με το αριθ. 197 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο ενημερώνει για το θέμα των λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας (πρώτα) και Βορείων Κυκλάδων, Νικόλαο Καλλέργη. Ο έλεγχος διενεργείται κατόπιν αίτησης του ίδιου του Καλλέργη, πριν αναλάβει τη νέα του διοικητική θέση. Το Συμβούλιο διαμηνύει στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγω μη αποστολής ακόμη των σχετικών στοιχείων. Για να μην υπάρξει όμως καθυστέρηση στην ανάληψη των νέων καθηκόντων του αιτούντος, το Συμβούλιο προτείνει στην Επιτροπή να αποστείλει καταρχήν βεβαίωση-μαζί με τα στοιχεία-ότι οι λογαριασμοί δεν παρουσιάζουν λάθη και κατόπιν θα ακολουθήσει η ενδελεχής εξέτασή τους (Ε.Ο., Φακ.127/293.jpg).

24 Ιουλίου: Η αριθ. 212 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Γραμματείας Ναυτικών και του γαλλικού εμπορικού οίκου «Βαρρύ-Δερβιώ». Η υπόθεση αυτή έλαβε χώρα την περίοδο Αυγούστου – Νοεμβρίου 1829 με εκατέρωθεν αποστολές εγγράφων για το θέμα. Από την αναφορά του Συμβουλίου προκύπτουν τα εξής: 1) Η Γραμματεία Ναυτικών συνήψε  συμφωνία με τον γαλλικό οίκο για την πώληση ποσότητας ορειχάλκου στη Γαλλία και για τον εφοδιασμό του ελληνικού Δημοσίου με μόλυβδο, πυρίτιδα, χαλκό, χαρτί για φυσίκια και άλλα είδη, 2) Αφού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εμπορικές πράξεις, η Γραμματεία Ναυτικών ανακοίνωσε τη διαφωνία της για διάφορες πτυχές τους απαιτώντας επιστροφή χρημάτων. Τα επίμαχα ζητήματα ήταν: α) το ύψος της προμήθειας για την πώληση των μεγάλων κομματιών ορειχάλκου και για την αγορά των ειδών που είχε ζητήσει το ελληνικό Δημόσιο, καθώς και αυτής που υπολογίσθηκε πάνω στις προβλέψεις του συμβεβλημένου οίκου, β) το ύψος και η αιτιολόγηση των διαφόρων εξόδων που απαιτήθηκαν, όπως για την επιδιόρθωση της κορβέτας που είχε σταλεί, γ) η διενέργεια της πώλησης του ορειχάλκου με δημοπρασία (αντί να γίνει απευθείας), και δ) η ποιότητα του χαρτιού για φυσίκια.  Εξετάζοντας αναλυτικά τα σημεία ένα προς ένα σε μακροσκελές έγγραφό του, το Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες τις απαιτήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Μοναδική εξαίρεση θεωρεί το θέμα του χαρτιού για φυσίκια, για το οποίο προτείνει αιρετοκρισία. Προσθέτει όμως, ότι η Γραμματεία των Ναυτικών θα πρέπει να αποδείξει ότι το χαρτί αυτό ήταν πράγματι  ακατάλληλης ποιότητας και ότι δεν υπήρξε αλλοίωσή του στη διάρκεια του ταξιδιού (Ε.Ο.,Φακ.136/911-915.jpg). Μετά την γνωμοδότηση του Συμβουλίου, ο Υπουργός των Ναυτικών Βιάρος Καποδίστριας καταθέτει μεν τη δυσαρέσκειά του με το αριθ.613 έγγραφό του προς την Κυβέρνηση (15/8), αποδέχεται όμως ότι δεν έχει άλλα περιθώρια υπεράσπισης των απόψεών του. Για την ειδικότερη υπόθεση που παραπέμπεται σε αιρετοκρισία, προτείνει ως ένα εκ των κριτών τον γερουσιαστή Αντωνόπουλο και για Επίτροπο του Δημοσίου, τον Δημόσιο Συνήγορο Ράλλη (Γ.Γ.Κ., Φακ.249/093-95.jpg).

– 20 Αυγούστου: Το αριθ. 227 έγγραφο του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο εντοπίζεται σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο η Επιτροπή είχε χρεώσει την πρώην ενιαία Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και του ποσού που η ίδια η Γραμματεία είχε πιστώσει στον λογαριασμό της, από την σύσταση μέχρι την παύση της (σ.σ.: δηλ. έως 30-4-1830). Κρίνεται απαραίτητη η αποστολή πληρέστερων στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής,  προκειμένου να καταστεί δυνατή η επεξεργασία των στοιχείων (Ε.Ο., Φακ.137/432.jpg).

 

1831

 

– 9 Ιανουαρίου: Το αριθ. 8167 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας προς Κ.,  αναφορικά με την γνωμοδότηση του Συμβουλίου για λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού και Βενέτικου. Από το έγγραφο προκύπτουν τα εξής: α) Ο Έκτακτος Επίτροπος Δυτικής Ελλάδας έχει υποβάλει έκθεση για την δραστηριότητα της ανωτέρω επιτροπής, κατηγορώντας την για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, β) Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί υπέρ της επιτροπής και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: «…αναιρούν άρθρον προς άρθρον τας παρατηρήσεις του Εκτάκτου Επιτρόπου». Η απόφανση αυτή του Συμβουλίου είναι χαρακτηριστική του ρόλου του για την εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης στον δημοσιονομικό έλεγχο (Γ.Γ.Κ., Φακ. 259/288-89.jpg). 

12 Ιανουαρίου: Το αριθ. 283 έγγραφο του Συμβουλίου προς την  Επιτροπή Οικονομίας με συμπεράσματα από την εξέταση υποθέσεων του Τμήματος Αρκαδίας. Οι υποθέσεις αυτές είναι οι κάτωθι: α) Λανθασμένες χρεώσεις και πιστώσεις ποσών στους λογαριασμούς των  Εκτάκτων Επιτρόπων Αρκαδίας και Αργολίδας. Εντοπίζεται η πηγή των λαθών (ο ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου) και υποδεικνύονται οι κατάλληλοι χειρισμοί για την διόρθωσή τους. Προκειμένου να εξαχθούν τα συμπεράσματα για την ανωτέρω υπόθεση, εξετάζονται και έγγραφα του Ιουλίου 1829, δηλ. πριν την ίδρυση του Συμβουλίου, β) Η μισθοδοσία των αστυνόμων Καρύταινας και Φαναρίου Αρκαδίας ως τα τέλη 1828, ως προς τη νομιμότητά της. Παρά το γεγονός ότι δεν ανευρίσκεται έγγραφο της Διοίκησης που να επικυρώνει την πρόσληψή τους, το Συμβούλιο αποφαίνεται θετικά, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας στo οποίο αναγράφονται τα ονόματα των δύο ανωτέρω ως υπηρετούντων στο Σώμα, γ) Η νομιμότητα της μισθοδοσίας αστυνόμου της Τρίπολης. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά, συνεξετάζοντας πληροφορίες από τρία έγγραφα: κυβερνητικό διάταγμα, έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, και δ) Η μισθοδοσία δύο επιστατών αποθηκών, για την οποία επίσης τεκμηριώνεται  θετική γνωμοδότηση (Ε.Ο., Φακ.177/899-902.jpg).

16 Ιανουαρίου: Με το αριθ.2948 έγγραφό του προς Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει την παρουσία εκπροσώπων της Γερουσίας και του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου στη δημοπρασία των ετήσιων εθνικών προσόδων που θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο. Η σχετική πρόταση έχει κατατεθεί από την ανωτέρω Επιτροπή (Ε.Ο., Φακ.171/042.jpg).

– 18 Ιανουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας (με το αριθ.2997 έγγραφο) να αποστείλει τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού κλπ. στον Διοικητή Ναυπάκτου, προκειμένου να αποδειχθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα τα όσα καταμαρτυρούνται στα μέλη της για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η εξέταση της υπόθεσης ορίζεται να γίνει σύμφωνα με  σχετικές οδηγίες της Γραμματείας Δικαιοσύνης.  Όπως αναφέρεται, η διεξαγωγή της έρευνας διατάσσεται επειδή οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την αθωότητά τους κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τον Έκτακτο Επίτροπο Δυτικής Ελλάδας και το Συμβούλιο (Ε.Ο., Φακ.172/ 115.jpg).

28 Ιανουαρίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση πολίτη από την Ύδρα (Γ. Γκιώνης) που έχει εγείρει απαίτηση κατά του Δημοσίου ύψους 26.205 δίστηλων, από εποχή προγενέστερων κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το αριθ. 3077 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου γνωμοδοτεί ότι το ποσό που πράγματι χρωστά το Δημόσιο στον πολίτη είναι σημαντικό μικρότερο (10.803 δίστηλα). Από την εξέταση της υπόθεσης έχουν ζητήσει την εξαίρεσή τους τα άλλα δύο μέλη της Αρχής, επειδή έχουν συμμετάσχει στο παρελθόν σε Επιτροπή διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (εν μέσω άλλων). Μετά την θετική για το Δημόσιο γνωμάτευση, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μηνιαία ενίσχυση 50 δίστηλων για τις σπουδές του αδελφού του στην Ευρώπη. Στην προκείμενη περίπτωση η Κυβέρνηση αντισταθμίζει τη ζημιά που έχει προκληθεί από τις φημισμένες για την (τουλάχιστον) ανευθυνότητά τους στα δημοσιονομικά, επαναστατικές κυβερνήσεις  (Ε.Ο., Φακ.175/540-1.jpg). 

31 Ιανουαρίου: Με το αριθ.296 έγγραφό του, το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των δαπανών για την ανέγερση του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας και του Εθνικού Τυπογραφείου, και ότι όλα έχουν καλώς. Οι λογαριασμοί είχαν σταλεί από την Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Ε.Ο., Φακ.176/511.jpg).

 3 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας απαντά στο αριθ.8720 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας αναφορικά με  λογαριασμούς του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας. Εγκρίνοντας απολύτως την αναφορά που του έχει ήδη υποβάλει το Συμβούλιο δίνει εντολή να καλυφθούν μόνον τα κονδύλια που έχουν θεωρηθεί από το Συμβούλιο νόμιμα, ενώ τα υπόλοιπα να καταχωρηθούν εις βάρος του Επιτρόπου αφού δεν υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά (Ε.Ο., Φακ.177/403.jpg).

5 Φεβρουαρίου: Ένα πολύ ιδιαίτερο έγγραφο (αριθ.367): Το Συμβούλιο επισημαίνει στην Επιτροπή Οικονομίας ότι μέλος του (Χ. Οικονομίδης) παρεμποδίσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του από μέλος της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας των εθνικών προσόδων και της εκποίησης των φθαρτών κτημάτων. Το περιστατικό συνέβη όταν το ανωτέρω μέλος του Συμβουλίου ζήτησε κατάλογο των δημοπρατηθέντων στις 4 & 5 Φεβρουαρίου. Το Συμβούλιο δηλώνει άγνοια των λόγων που προκάλεσαν την συμπεριφορά αυτή και ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τα στοιχεία για το επίμαχο διάστημα, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή του εκπροσώπου του στη δημοπρασία ορίσθηκε με κυβερνητική εντολή. Από το έγγραφο δεν προκύπτει ενημέρωση του Κυβερνήτη για το γεγονός (Ε.Ο., Φακ.177/195.jpg).

8 Φεβρουαρίου:  Το αριθ. 4661 έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας  προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο δίνεται εντολή να αποσταλούν οι λογαριασμοί του Εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας στο Συμβούλιο και να υπάρξει κατόπιν σχετική αναφορά με τα πορίσματα της έρευνας (Ε.Ο., Φακ.179/114.jpg).

–  13 Μαρτίου: Σε εφαρμογή του ΚΔ΄ Ψηφίσματος, με το αριθ. 3382 έγγραφο του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται μέτρα μετεγκατάστασης, στέγασης και οικονομικής στήριξης των προσφύγων από την Κρήτη.  Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά 40 λεπτών στους κατοίκους της επικράτειας για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ενώ το έργο της συλλογής των χρημάτων  ανατίθεται σε Επιτροπή, αποτελούμενη από 2 Γερουσιαστές και τον Υπουργό Ναυτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στον τρόπο διάθεσης του ανωτέρω ποσού, ορίζεται ότι η Επιτροπή θα παραδώσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της στο Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο  (Ε.Ο., Φακ.220/575.jpg).

15 Ιουνίου: Το Συμβούλιο (έγγραφο αριθ. 343) αναφέρει προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι βρέθηκε σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της Επιτροπής και αυτών της Γραμματείας Ναυτικών, σχετικά  με το συνολικό ποσό που χορηγήθηκε στη Γραμματεία το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου. Ακολούθως δίνει εντολή  στην Επιτροπή  να εντοπίσει τις αιτίες της απόκλισης αυτής (75.000 φοίνικες περίπου-στο έγγραφο είναι υπολογισμένη με ακρίβεια) και να στείλει ακολούθως τα στοιχεία εκ νέου, προκειμένου να συνταχθεί ο ισολογισμός του Υπουργείου Ναυτικών (Ε.Ο., Φακ.206/181.jpg).

16 Ιουνίου: Υποβάλλει ξαφνικά την παραίτησή του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Γεώργιος Σπανιολάκης, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους. Την επομένη ενημερώνεται ότι γίνεται δεκτή από τον Κυβερνήτη η παραίτησή του, αλλά με  δυσαρέσκεια ( η επιστολή υπογράφεται από τον Σπηλιάδη). Η παραίτηση ενός άξιου συνεργάτη της Κυβέρνησης την συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί σοβαρό πλήγμα γι΄αυτήν, αφού έχουν εκδηλωθεί από τις αρχές της χρονιάς στασιαστικές κινήσεις της αντιπολίτευσης και αποσκιρτήσεις στελεχών του κρατικού μηχανισμού  (Γ.Γ.Κ., Φακ.269/042.jpg).

30 Ιουνίου: Δημοσιεύεται ο «Οργανισμός των Χαρτονομισμάτων» με υπογραφή Καποδίστρια, όπου κομβικός προβλέπεται ο ρόλος του Συμβουλίου (έγγραφο αριθ.3944). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χαρτονομίσματα που θα εκδίδονται κάθε φορά θα αποστέλλονται στο Συμβούλιο δεμένα σε ειδικά βιβλία. Εξαιρείται ποσότητα ίση με το 1/30 του συνόλου, που θα αποστέλλεται στην Επιτροπή Οικονομίας (με τελικό αποδέκτη το Γενικό Ταμείο, για τις τρέχουσες ανάγκες). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται ως οι Αρχές με αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης στην ποσότητα του νέου χρήματος, αφού μόνο αυτές θα έχουν κλειδί του κιβωτίου όπου θα φυλάσσονται τα χαρτονομίσματα  (Ε.Ο., Φακ.208/338.jpg).

– 29 Ιουλίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει τον Καποδίστρια για τον ισολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης των Κρητών προσφύγων. Στον ισολογισμό συμπεριλαμβάνονται οι συνεισφορές, το δάνειο 15.000 φοινίκων που χορήγησε η Κυβέρνηση στην Επιτροπή και τα παραστατικά για την διανομή των χρημάτων στους διεσπαρμένους στην Επικράτεια Κρήτες. Μετά την παραβολή των λογαριασμών με τα στοιχεία των συνεισφορών και της διανομής των χρημάτων που διενήργησε, το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι όλα έχουν καλώς (Γ.Γ.Κ, Φακ.271/773-4.jpg).

30 Ιουλίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση για ένα θεσμό-πρότυπο της Καποδιστριακής Πολιτείας. Με το αριθ.369 έγγραφό του, ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας  και  (ότι) απεστάλη το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη. Η έρευνα έλαβε χώρα μετά τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Διευθυντή του Γρηγορίου Παλαιολόγου, για κακή διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος (Ε.Ο.,Φακ.214/454.jpg). Ο Παλαιολόγος ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, ενώ αργότερα τον ενθάρρυνε συνεχώς στο έργο του.  Μετά τις καταγγελίες αυτές και μέχρι την πλήρη διαλεύκανσή τους, ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή για την συγκρότηση Διοικούσας Επιτροπής, ενώ έθεσε τον πρώην Διευθυντή υπό τις άμεσες διαταγές της Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής και η απρόσκοπτη διεξαγωγή της έρευνας του Συμβουλίου μπορούν να θεωρηθούν αποδείξεις της καποδιστριακής «απροσωποληψίας» στην άσκηση Διοίκησης [4] .

– 4 Αυγούστου: Σημαντικό για τον ρόλο του Συμβουλίου είναι και το αριθ. 49 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, με υπογραφή Καποδίστρια. Αφορά την  εξόφληση των οφειλών της Ελληνικής Πολιτείας προς τον πρώην Αρχιστράτηγο  Ρ. Τσώρτς (R. Church), αυστηρά για την περίοδο μετά την έλευση του Κυβερνήτη.  Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, ο υπολογισμός του ποσού (24.186 φοίνικες) έγινε μετά από σχετική αναφορά της Γραμματείας Στρατιωτικών, που βασίσθηκε σε έκθεση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου. Επισημαίνονται στην περίπτωση αυτή: α) Η εντιμότητα και η αξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας. Σημειώνεται ότι ο Άγγλος αξιωματικός παραιτήθηκε ενώπιον της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης με επεισοδιακό τρόπο, ασκώντας πολιτική κριτική στον Καποδίστρια και αποδοκιμαζόμενος έντονα από τους πληρεξουσίους του Έθνους, β) Η αρμονική συνεργασία τεσσάρων Αρχών (Κυβερνήτης, δύο Υπουργεία και Συμβούλιο). Το έγγραφο σκιαγραφεί μία Διοίκηση που κινείται με ακρίβεια μηχανής, χωρίς προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων ή δυσχέρειες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων της, και γ) Η άρνηση του Κυβερνήτη να επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ο ίδιος. Ομοίως, το 1828 είχε αρνηθεί να καταβάλει στην εξόριστη Δημογεροντία Χίου μισθούς και άλλες δαπάνες για την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, που είχε αποφασισθεί πριν την έλευσή του και βρισκόταν σε εξέλιξη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του (Ε.Ο., Φακ.215/684 jpg.)

– 22 Αυγούστου: Η αριθ. 4286 εγκύκλιος με υπογραφή Καποδίστρια, για τη δράση  Μυστικής Εταιρείας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Με τη σειρά που αναφέρονται, οι αποδέκτες του εγγράφου είναι οι εξής: οι Γραμματείς (Υπουργοί) της Κυβέρνησης, η Επιτροπή Οικονομίας, ο Γραμματέας της Γερουσίας, το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο και οι κατά την επικράτεια Έκτακτοι Επίτροποι, Διοικητές και Τοποτηρητές. Συνημμένα αποστέλλεται αποδεικτικό υλικό για την διείσδυση της οργάνωσης στις τάξεις της Διοίκησης. Θεσμοθετείται ο όρκος πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο πολίτευμα και αποστέλλεται σχετικό υπόδειγμά του. Τον όρκο καλούνται να υπογράψουν πρώτοι οι αποδέκτες, ως επικεφαλής της Διοίκησης. Ορίζεται ακόμη ότι θα απολύονται οι υπάλληλοι που αρνούνται να υπογράψουν (Ε.Ο., Φακ.218/117.jpg). 

– 29 Αυγούστου: Το αριθ. 382 έγγραφο του Συμβουλίου προς Επιτροπή Οικονομίας, για την μισθοδοσία του Αυγούστου και την κάλυψη των δαπανών  αποστολής δύο στελεχών του στον Πόρο (Ε.Ο.,Φακ.221/259-261.jpg). Η αποστολή αυτή διενεργήθηκε μετά από αίτημα της Γραμματείας Ναυτικών προς τον Καποδίστρια στις 16/5, με σκοπό την επιθεώρηση του εκεί υλικού (Γ.Γ.Κ., Φακ.266/997-8.jpg). Στο έγγραφο υπάρχει συνημμένη αναφορά του παρέδρου του Συμβουλίου Κ. Λουριώτη, που συμμετείχε σε αυτήν και ενημερώνει πληρέστερα για τον σκοπό της: ήταν η εξέταση των λογαριασμών του Ναυστάθμου και η επιθεώρηση των αποθηκών. Επισημαίνεται εδώ η επιλογή  της Γραμματείας των Ναυτικών, επιβεβαιωτική της εμπιστοσύνης που έχει εμπνεύσει το Συμβούλιο στην υπόλοιπη Διοίκηση. Υπογραμμίζεται ακόμη το αδιατάρακτο της λειτουργίας της Διοίκησης, αφού τα έγγραφα αυτά συντάσσονται μέσα σε πολεμικό κλίμα: την 1η Αυγούστου έχει κορυφωθεί στον Πόρο η εξέγερση της αντιπολίτευσης με την ανατίναξη πλοίων του εθνικού πολεμικού στόλου από Υδραίους, ενώ ακολούθησε και εισβολή των κυβερνητικών δυνάμεων στο νησί.  

                                  

Επίλογος

 

«Διά της οργανώσεως ταύτης κατέστη δυνατόν να υπάρξει εν Ελλάδι κράτος αληθινόν, αλλά συνάμα και πρωτοπόρον δια την εποχήν, αναπτύξαν δράσιν πολυσχιδήν και γόνιμον δια την υπηρέτησιν και προαγωγήν του λαού, δια την εδραίωσιν και ανάπτυξιν του εθνικού πολιτισμού, δια την οικονομικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν της χώρας». Αυτά έγραφε το 1954 ο κορυφαίος ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος για το έργο του Καποδίστρια. Η θέσπιση και το έργο του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου επαληθεύει απόλυτα τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της «Ελληνικής Πολιτείας» της εποχής.

Μέσα από τις αναφορές του Συμβουλίου και τα έγγραφα του Καποδίστρια που παρατέθηκαν, ξεδιπλώνεται μία «βεντάλια» χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που δυνητικά αποτελούν οδηγό για την Διοίκηση οποιασδήποτε εποχής: επαρκής γνώση του  Νόμου και εγρήγορση για την εφαρμογή του, συνεχής ενημερότητα, ευρύτητα πνεύματος και οξυδέρκεια, εντιμότητα,  αμεροληψία,  συγκατάβαση και επιείκεια. Και μία τελευταία παρατήρηση: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο θεσμοθετήθηκε μόλις 6 ημέρες μετά  την ιστορική μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (η τελευταία του Αγώνα) και 5 μήνες πριν την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους. Και μία Διοίκηση που τολμάει να κάνει πράξη τα οράματά της μέσα σε τέτοιες συνθήκες, αφήνει στους επιγόνους μία πολύτιμη παρακαταθήκη-την πιο πολύτιμη απ΄όλες: την ευψυχία της.

 

Υποσημειώσεις


[1] «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1829 έτους», εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, φύλλο 63 έτους Δ΄, Δ.Ν.Καραβίας, Αθήνα, MCMXCIII, σσ.256-25.

[2] Κατσάπης K., «Ένας ανεμοδείκτης της Ιστορίας», παρουσίαση της έκδοσης «100 χρόνια Γενικά Αρχεία του Κράτους» , εφημ. «Τα Νέα», 18-6-2017.

[3] Yπάρχουν ακόμη 13 φάκελοι της Γ.Γ.Κ. της ίδιας περιόδου, που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί.

[4]  «…Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήση την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς». (Επιστολαί’, τ. Α΄, σελ. 314, anemi.lib.uok.gr). Όσο για την υπόθεση Παλαιολόγου, τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος του.

 

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην Εισαγωγή


 

  • Ανδρεάδης, Α., «Εθνικά δάνεια και ελληνική δημοσία οικονομία», 1925/2010, Δ. Ν. Καραβίας.
  • Δαφνής, Κ. (επιμ)., «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια», τ.Z΄, 1986, (σε ψηφιακή μορφή).
  • Δεσποτόπουλος, Α., «Η δημοσιονομική  πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: «Ιστορία του ελληνικού έθνους»’, τ. ΣΤ΄, σσ. 99-105, Σεφερλής, 1957.
  • Δημητριάδου, Μ., «Τα Οικονομικά του Αγώνα», Παπαζήσης, 2014.
  • Ευαγγελίδης Τ., «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου», 1893/2005, Μάτι, Κατερίνη.
  • Ιδρωμένος, Α.Μ., «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», 1900/1994, Ρηγόπουλος , Θεσσαλονίκη.
  • Μακκάς, Λ., «Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου», 1910, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»’ – anemi.lib.uok.gr.
  • Prokesch-Osten, A., «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους», τ.1ος, Αθηνά, 1868, anemi.lib.uok.gr.
  • Σπηλιάδης, Ν., «Απομνημονεύματα», τ.4ος, τεύχος 1ο , (επιμ: Χριστόπουλος Π.), 1972.

 

Θεόδωρος Δεβενές*

Αθήνα,  Δεκέμβριος 2017.

* Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, από το 1998. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ι΄ εκπαιδευτική σειρά) και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εκτείνονται στα πεδία της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και της Διοικητικής Επιστήμης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων», «Διοικητική Ενημέρωση» και «Δημόσιος Τομέας».

Ορισμένοι τίτλοι, ενδεικτικά: «Η Κοινωνική Διάσταση της Ανάπτυξης: Μία Αναδρομή στο έργο του Amartya Sen», «Καινοτομία και Ανάπτυξη», «η Γήρανση του Πληθυσμού και οι δυνατότητες απασχόλησης στην Τρίτη Ηλικία», « Αυτεπάγγελτη Αναζήτηση Πιστοποιητικών: Μία κριτική αποτίμηση», «Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών: το θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία τους».

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών –  «Λαϊκισμός, πολιτικό ρίσκο και οικονομική πολιτική στην ελληνική περίπτωση»


 

«Events Series 2016-2017»

«Κοινωνίες σε κρίση: οικονομία, πολιτική, πολιτισμός»

 

Harvard

Την Τετάρτη 5 Απριλίου 2017 και ώρα 8.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Θοδωρής Πελαγίδης, Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης, Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς & NR Senior Fellow, Brookings Institution, US.

Θέμα της διάλεξης, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2017» θα είναι: «Λαϊκισμός, πολιτικό ρίσκο και οικονομική πολιτική στην ελληνική περίπτωση». 

Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα.

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης 

Η εισήγηση αναδεικνύει τα κάτωθι ερωτήματα: Πόση πραγματικά ήταν η βοήθεια που έλαβε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια των τριών προγραμμάτων; Που κατευθύνθηκαν τα χρήματα αυτά; Πως μπορεί να εξηγηθεί η μερική αποτυχία των προγραμμάτων; Κατά πόσο η σημερινή δυσμενής κατάσταση μπορεί να εξηγηθεί από ένα δυσλειτουργικό πολιτικό σύστημα και την άνοδο του πολιτικού εξτρεμισμού/λαϊκισμού; Πώς η βιωσιμότητα του χρέους αλλά και της όποιας ανάκαμψης μπορεί να συνδεθεί με το ρίσκο της πολιτικής αγοράς;

 

Ο καθηγητής Θοδωρής Πελαγίδης

 

Ο Θοδωρής Πελαγίδης είναι Senior Fellow στο Brookings Institution US, & καθηγητής οικονομικής ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Έχει διατελέσει Fulbright scholar στο Columbia University, US & NBG professorial fellow στο LSE. Έχει τουλάχιστον 50 δημοσιεύσεις σε διεθνείς επιστημονικές επιθεωρήσεις με κριτές μεταξύ των οποίων: The Journal of Economic Policy Reform, The Journal of Policy Modelling, Cambridge Journal of Economics, International Review of Law and Economics, Journal of Economic Studies, European Journal of Law and Economics, etc. Στην Ελλάδα έχει συγγράψει 12 μονογραφίες. Διεθνώς έχει συγγράψει με τον Μ. Μητσόπουλο τα βιβλία: Understanding the Crisis in Greece. From Boom to Bust, MacMillan/Palgrave 2011 & 2012 (2nd edition), Greece, From Exit to Recovery? Brookings Institution Publ. 2014 και Who’s to Blame for Greece? MacMillan/Palgrave 2016. Έχει δημοσιεύσει άρθρα στους Financial Times, e-CNN, e- NYT & The Guardian.

Read Full Post »

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837. Χρήστος Μπαλόγλου. 


 

[…] Οι πρώτες προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του SaintSimon στον ελλαδικό χώρο χρονολογούνται από το 1825, έτος του θανάτου του, όπως μας πληροφορεί μια ανυπόγραφη βιογραφία του Γάλλου φιλοσόφου και οικονομολόγου, δημοσιευμένη το 1833, στην εφημερίδα Ήλιος του Ναυπλίου: « το όνομα του Σαινσιμώνος έφθασεν από τα 1825 εις την Ελλάδα αι νέαι ιδέαι του μας εξέπληττον». Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι οι «μαθηταί του Saint-Simon, με γενειάδας μακράς ως οι αρχαίοι φιλόσοφοι διατρέχουν την Ελλάδα και υποκινούν έτι την περιέργειαν του κοινού».

Η πληροφορία αυτή του ανωνύμου ορθογράφου αξίζει να μελετηθεί συνδυαστικά με την περιγραφή που δίνει ο Γεώργιος Γαζής, Γραμματικός του Καραϊσκάκη, στο λήμμα «θηριάνθρωποι» στο Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως: «Εις τον καιρόν της Επαναστάσεως ήλθον και ήσαν πλήθος τοιούτων ανθρωπομόρφων θηρίων, και διά τούτο αναφέρομεν περί αυτών ενταύθα». Χαρακτηρίζει δε αυτούς «ως λιμπερτίνους και οντίτας». Η καταγραφή ενός όρου, αγνώστου και μη χρησιμοποιουμένου σήμερα, σ’ ένα Λεξικό θέλει να υποδηλώσει ότι ο όρος αυτός ήταν σε χρήση κατά την Επανάσταση και τα άτομα που περιγράφει δεν ήταν μια μικρή αριθμητική ομάδα. Η πληροφορία αυτή που παραδίδει ο Γ. Γαζής και δεν έχει αξιοποιηθεί, εξ’ όσων γνωρίζουμε, συστηματικά από τους ερευνητές, δεν κρίνεται από μόνη της επαρκής για να καταδείξει τον βαθμό διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon στην ελληνική επικράτεια. Αναφέρεται μόνον και μόνον, ότι οι ιδέες αυτών των ατόμων προκαλούσαν το κοινόν αίσθημα, χωρίς όμως να δίνεται περιγραφή των ιδεών αυτών.

Ενδιαφέρον αποτελείτο γεγονός, όπως επισημαίνει η Μαρία Μενεγάκη, ότι ο ίδιος ο Saint-Simon θα αναφερθεί εκτενώς στο πρώτο του έργο Επι­στολές ενός κατοίκου της Γενεύης στους συγχρόνους του, που αποστέλλει στον Πρώτο Ύπατο της Γαλλίας Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στην θέση των Ελλήνων. Υπενθυμίζοντας ότι οι Έλληνες που βρίσκονταν κάτω από ασιατικό ζυγό αποτελούσαν μέρος του Ευρωπαϊκού λαού, προτρέπει τους Ευρωπαίους να συνασπισθούν για την απελευθέρωση τους: «Οι Ευρωπαίοι θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και θα ελευθερώσουν τους αδελφούς τους Έλληνες από την κυριαρχία των Τούρκων». Όταν μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επα­ναστάσεως θα εκδηλωθεί το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη, ο Saint-Simon θα προσχωρήσει ανεπιφύλακτα α’ αυτό. Σε μια Ευρώπη, ενωμένη και ειρηνική, όπως την οραματίζεται, έχουν θέση και οι Έλληνες, «οι οποίοι δίκαια εξεγείρονται». Η εξέγερση αυτή του περιωνύμου για την καταγωγή και για τις συμφορές του λαού βρήκε «ευγενικές ψυχές να τον στηρίξουν, ποιητές να τον υμνήσουν, ζωγράφους που θα καθιερώσουν την ηρωική του αντίσταση και τις νικηφόρες ήττες του».

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;). Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ. αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα φιλελληνικά αυτά αισθήματα του Saint-Simon, αλλά και οι ίδιες οι ιδέες του δεν είναι άγνωστες στους λογίους της Διασποράς και ειδικώτερα στον κύκλο του Κοραή. Ο Κοραής είχε μελετήσει, όπως διαφαίνεται από τον επικήδειο του Φραγκίσκου Πυλαρινού, τα έργα του Saint-Simon. Και σύμπτωση, ίσως, αλλά οπωσδήποτε, σύμπτωση χαρακτηριστική, στον επι­κήδειο αυτόν του Πυλαρινού, εμφανίζεται η πρώτη ελληνική χρήση που γνωρίζουμε της εννοίας του κοινωνισμού, όπως αποδόθηκε στην γλώσσα μας για πρώτη φορά ο όρος «σοσιαλισμός»: «Συ κριτικός βαθύς, και φιλόλογος πολυμαθής, επροσπάθησες μ’ όλα τα φιλολογικά μέσα να διασπείρης εις τους κόλπους της πατρίδος την φιλοσοφικήν αποστολήν του ιθ’ αιώνος, την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ λέγω, ΙΣΟΤΗΤΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΝ». Ο Κοραής, ο οποίος ενσαρκώνει, με συνέπεια, ως τα έσχατα γηρατειά του τον φιλελεύθερο επαναστάτη αστό του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου, γεμάτος αυτοπεποίθηση, έπαρση και επιθετικότητα, διατηρεί από το 1830 πολιτικές σχέσεις με το περιβάλλον του στρατηγού La-Fayette (1757-1834)-, ο οποίος είναι άλλωστε πρόεδρος της προσωρινής Κυβερνήσεως που σχηματίζεται κατά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830-, στο οποίο κινούνται δραστήρια και συνωμοτούν οι οπαδοί του Babeuf και του Saint-Simon. Ιδιαίτερες σχέσεις με τους σαινσιμονιστές θα αναπτύξουν οι μαθητές του Κοραή, οι οποίοι ίδρυσαν στο Παρίσι την Ελληνική Εταιρεία (Societe Hellenique) (1828-Ι831). Ορισμένα μέλη της Εταιρείας διασταυρώθηκαν, κυρίως μετά το 1830, με την ιδεολογία των ουτοπιστών σοσιαλιστών, ενώ άλλα μέλη συμμετείχαν ενεργά και στις δραστηριότητες του κινήματος.

Το όνομα και το έργο του Saint-Simon, όπως και άλλων συγχρόνων του οικονομολόγων είναι γνωστό και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Ο ιατρός Μιχαήλ Χρισταρής, ο οποίος δρα στο Βουκουρέστι, είναι κάτοχος του βιβλίου του Γάλλου διανοητή με τίτλο De la Reorganisation de la Societe Europeene (Paris 1814). Βέβαια, δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε άλλη πληροφορία ότι ο Χρισταρής υπήρξε είτε φορέας είτε προπαγανδιστής των ιδεών του Saint-Simon…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Μπαλόγλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837

 

Διαβάστε ακόμη: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Read Full Post »

Αγροτική κοινωνική ασφάλιση


 

Η ίδρυση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) στις 20 Ιουλίου 1961 βάσει του νόμου 4169/1961 και η θεσμοθέτηση της πλήρους ασφάλισης των αγροτών και της παραγωγής τους αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την εξέλιξη του θεσμού των κοινωνικών ασφαλίσεων, ως ο δεύτερος σταθμός του ασφαλιστικού συστήματος μετά την ίδρυση του ΙΚΑ, καθώς αφορούσε τον μισό πληθυσμό της χώρας, που συνεισέφερε το περίπου 35% του ΑΕΠ και περισσότερο από το 85% των εξαγωγών.

Οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή ενστερνίστηκαν από τα τέλη του 1955 τις διεθνείς οικονομικές τάσεις που, με πρότυπο την κοινωνική οικονομία της αγοράς, όπως θεμελιώθηκε στη Δυτική Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του 1950, απέβλεψαν στη σταθεροποίηση της μεταπολεμικής φιλελεύθερης δημοκρατίας μέσα από τη δικαιότερη κατανομή του παραγόμενου πλούτου, εξέλιξη που οδήγησε στην εδραίωση του κράτους ευημερίας (welfare state) και τη διαμόρφωση συνθηκών κοινωνικής ισορροπίας και συναίνεσης.

Με αυτές τις επιρροές, και βαδίζοντας στην παράδοση του εγχώριου φιλελεύθερου ριζοσπαστικού ρεύματος, ο Καραμανλής και το επιτελείο του εφάρμοσαν μία λελογισμένη παρεμβατική πολιτική, με προγραμματικό χαρακτήρα και ελεγκτικό – ρυθμιστικό περιεχόμενο, καρπός της οποίας υπήρξε η κατάρτιση του Πενταετούς Οικονομικού Προγράμματος 1960-1964.

 

Στόχος η έξοδος του αγροτικού τομέα από το περιθώριο

 

«Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως κ. Κωνστ. Καραμανλής, φωτογραφούμενος με μίαν αγρότιδα, κατά την χθεσινήν εορτήν εις το Ζάππειον, κατά την οποίαν επεδόθησαν τα πρώτα βιβλιάρια συντάξεων εις αγρότας εκ διαφόρων χωρίων της Ελλάδος» γράφει η λεζάντα πρωτοσέλιδης φωτογραφίας στην «Κ» της 10ης Ιουνίου 1962.

«Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως κ. Κωνστ. Καραμανλής, φωτογραφούμενος με μίαν αγρότιδα, κατά την χθεσινήν εορτήν εις το Ζάππειον, κατά την οποίαν επεδόθησαν τα πρώτα βιβλιάρια συντάξεων εις αγρότας εκ διαφόρων χωρίων της Ελλάδος» γράφει η λεζάντα πρωτοσέλιδης φωτογραφίας στην «Κ» της 10ης Ιουνίου 1962.

Ο Καραμανλής γνώριζε ότι το διακύβευμα για τον ίδιο και, κατ’ επέκταση, για τη χώρα ήταν να έλθει σε ρήξη με τους φαύλους κύκλους της υπανάπτυξης και της απομόνωσης, μέσα από ριζοσπαστικές αλλαγές σε πρόσωπα και ιδέες. Η επίτευξη, ωστόσο, της ανάπτυξης δεν αποτελούσε αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την κοινωνική ευημερία, την οποία θα πετύχαινε με τη διευρυμένη συμμετοχή όλων των κοινωνικών στρωμάτων στο αυξανόμενο εθνικό εισόδημα. Η μισθολογική και η κοινωνικοασφαλιστική πολιτική αποτελούσαν τα βασικά όπλα για την επίτευξη αυτού του μείζονος στόχου. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού, υπό συνθήκες κοινωνικής δικαιοσύνης, συνιστούσε αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος, τον σχεδιασμό της οικονομικής και πολιτιστικής προόδου και την ένταξη της χώρας στην οικογένεια των προηγμένων δυτικοευρωπαϊκών κρατών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, αναμενόμενο ήταν το κυβερνητικό ενδιαφέρον να στραφεί προς τον περιθωριοποιημένο αγροτικό τομέα. Άλλωστε, ο Καραμανλής, καταγόμενος από την Πρώτη Σερρών και μεγαλωμένος στα καπνοχώραφα της περιοχής του, γνώριζε από πρώτο χέρι τα προβλήματα και τις ανάγκες των αγροτών. Εργαζόμενος ως ασφαλιστής, είχε διατρέξει τη Μακεδονία, παράλληλα με τις σπουδές του, τη διετία 1928-1929. Επιπλέον, είχε επιτελέσει σημαντικό έργο ως υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, από τον Νοέμβριο του 1948 έως τον Ιανουάριο του 1950, με επίκεντρο την περίθαλψη, τον επαναπατρισμό και την παραγωγική αποκατάσταση των πληγέντων από τον εμφύλιο πληθυσμών της υπαίθρου.

Δεν προκαλεί έκπληξη, συνεπώς, ότι μία από τις πρώτες ενέργειές του ως πρωθυπουργού ήταν η θέσπιση της ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των αγροτών. Με μία σειρά νομοθετικών κειμένων, από τον Δεκέμβριο του 1955 (Ν. 3487/1955) έως τον Αύγουστο του 1957 (Ν.Δ. 3735/1957), η κυβέρνηση Καραμανλή στελέχωσε και εξόπλισε μέχρι το 1960 περίπου 1.200 αγροτικά ιατρεία. Πέραν της ανθρωπιστικής πλευράς του ζητήματος, ο Καραμανλής συνειδητοποιούσε την ανάγκη λήψης μέτρων για την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής: «Η συναίσθησις της κοινωνικής αδικίας εις βάρος της αγροτικής τάξεως οδηγεί την πλέον συντηρητικήν αυτήν τάξιν προς επικινδύνους κατευθύνσεις». Έκτοτε, το ζήτημα της πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης των αγροτών, τον απασχολούσε έντονα. Πάντοτε, όμως, στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.

 

Οι ρυθμίσεις για ανθρώπινο δυναμικό και παραγωγή

 

Έχοντας εξαγγείλει, κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της 10ης Ιουνίου 1958, την πρόθεσή του για ολοκλήρωση του θεσμού της αγροτικής ασφάλισης, ο Καραμανλής συγκρότησε τον Δεκέμβριο του 1958 πενταμελή επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εξέταση του ζητήματος. Παράλληλα, προσκάλεσε σε συμβουλευτικό ρόλο τον Dr. Johannes Krohn, που είχε επιμεληθεί ως υφυπουργός Εργασίας τη θέσπιση της αγροτικής ασφάλισης στη Δ. Γερμανία τον Ιούλιο του 1957.

Φύτεμα καπνού. Οι δύο γυναίκες της φωτογραφίας (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Αρχείο: Γ. Καραμάνου.

Φύτεμα καπνού. Οι δύο γυναίκες της φωτογραφίας (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Αρχείο: Γ. Καραμάνου.

Παρότι ένα προσχέδιο νόμου είχε υποβληθεί στον πρωθυπουργό ήδη τον Σεπτέμβριο του 1958, η κατάρτιση του τελικού νομοσχεδίου απαίτησε χρόνο, καθώς οι αρμόδιοι έπρεπε να αναμείνουν έως τον Απρίλιο του 1960 τη δειγματοληπτική απογραφή του ελληνικού πληθυσμού, ώστε οι υπολογισμοί τους για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της συνταξιοδότησης των αγροτών να είναι ακριβείς. Βάσει αυτής, προέκυψαν πάνω από 300.000 δικαιούχοι.

Ενόσω αυτή η διαδικασία εξελισσόταν, η ΕΔΑ και το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου έσπευσαν να καταθέσουν πρόταση νόμου τον Ιανουάριο του 1960 για την παροχή σύνταξης στους αγρότες, έπειτα από εσωτερική πληροφόρηση από τον κύκλο του πρωθυπουργού, περί επικείμενης κατάθεσης νομοσχεδίου για την αγροτική ασφάλιση. Πλέον, η κυβέρνηση, πέρα από τα πρακτικά προβλήματα που προέκυπταν από τη θέσπιση της ασφάλισης 4.000.000, άμεσα και έμμεσα, απασχολουμένων με τη γεωργία, είχε να αντιπαρέλθει και την πίεση της αντιπολίτευσης. Έχοντας στα χέρια του τα απαραίτητα στοιχεία – το πόρισμα της πενταμελούς επιτροπής, την έκθεση του Dr. Krohn και τη μελέτη του υπουργείου Γεωργίας περί ασφάλισης της αγροτικής παραγωγής από φυσικές καταστροφές – ο Καραμανλής κατέθεσε στη Βουλή στις 18 Νοεμβρίου 1960 νομοσχέδιο με τίτλο «Περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων».

Οι διατάξεις του προέβλεπαν τη χορήγηση από τον Ιούλιο του 1962 σύνταξης γήρατος, ασθενείας και θανάτου στους έχοντες υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους, την ολοκλήρωση του δικτύου των αγροτικών ιατρείων και νοσοκομειακών σταθμών, την αυτοδίκαιη ασφάλιση από 1ης Ιανουαρίου 1961 της παραγωγής από χαλάζι και παγετό, και την ίδρυση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, που θα αναλάμβανε τη διαχείριση της τριπλής ασφάλισης των αγροτών. Το συνολικό κόστος σε ετήσια βάση υπολογιζόταν σε 1,2 δισ. δραχμές.

 

Οι εισφορές

 

Για να αντεπεξέλθει στη δαπάνη αυτή, ο ΟΓΑ έπρεπε να διαθέτει ανάλογα έσοδα. Αυτή η παράμετρος υπήρξε το επίκεντρο οξύτατων αντιδικιών κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, που διήρκεσε έως τον Μάιο του 1961. Παρά τις εισηγήσεις της αντιπολίτευσης περί δωρεάν ασφάλισης, το νομοσχέδιο προέβλεπε συμμετοχή των αγροτών στο 1/3 των απαιτούμενων δαπανών, δεδομένου ότι σε όλες τις χώρες που παρείχαν αγροτικές συντάξεις, οι ασφαλισμένοι έφεραν το κύριο βάρος της ασφάλισης. Για τη μικρή, σε σύγκριση με τα διεθνώς ισχύοντα, εισφορά των αγροτών (2% του εισοδήματός τους έναντι 4-5% που ίσχυε σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη), υπήρχαν πρακτικοί οικονομικοί λόγοι για τη βιωσιμότητα ενός Οργανισμού που κάλυπτε τον μισό πληθυσμό της χώρας. Υπήρχαν, όμως, και ισχυροί ηθικοί λόγοι: έπρεπε να εμπεδωθεί στους αγρότες ασφαλιστική συνείδηση και ένα αίσθημα δικαιωματικής παροχής, που θα συνδεόταν με τη συνδρομή τους στον δικό τους ασφαλιστικό φορέα. «Δεν υπεσχέθημεν διά της παροχής επιδομάτων να μεταβάλωμεν την Ελλάδα εις ένα απέραντο Πρυτανείον. Υπεσχέθημεν να αγωνισθώμεν διά την αύξησιν του εισοδήματος του αγρότου, με μίαν παράλληλον και σύμμετρον ικανοποίησιν των κοινωνικών του αναγκών», υπογράμμισε με νόημα ο Καραμανλής.

Η πρόβλεψη της εισφοράς ήταν δίκαιη, γιατί ήταν αναλογική του εισοδήματος και της περιουσίας των ασφαλισμένων. Παράλληλα, όμως, η κυβέρνηση ήθελε να καταδείξει στις αστικές κοινωνικές τάξεις, που ευνοούνταν από την άνοδο του εθνικού εισοδήματος, την ανάγκη συμβολής τους στην ενίσχυση του εισοδήματος του πρωτογενούς τομέα, της σπονδυλικής στήλης του έθνους και της δεξαμενής από την οποία αντλούσε τις ηθικές και υλικές του δυνάμεις, όπως τόνιζε ο πρωθυπουργός.

 

Συνεχής απασχόληση

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

Σοβαρό κίνητρο για την εισοδηματική στήριξη της αγροτικής τάξης, ήταν η συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο, ώστε να περιοριστεί η μαζική εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Για τον λόγο αυτό, η νομοθεσία απαιτούσε συνεχή απασχόληση στις αγροτικές ασχολίες για μία δεκαετία έως τη συμπλήρωση του 65ου έτους. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε και το αποκεντρωμένο σύστημα που καθιέρωνε ο ΟΓΑ, με την επιτόπια εξυπηρέτηση των αγροτών από τους περίπου 6.000 γραμματείς των Δήμων και Κοινοτήτων. Με το σύστημα αυτό, και διαθέτοντας μόλις 300 υπαλλήλους, τα έξοδα διοίκησης του ΟΓΑ αναλογούσαν στο 2% των εσόδων του.

Η ολοκλήρωση της αγροτικής ασφάλισης αποτέλεσε διακαή πόθο του Καραμανλή, που έπρεπε, όμως, να διαμορφώσει πρώτα τις δομές εκείνες που θα επέτρεπαν την αυτοτελή βιωσιμότητά της. Μάλιστα, επέμεινε στην ασφάλιση και της παραγωγής, παρά τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης και ιδιωτικών ασφαλιστικών συμφερόντων, καθώς ο κλάδος αυτός αποτελούσε την πιο ουσιώδη καινοτομία του κυβερνητικού σχεδίου και είχε ήδη μελετηθεί επαρκώς, ώστε να εξασφαλίζει τον ΟΓΑ από κινδύνους υπέρογκων ζημιών.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 6 Μαΐου 1961. Την ίδρυση του ΟΓΑ στις 20 Ιουλίου 1961 ακολούθησε εντατική εργασία, με την εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων και ηλεκτρονικής μηχανογράφησης, με τη συμβολή του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Κέντρου Ερευνών Εθνικής Άμυνας, ώστε να καταγραφεί ο ακριβής αριθμός των ασφαλισμένων και να οργανωθεί έγκαιρα ο Οργανισμός. Η απονομή των πρώτων βιβλιαρίων συνταξιοδότησης σε εκπροσώπους των περίπου 305.000 δικαιούχων τελέστηκε στο Ζάππειο Μέγαρο στις 9 Ιουνίου 1962 από τον ίδιο τον Καραμανλή, ο οποίος τόνισε την ικανοποίησή του για την ευόδωση της «μακράς προσδοκίας» του για την ασφάλιση των αγροτών.

 

Επίτευγμα με διεθνή αναγνώριση

 

Η καθ’ ολοκληρίαν ασφαλιστική κάλυψη του αγροτικού πληθυσμού (περίθαλψη, συνταξιοδότηση, ασφάλιση παραγωγής) κατέστησε τον ΟΓΑ πρωτοποριακό σε διεθνές επίπεδο ασφαλιστικό οργανισμό, καθώς κατάφερε να υλοποιήσει μία δύσκολα υλοποιήσιμη οικονομική και κοινωνική διαδικασία: την αυτόματη μεταφορά εισοδήματος από τον αστικό στον αγροτικό πληθυσμό μέσω φορολογίας και κοινωνικών πόρων. Το εγχείρημα προκάλεσε το διεθνές ενδιαφέρον, με αρκετές κυβερνήσεις να στέλνουν αξιωματούχους τους στην Ελλάδα, οι οποίοι εγκωμίαζαν την ορθολογική οργάνωση και αποτελεσματικότητα του νέου οργανισμού.

Ο Αμερικανός εμπειρογνώμονας Robert Myets επεσήμανε την ιδιοφυή επίλυση των διοικητικών προβλημάτων από τον ΟΓΑ και τόνισε ότι «το πρόγραμμα αυτό θα άξιζε να τύχει σημαντικού ενδιαφέροντος από άλλες χώρες, που επιζητούν να παράσχουν οικονομική ασφάλεια στους αγροτικούς πληθυσμούς».

Ήταν η εποχή που το ελληνικό κράτος μπορούσε, χάρις σε μία αναμορφωμένη και αποτελεσματική οικονομική και κοινωνική διοίκηση, να αποτελεί υπόδειγμα εισαγωγής ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων.

 

Χρήστος Αναστασίου

Διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας

 Πανεπιστημίου Αθηνών

Καθημερινή, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Οικολογία και οικονομία: Ο κήπος ως κόσμος και μικρόκοσμος»


 

  «Events Series 2016»

«Παγκοσμιοποίηση και τοπικά ιδιώματα: πολιτισμικές

και θεσμικές αλληλεπιδράσεις»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 7.00 μ.μ. στην Αίθουσα Τέχνης & Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, Αγίου Κωνσταντίνου 29, θα δώσει διάλεξη η Φαίη Ζήκα, Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Θεωρίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Συνομιλήτρια της θα είναι η Ελεάνα Γιαλούρη, Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2016», θα είναι: «Οικολογία και οικονομία: Ο κήπος ως κόσμος και μικρόκοσμος».

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης

Μετά από μια σειρά περιπετειών στο παγκοσμιοποιημένο τοπίο του 18ου αιώνα, ο Καντίντ του Βολταίρου τελειώνει με την προτροπή «πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας». Ενώ ο Βολταίρος χρησιμοποιεί τον κήπο ως κριτική αντιπαράθεση στα δεινά μιας παγκοσμιοποίησης, η ομιλία μου στοχεύει να αναδείξει πώς, μέσω της μετανάστευσης των φυτών και της καλλιέργειας, ο μικρόκοσμος του κήπου συνδέει το τοπικό με το παγκόσμιο, την εσωστρεφή ενασχόληση με τα του οίκου (οικονομία) με ένα άνοιγμα στον ευρύτερο κόσμο και τη φύση εν γένει (οικολογία).

Φαίη Ζήκα

Η Φαίη Ζήκα είναι επίκουρη καθηγήτρια φιλοσοφίας και θεωρίας της τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Μεταξύ 1991 και 2008 ήταν καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Αμερικανικό Κολλέγιo Ελλάδας/ Deree College. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν τις αισθήσεις και το χρώμα, ζητήματα ταυτότητας και φύλου, τη σχέση τέχνης και φύσης, τη σχέση της φιλοσοφίας με τις τέχνες και τις επιστήμες. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, σε συλλογικούς τόμους και σε καταλόγους εκθέσεων. Έχει επιμεληθεί το βιβλίο του David Batchelor Χρωμοφοβία (Άγρα 2013) και τη συλλογή κειμένων Τέχνη, Σκέψη, Ζωή: Η αισθητική φιλοσοφία του Αλέξανδρου Νεχαμά (Οκτώ 2014).

Read Full Post »

Older Posts »