Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα’

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »