Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Οικονομία’

Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» επίκαιρο άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης».

 

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι - 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας - κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι – 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας – κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Γκυ Ντεμπόρ, ο γνωστός Γάλλος θεωρητικός του μαρξισμού, είχε επισημάνει, ήδη από τη δεκαετία του 1960, ότι τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, με Κολοφώνα την τηλεόραση, είχαν χωρίσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που μιλούν δημόσια και σε αυτούς που σιωπούν. «Αυτοί οι διάφοροι ειδικοί των φαινομενικών συζητήσεων που αποκαλούμε ακόμη, καταχρηστικά πάντως, πολιτιστικές ή πολιτικές, έχουν ευθυγραμμίσει αναγκαστικά τη λογική και την κουλτούρα τους με τη λογική και την κουλτούρα του συστήματος που τους χρησιμοποιεί κι αυτό όχι μόνο γιατί έχουν επιλεγεί απ’ αυτό αλλά κυρίως γιατί ποτέ δεν διαπαιδαγωγήθηκαν από κάτι άλλο». [1] Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε η ραγδαία εξάπλωση και χρήση του διαδικτύου, πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι το διαδίκτυο θα αποτελούσε τη λυδία λίθο του δημοσίου χώρου. Θα εξασφάλιζε, δηλαδή, συνεχή ροή πλουραλιστικής ενημέρωσης, ακυρώνοντας εν τοις πράγμασι το μονοπώλιο της τηλεόρασης, η οποία εύκολα καθίσταται φερέφωνο κέντρων και παράκεντρων εξουσίας. Η μεγαλύτερη, όμως, προσδοκία ήταν ότι το διαδίκτυο θα επανέφερε στο προσκήνιο τον δημόσιο διάλογο, τον πυρήνα της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, οι πολίτες θα ενεργοποιούνταν πολιτικά, από τη στιγμή που η έκφραση και ανταλλαγή πολιτικών απόψεων θα γινόταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας του καθενός. [2]

Η σύγχρονη πραγματικότητα απέχει πόρρω από την επιβεβαίωση αυτών των προσδοκιών. Το διαδίκτυο, σε σημαντική έκταση, αναπαράγει τις ειδήσεις που διακινούν τα μεγάλα τηλεοπτικά και ευρύτερα δημοσιογραφικά δίκτυα. Οι πολίτες απλά σχολιάζουν αυτά που βλέπουν και ακούν στα κατεστημένα μέσα ενημέρωσης ή στη ροή των πληροφοριών, όπως αυτή διοχετεύεται στις ιστοσελίδες κοινωνικής και άλλης δικτύωσης. Οι ειδικοί, που μονοπωλούν το δημόσιο λόγο, εξακολουθούν να ασκούν κυριαρχική επιρροή στην κοινή γνώμη και να επικαθορίζουν το πλαίσιο σκέψης και δράσης πολιτικών και πολιτών. [3] Η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής υποβοηθείται από την οργανωμένη υπερπροβολή ειδικών. Η πλέον επίκαιρη και ταυτόχρονα ανησυχητική εκδοχή αυτής της πραγματικότητας είναι η συχνότατη παρουσία οικονομολόγων στα μέσα ενημέρωσης.

Ενόσω η Δύση δοκιμάζεται υπό τη βάσανο της οικονομικής κρίσης, οι οικονομολόγοι εμφανίζονται ως οι ευαγγελιστές των λύσεων. Αντίθετα, οι πολιτικοί λοιδορούνται και προπηλακίζονται ως οι κατεξοχήν υπεύθυνοι για τα αδιέξοδα. Στην Ελλάδα ορισμένοι καθηγητές οικονομικών έχουν καταστεί περισσότερο αναγνωρίσιμοι από αθλητές και τηλεαστέρες, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων εμφανίζεται τακτικά στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και αρθογραφεί καταιγιστικά στο διαδίκτυο και στον τύπο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, με τον Αριέλ Ρουμπινί, τον οικονομολόγο που προέβλεψε τη διεθνή κρίση, να συναγωνίζεται σε εμφανίσεις και απολαβές την Μαντόνα. Ελάχιστοι, όμως, τολμούν να πουν ή να γράψουν ότι οι οικονομολόγοι είναι οι βασικοί υπαίτιοι της κρίσης και, κυρίως, ότι η οικονομία είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία δεν μπορεί, παρά μόνο συμπτωματικά, να προσφέρει λύσεις.

Κατά τον Αριστοτέλη, τον πρώτο που επιχείρησε μια συστηματική κατάταξη των επιστημών, η οικονομία αποτελεί μέρος της πρακτικής φιλοσοφίας και είναι ομόλογη της ηθικής και της πολιτικής.[4] Στην πορεία των ετών και υπό την πίεση του μαρξισμού, του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, η οικονομία μετατοπίστηκε και έχασε το χαρακτήρα της και τη φυσιογνωμία της, αλλοτριώθηκε, για να χρησιμοποιήσουμε ένα μαρξιστικό όρο. Ο μαρξισμός, ως γνήσιο τέκνο του διαφωτισμού, αποπειράθηκε να μετατρέψει την οικονομία, όπως και κάθε άλλο κλάδο του επιστητού, σε επιστήμη.[5] Στην κατεύθυνση αυτή επέλεξαν να κινηθούν και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι, υπό τη δριμεία κριτική του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, ώστε να διασώσουν το κύρος του κλάδου τους.[6] Συγκεκριμένα, κατά το θετικισμό, οι επιστημονικές έννοιες δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνοχή των δεδομένων της παρατήρησης. Από την άλλη, ο λογικός θετικισμός είναι ένας εμπειρισμός που μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας στην έννοια του νοήματος. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι, προτού επιχειρηθεί να αποδειχθεί πειραματικά αν μια θεωρία είναι αληθής ή ψευδής, χρειάζεται να διαπιστωθεί εάν έχουν νόημα οι ισχυρισμοί της. Συνεπώς, νόημα έχουν μόνο οι μαθηματικές προτάσεις και οι θεωρητικές υποθέσεις και εξηγήσεις της πειραματικής επιστήμης, όσες προτάσεις, δηλαδή, είναι εμπειρικά επαληθεύσιμες.[7] Αρκετές ανθρωπιστικές σπουδές, ανάμεσα τους η ψυχολογία, η παιδαγωγική και η οικονομία, επιχείρησαν να μαθηματικοποιηθούν, να αποκτήσουν επιστημονική υπόσταση, ώστε να μην θεωρηθούν μεταφυσικές και άνευ νοήματος ασκήσεις του νου, όπως η θεολογία, η παραδοσιακή φιλοσοφία, η ιστορία και άλλες.

Η αλλαγή αυτή στη μέθοδο των οικονομικών προκάλεσε στους οικονομολόγους μια ανεπανάληπτη οίηση. Η μαθηματικοποίηση της φύσης και η αιτιοκρατία του Νεύτωνα, είχαν από καιρό δημιουργήσει την αίσθηση ότι η φύση και οτιδήποτε μέσα σε αυτή υποτάσσεται σε μια άτεγκτη νομοτέλεια. Οι ίδιες αιτίες οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα και οι φυσικοί νόμοι επαναλαμβάνονται αέναα. Συνεπώς, με την πεπαιδευμένη παρατήρηση, την αποκρυπτογράφηση των φυσικών νόμων και την αλάνθαστη μέθοδο των μαθηματικών, η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι εφικτή.[8] Οι οικονομολόγοι πίστεψαν και έκαναν και τους άλλους να πιστέψουν ότι τα περίπλοκα μαθηματικά που χρησιμοποιούν και τα υπολογιστικά μοντέλα τους είναι αλάνθαστα, είναι η πραγματική επιστήμη, το σύγχρονο κέρας της Αμάλθειας, η οποία εξασφαλίζει ατέρμονη πρόοδο και ευμάρεια για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Όλοι πείστηκαν και εξακολουθούν να ομνύουν στην αποτελεσματικότητα των οικονομικών. Ακόμα και σήμερα, όταν σχεδόν όλοι παραδέχονται ότι η ασυδοσία και αμετροέπεια των οικονομολόγων ενθάρρυνε και παραπλάνησε σώφρονες και επιλήσμονες πολιτικούς και ιδιώτες, ότι τα περίπλοκα οικονομικά προϊόντα δημιούργησαν την κρίση, η κοινωνία φαίνεται να αποδέχεται ότι ευθύνονται κάποια απρόσωπα golden boys, ενώ οι επώνυμοι, θεσμικοί οικονομολόγοι είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν και πάλι, μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες, στη γη της επαγγελίας. Πρόσφατα, στην ελληνική τηλεόραση, παρακολούθησα πασίγνωστο έλληνα οικονομολόγο να παρουσιάζει, για πολλοστή φορά, τις καταστροφολάγνες θέσεις του ως άλλη Κασσάνδρα. Όταν κάποιος δημοσιογράφος του επεσήμανε ότι πέρυσι, σχεδόν την ίδια ημέρα, είχε τοποθετήσει την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης στις αρχές του 2012, απάντησε θρασύτατα ότι το μοντέλο του είναι ρέον και ότι στην πορεία άλλαξε και αυτό, όπως και η πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα, όμως, απέχει παρασάγγας. Όπως ορθά επεσήμανε πριν από αρκετές δεκαετίες ο Χέμπελ, η λογική πιθανότητα ενός καθολικού νόμου βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν.[9] Αυτό οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ένας καθολικός νόμος, όπως αυτοί που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι, έχει επιβεβαιωθεί μέσα από ένα απειροελάχιστο σώμα παρατηρήσεων και πειραμάτων σε σχέση με το άπειρο των πιθανοτήτων και εκδοχών. Άρα, οι οικονομολόγοι καταλήγουν σε συμπεράσματα με καθολική ισχύ βασισμένοι σε ελάχιστη εμπειρική βάση. Ο Καρλ Πόπερ, κορυφαίος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, συμπλήρωσε ότι μπορεί κανείς να επαληθεύσει όποια θεωρία θέλει. Αν κάποιος ερευνητής, εν προκειμένω οικονομολόγος, για λόγους ιδεολογικούς ή πολιτικούς, είναι προσκολλημένος σε μια θεωρία θα βρει πάντοτε τον τρόπο να διαβάζει τα αποτελέσματα της έρευνας με τέτοιο τρόπο που να επιβεβαιώνει τις δικές του θεωρήσεις. Τα ίδια εμπειρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς τρόπους και να αποδώσουν διαφορετικές γενικεύσεις και νόμους.[10]

Συνεπώς, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το μέλλον. Μόνο εκ των υστέρων μπορούμε να αποφανθούμε αν μια θεωρία ήταν σωστή. Απομένει μόνο η ελπίδα ότι κάποιες προβλέψεις θα βγουν αληθινές. Η οικονομική είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία τρέφει με αυταπάτες τον άνθρωπο, γιατί πολύ απλά τον αγνοεί. Η οικονομία ήταν και χρειάζεται να ξαναγίνει ανθρωπιστική σπουδή. Όσο επιμένει να απομακρύνεται από τον άνθρωπο, να τον παραγνωρίζει και να επικεντρώνεται στους αριθμούς, επειδή αυτοί της προσδίδουν επιστημονικοφάνεια και είναι ευχερέστεροι στον αφηρημένο στοχασμό, είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει και να επισωρεύει δεινά. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη δεν διαφέρει παρά ελάχιστα από τις πλέον ταπεινές ψευδοεπιστημονικές ενασχολήσεις, όπως η αστρολογία. Διατυπώνονται άπειρες προβλέψεις από τους οικονομολόγους, βάσει των οποίων σχεδιάζεται από κυβερνήσεις και αρμόδιους φορείς η ζωή όλων μας. Οι πλείστες διαψεύδονται οικτρά, ενώ αποθεώνονται οι ελάχιστοι οικονομολόγοι που επαληθεύτηκαν, έστω και μερικώς. Και η επιβεβαίωση των ελαχίστων οπλίζει με επιχειρήματα τους υπολοίπους, ώστε να συνεχίσουν στην καταστροφική πορεία των αλλεπάλληλων εικασιών, οι οποίες βαφτίζονται επιστήμη και διεκδικούν το ανάλογο κύρος. Οι πραγματικές επιστήμες, όταν θελήσουν να ξεπεράσουν το επίπεδο της έρευνας, της αποκάλυψης δηλαδή νέας γνώσης, και να περάσουν στην εφαρμογή των πορισμάτων τους, φροντίζουν να παρεμβληθεί το στάδιο του πειραματισμού. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να προσδιοριστούν οι συνέπειες, ώστε να μην υποφέρουν άνθρωποι και δημιουργηθεί γενικότερη βλάβη. Οι οικονομολόγοι, με την αγαστή συνέργια των πολιτικών, θεωρούν ότι κάθε θεωρία τους αξίζει να εφαρμοστεί, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, σπέρνοντας τον όλεθρο και καθαιμάσσοντας την ανθρωπότητα. Τουλάχιστον, η φιλοσοφική μεταφυσική, παρότι δεν βρίσκει εμπειρική επιβεβαίωση, εδράζεται στη λογική και δεν αποτολμά λογικά άλματα και διανοητικές ακροβασίες με την ελαφρότητα που το πράττουν οι οικονομολόγοι.

Μια άλλη βασική αδυναμία της οικονομικής σκέψης είναι η μονομερής προσήλωση της στο μέλλον. Η στοχοθεσία των οικονομολόγων αναφέρεται μόνο στο τι θα επέλθει. Για την πλειοψηφία, μάλιστα, των δυτικών οικονομολόγων, η καταφυγή στην ιστορική έρευνα, ως θεραπαινίδας στις έρευνες τους, είναι ανεπίτρεπτη, καθώς θεωρείται ιστορικισμός, ο οποίος δογματικά εκλαμβάνεται ως διανοητική ασθένεια.[11] Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται οι οικονομολόγοι είναι ότι αυτή η επιλογή τους υπονομεύει το έργο τους. Όπως ποιητικά είχε επισημάνει ο Ιερός Αυγουστίνος, πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας και φιλόσοφος, στις Εξομολογήσεις του, οι άνθρωποι αναρωτιούνται για το χρόνο. Όμως το παρελθόν έχει ήδη χαθεί, το παρόν μεταπίπτει πάραυτα σε παρελθόν; ενώ το μέλλον δεν υπάρχει, καθώς δεν έχει επέλθει.[12] Για τους οικονομολόγους, παρά ταύτα, το μέλλον υπάρχει, για να μην πούμε ότι ήδη ζουν στο μέλλον. Όλες τους οι έρευνες κατατείνουν στο πως θα είναι η κατάσταση σε λίγα ή πολλά χρόνια. Όλη τους η ενέργεια ξοδεύεται σε αυτό το εγχείρημα, πείθοντας τους πολιτικούς και την κοινωνία ότι υπάρχει τρόπος όχι μόνο να προβλεφθεί το μέλλον, αλλά να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Η Πυθία και οι αρχαίοι οιωνοσκόποι ωχριούν ενώπιον τους, καθώς υπόσχονταν μόνο την πρόβλεψη.

Η εμμονή, όμως, στο μέλλον κάνει δυσβάσταχτο το παρόν. Θυσιάζεται το παρόν, η μόνη βέβαιη πραγματικότητα στο όνομα και το όραμα ενός μη υπαρκτού και προβλέψιμου, με λογικό τρόπο, μέλλοντος. Οι οικονομολόγοι σχεδιάζουν μαθηματικά μοντέλα, τα οποία βεβαιώνουν ότι θα επαληθευθούν. Οι πολιτικοί τα δέχονται, ρυθμίζουν τις αποφάσεις τους βάσει αυτών και προσαρμόζουν τις δράσεις τους αναλόγως. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βιώνουν σήμερα αρκετές κοινωνίες: φτώχεια, δυστυχία, απόγνωση, οδύνη. Και το πλέον πιθανόν είναι, όπως ήδη έχει συμβεί πάμπολλες φορές, να μην επαληθευθούν τα οικονομικά μοντέλα. Και τότε, μετά από αρκετά χρόνια και χαμένες ζωές, θα μας πούνε, ότι το παλαιό απέτυχε, γιατί είχε δομικές αδυναμίες ή γιατί δεν υπολογίστηκαν κάποιες παράμετροι. Η συνέχεια θα είναι να εισηγηθούν ένα νέο μοντέλο, του ιδίου τύπου και των ιδίων προδιαγραφών, το οποίο θα διορθώσει την κατάσταση σε κάποια χρόνια. Και πάλι από την αρχή, έως ότου κάποιο να αποδώσει, από τύχη μάλλον παρά από ικανότητα. Όπως, όμως, ορθά είχε επισημάνει ο Μακιαβέλι, «η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στο πως ζούμε και στο πως θα έπρεπε να ζούμε είναι τόσο μεγάλη, ώστε όποιος αφήνει αυτό που γίνεται για εκείνο που θα έπρεπε να γίνεται, προετοιμάζει την καταστροφή του μάλλον παρά τη σωτηρία του».[13]

Εκείνο που φταίει δεν είναι το επιμέρους πρότυπο, αλλά η ίδια η κατεύθυνση που έχει πάρει η οικονομική επιστήμη. Επιστημολογικά, πρόκειται για μια αδιέξοδη και επικίνδυνη επιλογή, ένα σύγχρονο Μολώχ, στο βωμό του οποίου θυσιάζονται ζωές.[14] Η οικονομία χρειάζεται να επανασυνδεθεί με τις ρίζες της και να συγκροτηθεί ως κλάδος ανθρωπιστικός, αφού αντικείμενο της δεν είναι η ύλη, αλλά οι άνθρωποι.

Από την άλλη οι πολιτικοί οφείλουν να κατανοήσουν ότι το έργο τους συνίσταται πρωτίστως στη διαχείριση της πραγματικότητας, προς όφελος των ανθρώπων, και όχι στις μεταφυσικές προσδοκίες που καλλιεργεί η τυφλή πίστη στην ψευδοεπιστημονικότητα των αριθμών και των υπολογισμών. Αν η οικονομία δεν επανασυνδεθεί με τον άνθρωπο και δεν αποστραφεί τη μεθοδολογία των φυσικών επιστημών, η οποία δεν ταιριάζει στο δικό της πεδίο, το μέλλον της ανθρωπότητας δεν προοιωνίζεται ευοίωνο. Η κατάσταση ομοιάζει με το πιθάρι των Δαναΐδων. Όταν κλείνει μια τρύπα, ανοίγει μια άλλη και τελικά το πιθάρι μένει πάντοτε άδειο, ασχέτως του κόπου όσων κοπιάζουν χύνοντας μέσα του νερό. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα άλλο πιθάρι, δίχως τρύπες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ. Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1990, 9-10.

[2] Μ. Hindman, The Myth of Digital Democracy, Princeton University Press, Princeton 2009. M. Margolis – G. Moreno – Riano, The Prospect of Internet Democracy, Ashgate, Farnham 2009, 95-108.

[3] OECD, Promise and Problems of Ε-Democracy: Challenges of Online Citizen En­gagement, Paris 2003, 64-65.

[4] Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια, 1218b 11-16. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1141b31-33. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1253bl-22.

[5] Τ. Duppe, The Making of the Economy: a Phenomenology of Economic Science, Lex­ington Books, Lanham 2011, 129-131.

[6] Στο ίδιο, 25-64.

[7] Α. J. Ayer(ed), Logical Positivism, Free Press, Glencoe 1959.A. Schilpp (ed.), The Philosophy of Rudolf Carnap, Illinois Open Court, La Salle 1963.

[8] S. Shapin, Η Επιστημονική Επανάσταση, Κάτοπτρο, Αθήνα 2003, 145-192

[9] C. G. Hempel, Philosophy of Natural Science, Prentice – Hall, Englewood Cliffs 1966.

[10] K. Popper, Conjectures and Refutations: The Growth of Scientific Knowledge, Routledge, London 1963. K. Popper, Objective Knowledge, Oxford University Press, Oxford 1972.

[11] J. J. Krabbe, Historicism and Organicism in Economics: The Evolution of Thought, Springer, London 2012.

[12] Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, Πατάκης, Αθήνα 1997, τ. Β’, 151-190.

[13] Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996, 98-99.

[14] Α. F. Chalmers, Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2011, 77-92.

 

Γεώργιος Στείρης

Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης», στο Α. Μάνος & Ε. Πρωτοπαπαδάκης (επιμ.), Εξουσία και Δημοκρατία, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ελληνική Εταιρεία Ηθικής, Αθήνα 2014.

Read Full Post »

Αλώνι


 

  

Ένας επίπεδος κυκλικός χώρος λιθόστρωτος ή στρωμένος με χώμα, όπου οι χωρικοί συγκέντρωναν τα δημητριακά, συνήθως σιτάρι ή κριθάρι, για να τα αλωνίσουν με τα ζώα τους και να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα στάχυα και τα άχυρα. Τα αλώνια ήταν φτιαγμένα στις παρυφές των οικισμών σε τοποθεσίες όπου τις έπιανε ο αέρας, βοριάς και νοτιάς, για να μπορούν να λιχνίζουν. Συνήθως τ’ αλώνια ήταν κοινά και κάθε αλώνι είχε τους πελάτες του, τους νοικοκυραίους δηλαδή που το προτιμούσαν και μετέφεραν εκεί μετά το θέρισμα το σιτάρι, το κριθάρι ή τη βρώμη τους, για να τ’ αλωνίσουν. Κάθε γειτονιά ή οικογένεια (αδέρφια, ξαδέρφια) είχε και ένα αλώνι και σπάνια ένας μεγαλο-νοικοκύρης του χωριού είχε το δικό του αλώνι.

Το κυρίως αλώνι, όπου αλώνιζαν τα στάχυα, ήταν στρογγυλό με διάμετρο 15-20 μέτρα και, αν βρισκόταν σε επίπεδο έδαφος, έβαζαν γύρω-γύρω μεγάλες όρθιες πέτρες, για να καθορίζουν τα όριά του και να εμποδίζουν τα στάχυα και τα ζώα που αλώνιζαν να βγαίνουν έξω. Στο κέντρο του αλωνιού έβαζαν βαθιά στο έδαφος το στογερό ή ορτό, έναν πάσαλο ύψους 1-2 μέτρων, στον οποίο έδεναν μ’ ένα χοντρό σκοινί τα ζώα, για να γυρίζουν κυκλικά στο αλώνι.

 

Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.


Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Αλώνια συναντάμε δύο ειδών, τα χωματάλωνα και τα πετράλωνα. Το δάπεδο του πέτρινου αλωνιού ήταν στρωμένο με πλάκες από πέτρα, που εφάρμοζαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια ομαλή επίπεδη επιφάνεια. Τα κενά ανάμεσα στις πλάκες καλύπτονταν με χώμα. Σε πολλές περιοχές όμως τα αλώνια ήταν χωμάτινα.

Τα χωματάλωνα τα έστρωναν με λάσπη ανακατεμένη με άχυρα, που όταν ξηραινόταν την πατούσαν τα άλογα, ώσπου να γίνει σκληρή σαν πέτρα. Το πηλόχωμα το ανανέωναν κάθε χρόνο για να είναι ίσιο, ώστε να τρίβονται τα στάχυα και να μαζεύεται ο σπόρος καθαρός από σκόνες και χώματα. Η προετοιμασία του αλωνιού γινόταν τον Ιούνιο, αφού είχαν πάψει και οι τελευταίες βροχές του Μάη και άρχιζε ο θέρος (θερισμός). Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που οι γεωργοί αλώνιζαν τα σπαρτά τους.

Κοντά στο αλώνι ήταν η θεμωνίστρα, μια έκταση όπου τοποθετούσαν τις θημωνιές, τους σωρούς δηλαδή με τα δεμάτια σταριού που επρόκειτο να αλωνίσουν. Τις θημωνιές τις έχτιζαν έτσι που να πιάνουν λίγο χώρο και τις ξεχώριζαν από το αλώνι με φράχτη ξύλινο ή με πέτρινο τοίχο, για να μη διαβαίνουν τα ζώα και τρώνε τα στάχυα. Το αλώνι ήταν τόπος ιερός, πίστευαν ότι στοιχειό ή ξωτικό δεν μπαίνει μέσα στο αλώνι, γι’ αυτό και το θεωρούσαν άσυλο για το νυχτοπάτη.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά / Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Σβάρνα


 

 

Γεωργικό ξύλινο εργαλείο, που χρησιμεύει για την ισοπέδωση οργωμένου εδάφους. Μπορούσε να είναι ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από κορμό δένδρου πάχους 10 περίπου εκατοστών, μήκους 1,50 περίπου μέτρου και πλάτους 50-60 εκατοστά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να βρεθεί τέτοιο ξύλο, την κατασκεύαζαν με 5 κομμάτια κορμών. Έβαζαν τα 3 μεγάλα παράλληλα σε απόσταση 30 περίπου εκατοστών μεταξύ τους και συνέδεαν σταθερά τις δυο άκρες τους με δυο μικρότερα.

Έπλεκαν κατόπιν αλλεπάλληλες λεπτές βέργες από εύκαμπτο ξύλο, συνήθως λυγαριά, στα τρία παράλληλα ξύλα μέχρι να καλύψουν όλη την επιφάνεια της σβάρνας. Οι βέργες έπρεπε να έχουν φορά κάθετη προς τη μεγάλη πλευρά της σβάρνας, για να σέρνονται πάνω στο χώμα και να μην αποσπώνται εύκολα. Στα άκρα της μιας μεγάλης πλευράς της σβάρνας έδεναν δυο θηλιές από χοντρό σύρμα, στις οποίες προσαρμόζονταν τα τραβηχτά των ζώων κατευθείαν στη σβάρνα χωρίς τη μεσολάβηση ζυγού.

 

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

 

Ο γεωργός, όταν τελείωνε το όργωμα ενός χωραφιού, έδενε τα ζώα του στη σβάρνα, ανέβαινε και ο ίδιος επάνω σ’ αυτή ή τοποθετούσε δυο βαριές πέτρες πάνω της, για να γίνει πιο βαριά και να γίνει πιο αποτελεσματικό το σβάρνισμα, και άρχιζε να σβαρνίζει το χωράφι του. Η σβάρνα, καθώς σερνόταν από τα ζώα, έσπαζε τους σβόλους και ισοπέδωνε το οργωμένο χώμα, για να μη λιμνάζει το νερό της βροχής στις γούβες και να είναι πιο εύκολο το θέρισμα του σιταριού το καλοκαίρι.

Το σβάρνισμα του χωραφιού ήταν εύκολη δουλειά. Δεν κούραζε τα ζώα, όπως το αλέτρι, γινόταν γρήγορα, αφού η σβάρνα με το πλάτος της κάλυπτε 5-6 αυλακιές, και μ’ αυτό τελείωνε η δουλειά της ημέρας και ο γεωργός έβλεπε με ευχαρίστηση το αποτέλεσμα των κόπων του.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Φροντιστής Αθανάσιος


 

 

Φροντιστής Αθανάσιος

Φροντιστής Αθανάσιος

Είναι Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, MBA του STERN SCHOOL OF BUSINESS, NEW YORK UNIVERSITY (Η.Π.Α.) στο οποίο πραγματοποίησε και το μεγαλύτερο μέρος των Διδακτορικών του Σπουδών, Πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και συγγραφέας. Υπήρξε μαθητής διάσημων Καθηγητών, όπως οι P. Drucker (Μάνατζμεντ) και E. Deming (Ποιότητα), ενώ έχει συνεργαστεί με τους επίσης διάσημους Καθηγητές J. Juran (Total Quality Management) και Philip Kotler (Μάρκετινγκ Μάνατζμεντ). Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά. Είναι ιδρυτής και Πρόεδρος του Δ.Σ. της  Εταιρίας ΕΜΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ-ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε., Μέλος του Δ.Σ. και Αντιπρόεδρος του ΕΛΛΗΝΟΚΙΝΕΖΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ, αρθρογράφος Οικονομικού Τύπου και Χρονογράφος τοπικής εφημερίδας. Γεννήθηκε στο Μώλο Φθιώτιδος, είναι έγγαμος και έχει τρεις κόρες.

Έχει διατελέσει, Πρόεδρος του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών (Ο.Π.Ε.), 1985-1988 και ιδρυτής του Ινστιτούτου Εξαγωγικών Σπουδών και του Κέντρου Συσκευασίας του ίδιου Οργανισμού. Μέλος του Δ.Σ. (1981-1985) και Αναπληρωτής Πρόεδρος (1988-1989) του Ο.Τ.Ε. Επί 30ετία ανώτερο και ανώτατο στέλεχος (Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος Δ.Σ. και Γενικός ή Κλαδικός Διευθυντής) εταιριών γνωστών πολυεθνικών ομίλων επιχειρήσεων για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή (UNILEVER, REVLON, NESTLE/L΄OREAL, ELI LILLY, GENKA).

Από το 1991, ήταν Σύμβουλος Διαχείρισης για το ΠΕΠ Κ. Μακεδονίας (1991-1995) και για το ΠΕΠ Στερεάς Ελλάδας (1995-2002). Έχει μετάσχει ως Συντονιστής σε πολλά διακρατικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως Μέλος Επιτροπών των Υπουργείων Οικονομίας και Ανάπτυξης. Για πολλά χρόνια Σύμβουλος-Εμπειρογνώμων του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΟΗΕ (ΙTC) για θέματα οργάνωσης του εξαγωγικού  εμπορίου. Έχει παράσχει σχετικές υπηρεσίες στην Κυβέρνηση των Φιλιππίνων και σε άλλους Οργανισμούς.Μέλος του EXPORT PROMOTION GROUP της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1989 έως το 1994 ήταν εκλεγμένο  μέλος του Δ.Σ., Αντιπρόεδρος και Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ECSB).

Επισκέπτης  Καθηγητής του Πανεπιστημίου ULSTER της Β. Ιρλανδίας, καθώς και Λέκτορας του STERN SCHOOL OF BUSINESS του NEW YORK UNIVERSITY των Η.Π.Α. και του DEREE COLLEGE στην Αθήνα. Αξιολογητής Business Plans του Υπουργείου Ανάπτυξης, Σύμβουλος πολλών επιχειρήσεων, Κλαδικών Συνδέσμων και Επιμελητηρίων. Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διονύσου. Πρόεδρος Μόνιμης Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Κρατικών Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Πρόεδρος του Δημ. Συμβουλίου του Δήμου Διονύσου.

Συγγραφική, δημοσιογραφική και λογοτεχνική δραστηριότητα

Έχει συγγράψει δύο βιβλία, το 3o κεφάλαιο του βιβλίου του γκουρού της Ποιότητας J. JURAN ‘’A History of Managing for Quality’’ και έχει προλογίσει τρία ακόμα επιστημονικά συγγράμματα.  Έχει δημοσιεύσει πάνω από 80 άρθρα και μελέτες πάνω στην Διοίκηση και την Οικονομία σε ελληνικά και αλλοδαπά περιοδικά και εφημερίδες και πάνω από 150 χρονογραφήματα. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα θεατρικό έργο. Ήταν βασικός ομιλητής σε πολλά Συνέδρια.

Λογοτεχνικά έργα:

  • Υπάρχω, Ποίηση, Α’ έκδοση, εκδ. Κουλουφάκος, 1978, Β’ έκδοση, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2007.
  • Πειραματόζωα, Ποίηση, Α’ έκδοση εκδ. Φιλιππότης, 1981, Β’ έκδοση, εκδ. Εμβόλιμον, 1999.
  • Ορφανές μνήμες, Ποίηση, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2006.
  • Ο Τρελός και η Προτομή, Θέατρο, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2007.
  • Ο Ασκός της Οργής, Ποίηση, εκδ. Ιωλκός, 2010.
  • Άγονη Γραμμή, Ποίηση, εκδ. Ιωλκός, 2012.

Επιστημονική – Επαγγελματική – Κοινωνική δράση

Είναι ή έχει διατελέσει μέλος ή μέλος της διοίκησης πολλών επιστημονικών, επαγγελματικών και κοινωνικών  οργανώσεων, μεταξύ των οποίων, το Οικονομικό Επιμελητήριο, η ΕΕΔΕ, η Ένωση Ανταποκριτών Ελληνόφωνου Τύπου της Αλλοδαπής, η Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Επιτροπή Εναλλακτικής Διαχείρισης του ΥΠΕΧΩΔΕ, Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΤΑΙΡΙΩΝ – ΚΕΝΤΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (ΕΛΣΕΚΕΚ), επί 15ετία μέλος του Δ.Σ., Αντιπρόεδρος και Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Αραβοελληνικού Επιμελητηρίου ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, Αντιπρόεδρος του ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ (ΙΝΚΑ), μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής και του Δ.Σ. του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ).

Read Full Post »

Η Ιστορία μιας Αργολικής Βιομηχανίας


 

 

Τάσου Καραμέλη, Ο «Πελαργός» της Νέας Κίου, αυτοέκδοση, Ναύπλιο, 2011, 112 σελίδες.

 

Πρόκειται για τη μοναδική ιστορία μιας Αργολικής βιομηχανίας, γραμμένη μάλιστα από τον ίδιο τον Διευθυντή της, που έρχεται να συμπληρώσει την ιστορία της βιομηχανίας της περιοχής. Η Ναυπλιακή Εταιρία Κονσερβών Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ, στη Νέα Κίο, με έδρα το Ναύπλιο, ιδρύθηκε το 1930 από τον Κιώτη πρόσφυγα Γεράσιμο Καραμέλη, πατέρα του συγγραφέα. Είχε έρθει στην πόλη μας από το 1922 και σε λίγα μόλις χρόνια έγινε μεγαλέμπορος τροφίμων, προμηθευτής του Στρατού, των φρουρίων και των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας.  Η παλιά Κίος, ελληνική πόλη 10.000 κατοίκων απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, ήταν μια ακμάζουσα πόλη, τελείως εξευρωπαϊσμένη.

Ο Καραμέλης σχετίστηκε στο Ναύπλιο με την καλύτερη κοινωνία και, με την υποστήριξη του Προέδρου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων έριξε την ιδέα να έρθουν οι Κιώτες, που βρίσκονταν στην Αθήνα και αλλού, να εγκατασταθούν στις όχθες του Ερασίνου ποταμού, που του θύμισε τον δικό τους Ασκάνιο. Τα σπίτια χτίστηκαν το 1926-27 και το 1930, πάλι με ενθάρρυνση του καθηγητή Βασίλη Κριμπά, δημιουργήθηκε στο παλιό Ιπποφορβείο του Όθωνα η Βιομηχανία Κονσερβών Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ. Μια προηγούμενη απόπειρα δημιουργίας σηροτροφίας δεν συνεχίστηκε.

 

Ο «Πελαργός» της Νέας Κίου

Ο «Πελαργός» της Νέας Κίου

 

Ο συγγραφέας δίνει με απλό λεξιλόγιο και ενάργεια  όλες τις λεπτομέρειες της λειτουργίας αυτής της λαμπρής βιομηχανίας, που αναπτύχθηκε και ερχόταν δεύτερη σε σημασία μετά τον ΚΥΚΝΟ. Μέρος της επιτυχίας της οφείλεται βέβαια, εκτός από την εμπνευσμένη και ακάματη εργατικότητα του ιδίου, που είχε σπουδάσει Μηχανολόγος- Ηλεκτρολόγος στο Πολυτεχνείο, μετά το θάνατο του πατέρα του το 1940, και στην εργατικότητα των κατοίκων της Νέας Κίου, ιδίως των γυναικών. Τους αναφέρει ονομαστικά όλους, τεχνικούς, σωφέρ, εργάτριες και φαίνεται καθαρά η αμφίδρομη σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης που υπήρχε μεταξύ τους. «Ποτέ δεν άκουσα κανένα παράπονο και ποτέ δεν έγινε καμιά οργανωμένη διαμαρτυρία», λέει ο Καραμέλης. Ο ίδιος έδινε το καλό παράδειγμα δουλεύοντας για 40 χρόνια από το πρωί μέχρι το βράδυ στο εργοστάσιο. «Ποτέ δεν καθόμουνα στα καφενεία στην παραλία, δεν είχα καιρό, ούτε το καλοκαίρι…» μας είχε πει ο Καραμέλης. Βρισκόταν συνέχεια στο εργοστάσιο. Αυτό ήταν το Ναύπλιο που δούλευε, που δημιουργούσε, που εξήγε, μακριά από τα στερεότυπα της τεμπελιάς των εξαρτώμενων από τη Διοίκηση Αναπλιωτών.

Περιγράφει ο Καραμέλης όλες τις περιόδους ανάπτυξης του ΠΕΛΑΡΓΟΥ, την Κατοχή, όπου αναγκάστηκαν να φτιάχνουν διατροφικές μερίδες για τους Γερμανούς στρατιώτες και να παραχωρήσουν στο κράτος υποχρεωτικά μεγάλες ποσότητες τοματοπολτού, τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια και την ανάπτυξη των δεκαετιών ’60, ’70 και ’80, όταν ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ πραγματοποιούσε μεγάλες εξαγωγές, κυρίως στην Αγγλία, αλλά και τη Γαλλία και αλλού.

Εκτός από τον τοματοπολτό, η Κίος παρήγε και έκανε κονσέρβες με μπάμιες, φασολάκια, αγκινάρες, λίγες μαρμελάδες και βερύκοκα κ.λπ. Όλα γίνονταν με το χέρι. Ο συγγραφέας δίνει τεχνικές λεπτομέρειες για τα μηχανήματα και τις διαδικασίες παραγωγής, πολύ χρήσιμες για τον αδαή αναγνώστη. Μας μαθαίνει ακόμα ότι ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ, που είχε ξεκινήσει ως Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός, αλλά με την πάροδο του χρόνου είχε την οικογένεια Καραμέλη ως κύριο μέτοχο, κατασκεύασε το 1930 μια σειρά από 21 μικρά, ξύλινα γεφυράκια από καστανιές στο στενό χωμάτινο δρομάκι από το εργοστάσιο μέχρι το Ναύπλιο, δρόμο που παρέμεινε έτσι μέχρι το 1958, όπου το κράτος κατασκεύασε τον πρώτο αμαξιτό δρόμο. Ακόμα ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ είχε παραχωρήσει μια μεγάλη έκταση μπροστά στο εργοστάσιο για να γίνει ο δρόμος που οδηγούσε στο κέντρο της Νέας Κίου.

Στο Ναύπλιο υπήρχαν κατά την περίοδο ακμής των εργοστασίων τοματοπολτού ο ΚΥΚΝΟΣ με δυναμικότητα 400 τόνων, η ΑΡΓΟΛΙΚΗ στο Μπολάτι 100 τόνων, ο ΑΝΘΟΣ του Κ. Μηναίου 60 τόνων, η ΔΗΜΗΤΡΑ επίσης στο Μπολάτι των αδελφών Λυκομήτρου 15 τόνων και ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ στη Νέα Κίο 50 τόνων, ενώ στη Σαντορίνη ο ΝΟΜΙΚΟΣ με 50 τόνους.

Στην Ελλάδα, ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ τροφοδοτούσε την Ολυμπιακή Αεροπορία με αγκινάρες και φασολάκια, αγκινάρες που είχαν μεγάλη ζήτηση σε κονσέρβες στη Γαλλία τη δεκαετία του ’50. Επίσης στέλνονταν στην περιοχή του Ηρακλείου μεγάλες ποσότητες μπάμιες, ενώ τοματοπολτό και μπάμιες έπαιρναν οι Σέρρες, Δράμα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ξάνθη κ.λπ. μέχρι το 1970. Μετά το έτος αυτό δημιουργήθηκαν μεγάλα εργοστάσια κονσερβών και στη Μακεδονία, από τα οποία, 30 χρόνια μετά, δεν έχει μείνει σχεδόν κανένα. Το ίδιο έγινε και στην Αργολίδα, όπου τα 40 «κομποστάδικα» εξαφανίστηκαν σχεδόν όλα λόγω της έλλειψης τεχνικών γνώσεων διαχείρισης μιας μοντέρνας βιομηχανίας από τους ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα με τον Καραμέλη. Ακόμα, μετά το 1952, άρχισε στην Αργολίδα η καλλιέργεια πορτοκαλιών με ταυτόχρονη μείωση της τοματοπαραγωγής.

Αργότερα, το 1968, ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ αναγκάστηκε να χτίσει νέο εργοστάσιο στη Γαστούνη της Ηλείας, όπου υπήρχε άφθονη πρώτη ύλη. Επίσης έδινε μεγάλο μέρος της παραγωγής του και στα σούπερ μάρκετ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ, που μεταγενέστερα αγόραζε μόνον από τον ΚΥΚΝΟ. Ο συγγραφέας αναφέρει όλες τις τεχνικές βελτιώσεις της παραγωγής με δικιά του πρωτοβουλία και τεχνικούς από ξένες χώρες, που μετακάλεσε, και καταλήγει με την πώληση του ΠΕΛΑΡΓΟΥ της Νέας Κίου το 1989 στη STAR, δηλαδή την ΕΛΑΪΣ, της Ιταλίας (μάρκα PUMMARO), επειδή δεν υπήρχε μέλος της οικογενείας ικανό να συνεχίσει τη διεύθυνση. Τότε, σε δυναμικότητα τοματοπολτού, ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ βρισκόταν στη 10η θέση σε μέγεθος εταιρίας και στη 2η, μετά τον ΚΥΚΝΟ, την αρχαιότερη εταιρία τοματοπολτού (1915).

Μια σειρά από φωτογραφίες, ντοκουμέντα και άλλα έγγραφα, εικονογραφούν επιτυχώς αυτό το πολύ σημαντικό βιβλίο για την ιστορία της Αργολίδας, που ο συγγραφέας αφιερώνει στη μνήμη του πατέρα του, Γεράσιμου, του ιδρυτή της. Προφορικά ο Τάσος Καραμέλης εκφράζει και το παράπονό του για την αγνωμοσύνη των Κιωτών, που δεν έχουν ακόμα αφιερώσει έστω ένα δρόμο στη μνήμη του Γεράσιμου Καραμέλη.

 

Γιώργος Ρούβαλης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)


 

 

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης της Ελλάδας, εξαιτίας του τεράστιου εξωτερικού δημόσιου χρέους, είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις του 19ου κα του 20ου αιώνα. Η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας θα μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε πιο αποτελεσματικά το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε και, ενδεχομένως, να «προβλέψουμε» τις εξελίξεις που έρχονται.

Στο μακρινό παρελθόν ο όρος οικονομική κρίση σήμαινε ότι οι οικονομικές προσπάθειες των ανθρώπων ματαιώνονταν (λ.χ. εξαιτίας ενός πολέμου) ή τα αγαθά που παρήγαν καταστρέφονταν ή χάνονταν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, από λεηλασία ή από άλλες αιτίες.

Μετά την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της τεχνολογίας, οικονομική κρίση σημαίνει ότι υπάρχει παραγωγή ή υπερπαραγωγή προϊόντων, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση, γιατί το αγοραστικό κοινό δεν μπορεί να αγοράσει, επειδή δεν έχει επαρκές εισόδημα (από ανεργία ή άλλη αιτία). Συνέπεια των κρίσεων για τις βιομηχανίες είναι ότι μειώνουν την παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται λιγότερο προσωπικό, λιγότερες πρώτες ύλες, λιγότερα μεταφορικά μέσα, με άμεση συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, άρα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης.

Χρεοκοπία είναι «η αδυναμία πληρωμής των χρεών, επειδή οι οφειλές προς τους πιστωτές υπερβαίνουν τα οικονομικά διαθέσιμα». Αυτή είναι η ερμηνεία της λέξης. Πτώχευση ενός κράτους είναι η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, εσωτερικές και κυρίως εξωτερικές. Η κατάσταση αυτή δηλώνεται με επίσημη εξαγγελία της ίδιας της κυβέρνησης ότι αδυνατεί να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της χώρας (εξ ολοκλήρου, ενός μέρους ή των τόκων τους). Τα παραδείγματα χρεοκοπίας κρατών είναι αρκετά. Η ισχυρή Γερμανία πτώχευσε δύο φορές στο μεσοπόλεμο και μεταπολεμικά, η Μ. Βρετανία το 1945-6, η Ρωσία και η Αργεντινή πιο πρόσφατα.

Ιωάννης Καποδίστριας

Το ελληνικό κράτος από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα έχει βρεθεί 4 φορές στην ανάγκη να κηρύξει στάση πληρωμών και πτώχευση. Και όλες οι πτωχεύσεις μέχρι σήμερα συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, που σημάδεψαν την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Η πρώτη επίσημη ελληνική πτώχευση μας πηγαίνει πίσω στο 1827, πριν ακόμη αναγνωριστεί το «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν η ελληνική διοίκηση του Ιωάννη Καποδίστρια αδυνατεί να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια των «δανείων της Ανεξαρτησίας». Αποτέλεσμα αυτής της πτώχευσης ήταν οι δανειστές μας, που ήταν οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, να επιβάλλουν στην Ελλάδα το θεσμό της βασιλείας και τον Όθωνα ως πρώτο βασιλιά των Ελλήνων. Έκτοτε το ελληνικό αστικό κράτος θα κηρύξει πτώχευση τρεις ακόμη φορές, το 1843, το 1893 και το 1932.

Θα επιχειρήσουμε να «φωτίσουμε» τα γεγονότα, που μας οδήγησαν στις τέσσερις – μέχρι τώρα – πτωχεύσεις του Ελληνικού Κράτους, αναζητώντας ομοιότητες και διαφορές με την επαπειλούμενη σήμερα – 5η κατά σειρά – χρεοκοπία της χώρας μας!

 

Η πτώχευση του 1827 και η επιβολή της βασιλείας

 

Η αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας  ήταν προϊόν των πολεμικών επιτυχιών των ελλήνων κυρίως από το 1821 ως το 1824, του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και του ανταγωνισμού  των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Το 1824 – 1825 ο Αγώνας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη φάση, την ώρα που οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Ελλήνων ήταν σε έξαρση. Από τη μια μεριά το «στρατιωτικό» κόμμα (Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος κ.ά.) και από την άλλη το «πολιτικό» κόμμα (Μαυροκορδάτος, Κουντουριώτης κ.ά.).

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Ο Κουντουριώτης ως πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος προσφεύγει στην Αγγλία, συνάπτοντας δύο δάνεια για τις ανάγκες του Αγώνα. Οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του Λονδίνου εκχώρησαν το 1824 και 1825 τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας». Ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τις αγγλικές τράπεζες.

Το πρώτο ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 στερλινών, από τις οποίες φτάνουν στην Ελλάδα περίπου 320.000 στερλίνες (60% υποτιμημένο). Το δεύτερο ήταν ονομαστικής αξίας 2.000.000 στερλινών και δόθηκε στην Ελλάδα υποτιμημένο κατά 45%, ήτοι 1.100.000 στερλίνες! Από αυτά κατακρατήθηκαν – περαιτέρω – για διάφορους λόγους (έξοδα, μεσιτείες, παραγγελίες πλοίων κ.τ.λ.) περίπου 900.000 στερλίνες και έτσι από τα δυο δάνεια έφτασαν στη χώρα μας συνολικά 200.000 στερλίνες, περίπου!!!

Πέρα λοιπόν από τους επαχθείς όρους με τους οποίους χορηγήθηκαν τα δάνεια στους επαναστατημένους Έλληνες, ένα μόνο μικρό ποσό από τα συνολικά ποσά των δανείων δαπανήθηκε για τις ανάγκες της επανάστασης. Το μεγαλύτερο σπαταλήθηκε στην προπληρωμή τόκων και προμηθειών, στα χρηματιστήρια της Ευρώπης ή σε παραγγελίες πολεμικού υλικού, που ποτέ δεν έφτασε στην Ελλάδα!  Το πιο επαχθές  όμως μέτρο, που προβλέπονταν για την αποπληρωμή των δανείων, ήταν η υποθήκευση των «εθνικών κτημάτων», που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους.

Για την διασπάθιση των «δανείων της ανεξαρτησίας» ευθύνονται ως ένα βαθμό και οι ίδιοι οι έλληνες, καθώς  ένα τμήμα τους δόθηκε για την διεξαγωγή των εμφυλίων πολέμων στα χρόνια της επανάστασης. Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι η αποδοχή από τη μεριά τους των ληστρικών δανείων ήταν εν μέρει δικαιολογημένη με βάση τις πολεμικές συνθήκες, την διάλυση της οικονομίας και κυρίως την ανάγκη για διεθνή αναγνώριση. Η αδυναμία καταβολής των τοκοχρεολυσίων θα οδηγήσει στην πρώτη πτώχευση, νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Το 1827 ο Ιωάννης Καποδίστριας απευθύνει έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις για χορήγηση νέου δανείου. Ο Κυβερνήτης υπολόγιζε ότι έτσι θα μπορούσε να ξεπληρώσει ένα μέρος των τόκων των προηγουμένων δανείων και με τα υπόλοιπα να ανορθώσει την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία. Όμως η απάντηση ήταν αρνητική. Το Λονδίνο και το Παρίσι αρνήθηκαν να δανείσουν τον Καποδίστρια, ο οποίος, για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει, έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα, αφού οι ξένοι δανειστές δεν είχαν διάθεση να παραχωρήσουν νέα δάνεια στους Έλληνες. Υπό αυτές τις συνθήκες και μπροστά στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας η ελληνική διοίκηση οδηγείται στην πτώχευση.

Βέβαια, σύμφωνα με τους ιστορικούς, η πτώχευση αυτή μπορεί να μας βγήκε και σε καλό, καθώς συνδέεται με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που έγινε την ίδια χρονιά, έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Καποδίστριας στράφηκε σ’ ένα εσωτερικό κυρίως πρόγραμμα ανοικοδόμησης της οικονομίας, που προκάλεσε όμως την αντίδραση τόσο του εξαθλιωμένου λαού, που ζητούσε την αναδιανομή των «εθνικών γαιών», όσο και των προκρίτων, που αισθάνθηκαν ότι παραμερίζονται από τα κέντρα άσκησης της εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δολοφονία του Καποδίστρια το 1831 στο Ναύπλιο και η επιβολή της βασιλείας στην Ελλάδα με πρώτο βασιλιά τον Όθωνα, στον οποίο οι Δυνάμεις έδωσαν δάνειο ύψους 60.000.000 γαλλικών φράγκων. Αλλά δεν άργησε η δεύτερη στάση πληρωμών (1843). Ο φαύλος κύκλος για την ελληνική οικονομία είχε μόλις αρχίσει…

 

Η πτώχευση του 1843 και το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

Ο ερχομός του Όθωνα, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, συνοδεύτηκε από την παροχή δανείου 60 εκ. γαλλικών φράγκων με την εγγύηση των τριών προστάτιδων Δυνάμεων (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία). Η διάσκεψη που συνήλθε στο Λονδίνο έθεσε αυστηρούς όρους για την καταβολή των ελληνικών οφειλών, όρισε επιτροπή ελέγχου της ελληνικής οικονομίας και επέβαλε την εκχώρηση όλων των εθνικών πόρων για την εξυπηρέτηση των δανείων. Μέχρι το 1833 είχαν εκχωρηθεί τα 2/3 του δανείου.

Η χαώδης κατάσταση, που επικρατεί στα οικονομικά του κράτους, επέφερε την επιβολή μεγάλων φόρων και, σχεδόν, όλο το δάνειο απορροφήθηκε από εξοφλήσεις τόκων και κεφαλαίου και έξοδα για το στρατό και τη βαυαρική Διοίκηση. Παράλληλα τα «εθνικά κτήματα» συνέχιζαν να είναι υποθηκευμένα.

Το 1841 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Ελλάδα sir Edmund Lyons δηλώνει: «Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει είτε Ρωσική είτε Αγγλική. Και, αφού δεν πρέπει να γίνει ρωσική, είναι ανάγκη να γίνει Αγγλική». Η δήλωση αυτή είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι ξένοι αντιμετώπιζαν την ελληνική ανεξαρτησία και έμελε να περιγράψει το ιδιότυπο ημι-αποικιακό καθεστώς των επόμενων δεκαετιών.

Το καλοκαίρι του 1843 η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων, που είχε πάρει η χώρα. Οι ετήσιοι τόκοι ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και τα έσοδα του ελληνικού κράτους έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Δυστυχώς τα λεφτά των δανείων δεν είχαν πάει σε υποδομές, που θα βοηθούσαν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και σε έξοδα της Διοίκησης.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Την άνοιξη του 1843 η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν, ώστε να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι τον Ιούνιο του 1843 η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά.

Οι   μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία), αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε πρωτόκολλο, με το οποίο οι πρεσβευτές τους παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίησή του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις και μετά από ένα μήνα υπογράφουν μνημόνιο, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα, ώστε μέσα στους επόμενους μήνες να εξοικονομήσει το αστρονομικό ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών για τους δανειστές της.

Για να είναι μάλιστα σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους…

Τα βασικά μέτρα για την εφαρμογή του μνημονίου του 1843 δείχνουν ότι οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί: Ίδιες, αιώνιες και οδυνηρές:

 – Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
 – Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού, αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
 – Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες.  Ο αριθμός των στρατιωτικών μειώθηκε και αντί για μισθό έπαιρναν χωράφια.
 – Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου και επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος.
 – Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, οι δασονόμοι και οι δασικοί υπάλληλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και      σταμάτησαν τα δημόσια έργα και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
 – Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
 – Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα με πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
 – Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.

 

Τι πέτυχαν με όλα αυτά;  Η οικονομική ανάκαμψη δεν ήρθε, η χώρα αδυνατούσε να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της και ο Όθωνας αναγκάστηκε να κηρύξει επίσημη πτώχευση εκλιπαρώντας για νέες πιστώσεις. Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο διάστημα, οι ξένοι πήραν μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλίρισε ξανά μετά από πενήντα χρόνια, με το “Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν” του Χαριλάου Τρικούπη το 1893.

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Πάντως το μνημόνιο του 1843 από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843. Η οικονομική κρίση, η χρεοκοπία και μια σειρά άλλων πολιτικών παραγόντων  έθεσαν τη βάση για την παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας ενός στρατιωτικού κινήματος, που εξελίχθηκε σε επανάσταση, γιατί είχε την υποστήριξη ή την ανοχή των πολιτικών κομμάτων και του ελληνικού λαού. Οι κινηματίες συμπύκνωσαν τα πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά αιτήματα στην απαίτηση για παραχώρηση συντάγματος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, όταν υπογράφονταν στο Λονδίνο η συμφωνία για τις υποχρεώσεις της Ελλάδας, ο λαός στην Αθήνα περικύκλωνε το παλάτι. Κάτω από αυτό το βάρος ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη θέσπιση συντάγματος. Το σύνταγμα ψηφίστηκε το Μάρτιο του 1844 και καθιέρωσε τη συνταγματική μοναρχία.

Το 1854 ξεσπάει ο Κριμαϊκός πόλεμος ανάμεσα στην Ρωσία από τη μια και τους αγγλογάλλους από την άλλη. Η βαυαρική κυβέρνηση παρασυρμένη από ένα κλίμα εθνικισμού, που καλλιεργήθηκε από την εποχή της « Μεγάλης ιδέας» του Κωλέττη, σπεύδει να σταθεί στο πλευρό του τσάρου χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα εδαφικό ή οικονομικό. Η απάντηση των αγγλογάλλων είναι άμεση. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς στρατιωτικό σώμα αποβιβάζεται στον Πειραιά. Οι σύμμαχοι προχωρούν σε μία άνευ προηγουμένου κατοχή της χώρας, ενώ μέχρι το τέλος του πολέμου διορίζουν υπουργούς και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις.

Το 1857 συγκροτούν μαζί με ρώσους εκπροσώπους μια επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, που  είχε ως στόχο την εξεύρεση τρόπων για την πληρωμή των ελληνικών δόσεων του δανείου του 1832. Η επιτροπή αποφασίζει την εκχώρηση  των εσόδων του ελληνικού κράτους από τα κυβερνητικά μονοπώλια, τους φόρους του καπνού, τα έσοδα φορολόγησης και τους τελωνειακούς δασμούς. Παράλληλα, καταθέτει προτάσεις και υποδείξεις για την εξυγίανση των δημοσιονομικών και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Μετά την έξωση του Όθωνα και τη μεταπολίτευση του 1862 οι δαπάνες διευρύνονται εξαιτίας των εξελίξεων στο εσωτερικό της χώρας (Κρητική επανάσταση, εσωτερικές ανωμαλίες κλπ), και ο δανεισμός αυξάνεται σε σημείο, που θα οδηγήσει στην επόμενη πτώχευση, του 1893. 

 

Το «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του 1893 και το κίνημα στο Γουδί

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα σημαδεύτηκαν από την ισχυρή πολιτική προσωπικότητα το Χ. Τρικούπη. Από τη δεκαετία του 1860 και έπειτα, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, βιομηχανίας και των τραπεζών οδηγούν στην πολιτική αφύπνιση της ελληνικής αστικής  τάξης. Τα νέα κοινωνικά στρώματα θα στρατευτούν πολιτικά γύρω από το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη και οι παραδοσιακές κοινωνικές κάστες γύρω από τον Δηλιγιάννη .

Ο Χ. Τρικούπης εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής το 1865 και διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών το 1866 στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου, η οποία, όμως, δεν μπόρεσε να μακροημερεύσει λόγω του Κρητικού Ζητήματος. Η αστάθεια ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος με το Βασιλιά Γεώργιο να δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ακόμη και στους εκπροσώπους των μειοψηφούντων κομμάτων. Μόνο το διάστημα 1870 – 1875 έγιναν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις και σχηματίστηκαν εννιά κυβερνήσεις. Το ίδιο χρονικό διάστημα έλαβε χώρα το τεράστιο οικονομικό και χρηματιστηριακό σκάνδαλο των μεταλλείων του Λαυρίου με θύματα πολλούς Έλληνες, οι οποίοι και έχασαν τις αποταμιεύσεις τους.

Σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση ο Τρικούπης δημοσίευσε το περίφημο άρθρο του «τις πταίει;» για τη συνεχιζόμενη κρίση της πολιτικής ζωής. Το άρθρο αυτό ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο και συνελήφθη ο Τρικούπης, αλλά ύστερα από τρεις ημέρες αφέθηκε ελεύθερος εν μέσω λαϊκών επευφημιών. Ο στόχος είχε επιτευχθεί: από το 1875 ο σχηματισμός της κυβέρνησης στηρίζεται στην «αρχή της δεδηλωμένης».

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ο Τρικούπης θα αποτελέσει τον ένα πόλο του – δικομματικού – πολιτικού συστήματος. Δυτικόφιλος, μεταρρυθμιστής, ανυπόμονος να στερεώσει την Ελλάδα και στο… βάθος, υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας! Ο άλλος πόλος είχε ως εκφραστή το δημαγωγό Θ. Δηλιγιάννη, οπαδό της Μεγάλης Ιδέας και αρνητή των μεταρρυθμίσεων του Τρικούπη! Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει, πως είναι εναντίον οποιουδήποτε πράγματος υποστήριζε ο αντίπαλός του!

Όταν ο Τρικούπης αναλαμβάνει την πρωθυπουργία το 1881, στην Ελλάδα προσαρτάται η Θεσσαλία και η Άρτα. Το εξωτερικό χρέος μεγαλώνει λόγω και των οικονομικών αποζημιώσεων, που χρειάζεται να καταβληθούν στην Τουρκία για την παραχώρηση των περιοχών αυτών.

Ο Τρικούπης έθεσε σε εφαρμογή το φιλόδοξο πρόγραμμά του με την εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής. Για τη χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού εκμεταλλεύτηκε τα κρατικά μονοπώλια (αλατιού και σπίρτων), επέβαλε υψηλή φορολογία (κυρίως έμμεσους φόρους) και προέβη σε υπέρμετρο – για την αντοχή της χώρας – εξωτερικό δανεισμό.

Το διάστημα 1879 – 1890 η χώρα συνήψε έξι εξωτερικά δάνεια – με ληστρικούς όρους – ονομαστικής αξίας 640.000.000 φράγκων. Τα δάνεια αυτά λόγω της μικρής φερεγγυότητας της χώρας ήταν υποτιμημένα μέχρι και 30% και έτσι στα ταμεία του κράτους έφτασαν 450.000.000 φράγκα! Με δεδομένο πως το 40% του προϋπολογισμού πήγαινε στην πληρωμή των τοκοχρεολυσίων και ένα μεγάλο, επίσης, μέρος στις στρατιωτικές δαπάνες, είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα έργα υποδομής χρηματοδοτούνταν, κυρίως, από τη βαριά φορολογία. Όπως ήταν επόμενο, στις εκλογές του 1890 ο λαός επανέφερε στην εξουσία το λαϊκιστή Δηλιγιάννη.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις.

Η κατάσταση τώρα ήταν απελπιστική. Μια καταστρεπτική πτώση της διεθνούς τιμής της σταφίδας έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η ελληνική οικονομία. Το 1893 οι εισαγωγές ανέρχονταν στο ποσό των 120.000.000 φράγκων και οι εξαγωγές στο ποσό των 82.000.000 φράγκων. Ο Τρικούπης έχοντας να αντιμετωπίσει και μια μεγάλη ανθελληνική εκστρατεία στο εξωτερικό εμφανίζεται στη Βουλή το Δεκέμβριο και ανακοινώνει τη χρεοκοπία με την ιστορική φράση: «Κύριοι, δυστυχώς, επτωχεύσαμεν»!

Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη στις 10 Δεκεμβρίου 1893 σηματοδοτεί ανάγλυφα τη θλιβερή κατάληξη μιας οικονομικής πολιτικής μεγάλων φιλοδοξιών και αγαθών προαιρέσεων, που ανάγκασε την Ελλάδα στην αποδοχή το 1898 του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ), ο οποίος υποχρέωσε τη χώρα σε πολιτική αυστηρότατης λιτότητας ως το 1910 τουλάχιστον, για να καταργηθεί τυπικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με αυτόν τον τρόπο ο πολιτικός που παρουσίασε ένα τεράστιο έργο στις υποδομές της χώρας (900 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών, 1446 χιλιόμετρα αμαξιτών δρόμων, το εκτόπισμα των πλοίων υπό ελληνική σημαία ανέβηκε από 8.241 τόννους σε 144.975 τόννους, αποπερατώθηκε η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, αποξηράνθηκε η λίμνη Κωπαϊδα προσφέροντας 130.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης κ.ά.) συνέδεσε το όνομά του με την πτώχευση της χώρας!

Η χρεοκοπία οδήγησε στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και απεργίες με πιο σημαντική εκείνη των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896. Δεν εμπόδισε όμως να διοργανωθούν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, που  την εποχή εκείνη δεν συνεπάγονταν τεράστια έξοδα, γιατί η πτώχευση αφορούσε μόνο το εξωτερικό και όχι το εσωτερικό δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως συνέβαλε στην έξαρση μιας εθνικιστικής υστερίας,  που υποδαυλίζονταν από την «Εθνική Εταιρεία» με την ανοχή ή σύμπραξη της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Ως συνέπεια της χρεοκοπίας ήρθε και η ήττα του Τρικούπη από το Δηλιγιάννη  το 1895 και η Ελλάδα οδηγήθηκε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Το 1896 ξεσπάει εξέγερση στην Κρήτη εναντίον της Οθωμανικής διοίκησης. Ο πρωθυπουργός, υπό την πίεση της «Εθνικής Εταιρίας» και της κοινής γνώμης, ζητάει από το βασιλιά Γεώργιο την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων. Τα στρατεύματα φτάνουν στο νησί τον Φεβρουάριο του 1897. Η πύλη αντιδρά οργισμένα και στέλνει τον στρατό της κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων στη Θεσσαλία. Η Ελλάδα ανέτοιμη από κάθε άποψη και θύμα του εθνικιστικού παραληρήματος της «Εθνικής εταιρείας», που ουσιαστικά ασκούσε την εξωτερική πολιτική, και των επικίνδυνων κυβερνήσεων υπέστη στρατιωτική πανωλεθρία από τον τουρκικό στρατό τον Μάιο του 1897. Σε λίγες μέρες ο τουρκικός στρατός φτάνει έξω από τη Λαμία.! Οι μεγάλες δυνάμεις δεν συγκινούνται από τις ελληνικές απαιτήσεις. Αντίθετα αποφασίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό της Κρήτης.

Αποτέλεσμα της ήττας ήταν να αναγκαστεί η Ελλάδα να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις 4 εκ. τουρκικών λιρών και να δεχθεί νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το διογκωμένο εξωτερικό της χρέος. Ο «Έλεγχος», εκτός από τη διαχείριση όλων των οικονομικών πόρων του κράτους, ανέλαβε να καθορίζει και τη νομισματική πολιτική. Η εθνική κυριαρχία της χώρας είχε δεχθεί ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα.

Η πτώχευση του 1893 όμως είχε ως αποτέλεσμα και τη χρεοκοπία του παλιού πολιτικού συστήματος. Η ολοκληρωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επέτεινε το πολιτικό αδιέξοδο. Η δυσπιστία προς τα κόμματα κορυφώθηκε. Οι συντεχνίες και οι εργατικές ενώσεις έκαναν διαδηλώσεις ζητώντας φορολογικές ελαφρύνσεις και περιορισμό της γραφειοκρατίας. Επίκεντρο της κριτικής τους ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να προσαρμοστεί στις εξελίξεις και στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Όσες μεταρρυθμίσεις έγιναν μέχρι το 1909 από τις κυβερνήσεις ήταν διοικητικού χαρακτήρα (π.χ. αποκέντρωση).

Ελευθέριος Βενιζέλος

Το 1909 συντελείται μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Στις 15 Αυγούστου 1909 εκδηλώθηκε κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, μια μυστική ένωση στρατιωτικών, με αιτήματα μεταρρυθμίσεις στο στρατό, τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση και τη δημοσιονομική πολιτική. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν εγκαθίδρυσε δικτατορία, αλλά υπό την πίεσή του η Βουλή ψήφισε μεγάλο αριθμό νόμων, που επέφεραν ριζικές αλλαγές. Το Φεβρουάριο του 1910 η Βουλή αποφάσισε την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του συντάγματος και προκηρύχθηκαν εκλογές, από τις οποίες προήλθε αναθεωρητική βουλή. Στις 15 Μαρτίου 1910 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε έχοντας επιτύχει τις επιδιώξεις του.

Ο Σύνδεσμος έκανε πρόταση συνεργασίας στον κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο και με την επικράτηση του Βενιζέλου εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος πολιτικής κυριαρχίας από το «κόμμα των Φιλελευθέρων», που επαγγέλθηκε τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους.

Παρά τις επιτυχίες του ωστόσο στην εξωτερική πολιτική με την προσθήκη των «νέων χωρών» ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και τον Α΄ παγκόσμιο, ο Βενιζέλος στηρίχθηκε κατά κόρον στον εξωτερικό δανεισμό. Από το 1923 ως το 1932 τα συνεχή δάνεια από το εξωτερικό αυξάνουν το ανυπέρβλητο πια δημόσιο χρέος, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών παρά τις όποιες προσπάθειες παραμένει αρνητικό.

 

Η πτώχευση του 1932  και η δικτατορία του Μεταξά

 

Η δεκαετία του 1920 ήταν η δεκαετία των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Αυτοκίνητα, ψυγεία, ηλεκτρικές σκούπες, κουζίνες, ραδιόφωνα και πλυντήρια έκαναν την εμφάνισή τους ως είδη μαζικής κατανάλωσης. Η διαφήμιση άρχισε να εξελίσσεται ως επαγγελματικός κλάδος. Ο κλάδος των μηχανικών εισέβαλε στον χώρο της οικονομίας, σχεδιάζοντας καινούργια προϊόντα και αξιοποιώντας πλουτοπαραγωγικούς πόρους, που οδηγούν στη μείωση του κόστους και των τιμών.

Αναπτύχθηκαν νέες μέθοδοι διύλισης πετρελαίου. Εμφανίστηκαν τα πλαστικά, τα είδη αλουμινίου, ο ξυλοπολτός και η χρήση αζώτου και παραγώγων του. Ο πάγος και η κατάψυξη έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Στη γεωργία τα τρακτέρ αποτέλεσαν μεγάλο νεωτερισμό, ενώ και η γεωπονία συνέβαλε με βελτιώσεις και παρεμβάσεις για καλύτερη διατροφή των ζώων και ανάπτυξη νέων διασταυρώσεων.

Οι Αμερικανοί επιχειρηματίες κερδίζουν τεράστια ποσά, τα οποία δανείζουν στις ευρωπαϊκές χώρες ( κυρίως στην Γερμανία και την Αγγλία), για να αποκομίσουν και νέα κέρδη. Έχοντας ως παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες στρέφονται προς τη μαζική τυποποιημένη παραγωγή. Ο κόσμος ταλαιπωρημένος από τα δεινά του πολέμου στρέφεται στη μαζική παραγωγή και προσπαθεί να γευθεί τα αγαθά της ειρήνης, αγοράζοντας όλο και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά.

Όμως η ευημερία αυτή είναι ασταθής. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν πελάτες για να αγοράσουν την τεράστια ποσότητα των βιομηχανικών προϊόντων. Οι αγρότες πωλούν φθηνά τα προϊόντα τους και διαθέτουν ελάχιστα χρήματα, ενώ η αύξηση των μισθών γίνεται με ρυθμούς μικρότερους από τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγής. Επιπλέον μετά τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου Πολέμου (1914-18) βελτιώνεται βαθμιαία η οικονομία των Ευρωπαίων, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες γύρισαν στα ειρηνικά έργα και η Ευρώπη χρειαζόταν διαρκώς λιγότερο σιτάρι να εισάγει από την Αμερική.

Η μεγάλη οικονομική κρίση άρχισε μια «Μαύρη Πέμπτη» (24 Οκτ. 1929) από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Οι τιμές έπεφταν και οι επενδυτές πουλούσαν μετοχές, που κατρακυλούσαν ασταμάτητα και ένας αληθινός πανικός δημιουργείται στο χρηματιστήριο. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες η κρίση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και επηρεάζει την Ευρώπη με πρώτες τη Γερμανία- Αυστρία, που κάλυπταν ένα μέρος των υποχρεώσεών τους (πολεμικές αποζημιώσεις) με αμερικανικά χρήματα.

Η «μαύρη Πέμπτη» της 24ης Οκτωβρίου 1929 θα περάσει απαρατήρητη στην Ελλάδα. Ενώ η Γουόλ Στριτ φλέγεται και παίρνουν φωτιά άλλα χρηματιστήρια, το ελληνικό ακολουθεί για αρκετό καιρό τη συνήθη πορεία του. Τα πρώτα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων περί πανικού χρηματιστηριακού θα δημοσιευτούν στον ελληνικό Τύπο σχεδόν μία εβδομάδα μετά τη θυελλώδη έναρξη του κραχ. Το γεγονός από μόνο του δείχνει το επίπεδο ενημέρωσης, αλλά και τη γενική «καθυστέρηση» της χώρας.

Το «κραχ» του 1929 δημιούργησε όμως τεράστια προβλήματα και στην ελληνική οικονομία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόλις επτά χρόνια νωρίτερα η χώρα μας «βίωσε» τη Μικρασιατική καταστροφή, τη μαζική εισροή προσφύγων – μόνο στην Αθήνα διπλασιάστηκε ο πληθυσμός μεταξύ 1920 και 1928 – και το πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από αστάθεια: κυβερνήσεις, εξαρτημένες ως ένα βαθμό από στρατιωτικούς, εναλλάσσονταν στην εξουσία, καταλήγοντας στο στρατιωτικό κίνημα του Πάγκαλου (1925 – 1926). Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία, στην οποία και θα παραμείνει μέχρι το 1932.

Η χώρα μας χτυπήθηκε με ιδιαίτερη δριμύτητα από τη διεθνή κρίση, αφού οι βασικές της εξαγωγές ήταν προϊόντα πολυτελείας, όπως ο καπνός, η σταφίδα και το ελαιόλαδο. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών είχε πέσει από ένα ετήσιο μέσο όρο 125.000.000 δολαρίων μεταξύ 1922 και 1930 σε 50.000.000 δολάρια το 1932! Τον ίδιο χρόνο συνέβη και μια μεγάλη μείωση του συναλλάγματος των μεταναστών και των προσόδων από τη ναυτιλία, τα βασικά μέσα με τα οποία υπερνικούσε το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο εξωτερικός δανεισμός ήταν μια λύση για τον Ε. Βενιζέλο. Όμως, η Ελλάδα είχε ήδη μεγάλα εξωτερικά χρέη, αφού είχε δανειοδοτηθεί από τη διεθνή χρηματαγορά για την αποκατάσταση των προσφύγων.

Ο Βενιζέλος απέτυχε να συνάψει νέο δάνειο και αποφάσισε να δώσει τη «μάχη της δραχμής», η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον «κανόνα του χρυσού» μέσω της αγγλικής λίρας. Το 1931 όμως η υποτίμηση της στερλίνας και η κατάρρευση των παγκόσμιων αγορών αναγκάζουν την Ελλάδα να εγκαταλείψει τον «κανόνα του χρυσού» και ο Βενιζέλος επιλέγει να συνδέσει τη δραχμή με το δολάριο. Η μετατρεψιμότητά της γίνεται πλέον μέσω δολαρίου, αλλά η κερδοσκοπία εξακολουθεί, όπως και η φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Το Σεπτέμβρη του 1931 προκαλείται πανικός με «φυγάδευση» στο εξωτερικό 3,6 εκ. δολαρίων από ιδιώτες και τράπεζες. Η κυβέρνηση αναζητά εναγωνίως νέα δάνεια χωρίς επιτυχία. Ο Βενιζέλος κάνει μια τελευταία προσπάθεια για σύναψη δανείου στις αρχές του 1932, επισκεπτόμενος διαδοχικά τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο. Δεν μπόρεσε όμως να πείσει τη Δημοσιονομική Επιτροπή, που θεώρησε ότι η Ελλάδα δεν έκανε καμιά θυσία, αντιθέτως ήθελε να μεταβιβάσει τα προβλήματά της στους πιστωτές της (σ.σ. Μας θυμίζει κάτι αυτό;). Η κατάσταση είναι πια μη αναστρέψιμη.

Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται να εγκαταλείψει καθυστερημένα τον «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Την πρωτομαγιά του 1932 ανακοινώνει στη βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και τη στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους.

Ιωάννης Μεταξάς

Η στάση πληρωμών του χρέους  δεν είχε κατά βάση αρνητικά αποτελέσματα καθώς μειώθηκαν τα έξοδα του κράτους, ενώ οι επόμενοι προϋπολογισμοί ήταν σχετικά ισοσκελισμένοι. Η κατάσταση ωστόσο παρέμενε δύσκολη. Η αύξηση της ανεργίας και τα φτηνά μεροκάματα, που είχε επιβάλει ο Βενιζέλος, οδήγησαν την εποχή εκείνη σε δεκάδες απεργίες, που κορυφώθηκαν με την αιματοβαμμένη πρωτομαγιά του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

Από το 1932 μέχρι το 1936 η πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από την παρουσία βραχύβιων κυβερνήσεων και στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Το πολιτικό σύστημα μπροστά στην αδυναμία του να διαχειριστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια τις οικονομικές δυσκολίες είχε χάσει το λαϊκό του έρεισμα. Η επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου το 1935 έδωσε το έναυσμα για την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Μεταξά, που εγκαθίδρυσε τη στυγνή δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Ο Μεταξάς επανέλαβε την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους και σύναψε νέα  δάνεια από την Αγγλία και τη Γερμανία.

 

 

2012: «Η 5η  χρεοκοπία… προ των πυλών»!

 

Από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ως σήμερα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις στήριξαν το μοντέλο «ανάπτυξης» της οικονομίας στον εξωτερικό δανεισμό. Η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώθηκε, ενώ οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις απέβαιναν πάντοτε σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.

Το εξωτερικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε για να ξεπεράσει στο 150% περίπου του Α.Ε.Π. Η είσοδος της χώρας στην Ε.Ε και την Ο.Ν.Ε δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε  το 2007, έδειξε την ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστεί την κρίση προς όφελος των λαών.

Αποσβολωμένος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί τις εξελίξεις μετά τις εκλογές της 4ης Οκτώβρη 2009, οπότε και αποκαλύφθηκε σε όλες της τις διαστάσεις η ολοκληρωτική καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και ειπώθηκε επισήμως με δραματικούς τόνους ότι «η χώρα μας απώλεσε μέρος της εθνικής της κυριαρχίας».

Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, αφού δεν μπορεί να πάρει από μόνη της καμιά απόφαση, αλλά σύρεται δέσμια πίσω από «επενδυτικούς οίκους», τις «αγορές» και τους «γραφειοκράτες» των Βρυξελών. Η εικόνα των ανθρώπων της τρόικας, που πηγαινοέρχονται κάθε τόσο στην Αθήνα, για να υπαγορεύσουν την ελληνική οικονομική πολιτική και να εγκρίνουν τις αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, είναι αποκαλυπτική της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας.

Οι αιτίες που μας οδήγησαν στην κρίση είναι λίγο πολύ γνωστές:

 

  • Η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
  • Το ξεπούλημα κερδοφόρων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.
  • Το μεγάλο ύψος των αμυντικών δαπανών.
  • Η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή.
  • Ο ανεξέλεγκτος δανεισμός και το τεράστιο εξωτερικό χρέος.
  • Η αδιαφάνεια και η σπατάλη του δημόσιου χρήματος.
  • Η κρίση του πολιτικού συστήματος με το καθεστώς ατιμωρησίας.
  • Ο  μεγαλοϊδεατισμός μας με τη διοργάνωση της Ολυμπιάδας 2004.
  • Η διεθνής κρίση και η κερδοσκοπική επίθεση των αγορών…

 

Και τώρα; Τι μέλλει γενέσθαι; Θα χρεοκοπήσει η χώρα;

Είπαμε ότι χρεοκοπία έρχεται, όταν μια χώρα δημοσιοποιεί την αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα και δεν φαίνεται πιθανό στο προσεχές μέλλον, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε και το τέλος της Ευρωζώνης.

Αυτή η οικονομική κρίση, ενώ έχει πολλές ομοιότητες με όσες συνέβησαν στο παρελθόν, έχει μια ειδοποιό διαφορά, που μπορεί να φανεί καθοριστική. Τώρα η Ελλάδα έχει νόμισμα το ευρώ και είναι μέλος της ευρωζώνης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να οδηγηθεί σε κατάρρευση μια χώρα της ευρωζώνης, αλλά ότι δε συμφέρει τις άλλες χώρες της ευρωζώνης να καταρρεύσει ένα μέλος της, γιατί αυτό θα οδηγήσει στην κατάρρευση ολόκληρου του οικοδομήματος.

Όμως η χώρα δύσκολα θα ανακάμψει. Τα περιοριστικά οικονομικά μέτρα θα οδηγούν ολοένα και περισσότερο σε βαθιά ύφεση και κοινωνικές εκρήξεις. Ο συνδυασμός ελλείμματος και χρέους είναι ο χειρότερος στην Ευρώπη! Το χρέος συνεχίζει να αυξάνει, αφού η παραγωγική βάση της χώρας έχει διαλυθεί. Το πολιτικό σύστημα δε φαίνεται ικανό ούτε να διαχειριστεί ούτε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια κρίση, την οποία άλλωστε το ίδιο δημιούργησε. Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα και  τους Έλληνες είναι η παρατεταμένη – για τα επόμενα 5 – 10 χρόνια – άγρια λιτότητα και στο τέλος… να έρθει η πτώχευση!

Αυτά στο οικονομικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο η ιστορία δείχνει ότι το τέλος μια εποχής σηματοδοτεί την αρχή μιας άλλης. Αυτό συνέβη σε όλες τις μέχρι σήμερα οικονομικές κρίσεις, που γνώρισε η χώρα μας. Η χρεοκοπία του 1827 έφερε τη βασιλεία, η χρεοκοπία του 1843 έφερε την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη, η χρεοκοπία του 1893 έφερε το κίνημα στο Γουδί και το Βενιζέλο, η χρεοκοπία του 1932 έφερε το Μεταξά. Η σημερινή οικονομική κρίση και η πιθανή χρεοκοπία τι θα φέρει; Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα φέρει το τέλος της μεταπολίτευσης. Με ποια μορφή όμως, με ποιο τρόπο και με ποια πρόσωπα; Είδωμεν!

 

Αλέξης Α. Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική | Η κρίση στην Ελληνική Γεωργία


 

«Και ωραίος είναι ο λόγος εκείνου που είπε πως η γεωργία είναι των άλλων τεχνών μητέρα και τροφός. Διότι, αν η γεωργία πάει καλά, καλά πηγαίνουν και οι άλλες τέχνες˙ όπου, αντιθέτως, η γη, κατ’ ανάγκην, μείνει χέρσα, εκεί σχεδόν σβήνουν και οι άλλες τέχνες, στεριανές και θαλασσινές».

Ξενοφώντας ¨Οικονομικός¨

 

Ένα βιβλίο του Σπύρου Καχριμάνη από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου (2012), που με αφετηρία την παραγωγική κρίση της χώρας, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτικής, περιβαλλοντικής και περιφερειακής πολιτικής. Αλλάζει τους άγονους κανόνες που οδήγησαν την γόνιμη χώρα μας στα δεσμά της κρίσης και δίνει προτεραιότητα στο αναγκαίο, το σημαντικό, το ρεαλιστικό, το βιώσιμο.

Απευθύνεται σε κάθε πολίτη που ασχολείται με τα κοινά και θέλει να έχει ολοκληρωμένη άποψη για την σπουδαιότητα, τη σημασία και την επίδραση του αγροτικού χώρου στην πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία.

 

Γόνιμη χώρα, άγονη πολιτική

 

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική

 

Η ελληνική κοινωνία έχει εγκλωβιστεί σε μία καταστροφική δίνη. Ο πολιτικός λόγος έχει εκφυλιστεί, η πολιτική πρακτική είναι ανερμάτιστη, οι θεσμοί έχουν αλλοτριωθεί και οι κοινωνικές δομές έχουν πλήρως διαρραγεί. Ένα από τα σημαντικότερα θύματα αυτής της πραγματικότητας είναι και η ελληνική γεωργία, όχι μόνον ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά κυρίως ως θεμελιώδης κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτισμική και ανθρωπογεω­γραφική συνιστώσα. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμορφωτές της πολιτικής ατζέντας αλλά και η ελληνική κοινωνία γενικότερα, υπό την όποια συλλογικότητα της έχει απομείνει, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί και ιεραρχήσει το πρό­βλημα σε όλο του το μέγεθος.

Όλοι θυμούνται πρόσκαιρα και επιφανειακά τη γεωργία όταν το ανοργάνωτο πλήθος των αγροτών κλείνει με τα τρακτέρ τους δρόμους. Όμως, αρκεί μία λίγο βαθύτερη και αναλυτικότερη σκέψη, για να διαπι­στώσουμε ότι η γεωργία είναι θεμελιώδης και κρίσιμη δραστηριότητα για μια χώρα και ως εκ τούτου, αφορά τις κοινωνίες και τα κράτη στο σύνολο τους. Είναι η Βασική προϋπόθεση της διατροφικής αυτάρκειας, του πρω­τογενούς πλεονάσματος, της υγείας των πολιτών, της ισόρροπης σχέσης αστικού και αγροτικού χώρου, της αειφορίας και της περιβαλλοντικής ποιό­τητας μιας χώρας.

Αν συμφωνήσουμε στα παραπάνω και επιστρέφοντας στις οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις του προβλήματος, τότε, δεν θα διαφωνήσουμε στο ότι μεταξύ των πρώτων και κύριων τομέων που πρέπει να αναμορφωθούν στον ελληνικό χώρο, είναι και η γεωργία. Και αυτό πρέπει να γίνει όχι με την στενή έννοια της παραγωγής, αλλά με ότι περιλαμβάνει η «αγροτική Ελλάδα», με την οποία όλοι έχουμε κάποια σύνδεση ή μια αναφορά. Για να συντελεστεί όμως ένας τέτοιος σχεδιασμός, πρέπει να έχουμε μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα των αιτίων της κρίσης και συγκεκριμένες προτάσεις για τη διέξοδο από αυτήν.

Στο βιβλίο αυτό, επιχειρείται μια συνοπτική, αλλά ολοκληρωμένη προ­σέγγιση όλων αυτών των ζητημάτων. Μέσα από μια συλλογή επιλεγμένων άρθρων και κειμένων που έχω δημοσιεύσει, γίνεται μια αποτύπωση της -διαχρονικά- λανθασμένης επιλογής στόχων και της αναποτελεσματικό­τητας των πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το εύρος επιρροής της γεωργίας στο συνολικό πολιτικό γίγνεσθαι και τέλος, κατατίθενται προτάσεις για μια ολοκληρωμένη, συνεκτική, ευέλικτη, απο­τελεσματική και εφαρμόσιμη, αγροτική πολιτική.   Σπύρος Καχριμάνης, από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

Σπύρος Καχριμάνης

 

Σπύρος Καχριμάνης

Ο Σπύρος Καχριμάνης γεννήθηκε στο Άργος το 1961. Δραστηριοποιείται σε επιχειρήσεις του γεωργικού τομέα από το 1984. Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας της Ένωσης Νέων Αγροτών Ελλάδος, ειδικός σύμβουλος στο Υπουργείο Γεωργίας, μέλος Δ.Σ. σε πολλές επιχειρήσεις και οργανισμούς του γεωργικού τομέα και έχει εργαστεί σε προγράμματα R&D της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αρθρογραφεί συστηματικά για θέματα αγροτικής πολιτικής από το 1992 και είναι συντάκτης και παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής «Αγροτικές Διαδρομές» από το 2004. Είναι πρόεδρος του «Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας Ελλάδος» και διευθύνει την συνεταιριστική επιχείρηση Α.Κ.Α.Σ. ΗΛΙΟΣ. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΜΒΑ από το πανεπιστήμιο του Teesside.

 

Read Full Post »

Εμποροπανηγύρεις – Το εμπόριο της περιπλάνησης


 

εμποροπανήγυρη η [emboropaníjiri]: (λόγ.) μεγάλη υπαίθρια αγορά κάθε είδους προϊόντων και εμπορευμάτων, η οποία λειτουργεί για περιορισμένο χρόνο (μιας ή μερικών ημερών), περιοδικά και σε καθορισμένο τόπο· εμποροπάζαρο· (πρβ. παζάρι): Ετήσια / τοπική / περιφερειακή ~. Tη θέση των μεγάλων εμποροπανηγύρεων την πήραν οι σύγχρονες εμπορικές εκθέσεις. Στη σύγχρονη εποχή, ο θεσμός των εμποροπανηγύρεων έχει πάρει τη μορφή των περιοδικών εμπορικών εκθέσεων. [λόγ. εμπορο- + πανήγυρ(ις) -η]. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη)

 

Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τα περισσότερα εμπορικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν κάθε Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμποροπανήγυρη είχε τις ρίζες της στην αρχαιότητα και στα μεσαιωνικά χρόνια αποτελούσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου.

Η ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε σε πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα την ενασχόληση με το εμπόριο. Η βυζαντινή αριστοκρατία[1], όμως, αναμειγνυόταν στο κερδοσκοπικό εμπόριο, εκμεταλλευόμενη μάλιστα μερικές συγκυρίες. Επιδίωξη του εμπορίου άλλωστε ήταν πάντοτε το κέρδος. Στο Βυζάντιο, εμπόριο, αγορές και πειρατεία συνυπήρχαν.

Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελούσε υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Η θρησκεία τότε νοηματοδοτούσε το χρόνο των κοινωνιών (θρησκευτικές  γιορτές, αργίες, αγροτικές εργασίες, εμποροπανηγύρεις). Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμπορικότητα μιας πόλης, η γεωγραφική της θέση, η γειτνίασή της με λιμάνι ή σημαντικό χερσαίο δρόμο και κοντινές αγορές ήταν τελικά προϋπόθεση για την επιλογή της ως χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης.

 

Έλληνας έμπορος. Χαλκογραφία. Σχέδιο O. M. v. Stackelbeng, χάραξη N. Guidetti.

 

Οι εμποροπανηγύρεις ήταν ένας πανάρχαιος θεσμός, θρησκευτικού και εμπορικού χαρακτήρα. Ο Στράβων[2], μιλώντας για την πανήγυρη της Δήλου, επισημαίνει τον εμπορικό της χαρακτήρα: «η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστι».

Στο Βυζάντιο –και όχι μόνον– εμπόριο, έμποροι και πειρατεία συνυπήρχαν και ουδείς ενοχλείτο από αυτή τη συνύπαρξη. Κατά τη μεσαιωνική εποχή η πανήγυρη αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο[3], δεδομένου ότι αποτελεί υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου σε ευρύτατα γεωγραφικά πλαίσια. Ως οικονομικός θεσμός η εμποροπανήγυρη ήταν γνωστή και διαδεδομένη στην Αίγυπτο, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου γνώρισε μεγάλη άνθηση από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, καθώς και στα Βαλκάνια.

Η μελέτη του εμπορίου δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στις μόνιμες αγορές και να αγνοεί το εμπόριο της περιπλάνησης που ασκούσαν πλανόδιοι πραματευτάδες μακρινών αποστάσεων, ταξιδεύοντας από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη και καλύπτοντας σημαντικό τμήμα των αναγκών της υπαίθρου, διότι έτσι βγαίνουν παραπλανητικά συμπεράσματα. Σε όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα του βυζαντινού κράτους, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Τραπεζούντα, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, λειτουργούσαν εμποροπανηγύρεις με μεγάλη οικονομική σημασία.

Στο Βυζάντιο οι βιοτέχνες- έμποροι αποτελούσαν σωματεία, ενώ οι έμποροι, που αγόραζαν και μεταπωλούσαν, χωρίς να παρεμβαίνουν στη διαδικασία της παραγωγής, ήταν οργανωμένοι σε συστήματα. Τα βυζαντινά πανηγύρια αποτελούσαν κατάλληλη ευκαιρία για πλανόδιους εμπόρους, καθώς και για απλούς χωρικούς, που έρχονταν από γειτονικά χωριά, για να διαθέσουν διάφορα προϊόντα.

Η σημασία των αγορών αυτών ήταν, ίσως, μεγαλύτερη για την επαρχία, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για τους εμπόρους. Αποτελούσαν επίσης πρώτης τάξης ευκαιρία για τους χωρικούς να διαθέσουν το πλεόνασμά τους εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το απαραίτητο χρυσό νόμισμα για την πληρωμή των φόρων τους. Συνήθως οργανώνονταν με την ευκαιρία θρησκευτικών εορτών, οπότε δηλώνονται με τον όρο πανήγυρις. Οι ρίζες του θεσμού ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Πρόκειται για μια από τις πολλές ειδωλολατρικές πρακτικές, που υιοθετήθηκαν από τον Χριστιανισμό και προσαρμόσθηκαν στις ανάγκες του. Ο μεγάλος αριθμός πανηγυριών που οργανώνονταν στο Βυζάντιο αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη σημασία τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Υπήρχαν πανηγύρια που οργανώνονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα, διαρκούσαν πολλές ημέρες και προσέλκυαν μεγάλο αριθμό εμπόρων και αγοραστών, πολλοί από τους οποίους μάλιστα έρχονταν από μακριά. Διάσημα τέτοια πανηγύρια ήταν του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χώνες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει τοιχογραφία από το νάρθηκα της Μονής της Βλαχέρνας στην Άρτα (τέλη 13ου αιώνα) [4], που απεικονίζει σκηνές υπαίθριας αγοράς και πλανόδιους εμπόρους, που πουλούσαν την πραμάτεια τους κατά τη διάρκεια της λιτανείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι βλέπουμε τον Χάζαρο, που πωλεί χαβιάρι σε κάποιον πελάτη κρατώντας ζυγό ακριβείας, τη λαχανοπώλισσα και καλάθια με φρούτα.

Κυρίαρχο ιδεώδες της βυζαντινής οικονομικής σκέψης ήταν η αυτάρκεια. Το εμπόριο στο Βυζάντιο ήταν στην πραγματικότητα μια υπόθεση που αφορούσε πολύ περισσότερους ανθρώπους, από αυτούς που επισήμως ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου: μικρούς παραγωγούς, βιοτέχνες, αργυραμοιβούς, μεγάλους γαιοκτήμονες. Ο όγκος και η εμβέλειά του διέφεραν ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Είναι βέβαιο ότι εκχρηματισμένες συναλλαγές και ανταλλαγές σε είδος συνυπήρχαν πάντοτε.

 

Η αγορά των Αθηνών.

 

Ο σημερινός ελλαδικός χώρος κατά την οθωμανική περίοδο, σε οικονομικό[5] επίπεδο, αποτελούσε μια κατακερματισμένη περιφέρεια, με πολλές κατά τόπους ιδιαιτερότητες. Ο οθωμανικός πολιτισμός αποτελούσε κατά κύριο λόγο έναν πολιτισμό των πόλεων. Στις πόλεις διέμεναν τα πλουσιότερα μέλη της κοινωνίας. Εκεί επίσης κατέληγαν, σε μεγάλο βαθμό, οι αγροτικές πρόσοδοι.

Οι κάτοικοι των οθωμανικών πόλεων, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν πλούτο και πολιτική δύναμη. Εξάλλου οι πόλεις αποτελούσαν τα κέντρα του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η γεωγραφική και στρατηγική θέση της κάθε ελληνικής πόλης, οι παραδόσεις, η ιστορία και η προγενέστερη υλική υποδομή της, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη συνέχεια της λειτουργίας της. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει από τη μελέτη των γαλλικών αρχείων, το πανηγύρι της Τρίπολης ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, κατά τη διάρκεια του οποίου γινόταν η προαγορά του μεταξιού από γάλλους εμπόρους.[6]

Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (β΄ μισό του 17ου αιώνα) αναφέρει το μεγάλο πανηγύρι του Μυστρά, που γινόταν κάθε Αύγουστο και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει πάλι από έγγραφο των γαλλικών αρχείων, η εμποροπανήγυρη του Μυστρά είχε ήδη μετατεθεί στον Σεπτέμβριο και διαρκούσε μια βδομάδα. Η εμποροπανήγυρη των Καλαβρύτων γινόταν κάθε Σεπτέμβριο και διαρκούσε δεκαπέντε ημέρες. Στον θεσσαλικό χώρο, την οθωμανική περίοδο, εμποροπανηγύρεις γίνονταν στο Μοσχολούρι[7] Καρδίτσας, στην Ελασσόνα και –από τις αρχές του 17ου αιώνα– στα Φάρσαλα. Η Λάρισα, πόλη με έντονη οικονομική ζωή, ήταν κέντρο και του διεθνούς εμπορίου, γι’ αυτό είχε μπεζεστένι (bedesten), δηλαδή λιθόκτιστη κλειστή και σκεπαστή αγορά ακριβών υφασμάτων και πολύτιμων λίθων.

Το μπεζεστένι της Λάρισας[8] χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα. Μπεζεστένια υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη,[9] στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας (1455-1459) και  στις Σέρρες[10], στην πλατεία Ελευθερίας (κτίστηκε λίγο πριν από το 1494) και σήμερα στεγάζει το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι σπουδαιότερες εμποροπανηγύρεις στην Ήπειρο ήταν των Ιωαννίνων, της Άρτας, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς. Οι εμποροπανηγύρεις αυτές, με εξαίρεση, ίσως, των Ιωαννίνων, είχαν τοπικό χαρακτήρα. Τον 18ο αιώνα η Άρτα ήταν το κέντρο μιας εύφορης αγροτικής περιοχής, που παρήγε άφθονο σιτάρι, καπνό, κερί, μετάξι, βαμβάκι, δέρματα, μαλλιά, ξυλεία, αυγοτάραχο από τον Αμβρακικό κ.ά.

 

Πανηγύρι σε εξοχή των Αθηνών.

 

 

Η κυκλοφορία των αγαθών στην τοπική, εσωτερική αγορά γινόταν με τρεις τρόπους: α) τη μόνιμη, καθημερινή αγορά (μαγαζιά), β) την εβδομαδιαία αγορά (παζάρι), και γ) την εμποροπανήγυρη. Οι εμποροπανηγύρεις ήταν αυστηρά οργανωμένες αγορές, ετήσιου χαρακτήρα, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος εμπορευμάτων και εμπόρων, από γειτονικές ή μακρινές περιοχές, κατά τη διάρκεια διαφόρων μηνών του έτους. Οι εμποροπανηγύρεις συνέβαλλαν στη σύνδεση της οικονομίας πόλης-υπαίθρου, στην κυκλοφορία του νομίσματος και στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.

Στην Άρτα γινόταν κάθε χρόνο μια αξιόλογη εμποροπανήγυρη, που ονομαζόταν Μπουχούστι και διαρκούσε οκτώ με δέκα ημέρες. Άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και τελείωνε στις 8 του ίδιου μήνα ή, όπως μας πληροφορεί ο λόγιος Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος[11], άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας γινόταν στη συνοικία Μπουχούστι[12], ή Μουχούστιον, στα νοτιοδυτικά της πόλης, μεταξύ του ναού της Παρηγορήτισσας και του πρώην κρατικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκειά της γινόταν ζωεμπόριο, αλλά και εμπόριο αγροτικών, κτηνοτροφικών, καθώς και προϊόντων εισαγωγής.

Καθώς περνούν τα χρόνια, συντελείται μια σταδιακή μετατόπιση του χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης. Το ζωοπάζαρο παρέμεινε ως τη δεκαετία του 1960 στο «Μπουχούστι», ενώ το εμπόριο των άλλων αγαθών μεταφέρθηκε έξω από το κάστρο, στα νοτιοανατολικά της πόλης σ’ ένα πλάτωμα, της οδού Άρτας-Ιωαννίνων. Κατά τον 18ο αιώνα οι Βενετοί έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Βενετοί, αρτινοί και επτανήσιοι έμποροι συμμετείχαν στις εμποροπανηγύρεις των Ιωαννίνων, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς, ενώ ήταν γνωστή και η παρουσία τους στις φημισμένες εμποροπανηγύρεις της Θεσσαλίας, όπως της Λάρισας, του Μοσχολουρίου και της Ελασσόνας.

Παρά τη μεγάλη διάδοση των εμποροπανηγύρεων κατά τον 18ο αιώνα, υπήρχαν και σημαντικά εμπόδια στη διεξαγωγή τους, που σχετίζονταν με τους κινδύνους μετάδοσης επιδημιών, κυρίως της πανούκλας, τις ληστρικές επιθέσεις, καθώς και τις τοπικές ταραχές. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπόριο σταματούσε εντελώς ή συνεχιζόταν μειωμένο. Οι τόποι διεξαγωγής των εμποροπανηγύρεων είναι γνωστό ότι ήταν επιρρεπείς στη μετάδοση της πανούκλας. Πολλές φορές και η ίδια η πόλη της Άρτας ήταν επίκεντρο πανούκλας.[13] Πόλη με στενά δρομάκια, υποτυπώδη ύδρευση από πηγάδια, βρύσες, ακάλυπτα κανάλια, αλλά και ανυπαρξία αποχετευτικού συστήματος, με λιμνάζοντα νερά από τις βροχοπτώσεις και τα λύματα των σπιτιών, αποτελούσε τόπο ανάπτυξης παθογόνων μικροοργανισμών, που προκαλούσαν συχνά επιδημίες.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαρίνου, που μας πληροφορεί ότι τον Μάιο του έτους 1708, έμποροι από την Άρτα ξεκίνησαν φορτωμένοι με την πραμάτεια τους για την εμποροπανήγυρη στο Μοσχολούρι. Στο δρόμο έμαθαν ότι στο Μοσχολούρι είχε εκδηλωθεί επιδημία πανούκλας και επέστρεψαν στην Άρτα. Οι πρόκριτοι της πόλης, όμως, τους απομόνωσαν στο μοναστήρι του Θεοτοκιού, για να περάσουν το χρονικό διάστημα της καραντίνας (quarantina), που ήταν σαράντα μέρες.

Τελειώνοντας, μπορούμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα: Οι ρίζες του θεσμού της εμποροπανήγυρης ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Ο μεγάλος αριθμός εμποροπανηγύρεων που οργανώνονταν στο Βυζάντιο[14] αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη συμβολή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα, διεξάγονταν εμποροπανηγύρεις στην Πελοπόννησο (Τρίπολη, Μυστράς, Καλάβρυτα), στη Θεσσαλία (Λάρισα,[15] Μοσχολούρι, Ελασσόνα, Φάρσαλα), την Ήπειρο (Ιωάννινα, Άρτα, Κόνιτσα, Παραμυθιά) κ.α. Μαζί με τους πλανόδιους πραματευτάδες[16] και τα εμπορεύματά τους, ταξίδευαν από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη ειδήσεις, προκαταλήψεις, ιδέες και όνειρα για μια καλύτερη ζωή.

 

Αφέντρα Γ. Μουζάκη

Αρχαιολόγος

   

Υποσημειώσεις


[1] Μαρία Γερολυμάτου, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.), εκδ. ΕΙΕ-ΙΒΕ, Αθήνα 2008, σ. 231-235 («Η αριστοκρατία και το εμπόριο»)· Αγγελική Λαΐου, «Στο Βυζάντιο των Παλαιολόγων: Οικονομικά και πολιτιστικά φαινόμενα», Ευφρόσυνον, τόμ. 1, Αθήνα 1991, σ. 283-296.

[2] 10.5.4, εκδ. Lassere.

[3] IGR 1, 271-272.

[4] Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Η Βλαχέρνα της Άρτας. Τοιχογραφίες, Αθήνα 2009, σ. 72-73 και εικ. 44, 53. Ο νάρθηκας πρέπει να οικοδομήθηκε προς τα τέλη του 13ου αι., όταν κύριος της Άρτας ήταν ο Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός- Δούκας (1267/68-1296), πρεσβύτερος γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Β΄. Την ανέγερση του νάρθηκα ακολουθεί η διακόσμησή του με τοιχογραφίες. Η Λιτανεία, η οποία τελείται με συρροή κόσμου και φαιδρύνεται με γραφικές σκηνές υπαίθριας αγοράς στις παρυφές της πομπής, κάτω και στην αριστερή παραστάδα, αποτελεί «άπαξ» της μνημειακής ζωγραφικής.

[5] Halil Inalcik / Donald Quataert (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008.

[6] Άννα Λαμπροπούλου, «Οι πανηγύρεις στην Πελοπόννησο κατά την Μεσαιωνική Εποχή», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου: «Η Καθημερινή Ζωή Στο Βυζάντιο, Τομές και Συνέχειες στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Παράδοση», 15-17 Σεπτεμβρίου 1988, ΚΒΕ-ΕΙΕ, Αθήνα 1989, σ. 291-310.

[7] Νίκος Καραφύλλης, Το Μοσχολούρι διηγείται τη δόξα του, Μοσχολούρι 2005.

[8] Έρση Μπρούσκαρη (επιμ.), Η οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2008, εκδ. ΥΠΠΟ-ΔΒΜΑ, λ. 69, σ. 199-200: Μπεζεστένι (bedesten) Λάρισας. Κλειστή αγορά και αποθήκη ειδών πολυτελείας, που χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι.

[9] Στο ίδιο, λ. 88, σ. 246-247.

[10] Στο ίδιο, λ. 108, σ. 287-288.

[11] Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα 1884, Άρτα 20033, σ. 182-183. Ο λόγιος μητροπολίτης μας πληροφορεί ότι στην Άρτα γινόταν από παλιά στη συνοικία Μουχούστιον εμπορικό πανηγύρι, όπου προσέρχονταν έμποροι και αγοραστές από διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας διαρκούσε δέκα μέρες. Άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Μας πληροφορεί επίσης ότι κάθε Πέμπτη γινόταν παζάρι, δηλαδή εβδομαδιαία αγορά, τροφίμων και ενδυμάτων, για εξυπηρέτηση των κατοίκων.

[12] Μπουχούστι: Λέξη αρβανίτικη που σημαίνει εμποροπανήγυρη. Κατά μιαν άλλη εκδοχή προέρχεται από το τουρκοαραβικό Medhuseua, που σημαίνει ζωοπάζαρο. Στη συνοικία Μπουχούστι ή Μουχούστιον της Άρτας, που βρισκόταν στα χρόνια της oθωμανικής κυριαρχίας απέναντι από το ναό της Παρηγορήτισσας, υπήρχαν τέσσερις νερόμυλοι και το έτος 1869 κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία. Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, ό.π., σ. 13, 146, 183.

[13] Ελευθέριος Λ. Βέτσιος, Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά το 18ο αιώνα, εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 203-205, 212.

[14] Η προσκόλληση του Βυζαντίου στην παράδοση χαρακτηρίζει όλες τις όψεις του κρατικού βίου και επηρεάζει βαθύτατα τις σχέσεις του κράτους με την οικονομία. Η βυζαντινή οικονομία στηριζόταν –κυρίως– στη γη και στην εκμετάλλευσή της. Στο πλαίσιο των περιορισμών που επέβαλαν οι μεσαιωνικές συνθήκες, η βυζαντινή οικονομία ήταν επιτυχής, αφού για μεγάλο διάστημα διατήρησε και την πρόοδο, αλλά και τη σταθερότητά της. Βλ. Νίκος Οικονομίδης, «Ο ρόλος του βυζαντινού κράτους στην οικονομία», στο Αγγελική Ε. Λαΐου (Γενική Εποπτεία), Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου από τον 7o έως τον 15o αιώνα, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006, τόμ. 3, σ. 141-252 και Αγγελική Ε. Λαΐου, «Επισκόπηση της βυζαντινής οικονομίας», στο ίδιο, τόμ. 3, σ. 361-389.

[15] Θ. Παλιούγκας, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. 2, Λάρισα 2007· Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984.

[16] Troian Stoianovich, «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος Έμπορος», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των Βαλκανίων στα χέρια της οθωμανικής κυριαρχίας (15ος-19ος αι.), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979, σ. 289-330 (κείμενο), 331-345 (σημειώσεις).

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 116, Σεπτέμβριος 2010.

Read Full Post »

Αμπέλια


 

 

Καλλιέργεια – Τρύγος – Τσιπουριαραίοι – Ρακιδειά – Στην Αργολίδα

 

Καλλιέργεια

 

Πρώτη δουλειά του αμπελουργού ήταν το ξελάκιασμα του αμπελιού και το κόπρισμά του με χωνεμένη κοπριά το φθινόπωρο. Το Γενάρη, και σπανιότερα το Φλεβάρη, γινό­τανε το κλάδεμα, που απαιτούσε έμπειρο κλαδευτή. Την παλιά εποχή για το κλάδεμα χρησιμοποιούσαν μαχαίρι με ξύλινη λαβή, η λάμα του οποίου ήταν ελαφρά καμπυλω­τή και οδοντωτή. Μάλιστα, για λόγους α­σφάλειας έκλεινε κιόλας, γιατί ‘τανε πολύ κοφτερό και επικίνδυνο. Στην Κρήτη το λέ­γαμε σαρακάκι (σάρακας σημαίνει πριόνι). Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν τα γνωστά κλαδευτήρια με τους δύο βραχίονες (λαβές). Ο κλαδευτής έπρεπε να γνωρίζει όλα τα μυ­στικά της δουλειάς του, πόσα μάτια να α­φήνει σε κάθε κλήμα και ποια κλήματα να αφαιρέσει από τον πάτο. Μ’ ένα μικρό πριό­νι, επίσης, αφαιρούσε τα ξεράδια.

 

Αμπέλι

 

Κατόπιν, το Μάρτη έπρεπε το αμπέλι να σκαφτεί. Ο σκαφτιάς έσκαβε με το διχάλι και έκανε αναχώματα ανάμεσα στις σειρές του αμπελιού. Η δουλειά ήταν πολύ σκληρή. Συνήθως έσκαβαν νέοι άνδρες. Καθένας σώριαζε το χώμα ανάμεσα σε δυο σειρές, έφτιαχνε δηλαδή το δικό του ανά­χωμα, ο ένας μπρος, ο άλλος πίσω, σε λο­γική απόσταση, για να μην τραυματιστούν με τα διχάλια τους. Στην Κρήτη, όταν θέ­λανε να υπολογίσουν την έκταση ενός α­μπελιού, ιδιαίτερα όταν ήταν φυτεμένα μι­κρά και ακανόνιστα πεζούλια, λέγανε «έ­χω αμπέλι τριώ εργατώ, τεσσάρω εργα­τών», εννοώντας ότι τρεις ή τέσσερις ερ­γάτες σκάβουν το αμπέλι σε μια μέρα.

Τον Απρίλη τα κλήματα άνοιγαν και ο αγρότης παρακολουθούσε με ικανοποίηση το φούσκωμα των ματιών και την πρώτη βλάστηση. Μετά, το Μάιο, έπρεπε να γίνει το σκάλισμα και να ισοπεδωθούν τα αναχώματα, αλλά με μεγάλη προσοχή, για να μην καταστραφούν οι νεαροί βλαστοί από βιασύνη ή αδεξιότητα. Παράλληλα έπρεπε να γίνουν και τα θειαφίσματα με ιδιαίτερη επιμέλεια για την προστασία του αμπελιού από διάφορες ασθένειες.

 

Λεπτομέρεια ξυλόγλυπτου με παράσταση αμπελιού.

 

Αλλά η φροντίδα δε σταματούσε εδώ. Θα έπρεπε να γίνει και το κορφολόγημα, ώστε να περιοριστεί η ανάπτυξη των βλαστών και να πάρουν δύναμη τα σταφύλια. Αν το κορφολόγημα ήταν επιπόλαιο, οι ακορφολόγητοι βλαστοί απλώνονταν στις διπλανές κουτσούρες και δεν μπορούσε να περάσει κανείς.

Όλες αυτές οι εργασίες απαιτούσαν χρόνο και πολύ μόχθο. Αλλά οι αγρότες ήθελαν να έχουν το αμπελάκι τους για τα σταφύλια και το κρασί της οικογένειας. Υπάρχουν αρκετά δημοτικά τραγούδια, στα οποία διακρίνουμε αυτή την έγνοια της συνεχούς και επίπονης φροντίδας. Σ’ ένα τέτοιο τραγούδι, ο καταχρεωμένος αφέντης θέλει να πουλήσει το αμπέλι του, από το οποίο δεν έχει «διάφορο»:

«Αμπέλι μου πλατύφυλλο

και μακροκοντυλάτο,

οι χρωφελέτες [i] ήρθανε

και θε να σε πουλήσω».

«Πουλήσεις με, χαρίσεις με,

το χρέος δεν το βγάνεις.

Βάλε να με κλαδέψουνε γέροντες

με τα γένεια

και βάλε να με σκάψουνε απάρθενα κοπέλια,

βάλε να με τρυγήσουνε απάρθενα κοράσια,

τότε θα ιδείς, αφεντικό,

το χρέος πώς το βγάνεις» [ii].

 

Τρύγος 

Τ’ Αϊ-Γιωργιού του μεθυστή ανοίξαμε

βαρέλι κι από μεράκι εμέθυσε

και γέρος και κοπέλι.

 

Ο παραγωγός ετοίμαζε έγκαιρα το πατη­τήρι (τον ληνό), που ήτανε μια χτιστή κυβοειδής μικρή στέρνα, σοβαντισμένη με αμμοκονίαμα: έβαζαν τριμμένο κεραμίδι, άμμο και ασβέστη, έκαναν λάσπη και σοβάντιζαν εσωτερικά τις πλευρές και τον πάτο, για να είναι στεγανό το πατητήρι, όπως οι Υδραίοι και άλλοι νησιώτες χρησιμοποιούσαν κουρασάνι για τη στεγανότητα της στέρνας, όπου συνέλεγαν το νερό της βροχής. Αργότερα τα πατητήρια τα έφτια­χναν με τσιμέντο. Επίσης, ο παρα­γωγός ετοίμαζε τις σταφυλοκοφίνες και άλλα μικρότερα κοφίνια και καλάθια.

 

Τρύγος

 

Ο τρυγητός ξεκινούσε τον Αύγουστο, την επομένη της Παναγίας, για να τρυγήσουν τα πρώιμα λευκά σταφύλια, τα σταφιδοστάφυλα (σουλτανίνα), να τα ξεράνουν στις απλώστρες και να τα κάνουν σταφίδα. Αργότερα, το Σεπτέμβρη, έκοβαν τα κρασοστάφυλα, γέμιζαν τις σταφυλοκοφίνες και τις φόρτωναν στα άλογα για το πατητήρι, που περίμενε έτοιμο και καθαρό στην αυλή του σπιτιού.

Τρύγος

Αργά τη νύχτα, με το λυχνάρι ή τη λάμπα, για να έχουν φύγει οι μέλισσες, που μαζεύονταν άφθονες την ημέρα, γινότανε το τσαλαπάτημα των σταφυλιών από νεαρούς κυρίως, ξυπόλυτους, που πλένανε πρώτα τα πόδια τους.  Ήταν πολύ διασκεδαστικό και δεν έλειπαν τα αστεία και τα πειράγματα, όπως και στον τρύγο. Αν και όλες αυτές οι δουλειές ήταν κουραστικές, οι μεγάλες συντροφιές από δυο-τρεις οικογένειες που αλληλοβοηθιούνταν με την κουβέντα, τα αστεία, τα πειράγματα δεν την ένιωθαν την κούραση, παρά μόνο όταν έπεφταν για ύπνο. Στο πατητήρι, όμως, καμιά φορά υπήρχανε και οι δυσάρεστες εκπλήξεις, όταν ο πατητής πατούσε καμιά καταπλακωμένη ή ξεχασιάρα μέλισσα, που δεν είχε επιστρέψει στην κυψέλη της. Και τότε ήτανε που φούντωνε το κέφι από το κεντρί της μέλισσας στην πατούσα του τυ­χερού!…

Ο μούστος έτρεχε από το κουτσουναράκι σε πέτρινη γούρνα ή σε κάποιο μισοπίθαρο και απ’ εκεί με ένα δοχείο (το καυκί) γέμιζαν το ασκί, για να τον μεταφέρουν στο κρασοβάρελο. Όταν οι πατητές τελείωναν το τσαλαπάτημα, στοίβαζαν στην άκρη του ληνού τα τσίπουρα (στράφυλα), τοποθετούσαν μια φαρδιά σανίδα, συνήθως μια πόρτα, και ανέβαιναν επάνω, για να σουρώσει ο μού­στος καλά. Τα πιτσιρίκια ανυπομονούσαν ν’ ανέβουν επάνω στο αυτοσχέδιο πιεστή­ριο και κάνανε μεγάλη χαρά.

 

Τσιπουριαραίοι

 

Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα ανα­λάμβαναν οι τσιπουριαραίοι ν’ αποδώσουν και την τελευταία σταγόνα μούστου στον αμπελουργό. Έριχναν λίγα-λίγα τα στέμφυλα (τσίπουρα) στην τσιπουριά, η οποία ήτανε ένα μικρό φορητό πιεστήριο. Ήτανε μια ξύλινη κυλινδρική κατασκευή με ένα στυφτήρι εσωτερικά, έναν κοχλία, που έστριβαν με μακρόστενα σίδερα, για να συμπιεστούν τα τσίπουρα. Ο τελευταίος μούστος έτρεχε από τη βρυσούλα της τσιπουριάς σ’ έναν κουβά. Ό,τι απόμενε το πε­τούσαν στις κότες και στα γουρούνια. Σε κάθε χωριό της Αργολίδας, την εποχή του τρυγητού κυκλοφορούσαν κι από λίγες τσιπουριές. Στην Αργολίδα δεν συνήθιζαν να παράγουν τσικουδιά ή ρακή, το εθνικό ποτό της Κρήτης, που παράγεται με καθαρή απόσταξη.

 

Αμπέλι

 

Ρακιδειά

  

Στην Κρήτη δεν ξεζουμίζονται τα τσίπου­ρα με τσιπουριές. Τα βάζουν σε βαρέλια ή πιθάρια, τους ρίχνουνε λίγο νερό και τα αφήνουν να γίνει η ζύμωση και να ξινίσουν. Ύστερα τα μεταφέρουν στο ρακιδειό για ρακή ή τσικουδιά. Λένε τότε ότι «τα στράφυλα έχουν θυμώσει και πρέπει να βγάλομε την τσικουδιά».

Το εργαστήρι αυτό είναι απλό και δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Αλλά στην Κρήτη δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός, διοργανώνονται γιορτές τσικουδιάς και προβάλλεται όλη η διαδικασία της απόσταξης, για να διατηρείται η παράδοση αλλά και για τουριστικούς λόγους.

 

Φωτογραφία από το Λεύκωμα του Ανδρέα Σμαραγδή, «Τσικουδιά Κρήτης Πνεύμα».

 

Τα αποστακτήρα διαθέτουν ένα μεγάλο κτιστό πυρομάχι. Επάνω τοποθετείται ένα μεγάλο καζάνι φρεσκογανωμένο, το ρακιδοκάζανο. Το σκέπασμά του είναι θολω­τό με μία μεγάλη τρύπα ψηλά, όπου προσαρμόζεται ο λουλάς. Ο λουλάς είναι ένας χάλκινος σωλήνας, χοντρός επάνω και λεπτός στην άλλη άκρη. Δίπλα στο ρακοκάζανο υπάρχει ένα πιθάρι με κρύο νερό, το οποίο ανανεώνεται συνέχεια. Το πιθάρι έχει δύο τρύπες, μία ψηλά και μία λεπτότερη πιο χαμηλά, από τις οποίες περνάει ο λουλάς. Όταν είναι όλα έτοιμα, γεμίζουν το κα­ζάνι στράφυλα, βάζουν το καπάκι, προσαρμόζουν τον λουλά, βάζουν γύρω-γύρω ζύμη, για να μη φεύγουν οι ατμοί, και ανάβουν φωτιά στο πυρομάχι. Τα στράφυλα βράζουν, οι ατμοί ακουμπάνε στο καπάκι και βρίσκουν διέξοδο στον λουλά. Όταν, όμως, φτάνουν στο πιθάρι με το κρύο νερό, ψύχονται και υγροποιούνται. Και τρέχει η τσικουδιά από τον λουλά στο πιθαράκι.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, να τρέχει συνεχώς από τον λουλά σαν βρυσούλα η τσικουδιά, όσο βράζουν τα στράφυλα στο κλειστό ρακοκάζανο. Η πρώτη-πρώτη τσικουδιά είναι πολύ δυνατή, το πρωτοράκι. Ορισμένοι το κρατάνε χωριστά. Συνήθως, όμως, αφήνουν το πρω­τοράκι μαζί με την υπόλοιπη, που στο τέλος είναι πολύ αδύνατη, δηλαδή με λίγο οινόπνευμα. Η πιο καλή τσικουδιά περιέχει αλκοόλ 18-19% γράδα, που σημαίνει ότι περιέχει 45-50% οινόπνευμα, ότι έχει δη­λαδή 45-50 βαθμούς.[iii]

Κρητικοί κερνάνε και πίνουν τσικουδιά ολοχρονίς, ακόμη και το καλοκαίρι με τις δυνατές ζέστες. Στα σπίτια τους έ­χουνε πάντα τσικουδιά, που τη φυλάσσουν συνήθως σε πλεχτές γυάλινες νταμιτζάνες. Στην παρέα μπορεί να πιει κανείς δυο – τρεις τσικουδιές χωρίς κανένα πρόβλημα. Τα εστιατόρια και οι ταβέρνες την προσφέρουν ως επιδόρπιο, γιατί συν τοις άλλοις είναι και χωνευτική. Η κρητική τσικουδιά είναι αγνή, γιατί προέρχεται από καθαρή απόσταξη, δεν μπαγιατεύει ούτε θολώνει με το νερό ή το παγάκι, όπως το ούζο, που γίνεται με την απόσταξη γλυκάνισου.[iv]

Στην Αργολίδα, όπου δεν υπήρχαν πολλά αμπέλια, για κρασί καλλιεργούνταν οι ποικιλίες Κρανιδιώτικο ή Σκλάβα («κυανούν»), Περαχωρίτικο (λευκό), Σαββατιανό, Ροδίτης (αλε­πού). Ως επιτραπέζια σταφύλια καλλιεργούνταν η φράουλα και το κέρινο. «Η σουλ­τανίνα, καταλαμβάνουσα άλλοτε σημαντικήν έκτασιν, σήμερον ελάχιστα καλλιεργεί­ται». Προπολεμικά καλλιεργούσαν μόνο 385 στρέμματα σουλτανίνας για επιτραπέζια σταφύλια και σταφίδα και μόλις 25 στρέμματα σουλτανίνας για κορινθιακή σταφίδα. Συχνά ο τοπικός τύπος δημοσίευε τις τιμές της σταφίδας, οι οποίες δεν ήταν ικανοποιητικές για τους σταφιδοπαραγωγούς.[v]

 
 
Υποσημειώσεις


 

[i] Χρωφελέτες ή χρεωφειλέτες. Προφανώς, ο λαϊκός στιχουργός εννοεί ακριβώς το αντίθετο, τους πιστωτές.

[ii] Σταμάτη Αποστολάκη, Ριζίτικα, σ. 463. Ο σοφός ρέκτης των ριζίτικων τραγουδιών δεν εντάσσει το παραπάνω τραγούδι στα εργατικά αλλά στα γνωμικά.

[iii] Νίκου Μανούδη, Τσίπουρο, το πνεύμα των στεμφύλων, σσ. 25 και 94, Βέροια 2006.

[iv] Θα πρέπει τα οργανωμένα ρακιδειά, στα οποία προσφεύγουν οι ιδιώτες για την απόσταξη των στεμφύλων τους, να τηρούν όλες τις προδιαγραφές και να γίνεται τυποποίηση του προϊόντος. Για την παραγωγή της τσικουδιάς και όλων των οινοπνευματωδών ποτών απαιτούνται εξειδικευ­μένες γνώσεις. Υπάρχουν πολλά μυστικά στη διαδικασία παραγωγής και δε φτάνει ίσως η εμπει­ρία ενός παλιού ρακοκαζανάρη, κι ας έχει βγάλει και χιλιάδες καζανιές. Χρειάζεται και ο χημικός και η επιστημονική γνώση, η οποία υποδεικνύει σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, όπως ορίζει και η νομοθεσία.

[v] Επωλήθησαν προ τινων ημερών μικραί ποσότητες σταφιδοκάρπου ποιότητος σουλτανίνας προς λεπτά 90 μέχρι δραχμής κατ’ οκάν. Ήδη αι τιμαί αύται κατήλθον εις τα λεπτά 70-80. Ωσαύτως επωλήθη αρκετή ποσότης σταφιδοκάρπου ποιότητος κορινθιακής προς δρχ. 80-90 κατά χιλιόλιτρον. (Εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894).

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Πηγή


 

 

Read Full Post »

Δημητριακά


 

Σπορά

Η σπορά ξεκινούσε το Σεπτέμβριο και τε­λείωνε το Δεκέμβριο. Ήταν καλοτυχιά για τους αγρότες να βρέξει πρώιμα, να μαλα­κώσει η γη και ν’ αρχίσει η σπορά. Οι γε­ωργοί είχανε συνδυάσει τη σπορά με τις γιορτές της Παναγίας, την οποία θεωρού­σαν προστάτισσά τους, και ήθελαν η σπο­ρά να ξεκινάει τον Σεπτέμβριο μετά το Γενέσιον (γενέθλια) της Θεοτόκου στις 8 Σε­πτεμβρίου. Γι’ αυτό και την είχαν ονομά­σει τη γιορτή αυτή γιορτή της Παναγίας της Αρχισπορίτισσας. Εξάλλου, ο λαός έλεγε, Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύ­ρι σύρε. Στις 21 Νοεμβρίου (Εισόδια της Θεο­τόκου) θα έπρεπε ο καλός αγρότης να έχει σπείρει τα μισά χωράφια (Παναγία Μεσοσπορίτισσα). Μάλιστα, στις 21 Νοεμβρί­ου οι αγροτικές οικογένειες συνήθιζαν να τρώνε πολυσπόρια (δημητριακά με ό­σπρια). Γι’ αυτό και η Παναγία ονομάστη­κε Πολυσπορίτισσα. Στη δυτική Κρήτη τα πολυσπόρια ονομάζονται παπούδια (από το αρχαίο πάππος, που σημαίνει σπόρος. (Λεξ. Αντ. Ξανθινάκη).

 

Σίτος

 

Κάποιες άλλες παροιμίες μας προσδιο­ρίζουν τη σημασία του χρόνου και τα χρο­νικά περιθώρια της σποράς. Τον Οχτώβρη αν δεν έσπειρες, λίγο στάρι θα ‘χεις, που ση­μαίνει ότι ο μήνας αυτός ήταν ο προσφορό­τερος. Όμως, αν αργήσεις πολύ, το Γενάρη καλουργιά παραλίγο κοπρισιά και απού σπέρ­νει το Φλεβάρη, σπέρνει την ανεμοζάλη. Ε­πίσης, ο αγρότης ποτέ δεν έπρεπε να σπέρ­νει όταν γιόρταζε η Παναγιά, η οποία τιμω­ρεί όσους εργάζονται την ημέρα της γιορ­τής της (Παναγιά Καψοδεματούσα). Ο λα­ός λέει, όταν ακούσεις Παναγία, μη ρωτάς αν είν’ αργία. Απεναντίας, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς πολλοί αγρότες θεωρούσαν καλό και γούρικο να σπείρουν, τιμώντας τον Αϊ-Βασίλη, ο οποίος σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ήτανε ζευγάς. Τέλος, οι όψιμες βροχοπτώσεις κάνουν τα σπαρτά να μεστώ­σουν και ν’ αποδώσουν πολύ καρπό, όπως το διατύπωσε ο λαός με τη σοφή παροιμία, αν βγάλει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλ­λο ένα, χαρά σ’ τονε το γεωργό που ‘χει πολ­λά σπαρμένα.

 

Σύμφωνα με το μύθο της αρχαιότητας, προστάτισσα της γεωργίας ήτανε η θεά Δήμητρα, την κόρη της οποίας Περσεφόνη απήγαγε ο Πλού­των, όταν η κόρη μάζευε λουλούδια στην εξο­χή, και τη μετέφερε στα σκοτεινά του βασίλεια. Η γη τότε έπαψε να δίνει καρπούς και ο Αίας έστειλε τον Ερμή να φέρει την Περσεφόνη από τον Άδη, με τη συμφωνία να επιστρέφει στο βασίλειο του Πλούτωνα κατά τους χειμερινούς μή­νες. Έτσι, η μητέρα Γη, που τρέφει το ανθρώ­πινο γένος, κοιμάται, βρίσκεται σε νάρκη, μέ­χρι να επιστρέψει η Περσεφόνη την άνοιξη στη μητέρα της. Τότε η γη ξυπνάει, βλαστάνει και δίνει τους καρπούς της στους ανθρώπους.

 

Πριν από κάποια χρόνια η σπορά γινόταν με πρωτόγονους τρόπους, όπως και την αρ­χαία εποχή. Χρησιμοποιούσαν ξύλινο άρο­τρο, φτιαγμένο από ξύλο πλατάνου, για να είναι ελαφρύ. Ο ίδιος ο αγρότης έκοβε πλα­τάνους στη λίγωση του φεγγαριού και στη συνέχεια τους πελεκούσε, για να φτιάξει το αλέτρι του. Μόνο το υνί ήτανε σιδερέ­νιο, που το έφτιαχνε ο σιδεράς. Αλλά το ξύλινο αλέτρι πάθαινε ζημιές, γι’ αυτό οι αγρότες το εγκατέλειψαν και αναλάμβανε ο σιδεράς να φτιάχνει σιδερένιο αλέτρι.

Ένα δεύτερο εργαλείο για τη σπορά ήταν ο ζυγός με τις ζεύγλες, ο οποίος α­κουμπούσε στον τράχηλο των υποζυγίων, εφόσον το όργωμα γινόταν από δύο ζώα, συνήθως από αγελάδες ή μία αγελάδα κι ένα φρόνιμο γαϊδουράκι, που θα μπορού­σε να συγχρονίζεται με το αργό και νωχελικό τράβηγμα της αγελάδας. Ο ζυγός ήταν ένα μακρόστενο πλατανένιο ξύλο πε­λεκημένο, με μία εγκοπή στη μέση, απ’ όπου περνούσε η αλυσίδα του αλετριού. Στις δύο άκρες είχε από δύο τρύπες, απ’ όπου περνούσε η ζεύγλα σε σχήμα U και η οποί­α αγκάλιαζε το λαιμό της αγελάδας. Αντί της ζεύγλας, στα μουλάρια και στα άλογα, που όργωναν μόνα τους, έμπαινε στο λαι­μό η λαιμαριά ή κουλούρα, η οποία ήταν από δέρμα και εσωτερικά είχε χόρτο (ψαθί), για να είναι μαλακιά και να μην πλη­γώνεται το ζώο με το τράβηγμα.

 

Όργωμα χωραφιών για τη φθινοπωρινή σπορά δημητριακών κατά τη δεκαετία του 1960. Από το φωτογραφικό λεύκωμα, «Ταξίδι αυτογνωσίας και παρατήρησης σ' ένα λησμονημένο παρελθόν – Σπάτα 1900-1960».

 

Ο γεωργός φόρτωνε τα ζυγάλετρά του στο γαϊδούρι ή στο μουλάρι κι ό,τι άλλο του χρειαζότανε και ξεκινούσε πρωί-πρωί για το χωράφι. Με την ανατολή του ήλιου έπρεπε να είναι έτοιμος για το όργωμα. Στην αρχή άνοιγε με το αλέτρι «παραβο­λή», δηλαδή μια αυλακιά, με την οποία ό­ριζε την έκταση, που θα έσπερνε και θα όρ­γωνε. Ύστερα έπαιρνε το σποροσάκουλο με το σπόρο και πετούσε τον καρπό ομοιόμορφα και με τέχνη. Αν ήταν δύο ή περισ­σότεροι, πατέρας και γιος ή παππούς ή θεί­ος, αυτή τη δουλειά την έκανε ο μεγαλύτε­ρος, που θεωρούνταν ο πιο έμπειρος. Στη συνέχεια ο ζευγάς όργωνε όλο το χωράφι, οδηγώντας τα καματερά του πέρα – δώθε. Το αλέτρι, με το φτερό που είχε στο πίσω μέρος, είχε την ικανότητα να το ανασκελαρίζει το χώμα, δηλαδή να το γυρίζει ανάπο­δα. Γι’ αυτό και το οργωμένο χωράφι ήτα­νε πιο σκούρο. Έτσι ο σπόρος σκεπαζόταν, για να φυτρώσει ύστερα από λίγες μέρες, χωρίς να τον φάνε τα πουλιά.

Νύχτα επέστρεφε στο σπίτι του ο ζευ­γάς, κατάκοπος, με λίγη ξηρή τροφή το μεσημέρι, αφού πρώτα περνούσε από τη βρύ­ση του χωριού να ποτίσει τα ζωντανά του και να τα παχνίσει μετά στον στάβλο. Την άλλη μέρα θα σηκωνότανε πάλι νύχτα, για να συνεχίσει την ίδια δουλειά.

Σπορά

Όταν τελείωνε η σπορά του χωραφιού, ο γεωργός το περνούσε με τη σβάρνα, για να σπάσουν οι βόλοι και να ισιώσει το χω­ράφι, ώστε να μην λιμνάζουν τα νερά στις γούβες και να γίνεται ο θερισμός πιο εύκο­λος. Η σβάρνα (βολοκόπος) ήταν ένα μακρόστενο ξύλινο εργαλείο και φαρδύ, που το έφτιαχνε ο αγρότης με ξύλα και βέργες λυγαριάς. Για να έχει αποτέλεσμα το σβάρνισμα, ανέβαινε ο ίδιος επάνω στη σβάρνα ή τοποθετούσε μία – δύο βαριές πέτρες. Το σβάρνισμα ήταν πιο εύκολο από το όργω­μα και τελείωνε γρήγορα, γιατί η σβάρνα με το φάρδος της κάλυπτε 4-5 αλετριές. Πά­ντως, πολλά σπαρμένα έμεναν ασβάρνιστα, είτε γιατί το σβάρνισμα το θεωρούσαν πε­ριττό είτε γιατί είχανε προτεραιότητα άλ­λες δουλειές και οι αγρότες δεν είχανε χρό­νο. Στην Αργολίδα συνήθως σβαρνίζονταν τα καμπίτικα χωράφια, τα ορεινά όχι.

Οι αγρότες έσπερναν κυρίως σιτάρι και κριθάρι, που καμιά φορά τα ανακά­τευαν (μιγάδι). Μπορούσαν, επίσης, να σπείρουν μπιζέλια, φακές, ρόβι και λούπι­να. Τα λούπινα (λουμπίνια ή λιμπίνοι) εί­ναι εκλεκτή τροφή για τα ζώα, ιδίως για τα γουρούνια. Αλλά τουλάχιστο μια φορά το χρόνο, την Καθαροδευτέρα, τρώγαμε κι ε­μείς λιμπινόσπορους, αφού τους νεροβροχιάζαμε αποβραδίς. Μόνο τα κουκιά δεν σπέρνονταν, αλλά η γυναίκα του ζευγά τα έριχνε στην αυλακιά ένα – ένα. Εκτός από το ρόβι και τα λούπινα, φρόντιζαν να σπεί­ρουν και βίκο για όλα τα ζωντανά και βρό­μη (ταγή) για το άλογο ή τη φοράδα. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν πολλά, αλλά ο κάθε αγρότης έκανε το κουμάντο του, για να εξα­σφαλίσει ψωμί για την οικογένειά του και τροφή για τα ζώα του.

 

Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα

 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγρο­τικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλο­γα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώ­σει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή έ­να μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι. Στις πό­λεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υ­πήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυ­φές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους φίλους τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν. Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

 

Αγροτικές εργασίες, αγνώστου, 1750.

 

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορ­βάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σα­κουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξι­μάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Αν δεν είχε κάρο, ιδίως στις ορεινές τοποθεσίες, όλα τα φόρτωνε στα ά­λογά του. Εργαζόταν όλη την ημέρα και ε­πέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκλη­ρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές. Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έ­κανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ή­ταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότε­ρες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφο­ρά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορ­τώματα με ξύλα κ.ά. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο (Ν. Αναγνω­στόπουλου – Γ. Γάγαλη, σ. 216).

 

Θερισμός

 

Τα πρώτα από τα σπαρμένα που απολάμ­βανε η αγροτική οικογένεια ήτανε τα χλωροκούκια. Από τον Απρίλιο κιόλας η νοι­κοκυρά μάζευε αγίνωτα λουβιά, πολύ δρο­σερά, και τα μαγείρευε με αγκινάρες. Ό­ταν το Μάιο μεστώνανε τα λουβιά, ξεπάτωναν τις κουκιές με τα χέρια και τις κου­βαλούσαν στο αλώνι ή καλύτερα στο δώ­μα του σπιτιού. Μαδούσαν τα λουβιά και τα έβαζαν χωριστά να ξεραθούν στον ήλιο, ενώ τις κουκιές τις δεμάτιαζαν και τις φύ­λαγαν στον αχεριώνα, για να τις φάνε οι κατσίκες το χειμώνα. Τα λουβιά, όταν εί­χανε ξεραθεί καλά, τα χτυπούσαν με μπα­στούνια και κοπανίδες, ύστερα τα κοσκίνιζαν και ξεχώριζαν τα κουκιά, που τα φύλα­γαν ως εκλεκτή τροφή για το χειμώνα.

Τα υπόλοιπα όσπρια, εκτός από τα κουκιά, παίρνανε το δρόμο για το αλώνι, όπου θα αλωνίζονταν με τα ζώα (φακές, μπιζέλια, φάβα ή λαθούρι). Όλα αυτά ονο­μάζονταν μαγερέματα και τα μάζευαν με τα χέρια, χωρίς δηλαδή δρεπάνι. Στο αλώ­νι, επίσης, κουβαλούσαν και το ρόβι και τον βίκο, που ήτανε τροφή για τα ζώα.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Το θέρος γινότανε τον Ιούνιο, τον θε­ριστή μήνα, όταν πια είχανε ξεραθεί τα στά­χυα κι είχε ωριμάσει ο καρπός. Το έμπειρο μάτι του αγρότη δεν ξεγελιόταν, αν και ο­ρισμένοι ήθελαν να δοκιμάζουν, βάζοντας σπόρο στο στόμα τους και μασουλώντας τον, για να δουν αν είχε μεστώσει. Αλλά ενώ στη σπορά ο ζευγολάτης δούλευε μόνος, βοηθώντας τον καμιά φο­ρά η γυναίκα του, στο θέρος επιστρατεύο­νταν όλα τα μέλη της οικογένειας. Οι οικο­γένειες τότε ήταν κατά κανόνα πολύτεκνες. Τα σκολαρούδια, όταν σχόλαζαν από το σχολείο, δεν πήγαιναν στο σπίτι αλλά στο χωράφι, να φάνε και να βοηθήσουν. Τα μι­κρότερα κάνανε ό,τι μπορούσαν, δηλαδή παίζανε ή τρέχανε στη βρύση για νερό. Και τα μωρά τα κοίμιζαν στην ανάποδη του σαμαριού…

Χαράματα έπιαναν δουλειά να προκάμουν, προτού πιάσει η δυνατή ζέστη. Ό­λη τη μέρα οι γυναίκες, σκυφτές, με τα μα­ντίλια και τα τσεμπέρια στο κεφάλι και με το δρεπάνι στο δεξί, θέριζαν τον ευλογη­μένο καρπό και συναγωνίζονταν ποια θα βγει πρώτη στην άλλη άκρη. Απλώνονταν σε απόσταση δύο σχεδόν μέτρων μεταξύ τους και τραβούσαν καθεμιά τη δική της αράδα. Με το αριστερό χέρι μάτσωναν ό­σα στάχυα μπορούσαν, τα έκοβαν με το γυριστό δρεπάνι, φούχτωναν άλλα τόσα, τα έκοβαν κι αυτά και τ’ ακουμπούσαν χάμω. Και συνέχιζαν. Στο κατόπι διάλεγαν 3 – 4 στάχυα από τα θερισμένα, τα πιο μεγάλα, και με αυτά έδεναν τα υπόλοιπα κι έφτια­χναν το πρώτο τους χερόβολο.

Ύστερα περνούσε ο δέτης, άνδρας αυ­τός, που αγκάλιαζε κάμποσα χερόβολα και τα έδενε με λεπτές βεργούλες (βίτσες) λυ­γαριάς ή αγριελιάς και έφτιαχνε τα δεμά­τια. Αυτά τα βιτσοδέματα τα ετοίμαζαν μέ­ρες πιο πριν και αποβραδίς τα έβαζαν στο νερό να μαλακώσουν. Αν δεν ήταν εύκολο να βρεθούνε βεργούλες, δένανε τα δεμά­τια με αυτοφυή αγριόσταχα -πολλά μαζί- που τα βρίσκανε στις άκρες και στις παρα­βολές του χωραφιού. Ο δέτης φρόντιζε να βάζει τα χερόβολα σταυρωτά, το ένα να κοιτάζει επάνω, το άλλο κάτω, για να δέ­νονται καλύτερα. Άλλοι, όμως, προτιμού­σαν να τα δένουν χωρίς να τα σταυρώνουν, για να προστατεύονται καλύτερα στις θημωνιές, όπου κάνανε άγριες επιδρομές τα σπουργίτια, όπως φαίνεται παρακάτω.

Ένας ακόμη άνδρας, ο κουβαλητής, φόρτωνε τα δέματα στο γάιδαρο και στη φοράδα, για να τα μεταφέρει δίπλα στο α­λώνι, όπου τα ξεφόρτωνε κι έκανε τη θημωνιά. Τα πρώτα δεμάτια τα τοποθετούσε όρθια και τα υπόλοιπα πλαγιαστά, χτίζο­ντας τα γύρω-γύρω και με τον καρπό προς τα μέσα, που να μη φαίνεται, για να μην τον τρώνε τα σπουργίτια, που μαζεύονταν χιλιάδες στις θημωνιές.

Συνήθως στο θέρος δυο και τρεις οι­κογένειες αλληλοβοηθιούνταν και μαζεύ­ονταν πολλοί στο δύσκολο αγώνα. Θέρι­ζαν κι άνδρες. Συνήθως οι γυναίκες, που ήτανε πιο ευλύγιστες και επιδέξιες, τους ξε­περνούσαν και τους κορόιδευαν. Όταν, ό­μως, δούλευαν πολλοί μαζί, έκαναν κέφι, τραγουδούσαν καμιά φορά ή λέγανε πολ­λά αστεία και μαντινάδες. Έτσι ξεγελούσαν το λιοπύρι και την κούραση. Το μεση­μέρι τρώγανε με κέφι στη σκιά κάποιου κο­ντινού δένδρου. Συνήθως, όταν οι θεριστές ήταν πολλοί, η οικοδέσποινα φρόντιζε από τη νύχτα για το ψητό στο φούρνο κι ο κου­βαλητής έτρεχε να το φέρει. Και περίμε­ναν μετά το φαγητό κάμποση ώρα, να κα­ταλαγιάσει η δυνατή ζέστη, για να συνεχί­σουν μέχρι αργά το βράδυ. Καμιά φορά, για να τελειώσει το χωράφι, θέριζαν και με το φεγγάρι.

 

Αλώνισμα – λίχνισμα

 

Τα αλώνια τα έφτιαχναν στις κορφές και στα μουράκια, δηλαδή στους λοφίσκους και στα μικρά υψώματα, όπου φυσάει βο­ριαδάκι τις απογευματινές ώρες. Τα αλώνια τα έφτιαχναν κυκλικά με ακτίνα 3 -4 μέτρα, τοποθετώντας όρθιες πλάκες μέχρι 40 πόντους, ενώ το δάπεδο το κάλυπταν επίσης με πλάκες, κατά κανό­να με άγρια επιφάνεια, για να μη γλιστρά­νε τα ζώα. Άλλοτε πάλι, στην Κρήτη και αλλού, συνήθως το δάπεδο το έστρωναν με αργιλώδες χώμα. Έκαναν παχιά λάσπη και την άπλωναν σε όλα τα σημεία. Όταν η λά­σπη ξεραινόταν, το δάπεδο γινότανε πολύ σκληρό.

Όταν τελείωνε το θέρος κι είχανε κου­βαληθεί τα γεννήματα έξω από το αλώνι σε χωριστές θημωνιές για κάθε δημητρια­κό (σιτάρι, κριθάρι, βρόμη), άρχιζε το α­λώνισμα. Ήταν η εποχή του αλωνάρη μή­να, του Ιούλη. Οι αλωνάρηδες έλυναν τα δεμάτια της θημωνιάς, πετούσαν μακριά τα βιτσοδέματα και σκορπούσαν τα στάχυα σ’ όλη την κυκλική επιφάνεια του αλωνιού.

Τα ζώα – αγελάδες, γαϊδούρια – ζεμένα ερ­χόντουσαν γύρω-γύρω πεντέξι ώρες, από τις 10 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα, στη φούρια της ζέστης -Ιούλης μήνας- για να ποδοπατήσουν τα γεννήματα. Συνήθως έ­ζευαν δύο ζώα και σπανιότερα τρία, αλλά ο αλωνάρης που τα καθοδηγούσε ακολου­θούσε καβάλα στη φοράδα. Ήταν, όμως, προτιμότερο τα πρώτα ζώα να είναι δύο και όχι τρία, γιατί σχεδόν πάντα τραβούσαν και το ντουένι, το οποίο ήτανε δεμένο με αλυ­σίδα στο ζυγό. Το ντουένι ήταν ένα μακρό­στενο ταβλί με πριόνια στην κάτω επιφά­νεια, πολύ αποτελεσματικό στο θρυμμάτι­σμα των σταχυών. Έβαζαν και μια βαριά πέτρα επάνω ή ανέβαινε συνήθως ένα παι­δί, που το ‘χε μεγάλη χαρά. Στην Κρήτη είχαμε ένα ανάλογο γεωργικό εργαλείο, τον βωλόσυρο, που είχε μάκρος ενάμισι μέτρο και πλάτος 60 πόντους.

 

Παραδοσιακός τρόπος αλωνίσματος.

 

Κατά διαστήματα τα καματερά έπρε­πε να αλλάζουν φορά, για να μη ζαλίζο­νται και πέσουν χάμω, δηλαδή το δεξιό­στροφο γύρισμα με την αλλαγή γινότανε αριστερόστροφο και το αντίθετο. Την ευ­θύνη την είχε αυτός που ήταν καβάλα στη φοράδα. Τότε έπρεπε ο πιτσιρικάς, που το διασκέδαζε ανεβασμένος στον βωλόσυρο, να κατέβει και να τον γυρίσει με τα χέρια του, για να μην μπερδευτούν και σωρια­στούν χάμω τα γαϊδούρια ή οι αγελάδες που τον τραβούσαν.

Ένας άλλος αλωνάρης, πάλι, ανακά­τευε με το λιχνιστήρι τα γεννήματα, ώστε να έρχονται τα επάνω κάτω ή έριχνε κι άλ­λα από τη θημωνιά. Το λιχνιστήρι στην Κρήτη το λέμε θρινάκι (από την αρχαία λέ­ξη θρίναξ), ένα ξύλινο εργαλείο, ελαφρύ, με 3 – 4 δόντια, όπως το πιρούνι που τρώμε. Ήταν πολύ δύσκολο να βρει ο αγρότης ένα πουρναρίσιο συνήθως κλαδί1,5 μέτρουπε­ρίπου, που να απολήγει σε τρία ή τέσσερα μικρότερα κλαδάκια, όλα στοιχισμένα στη σειρά, για να το κόψει, να το ξεφλουδίσει, να το ζεστάνει στη φωτιά, για να το κα­μπυλώσει ελαφρά, να το ξεράνει και να το κάνει θρινάκι.

Όταν είχε γίνει το «αλωνικό», δηλαδή όταν τα στάχυα είχανε γίνει άχυρο, ξέζευαν τα ζώα και τα οδηγούσαν για νερό και για βοσκή. Ήταν πολύ κουραστική αυτή η δου­λειά για τους ανθρώπους αλλά πιο πολύ για τα ζώα. Οι αλωνάρηδες είχαν τη δυνατό­τητα να αλλάζουν μεταξύ τους, να ξεκου­ράζονται στον ίσκιο της διπλανής ελιάς ή κουμαριάς, να λαγοκοιμούνται λίγο, να πί­νουν κρύο νερό από τη στάμνα. Και στον ήλιο φορούσαν το καπέλο τους. Τα ζώα, ό­μως, δεν είχανε άλλη επιλογή από εκείνη της άχαρης γυροβολιάς. Εξάλλου, η φορά­δα φορούσε το χαλινάρι της και οι αγελά­δες τις μουρίδες τους (φίμωτρα), για να μην τσιμπολογούν.

Λίχνισμα

Ύστερα άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος. Όλο το αλωνικό το στοίβαζαν στο βο­ρινό ημικύκλιο του αλωνιού. Ύστερα τέ­ντωναν ένα σκοινί εκεί όπου τελείωνε το στοιβαγμένο αλωνικό, πλακώνοντάς το στις άκρες με δύο πέτρες, για να μην πα­ρασυρθεί από κάποια αδέξια κίνηση. Στη συνέχεια με τα θρινάκια πετούσαν ψηλά το αλωνικό, ο αέρας έπαιρνε το ελαφρύ ά­χυρο και το πήγαινε από την άλλη μεριά του σκοινιού, ενώ ο καρπός σωριαζόταν στα πόδια των λιχνιστάδων. Οι λιχνιστάδες ήταν δύο, που ξεκινούσαν από τις δύο άκρες και προχωρώντας αντάμωναν στη μέση. Η διαδικασία του λιχνίσματος κρα­τούσε αρκετή ώρα, ανάλογα κι από την έ­νταση του αέρα. Αν υπήρχε πλήρης άπνοια, περιμένανε και τη νύχτα. Δε γινότανε να εγκαταλείψουν τη δουλειά στη μέση. Ύστερα κοσκίνιζαν τον καρπό, για να φύγουν τα σκύβαλα, δηλαδή οι κόνδυλοι των σταχυών που δεν τους έπαιρνε ο αέ­ρας και όλα τα χοντράδια ή τυχόν πετρούλες και κόπρανα των ζώων. Για τη δουλειά αυτή χρησιμοποιούσαν το δριμόνι, ένα με­γάλο κόσκινο με διάμετρο ένα μέτρο περί­που ή κόσκινο μικρότερο. Με το κοσκίνισμα ο καρπός έπεφτε χάμω σ’ ένα πανί, ε­νώ τα άχρηστα αντικείμενα τα πετούσαν μακριά.

 

Λίχνισμα στο αλώνι 1930. Φωτογραφία Έλλη Παπαδημητρίου.

 

Τελευταία δουλειά ήταν το σάκιασμα του καρπού και η μεταφορά του στο σπίτι με τη φοράδα ή το άλογο. Φυσικά, θα έπρεπε μετά ο καρπός να μεταφερθεί στο μύλο, να αλεστεί και να γίνει αλεύρι. Γι’ αυτό, μετά τη μεταφορά του από το α­λώνι, ή τον άφηναν προσωρινά στα τσου­βάλια ή τον έριχναν σε πιθάρια και σε με­γάλα ξύλινα κασόνια. Πριν από το άλεσμα στο μύλο, ο καρπός έπρεπε πρώτα να πλυ­θεί και να στεγνώσει.

Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, έπρε­πε να σακιάσουν τα άχυρα, για να τα μετα­φέρουν στον αχυρώνα, ώστε να ελευθερω­θεί το αλώνι για την επόμενη αλωνισιά. Αν είχαν χρόνο, το αχεροσάκιασμα ξεκινούσε αποβραδίς, μετά το λίχνισμα. Χρησιμο­ποιούσαν μεγάλα τσουβάλια και τετράγω­νες λινάτσες, τις γωνίες των οποίων έδε­ναν σταυρωτά. Τα άχυρα ήταν τροφή των ζώων το χειμώνα. Η δουλειά αυτή, σάκιασμα στο αλώνι και ξεσάκιασμα στον αχυ­ρώνα, αν και φαίνεται εύκολη, ήταν και δύσκολη και μπελαλίδικη, γιατί οι σακιαδόροι αναπνέανε τη σκόνη του άχυρου (τις κουμούρες) και πνιγόντουσαν, όπως οι μπε­τατζήδες κάποτε δεν μπορούσαν ν’ αποφύ­γουν την εισπνοή της τσιμεντόσκονης.

Στην Αργολίδα καλλιεργούσαν σιτάρι «κυρίως προς κάλυψιν των ιδίων αναγκών των καλλιεργητών». Έτσι, αν ο καιρός δεν ευνοούσε την καλλιέργεια ή αν προσβαλ­λόταν από κάποια ασθένεια, η ετήσια πα­ραγωγή δεν κάλυπτε τις ανάγκες της οικο­γένειας.Συνήθως εφάρμοσαν την καλλιέργεια της αμειψισποράς, δηλαδή της εναλλαγής καλλιέργειας στο ίδιο έδαφος. Έτσι, η καλλιέργεια του σιταριού εναλλασσόταν με ε­κείνη του καπνού, της πατάτας ή της τομά­τας. Αλλά αν αυτό εφαρμοζόταν μία χρο­νιά, δεν μπορούσε να επαναληφθεί και την επομένη. Δηλαδή, μετά τη συγκομιδή του καπνού, οργωνόταν το ίδιο χωράφι με τις πρώτες βροχές για σπορά σιταριού, το ο­ποίο θα θεριζόταν τον Ιούνιο. Αυτό σημαί­νει ότι ήταν αδύνατο να φυτευτεί πάλι κα­πνός τον Μάρτιο, μια και το χωράφι ήταν ήδη σπαρμένο. Για το θέρος έπαιρναν εργάτες από τις Λίμνες και τα άλλα ορεινά χωριά της Αργολίδας, οι οποίοι εξασφάλιζαν ψωμί για τις οικογένειές τους, μια και ήταν μικρή ή ανύπαρκτη η δική τους παραγωγή. Συνή­θως έπαιρναν εργάτες οι αγρότες της Δαλαμανάρας, του Λάλουκα, της Πυργέλας, του Χώνικα, του Αβδήμπεη (Ηραίου), του Ανυφίου και του Κουτσοποδίου, «όπου η καλλιεργούμενη έκτασις διά σίτου είναι με­γαλύτερα και αι αποδόσεις καλαί».

Κατέβαιναν, όμως, θεριστάδες και α­πό τα χωριά της Κυνουρίας (Βούρβουρα, Καστρί κ.ά.) «με τα ζώα των περιερχόμενοι τα χωρία κατά μπουλούκια 10-15 εργατών ζητούντες εργασίαν». Αυτοί οι άνθρωποι έ­μεναν στο ύπαιθρο ή σπανιότερα σε σπίτια φίλων ή συγγενών. Θέριζαν από τις 2 το πρωί με το φεγγάρι μέχρι τις 8 το βράδυ ( 18 ώ­ρες!). Ο κάθε θεριστής θέριζε 40 δεμάτια και η αμοιβή του ήτανε 10%. Τα τέσσερα δεμάτια που του αναλογούσαν, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, άξιζαν μαζί με το άχυρο 152 δρχ., τη στιγμή που το κανονικό μεροκάματο είχε 70 δρχ. Αυτοί οι ξωμάχοι, ύστερα από τόσο σκληρή δουλειά ολίγων ημερών, αλώνιζαν τα δεμάτια τους σ’ ένα ορισμένο σημείο και μετέφεραν το σιτάρι και το άχυρο στα σπίτια τους με τα ζώα ή με αυτοκίνητο. Έτσι εξασφάλιζαν το ψωμί των οικογενειών τους.

 

Αλωνιστική μηχανή

 

Τέλος, στα καμποχώρια το αλώνισμα γινόταν με αλωνιστικές μηχανές. Αλλά στα ημιορεινά χωριά (Μηδέα, Πουλακίδα, Δεν­δρά) και στα ορεινά, όπου οι δρόμοι ήταν δύσβατοι ή ανύπαρκτοι και η παραγωγή μι­κρή, το αλώνισμα γινότανε στα αλώνια με τα ζώα και με το ντουένι με τον παραδο­σιακό τρόπο. Η αλωνιστική μηχανή δεν ήταν αυτο­κινούμενη. Όταν εργαζόταν, σε μικρή α­πόσταση από αυτήν υπήρχε ένα τρακτέρ, το οποίο της έδινε κίνηση με έναν φαρδύ ιμάντα. Μνημονεύονται έξι αλωνιστικές μηχανές το 1938 στον Αργολικό κάμπο (δύ­ο στο Άργος και από μία στην Αγία Τριά­δα, στο Ναύπλιο, στην Πυργέλα και στον Λάλουκα), χώρια του Αχλαδοκάμπου ή της Ερμιονίδας. Όταν βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο, οι αλωνιστικές μηχανές απάλλαξαν τους α­γρότες από το βασανιστικό αλώνισμα του­λάχιστο. Τώρα πια οι μηχανές αυτές έχουν αποσυρθεί, γιατί η τεχνολογία μας προσέ­φερε τις θεριζοαλωνιστικές, οι οποίες απάλ­λαξαν τους αγρότες και από το θέρος. Ό­που δεν έχει πρόσβαση η θεριζοαλωνιστική, οι άνθρωποι έπαψαν πια να σπέρνουν και να βασανίζονται.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Πηγή


 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »