Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ορθοδοξία’

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της Αργείας κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: «Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη».

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη

 

Εισαγωγή – Η προέλευση του ησυχασμού – Η θέωση του Χριστιανού – Η ησυχαστική οδός (Ερημία και σιωπή – Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα – Μετάνοια και ταπείνωση – Ακτημοσύνη – Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες – Σκληραγωγία) – Πνευματική Νήψη (Απάθεια – Καθαρότητα καρδιάς – Θεωρία – Θεοπτία – Νοερά προσευχή – Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος – Ιάσεις και θαύματα – Προφητικό χάρισμα – Προόραση – Θείες εμπειρίες) – Επίλογος – Βιβλιογραφία

 

  1. Πρόλογος

 

Η παρούσα φροντιστηριακή εργασία εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος «Χριστιανική Αγωγή» και ειδικότερα στα πλαίσια του μαθήματος της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής που διδάσκεται από την κ. Βαρβάρα Γιαννακοπούλου.

Μέσα από το γνωστικό αντικείμενο της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής και την ένθερμη διδασκαλία της κ. Β. Γιαννακοπούλου συνειδητοποίησα τον γνήσιο σκοπό της σύγχρονης Ποιμαντικής. Ο οποίος είναι να οδηγεί τον σύγχρονο, κατατρεγμένο, συγχυσμένο, αγχώδη Ορθόδοξο Χριστιανό στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη, δηλαδή στην πολυπόθητη Θέωση. Ακόμη κατανόησα την ουσιαστική και σωτηριώδη αξία του ησυχασμού ως ευθεία απάντηση στην αναζήτηση του σημερινού ανθρώπου και στη σύγχυση των πολλών κοσμοθεωριών και μυστικιστικών και αποκρυφιστικών συστημάτων.

Η οπτική μας θα εστιάσει στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ο οποίος ανήκει στους πατέρες της Φιλοκαλίας και στα ποιμαντικά στοιχεία του βίου και του έργου του. Πιο συγκεκριμένα θα δούμε την ποιμαντική διακονία του και πως κατάφερε ως πνευματικός ποιμένας να συνδέσει το ποίμνιο του με τον Αρχιποίμενα Ιησού Χριστό.

Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάσκουσα κ. Β. Γιαννακοπούλου που μας εισήγαγε με τόση εν Χριστώ αγάπη και οικογενειακή θέρμη στον κόσμο της Φιλοκαλίας και άγγιξε της καρδιές μας.

  1. Εισαγωγή

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

Βασική πηγή του παρόντος πονήματος είναι η Φιλοκαλία, ως ανθολόγιο ή συλλογή πνευματικών κειμένων, γραμμένων στα ελληνικά ανάμεσα στον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Φιλοκαλία σημαίνει αγάπη του κάλλους, αγάπη για κάθε ωραίο και καλό επομένως και για την πηγή κάθε ωραίου και καλού που είναι ο ζωοδότης Θεός. Ο ακριβής τίτλος του έργου αυτού είναι «Φιλοκαλία των αγίων Θεοφόρων πατέρων», όπου βλέπει κανείς πως ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται. Οι συγγραφείς της συλλογής αυτής ονομάζονται θεοφόροι πατέρες και νηπτικοί πατέρες.

Η αρχική δημοσίευση της Φιλοκαλίας και οι μετέπειτα μεταφράσεις της αποτέλεσαν ένα κίνημα πνευματικής ανανέωσης, αναγέννησης και διάδοσης του ησυχασμού. Ισχυρή επίδραση είχε στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Ενδεικτικό θρησκευτικό κέντρο αποτέλεσε το 19ο αιώνα το μοναστήρι της Όπτινα απ’ όπου πέρασαν επίλεκτοι Ρώσοι διανοούμενοι όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι κ.α. Αργότερα δε διαδόθηκε και στη Δύση όπου μελετήθηκε ως αυθεντικό έργο Ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης.

Η μελέτη της Φιλοκαλίας σήμερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδοξίας. Ένα ταξίδι στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας που τιμούν την Ιερά Παράδοση. Μία ματιά στην ιδεώδη κοινοτική ζωή και στην αδιάλειπτη προσευχή που διέδωσε άλλοτε ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μια προσέγγιση των μοναχών – ασκητών, που η ζωή τους ολόκληρη έχει γίνει προσευχή και που το πρόσωπο τους αντικατοπτρίζει ένα Φως φερμένο από αλλού. Ένα Φως που είναι η απέραντη Αγάπη.

«Η πνευματική διδασκαλία, όπου στηρίζεται η ζωή αυτών των μοναχών, ονομάζεται γενικά ησυχασμός. Η ησυχία πρέπει να εννοηθεί εδώ με πολλούς τρόπους. Και πρώτα πρώτα σημαίνει την υλική μόνωση κι σιωπή, που βοηθούν την κατάνυξη της ψυχής. Έπειτα σημαίνει την εσωτερική γαλήνη, που προκαλεί η νήψις. Η λέξη αυτή που σημαίνει την (πνευματική) εγκράτεια, δηλώνει την επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, δηλαδή τις κακές υποβολές που τα πάθη γεννούν μέσα στην ψυχή και ευρύτερα, τον αποκλεισμό κάθε δραστηριότητας της φαντασίας και του εσωτερικού διαλόγου κατά την προσευχή. Τέλος εκφράζει την ειρήνη της ψυχής που συγκεντρώνεται στον εαυτό της με τη βοήθεια της γλυκύτητας που δοκιμάζει υπό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος». [1]

Μελετώντας το ανεκτίμητο έργο «Η Περιπέτειες ενός προσκυνητή» εξερευνούμε την πνευματική παράδοση και παρατηρούμε πως ακόμα και οι στάσεις του σώματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μέθοδο πραγματοποίησης της προσευχής. Δηλαδή έχουμε μια αναπνευστική τεχνική της προσευχής σε συνδυασμό με την επανάληψη του Θείου ονόματος.

 

  1. Η προέλευση του ησυχασμού

 

«Ο πρώτος συγγραφέας που παρουσιάζεται στη Φιλοκαλία είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας που ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση ετίμησε ως τον ¨πατέρα των μοναχών¨… και μόνο το όνομα του Αντωνίου στη θέση αυτή έχει αξία συμβόλου». [2] Ο ίδιος αντιτάσσει το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής έναντι του αόρατου πολέμου των πειρασμών και εφαρμόζοντας τον αναχωρητισμό, απομονώνεται και εδραιώνει την αντίληψη της πνευματικής ζωής που θα ακολουθήσουν αργότερα και οι υπόλοιποι θεοφόροι πατέρες.

Την ησυχαστική παράδοση συνέχισαν οι μοναχοί της ερήμου και οι Πατέρες της Εκκλησίας με γνώμονα την Αγία Γραφή και την Αποστολική παράδοση. Ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις των διαφόρων αιρέσεων, διαφύλαξαν ανόθευτο το δόγμα όπως επίσης περιφρούρησαν και το Χριστιανικό ποίμνιο. «Η διδασκαλία των πνευματικών δασκάλων της φιλοκαλικής παράδοσης, βασισμένη στο λόγο των προηγουμένων και ταυτόχρονα στην προσωπική τους πείρα, συνδεόταν οργανικά με τη μεγάλη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτοί μιλούσαν επίσης από την πείρα τους και τα χωρία τους με φιλοκαλικές απηχήσεις δεν λείπουν από τα θεολογικά τους έργα. Αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, το πνεύμα τους είναι παρόν παντού μέσα σ’ αυτήν, σαν μυστικό υφάδι που στηρίζει ολόκληρο το έργο».[3]

 

  1. Η θέωση του Χριστιανού

  

Η ησυχαστική πνευματικότητα είναι ουσιαστικά χριστιανική. Μελετώντας τη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων «νηπτικών» βλέπουμε πως κατανοούσαν πλήρως την ανθρώπινη φύση τους, σωματική και πνευματική. «Διότι ο Θεός – Λόγος φωτίζει πάντα άνθρωπο (βλ. Ιω. 1,9) και σε κάθε ανθρώπινο νου δίδεται αυτό που ο άγιος Ιουστίνος (+165) αποκαλούσε ¨σπέρματα¨ του Λόγου». [4] Αυτή την ανοιχτή και ευμενή στάση, που παροτρύνει σε διάλογο, τη συναντάμε συχνά στους ησυχαστές που ζουν μια ευαγγελική ζωή. Η χριστιανική πίστη είναι για εκείνους το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, που με εμπιστοσύνη και διαύγεια καρδιάς και πνεύματος γίνονται δέκτες της αποκαλύψεως του Κυρίου.

Γνωρίζουν «ότι ο τριαδικός Θεός, από αγάπη και για να τους κάμει μετόχους της χαράς Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον αόρατο κόσμο των αγγέλων και την ορατή οικουμένη με τον άνθρωπο ως βασιλέα και λειτουργό του… Δημιουργημένος με το σκοπό της θέωσης ο άνθρωπος, δεν είναι ωστόσο θείος από τη φύση του… Η αξία της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το γεγονός πως είναι ικανή να θεωθεί… Η ψυχή είναι εικόνα του Θεού, διότι φέρει εγγεγραμμένη στο βάθος της την έννοια του καλού και μία έλξη για ότι είναι σύμφωνο με τον Θεό». [5] Η θέωση είναι ένα ελεύθερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο που παρέχεται από την απέραντη αγάπη του Δημιουργού. Είναι δεδομένο πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει τέλειος και ολοκληρωμένος μόνο αν λάβει αυτό που ονομάζουν οι Πατέρες «δωρεά του Αγίου Πνεύματος», μετέχοντας έτσι στη Θεία φύση. Αυτός είναι και βασικός σκοπός της ποιμαντικής, να οδηγήσει τους ποιμενόμενους στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη.

 

  1. Η ησυχαστική οδός

  

1. Ερημιά και σιωπή

  

Κατά τον ορθόδοξο Συναξαριστή ένας μοναχός χαρακτηρίζεται ησυχαστής, ερημίτης, αναχωρητής όταν ζει σε αυστηρή απομόνωση και αφοσιώνεται στην προσευχή και τη θεωρία. Προφανώς γι’ αυτό δεν είναι προσιτή και σε όλους. Οι μεγάλοι ησυχαστές βέβαια συμβούλευαν τους μαθητές τους να θέτουν ως θεμέλιο της πνευματικής τους προόδου, την υπακοή και την αδελφική αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της κοινοβιακής ζωής.

 

2. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα

  

Οι ησυχαστές δάσκαλοι προτείνουν τη μεσολάβηση ενός πνευματικού πατέρα στον πνευματικό αγώνα κάθε πιστού. Ο μαθητής οφείλει στην πορεία να εξασκεί την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα, σαν ιατρό της ψυχής, που έχει συμβολικά τη θέση του Χριστού. Στην περίπτωση του μοναχού σκοπός είναι να υποτάξει ολοκληρωτικά τη θέληση του στη Θεία θέληση, υπερπηδώντας το γιγάντιο εμπόδιο του εγωισμού.

 

3. Μετάνοια και ταπείνωση

 

«Διά της σταυρικής Θυσίας και Αναστάσεως του Μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος εδόθη και η χάρις της μετανοίας στον κόσμο». [6] Η συντριβή της καρδιάς είναι στενά συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Από εκεί πηγάζει η πνευματική χαρά.

Προτού αρχίσει ο θεόφρων Άγιος την ασκητική ζωή ρώτησε τους ασκούμενους Αγίους Πατέρες ποια πολιτεία να διαλέξει. Εκείνοι τον συμβούλευσαν πρώτον να υποταχθεί σε ένα γέροντα και να γυμνασθεί. Έπρεπε με τα κατορθώματα της μακάριας υπομονής και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο την πέτρα του Χριστού την Θεία ταπείνωση, η οποία είναι η αρχή και η ρίζα των αρετών, να πάει και να αγωνιστεί μόνος του στην ησυχία. Τους άκουσε ο Άγιος και κάνοντας υπακοή υποτάχθηκε στον ηγούμενο του και συγκατοίκησε με τους λοιπούς αδελφούς.

Πρώτα δοκιμάστηκε στα κατώτερα διακονήματα, έπειτα τοποθετήθηκε να ψάλλει στο χορό της Εκκλησίας γιατί όταν ήταν νέος είχε μάθει μουσική. Καθώς έψαλλε έχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας, ο μακάριος. Το ίδιο πάθαινε και με τα ιερά αναγνώσματα και ήταν όλος εκστατικός. Όλη καρδιά του ήταν αναμμένη από το Θείο πυρ και φλέγονταν τα σπλάγχνα του από τη Θεία Χάρη που κατοικούσε μέσα του.

Τα πρώτα χρόνια της ασκητικής ζωής του Αγίου Μάξιμου τον έλεγαν πλανημένο, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν για να μη πλησιάσει κοντά τους. Αλλά ο ταπεινός και απλανής φωστήρας δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να τον ονομάζουν πλανημένο και όχι άγιο. Υποκρινόταν πάντα πως είναι πλανημένος και όταν μιλούσε με άλλους έκανε πως είναι μωρός, για να αφανίσει με αυτόν τον τρόπο την υπερήφανη ανθρωπαρέσκεια, την οίηση και να καρποφορήσει την ταπεινοφροσύνη, η οποία φέρνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο δεν κατοικούσε σε έναν τόπο όπως οι άλλοι, αλλά ως πλανημένος μετακόμιζε από τόπο σε τόπο και όπου πήγαινε έφτιαχνε μικρή καλύβα από χόρτα, τόση ώστε να χωράει μόνο το πολύπαθο σώμα του. Μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και έφτιαχνε άλλη.

 

4. Ακτημοσύνη

 

Εφάρμοζε σε τέτοιο βαθμό την ακτημοσύνη, ώστε δεν απέκτησε ποτέ ούτε σκαλιστήρι, ούτε ντορβά, ούτε σκαμνί, ούτε τραπέζι, τσουκάλι ή αλεύρι, ή λάδι, ή κρασί ή ψωμί, ούτε κανένα άλλο από τα αναγκαία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά περνούσε τη ζωή του σε ερήμους και άβατους τόπους. Έκαιγε την καλύβα του και έφευγε. Οι άλλοι όμως δε γνώριζαν τη Θεία Χάρη που τον σκέπαζε, την ελπίδα που τον δρόσιζε και την παντοτινή προσευχή που τον γλύκαινε.

 

5. Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες

  

Ο Άγιος Μάξιμος πήγαινε συχνά στον τότε Πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα λόγω των γλυκύτατων λόγων του τον ονόμασε νέο Χρυσόστομο. Εκείνος προσπάθησε να τον βάλει στα κοινόβια που έφτιαξε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος δεν ήθελε να αναχωρήσει από το ναό της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις, όπου έμενε στα προαύλια. Εκεί με αγρυπνία και προσευχή αγωνιζόταν όλες τις νύχτες. Την ημέρα υποκρινόταν τον μωρό και φαινόταν στους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, για να παραμένει ταπεινός.

Αργότερα  στο Άγιο Όρος ο Άγιος Μάξιμος υπέμεινε την πείνα και τη δίψα, τη γυμνότητα, τα κρύα, τους παγετούς του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού χωρίς να έχει σκέπη σπιτιού, χωρίς δεύτερο ένδυμα, χωρίς υποδήματα, χωρίς καμία υπόληψη. Σπάνια και από μεγάλη ανάγκη πήγαινε καμιά φορά σε κανένα αδελφό για να παρηγορήσει λίγο το σώμα του με ψωμί και αλάτι και με λίγο κρασί αν εύρισκε. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης ήταν «ως πετεινόν του ουρανού, ως άσαρκος εκατοικούσε εις εκείνη την έρημον». [7]

Κατά τον Θείο Παύλο, ο αείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Είχε αγγελική διαγωγή, μεγάλη υπομονή, ολονύκτια στάση προσευχής, αένναα δάκρυα, αδιάκοπτη προσευχή, μετάνοια, ησυχία, πραότητα, ταπείνωση και έφτανε στο σημείο να χτυπά το κεφάλι του στο πετρώδες έδαφος ζητώντας συγχώρεση. Γι’ αυτό έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος σαν τον Πέτρο Αθωνίτη και τον Μέγα Αθανάσιο που ήθελε να μιμηθεί. Γι’ αυτό και ο νους του έφτανε σε θεωρία και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Όλοι οι γέροντες γνώριζαν ότι κατοικούσε μέσα του η Θεία Χάρη και τον έλεγαν τίμιο Μάξιμο και φωστήρα υπέλαμπρο.

 

7. Σκληραγωγία

 

Ο Γρηγόριος παρακάλεσε το Άγιο Μάξιμο να σταματήσει να καίει το κελί του και να συμμαζευτεί σε έναν τόπο καθώς έλεγε ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος. Για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει και άλλους πολλούς, ως εμπειρότατος στην αρετή. Γιατί είχε φτάσει και στον Άγιο το γήρας και κόντευε ο θάνατος. Ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να μεταδώσει το τάλαντο, δηλαδή το χάρισμα που έλαβε ο Άγιος από το Θεό και να διαδώσει το Θείο σπόρο της διδασκαλίας του στο λαό του Θεού, διά μέσου της κατοικίας του σε έναν τόπο. Αυτές τις συμβουλές του Θείου Γρηγορίου έμαθαν και οι άλλοι μεγάλοι γέροντες και συμφώνως τον συμβούλεψαν και αυτοί να καθήσει σε έναν τόπο. Βρήκε λοιπόν ο Άγιος Μάξιμος ένα σπήλαιο, έφτιαξε μια περίφραξη με κλαδιά και χορτάρια και το είχε για κελί του. Από δω και πέρα δε ξανά έκαψε την καλύβα του αλλά πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του με ακτημοσύνη και με υπεράνθρωπη άσκηση. Αργότερα έσκαψε και το μνήμα του κοντά στο κελί του, πήγαινε εκεί για την ακολουθία του Όρθρου και έκλαιγε ο Καυσοκαλύβης καθώς έψαλλε κάποια νεκρώσιμα εξαποστειλάρια που είχε φτιάξει ο ίδιος.

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

 

  1. Πνευματική Νήψη

  

1. Απάθεια – Καθαρότητα της καρδιάς

 

«Η όλη προσπάθεια της καταπολεμήσεως των παθών τείνει πάντοτε εις την δημιουργία της ψυχικής εκείνης καταστάσεως, η οποία καλείται απάθεια. Ο Νηπτικός οφείλει διά της αδιαλείπτου ασκητικής του προσπάθειας να φθάσει εις την κατάσταση εκείνη, καθ’ ην ουδέν πάθος πλέον θα είναι δυνατόν να εύρη τόπον εδραιώσεως εν τη ψυχή του». [8]

Ο Άγιος Μάξιμος παρουσίαζε γνωρίσματα άκρας απάθειας. Δεν ένιωθε ενόχληση κατά την ώρα της προσευχής από ότι και να συνέβαινε στον εξωτερικό κόσμο, η ψυχή του βρισκόταν σε ειρηνική κατάσταση και ήταν «δυσκίνητη προς την κακία», ήταν σε εγρήγορση ο νους και το σώμα του ακόμα και στον ύπνο, κάτι που μαρτυρούσε τη γνήσια ψυχική καθαρότητα του. Τα γνωρίσματα αυτά του χάρισαν διορατικότητα και προορατικότητα, που θα αναλύσουμε παρακάτω.

 

2. Θεωρία – Θεοπτία

  

Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Μάξιμο στην κορυφή του Άθω

  

Την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, που είναι μετά τη Θεία Ανάληψη εμφανίστηκε στον Άγιο η Θεοτόκος έχουσα αγκαλιά τον Κύριο και του είπε: «Ακολούθησε με πιστότατε Μάξιμε και ανέβα πάνω στον Άθω για να λάβεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμείς». Βλέποντας δυο και τρεις φορές αυτή τη Θεία οπτασία, άφησε τη Μεγίστη Λαύρα και μετά από επτά ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όρους το Σάββατο της Πεντηκοστής και πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνος.

Έμεινε εκεί μόνος τρία μερόνυχτα προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και στη Θεοτόκο δια μέσου της νοεράς προσευχής. Εκεί δέχτηκε πειρασμούς, φαινόταν ότι γίνονταν βροντές και αστραπές, ότι γινόταν σεισμός και ξεκολλούσαν πέτρες από τα βουνά. Όλα αυτά ήταν φανταστικά μέσα στη νύχτα για να τον φοβίσουν οι δαίμονες. Την ημέρα άγριες φωνές ακούγονταν και ταραχές σαν να υπήρχε κοντά πλήθος ανθρώπων. Φαίνονταν πολλοί άσχημοι άνθρωποι να ανεβαίνουν στο Όρος, να ορμούν στον Άγιο με σφεντόνες και κοντάρια για να τον κατεβάσουν από την κορυφή γιατί δεν υπέφεραν οι κατάρατοι να κατοικήσει εκεί. [9]

Ο Άγιος Μάξιμος έχοντας τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αδιάλειπτη νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό και τη Θεοτόκο την ανάδοχο του και προστάτη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε σε αυτόν η Θεοτόκος με πολλή δόξα σα βασίλισσα, κρατώντας πάλι στα χέρια της τον Υιό της, το δημιουργό πάσης της Κτίσεως. Την αναγνώρισε ο Άγιος από το εξαίσιο και Θείο εκείνο φως που έλαμπε και φώτιζε τριγύρω όλα τα μέρη εκείνα, κατάλαβε ότι ήταν Θεία Οπτασία και αληθινή εμφάνεια της Θεοτόκου. Την δοξολόγησε με άρρητη χαρά και είπε: «Χαίρε και Χαριτωμένη, ο Κύριος με τα σου». Έπεσε, προσκύνησε τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο και δέχτηκε την ευλογία του Κυρίου. Άκουσε από την Παναγία να του λέει να πάρει τη Χάρη κατά τον δαιμόνων, ως σεπτός αθλοφόρος και να κατοικήσει στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Υιού της, για να ανεβεί σε ύψος αρετής και να γίνει δάσκαλος και οδηγός σε πολλούς και να τους σώσει. Μετά από αυτά του δόθηκε άρτος ουράνιος για τροφή αφού ήταν τόσες μέρες νηστικός.

Ευθύς μόλις πήρε τον άρτο και τον έβαλε στο στόμα του, τον περικύκλωσε άνωθεν Θείο Φώς και ακούστηκε Αγγελικός ύμνος. Η Θεοτόκος ανέβηκε στα ουράνια και ήταν τόση η λάμψη και η ευωδία που έμεινε στην κορυφή του όρους, ώστε ο Άγιος έμεινε εκστατικός και δεν ήθελε να κατέβη και να στερηθεί την ευωδία εκείνη και τη λάμψη. Μετά από τρεις ημέρες κατέβηκε, σύμφωνα με την προσταγή της Θεοτόκου και πήγε στον Ναό της. Μετά από μέρες ανέβηκε πάλι στην κορυφή και ζητούσε με δάκρυα τη Θεία εμφάνιση της. Είδε μόνο φως και μύρισε την ίδια ευωδία γεμίζοντας από χαρά και ευφροσύνη άρρητη. Το ίδιο έγινε δύο και τρεις φορές αλλά τη Θεοτόκο δεν την είδε ξανά όπως την πρώτη φορά.

 

3. Η νοερά προσευχή

  

«Μέσο αυτοδιαποιμάνσεως του πνευματικού ποιμένος προς ένωση με τον Αρχιποίμενα και καρποφορία ποιμαντική είναι η νήψη και αδιάλειπτος προσευχή. Οι εξ Ονόματος του Αρχιποίμενος ασκούντες την ποιμαντορία καρποφορούν διά της μυστικής ενώσεως τους μετ’ Αυτού, μένοντες εν Αυτώ, ως το κλήμα εν τη αμπέλω, προσευχόμενοι και επικαλούμενοι, το όνομα Αυτού». [10] Την αδιάλειπτη προσευχή, πρώτος απ’ όλους, δίδαξε ο Ιησούς με το έξοχο παράδειγμα Του.

Όπως γνωρίζουμε οι ανθολόγοι των φιλοκαλικών κειμένων, όπως και ο Άγιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης, θέλησαν να τονίσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε το μέρος εκείνο του ασκητικότατου βίου του, που η Θεοτόκος του δώρισε το χάρισμα της αδιαλείπτου, αυτοκινήτου και δια Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Συνεπώς μας δημιουργείται η εξής απορία: υπάρχει άραγε δυναμικότερη απόδειξη, για τη σημασία της προσευχής του Ιησού, από τη δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο;

Ο ίδιος έλεγε πως παρόλο που ήταν μέσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν σαν να βρίσκεται μόνος στην έρημο και έκανε αδιαλείπτως νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με», κινούμενη πάντοτε μέσα στην καρδιά του μαζί με το νου, κάτι που είναι σπάνιο και δυσκολοεύρετο. Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα της προσευχής, με αρετή και ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το υπερφυσικό γεγονός, θα μελετήσουμε το διαφωτιστικό διάλογο του Αγίου Μάξιμου με το μεγάλο δάσκαλο της νοεράς προσευχής Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, έναν από τους ελάχιστους θεωρητικούς μοναχούς που επιδίδονταν στην νοερά προσευχή την εποχή εκείνη. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διαμάντι της Φιλοκαλίας που άφησε πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.

 

Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης.

 

«Ανταμώνοντας ο Θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον Άγιο Μάξιμο κι συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:

 

-Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;

Και εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει:

Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλη με άμετρη θερμότητα καρδιάς κι εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μια θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου συγχώρεσε με.

Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:

-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του ¨Κύριε Ιησού Χριστέ¨, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;

Και ο θείος Μάξιμος του είπε:

Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο οποίος είναι μια αγάπη υπερβολική στο Θεό και μια αρπαγή του νου στον Κύριο.

Και ο Άγιος Γρηγόριος του λέει:

-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά που είπες;

Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

Δος μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα που θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;

Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:

Όχι δεν μπορεί, γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο διά μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να ενεργήσει τις δυνάμεις του, αλλά μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άυλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη του. Και τούτο που λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οι άνθρωποι τους περίπαιζαν και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαϊας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ.

Με τον ίδιο τρόπο τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους που τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πως πωρώθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι και σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο που ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά το θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα που θέλει».[11]

 

4. Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος.

 

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Είναι και άλλα, Καυσοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;

Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:

-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχίζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασίαν στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα κι εκείνος που βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αυτή την πλάνη είθε να μας γλυτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.

Αλλά τα σημεία της χάρης είναι αυτά όταν πάει στον άνθρωπο η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός του φέρει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή ευκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πως μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη ον στο είναι για την άπειρη Του δύναμη που συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται η καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ. και απολαμβάνει η ψυχή του μια αγαλλίαση απερίγραπτη.

 

Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα που του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και  πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο». [12]

 

5. Ιάσεις και Θαύματα του Αγίου Μάξιμου του Καυσοκαλύβη

 

«Οι ιάσεις ψυχών και σωμάτων και τα ποικίλα θαύματα είναι μια μορφή της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, είναι σημείο της παρουσίας και βασιλείας Του, το προανάκρουσμα του τελικού θριάμβου επί της φθοράς και του θανάτου. Διά τούτο το κήρυγμα της Βασιλείας του Ιησού συνωδεύετο από ιάσεις και θαύματα». [13]

Και μόνο με το λόγο του, ο Άγιος Μάξιμος, γιάτρευε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονισμένους. Τους ζητούσε να απέχουν από τη μνησικακία, την αδικία, την επιορκία, τη μέθη και την πορνεία. Βασική συμβουλή του ήταν να νηστεύουν το κρέας, να δίνουν με όλη την καρδιά τους ελεημοσύνη, να μετανοούν και να μεταλαμβάνουν τα άχραντα Μυστήρια για να υγιαίνουν πάντοτε.

Ακόμα και κάποιο μοναχό Μερκούριο παρεκίνησε κάποτε να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Άγιο ο μοναχός θεράπευσε το δαιμονισμένο με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Ο Άγιος Μάξιμος κάποτε συνάντησε στη στράτα του έναν υποτακτικό κάποιου γέροντος που έπασχε κακώς από δαιμόνιο. Του ζήτησε να κάνει τέλεια υπακοή στο γέροντα του, να απέχει από τυρί και κρασί και ότι θα θεραπευτεί στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πραγματικά ως θαύμα ο υποτακτικός με τα λόγια αυτά θεραπεύτηκε.

Μια άλλη φορά ένας μοναχός ήθελε να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη με ένα καΐκι. Ο Άγιος όμως δεν τον άφησε γνωρίζοντα τον κίνδυνο. Πραγματικά το καΐκι αυτό βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες του.

Μία μέρα ήρθε το λιμάνι της Λαύρας ένα καΐκι και οι άνθρωποι του πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο, όμως είχαν μαζί τους ένα δαιμονισμένο, που είχε το δαιμόνιο της αχορτασίας. Έτρωγε δηλαδή κάθε μέρα το φαγητό πέντε αντρών και πάλι δε χόρταινε. Οι συνοδοί του τον έριξαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τον ελευθερώσει από το δαιμόνιο. Τότε ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι και το έδωσε στον πάσχοντα λέγοντας του: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού , τόσο να τρως, να χορταίνεις και να ειρηνεύεις. Από τότε ο πάσχων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο της αχορτασίας και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του παξιμαδιού εκείνου που του έδωσε ο Άγιος. Μάλιστα έγινε μοναχός και κάθησε κοντά στον Άγιο, πρόκοψε οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη και έγινε άριστος μοναχός.

Για να αποκαλυφθεί πως η χάρη του Αγίου Πνεύματος μένει αχώριστη από το Θείο Λείψανο του Αγίου έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα θαύματα. [14] Κάποιος μοναχός Διονύσιος Κοντοστέφανος, αφού έπασχε από σφοδρούς πόνους στο κεφάλι επί πολλές μέρες, προσέτρεξε στον τάφο του Αγίου και παρακαλώντας τον με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του δώσει την υγεία του, αποκοιμήθηκε λίγο και ξυπνώντας από θαύμα βρέθηκε υγιής και δόξαζε τον Άγιο. Πήρε δε στα χέρια του και λίγο χώμα από τον τάφο του Αγίου και μύρο ανάβλυσε θαυμάσιο που γέμισε από άρρητη ευωδία τις αισθήσεις του. Ακόμα και ο Άγιος Νικόδημος, που είχε δει ο ίδιος τον Άγιο Μάξιμο να πετάει στον αέρα, ασθένησε βαριά και έφτασε ως το θάνατο. Τότε επικαλέστηκε με δάκρυα τον Άγιο Μάξιμο, ο οποίος του φανερώθηκε σε όνειρο, τον γιάτρεψε και έζησε δοξάζοντας το Θεό και τον Άγιο γιατί ήταν σχεδόν νεκρός και αναστήθηκε.

 

6. Προφητικό Χάρισμα – Προόραση

 

Όπως γνωρίζουμε η διόραση είναι η φυσική γνώση που είχε ο άνθρωπος από τη δημιουργία του, πριν όμως τα πάθη σκοτίσουν τον νου του. «Η προόραση όμως είναι υπέρ φύση γνώση, που κατά χάρη δίδεται στους άξιους». [15]

 Ο Άγιος Μάξιμος ήταν τόσο καταπλουτισμένος ο μακάριος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε και τα μακρά όντα έβλεπε σαν να ήταν πλησίον και τα άδηλα και μέλλοντα προεγνώριζε και προέλεγε σα να ήταν παρόντα.

Ένας μοναχός που ονομαζόταν Βαρλαάμ, ήταν υποτακτικός κάποιου γέροντα. Ο Άγιος Μάξιμος τον επέπληξε για τη σκληρότητα και την παρακοή που έδειχνε στο γέροντα του και του είπε από αυτά τα πταίσματα σου θα έχεις κακό τέλος, θα πεθάνεις από κρύο και παγετό, το οποίο έγινε και βγήκε αληθινή η προόραση του Αγίου.

Σε έναν άλλο μοναχό που ονομαζόταν Αθανάσιο, προείπε ο Άγιος ότι θα θανατωθεί από τους Ισμαηλίτες. Και αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε τελικά.

Ακόμα και τον ερχομό των βασιλέων προεγνώριζε και έλεγε πως οι Ρωμαίοι θα έρθουν σε μένα για να ακούσουν προφητείες και να λάβουν πρόγνωση των μελλόντων και όχι για να ωφεληθούν. Πέρασε λίγος καιρός και ήρθε σε αυτόν ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος που ήταν βασιλεύοντες. Ο Άγιος προφήτευσε για αυτούς όλα εκείνα που έμελε να τους ακολουθήσουν, λέγοντας τους να υπομείνουν όλα τα επερχόμενα λυπηρά. Έπειτα τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και κατάλληλα πράγματα για βασιλείς. Όταν θα αναχωρούσαν είπε στον Κατακουζηνό ότι θα γίνει ηγούμενος σε μοναστήρι και στον Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα είναι μακρά αλλά ασήμαντη και ότι θα του φέρει πολλές ταραχές. Μετά από αυτά τους αποχαιρέτησε λέγοντας «χαίρετε και υπάγετε εν ειρήνη». Πέρασε λίγος καιρός και έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς τον Κατακουζηνό ένα παξιμάδι, ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο. Με αυτά τα προμήνυε ότι θα γίνει μοναχός. Όπως και έγινε γιατί ύστερα από λίγο καιρό καταπιέστηκε από τον Παλαιολόγο και έγινε χωρίς να θέλει μοναχός. Έφαγε τότε το παξιμάδι, θυμήθηκε τον Άγιο και τον θαύμαζε. Ομοίως και ο Παλαιολόγος έβλεπε τα πράγματα να γίνονται όπως τα είχε προφητεύσει ο άγιος και τον θαύμαζε βαθιά.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το περιστατικό κατά ο οποίο ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας με κληρικούς του στη Σερβία για την ένωση και την ειρήνη της Εκκλησίας, πέρασε από το Άγιο Όρος και πήγε στην καλύβα του Αγίου Μάξιμου για να τον δει. Ο Άγιος βγήκε να τον προϋπαντήσει και έλαβε την ευλογία του. Μετά τον ασπασμό έψαλλε το «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…» προμηνύοντας με αυτό το θάνατο και την ταφή τους. Πράγματι, πηγαίνοντας ο Πατριάρχης και οι κληρικοί του στη Σερβία, δηλητηριάστηκαν όλοι, πέθαναν και τάφηκαν στην εκκλησία των Σέρβων. Έτσι έλαβε τέλος η προφητεία του Αγίου γι’ αυτούς.

Άλλοτε πάλι πήγαν στον Άγιο δυο μοναχοί. Μετά τα συνομιλία τους, πήρε ένα παξιμάδι τους το έδωσε και τους είπε να πάνε το γρηγορότερο στο μοναστήρι του Δωρόθεου για να μη κινδυνέψουν στη στράτα τους από το χειμώνα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν γιατί ήταν καιρό τρύγου και δε φαινόταν ούτε σύννεφο. Πριν όμως φτάσουν στο μοναστήρι του Δωρόθεου σηκώθηκε βίαιος άνεμος και έγινε φοβερή μεταβολή στον ουρανό. Ακολούθησε πλήθος από αστραπές, βροντές, χαλάζι, βροχή και σταμάτησε ο τρύγος γιατί εξαφάνισε τα ατρύγητα αμπέλια, διαλύοντας τα τελείως. Αφού τα είδαν όλα αυτά οι μοναχοί διακήρυτταν σε όλους την προφητεία του Αγίου.

Ένας μοναχός Λαυριώτης που λεγόταν Ιάκωβος, ήρθε τον Άγιο και του ζητούσε να του φτιάξει ένα γράμμα που θα τον βοηθούσε να βρει χρήματα για να τερματίσει τη σκλαβιά του αδερφού του. Ο Άγιος αφού αρχικά τον υπέμεινε, μετά του είπε αυστηρά να πάει να βγάλει τα εξήντα φλουριά του από τον τοίχο του πύργου που τα είχε κρυμμένα και να τα δώσει για να εξαγοράσει την ελευθερία του αδερφού του. Επίσης τον προειδοποίησε να μην είναι πλεονέκτης και ψεύτης. Ακούγοντας αυτά ο Ιάκωβος, ομολόγησε την αλήθεια, ζήτησε συγχώρεση από τον Άγιο για το τόλμημα του και το έλαβε.

 Ο Αρχιερέας Τραϊανουπόλεως ξεκίνησε μία φορά με το διάκονο του να πάει στον Άγιο. Θέλοντας να τον δοκιμάσει εάν αληθινά έχει το προορατικό χάρισμα, πήρε στο δρόμο το ράσο του διακόνου του και το φόρεσε αυτός. Τον αρχιερατικό μανδύα τον έδωσε στο διάκονο του και εκείνος τον φόρεσε. Έφτασε λοιπόν πρώτος ο αρχιερέας σα διάκονος και ζήτησε από τον Άγιο να τον ευλογήσει και αν θέλει να επιτρέψει στον αρχιερέα που τάχα περίμενε έξω να εισέλθει. Ο Άγιος Μάξιμος τότε του απάντησε ότι ήθελε να τον ευλογήσει γιατί εκείνος ήταν ο αληθινός αρχιερέας.

Κάποιος μοναχός Νικόδημος πήγε κάποτε στον όσιο χάριν ωφελείας. Τότε ο Άγιος του είπε ότι γρήγορα θα πεθάνει. Του αποκάλυψε τη μέρα της κοιμήσεως του και τα ονόματα εκείνων που θα παραβρίσκονταν στον ενταφιασμό του. Όταν έφτασε η μέρα εκείνη που είχε προβλέψει, την δεκάτη Τρίτη Ιανουαρίου, εκοιμήθει ο Άγιος, όντας ενενήντα πέντε χρονών και τάφηκε στο μνημείο που είχε σκάψει ο ίδιος κοντά στην καλύβα του. Ο ενταφιασμός του έγινε από εκείνους μόνο που είχε πει γιατί δεν ήθελε πλήθος λαού. Ακόμη άφησε εντολή να μη μεταθέσουν σε άλλο τόπο το λείψανο του.

 

7. Θείες εμπειρίες

  

Κάποιος ασκητής που ονομαζόταν Μεθόδιος πηγαίνοντας μια μέρα στον Άγιο, είδε Θείο Φως που έλαμπε τριγύρω του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Άγιος να τον πλησιάσει.

Πολλοί έλεγαν επίσης ότι ο Άγιος δεχόταν ουράνιο άρτο, γιατί το χειμώνα πήγε επίσκεψη ο Γρηγόριος, που ήταν νοσοκόμος της Λαύρας, μαζί με έναν άλλο αδελφό και από το πολύ χιόνι ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπων δε φαίνονταν πουθενά. Μετά από πολύ κόπο πήγαν στην καλύβα του Αγίου έχοντας μαζί τους ψωμί, κρασί κ.α. Καθώς όμως μπήκαν στην καλύβα του, είδαν ένα ζεστό και καθαρότατο ψωμί, που μοσκοβολούσε. Περιεργάστηκαν το χώρο για να βρουν ίχνη φωτιάς αλλά μη βρίσκοντας τίποτα έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντας τον ουράνιο άρτο. Πέσανε στα πόδια του Αγίου ζητώντας να τους δώσει μέρος του άρτου. Ο Άγιος τους σπλαχνίστηκε και τους έσωσε τον μισό άρτο λέγοντας τους να το πάρουν, να το φάνε και να μην το πουν σε κανέναν όσο ζούσε. Αλλά και νερό πόσιμο και γλυκό του έδωσε, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά το θάνατο του. Άλλοι αδελφοί είπαν ότι και το νερό της θάλασσας έκανε γλυκό και ήπιε αυτός, δίνοντας και σε εκείνους να πιούν.

Μια μέρα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μαζί με άλλον ένα μοναχό ξεκίνησαν από τη μονή του Βατοπεδίου και πήγαν στην καλύβα του Αγίου. Δεν τον βρήκαν εκεί και το έψαχναν τριγύρω. Ανεβαίνοντας πιο ψηλά ο Άγιος Νικόδημος τον είδε στη γούρνα του Αγελαρίου, περίπου δυο μίλια μακριά, που ο ενδιάμεσος δρόμος ήταν δύσβατος και πετρώδης. Ξαφνικά σαν από θαύμα βλέπει τον Άγιο Μάξιμο να υψώνεται από τη γη, πάνω ψηλά στον αέρα και σαν υπόπτερος αετός να πετά πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες και ήρθε εκεί που ήταν ο Άγιος Νικόδημος. Εκείνος τρόμαξε, έπεσε στα πόδια του και τον υποδέχτηκε. Ο Άγιος Μάξιμος τον ρώτησε πόση ώρα περίμενε σε εκείνον τον τόπο, τον πήρε από το χέρι, τον οδήγησε στην καλύβα του, τον δίδαξε πολλά και τον συμβούλεψε να μην πει σε κανέναν αυτό που είχε δει όσο θα ζούσε ο Άγιος.

 

  1. Επίλογος

 

Η ιερά ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι η ακράδαντη πίστη στο Θεό, Θείες εντολές, οι Άγιες αρετές και άσβεστη ελπίδα για τη σωτηρία και τη Θέωση πλουτίζουν και διευκολύνουν τη δυσχερή πορεία της κατά Χριστό τελειώσεως.  Το απόσταγμα της εμπειρίας των θείων και ασκητών Πατέρων είναι ότι η πνευματική ζωή είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ένωση του πιστού με τον Θεό είναι η ζωή, όπως ο χωρισμός του πιστού από το Θεό είναι ο θάνατος.

Το συγκεκριμένο πόνημα παρουσίασε τα ποιμαντικά στοιχεία του Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος με την άγια ζωή του διαμόρφωσε μια πορεία πνευματικής ζωής. Συνετέλεσε στην εμπέδωση και τη διάδοση του μοναχικού ιδεώδους και διαφώτισε τον πιστό λαό εκ της θέσεως του απλού μοναχού – ασκητού. Εύχομαι το παράδειγμα του Αγίου να μας διδάξει, να μας φωτίσει και να μας οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση και την κατά Θεό σωτηρία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999, σελ. 13

[2] Στο ίδιο, σελ.19

[3] Στο ίδιο, σελ. 31

[4] Στο ίδιο, σελ. 83

[5] Στο ίδιο, σελ. 89-93

[6] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003, σελ. 18

[7] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995, σελ.31

[8] Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000, σελ. 45

[9] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π. σελ. 27

[10] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004, σελ.35

[11] Πέτρος Δαμασκηνός, Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 310-312.

[12] Του ιδίου, σελ. 312-313.

[13] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ. 137

[14] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π.  σελ. 51

[15] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ.135-136

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004.
  •  Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η πνευματική καθοδήγηση στην συνοπτική φιλοκαλία του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2010.
  • Δαμασκηνός Πέτρος , Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988.
  • Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000.
  • Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Οι νηπτικοί πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήνα 1996.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Νηπτικοί και Πατέρες των μέσων χρόνων, Αθήνα 2000.

 

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την κυρία Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θέμα της: «Η Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

 

 

Α. Τα αυριανά Αναγνώσματα μας εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένα ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετκής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

 

Κυριακή των Βαΐων – 1546 μ.Χ. – Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος (Κρητική σχολή, Θεοφάνης ο Kρής).

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα». O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου δικονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν Προφητών και Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

 

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στα κεφ. ιδ´, 25-29:

 

«Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ   παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε».

Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινὰ τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

 

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος».

Εξάλλου οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανένα άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί. (Ο ένας τον πρόδωσε για τους  παράδες, ο άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος… Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τι έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση…

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών».

Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας:

 

Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του… Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

 

Κυριακή των Βαΐων – Τοιχογραφία στο Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων. 18ος αιώνας μ.Χ.

 

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό.

Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτα είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία… Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες… Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»…

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά αποδοχή και ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική:

 

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, όμως η γυνή της Ευαγγελικής περικοπής προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ, τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών:«καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει δια του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:

 

Φιλιπ. δ´, 4-9:«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:

 

Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

 

Δέσπω Αθ. Λιάλιου,

Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Η ποίηση για τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου


 

Ο λαός το ονόμασε Πάσχα, Πασχαλιά ή Λαμπρή. Η λέξη Πάσχα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και δήλωνε τον αέναο κινούμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Αργότερα ο χριστιανισμός ονόμασε Πάσχα, τα πάθη του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το θυσιαστικό θάνατο και την εκ νεκρών ανάστασή του. Στην Ελλάδα, το Πάσχα έθρεψε την έμπνευση των ποιητών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς ύμνους, μοιρολόγια και ποιήματα.

 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων ανά τους αιώνες που έχει ως επίκεντρό της τα Πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, τα οποία σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

Επιτάφιος Θρήνος

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;

Οι ύμνοι του Πάσχα ξεκινούν την Μεγάλη βδομάδα με αποκορύφωμα το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως.  Ο επιτάφιος θρήνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή είναι γνωστός και ως «Eγκώμια». Ο δημιουργός των εγκωμίων δεν έχει βρεθεί αν και όλοι οι μελετητές εικάζουν πως η συγγραφή του ποιήματος έγινε στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453).

 

Η ζωή εν τάφω  

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

 

Η «σταύρωση» του Χριστού, οι θρήνοι της Παναγίας και η Ανάσταση του Θεανθρώπου ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Νίκος Καρούζος, «Άσμα μικρό»

Από τη Συλλογή: Τα πάθη της ποίησης

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

 

Κωστής Παλαμάς, «Γιορτές» (1904)

Από τη Συλλογή:  Ασάλευτη ζωή

 

Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

   

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή» (1950)

Από τη Συλλογή: Εποχή των ισχνών αγελάδων

 

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

 

 Κική Δημουλά:  «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες» (1998)

Από τη Συλλογή: Ενὸς λεπτού μαζί

 

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι

σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα

και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο

η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος

να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών

τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν

τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.

Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής

και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου

για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.

Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση

όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα

από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε

σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.

Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα

αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση» (1951)

Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της έπαρσης                                                 

 

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.   Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.   Χρόνια τώρα, δεν Είναι δυνατόν,
τίποτα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;   Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.   «Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.   Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.   Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.   Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής» (1829)

Από τη Συλλογή:  Ο Λάμπρος

 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

 

Οδυσσέας Ελύτης  Κυριακή (Πάσχα) 26 (1984)

Από τη Συλλογή: Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου

 

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί

με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.

Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,

κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις

τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (2009)  

Από τη Συλλογή: Ο άνθρωπος μόνος

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

Γιάννης Ρίτσος,  «Εαρινή Συμφωνία» (1938)

(Απόσπασμα)

 

«Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Ανάσταση» (1972)

Από τη Συλλογή: Νυχτερινός επισκέπτης

 

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν, κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους, κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου, τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος, γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

 

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης, της ελπίδας, της συμφιλίωσης με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας πάψουν, λοιπόν, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι έχθρες, τα μίση και ο πόλεμος. Ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να λεγόμαστε άνθρωποι με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Η ιστορία του ημερολογιακού καθορισμού του Πάσχα – © Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας


 

Πάσχα, Ανάσταση, Λαμπρή: Θεωρείται η μεγα­λύτερη γιορτή του Χριστιανισμού. Ο ημερολο­γιακός καθορισμός τον Πάσχα, φαινομενικά ένα καθαρά αστρονομικό θέμα (άρα και τυπι­κό ζήτημα), έχει αναμφισβήτητα αποκτήσει μια έντονα πολιτικοποιημένη, θεολογική, μέχρι και δογματική χροιά. Μια συναρπαστική περιδιάβαση στο χρονικό, τις έριδες και τις αντιπαλότητες δύο σχεδόν χιλιετιών ανάμεσα στην ίδια την Εκκλησία. 

 

Η λέξη «Πάσχα» προέρχεται από το εβραϊκό פֶּסַח (Pesah) και σημαίνει διάβαση, πέρασμα, εις ανάμνηση της σωτηρίας των Εβραίων από το πέρασμα του τιμωρού Αγγέλου του θανάτου, της διάβασής τους από την Ερυθρά Θάλασσα, της απελευθέρωσής τους από την αιγυπτιακή αιχμα­λωσία και δουλεία, και της άφιξής τους στη γη της Επαγγελίας, τη Χαναάν (Έξοδος 12:1-18). Το γε­γονός αυτό φαίνεται να συνέβηκε μια νύχτα του μήνα Νισάν με πανσέληνο, γι’ αυτό και θεσπίστη­κε από το Μωυσή με εντολή Θεού να εορτάζεται τη 14η ημέρα του μήνα Νισάν (Λευιτικόν 23:1-8, Αριθμοί 9:1-5). Η σταθερότητα της ημερομηνίας του Νομικού Πάσχα ή Φάσκα οφείλεται στο γεγο­νός ότι το εβραϊκό ημερολόγιο, όντας σεληνιακό, εξασφαλίζει πως η μέρα αυτή βρίσκεται στο μέσο ενός μήνα, άρα είναι και πανσέληνος· σύμφωνα δε με τους ιουδαϊκούς κανόνες, το εβραϊκό Πάσχα εορτάζεται μόνο ημέρα Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή.

Το χριστιανικό Πάσχα συνδέθηκε εξ αρχής με το εβραϊκό, αφού στα συνοπτικά Ευαγγέλια ανα­φέρεται πως ο Μυστικός Δείπνος τελέστηκε την πρώτη ημέρα των αζύμων (Ματθαίος 26:17-19, Μάρκος 14:12-16, Λουκάς 22:7-15). Η ημερομη­νία της Σταύρωσης είναι αόριστη: ενώ οι Συνοπτι­κοί αναφέρουν την Παρασκευή, 15 Νισάν (Ματ­θαίος 27:62, Μάρκος 15:42, Λουκάς 23:53-54), ο Ιωάννης αναφέρει τις 14 Νισάν, επίσης Παρα­σκευή, επομένως πριν σφαχτεί το αρνί του Πάσχα (Ιωάννης 13:1, 13:29, 18:28, 19:14, 19:42). Γνω­ρίζουμε, πάντως, ότι η Ανάσταση συνέβη ημέρα Κυριακή, πάρα πολύ πρωί (Ματθαίος 28:1, Μάρ­κος 16:2, Λουκάς 24:1, Ιωάννης 20:1), οπωσ­δήποτε μετά την πανσέληνο. Δεν είμαστε βέβαιοι ούτε και για το έτος το οποίο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Θείου Πάθους, το πιθανότερο είναι όμως να έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 30 μ.Χ. ή του 33 μ.Χ., αφού τα έτη εκείνα το Πάσχα εορτά­στηκε το Σάββατο [1].

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν, φυσικά, Εβραί­οι και, ως τέτοιοι, γιόρταζαν το Πάσχα το καινόν επί τές του σωτηρίου Πάσχα εορτές στις 14 Νισάν, ανεξαρτήτως ημέρας. Οι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί στην Παλαιστίνη, την Αντιόχεια και τη Μικρά Ασία επέλεγαν την ημέρα αυτή για να τονίσουν τη Σταύρωση και το Πάθος, το γεγονός ότι ο Ιησούς προσφέρθηκε συμβολικά σαν άλλο πρόβατο επί σφαγή, γι’ αυτό και πάντοτε μιλούσαν για το Πά­σχα το Σταυρώσιμον.

Από την άλλη, οι ελληνίζοντες Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας και των άλλων εθνών γιόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία, τονίζοντας την Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό άλλωστε και μιλούσαν για το Πάσχα το Αναστάσιμον.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Επίσκοπος Ευσέβιος ο Καισαρεύς (263-339) και ο Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) και Άγιος Ειρηναίος (130-202) αναφέρο­νται στη διένεξη που ταλάνιζε τη νεαρή Εκκλησία (ανάμεσα σε τεσσαρεσκαιδεκατίτες και σε πεντεκαιδεκίτες), ήδη από τα χρόνια του Πάπα Σίξτου Α’ (115-125). Είναι δε χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Άγιου Πολύκαρπου, Επίσκοπου της Σμύρνης, ο οποίος επισκέφθηκε τη Ρώμη στα 157/158, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να πειστεί από τον Πάπα Ανί­κητο για την ορθότητα του εορτασμού του Πάσχα μόνο ημέρα Κυριακή, εντούτοις αποχώρησε εν ει­ρήνη.

Το ζήτημα κατά πόσον είναι ορθό να εορτάζεται το Πάσχα σε ημέρα άλλη της Κυριακής διακανο­νίστηκε με τη Σύνοδο της Αρελάτης [(Arles) 314], όπου διακηρύχθηκε πως έπρεπε να εορτάζεται ημέρα Κυριακή, uno die et uno tempore per omnem orbem (μιαν ημέρα και μιαν εποχή για όλο τον κό­σμο), έτσι οι Μικρασιάτες αναγκάστηκαν να υπα­κούσουν, αφού ο Πάπας Βίκτωρ Α’ (189-199) τους είχε αποκόψει ως αιρετικούς [2]. Μεταξύ της απόφα­σης αυτής και της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325), προέκυψε ένα άλλο ζήτημα, όχι λιγότερο σημα­ντικό: η ημέρα εορτασμού του Πάσχα έπρεπε να είναι Κυριακή, αλλά ποια Κυριακή ακριβώς; Μια σοβαρή διαφωνία είχε προκύψει μεταξύ των Χρι­στιανών Μεσοποταμίας, Κιλικίας και Συρίας, και των Χριστιανών του υπόλοιπου κόσμου.

 

Εικόνα της Αναστάσεως, από τη Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, Θεοφάνους του Κρητός.

 

Το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ήταν εξαρτημένο από το εβραϊκό ημερολόγιο για τον υπολογισμό του Πάσχα, ενώ οι Σύροι πάντοτε γιόρταζαν την πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκό Πάσχα· επιπλέ­ον, μερικοί Επίσκοποι στη Γαλατία είχαν ορίσει τη Σταύρωση του Χριστού στις 25 Μαρτίου και την Ανάστασή Του στις 27 Μαρτίου, ενώ οι Μοντανιστές στη Φρυγία τηρούσαν το Πάσχα την Κυρια­κή κατά ή μετά τις 6 Απριλίου. Από την άλλη, οι Αλεξανδρινοί και η υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρα­τορία υπολόγιζαν το Πάσχα από μόνοι τους, ανε­ξάρτητα από το εβραϊκό, με αποτέλεσμα την ασυ­νεννοησία και ασυμφωνία. Σ’ αυτό φαίνεται να ευθύνονται έμμεσα και οι ίδιοι οι Εβραίοι, καθώς – κατά τα γραφόμενα του Αγίου και Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ του Μεγάλου (272-337) – προφα­νώς είχαν γίνει αμελείς [3] του νομου που όριζε οτι η 14η ημέρα του Νισάν δεν πρέπει να προηγείται της εαρινής ισημερίας, με αποτέλεσμα – μερικές φορές – να εορτάζονταν δύο Πάσχα ανάμεσα σε δύο εαρινές ισημερίες. Οι Αλεξανδρινοί και οι Ρωμαίοι, από την άλλη, θεωρούσαν πως το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, αμέσως μετά την εαρινή ισημερία.

Δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο κείμενο των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας για τον καθορισμό του Πάσχα, γνωρίζουμε ωστόσο από τα γραφόμενα του Αγίου και Μεγάλου Αθανασίου (Επιστολή περί της εν Νίκαια Συνόδου) και του Αγίου Επιφανίου (Πανάριον), Επισκόπου της Σαλαμίνας, ότι αποφασίστηκαν τα εξής:

  • Το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυρια­κή μετά από την πανσέληνο που θα συμβεί κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή αμέσως μετά από αυτήν.
  • Εάν η πανσέληνος συμβεί ημέρα Κυριακή, τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επόμενη Κυριακή (δηλα­δή θα έπεται της 14ης ημέρας του μήνα Νισάν).

Ο καθορισμός, που έγινε αστρονομικά και όχι ημερολογιακά (καθ’ υπόδειξη του Επισκόπου Χωνών Αιγύπτου, Αχιλλέα Τάτιου), γράφτηκε σε όρους (και όχι κανόνες) για να μην επιδέχεται αλλαγής. Ο δεύτερος όρος βασιζόταν στον α’ κανόνα της Συνόδου της Άγκυρας (314), εξασφαλίζοντας ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε με το εβραϊ­κό (και δεν θα βασιζόταν σ’ αυτό), επαναλήφθηκε δε με τον α’ κανόνα της Συνόδου της Αντιόχειας (341) [4]. Από επιστολή του Αγίου και Πάπα Λέοντος Α’ του Μεγάλου προς τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό (456), πληροφορούμαστε πως είχε αποφασιστεί να ληφθεί πρόνοια όπως οι Θεόφιλος και Κύριλλος Ά, Πατριάρχες Αλεξάνδρειας – πόλη στην οποία άκμα­ζαν η αστρονομία και οι επιστήμες – μεριμνήσουν για τον επακριβή υπολογισμό του Πάσχα και τον διαβιβάσουν στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, κάτι που έγινε γύρω στο 440 στη βάση πινάκων που είχε συντάξει λίγα χρόνια πριν ο μοναχός Αννιανός ο Αλεξανδρεύς.

Εντούτοις, λόγω γεωγραφικών και άλλων πα­ρεκκλίσεων, δεν συμφωνούσαν όλοι ως προς την ακριβή ημέρα τις εαρινής ισημερίας. Η Ρώμη αρ­χικά υπολόγιζε τους σεληνιακούς κύκλους με τον 112ετή κύκλο του Αγίου Ιππόλυτου, Επισκόπου Ρώμης (γύρω στο 200), τον οποίο αντικατέστη­σε στα τέλη του 3ου αιώνα με άλλον που εφηύρε ο Αυγουστάλιος διάρκειας 84 ετών και το 457 με τον 532ετή κύκλο του Βικτώριου της Ακουιτανίας, τοποθετώντας την ισημερία στις 25 Μαρτίου, κάτι το οποίο η Αλεξάνδρεια θεωρούσε ανακριβές, αφού από το 277 – μετά από προτροπή του πολυμαθέστατου αστρονόμου και Επισκόπου Λαοδικείας Ανατόλιου – χρησιμοποιούσε το 19ετή κύκλο του Μέτωνα, που ταύτιζε την εαρινή ισημερία με την 21η Μαρτίου. Όπως μας πληροφορεί ο Άγιος Αυ­γουστίνος Αυρήλιος (387), το αλεξανδρινό Πάσχα έπεφτε μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ το Πάσχα στη Ρώμη εορταζόταν μεταξύ 25 Μαρτίου και 21 Απριλίου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Ο αρχαίος αστρονόμος Μέτων (432 π.Χ.) υπο­λόγισε πως για κάθε 19 τροπικά έτη έχουμε 235 συνοδικούς μήνες της σελήνης [5]· η ανακάλυψη έκαμε τεράστια εντύπωση στους Αθηναίους, οι οποίοι και αποφάσισαν να γράψουν χρυσοις γράμμασιν, σε όλα τα δημόσια κτίρια, τον αριθμό που φανε­ρώνει την τάξη του κάθε έτους στον κύκλο του, ο οποίος όμως είχε ένα σφάλμα περίπου 0,086 ημε­ρών (2 ώρες 4 λεπτά) ανά 19ετία. Δεδομένου του σφάλματος αυτού, οι τελικοί πασχάλιοι πίνακες (computus) που συνέταξε το 525 ο Σκύθης Αββάς Διονύσιος ο Μικρός είχαν ήδη μια απόκλιση 4-5 ημερών, αν και ο κύκλος που υιοθέτησε η μία και αδιαίρετη Εκκλησία ήταν ουσιαστικά ένας συμβι­βασμός ανάμεσα σε υπολογισμούς Ρώμης και Αλεξάνδρειας. Ο Διονύσιος ήταν επίσης ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα αρίθμησης των ετών με βάση τη Γέννηση του Χριστού, ταυτίζοντας το 754 AUC (Ab Urbe Condita – Από Κτίσεως Ρώμης) με το έτος 1 (η έννοια του μηδενός δεν έφθασε στην Ευρώ­πη παρά τον 11ο αιώνα από τους Μαυριτανούς της Ισπανίας).

Στην Ανατολή το ζήτημα δεν διακανονίστηκε παρά μέχρι τον 6ο αιώνα, αφού ακόμη υπήρχαν τεταρτοκαιδεκίτες στη Συρία. Παρόμοιας υφής ζήτημα δημιουργήθηκε στη Βρετανία, όταν το 597 ο ιεραπόστολος, Αρχιεπίσκοπος και Άγιος Αυγουστίνος βρήκε τους εκεί Κέλτες να χρησιμοποιούν τον παλιό 84ετή κύκλο που η ίδια η Ρώμη είχε εγκαταλείψει. Αν και δεν ήταν τεταρτοκαιδεκίτες (αφού γιόρταζαν το Πάσχα ημέρα Κυριακή), φαίνεται πως πήραν το σύστημα αυτό από τους Μικρασιάτες, τηρώντας την παράδοση του Αγίου Ιωάννη. Το ζήτημα, τυπικά, έκλεισε με την ιρλανδική Σύ­νοδο του Mag Lene (631) και τη βρετανική Σύνο­δο του Whitby (664), με απόφαση να υιοθετηθεί ο 532ετής κύκλος που χρησιμοποιούσαν οι Γαλάτες και οι Φράγκοι ήδη από τον 5ο αιώνα, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε πλήρως μέχρι το 729.

Χαρακτηριστικά, ο θεολόγος Βέδας ο Αιδέσιμος (Historia ecclesiastica gentis Anglorum, 731) αναφέρει ότι συχνά στη Νορθάμπρια ενώ ο κελτοχριστιανός Βα­σιλιάς Oswiu (642-670) αρταινόταν για το Πάσχα, η ρωμαιοχριστιανή Βασίλισσα Eanfled νήστευε ακόμη για την Κυριακή των Βαΐων. Δεν ήταν παρά στα χρόνια του Καρλομάγνου (771-814) όταν όλοι πλέον υιοθέτησαν τους πασχάλιους πίνακες.

 

Βέδας ο Αιδέσιμος (Baeda ή Bede Venerabilis, Γουιρμάουθ, Σάντερλαντ 672; – Τζάροου 735 μ.Χ.). Άγγλος λόγιος και θεολόγος, άγιος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογίους του Μεσαίωνα και θεμελιωτής του αγγλοσαξονικού χριστιανικού πολιτισμού. Έργο του James Doyle Penrose (1902), με τίτλο «Ο Σεβάσμιος Βέδας μεταφράζοντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη στο κρεβάτι του». Royal Academy Summer Exhibition.

 

Από τον 9ο μέχρι και το 15ο αιώνα, ανεξαρτή­τως δογματικών ή πολιτικών διαφορών, το Πάσχα εορταζόταν από τους Χριστιανούς την ίδια ημέρα. Εντούτοις, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού το ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του Πάσχα – ήταν εξ αρχής ανακριβές: επηρεασμένος από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο, ο Ιούλιος Καίσαρας θέσπισε το ηλιακό ιουλιανό ημερολόγιο το 45 π.Χ., με τη βοήθεια του Αλεξανδρινού αστρο­νόμου Σωσιγένη, για να αντιμετωπιστεί η ημερο­λογιακή αταξία που επικρατούσε με το 355 ημερών σεληνιακό ημερολόγιο του Νουμά [6]. Για να ξεκινήσει σωστά, προστέθηκαν 90 ημέρες στο έτος 708 AUC (46 π.Χ.), το οποίο – με διάρκεια 445 ημερών έμεινε γνωστό ως annus confusionis (έτος σύγ­χυσης). Ο Ιούλιος Καίσαρας, ως pontifex maximus (αρχιερέας), κατακρίθηκε έντονα γι’ αυτή του την ενέργεια: χαρακτηριστικά, ο Κικέρωνας έλεγε πως ο παλιός του πολιτικός αντίπαλος δεν ήταν ικανοποιημένος που κυβερνούσε τον κόσμο, αλλά ήθελε να κυβερνήσει και τα άστρα.

Υπολογίστηκε πως το έτος είχε διάρκεια 365,25 ημερών και επί των ημερών του Αύγουστου Καίσαρα (8 π.Χ.) διαμορφώθηκε σε 365 ημέρες για τρία χρόνια και μια εμβόλιμη μέρα τον τέταρτο χρόνο, η δις έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου (bis sextus, αφού τη μετρούσαν δύο φορές) [7]. Ωστόσο, υπήρχε μια διαφορά περίπου 0,0078 ημερών (11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα), η οποία σε βάθος χρόνου έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε σχέση με την εαρινή ισημερία: την εποχή του Χριστού συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 στις 20/21 Μαρτίου, το 730 στις 18/19 Μαρτίου, το 1250 στις 13/14 Μαρτί­ου και το 1582 στις 10/11 Μαρτίου, προσκρούοντας έτσι στον πρώτο όρο της Συνόδου.

Ο πρώτος [8] που υπολόγισε το σφάλμα ήταν ο Βρετανός Φραγκισκανός μοναχός Ρογήρος Βάκων το 1267 (Opus Maius), αλλά ο αιφνίδιος θάνατος του Πάπα Κλήμη Δ’ τον επόμενο χρόνο πάγωσε την όποια πρωτοβουλία. Στο Βυζάντιο, η πρώτη νύξη για μεταρρύθμιση έγινε το 1324 από τον αστρο­λόγο Νικηφόρο Γρηγορά προς τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο· όπως και οι μετέπειτα προτάσεις του μοναχού Ισαάκ Αργυρού και του κανονολόγου Ματθαίου Βλάσταρη (1371), καθώς και του φιλόσοφου Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού (1450), προσέκρουσε σε άγονο έδαφος από το φόβο σχίσματος. Στη Ρώμη, την Αβινιόν και το Παρίσι, ωστόσο, επικρατούσε θετική αντιμετώπιση, όπως δείχνουν και οι μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν σύνοδοι και διάφοροι Πάπες και Γάλλοι Βασιλείς.

 

Άγαλμα του Βρετανού Φραγκισκανού μοναχού Ρότζερ Μπέικον (1220-1292) γνωστού στην Ελλάδα με το όνομα Ρογήρος Βάκων, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Φωτογραφία του Michael Reeve.

 

Χριστόφορος Κλάβιος (1538-1612). Ιησουίτης Γερμανός μαθηματικός και αστρονόμος, που τροποποίησε την πρόταση για το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο μετά τον θάνατο του βασικού δημιουργού του, του Α. Λίλιο.

Μετά την εκλογή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’ το 1572, ο οποίος είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα, ο Καλαβρός αστρονόμος Αλοΐσιος Λίλιο και ο Βαυαρός Ιησουίτης μαθηματικός Χριστόφο­ρος Κλάβιος υπέβαλαν πρόταση μεταρρύθμισης, η οποία έτυχε επεξεργασίας μεταξύ 1576-1580 από ειδική επιτροπή. Με παπική βούλλα (Inter Gravissimas, 24/02/1582), την Παρασκευή 4η Οκτωβρίου ακολούθησε η 15η Οκτωβρίου. Οι αμα­θείς χωρικοί, νομίζοντας πως τους έκλεψαν ημέ­ρες, ζητούσαν αμοιβή για τις «χαμένες» μέρες ερ­γασίας, ενώ άλλοι ζητούσαν τις μέρες τους πίσω. Το έδικτο αυτό μετατόπισε την ισημερία από τις 11 στις 21 Μαρτίου, ενώ για το Πάσχα ο χρυσός μετώνειος αριθμός αντικαταστάθηκε από την επακτή με σφάλμα περίπου μίας ημέρας ανά 20.000 χρόνια.

Η αλλαγή τέθηκε σε ισχύ άμεσα σε Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία [9] και ολόκληρη σχεδόν την Ιταλία (πλην της Τοσκάνης, όπου η αλλαγή υιοθετήθηκε το 1750/1751), και λίγο αργότερα στη Γαλλία [10] και τη Σαβοΐα (1582), τις Νότιες Κάτω Χώρες (Βέλγιο και Λουξεμβούργο) (1582/1583), την Αυστρία και τα καθολικά καντόνια της Ελβετίας (1583), τα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας (1583-1585), τη Βοημία, τη Μοράβια και τη Σιλεσία (1584), την Ουγγαρία (1587) και την Τρανσυλβανία (1590).

Ωστόσο, το νέο αυτό ημερολόγιο αρχικά δεν υιοθέτησαν ούτε οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε οι Ορθόδοξοι, κυρίως λόγω αμφισβήτησης και μίσους προς τον Πάπα, αλλά και διότι το εβραϊκό Πάσχα εορταζόταν πλέον στις 15 Νισάν (30 Μαρτίου με 27 Απριλίου – παλαιότερα μεταξύ 3 Απριλίου και 1 Μαΐου), με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το πνεύμα του δεύτερου όρου της Α’ Οικουμενικής Συνόδου [11].

Σταδιακά, μέχρι το 18ο αιώνα, υιοθε­τήθηκε και από τους Προτεστάντες [π.χ. Πρωσσία (1610), Αλσατία (1648), Στρασβούργο (1682), προτεσταντικά κρατίδια Γερμανίας και Δανία/ Νορβηγία/Ισλανδία (1700), προτεσταντική Ελβε­τία και Ολλανδία (1700/1701), Ηνωμένο Βασίλειο (1752), Σουηδία/Φινλανδία (1753)11 [12], Λωρραίνη (1760), Γκριζόν (1811) κτλ], για οικονομικούς και διπλωματικούς λόγους [13]. Ωστόσο, οι γρηγοριανοί πασχάλιοι πίνακες δεν υιοθετήθηκαν παρά μετα­ξύ 1753-1845.

Στις ορθόδοξες χώρες, όμως, ο περίπλοκος υπολογισμός του Πάσχα δεν επέτρεπε την υιοθέτηση του γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο ωστόσο έγινε αποδεκτό ως πολιτικό, μεταξύ 1916-1923 [14]. Το Μάιο του 1923 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ συγκάλεσε Πανορθόδοξο Συνέδριο [15], όπου αποφασίστηκε η αλλαγή του ημερολογίου, με μέρα εφαρμογής την 1/14 Οκτωβρίου 1923. Εντούτοις, μόνο οι Εκκλησίες της Ελλάδας και της Ρουμανίας υλοποίησαν την απόφαση, αφού η Εκκλησία της Κύπρου θεώρησε το θέμα ανώριμο, οι Εκκλησίες Ρωσσίας και Σερβίας αποφάσισαν παραμονή στο ιουλιανό, τα Πατριαρχεία Αλεξάν­δρειας και Αντιόχειας δεν δέχθηκαν την απόφαση, ενώ το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων θεώρησε ότι η αλλαγή του ημερολογίου επέφερε και αλλαγή του πασχαλίου.

Την οριστική λύση έδωσε ένα χρόνο μετά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’, με πρόταση αποδοχής του γρηγοριανού ημερο­λογίου και υπολογισμό του Πάσχα βάσει του ιουλιανού και ημέρα αλλαγής τις 10/23 Μαρ­τίου 1924. Έτσι, οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες [16] – με εξαίρεση τα Πατριαρχεία Ιε­ροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας και Γεωργίας, τις Εκκλησίες Πολωνίας και Ουκρανίας, την Αρ­χιεπισκοπή του Σινά και το Άγιο Όρος – έχουν υιοθετήσει το αναθεωρημένο ιουλιανό ημερο­λόγιο (διάρκειας 365,2422222222… ημερών) [17], το οποίο – μέχρι και το 2799 – τους επιτρέπει να συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τις Δυτικές Εκκλησίες, αλλά το Πάσχα με τις λοιπές Ορθόδοξες, για να αποφευχθεί το σχίσμα λόγω παράβασης των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς (1879 – 1958). Σέρβος μαθηματικός, αστρονόμος, κλιματολόγος, γεωφυσικός. Ο Μιλάνκοβιτς ασχολήθηκε με το ημερολογιακό ζήτημα και δημιούργησε ένα νέο ημερολόγιο για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, το «Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο», που είναι σχεδόν ταυτόσημο με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, αλλά ακριβέστερο…

Εκτός από τις πιο πάνω Εκκλησίες, το ημερολόγιο του Σέρβου αστρονόμου Milutin Milankovic (Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς) δεν υιοθέτησαν και οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες, που αυτοαποκαλούνται Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΓΟΧ). Οι ΓΟΧ πρεσβεύουν ότι η αλλαγή του ημερολογίου είναι παράτυπη, παραβιάζει τις Συνόδους, καταπατά τις «πατρώες παραδόσεις», αναστατώνει την αρμονία και την ισορροπία του λειτουργικού έτους[18], συνιστά αναγνώριση του Πάπα, υπο­κινείται από τη Μασωνία και τις σκοτεινές δυ­νάμεις, θεωρούν δε πως το ιουλιανό ημερολόγιο είναι δοσμένο από το Θεό (!), αδιαφορώντας για το ότι θεσπίστηκε από έναν ειδωλολάτρη Ρωμαίο Αυτοκράτορα.

Ωστόσο, η όποια ημερομηνιακή διαφορά ανάμεσα στο Ορθόδοξο και το Δυτικό Πά­σχα οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο υπο­λογισμού του και όχι σε δογματικά αίτια. Οι Δυτικοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ουνίτες, Αγγλικα­νοί, Προτεστάντες) τηρούν τον πρώτο όρο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, όχι όμως και το δεύ­τερο (στην ουσία δεν αθετούν το γράμμα, αλλά το πνεύμα του όρου), αφού πολλές φορές εορτά­ζουν το Πάσχα πριν ή μαζί με το Φάσκα, ενώ οι Ορθόδοξοι (βυζαντινού, σλαβικού και καυκάσιου ρυθμού) τηρούν απαρεγκλίτως το δεύτερο όρο της Συνόδου, συχνά αθετώντας τον πρώτο, λόγω κυρίως του σφάλματος 5 ημερών από τη χρήση του μετωνικού κύκλου. Μαζί με τους Ελληνορ­θόδοξους εορτάζουν οι Κύπριοι Μαρωνίτες και Λατίνοι και οι Έλληνες Αρμένιοι και Καθολικοί, ενώ μαζί με τους Διαμαρτυρόμενους οι Φινλανδοί και Εσθονοί Ορθόδοξοι.

Όσον αφορά τις Παλαιές Ανατολικές Εκκλησί­ες (Προχαλκηδόνιοι), οι Αιθίοπες, οι Ερυθραίοι και οι Κόπτες υπολογίζουν το Πάσχα με βάση το ιουλι­ανό ημερολόγιο, ενώ οι Αρμένιοι (πλην του Αρμε­νικού Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ), οι Ιακωβίτες (Σύροι) και η Ινδική Εκκλησία στο Μαλαμπάρ της Ινδίας με βάση το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1923, 1953 και 1956, αντίστοιχα. Οι Ασσύριοι (Χαλδαίοι), γνωστοί και ως Νεστοριανοί, χρησιμοποιούν το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1964.

Ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι ένα σύνθετο μαθηματικό θέμα, αν και ουσιαστικά απαιτεί τις 4 πράξεις της αριθμητικής (αλγόριθμος Γκάους [19]). Εάν η εαρινή πανσέληνος συμβεί μεταξύ 21-30 Μαρτίου δεν θεωρείται πασχαλινή από τους Ορθόδοξους, οι οποίοι περιμένουν την επόμενη πανσέληνο, με αποτέλεσμα να εορτάζουν το Πάσχα 4 μέχρι και 6 εβδομάδες μετά τους Δυτικούς. Εάν η πανσέληνος συμβεί από τις 30 Μαρτίου και μετά, θεωρείται πασχαλινή από όλους, κι έτσι το Δυτικό Πάσχα συμπίπτει ή εορτάζεται μια εβδομάδα πριν (αφού ιουλιανή 22 Μαρτίου = γρηγοριανή 4 Απριλίου).

Για να έχουμε Κοινό Πάσχα, θα πρέπει η γρηγοριανή και ιουλιανή πανσέληνος να συμβούν από την Κυριακή μέχρι και την Τρίτη της ίδιας εβδομάδας, κάτι που θα λάβει χώρα για τελευταία φορά τον Απρίλη του 2698. Οι ημερομηνίες του Δυτικού Πάσχα κυμαίνονται μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ οι αντίστοιχες Ορθόδοξες είναι 4 Απριλίου με 8 Μαΐου [20]. Πιο κάτω, δίνεται πίνακας για τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη:

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

2008 23 Μαρτίου 27 Απριλίου 2013 31 Μαρτίου 5 Μαΐου 2018 1η Απριλίου 8 Απριλίου
2009 12 Απριλίου 19 Απριλίου 2014 20 Απριλίου 2019 21 Απριλίου 28 Απριλίου
2010 4 Απριλίου 2015 5 Απριλίου 12 Απριλίου 2020 12 Απριλίου 19 Απριλίου
2011 24 Απριλίου 2016 27 Μαρτίου 1η Μαΐου 2021 4 Απριλίου 2 Μαΐου
2012 8 Απριλίου 15 Απριλίου 2017 16 Απριλίου 2022 17 Απριλίου 24 Απριλίου

Η σημασία του Πάσχα για την Εκκλησία δεν είναι μόνο συμβολική (αφού μας υπενθυμίζει το Θείο Πάθος, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), αλλά και ουσιαστική, καθώς με βάση το Πάσχα καθορίζεται το σύνολο των κινη­τών εορτών, ως εξής:

 

Α) Τριώδιο:

  • Κυριακές [του Τελώνη και του Φαρισαίου (10 Κυριακές πριν το Πάσχα), του Ασώτου Υιού (-9), της Απόκρεω (-8) και της Τυροφάγου (-7)].
  • Άλλες ημέρες [Τσικνοπέμπτη (Πέμπτη πριν την Κυριακή της Απόκρεω) και Ψυχο­σάββατο Α’ (Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω)].

Β) Μεγάλη, Σαρακοστή

  1. Κυριακές [της Ορθοδοξίας (-6), του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (-5), της Σταυροπρο­σκύνησης (-4), του Αγίου Ιωάννου της Κλίμα- κος (-3), της Οσιας Μαρίας της Αιγυπτίας (-2) και των Βαΐων (-1)].
  2. Άλλες ημέρες [Καθαρή Δευτέρα (μετά την Κυριακή της Τυρινής), του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας), του Μεγάλου Κανόνος (Πέμπτη μετά την Κυριακή του Ιωάννου της Κλίμακος), του Ακάθιστου Ύμνου (Σάββατο πριν την Κυ­ριακή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας) και Σάββατο του Λαζάρου (πριν την Κυριακή των Βαΐων ή της Ελιάς)].

Γ) Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα: η εβδομάδα που προηγείται του Πάσχα.

Δ) Εβδομάδα της Διακαινησίμου: η εβδομάδα που έπεται του Πάσχα.

Ε) Πεντηκοστάριο:

  1. Κυριακές [του Θωμά (1 Κυριακή μετά το Πάσχα), των Μυροφόρων (+2), του Παράλυτου (+3), της Σαμαρείτιδας (+4), του Τυφλού (+5), των Αγίων 318 πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (+6), της Πεντηκοστής (+7) και των Αγίων Πάντων (+8)].
  2. Άλλες ημέρες [της Ζωοδόχου Πηγής (Παρα­σκευή μετά το Πάσχα), της Μεσοπεντηκοστής (Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παράλυτου), της Απόδοσης του Πάσχα (Τετάρτη μετά τηνΚυριακή του Τυφλού), της Αναλήψεως (η επο­μένη της Αποδόσεως), Ψυχοσάββατο Β’ (πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής) και του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού (Δευτέρα μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής)].

Στ) Άλλες εορτές:

Αν το Πάσχα συμβεί ανήμερα ή μετά τις 23 Απρι­λίου, η γιορτή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου εορτάζεται τη Δευτέρα του Πάσχα και του Αποστόλου Μάρκου την Τρίτη του Πάσχα (Λαμπροτρίτη), μαζί με τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη της Μυτιλήνης.

 

Ασπασμός του Πάσχα (1850). Έργο του Tadeusz Gorecki (1825-1868). Μουσείο San Petesburgo, Málaga.

 

Το διορθωμένο ιουλιανό ημερολόγιο δεν εί­ναι τέλειο: έχει σφάλμα 2,81 sec/έτος, ωστόσο εί­ναι ακριβέστερο από το γρηγοριανό [σφάλμα 1 μέρας/3323 χρόνια (26,81 sec/έτος] και πολύ πιο ακριβές από το ιουλιανό [σφάλμα 1 ημέρας/128 χρόνια (674,81 sec/έτος), το οποίο σε βάθος χρόνου μετατοπίζει την ισημερία. Αν οι Ορθόδοξοι εξακο­λουθήσουν να υπολογίζουν το Πάσχα με το παλαιό ημερολόγιο μέχρι το έτος 14.000, τότε η εαρινή πανσέληνος θα συμβεί στις 2 Ιουλίου (!), με καθυ­στέρηση 103 ημερών, το Πάσχα θα εορταστεί την 23 Ιουλίου και ο Μάρτης δεν θα είναι πλέον μέρος της Σαρακοστής.

Τα ημερολόγια είναι ανθρώπινες επινοήσεις και, ως τέτοια, δεν διεκδικούν το αλάθητο, θα ήταν δε παράλογο να υποστηρίζουμε πως ο Θεός και οι Άγιοι ακολουθούν οποιοδήποτε ημερολόγιο!!! Μπορεί τα ουράνια φαινόμενα να μην πειθαρχούν σε κανέναν, ωστόσο οι ουρανοί εορτάζουν και αγάλλονται κάθε ημέρα και ώρα, αφού δεν περιορί­ζονται ούτε και εξαντλούνται από τους δικούς μας εορτασμούς. Όπως είπε και ο Χριστός: «άπόδοτε συν τά Καίσαρος Καίσαρι κα’ι τά τοϋ Θεοϋ τω Θεω» (Ματθαίος 22:21, Μάρκος 12:17, Λουκάς 20:25). Καλή Ανάσταση!

Επιπλέον υλικό: David Ewing Duncan (1998): Καλαντάρι – η ιστορία του ημερολογίου δια μέσου των αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος και Ιωάννης Φάκας (2014): Πάσχα των Ορθοδόξων, Πάσχα των Ρωμαιοκαθολικών και Πάσχα των Ιου­δαίων – υπολογισμός με βάση την αστρονομία και μια εισήγηση για διόρθωση. Λευκωσία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η ασάφεια αναφορικά με το ακριβές έτος του Θείου Πάθους προέκυψε επειδή οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ενδιαφέ­ρονταν για τη σωστή χρονολόγηση των γεγονότων, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Απόστολοι και οι αρχικοί οπαδοί του Χριστού πίστευαν ακράδαντα στη σύντομη επιστροφή του Μεσσία, με αποτέλεσμα γι’ αυτούς ο χρόνος να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

[2] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Άγιος Ειρηναίος μεσολάβησε στην άρση του σχετικού αφορισμού, θυμίζοντας στον Πάπα Βίκτωρα την ανοχή του προκατόχου του, Ανίκητου.

[3] Αυτό πρέπει να οφείλεται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και τη Διασπορά των Εβραίων, οι οποίοι πλέον χρησιμοποιούσαν τα κατά τόπους ειδωλολατρικά ημερολόγια για να καθορίσουν το Πάσχα τους, κάτι που φαίνεται και από τους πασχάλιους πίνακες που συντάχθηκαν στη Σύνοδο της Σαρδικής (343).

[4] Στη Νίκαια θεσπίστηκε και ο Ζ’ Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος απαγορεύει την τέλεση του Πάσχα «προ της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων» για να καταπολεμήσει τους Πρωτοπασχίτες, που γιόρταζαν το Πάσχα με τους Εβραίους και βασίζονταν σε αυτούς για τον υπολογισμό του (οι οποίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου). Ωστόσο, μερικοί Πρωτοπασχίτες επέμεναν μέχρι και τα τέλη του 4ου αιώνα, όπως βλέπουμε από κηρύγ­ματα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

[5] Τροπικό έτος είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές διαβάσεις του Ήλιου από το ίδιο σημείο αναφοράς και της συμπλήρωσης του κύκλου των εποχών [365,24218966978 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45,19 δευτερόλεπτα), με μείωση περίπου 0,531670176 δευτερόλεπτα ανά αιώνα], ενώ συνοδικός μήνας είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φάσεις της Σελήνης [29,5305888531 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (29 ημέρες, 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,88 δευτερόλεπτα), με αύξηση περίπου 18,680544 χιλιοστοδευτερόλεπτα ανά αιώνα].

[6] Αρχικά η Ρώμη χρησιμοποιούσε το σεληνιακό ημερολόγιο του Ρωμύλου, διάρκειας 10 μηνών ή 304 ημερών. Γύρω στο 713 π.Χ. και για να προσεγγίσει το ηλιακό έτος, ο Ρωμαίος Βασιλιάς, Νουμάς Πομπίλιος, πρόσθεσε ακόμη δύο μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος).

[7] Ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς και κατά τη διάρκειά του οι Ρωμαίοι έπρεπε να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια και την εξιλέωση (Februare). Από φόβο προς τους χθόνιους θε­ούς και για αποφυγή της ασέβειας στη μνήμη των νεκρών, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη ημέρα και έτσι την μετρού­σαν διπλά, στις 24 Φεβρουαρίου.

[8] Προηγουμένως και άλλοι είχαν υποψιαστεί ή/και υπολογίσει ότι υπήρχε σφάλμα, όπως οι Κλαύδιος Πτολεμαίος, Αιδέσιμος Βέδας, Νότκερ ο Τραυλός, Χέρμαν ο Χωλός, Ρενιέ του Παντερμπόρν, Κόνραντ του Στρασβούργου, Ρόμπερτ Γκρόστεστ και Ιωάννης ντε Σακρομπόσκο, κανένας εκ των οποίων όμως δεν εισακούστηκε έγκαιρα, λόγω και του σκοταδισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη.

 [9] Μεταξύ 1721-1915 στα ρωσσοκρατούμενα τμήματα των Βαλτικών χωρών βρισκόταν σε χρήση το ιουλιανό ημερολό­γιο. Η Λεττονία και η Λιθουανία το υιοθέτησαν το 1915 (κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής), ενώ η Εσθονία το 1918.

[10] Με την αλλαγή του ημερολογίου στη Γαλλία, εδραιώθηκε και η αλλαγή που είχε επιβάλει το 1564 ο Κάρολος Θ’ η πρωτοχρονιά να εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου αντί της 1ης Απριλίου. Έκτοτε, οι αστοί κορόιδευαν τους αντιδρα­στικούς που γιόρταζαν με τον παλιό τρόπο, στέλλοντάς τους δώρα και προσκλήσεις για ανύπαρκτες γιορτές, τον πρόδρομο των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων.

[11] Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός συγκάλεσε τρία Πανορθόδοξα Συνέ­δρια (1583, 1587 και 1593), όπου με σιγίλλια και εγκυκλίους το «νέον καλενδάριον» αναθεματίστηκε και καταδικά­στηκε ως αντικανονικό. Το γρηγοριανό ημερολόγιο αναθεματίστηκε εκ νέου από πατριαρχικό σιγίλλιο (1756) και με εγκύκλιο (1848).

[12] Η εφαρμογή του νέου ημερολογίου στη Σουηδία (και τη Φινλανδία, που μέχρι το 1809 αποτελούσε τμήμα της Σουη­δίας και μετά της Ρωσίας) υπήρξε επεισοδιακή: μεταξύ 1700-1712 ήταν μία μέρα μπροστά από το ιουλιανό ημερολό­γιο, το 1712 επανήλθε στο ιουλιανό (με ένα Φεβρουάριο 30 ημερών), ενώ μεταξύ 1740-1844 το Πάσχα υπολογιζόταν αστρονομικά.

[13] Για τους ίδιους λόγους υιοθετήθηκε και από μη χριστιανικές χώρες (Ιαπωνία: 1873, Αίγυπτος: 1875, Θαϋλάνδη:1889, Κορέα:1895, Αλβανία και Κίνα:1912, Οθωμανική Αυτοκρατορία:1917, Περσία:1925, Σοβιετική Ένωση:1922, Τουρκία:1927 κτλ). Το γρηγοριανό ημερολόγιο εφαρμόστηκε ταυτόχρονα και στις υπερπόντιες ευρωπαϊκές κτήσεις και αποικίες.

[14]Το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία το υιοθέτησαν το 1916, η Ρωσία το 1918 [γι’ αυτό και η επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης εορτάζεται στις 7/11], η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία το 1919, ενώ η Ελλάδα μόλις το 1923 (οπότε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάστηκαν ξεχωριστά, επισπεύδοντας τη μετέπειτα υιοθέτηση του κοσμικού ημερολογίου).

[15] Στο Συνέδριο αρνήθηκαν να συμμετάσχουν τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, δεν προ­σκλήθηκε η Εκκλησία της Βουλγαρίας (λόγω σχίσματος με την Κωνσταντινούπολη) και δεν συμμετείχε το Πατριαρ­χείο Μόσχας (λόγω σοβιετικών αναταραχών). Του Συνεδρίου είχαν προηγηθεί εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρ­χη Ιωακείμ Γ’ (12/06/1902 και 12/05/1904) προς τις λοιπές Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ζητώντας την άποψή τους αναφορικά με πιθανή τροποποίηση του ιουλιανού ημερολογίου.

[16] Τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας το υιοθέτησαν το 1928, ενώ το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας το 1968.

17 Η διάρκεια του είναι 365 218/900 ημέρες (αντίθετα με το γρηγοριανό που έχει διάρκεια 365 97/400 ή 365,2425 ημέ­ρες)· όσον αφορά τα επαιώνια έτη, μόνο αυτά που διαιρούνται με το 900 και αφήνουν υπόλοιπο 2xx ή 6xx θεωρού­νται δίσεκτα. Μια αξιοσημείωτη διαφορά των δύο ημερολογίων είναι ότι στο γρηγοριανό όλα τα επαιώνια έτη που δι­αιρούνται με το 400 θεωρούνται δίσεκτα: έτσι, το έτος 2800 θεωρείται δίσεκτο μόνο από το γρηγοριανό ημερολόγιο. Στο ιουλιανό όλα τα έτη που διαιρούνται με το 4 είναι δίσεκτα.

[18] Στην πολεμική τους κατά του νέου ημερολογίου προβάλλουν και τις εξής κριτικές: α) η εορτή της α’ και β’ εύρεσης της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου) μπορεί να πέσει κατά την περίοδο της νηστείας, β) η εορτή των εν Σεβαστεία Αγίων Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) πέφτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, γ) η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25 Μαρτίου) πέφτει πάντοτε πριν το Πάσχα, ενώ στο ιουλιανό ημερολόγιο υπάρχει περίπτωση να πέφτει την ημέρα του Πάσχα (οπότε και ονομάζεται Κύριον Πάσχα) και δ) η νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων επιδεικνύει τη μεγαλύτερη αδυναμία του νέου ημερολογίου σε συνδυασμό με το ιουλιανό πασχάλιο: ξεκινά τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει στις 29 Ιουνίου, καθώς το νέο ημερολόγιο είναι 13 ημέρες μπροστά από το παλαιό, η νηστεία αυτή είναι 13 ημέρες μικρότερη και, αναλόγως της ημερομηνίας του Πάσχα, μπορεί να ξεκινήσει στις 31 Μαΐου ή, κάποιες χρονιές, να μην τελεστεί καθόλου.

[19] Ο αλγόριθμος αυτός εφευρέθηκε από το μεγάλο Γερμανό μαθηματικό Carl Friedrich, Gauss το 1800 και τελειοποιήθηκε το 1816 και ισχύει και για τα δύο ημερολόγια. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι αλγόριθμοι για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα

[20] Στο γρηγοριανό ημερολόγιο η συχνότερη ημερομηνία του Πάσχα είναι η 19η Απριλίου (3,87%), ενώ η σπανιότερη η 22η Μαρτίου (0,48%), με βάση τον επαναλαμβανόμενο κύκλο των 5.700.000 ετών (ο κύκλος του Μέτωνα επαναλαμ­βάνεται κάθε 532 χρόνια). Με βάση πίνακες του Πάσχα (1583-3000), υπάρχει 19,12% πιθανότητα Κοινού Πάσχα, 49,26% το Ορθόδοξο Πάσχα να ακολουθεί το Δυτικό κατά μία εβδομάδα, 0,14% δύο εβδομάδες, 1,91% τέσσερις εβδομάδες.

 

Αλέξανδρος – Μιχαήλ Χατζηλύρας

Ερευνητής, Μελετητής, Συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρος) το 2015.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Τα σήμαντρα και οι καμπάνες


 

Κάθε χριστιανική εκκλησία έχει το καμπαναριό και την καμπάνα της. Απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Ναός χωρίς καμπάνα είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ακόμα και κάποια απομακρυσμένα εξωκλήσια έρημα και εγκαταλελειμμένα στις κορυφές των βουνών έχουν μια μικρή καμπάνα, που χτυπάει πότε – πότε, ακόμα και από τον αέρα. Η εισαγωγή της καμπάνας στη χριστιανική ζωή και λατρεία δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Αργολίδας. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Οι Χριστιανοί στα πρώτα χρόνια της νέας θρησκείας δεν είχαν ναούς και βωμούς.  Η διάδοση και η δράση του Χριστιανισμού γινόταν με μυστικούς τρόπους και πολλές φορές οδηγούσε σε διωγμούς τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Ρωμαίους ως τις αρχές του 4ου αιώνα, που ο χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι πρώτοι χριστιανοί στους  χρόνους των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία τους από τους ονομαζόμενους «θεοδρόμους» ή «λαοσυνάκτες», οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καμιά φορά και με κίνδυνο της ζωής τους, και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας τους. Άλλες φορές ο ίδιος ο ιερουργός στο τέλος μιας σύναξης ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή τους.

 

Τα σήμαντρα

 

Μετά τους διωγμούς, άγνωστο πότε ακριβώς, μπήκαν σε χρήση σε ναούς και μοναστήρια τα σήμαντρα. Από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα πολλοί χριστιανοί, διωγμένοι από τους εχθρούς του χριστιανισμού, έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν και έστηναν καλύβες στην έρημο, μακριά από τον κόσμο, και ζούσαν αυστηρή ζωή αφιερωμένη στο Θεό μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί. Ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρέψουν το Θεό από κοινού με κάτι ξύλα, που τα χτυπούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. θέσπισε την ανεξιθρησκία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σταμάτησαν οι διωγμοί των χριστιανών. Με  το τέλος των διωγμών οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ειδοποιούνται με επισημότητα. Ο πρώτος τρόπος  ειδοποίησης ήταν τα σήμαντρα, που είχαν καθιερώσει οι πρώτοι μοναχοί.

Μοναχός με φορητό ξύλινο σήμαντρο.

Τα σήμαντρα είναι ιδιόφωνα μουσικά όργανα, που ανήκουν στην κατηγορία των κρουστών,  που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές και διαδόθηκαν σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Τα πρώτα που παρουσιάσθηκαν στα μοναστήρια ήταν ξύλινα ή σιδερένια και ονομάζονταν «αγιοσίδερα». Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου με τις ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. Το ξύλινο σήμαντρο ονομάζεται και τάλαντο. Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο είναι μια ελαφριά μακρόστενη καλά πλανισμένη σανίδα με μήκος περί τα 2- 3μ., πλάτος περί τα 10 εκ., και πάχος 5 εκ., που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρεις οπές συμβολίζουν τον τριαδικό θεό, ενώ οι πέντε οπές σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Το μικρό ξύλινο χειροσήμαντρο ήταν φορητό. Το κρατούσαν οι περιφερόμενοι μοναχοί στο ένα χέρι και το χτυπούσαν ρυθμικά με ξύλινο σφυρί, τον κόπανο, με το άλλο χέρι. Συνήθως τα κατασκεύαζαν από ξύλο φλαμουριάς, καρυδιάς και κυρίως από σφεντάμι ή οξιά, γιατί τα ξύλα αυτά δίνουν καλύτερο ήχο. Σύμφωνα με την παράδοση το «τάλαντο» το χρησιμοποίησε πρώτος ο Νώε, για να μαζέψει τα ζώα και τα πτηνά στην Κιβωτό λίγο πριν από τον κατακλυσμό. Έτσι σήμερα η κρούση του συμβολίζει το κάλεσμα των πιστών στην «κιβωτό της σωτηρίας», που είναι η Εκκλησία, για να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Το μεγασήμαντρο είναι μεγαλύτερο σήμαντρο που φτάνει σε μήκος και τα τέσσερα μέτρα και ονομάζεται «κόπανος». Είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρεις ή πέντε οπές, που συμβολίζουν αντίστοιχα τον τριαδικό θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Το χτυπούσαν με αυξομειούμενη δύναμη με έναν κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ώστε να παράγει διαφορετικούς ήχους με κάποιο είδος ρυθμού. Ο ήχος συμβολίζει την παρουσία του θεού στη γη και το κήρυγμα της παραβολής του τάλαντου, που έδωσε ο θεός και πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος. Το μεγασήμαντρο και το τάλαντο με την πάροδο των χρόνων αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις μονές του Αγίου Όρους. Χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη σύναξη των μοναχών, αλλά και για να προμηνύσουν τη χαρά ή τη λύπη μέσα στο κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης της ιερής πολιτείας.

 

Μεγασήμαντρο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μεγασήμαντρο ή κόπανος εδώ και αιώνες κρούεται ρυθμικά για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. Ο ήχος του συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.

 

Το αγιοσίδερο είναι  ένα τεμάχιο από σίδερο και σπανιότερα από ορείχαλκο, συνήθως σε αρκετά μικρότερο μέγεθος από το ξύλινο, που το χτυπούσαν ρυθμικά με μια σφύρα ή κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό. Με τον ήχο του, που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της καμπάνας, συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του αγγέλου, που θα ακουστεί στη δευτέρα παρουσία και τη φωνή του θεού, που θα αποδώσει τη δίκαιη κρίση σε κάθε άνθρωπο. Το μεγασήμαντρο και το αγιοσίδερο τα κρεμούσαν οριζόντια με δυο σχοινιά ή αλυσίδες από κάποιο δένδρο ή δίπλα στην είσοδο του ναού και τα χτυπούσαν σε διάφορα σημεία, για να παράγουν αρμονικούς ήχους. Στα μοναστήρια συνήθως το ξύλινο σήμαντρο χτυπά για την ακολουθία του όρθρου και το μεταλλικό για την ακολουθία της θείας λειτουργίας.

 

Μεγάλο ξύλινο σήμαντρο

 

Τα σήμαντρα παραμένουν και σήμερα σε χρήση μαζί με τις καμπάνες και χτυπούν σε ορισμένο χρόνο, όπως ορίζει η τάξη κάθε μοναστηριού. Η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους καθορίζονται από το χτύπημα αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας. Εδώ και αιώνες χτυπούν ρυθμικά με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί σε πολλά μοναστήρια και χρησιμοποιούνται για να αφυπνίσουν τους μοναχούς ή να τους συνάξουν για την τέλεση των ιερών καθηκόντων τους. Η εικόνα ενός μοναχού, που χτυπάει το σήμαντρο και καλεί τους πιστούς στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά καθήκοντα, εκφράζει έναν από τους πιο απλούς και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Για πολλούς τα σήμαντρα αποτέλεσαν τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση τους περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.

Καμπάνες στην ορθόδοξη ανατολή δεν υπήρχαν, είναι όμως γνωστές από την αρχαιότητα. Οι πρώτες αναφορές στη χρήση της καμπάνας έρχονται από την Κίνα, όπου ήταν γνωστή πολύ πριν από το 1.000 π.Χ. Υπάρχουν στοιχεία για χρήση καμπανών στην αρχαία Βαβυλωνία και Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και συνεχίσουν να παίζουν στον ινδικό πολιτισμό.

 

Ασιατική καμπάνα.

 

Οι Εβραίοι στα ενδύματα των αρχιερέων τους είχαν χρυσά κουδουνάκια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός  δίνει εντολή στο Μωυσή να κατασκευάσει στολή με καμπανάκια για τον αρχιερέα Ααρών, για να ιερουργήσει στη σκηνή του Μαρτυρίου:  «Με την ίδια μορφή θα κατασκευάσεις χρυσά ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς και ανάμεσά τους κωδωνίσκους χρυσούς κυκλικά στον υποδύτη. Σε κάθε χρυσό ομοίωμα καρπού και άνθους ροδιάς στο κάτω τμήμα και ολόγυρα στον υποδύτη θα αντιστοιχεί και ένας χρυσούς κώδων. Και θα ακούγεται ο ήχος των κωδώνων, όταν ο Ααρών εισέρχεται, για να λειτουργήσει στον άγιο χώρο ενώπιον του Κυρίου, και όταν εξέρχεται».  [τὸ αὐτὸ εἶδος ροΐσκους χρυσοῦς καὶ κώδωνας ἀναμέσον τούτων περικύκλῳ· παρὰ ροΐσκον χρυσοῦν κώδωνα καὶ ἄνθινον ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ. καὶ ἔσται Ἀαρὼν ἐν τῷ λειτουργεῖν ἀκουστὴ ἡ φωνὴ αὐτοῦ, εἰσιόντι εἰς τὸ ἅγιον ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιόντι.] [Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» κεφ. 28]. Στους λαούς της Μεσογείου από την αρχαία εποχή αναφέρεται η χρήση τεμαχίων μετάλλου, δηλαδή τα γνωστά σήμαντρα, τα οποία χτυπούσαν με μεταλλική ή ξύλινη ράβδο στις διάφορες τελετές και συναθροίσεις με σκοπό τη συγκέντρωση του λαού.

 

Οι καμπάνες στη Δύση

 

Η λέξη «καμπάνα» προέρχεται από την Καμπανία, περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας, όπου υπήρχε παραγωγή ονομαστού χαλκού από τον οποίο κατασκευάσθηκαν οι πρώτες καμπάνες. Είναι κρουστό ηχητικό όργανο με σχήμα αναποδογυρισμένου κυπέλλου φτιαγμένο συνήθως από μπρούτζο. Ένα κοίλο ακουστικό αντηχείο που κατατάσσεται στα ιδιόφωνα μουσικά όργανα. Ο ήχος του προέρχεται από το χτύπημα της εξωτερικής ή της εσωτερικής επιφάνειάς του. Το αντικείμενο που χρησιμεύει για το  χτύπημα μπορεί να είναι το γλωσσίδι, που κρέμεται μέσα στην καμπάνα, ένα σφαιρίδιο έγκλειστο στο εσωτερικό του σώματος σε μικρές καμπάνες ή μια ξεχωριστή σφύρα ή σφυρί, που χτυπάει την εξωτερική επιφάνεια της καμπάνας.

Οι πιο παλιές καμπάνες ήταν χονδροειδείς κατασκευές από μεταλλικές πλάκες συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι σημερινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο). Η αναλογία των μετάλλων και το πάχος της καμπάνας καθορίζουν τον ήχο της, ο οποίος είναι πάντα σε βυζαντινές νότες. Η άποψη ότι ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους και ότι ειδικά με την προσθήκη αργύρου η καμπάνα αποκτά καλύτερο ήχο, δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ίσως με τον τρόπο αυτό οι χύτες εκμεταλλεύονταν τους πιστούς, οι οποίοι προσέφεραν αργυρά σκεύη και κοσμήματα για την κατασκευή τους. Οι νεότερες καμπάνες κατασκευάζονται με τη μέθοδο της μεταλλοχύτευσης και υπάρχουν διάφορα μεγέθη, από μικρές διακοσμητικές καμπάνες έως καμπάνες με 5 μέτρα ύψος, οι οποίες ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Το μέταλλο πρέπει να ριχτεί στο καλούπι όσο είναι ακόμα ρευστό σε θερμοκρασία 1.200 βαθμών κελσίου. Θα χρειαστεί να μείνει μία ημέρα στο καλούπι, για να στεγνώσει, και στη συνέχεια να τροχιστεί και να γυαλιστεί ώστε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία. Αν στο τέλος δοκιμαστεί και δεν έχει τον σωστό τόνο και τη σωστή νότα, καταστρέφεται και ξαναφτιάχνεται από την αρχή.

Η δημόσια χρήση της καμπάνας χρονολογείται από το μεσαίωνα, ενώ η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της για την πρόσκληση του λαού στη δημόσια λατρεία εμφανίζεται στη δύση τον 5 αιώνα μ. Χ. Συγκεκριμένα το 409 μ.Χ. ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν επίσκοπος Ρώμης στις αρχές του 7ου αιώνα, καθιέρωσε τη χρήση της καμπάνας και εκτός Καμπανίας και οι καμπάνες διαδόθηκαν σε όλες τις εκκλησίες της δύσης. Το 15ο αιώνα κάποιοι μοναχοί της καθολικής εκκλησίας από το τάγμα των Καπουτσίνων εισήγαγαν το λεγόμενο «βάπτισμα των κωδώνων» πριν τις ανεβάσουν στο κωδωνοστάσιο για την αποτροπή κάθε βασκανίας. Από τότε επικράτησε η συνήθεια οι Λατίνοι ιερείς να βαπτίζουν τις καμπάνες με αγιασμένο νερό, έλαιο και άλας, να δίνουν σε καθεμιά όνομα αγίου και να τις στολίζουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

 

Η καμπάνα στην ορθόδοξη εκκλησία

 

Στην ορθόδοξη εκκλησία οι καμπάνες εισάγονται από τη Δύση τον 9ο αιώνα. Το 824 μ.Χ. οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, που αποτελούσε «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και στα μέσα του 9ου μ. Χ. αι. απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός επιτέθηκε κατά των Αράβων, τους νίκησε και κατάφερε να απαλλάξει τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των επιδρομών τους. Όπως αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ ο Πορφυρογέννητος, περιχαρής για την κατατρόπωση των Αράβων στη Δαλματία από τους Ενετούς και τον δούκα της Βενετίας Ούρσο, απένειμε στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ο Ούρσος τότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης χάρισε στον αυτοκράτορα δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες οι βυζαντινοί έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι καμπάνες αυτές κρεμάστηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον νάρθηκα του ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ., πολύ μετά το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας. Αγαπήθηκαν μάλιστα τόσο πολύ από το λαό, ώστε γρήγορα η χρήση τους γενικεύθηκε, εξαπλώθηκαν προοδευτικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην ανατολική εκκλησία και στην ορθόδοξη  Ρωσία και από τον 9ο αιώνα συγκαταλέγονται στα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

Οι καμπάνες αυτές της Αγίας Σοφίας χτυπούσαν για 600 περίπου χρόνια. Όταν όμως το 1453 μ.Χ. η Πόλη έπεσε, σταμάτησαν να χτυπούν και οι καμπάνες. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλιωσε και τις έκανε κανόνια και βόλια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η χρήση της καμπάνας απαγορεύθηκε, διότι κατά τους θεολόγους του Κορανίου η καμπάνα «είναι το μυστικό όργανο του διαβόλου»  και ο ήχος της ταράζει τον ύπνο των νεκρών μουσουλμάνων! Στα φοβερά εκείνα χρόνια οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν πάλι με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν ξανά οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες», και τις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας έτρεχαν με κίνδυνο της ζωής τους να ειδοποιήσουν τους χριστιανούς του σκλαβωμένου γένους των Ελλήνων, για να εκκλησιαστούν και να μάθουν γράμματα. Στους ενοριακούς ναούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας επανήλθε το σήμαντρο, λόγω της ανάγκης των πιστών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται χωρίς κωδωνοκρουσίες.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε με τις καμπάνες στο γνωστό ιστορικό δημοτικό τραγούδι «της Αγιά-Σοφιάς», που αποτελεί  έναν  από τους πιο διαδεδομένους και συγκλονιστικούς θρήνους:

 

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος».

 

Οι Τούρκοι κατακτητές απαγόρευσαν τις καμπάνες σε όλα τα χριστιανικά μέρη κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, εκτός από το Άγιο Όρος, μερικά νησιά και τα Ιωάννινα, όπου ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ παραχώρησε προνόμια στους κατοίκους των 46 χωριών του Ζαγορίου της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων ήταν η αυτοδιοίκηση και η λειτουργία μερικών εκκλησιών. Τα προνόμια αυτά έγιναν σεβαστά και κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Ιωαννίνων από τον Αλή Πασά. Οι εκκλησίες αυτές διατηρούσαν και καμπαναριά και τα χρησιμοποιούσαν ελεύθερα. Η αυτονομία αυτή ήταν που προστάτεψε και διατήρησε τις μοναδικής αρχιτεκτονικής εκκλησίες και τα υπέροχα μοναστήρια της περιόδου εκείνης μέχρι τις μέρες μας.

 

H σημασία των χτυπημάτων

 

Όταν ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, οι καμπάνες επανήλθαν στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών, άρχισαν να χτυπούν ξανά θριαμβευτικά και κυριάρχησαν στις πολυπληθείς πλέον πόλεις ως το δυνατότερο σε εμβέλεια μέσο πρόσκλησης των πιστών στους ιερούς ναούς. Στα χωριά ήταν το κύριο μέσο ειδοποίησης όχι μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και για κάθε σημαντικό γεγονός που απασχολούσε την τοπική κοινότητα.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χρησιμοποιούνται κυρίως για εκκλησιαστικούς λόγους, για να σημάνουν την έναρξη κάποιας τακτικής ιερής ακολουθίας, όπως ο εσπερινός, ο όρθρος, η ιερά αγρυπνία κ.λ.π. Την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν, όταν εορτάζει ο άγιος της ενορίας, όταν ψάλλεται η δοξολογία ή όταν επισκέπτεται την ενορία ο Επίσκοπος, για να χοροστατήσει στη λειτουργία.

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Στη διάρκεια της θείας λειτουργίας έχουμε τρεις κωδωνοκρουσίες. Μία στην αρχή του όρθρου, μία στο μέσον του όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη δοξολογία. Υπάρχουν και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία. Έτσι, όταν γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να γίνει θεία λειτουργία ή τα πρωινά που ψάλλεται ο όρθρος χωρίς θεία λειτουργία, χτυπά μόνο η μία από τις καμπάνες, το λεγόμενο «μονοκάμπανο». Όταν όμως γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει γιορτή και θα γίνει θεία λειτουργία, χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, το λεγόμενο «διπλοκάμπανο», σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει». Ανήμερα του Πάσχα επιτρεπόταν να χτυπήσει όποιος και όποτε θέλει τις καμπάνες λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος. Αυτή την ημέρα τα παιδιά μπορούσαν να δοκιμάσουν να μιμηθούν το χτύπημα της καμπάνας από τους μεγάλους. Το ίδιο επιτρεπόταν και τα Χριστούγεννα, αλλά το κρύο της εποχής συνήθως αποθάρρυνε τους επίδοξους κωδωνοκρούστες. Το χτύπημα της καμπάνας πάντως απαγορεύεται σε ώρες κοινής ησυχίας.

Οι καμπάνες όμως σημαίνουν και για κοσμικά γεγονότα, όπως για να εορταστούν εθνικές επέτειοι ή για τη σύγκληση κοινοτικών αρχών, για έκτακτα περιστατικά, όπως η φωτιά, η αναγγελία ενός θανάτου, οι φυσικές καταστροφές, ο ερχομός κάποιου σημαντικού προσώπου στην περιοχή, η επίτευξη της ειρήνης μετά από έναν πόλεμο κ.λ.π. Διαφορετικά χτυπούσαν στις χαρές και διαφορετικά στις λύπες. Όταν η καμπάνα χτυπούσε λίγες φορές, σήμαινε χαρούμενες ειδήσεις στο χωριό. Τα δυο χτυπήματα σήμαιναν τη γέννηση κοριτσιού. Όταν η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές, είχε γεννηθεί αγόρι. Συνήθως τότε ο πατέρας του νεογέννητου – ειδικά αν ήταν το πρώτο του παιδί – ανέβαινε στο δώμα του σπιτιού του και έριχνε τρεις τουφεκιές, γιατί πίστευε ότι ο ήχος της καμπάνας δεν ήταν τόσο δυνατός για να ακουστεί η χαρά του.

Όταν η καμπάνα χτυπούσε πολλές φορές, οι ειδήσεις δεν ήταν για καλό. Το μονότονο, αργό και λυπητερό νταν…νταν… νταν…, που επαναλαμβάνεται πέντε ή έξι φορές, ήταν για να αναγγείλει κάποιο θάνατο σε ολόκληρο το χωριό και καλούσε τους πιστούς σε συμμετοχή και συμπαράσταση. Ο συνεχής πένθιμος ήχος έφθανε στις γύρω λαγκαδιές και στα καταράχια, για να μεταφέρει σε όλους το λυπητερό γεγονός. Όλοι οι ενορίτες ξαφνιασμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και στις αυλές, παρατούσαν τα χωράφια τους και έτρεχαν σε εκείνον που χτύπησε την καμπάνα, για να μάθουν τι έγινε. Λίγα  λεπτά αργότερα ολόκληρο το χωριό, με πρώτες τις γυναίκες, βρίσκονταν στο πλευρό εκείνου που έχασε τον άνθρωπό του. Χτυπούσαν όμως και για το σχολείο, για το κατηχητικό, για έκτακτες περιπτώσεις, για να καλέσουν τους κατοίκους σε συγκέντρωση, όταν  γινόταν κάποια κηδεία κ.α. Γενικότερα οι καμπάνες από την εμφάνισή τους είναι άρρηκτα δεμένες με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.

 

Ιστορικές καμπάνες

 

Τεράστιες καμπάνες κατασκευάζονταν στη Ρωσία μέχρι το 1917, οπότε με την επικράτηση της οκτωβριανής επανάστασης όλες οι καμπάνες των ναών αφαιρέθηκαν και μεταβλήθηκαν σε μέταλλα. Χαρακτηριστική του μεγέθους και της ποιότητας κατασκευής είναι η «Καμπάνα του Τσάρου», που βρίσκεται στο Κρεμλίνο της Μόσχας («Κρέμλιν» στη ρωσική γλώσσα σημαίνει κάστρο). Ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο που είχε ονομασθεί «Βασιλεύς των κωδώνων» και  η χύτευσή της  διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Άρχισε το έτος 1733, ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1735 και τοποθετήθηκε στο καμπαναριό αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν τα ανάγλυφά της. Έχει ύψος 6,14 μέτρων, διάμετρο 6,60 μέτρα και βάρος πάνω από 200 τόνους. Δύο χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Κρεμλίνο, η καμπάνα έσπασε καθώς κρύωσε απότομα από το πολύ νερό της κατάσβεσης και έτσι δεν ήχησε ποτέ. Το κομμάτι που έσπασε διασώζεται μέχρι σήμερα και ζυγίζει 11,5 τόνους. Το 1836 η «Καμπάνα του Τσάρου» τοποθετήθηκε σε ανάβαθρο κοντά στο καμπαναριό «Ιωάννης ο Μέγας» στην πλατεία Ιβανόφσκαγια, όπου δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο του 1600 με ύψος 81 μέτρα, και εκτίθεται μέχρι σήμερα ως τουριστικό αξιοθέατο.

 

Η Καμπάνα του Τσάρου, φωτογραφία του 1860. Μόσχα.

 

Η Καμπάνα του Αγίου Πέτρου του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Κατασκευάστηκε το έτος 1923 από τον Χάινριχ Ούλριχ στα Χυτήρια Κωδώνων της Απόλντα και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσίδιο που ζυγίζει 600 κιλά. Είναι η παγκοσμίως μεγαλύτερη καμπάνα του είδους της.

 

Η καμπάνα της Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος στον, Άθω είναι γνωστότερη ως Ρωσικό Μοναστήρι. Φωτ. Κώστας Ασίμης.

 

Μεγαλύτερη των Βαλκανίων θεωρείται η καμπάνα του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του καμπαναριού πάνω από την Τράπεζα. Το βάρος της είναι 13 τόνοι, η διάμετρος της 2,70 μ., η περιφέρειά της 8.71 μ., απαιτούνται δύο μοναχοί για να την κτυπήσουν και ακούγεται σε όλη τη νοτιοδυτική ακτή του Αγίου Όρους και στη γειτονική χερσόνησο της Σιθωνίας. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμα καμπάνες βάρους 3 τόνων η κάθε μία. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν αρκετές καμπάνες μικρότερες συνδεδεμένες με το ρολόι του καμπαναριού και οι ρυθμικές κωδωνοκρουσίες τους δημιουργούν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρμονία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σήμερα βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας. Οι Κολωνέζοι την αποκαλούν Ντίκερ Πίτερ (Dicker Pitter), δηλαδή «Χοντρός Πέτρος» στα ελληνικά. Κατασκευάστηκε το 1923 και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου της Κολωνίας. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσσίδι που ζυγίζει 600 κιλά.

 

Τα καμπαναριά στον ελλαδικό χώρο

 

Από την εποχή των σημάντρων και μετέπειτα των πρώτων καμπανών προέκυψε η ανάγκη μόνιμης  σταθερής κατασκευής, όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν. Τα παλαιότερα σήμαντρα κρέμονταν σε οποιοδήποτε σημείο περιμετρικά του ναού. Η   ανάγκη όμως να ακούγεται ο ήχος τους μακριά οδήγησε στη σκέψη να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες πλησιέστερους στους ναούς πύργους ή να κατασκευάσουν ειδικά ψηλά οικοδομήματα. Έτσι δημιουργήθηκε το καμπαναριό (< καμπάνα + αίρω = σηκώνω) ή κωδωνοτάσιο (<κώδων + ίστημι = στέκομαι), ένας μικρός πύργος, στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη μία ή περισσότερες καμπάνες. Σιγά – σιγά το οικοδόμημα που στηρίζει της καμπάνες έγινε απαραίτητο στοιχείο της ναοδομίας. Αρχικά το καμπαναριό αποτέλεσε συνέχεια των αμυντικών ρωμαϊκών πύργων. Με την πάροδο των αιώνων όμως απέκτησε διαφορετική λειτουργική και καλλιτεχνική σημασία. Οι κομψές οξυκόρυφες απολήξεις του έγιναν το αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού και προσέθεσαν ένα στοιχείο με έντονο θριαμβικό και συμβολικό χαρακτήρα.

 

Το ιστορικό καμπαναριό του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Φωτεινής. Το καμπαναριό έχει κτισθεί μπροστά από το Ναό Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης και είναι αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης στα παράλια της Μικράς Ασίας. Φωτογραφία: π. Αναστάσιος Σαλπάτας.

 

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων – κωδωνοστασίων αρχίζει στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατών στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από την ορθόδοξη εκκλησία του καμπαναριού ως απαραίτητου στοιχείου του ναού. Πριν από τη φραγκική κατάκτηση οι πύργοι κατασκευάζονταν στις διάφορες μονές για άμυνα και παρατήρηση. Το στοιχείο που μετέφεραν οι Φράγκοι στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτό από την εκκλησία είναι η καμπάνα, η οποία αντικατέστησε τα παραδοσιακά ξύλινα ή μεταλλικά σήμαντρα που χρησιμοποιούνταν ως τότε.

Η μακρόχρονη παραμονή των Φράγκων στην Ελλάδα συντέλεσε στη γενίκευση της χρήσης του καμπαναριού και στη γέννηση μορφών επηρεασμένων από τη Δύση. Η επίσημη και η λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, με τη φαντασία και την άμιλλα των αρχιτεκτόνων δημιούργησαν πλήθος πρωτότυπων και αξιόλογων καμπαναριών με ποικιλία σχεδίων και συνδυασμών.

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους, με το παλιό καμπαναριό. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν στην πρόσοψη του ναού τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η πληροφορία προέρχεται από την ανακοίνωση του Αρχιμανδρίτη Καλλινίκου Κορομπόκη, σημερινού Μητροπολίτη Άρτης, στο Ά Συνεδρίο Αργειακών Σπουδών, το Νοέμβριο του 2004, με τίτλο «Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση».

 

Το καμπαναριό ή κωδωνοστάσιο είναι μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε σχήμα πύργου. Συγκεκριμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων σε σχέση με το ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Η  συνήθης θέση πάντως του καμπαναριού είναι στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Άλλοτε είναι ενσωματωμένο στο ναό και άλλοτε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από σίδηρο.  Τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι διαλεγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίζει με τον γενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του κτιρίου, στο οποίο υπάγεται, αλλά και να ενισχύει τον ήχο της καμπάνας και να τον μεταφέρει όσο το δυνατό μακρύτερα. Η μορφή του ποικίλει ανάλογα με την κουλτούρα του αρχιτέκτονα και των κατασκευαστών και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (πέτρινο, ξύλινο, μαρμάρινο, σιδερένιο ή τσιμεντένιο).

Τα καμπαναριά διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα πυργοειδή ή πυργωτά, που τα ονομάζουν και βενετσιάνικα, και τα απλά καμπαναριά, που ονομάζονται φράγκικα. Σε σχέση με το ναό μπορούν να διακριθούν σε ανεξάρτητα ή συνεχόμενα με αυτόν κτίσματα. Τα πυργωτά είναι μεμονωμένα τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από το ναό, κοντά στο ιερό βήμα, στο μέσον του προστώου του ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του ναού, αλλά σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Έχουν βαριά όψη με χοντρούς τοίχους και συνήθως τρεις ή τέσσερεις ορόφους. Σε κάθε όροφο ανοίγονται μικρά παράθυρα για το φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Τα απλά καμπαναριά συνδέονται άμεσα με το ναό και στηρίζονται στη στέγη του, πάνω στο προστώο ή στο νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου του ναού. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο περίγραμμα της εκκλησίας,  έχουν διάτρητα τοιχώματα και αποτελούν έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας.

Τα πιο αξιόλογα καμπαναριά στην Ελλάδα είναι εκείνα των ναών του Μιστρά, ιδιαίτερα του Αφεντικού και της Παντάνασσας με τρεις ορόφους καθέτως, κεραμοπλαστικά κοσμήματα στις όψεις τους και επάλληλα παράθυρα. Αξιόλογες μορφές βυζαντινών καμπαναριών συναντώνται στις μονές Βατοπεδίου και Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ επηρέασαν περισσότερο τις ελληνικές περιοχές που είχαν άμεση εξάρτηση από τη Δύση, όπως τα Επτάνησα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Η επίδραση των δυτικών μορφών στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση είναι φανερή στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά, στα Κύθηρα και στην Κέρκυρα. Ανάλογα πυργοειδή καμπαναριά συναντώνται και σε άλλες ελληνικές περιοχές, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες, η Τήνος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη.

 

Το καμπαναριό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Άργους, περίπου το 1949. Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα καμπαναριά του Άργους. Κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου.

 

Τα ψηλότερα καμπαναριά της Ελλάδος βρίσκονται στην Ζάκυνθο, στον ιερό ναό του Αγίου Διονυσίου με ύψος 40 περίπου μέτρων και με πυραμοειδή κορυφή, στην Αίγινα στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου με ύψος 42 μέτρα, στην Κατερίνη στον ιερό ναό της Αγίας Άννας, και το επιβλητικό καμπαναριό στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Άργος που είναι και ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα, αφού κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου, και αποτελείται από ένα κατώτερο κτιστό τμήμα, που χρησίμευε ως βάση για το ανώτερο μαρμάρινο τμήμα των τριών ορόφων κατασκευασμένο με λαξευτά μαρμάρινα αρθρωτά μέλη.

 

Πηγές


 

  • Αραβαντινός Σπ. Π., «Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2004.
  • Καντιώτου Αυγουστίνου, «Ορθόδοξος Ναός», Αθήνα 1992.
  • Κουρής Σπυρίδων, «Σεισμική Συμπεριφορά Πυργωτών Κατασκευών στην Κέρκυρα», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2010.
  • Λοΐζα Μολέσκη, «Τα Ιερά Σκεύη και Άμφια και οι Λειτουργικοί Συμβολισμοί τους», διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Μπάρλα Χαρίκλεια, «Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων», Αθήναι 1959.
  • Πολίτης Νικόλαος, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», εκδ. Εκάτη, 2005.
  • «Συμβουλή τριών επισκόπων προς τον πάπα Ιούλιον τον Τρίτον», εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1836.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η Θεολογία της εικόνας και η σημασία της επίκλησης και προσκύνησης των Αγίων»


 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την  Κυριακή  17  Μαρτίου 2019, Κυριακή  της  Ορθοδοξίας,  και  ώρα 6.30  μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει: 

Ο κ. Νικόλαος Ξιώνης

Θεολόγος-Καθηγητής Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

 

«Η Θεολογία της εικόνας και η σημασία της επίκλησης και προσκύνησης των Αγίων».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

 

Νικόλαος Ξιώνης


 

Είναι Επίκουρος Καθηγητής Δογματικής του Τμήματος Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι πτυχιούχος, μεταπτυχιακός και διδάκτορας της Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Με υποτροφία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Γερμανία και είναι κάτοχος Ακαδημαϊκού τίτλου της Φιλοσοφικής και Θεολογικής Ακαδημίας των Ιησουϊτών « Sankt Georgen» Φρανκφούρτης.

Επέκτεινε τις σπουδές του στη Θεολογία της δυτικής παραδόσεως με την παρακολούθηση σεμιναρίων στην Ευαγγελική Σχολή του Johann Wolfgang Goethe του Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης και εξειδικεύθηκε στη Φιλοσοφία και στη ρωμαιοκαθολική και ευαγγελική Θεολογία.

Είναι μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Δογματολόγων της Ορθοδόξου Θεολογίας και της Διεθνούς Ενώσεως Πατερικών Σπουδών.

Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες φιλοσοφικού και θεολογικού περιεχομένου, έχει συμμετάσχει σε πλήθος διεθνών σεμιναρίων, άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στην αγγλική, γερμανική και ρουμανική γλώσσα και είναι υπεύθυνος διαπανεπιστημιακών συνεργασιών μεταξύ του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πανεπιστημίων του εξωτερικού.

 

Read Full Post »

Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Όταν λέμε «Ιστορικότητα του Ιησού», εννοούμε από τη μιά πλευρά τη μελέτη της ιστορικής πραγματικότητας προσώπων και γεγονότων, και από την άλλη την ανάλυση των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων για την εξακρίβωση ότι: (α). ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως ιστορική μορφή και (β). κάποια από τα μεγάλα ορόσημα της ζωής του, όπως αυτά περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μπορούν να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα.

Σήμερα, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές της αρχαιότητας συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε. Για τη γενική πορεία της ζωής του Ιησού δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Υπάρχουν όμως ως προς την ιστορικότητα συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται στις βιβλικές αναφορές για τον Ιησού. Τη συνολική αποδοχή συγκεντρώνουν μονάχα δύο γεγονότα: (α). ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη Βαπτιστή και (β). ότι σταυρώθηκε με διαταγή του Ρωμαίου Επάρχου Πόντιου Πιλάτου.

Ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής κάποιο σημαίνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούσαν σε μία από τις μικρότερες και ασήμαντες επαρχίες και λόγω της ταπείνωσής του δε συγκέντρωσε πάνω του όσο ζούσε «δημοσιότητα». Όμως, την ιστορικότητα του Ιησού δεν την αμφισβητούν ούτε οι άθεοι.

Οι όποιες αμφιβολίες υπήρξαν ή υπάρχουν περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού εμφανίστηκαν μετά τον 17ο αιώνα μ.Χ. Η αναζήτηση για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού ξεκινά διακόσια χρόνια πριν, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα μερικοί Ευρωπαίοι διαφωτιστές και διανοούμενοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη φιλολογική και ιστορική κριτική στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Επομένως, εάν ο Ιησούς δεν υπήρξε σαν ιστορική προσωπικότητα, τότε τί συνέβη και το θυμήθηκαν μερικοί μετά από 17 αιώνες?

Κοιτίδα των αμφιβολιών αυτών και της αμφισβήτησης για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού φαίνεται ότι ήταν οι λιγοστές αναφορές – πληροφορίες ή ιστορικές πηγές που υπάρχουν περί του Ιησού. Θα δούμε στη συνέχεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και καταρρίπτεται επιστημονικά και ιστορικά. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έχουν σαφώς λιγότερες πηγές, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σωκράτης που δεν άφησε ο ίδιος γραπτά έργα αλλά οι μαθητές του, ο Πυθαγόρας κ.α., και παρά ταύτα είναι εκτός αμφισβήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ γενικότερα. Είναι πιθανόν πολλά από τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης του Ιησού να καταστράφηκαν και επιπλέον πολλοί αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού θα πρέπει να σκοτώθηκαν, με συνέπεια ο αριθμός των επιζώντων που θα μπορούσαν να ομολογήσουν για τον Ιησού να περιορίστηκε σημαντικά.

 

Χριστός Παντοκράτωρ. Εγκαυστική εικόνα από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα, Μονή της Αγίας Αικατερίνης, Σινά.

 

Ιστορικές πηγές – Στοιχεία

 

Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων υπέρ της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού Χριστού, τόσο στην κοσμική όσο και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η Καινή Διαθήκη είναι η κύρια πηγή των αποδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αφού περιλαμβάνει εκατοντάδες αναφορές για το πρόσωπο του.

Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε γραπτά κείμενα που συγγράφτηκαν εντός 200 χρόνων από τότε που έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα στοιχεία, όπως π.χ. οι περισσότερες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου που συγγράφτηκαν από τον ίδιο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. (λιγότερο από 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού), τα τέσσερα ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου, Ιωάννη και Λουκά κ.α.

Ιστορικά όμως στοιχεία εντοπίζονται και σε διάφορα αρχαία συγγράμματα, τα οποία αποτελούν ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης ενός άνδρα στο Ισραήλ με την επωνυμία «Ιησούς» κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πηγές αυτές είναι οι εξής:

 

Πρώτη πηγή: Κορνήλιος Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, β΄ μισό του 1ου μ.Χ. – α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα)

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56; – 120;) Από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.).

Θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου. Στο έργο του «Χρονικά» (Annales) αναφέρει για τους προληπτικούς «Χριστιανούς», που έλαβαν το όνομά τους από τον Christus (λατινική ονομασία του Χριστού), ο οποίος υπέφερε από τον Πόντιο Πιλάτο κατά τη βασιλεία του Τιβέριου (14 μ.Χ. – 37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος έγραφε, όπως αναφέρει, έχοντας ως πηγή τα Ρωμαϊκά αρχεία, τα οποία όμως δεν σώζονται. Αναφέρει και τις ιδιαίτερες τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων το 64 μ.Χ. στους Χριστιανούς, οι οποίοι όπως προσθέτει ήταν πολυάριθμοι, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς – πυρπόλησης της Ρώμης.

Ειδικότερα, γράφει ότι: «ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλεν εις ιδιαιτέρας τιμωρίας εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ωνόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία ανεφάνη πάλιν όχι μόνον εις την Ιουδαίαν, την εστίαν αυτού του κακού, αλλά και εις την Πόλιν (Ρώμην), όπου από παντού μαζεύονται και ακούονται όλα τα κακά και τα αισχρά (Annales, XV, 44)».

Από τη μαρτυρία αυτή του Κορνήλιου Τάκιτου προκύπτουν τα εξής στοιχεία: (α). Δίνεται συγκεκριμένος χρόνος και τόπος δράσεως, δηλαδή «επί Τιβερίου βασιλέως και διοικητού της Ιουδαίας Ποντίου Πιλάτου», (β). πιστοποιείται η ύπαρξη του Ιησού Χριστού και μιλάει για τον θάνατό του ως «κακοποιού» από τον Πιλάτο και (γ). μιλά για τον Ιησού με απλότητα χωρίς να φαίνεται ότι αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Ο Κορνήλιος Τάκιτος, παρόλο που ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό, δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπήρξε ο Χριστός ούτε ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς που υπέστη. Εάν είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία, με κάποιο τρόπο θα κατάγραφε αυτήν στο έργο του.

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος. Αυστρία, Βιέννη, Κτήριο Αυστριακού Κοινοβουλίου.

 

Δεύτερη πηγή: Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος (Gaius Suetonius Tranquillus, Ρωμαίος ιστορικός, 67/77 – 141/168  μ.Χ.)

 

Ο Σουητώνιος, σύγχρονος του Τάκιτου, ήταν ένας σπουδαίος ιστορικός και αρχιγραμματέας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανδριανού (76μ.Χ. – 138 μ.Χ.). Στο κυριότερο έργο του «Βίοι Καισάρων» (Vitae XII Caesarum) καταγράφει και τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου που βασίλεψε από το 41 μ.Χ έως το 54 μ.Χ., όπου αναφέρει στο κεφάλαιο XXV, 4 για το διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης εξορίζονταν απ’ αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει του Χριστού εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμη τους  εξόρισε».

 

Γάιος Σουητώνιος Τράγκυλλος (περ. 69/75 – περ. 130). Λατίνος ιστορικός και λόγιος.

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία επεξήγηση προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Ο Χριστιανισμός είχε γίνει δεκτός πρώτα στις Ιουδαϊκές κοινότητες. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι. Επομένως, υπήρχαν Ιουδαίοι χριστιανοί από τη μία και Ιουδαίοι πιστοί στο γράμμα του Μωσαϊκού νόμου από την άλλη. Είναι πιθανόν να σημειώθηκαν θερμά επεισόδια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, λόγω των δογματικών τους διαφορών, γι’ αυτό και εξορίστηκαν όλοι από τη Ρώμη. Για τη Ρώμη δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός ή διάκριση σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, αντίθετα χαρακτηρίζονταν όλοι ως Ιουδαίοι.

Το ερώτημα είναι πώς προέκυψε η εξορία αυτή από τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης κατηγορήθηκαν από ειδωλολάτρες και εβραίους για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Ρώμης που ήταν πλούσια και αξιόλογη, όπως της Αλεξάνδρειας. Η ίδια όμως η ιδεολογία ή το φρόνημα των πρωτοχριστιανών ήταν αντίθετη με τέτοιου είδους πράξεις.

Η απάντηση στο ερώτημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ρώμη αντιδρούσε έντονα απέναντι σε μια θρησκεία που αμφισβητούσε την θεϊκότητα του αυτοκράτορά της και κατ’ επέκταση την εξουσία του, κυρίως με διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, μαρτυρικά βασανιστήρια. Η Ρώμη είδε τους Χριστιανούς ως απειλή. Οι Χριστιανοί απειλούσαν τη Ρώμη μέσω της «Αποκάλυψης» και επιπλέον δεν δέχονταν να κάνουν θυσίες στους θεούς και δεν λάτρευαν την εικόνα του αυτοκράτορα.

Με βάση αυτά, ο Σουητώνιος στο Βίο του Κλαύδιου μιλάει για Χριστιανούς και δεν εννοεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είχε θανατωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να  «υποκινεί φασαρίες και θορύβους»?

Η μαρτυρία αυτή του Σουητώνιου για το διάταγμα του Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη: «Μετά δέ ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από τής Ρώμης, προήλθεν αυτοίς» (Πράξ. ιη’, 1-2).

Ο Σουητώνιος αναφέρεται και αυτός στις ειδικές τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων τους Χριστιανούς της εποχής εκείνης.

 

Τρίτη πηγή: Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιόσεφ μπεν Μαθιά (Ιουδαίος ιστορικός, 38 μ.Χ. – 100 μ.Χ.)

 

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι ο γνωστότερος Εβραίος λόγιος, ιστορικός και συγγραφέας. Ήταν Φαρισαίος και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα. Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού.

Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», όπου έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Ιουδαίων, αναφέρεται στον Ιάκωβο, «τον αδερφό του Ιησού, που ονομάστηκε Χριστός». Γράφει ειδικότερα ότι: «ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού) και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)».

Σε άλλο απόσπασμα του έργου του (XVIII 3,3) γράφει: «Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δέ και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών, παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου,ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων».

Με βάση το απόσπασμα αυτό, ο Ιώσηπος μαρτυρεί ότι την εποχή της ηγεμονίας του Πιλάτου εμφανίστηκε ο Ιησούς που ήταν άνδρας σοφός αν μπορεί να τον πει κανείς άνθρωπο!! Ο άνθρωπος αυτός έκανε παράδοξα έργα, δίδασκε στους ανθρώπους την αλήθεια και προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς. Ακόμη, μας πληροφορεί για τον τρόπο θανάτωσης του Ιησού, στον σταυρό. Τέλος, μας μαρτυρεί την ανάσταση του Κυρίου τρεις ημέρες μετά την Ταφή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια σημαντικότατη μαρτυρία ιστορικού και μάλιστα Εβραίου, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει την ιστορικότητα του Ιησού. Μήπως τελικά ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε βαθμό που ήταν πλέον αδύνατο κάποιος ιστορικός να αποσιωπήσει τα γεγονότα?

 

Τέταρτη πηγή: Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός & Θάλλος

 

Ο Σέξτος Ιούλιος υπήρξε ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Αναφέρει στο έργο του τον ιστορικό Θάλλο (1ος μ.Χ. αιώνα) που έγραψε την Ιστορία της Συρίας και μια αντιπαράθεσή τους σχετικά με την έκκλειψη του ηλίου που ακολούθησε τη Σταύρωση του Χριστού.

Για το γεγονός της ολικής εκκλείψεως του ηλίου ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος πριν γίνει χριστιανός και πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ήταν δικαστής, μέλος του Αρείου Πάγου. Κατά το Συναξάριο, την ημέρα της σταύρωσης του Χριστού βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με τον φιλόσοφο  Απολλοφάνη. Μόλις είδε τον σκοταδισμό του ηλίου, ανεφώνησε ότι «ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει».

 

Πέμπτη πηγή: Πλίνιος Καικίλιος Σεκούνδος ή Πλίνιος ο Νεότερος (61 μ.Χ.-113 μ.Χ.)

 

Σύγχρονος του Τάκιτου και του Σουητώνιου. Ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος.  Το 110 μ.Χ. στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως Legatus Caesaris (πρέσβης του Καίσαρα). Το 112 μ.Χ. ο Πλίνιος έγραψε σε επιστολή του προς τον Τραϊανό : «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96) ότι «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή.

Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και γι’ αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλίνιος δέχεται ότι ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο. Εάν είχε την υποψία ότι ήταν μυθικό πρόσωπο, τότε θα υποστήριζε ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Αναφέρεται στον Χριστό και όχι «σε κάποιον Χριστό», και ενοχλείται γιατί τον υμνούν «σαν Θεό».

 

Έκτη πηγή: Ταλμούδ (το ιερό βιβλίο των Εβραίων)

 

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah  και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος) είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων, ενώ η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού χωρίς όμως να παραδέχονται την θεότητά του. Προσπαθούν, όπως είναι φυσικό, να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ότι «κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ». Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας και έκανε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία.

Στο ταλμούδ γίνεται λόγος περί των θαυμαστών ιάσεων επί ονόματος Ιησού Χριστού, τις οποίες πραγματοποίησε ο Ιάκωβος, τον οποίο γνώριζε ο ραβίνος Ελιέζερ (90 – 110 μ.Χ.). Γίνεται επίσης αναφορά στη σταύρωσή Του, μόνο που για χώρο της σταύρωσης αναφέρει την Λύδδη που βρίσκεται στα ΝΔ της Παλαιστίνης.

 

Έβδομη πηγή: J. Klausner (Εβραίος καθηγητής)

 

Αναφέρει ότι «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του».

 

Όγδοη πηγή: Mara BarSerapion (Ασσύριος Στωϊκός φιλόσοφος)

 

Ο φιλόσοφος αυτός έζησε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας κατά τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. περίπου και είναι γνωστός μόνο από ένα γράμμα του που έγραψε στα Συριακά προς το γιό του Σεραπίωνα. Στο γράμμα αυτό (73 μ.Χ.) συγκρίνει τους θανάτους του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Ιησού, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Ιησούς ήταν ένας σοφός και ευσεβής άνδρας, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς Βασιλιάς του Ισραήλ, θανατώθηκε από τους Ιουδαίους και συνέχισε να ζει μέσω της διδασκαλίας των οπαδών Του.

Σε άλλο σημείο του γράμματος γράφει ότι: «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το Βασίλειον».

Ο μοναδικός «σοφός βασιλεύς» που καταδικάστηκε, πριν το 73 μ.Χ. όπου και γράφτηκε το εν λόγω γράμμα, ήταν ο Ιησούς Χριστός.

 

Ένατη πηγή: Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (2ος αιώνας μ.Χ.)

 

Ήταν Έλληνας ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζει ότι ο Χριστός λατρευόταν από τους Χριστιανούς, εισήγαγε νέες διδασκαλίες και σταυρώθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον, αναφέρει ότι οι διδασκαλίες του Ιησού περιλαμβάνουν την αδελφότητα των πιστών, τη σημασία της μεταστροφής και την αναγκαιότητα της άρνησης άλλων θεών.

 

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.) Ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Γύρω στα σαράντα του χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, βιοποριζόμενος από τη σοφιστική, και ασχολήθηκε παράλληλα με τον σατιρικό διάλογο και την επικούρεια φιλοσοφία.

 

Δέκατη πηγή: Η περιγραφή του Ιησού Χριστού από τον διοικητή της Ιουδαίας Πούλβιο Λέντουλο

 

Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης, το οποίο έγραψε ο Πούλβιος Λέντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τιβέριο και στο οποίο περιγράφεται η μορφή του Ιησού Χριστού. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο στα λατινικά και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Cesarini στην Ρώμη.

 

«…Ήκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοί γράφω νυν περί ανθρώπου τινός λίαν εναρέτου καλουμένου ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ών ο λαός θεωρεί Προφήτην και οι μαθηταί του Θεόν, λέγοντες ότι είναι Υιός Θεού, πλάστου των ουρανών και της γης και παντός ό,τι εν αύτη ευρίσκεται και υπάρχει.

Τη αληθεία, ω Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του Χριστού αυτού. Ανεγείρει νεκρούς και ιατρεύει ασθενείς δια μιας μόνης λέξεως. Είναι ανήρ αναστήματος μετρίου, καλός την όψιν και μεγαλοπρέπειαν περιβεβλημένος, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι Τον ατενίζουν αναγκάζονται να Τον αγαπούν και να Τον φοβώνται.

Έχει την κόμην χρώματος καρύου ώριμου εξικνουμένην μέχρι των ώτων Του, εκείθεν δε μέχρι των ωμοπλατών Του καταντά γαιόχρους αλλά μάλλον στιλπνή, διχάζεται δ’ αυτή εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. Το μέτωπόν Του είναι λείο και γαλήνιον, το πρόσωπόν Του άνευ ρυτίδος ή κηλίδος, η ρίς και τα χείλη Του κανονικώτατα. Το γένειόν Του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, δεν είναι δε μακρόν και διχάζεται εν τω μέσω. Το βλέμμα Του είναι σοβαρόν και εμποιούν φόβον, έχει δε δύναμιν ακτίνος ηλιακής.

Ουδείς δύναται να Τον παρατηρήση ατενώς. Όταν επιτιμά, φοβίζει. Όταν δε πράττη τούτο, κλαίει. Είναι αξιαγάπητος και χαριείς μετά σοβαρότητος. Λέγουσιν ότι ουδέπωτε ώφθη γελών, αλλά πλειστάκις κλαίων. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευαρέστει τους πάντας. Δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που, είναι μετριόφρων και το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως την Μητέρα Του, ήτις έστιν η ωραιοτέρα γυνή, ήτις ποτέ εθεάθη εις τα μέρη ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή Αυτόν ως μοι έγραφες άλλοτε, πληροφόρησόν με, διότι θα σοί Τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσιν την σοφίαν Του, και τι ουδέποτε εσπούδασε τι, και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης. Περιπατεί ανυπόδητος και ασκεπής την κεφαλήν. Πολλοί βλέποντες Αυτόν γελώσιν, αλλ’ όταν ευρίσκονται προ Αυτού τρέμουσιν και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός ενεφανίσθη εις τα μέρη ταύτα. Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εδόθησαν συμβουλαί, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική Του, πολλοί δε των Ιουδαίων θεωρούσιν αυτόν Θεόν. Άλλοι πάλιν μοι λέγουν ότι είναι εχθρός της Σης Μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με παρενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσαρέστησε τινά, αλλ’ ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν. Όλοι όσοι εγνώρισαν Αυτόν λέγουσιν ότι ευεργετήθηκαν παρ’ Αυτού. Όμως εις την σην Μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την πρός σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος. Ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή ».

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτίωνος ζ΄, Σελήνης ια΄

Της Σης Μεγαλειότητος πιστότατος και ευπειθέστατος

ΠΟΥΒΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Κυβερνήτης της Ιουδαίας

 

Μετάφραση

 

«….Μεγαλειότατε Καίσαρα,

Άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος και ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν Θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων, και ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους, με μια Του λέξη.

Είναι άνδρας, μετρίου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπό Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπό Του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπό Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.

Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνατου ήλιου. Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει και όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει… Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί, τους ικανοποιεί όλους. Δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως και η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.

Εάν όμως η Μεγαλειότητά σου Καίσαρα θέλει να Τον δεί, όπως μου είχες γράψει, πές το μου για να σου τον στείλω αμέσως. Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάθε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.

Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν τη δική Του, πολλοί δέ από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν Θεό. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός του Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητά σου και ότι με διατάξεις θα το κάνω ».

Ιερουσαλήμ

Ινδικτίωνος 7, σελήνης 11

ΠΟΥΛΒΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Διοικητής της Ιουδαίας

Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μας μαρτυρούν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτές είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα

 

E. L. Sukenik

Eleazar Lipa Sukenik (1889 – 1953) Ισραηλινός αρχαιολόγος και καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου, ο οποίος το 1945 ανακάλυψε σε ανασκαφή κοντά στην Ιερουσαλήμ δύο τάφους, οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Τις επιγραφές αυτές αργότερα τις ονόμασε «το αρχαιότερο έγγραφο του Χριστιανισμού». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι επιγραφές αυτές χαράχθηκαν περίπου το 50 μ.Χ. και είναι αρχαιότατες, δηλαδή 15 χρόνια μόνο από το θάνατο του Ιησού.

Η πρώτη επιγραφή περιλάμβανε μια προσευχή προς τον Ιησού Χριστό για βοήθεια, ενώ η δεύτερη επιγραφή ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών.

Πάπυροι Οξυρρύγχου

 

Οι πάπυροι αυτοί αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πρόκειται για μια συλλογή παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ. Ορισμένοι από αυτούς τους παπύρους αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν κατά πολύ το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Τίμιος Σταυρός

 

Η ανακάλυψή του αποτελεί το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψει τις επισκέψεις των χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός, έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρείς σταυροί, του Ιησού Χριστού και των δύο ληστών. Για να καταλάβουν ποιός ήταν ο σταυρός του Ιησού, έφεραν και τους τρείς σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις αυτή ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό έγινε αμέσως καλά.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί κειμήλιο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά και αδιάσειστο στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο την ιστορική ύπαρξη του Ιησού αλλά και το ότι η χριστιανική πίστη είναι ζωντανή, αφού η Σταύρωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του Χριστιανισμού.

 

Η επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1492 σημειώθηκε στη Ρώμη μια συγκλονιστική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την αποκατάσταση μιας τοιχογραφίας, βρέθηκε πίσω από αυτήν μια πέτρινη πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «TITULUS CRUCIS». Οι εργάτες κατά την αφαίρεση της πλάκας αυτής, ανακάλυψαν μία κόγχη εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο που είχε σφραγισθεί από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145). Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού. Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς και είχε χαραγμένη σε τρείς σειρές μια επιγραφή. Στη δεύτερη σειρά έγραφε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β(ΑΣΙΛΕΥΣ)» και στη τρίτη σειρά «ΝΑΖΑRINUS RΕ(Χ)».

Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατό της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη σε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη.

Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492.

Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

 

Βιβλία  με αναφορές στη σταύρωση του Χριστού

 

Νέα δεδομένα για τα τελευταία χρόνια του Χριστού πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας μετά από ανακάλυψη 70 μεταλλικών εγχειριδίων με κρυπτογραφημένο υλικό για τη Σταύρωση Του, τα οποία βρέθηκαν σε σπηλιά της Ιορδανίας και αναμένεται ότι θα φέρουν στο φως άγνωστες πτυχές των πρώιμων χρόνων του Χριστιανισμού.

Το μέγεθος των σελίδων είναι παρόμοιο με πιστωτικής κάρτας και υπάρχουν χαραγμένες εικόνες και σύμβολα, που αναφέρονται στο Μεσσία και ειδικότερα στη Σταύρωση και την Ανάσταση Του. Τα εγχειρίδια είναι δεμένα με μεταλλικό σύρμα, ενώ κάποια από αυτά είναι σφραγισμένα.

Ο Βρετανός καθηγητής Αρχαιολογίας και Ιστορίας των Θρησκειών Ντέιβιντ Έλινγκτον ισχυρίζεται ότι «ίσως είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία του Χριστιανισμού», ενώ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Φίλιπ Ντέιβις, υποστηρίζει ότι «ανάμεσα στα περιεχόμενα διακρίνονται εικόνες που δείχνουν τα τείχη μιας πόλης, ένα σταυρό και ένα τάφο. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται για τα Ιεροσόλυμα και τη Σταύρωση του Χριστού».

Για να λυθεί το μυστήριο γύρω από το περιεχόμενο των εγχειριδίων χρειάζεται πρώτα να τα δώσει πίσω ένας Ισραηλινός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι δικά του και της οικογένειάς του εδώ και εκατό χρόνια. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι αποκαλύψεις από τα βιβλία αυτά θα ξεπεράσουν αυτές των 900 χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας που βρέθηκαν το 1947.

 

Το πρώτο πορτραίτο που φτιάχτηκε με τον Ιησού Χριστό

 

Ερευνητές έφεραν στο φως και ένα πορτραίτο το οποίο απεικονίζει μια φιγούρα ιδιαίτερα γνωστή που παραπέμπει σε έναν γενειοφόρο νέο άνδρα με μακριά, σγουρά μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, αν και όντας θαμμένο για περίπου 2.000 χρόνια σε ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στο ιδιότυπο αυτό πορτραίτο εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος και τα σημάδια που έχει αφήσει στο μεταλλικό φύλλο το ακάνθινο στεφάνι στο μέτωπο του άνδρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πορτραίτο αυτό είναι αποτυπωμένο επάνω σε ένα από τα συνολικά εβδομήντα λεπτά μεταλλικά φύλλα-κώδικες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και ήδη κάποιοι ερευνητές πιθανολογούν πως ίσως να πρόκειται για το παλαιότερο πορτρέτο του Ιησού Χριστού δηλαδή μια εικόνα που φιλοτέχνησε κάποιος σύγχρονος του που τον ήξερε!

Το μέγεθος του κώδικα είναι μικρότερο από μια πιστωτική κάρτα, ενώ εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως είναι σφραγισμένος από όλες τις πλευρές κι έχει μία τρισδιάστατη απεικόνιση του ανθρώπινου κεφαλιού τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του. Τέλος, εύκολα διακρίνει κανείς επάνω στον κώδικα και το δακτυλικό αποτύπωμα του άγνωστου δημιουργού του (βλέπε εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Απριλίου 2011).

 

Επίλογος

 

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται επιστημονικά και ιστορικά η ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλά ο ιστορικός ιδρυτής ενός θρησκευτικού κινήματος, αλλά κάποιος που το πρόσωπο και το έργο του υπήρξαν αντικείμενο φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης.

Ως ιστορικό πρόσωπο, δηλαδή ως πρόσωπο υπαρκτό, εξετάζεται ως ένα ανθρώπινο ον που έζησε σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές στην Ιουδαία με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, επειδή είχε ισχυριστεί πώς ήταν «Βασιλέας των Ιουδαίων», τίτλος που ουσιαστικά είχε πολιτικό περιεχόμενο.

Να σημειωθεί ότι την εποχή που έζησε ο Χριστός, η πολιτική εξουσία ασκούνταν από τον Ηρώδη Αντίπα (Γαλιλαία, Περαία), τον Πόντιο Πιλάτο (Ιουδαία, Σαμάρεια, Ιδουμαία) και τον Ιωσήφ Καϊάφα (αρχιερέας της Ιερουσαλήμ).

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε επειδή διεκδικούσε δύο τίτλους (Μεσσίας και Υιός του Θεού). Το θέμα όμως των τίτλων αποτελούσε πρόφαση. Η άμεση αιτία της θανάτωσης του Ιησού ήταν η απειλή εναντίον του Ναού (Εβραϊκό ιερατείο).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, κατά Λουκά).
  • Πράξεις των αποστόλων (ιη, 2).
  • Πλίνιος ο νεότερος, Επιστολή προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό Ανδριανό (Epist. X, XCVI).
  • Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Άπαντα, τ. 14: Βιβλία ΙΖ, ΙΗ και  τ. 15: Βιβλία ΙΘ, Κ), Κάκτος, Αθήνα 1998.
  • The Complete Works of Takitus, New York, 1942.
  • Τάκιτος, Χρονικά, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Β΄, βιβλίο XV (38,44),  2012.
  • Γάιος Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων: Περί επιφανών ανδρών, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.
  • Klausner, Jesus of Nazareth: His Life, Times and Teaching.
  • Εθνική Βρετανική Βιβλιοθήκη, αριθ. χειρογράφου BL Add. 14658 [ το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης συλλογής περγαμηνών με κωδ. 14425, 14741 και βρέθηκε στο Συριακό μοναστήρι της Αιγύπτου].
  • Ε.Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, εκδ. Φιλίστωρ.
  • Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος, Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, ΕΚΔ. «Ο Σωτήρ», 1979.
  • F.F. Bruce, Η Ιστορικότητα του Ιησού Χριστού.
  • Κωνσταντίνος  Σ. Χατζηελευθερίου, Που βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, περιοδικό απαγορευμένη ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.apologitis.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.pentapostagma.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://pneymatiko.wordpress.com/

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »