Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Παλαμήδης’

Η περίπτωση του Παλαμήδη στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας – © Μαρία Βασιλείου


 

Είναι κοινός τόπος να πούμε ότι ο Όμηρος δεν είναι η αρχή, αλλά το κορύφωμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, της επικής παράδοσης. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι για τον πόλεμο της Τροίας – κι όχι μόνο γι’ αυτόν – υπήρχε ένα πλούσιο επικό υλικό που απλώθηκε στον ελληνικό χώρο μέσα στους αιώνες, από την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου ως και τον όγδοο αιώνα π.Χ. Αυτή ήταν η κατ’ εξοχήν «ηρωική» εποχή και καλύτερα η εποχή που ευνόησε τη δημιουργία της ηρωικής ποίησης.(1)

Το τέλος αυτής της «ηρωικής» εποχής σημειώνεται με τη διάδοση της γραφής και τα ομηρικά έπη, που από πολλές απόψεις αποτελούν μεγάλη τομή. Δεν είναι μόνο που η ποιητική πρόθεση του Ομήρου ήταν διαφορετική από των προκατόχων του, είναι και το ότι ο Όμηρος εγκαινίασε έναν τρόπο χειρισμού του μύθου που, όσο κι αν συνδέεται στενά με την επική παράδοση, δεν παύει να προοιωνίζει και να προεξοφλεί, ως ένα σημείο, τη «λυρική» και κυρίως την «τραγική» εκμετάλλευση του μύθου στα χέρια των ποιητών που ακολούθησαν.

Παλαμήδης. «Promptuarium Iconum Insigniorum», Guillaume Rouille, France, in 1553.

Σύμφωνα με την ομηρική παράδοση και με μεταγενέστερες πηγές που φτάνουν μέχρι τον Δάρη τον Φρύγα ο Παλαμήδης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες του Τρωϊκού πολέμου φημισμένος ιδιαίτερα για τις ανακαλύψεις του και αποτελούσε μια σημαντική προσωπικότητα για την εξέλιξη του πολιτισμού.

Με βάση τις πηγές που υπάρχουν για τον Παλαμήδη η ανασύνθεση του μύθου έχει ως εξής: Η Ελένη αρπάχθηκε από τον Πάρη. Οι Έλληνες Βασιλείς «αποφασίζουν» εκστρατεία ενάντια στην Τροία για την ανάκτηση της Ελένης. Κατά την στρατολόγηση των Ελλήνων ο Παλαμήδης κατευθύνεται στην Ιθάκη, για να καλέσει στον στρατό τον Οδυσσέα, ο οποίος επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει προσποιήθηκε τον τρελό (είτε ρίχνοντας στη γη αλάτι είτε ζεύοντας μαζί στ΄ αλέτρι ένα βόδι και ένα άλογο). Ο Παλαμήδης, όμως, απέδειξε ότι ο Οδυσσέας προσποιούνταν τον τρελό (είτε απειλώντας ότι θα σκοτώσει τον Τηλέμαχο είτε βάζοντας τον Τηλέμαχο μπροστά στο αλέτρι, οπότε ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει την προσποίηση). Από τότε ξεκίνησε η έχθρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Παλαμήδη. Στην Τροία αυτή η έχθρα κορυφώθηκε μέσω κάποιων περιστατικών που ανέδειξαν την ικανότητα και επιδεξιότητα του Παλαμήδη στην εξεύρεση λύσεων, για την αντιμετώπιση προβλημάτων του στρατεύματος.

Για την εκδίκηση του Οδυσσέα η πιο γνωστή εκδοχή έχει ως εξής: Ο Οδυσσέας βάζει ένα Φρύγα αιχμάλωτο να γράψει ένα γράμμα δήθεν σταλμένο από τον Πρίαμο στον Παλαμήδη που θα αποδείκνυε την προδοσία του τελευταίου εις βάρος των Ελλήνων. Κατόπιν ο Οδυσσέας τοποθετεί κρυφά αυτό το γράμμα μαζί με χρυσάφι στην σκηνή του Παλαμήδη. Ακολούθως, κατηγορείται ο Παλαμήδης για προδοσία, το γράμμα και το χρυσάφι ανακαλύπτονται στη σκηνή του, δικάζεται και κρίνεται ένοχος. Οι Έλληνες αρχηγοί διατάζουν τον λιθοβολισμό του.

Ο μύθος του Παλαμήδη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Κύπρια Έπη. Πρόκειται για ένα από τα ποιήματα του λεγόμενου επικού κύκλου, μιας σειράς δηλαδή από μικρά έπη που πλαισιώνουν τη δράση της Ιλιάδας και διηγούνται τα «γεγονότα», πριν από αυτήν αλλά και ως το τέλος του πολέμου και την επιστροφή των Αχαιών. Είναι φανερό ότι η θέση τους μέσα στον επικό κύκλο κάνει τα Κύπρια σημαντική πηγή για τη γνώση του τρωικού πολέμου γενικά και του μύθου του Παλαμήδη ειδικά, για τον οποίο αποτελεί την πιο παλιά μαρτυρία, ιδιαίτερα αν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, είναι έπος πιο πρώιμο από την Ιλιάδα.

Το περιεχόμενο των Κυπρίων, μαζί με τα άλλα έπη του Κύκλου διασώζει μεγάλο μέρος από το σύνολο των διηγήσεων για την τρωική εκστρατεία, και είναι ένα τμήμα από το πλούσιο υλικό που είχε στη διάθεση της η επική ποίηση. Το υλικό αυτό ήταν ένα πλήθος από, ιερές ιστορίες, ιστορικές αναμνήσεις, αιτιολογικές παραδόσεις, λογοποιίες, παραμύθια,ναυτικές τερατολογίες, επινοήσεις των επικών ποιητών κλπ (2).

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο Παλαμήδης ήταν γιος του Ναυπλίου και της Φιλύρας ή της Ησιόνης ή της Κλυμένης. Η Φιλύρα σχετίζεται με θεσσαλικούς μύθους, και έχει τη θέση της μητέρας του Κενταύρου Χείρωνα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Παλαμήδης υπήρξε, μαζί με άλλους γνωστούς ήρωες, μαθητής του διάσημου Κένταυρου και είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που φέρνει μαθητή και δάσκαλο να έχουν μητέρα με το ίδιο όνομα. Η Ησιόνη επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μυθολογία των Λοκρών, αφού έτσι ονομάζεται η μητέρα του λοκρού ήρωα Δευκαλίωνα αλλά και η μητέρα του Ορχομενού, γενάρχισσα του οίκου των Μινύων.

Η Κλυμένη, τέλος, έπαιξε ρόλο στην αργείτικη παράδοση, αφού εμφανίζεται στενή συγγένισσα των Ατρειδών: σύμφωνα με το μύθο, ο πατέρας της Κατρέας, γιος του Μίνωα, την έδωσε στον Ναύπλιο, για να τη μεταφέρει μαζί με την αδερφή της Αερόπη σε ξένη χώρα. Ο Ναύπλιος όμως παντρεύτηκε την Κλυμένη και έδωσε την Αερόπη γυναίκα στον Πλεισθένη, γιο του Ατρέα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. (3)

Φαίνεται πως πρόκειται για τοπικές παραδόσεις, κάθε μια από τις οποίες «δίνει» στον ήρωα τη δική της μητέρα του τόπου, σε μια προσπάθεια να οικειοποιηθεί τον μύθο ή να διεκδικήσει την πατρότητά του. Αξιοσημείωτο πάντως στοιχείο και για τις τρεις παραλλαγές αποτελεί το γεγονός ότι και οι τρεις, Φιλύρα, Ησιόνη, Κλυμένη, έχουν κοινό χαρακτηριστικό, τη σχέση τους με το υγρό στοιχείο: Οι δύο πρώτες είναι κόρες του Ωκεανού και της Θέτιδας, η τρίτη εγγονή του θαλασσοκράτορα Μίνωα. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή ο Παλαμήδης είναι απόγονος ενός γνωστού θαλασσινού ήρωα, του Ωκεανού ή του Μίνωα.

Τελικά, από τις τοπικές παραδόσεις φαίνεται ότι επικράτησε η Κλυμένη, ίσως γιατί, την πρόβαλαν οι τραγικοί ποιητές, ή γιατί ο μύθος της, αιτιολογεί τη στενή επικοινωνία του Ναυπλίου με τη γειτονική σ’ αυτό πρωτεύουσα του μυκηναϊκού κράτους καθώς και τις επιδράσεις, που αναμφισβήτητα δέχτηκε ο μυκηναϊκός από τον μινωικό πολιτισμό.

Όσον αφορά τον πατέρα του, καμιά μαρτυρία δεν αμφισβητεί πως είναι ο Ναύπλιος, με τα πρόσωπα  του ψαρά (Αλκιδάμαντας, ‘Οδυσσεύς ), ή του αργοναύτη (Αργοναυτικά του Ορφέα , Υγίνος, Μύθος ), ή και χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα: ο μοναδικός γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, εγγονός από πέμπτη γενιά ενός άλλου Ναυπλίου, που εκείνος ήταν αργοναύτης (Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου).

Σχετικά με την καταγωγή του, από τις μαρτυρίες που υπάρχουν, οι δύο τον αναφέρουν ως Αργείτη (Τάκιτος, Annales, Υγίνος Μύθος ), η μια ως Ευβοιώτη (Γρηγ. Ναζιανζηνός, Λόγος) – καμιά ως Ναυπλιώτη. Φαίνεται, ότι ο Παλαμήδης, που η παράδοση τον θέλει γιο του Ναυπλίου και της Κλυμένης και εγγονό του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης γεννήθηκε στο Άργος, απ’ όπου αργότερα «μεταφυτεύτηκε» στο Ναύπλιο. Δηλαδή ο Παλαμήδης συνδέθηκε μέσα από το συγγενικό κύκλο του πατέρα του με το Άργος, για να γίνει αργότερα Ναυπλιώτης. Βέβαια οι μαρτυρίες του Τάκιτου και του Υγίνου είναι μεταγενέστερες, όταν πια το Ναύπλιο είχε χάσει την αυτονομία του, υποταγμένο στο γειτονικό Άργος, ήδη, από την εποχή του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου. Από τότε το Ναύπλιο  εμφανίζεται στην αρχαία λογοτεχνία μόνο σαν λιμάνι του Άργους.

 

Ο Παλαμήδης μπροστά στον Αγαμέμνονα. Πίνακας του Ρέμπραντ,1626. Museum De Lakenhal.

 

Ο Όμηρος δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τον Παλαμήδη. Η σιωπή του, δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, αν ο επικός Όμηρος γνώριζε το μύθο του Παλαμήδη, αν δηλαδή ο μύθος ανάγεται ή όχι στο παραδοσιακό υλικό, που είχε στη διάθεση του ο ποιητής. Δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Όμηρος αγνοούσε τον Παλαμήδη.

Υπάρχουν σημεία στα δύο ομηρικά έπη που φαίνεται να υπαινίσσονται τον ήρωα. Όπως, παρατηρεί ο Μ. Χριστόπουλος (4): α) στο ω 118-9 υπάρχει υπαινιγμός στην πρεσβεία των Αχαιών που είχε σταλεί στην Ιθάκη προκειμένου να πείσει τον Οδυσσέα να ακολουθήσει τους Αχαιούς στην Τροία β) Υπάρχουν δυο αποσπάσματα στην Ιλιάδα όπου ο Οδυσσέας αυτοπαρουσιάζεται ως γιος του Τηλέμαχου, κάτι που ίσως αποτελεί υπαινιγμό στην απειλή της ζωής του μικρού Τηλέμαχου από τον Παλαμήδη στην Ιθάκη. γ) Στη ραψωδία Κ (Δολώνεια) υφέρπει η παρουσία του Παλαμήδη.

Ο Γοργίας, σοφιστής και ρήτορας, γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας, περίπου το 490 π.Χ και έζησε σύμφωνα με τις πηγές 105 ή 109 χρόνια. Έφτασε στην Αθήνα το 427 π.Χ. Την εποχή του Γοργία, στην Αθήνα, στο πλαίσιο πλέον της πόλης-κράτους, η συμμετοχή στα κοινά και στα αθηναϊκά δικαστήρια απαιτεί την συμμετοχή των πολιτών και την άσκηση των δημοκρατικών τους καθηκόντων. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο σημαντική ήταν η ικανότητα του πολίτη να μπορεί να εκφράζεται με ευγλωττία και πειθώ. Οι σοφιστές που καταφθάνουν στην Αθήνα παρουσιάζονται ως δάσκαλοι της τέχνης του λόγου και υποστηρίζουν – με το αζημίωτο βέβαια – ότι μπορούν να κάνουν τους πολίτες ικανότατους στη χρήση του λόγου. Ανάμεσα στους σοφιστές, ο Γοργίας περισσότερο από κάθε άλλον έβαλε στην διδακτική του ατζέντα την ρητορική και πιστώνεται μάλιστα με τον ορισμό της ως «πειθοῦς δημιουργός». Κατά τη διδασκαλία του είναι πιθανό ότι παρουσίαζε ένα λόγο-πρότυπο, τον οποίο οι μαθητές του έπρεπε ν΄ αποστηθίσουν και να τον μιμηθούν. Αυτοί οι λόγοι, «εκμεταλλεύονταν» μυθικά θέματα (π.χ μύθος του Παλαμήδη) για την άντληση επιχειρημάτων, τα οποία όμως, έχουν δυνατότητα εφαρμογής και σε σύγχρονα, εκφραζόμενα της εποχής του. Ο Γοργίας κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους σοφιστές και η συμβολή του στην εξέλιξη της ρητορικής είναι σημαντικότατη. Έγραψε «Τέχναι» – εγχειρίδια που έδιναν ρητορικές οδηγίες και περιείχαν λόγους-πρότυπα προς αποστήθιση

Στην λογοτεχνία, την περίοδο που ζει ο Γοργίας, από την αρχαϊκή ποιητική παράδοση (έπος, λυρική ποίηση) έχουμε περάσει στην εμφάνιση και την κυριαρχία της τραγωδίας, της κωμωδίας, την εξέλιξη πεζογραφικών ειδών (ιστοριογραφικά και δικανικά κείμενα) και την προβολή της φιλοσοφίας και της ρητορικής, ενώ παράλληλα αφθονούν τα ρητορικά εγχειρίδια που περιέχουν οδηγίες και τεχνικές για την παραγωγή λόγων. Την ίδια χρονική περίοδο αναπτύσσεται το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιοι σοφιστές αντλούν μυθικά πρόσωπα από την επική παράδοση και τα βάζουν να εκφωνούν λόγους (mytho-forensic speeeches).

Οι τέσσερις διασωθέντες λόγοι από την περίοδο αυτή, οι οποίοι ανήκουν στο είδος των mytho-forensic speeches, (δηλαδή λόγοι-υβρίδια, καθώς σ΄ αυτούς διασταυρώνεται ο μύθος με την ρητορική και η αρχαϊκή με την κλασική περίοδο). Παρά την ανταγωνιστική σχέση της ποίησης, ειδικά της ομηρικής και της σοφιστικής, οι τέσσερις αυτοί λόγοι δείχνουν μια συμφιλιωτική τάση ανάμεσα στις δύο: μυθικά πρόσωπα που απαντούν στην προγενέστερη ποίηση γίνονται φορείς σοφιστικών τεχνικών. Προφανώς, οι σοφιστές των λόγων αυτών χρησιμοποιούν μυθικές φιγούρες, για να κάνουν τους λόγους τους προσφιλέστερους στους μαθητές τους. Ένας από αυτούς τους τέσσερις λόγους είναι και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία» του Γοργία.

Συνοπτικά το περιεχόμενο του λόγου έχει ως εξής: ο Παλαμήδης ενώπιον ενός υποτιθέμενου δικαστηρίου προσπαθεί να πετύχει την αθώωσή του υποστηρίζοντας ότι δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Λέει στους δικαστές ότι αυτό που πραγματικά φοβάται δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ατιμωτική θανάτωση. Κατόπιν, επιχειρηματολογεί πάνω σε δυο άξονες – του δυνατού και της βούλησης -, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα να προδώσει τους Έλληνες στους Τρώες και ότι ακόμα και αν την είχε δε θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως απευθύνεται στον κατήγορο του τον Οδυσσέα χωρίς, όμως, να επιτίθεται στο ήθος του κατηγόρου. Αντίθετα, αναφέρεται στις δικές του αρετές.

Στην Υπέρ Παλαμήδους Απολογία του Γοργία, ο Γοργίας χρησιμοποιεί τη μυθική μορφή του Παλαμήδη ως φορέα επιχειρημάτων, ο μύθος συνδέεται στο λόγο του Γοργία, με τη ρητορική και τίθενται οι βάσεις για την παρουσίαση του Παλαμήδη ως σοφιστή.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος παρουσιάζει τον μυθικό Παλαμήδη σε δύο έργα του: α) Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα και τον β) Ηρωϊκό. Ο Φλάβιος Φιλόστρατος ήταν μέλος μιας αθηναϊκής οικογένειας με καταγωγή από τη Λήμνο και ταυτίζεται από τους μελετητές με τον δεύτερο από τους τρεις συγγραφείς που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως γνωρίζουμε από το βυζαντινό λεξικό της Σούδας του 10αι. μ.Χ. Γεννήθηκε γύρω στο 170 μ.Χ. και πέθανε στα μέσα περίπου του 3 αι. μ.Χ.. Μεγάλωσε στην Αθήνα και έλαβε ρητορική εκπαίδευση σ΄ αυτή την πόλη με την έντονη σοφιστική δραστηριότητα. Πιθανώς πριν το 207 μ.Χ. εντάχθηκε στον κύκλο της Ιουλίας Δόμνας, μητέρας του αυτοκράτορα Καρακάλλα. Για την περίοδο που ζει ο σοφιστής Φιλόστρατος λόγω της μεγάλης εμβέλειας που αποκτά η ρητορική έχει επικρατήσει ο όρος «Δεύτερη Σοφιστική», ο οποίος μάλιστα ήταν επινόηση του ίδιου του Φιλόστρατου.

Στο «Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα» παρακολουθούμε την πορεία και τα ταξίδια του νεοπυθαγόρειου φιλοσόφου Απολλώνιου, κατά τη διάρκεια των οποίων εκτελεί διάφορα θαύματα, ενώ συνοδεύεται από τον μαθητή του, τον Δάμη από τη Νινευή. Στο τέταρτο βιβλίο συναντάμε τον Παλαμήδη όταν ο Απολλώνιος επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα κοντά στην Τροία. Ο ήρωας εν είδει ποιητή θα αποκαλύψει στον Απολλώνιο ορισμένες αλήθειες για τον τρωϊκό πόλεμο σε μια συνάντηση που αφορμάται εν μέρει από την παράδοση που ήθελε τον ίδιο τον Όμηρο να επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα, να τυφλώνεται από την λάμψη των όπλων του και ως αντάλλαγμα γι΄αυτό το συμβάν οι Μούσες να του χαρίζουν το δώρο της ποίησης. Από τα λόγια του Αχιλλέα για τον Παλαμήδη διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας μέσα από μια σωρεία επιθέτων σε υπερθετικό βαθμό (π.χ.«σοφώτατος,… μαχιμώτατος…) θεωρεί τον Παλαμήδη μια εξέχουσα μορφή που ξεπερνούσε τους άλλους συμπολεμιστές του στη σοφία, την ομορφιά και την ικανότητα στον πόλεμο. Ο Παλαμήδης παρουσιάζεται ως πρότυπο ανδρείας και σοφίας, κάτι που θα επιδιώξει ο Φιλόστρατος πολύ περισσότερο στον «Ηρωϊκό». Ο Αχιλλέας προτρέπει τον Απολλώνιο που μοιράζεται το ίδιο χαρακτηριστικό με τον Παλαμήδη (δηλ. τη σοφία) να πάει στον τάφο του ήρωα που βρίσκεται στα μικρασιατικά παράλια απέναντι από τη Μήθυμνα της Λέσβου, να φροντίσει τον τάφο του και να αναστηλώσει το πεσμένο άγαλμα του ήρωα, κάτι που ο Απολλώνιος θα σπεύσει να εκτελέσει. Όταν φτάνει στον τάφο του ήρωα, τον χαρακτηρίζει σοφό σ΄όλα, πηγή της γλώσσας, των Μουσών και του ίδιου του του εαυτού και ετοιμάζεται να αποκαταστήσει την αδικία που του έκαναν οι Αχαιοί φροντίζοντας την ανέγερση του αγάλματός του.

Στον «Ηρωϊκό» ο ήρωας αποτελεί μια από τις τρεις σπουδαιότερες μορφές – ήρωες του έργου μαζί με τον Πρωτεσίλαο και τον Αχιλλέα. Στο συγκεκριμένο έργο παρακολουθούμε ένα διάλογο που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Θράκης, τον Ελαιούντα, ανάμεσα σ΄ έναν αμπελουργό και έναν Φοίνικα έμπορο. Ο αμπελουργός έχει αφοσιωθεί στη λατρεία του ήρωα Πρωτεσίλαου που ήταν ο πρώτος από την πλευρά των Αχαιών που έχασε τη ζωή του στην εκστρατεία. Επιπλέον, ο αμπελουργός αποκαλύπτει ότι επικοινωνεί τακτικά με τον ήρωα Πρωτεσίλαο, ο οποίος είναι γνώστης όλων των ομηρικών ιστοριών, αλλά επιπλέον γνωρίζει και ιστορίες που είναι άγνωστες στους ποιητές. Ο Πρωτεσίλαος ισχυρίζεται ότι ο Όμηρος έδωσε μεγάλη σημασία μόνο στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, ενώ άλλους σημαντικούς ήρωες, όπως τον Παλαμήδη, τους παρέβλεψε. Ενώ ο αμπελουργός αποκαλύπτει στον Φοίνικα ιστορίες που έμαθε από τον Πρωτεσίλαο, παρουσιάζει  τους πρωταγωνιστές – ήρωες της τρωϊκής εκστρατείας, από τους οποίους άλλους εξετάζει μεμονωμένα και άλλους σε ζεύγη. Σ΄ αυτόν τον κατάλογο των ηρώων δίνει έμφαση στα ταλέντα, την εξωτερική εμφάνιση τους, καθώς και σε ανέκδοτα ηθικού χαρακτήρα. Τέλος, κρίνει τον τρόπο παρουσίασης τους από τον Όμηρο και κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις.

Και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) έγραψαν τρία ομώνυμα δράματα για τον συγκεκριμένο μυθικό ήρωα παρουσιάζοντάς τον ως θύμα της ίντριγκας του Οδυσσέα. Ειδικά ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δείχνουν να ευνοούν τον Παλαμήδη εις βάρος του Οδυσσέα, και το μυθικό υλικό που διαθέτουν για τον Παλαμήδη υφίσταται μια «πολιτικοποίηση», η οποία ενσαρκώνει την κόντρα ισχυρών και αδυνάμων που βρίσκει αντιστοιχίες στην πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας του 5αι. π.Χ. Συνεπώς, την περίοδο αυτή, προβάλλει έντονα η πολιτική πλευρά των ηρώων, η οποία είχε δευτερεύουσα θέση στο έπος.

Από τον 6αι. π.Χ. ο Όμηρος δέχτηκε κριτική για τον τρόπο που παρουσίαζε τους θεούς και για την αξιοπιστία των γεγονότων που διηγείται, με τον Πλάτωνα να καταδικάζει τα ομηρικά ποιήματα ως ανήθικα και επικίνδυνα. Μαζί με τη φήμη του Ομήρου, όπως ήταν αναμενόμενο, επηρεάστηκε αρνητικά και η φήμη του Οδυσσέα. Ένα από τα αρνητικά επεισόδια της ζωής του Οδυσσέα, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι επικριτές του, ήταν ο άδικος θάνατος του Παλαμήδη.

Ο Παλαμήδης από τον 5αι. π.Χ. έχει γίνει το αρχέτυπο του αθώου μάρτυρα που νικιέται από τους ισχυρούς. Για τις ιδιαίτερες ιδιότητες και εφευρέσεις που αποδόθηκαν στον Παλαμήδη ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει ο Φιλόστρατος, που ζει και γράφει σε μια εποχή σημαδεμένη από το μυστικισμό και τη μαγεία.

Στην εποχή του σοφιστή οι μυστηριακές Θρησκείες της ανατολής, που από καιρό είχαν εισβάλει στη Δύση, κυριαρχούν σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια και, ανακατεμένες με τους θεούς του ελληνορωμαϊκού πανθέου, δημιουργούν μια πανσπερμία θρησκειών και λατρειών. Τις καινούργιες θρησκείες τις αγκάλιασαν τα πλατιά λαϊκά στρώματα των υπηκόων της αυτοκρατορίας που, εξαθλιωμένα καθώς ήταν από την οικονομική τους ιδιαίτερα κατάσταση, έβρισκαν σ’ αυτές την παρηγοριά για μια μεταθανάτια λύτρωση, αλλά και πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς που αισθάνονταν την ανάγκη να βρουν στήριγμα στις υπερφυσικές δυνάμεις, καθώς δεν τους ικανοποιούσε η επίσημη θρησκεία Η εισβολή αυτών των θρησκειών έδωσε μεγάλη ώθηση στην αστρολογία και τη μαγεία. (Οι άνθρωποι πάντα αισθάνονταν την ανάγκη να προβλέψουν το μέλλον τους).

Η επίδραση της εποχής λοιπόν θεωρείται δεδομένη στον «Ηρωικό» και τη βλέπουμε ίσως και σε μερικές λεπτομέρειες του μύθου του Παλαμήδη, στον οποίον επίσης θα μπορούσαν να ανιχνευθούν και σημεία του νεοπυθαγορισμού, όπως :

  • Όταν έγινε έκλειψη ηλίου, οι Αχαιοί άρχισαν να ανησυχούν θεωρώντας αυτό το συμβάν οιωνό για τον πόλεμο. Ο Παλαμήδης, για να τους καθησυχάσει, τους δίνει μια λογική ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας ότι η σελήνη πέρασε εκείνη τη στιγμή μπροστά από τον ήλιο και αυτό εξηγεί την επικράτηση σκοταδιού για λίγο. Ωστόσο, δίνει και θρησκευτική ερμηνεία. Αν ο οιωνός αυτός προμηνύει κάτι κακό, η βλάβη θα είναι για τους Τρώες, γιατί σε εκείνους οφείλεται ο πόλεμος. Κατόπιν υποδεικνύει στο στράτευμα τελετουργικά μέσα (προσευχές και θυσία στον ήλιο), τα οποία συνδέονται με αρχαίες τελετουργίες σχετιζόμενες με τον έλεγχο του καιρού. Από το επεισόδιο αυτό ο Παλαμήδης εμφανίζεται να έχει γνώσεις αστρονομίας και να είναι μάντης, αφού μπορεί να ερμηνεύει τα σημάδια.
  • Στον «Ηρωϊκό» ο Παλαμήδης ούτε πλοία διαθέτει, ούτε υπηρέτρια και ερωμένη ούτε δέχεται τα χρήματα των Αχαιών ούτε του αρέσει η επιδίωξη του πλουτισμού. Διαφαίνεται δηλαδή μια τάση για ασκητική ζωή, όπου μπορούν ν’ ανιχνευθούν επιδράσεις του νεοπυθαγορισμού, ενός από τα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής.

Στην ικανότητα του να βρίσκει λύσεις χρωστάει, μάλλον ο Παλαμήδης και τη φήμη του ως Πρώτου Ευρετού: έτσι ονομάστηκαν μία σειρά μυθικά αλλά και ιστορικά, κάποτε, πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις – ανάμεσα τους αρκετοί θεοί και ήρωες, όπως ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Αθηνά Εργάνη, ο Φορωνέας, ο Προμηθέας κ.ά.

Οι πρώτοι ευρετές εμφανίζονται να διεκδικούν (ή τους αποδίδονται) διάφορες εφευρέσεις τον 7ο/6ο π.Χ.αι. που είναι εποχή μεταρρυθμίσεων με νεωτερισμούς και εφευρέσεις, εποχή που το άτομο συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητα του και προσπαθεί να ξεχωρίσει από το σύνολο. Έτσι, ευρετές θεωρήθηκαν οι θεοί και ήρωες, που, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, είχαν διαπρέψει σε ανάλογα πράγματα (μ’ αυτά που τους αποδίδονται) ή που φαίνονταν προορισμένοι, για την κάθε εφεύρεση, με βάση την ιδιαίτερη συμπεριφορά τους.

Είναι γνωστό ότι σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς της ανατολής και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο τα γράμματα, είχαν θεϊκή προέλευση και ήταν προνόμιο μιας ειδικής τάξης, – του ιερατείου -, που απολάμβανε γι’ αυτό ξεχωριστή τιμή. Αλλά και ο Παλαμήδης, σύμφωνα με το Φιλόστρατο, με Θεία αποκάλυψη βρήκε τα γράμματα: έγώ γράμματα ούχ εύρον αλλ’ υπ’αυτών ευρέθην’ εν Μουσών οίκω κείμενα εδείτο ανδρός τοιούτου, θεοί δε τα τοιαύτα δι’ανδρών σοφών αναφαίνουσι (Ήρωικός,. 33,11).

Τα γράμματα λοιπόν έχουν άμεση σχέση με το μυστικισμό και τη μαγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι την εφεύρεση διεκδικούν μυθικές μορφές που η σχέση τους με τη μαγεία είναι γνωστή, όπως ο Ερμής, ο Σίσυφος, ο Κάδμος, και ο Προμηθέας.

Το πιο παλιό και το πιο μεγάλο ελληνικό ζάρι. Στο ανθρώπινο κεφάλι, που εικονίζεται στη μια πλευρά του ζαριού, η αρχαιολόγος Karusu αναγνωρίζει τον Παλαμήδη. Με βάση τα χαρακτηριστικά της παράστασης η Karusu συμπεραίνει πως πρόκειται για έργο του ζωγράφου των Κριών, που έζησε στα μέσα του 7ου π.Χ. αι. – το ζάρι, όπως λέει, πρέπει να το τοποθετήσουμε στα πρώιμα έργα του καλλιτέχνη. Στο α ‘ μισό του 7ου π.Χ. α ι. το χρονολογεί και ο Ι . θ . Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία , τ. 5, Αθήνα 1986.

Οι πεσσοί επίσης δεν είναι ελληνική εφεύρεση. Το παιγνίδι αυτό με τη γενική έννοια του όρου το συναντάμε πολύ νωρίς στους αρχαίους πολιτισμούς των ανατολικών λαών. Υπολογίζεται ότι οι Αιγύπτιοι ήδη από το 3000 π.Χ. γνώριζαν ένα επιτραπέζιο παιγνίδι με πεσσούς. Στη Μεσοποταμία ανακαλύφτηκαν λείψανα ενός τέτοιου παιγνιδιού, ενώ βρέθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός παιγνιδιού με πεσσούς και σε πολιτισμούς παράλληλους με τον αιγυπτιακό, όπως ο κρητομυκηναϊκός. Οι πεσσοί λοιπόν είναι γνωστοί στα μυκηναϊκά χρόνια και άσχετα με το αν τους ξαναφέρνουν αργότερα στον ελληνικό χώρο, όπως και τα γράμματα, οι Φοίνικες, μπαίνουν δικαιωματικά στον τρωικό κύκλο, όπου συνδέονται με τον εφευρέτη. Με γνώση της λειτουργίας του παιγνιδιού στο στρατό, που βαριέται και δυσανασχετεί – πολύ περισσότερο αν υπάρχει και πείνα – πλάθεται ένας μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Παλαμήδης «εφευρίσκει» με κάποια ευκαιρία τους πεσσούς. Τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της εφεύρεσης τονίζει ο Σοφοκλής με τη φράση «τερπνόν αργίας άκος», ενώ παράλληλα φαίνεται να της αναγνωρίζει και παιδευτικό χαρακτήρα : «χρόνου τε διατριβάς σοφωτάτας».

Εκτός από τα γράμματα, τους πεσσούς και τα στρατιωτικά, τις πιο παλιές και πιο στενά συνδεμένες με τον Παλαμήδη εφευρέσεις, του αποδόθηκαν, σε μεταγενέστερες εποχές και άλλες εφευρέσεις, άλλοτε σχετικές με την όλη παρουσία του στο μύθο και άλλοτε όχι. Συμβαίνει λοιπόν και με τον Παλαμήδη ό,τι και με τους άλλους Πρώτους Ευρετές, τον Ερμή, την Αθηνά Εργάνη, τον Προμηθέα: οι μεταγενέστεροι δηλαδή με ευκολία απέδιδαν σ’ αυτούς καινούργιες εφευρέσεις, πέρα από τις συγκεκριμένες με τις οποίες ήταν συνδεδεμένο το όνομά τους.

 Αξίζει να αναφέρουμε τα μέτρα και σταθμά, μια εφεύρεση που συνδέεται άμεσα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση της εποχής. Οι κάτοικοι δηλαδή της Αργολίδας έψαχναν ένα εφευρέτη να του αποδώσουν το αργείτικο σύστημα μέτρων και σταθμών, που αυτήν την εποχή διεκδικούσε το προβάδισμα απέναντι στο αιγινητικό και το λυδικό-ιωνικό. Ένας ντόπιος ήρωας εφευρετικός, όπως ο Παλαμήδης, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.

Με την πληθώρα των εφευρέσεων που διεκδικούσαν την πατρότητα του Παλαμήδη, το όνομα του ταυτίσθηκε με την εξυπνάδα και την εφευρετικότητα: με αυτήν την έννοια το χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας όταν στο Φαιδρό (261d) χαρακτηρίζει το Ζήνωνα «Ελεατικό Παλαμήδη» και ο Εύπολις όταν σατιρίζοντας κάποια εφεύρεση τη χαρακτηρίζει «Παλαμηδική» Στους Βατράχους ο κωμικός Αριστοφάνης με την φράση «εύγε ω Παλάμηδες, ω σοφωτάτη φύσις», αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις ιδέες του Ευριπίδη για την αθηναϊκή πολιτική. Γενικότερα, άλλωστε, τον 5ο π.Χ. αι. οι όροι ευρετής, εύρημα, ευρίσκειν ταυτίζονται με τους όρους σοφιστής, σόφισμα, σοφίζειν.

Ωστόσο η επιλογή του Παλαμήδη δεν είναι τυχαία. Ο Παλαμήδης θα πρέπει να συγκέντρωνε ορισμένες εξαιρετικές ικανότητες, που κατάφεραν να επιζήσουν ως τον 3ο μ.Χ. αι., ώσπου να τις ανακαλύψει και να τις προβάλει, όπως απαιτούσε η εποχή του, ο Φιλόστρατος.

 

Υποσημειώσεις


  1. «Τα ποιήματα του κύκλου ιστορούν την ύλη τους σε χρονολογική σειρά από την αρχή ως το τέλος, έτσι που η δράση τους να κρατάει και μήνες και χρόνια ολόκληρα… Αντίθετα, η Ιλιάδα συσφαιρώνει την ύλη της γύρω από ένα επίπεδο μόνο, το θυμό του Αχιλλέα, σ’ ελάχιστες μέσα μέρες, και όμως είναι «Ι λ ι ά δ α» ιστορία δηλαδή, όλου του πολέμου της Τροίας : Ι. θ . Κακριδής, Ομηρικές Έρευνες.
  2. Ι. θ. Κακριδής, Προ Ομηρικά.
  3. Christopoulos M. (2014) «Odysseus, Diomedes, Dolon and Palamedes. Crimes of Mystery and Imagination» στο Χριστόπουλος Μ., Παΐζη – Αποστολοπούλου Μ. (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, 3-7 Σεπτεμβρίου 2013, Ιθάκη: Κέντρο Οδυσσειακών σπουδών: 153-66.

Βιβλιογραφία


  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ι. Θ.:- Ελληνική Μυθολογία,  Αθήνα 1986. «Ιστορία και σύγχρονη λαΐκή παράδοση», Ευθύνη, Μάρτης 1973. «Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο», Αθήνα 1979. «Ομηρικές έρευνες», Αθήνα 1967( = 1943). «Προομηρικά, Ομηρικά, Ησιόδεια», Αθήνα 1980.
  •  ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΛΥΡΑ Γ.(1987) «Ο μύθος του Παλαμήδη στην αρχαία ελληνική γραμματεία», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • «Από την Πρώτη στη Δεύτερη Σοφιστική: η περίπτωση του Παλαμήδη», ΕΚΠΑ, Τμήμα Φιλολογίας, Κατεύθυνση  Κλασική, Αθήνα, 2015. «Σεμινάριο Η’ Εξαμήνου: Αβδούλου Ελένη Επόπτης Καθηγητής: Καραδήμας Δημήτρης.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην οργάνωση και Διοίκηση

Τέως Διευθύντρια του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων

Read Full Post »

Ομιλία στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» με θέμα: «Η παρουσία και η επαγγελματική δραστηριοποίηση των Αρμενίων στο Ναύπλιον κατά την πεντηκονταετία 1920 – 1970».


 

O Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016   και ώρα 7 μ.μ. στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο, θα μιλήσει: η Χαρά Κοσιγιάν, Σύμβουλος Φιλολόγων Δ/θμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου, με θέμα:

«Η παρουσία και η επαγγελματική δραστηριοποίηση των Αρμενίων στο Ναύπλιον κατά την πεντηκονταετία 1920 – 1970».

 

Χαρά Κοσεγιάν  


 

Χαρά Κοσεγιάν

Χαρά Κοσεγιάν

Η Χαρά Κοσεγιάν – Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης – γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ζει στη Ρόδο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1982-1986 και το 2002 ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής ήταν το «Αναμορφωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο». Εξειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στη διδακτική της γλώσσας σε παιδιά με Μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τώρα εργάζεται προς την κατάκτηση μεταδιδακτορικού στο Πανεπιστήμιο Πατρών με θέμα «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γεωεπιστήμες». Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (ΤΕΠΑΕΣ) στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξειδίκευση στους μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες.

Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων- τόσο επιστημονικών όσο και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος- σε εφημερίδες και περιοδικά.

Από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου και εργάζεται ως εμπειρογνώμων για τη ανάπτυξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, στο Πλαίσιο της πράξης Νέο πρόγραμμα σπουδών, στο επιστημονικό πεδίο: Ελληνική Γλώσσα- Γλωσσικός Γραμματισμός.

Στον επιστημονικό χώρο έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων που αφορούν τη Διδακτική Μεθοδολογία και την Ελληνική γλώσσα και Γραμματεία.

 

Read Full Post »

Οίακας (Οίαξ)


 

Ο Οίακας ήταν μυθικός ήρωας, γιος του Αργοναύτη Ναυπλίου και της Κλυμένης, αδελφός του Παλαμήδη και του Ναυσιμέδοντα. Πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Παλαμήδη.

Ο Οδυσσέας, έχοντας παλιές διαφορές με τον Παλαμήδη, πέτυχε από τη συνέλευση των Αχαιών τη θανάτωσή του και ο Οίακας, θέλοντας να ενημερώσει τον πατέρα του για το θάνατο του αδελφού του, έγραψε τα σχετικά με το γεγονός αυτό σε κουπιά και τα έριξε στη θάλασσα. Ένα από αυτά έφθασε κάποτε στα χέρια του Ναυπλίου στην Εύβοια και τότε ο Ναύπλιος, οργισμένος για το άδοξο τέλος του γιου του, άρχισε να ανάβει φωτιές στις βραχώδεις ακτές του Καφηρέως (το σημερινό ακρωτήριο Κάβο-Ντόρο της Εύβοιας) ώστε να νομίζουν οι Αχαιοί, που επέστρεφαν από την Τροία, ότι πλησιάζουν σε λιμάνι και έτσι να ρίχνουν τα πλοία τους στους βράχους.

Ο Ναύπλιος, όταν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε μόνο το πλοίο του Οδυσσέα επειδή έπνευσαν αντίθετοι άνεμοι, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Ο Οίακας, συνεχίζοντας την εκδίκηση του πατέρα του, έπεισε, όταν γύρισε στην Ελλάδα, τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα να σκοτώσουν τον Αγαμέμνονα και αργότερα οι Ναυπλιείς τάχθηκαν και εναντίον του Ορέστη όταν αυτός γύρισε στις Μυκήνες για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του. Τον Οίακα σκότωσε ο Πυλάδης, αδελφικός φίλος και σύντροφος του Ορέστη.

 

Πηγή


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Read Full Post »

Μερικές παλαιές εφημερίδες του Ναυπλίου


 

Από την Απελευθέρωση του Ναυπλίου το 1822 μέχρι σήμερα πρέπει να έχουν εκδοθεί πάνω από 100 τίτλοι εφημερίδων με έδρα την πόλη αυτή. Παρουσιάζουμε παρακάτω ορισμένες, οι οποίες χρησίμευσαν μεταξύ άλλων ως  υλικό για τη συγγραφή της Ιστορίας του Ναυπλίου του Θεοδόση Δημόπουλου, συγγραφή που τελείωσε το 1949 κι εκδόθηκε μόνο το 2010 μετά το θάνατο του συγγραφέα το 1959 (Θεοδόση Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, δύο τόμοι, 2010, Εισαγωγή-Επιμέλεια Γ. Ρούβαλης).

Αναγκαστικά λοιπόν τα παρακάτω λήμματα περιορίζονται στα τεύχη που διέθετε ο Δημόπουλος. Ορισμένοι τίτλοι όμως αντιπροσωπεύονται από πληθώρα τευχών, όπως π.χ. το «Σύνταγμα», η «Ναυπλία», η «Αργολίς» και η «Ανεξαρτησία». Άλλοι τίτλοι όπως ο «Παλαμήδης», η «Αργολική», η «Δικαστική Εφημερίς» και η «Πρόοδος» εκπροσωπούνται από πολύ λίγα φύλλα. Έτσι, δεν είμαστε απολύτως σίγουροι για το σύνολο ετών έκδοσης κάθε τίτλου. Εννοείται ότι η πληθώρα των τοπικών ειδήσεων υπήρξε ένα πολύ πλούσιο υλικό για τον Δημόπουλο, για την περιγραφή της καθημερινής και πολιτικής ζωής στην πόλη τα χρόνια που καλύπτει το βιβλίο του και κυρίως τον 19ο αιώνα, όπως φαίνεται και από το δημοσιευμένο αποτέλεσμα. Για την παραχώρηση του αρχείου ευχαριστώ τον γιο του Θεοδόση Δημόπουλου, κύριο Σπύρο Δημόπουλο, που συνετέλεσε στην έκδοση του βιβλίου του πατέρα του.

Αναφέρουμε ακόμα ότι δυστυχώς πλήρη σώματα τούτων των εφημερίδων δεν υπάρχουν στο Ναύπλιο και μάλλον ούτε και στην Ελλάδα, ούτε καν πλήρες σώμα του «Συντάγματος», η έκδοση του οποίου διήρκεσε τόσο πολύ.

Στη Βιβλιοθήκη «Ο Παλαμήδης» υφίστανται φύλλα από ορισμένες εφημερίδες της πόλης και της Αργολίδος και περισσότερα για πιο πρόσφατες εφημερίδες, του 20ου αιώνα, π.χ. «Αργοναυπλία» 1956-61, «Αργολική Φωνή» 1946-62, «Ναυπλιακή Ηχώ», που άρχισε να κυκλοφορεί μάλλον το 1926 (μόνον τα έτη 1930-31 υπάρχουν και όχι 1950-54), το «Σήμα της Αργολίδος» 1958-61, τα «Ναυπλιακά Χρονικά» του  Θεόδωρου Κωστούρου 1953-56 και άλλες. Βλέπε σχετικά στο βιβλίο μου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1», έκδ. Ναύδετο, 2008, Κεφάλαιο «Οι εφημερίδες», σελ. 161-170, όπου γίνεται μια περιγραφή των πιο πρόσφατων τίτλων.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

1. ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ. Πολιτική Εφημερίς, Διευθυντής και Υπεύθυνος Νικόλαος Πιτσάκης, Δικηγόρος. Τύποις Λάμπρου-Ναύπλιον. Έτος ιδρύσεως 1926, δισεβδομαδιαία, δισέλιδη. Υποστήριζε το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη και ήταν φανατικά αντιβενιζελική. Στο πρώτο τεύχος βρίσκουμε άρθρο του Μιχαήλ Γούδα, υπουργού του εκτελεσθέντος Δημητρίου Γούναρη, με τίτλο «Ο βενιζελισμός και ο Ιωάννης Μεταξάς», όπου ομιλεί περί τριών βενιζελικών δικτατοριών και δέκα στρατιωτικο-βενιζελικών κυβερνήσεων με την πρόθυμη συνεργασία του Ιωάννη Μεταξά. Παρουσιάζεται επίσης στο ίδιο τεύχος ο συνδυασμός Αργολιδοκορινθίας του Λαϊκού Κόμματος για τις επερχόμενες εκλογές με κύριο τοπικό υποψήφιο τον Ιωάννη Μουτζουρίδη, πολιτευτή που η εφημερίδα προβάλει στα επόμενα τεύχη. Υπάρχουν επίσης άρθρα για άλλους Ναυπλιείς πολιτευτές και υποψηφίους, τον Γεώργιο Καρπετόπουλο και σχόλια για τους Κολιαλέξη και Παραβάντη.

 

ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ

ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ

 

2. ΑΡΓΟΛΙΚΗ. Εφημερίς πολιτική, δικαστική και κοινωνική. Διευθυντής Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης – ιδιοκτήτης Δημήτριος Ι. Δημητρίου. «Εμπρός, πάντοτε εμπρός προς το μέγα και υψηλόν, με πλήρη αυτοπεποίθηση – Μαξίμ Γκόργκυ». Έτος ιδρύσεως 1909, εβδομαδιαία, τετρασέλιδη. Έδρα Ναύπλιον και Λεωνίδιον (το 2ο έτος, το 1910). Το 1910 ο υπότιτλος αλλάζει: Εφημερίς των συμφερόντων του νομού Αργολιδοκορινθίας και της Κυνουρίας. Αντιβενιζελική. Δημοσιεύει κατάλογο υποστηρικτών της υποψηφιότητας στις εκλογές του Γ. Μουτζουρίδη. Υπάρχουν μικρές αγγελίες, τοπικές ειδήσεις και στις 4 Νοεμβρίου 1910 αναγγελία της πρώτης του θεατρικού έργου «Ο Πιπιάς» του Αντώνη Λεκκόπουλου, «με προεισαγωγική μελέτη του ημετέρου διευθυντού». Υπάρχουν ποιήματα, χρονογραφήματα, ειδήσεις για τους Έλληνες του Λόουελ Μασαχουσέτης, αστυνομικές ειδήσεις και κοινωνικά. Επίσης κατάλογοι ενόρκων, διαφημίσεις τραπεζών. Στο τεύχος 78, 10 Δεκεμβρίου 1910, ποίημα του Ζαν Μωρεάς, μεταφρασμένο από τον Μιλτιάδη Μαλακάση, άρθρον της στήλης δια τας γυναίκας για το μέλλον της γυναικός και ρεπορτάζ για τα Κερκυραϊκά γράμματα.

 

ΑΡΓΟΛΙΚΗ

ΑΡΓΟΛΙΚΗ

 

3. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ. Τιμή ετήσιας συνδρομής προπληρωτέας εν Ναυπλίω δραχμές 6. Διευθυντής Σπυρίδων Γιαννόπουλος, Δικηγόρος. Έτος ιδρύσεως 1894. Τύποις των εν Ναυπλίου εργοστασίων «Το Πανελλήνιον» Ανδρέου Ν. Κλεισιούνη. Συνεχόμενη αρίθμηση από τεύχος εις τεύχος. Στο τεύχος 23, έτος ζ’, 23 Απριλίου 1901, εκτενής οκτασέλιδη παρουσίαση της δίκης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με παράθεση διαφόρων εγγράφων της. Επίσης, πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του στρατάρχου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, 23 Απριλίου 1901, παρουσία της βασιλικής οικογενείας.

 

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

 

4. ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδος. Βλέπε το ομώνυμο λήμμα του Σπύρου  Ταλιέρη στην Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974, επιμέλεια Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου, τόμος Δ’, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2008, σελ. 151-153. Από Ιούνιο 1892 έως 1970. Ιδρυτής Παναγιώτης Ιωάννη Ιατρός, Διευθυντής – Ιδιοκτήτης Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Συντηρητική εφημερίδα, είχε ως διευθυντές τον φιλόλογο Θ. Αναγνωστόπουλο ή Σαλαβίστρα και αρθρογράφους  τον Πραξιτέλη Μουτζουρίδη, τον Ηλία Μπέζα, τον Α. Π. Τσακόπουλο, τον Αητονύχη (Θεόδωρο Κωστούρο) κι άλλους διανοούμενους. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974) υποστήριζε τη Χούντα.

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

Σύνταγμα – Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

 

5. ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ. Εκδιδομένη άπαξ της εβδομάδος. Έτος ιδρύσεως 1872-1895 περίπου. Τετρασέλιδος. Δημοσιεύει πολλές δικαστικές αποφάσεις, τοπικά σχόλια κ.λπ. Τύποις Ν.Θ. Σταυριανοπούλου. Δεν αναφέρεται όνομα διευθυντού.

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

 

6. ΑΝΑΤΟΛΗ. Εφημερίς του νομού Αργολιδοκορινθίας, πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων. Έτος ιδρύσεως 1915. Διευθυντής Ανδρέας Γ. Χαρμαντάς, Δικηγόρος. Γραφεία και τυπογραφεία παραπλεύρως του Δημοτικού Θεάτρου. Εκδίδεται κατά Κυριακήν. Συνδρομές εν Ναυπλίω δραχμές 4, εν λοιπή Ελλάδι 5, εξωτερικού 8, Αμερικής δολάρια 2, Τουρκία μετζήτια 3. Δημοσιεύει ποιήματα, ανταποκρίσεις από χωριά του νομού, τοπικά νέα, συγχαρητήρια για τα γενέθλια του βασιλέως Κωνσταντίνου, ποιήματα του Άγγελου Χαδιαράκου και κοινωνικά.

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

ΑΝΑΤΟΛΗ

 

7. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ. Έτος Α’ 1897, εκδίδοται κατά Πέμπτην. Δημοσιεύει κύριο άρθρο όπου ζητεί μεταρρυθμίσεις της πολιτειακής μηχανής, υπερασπίζεται τα δικαιώματα του νομού, νεκρολογίες, τοπικά στρατιωτικά νέα και κοινωνικά. Τύποις Ιωάννου Κ. Υψηλάντου. Τετρασέλιδος.

 

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ

 

8. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Εβδομαδιαία πολιτικοκοινωνική εφημερίς, εκδιδομένη υπό του ομωνύμου συλλόγου. Έτος Α’ 1912, αριθμός 1, 23 Δεκεμβρίου 1912. Το φύλλον 5 λεπτά. Υποστηρίζει τους βαλκανικούς πολέμους, δημοσιεύει ποιήματα του Στέφανου Μαρτζώκη, μικρά νέα και διηγήματα.

 

ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

 

9. ΠΡΟΟΔΟΣ. Εφημερίς πολιτική αρχών φιλελευθέρων. Έτος Ε, περίοδος Β’, Ναύπλιον, 15 Οκτωβρίου 1884, τετρασέλιδη. Η τήρηση του συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων (άρθρον 110 του Συντάγματος). Έτος ιδρύσεως 1879-1885 περίπου. Συντάκτης Χρ. Αναγνωστόπουλος, Δικηγόρος. Αντιπαρατίθεται προς την «Ανεξαρτησία» για το θέμα της αποθήκης ιματισμού και προς την «Αργολίδα» για τα άρθρα της περί σιδηροδρόμου.

 

ΠΡΟΟΔΟΣ

ΠΡΟΟΔΟΣ

 

10. ΝΑΥΠΛΙΑ. Εφημερίς δικαστική, φιλολογική, ειδήσεων, ποικίλων. Περιέχουσα νομολογίαν των Εφετείων και του Αρείου Πάγου, φιλολογικά, ειδήσεις ενίοτε και άλλα ποικίλα. «Τι δε σοφ’ωτατον; Χρόνος· ανευρίσκει γαρ πάντα (Θάλητος Μηλησίου)». Έτος ιδρύσεως 1866-1872. Φιλοβασιλική. Τύποις Κ. Ιωαννίδη. Τετρασέλιδος. Εκδιδομένης αντί δις ενίοτε τετράκις του μηνός εις ημίφυλλον.

 

ΝΑΥΠΛΙΑ

ΝΑΥΠΛΙΑ

 

11. Η ΑΡΓΟΛΙΣ. Εφημερίς του λαού. Εκδιδομένη άπαξ της εβδομάδος. Έτος ιδρύσεως 1865-1886. Τύποις Σ. Βίγγα. Τετρασέλιδος. Από το 1883 φέρει την προμετωπίδα «Σταγόνες ύδατος πέτρας κοιλαίνουσιν» και τα ονόματα των Σωτήριος Ε. Βίγγας, εκδότης και διευθυντής, και Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης, συντάκτης. Δημοσιεύει διεθνείς κι ευρωπαϊκές ειδήσεις, δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζει τον κρητικό αγώνα, ποιήματα για την Κρήτη, νέα από το οπλοστάσιο κ.λπ. Στις 30 Μαρτίου 1883 εκτενής και εξυμνητική νεκρολογία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Διάφορα νέα για την κατασκευή του σιδηροδρόμου.

 

Η ΑΡΓΟΛΙΣ

Η ΑΡΓΟΛΙΣ

 

 

Read Full Post »

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Παλαμήδης

 


 

 Ο Παλαμήδης ήταν ήρωας της Τρωικής εκστρατείας, εφευρέτης, συγγραφέας και δημιουργός. Ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης και ξεχώριζε για τη σοφία του.  

 Στον Παλαμήδη αποδίδονται η επινόηση των μέτρων και των σταθμών, η διαίρεση του έτους σε ώρες ημέρες και μήνες και η εφεύρεση διαφόρων παιχνιδιών (επιτραπέζιων και στρατηγημάτων) που ονομάζονται και του Παλαμήδους ή αθύρματα ή πεσσοί ή πεττοί.   

    

Το όνομα Παλαμήδης  

 


 

Όπως είναι γνωστό τα ονόματα που έδιναν οι πρόγονοί μας στα νεογέννητα παιδιά τους κατά την τελετουργία της ονοματοθεσίας τους, εξέφραζαν κατά κανόνα την επιθυμία τους για την πραγματοποίηση κάποιας ευχής των γονέων, που θα αφορούσε στα χαρίσματα και τις ιδιότητες που θα τα χαρακτήριζαν στην μετέπειτα ζωή τους ή για να διαπρέψουν στο επαγγελματικό στάδιο που θα ακολουθούσαν. 

Ο βασιλιάς Ναύπλιος όπως φαίνεται ήθελε ο πρωτότοκος γιος που θα τον διαδεχόταν να είναι προικισμένος με σοφία, επινοητικότητα, και πρακτικό νου. Γι’ αυτό του έδωσε το όνομα Παλαμήδης (παλάμη + μήδομαι).[1]  

Και όπως αποδείχθηκε ο Παλαμήδης ανταποκρίθηκε στις ευχές του ονοματοθέτη του, αφού τίμησε επάξια αυτό το τόσο αντιπροσωπευτικό γι’ αυτόν όνομα, στο οποίο πρόσωπο και δράση ταυτίζονται. Και ήταν ο πρώτος αλλά και ο μοναδικός στην Ιστορία που είχε αυτό το όνομα, από τα πανάρχαια χρόνια.  

Το όνομα λοιπόν Παλαμήδης συνδυάζει την πρακτική (παλάμη) με την πνευματική (μήδης) σοφία.  

Από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει επομένως η εικόνα μιας ηγεμονικής μορφής που εμπνέει σεβασμό και επιβάλλεται στους άλλους χάρη στις ικανότητές της να απλουστεύει και τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα, δίνοντας σοφές πρακτικές λύσεις.[2]  

    

Εφηβικά χρόνια  

   

Παλαμήδης

Ο Ναύπλιος, καθώς προόριζε τον πρωτότοκο γιο του για διάδοχό του στον θρόνο, φρόντισε να του δώσει όλα τα εφόδια που θα τον έκαναν ηγέτη αντάξιο της θεογέννητης προγονικής κληρονομιάς και του τόπου του. Γι’ αυτό, όπως ήταν συνήθεια των τότε ηγεμόνων, όταν ο Παλαμήδης έφτασε στο στάδιο της εφηβείας, τον έστειλε στον Κένταυρο Χείρωνα, τον σοφό παιδαγωγό του Πηλίου, κοντά στον οποίο μαθήτευαν όλες οι γενιές των ηρώων, που το όνομα τους έμεινε αθάνατο. 

 «Το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο των διάσημων μαθητών του Χείρωνα, δείχνει ότι ο ήρωας είχε καταξιωθεί ως ισότιμος με τους πιο γνωστούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας».  [3]  

Ο Φιλόστρατος στον Ηρωικό (IX, 1) τον παρουσιάζει όμοιο με άνθρωπο (ανθρώπω όμοιον) που τον διέκρινε σοφία στα λόγια και στα έργα. Είχε ποικίλες κυνηγετικές γνώσεις, δίδασκε τις τέχνες του πολέμου, εκπαίδευε γιατρούς και μουσικούς και διαμόρφωνε δίκαιους χαρακτήρες. Εκεί συναντήθηκε με τους άλλους βασιλικούς γόνους των Αργοναυτών και κατοπινούς αρχηγούς των Αχαιών, που μαζί πρωταγωνίστησαν στην Τροία.  

Κοντά στον Χείρωνα ο Παλαμήδης διδάχτηκε την τέχνη του πολέμου μαζί με τον Αχιλλέα, τον Νέστορα, τον Οδυσσέα τον Διομήδη, τον Αντίλοχο τον Αινεία, τον Πάτροκλο, τον Πρωτεσίλαο και τους Αίαντες, και την ιατρική, με συντροφιά τους γιους του Ασκληπιού Μαχάονα και Ποδαλείριο, αλλά και τον Αχιλλέα. Εκτός από την χειρουργική διδάχτηκαν την χρήση των βοτάνων του βουνού, για να καταπραΰνουν τους πόνους και να γιατρεύουν τις πληγές. Τους δίδαξε ακόμη ο Χείρων την αστρονομία, τη μουσική, τη μαντική και κυνηγετική τέχνη.  

Επιστρέφοντας στο Ναύπλιον μετά την μαθητεία του κοντά στον σοφό δάσκαλο, άρχισε να δείχνει τα μοναδικά χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Μιλούσαν με θαυμασμό γι’ αυτόν και γρήγορα η φήμη του ως «πεπαιδευμένου καί λογίου σοφού», εφευρετικού νου και ετοιμοπόλεμου, πέρασε τα σύνορα της Ναυπλίας.  

   

Πως ήταν ο Παλαμήδης  

 


  

 Ο Φιλόστρατος[4] και ο Α. Σταγειρίτης, μας δίνουν μια περιγραφή του Παλαμήδη, όπως την αφηγήθηκε ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαος:  

«Το ύψος του ήταν σχεδόν σαν του μεγάλου Αίαντα και η ομορφιά του εφάμιλλη με του Αχιλλέα, του Αντιλόχου, του Πρωτεσίλαου, – όπως λέει ο ίδιος- και του Τρωαδίτη Εύφορβου.  

Είχε γένια απαλά που σχημάτιζαν σιγά σιγά βοστρύχους, μαλλιά κοντά και τα φρύδια έδιναν ευγένεια στη μορφή του, ήταν ευθύγραμμα και έσμιγαν πάνω από τη συμμετρική και καλοσχηματισμένη μύτη του. Το βλέμμα του στις μάχες ήταν σταθερά προσηλωμένο και φοβερό, στην ανάπαυλα της μάχης φιλικό και οι ματιές γεμάτες καλοσύνη˙ λένε μάλιστα πως είχε τα μεγαλύτερα μάτια απ’ όλους τους ανθρώπους.  

Λέει ακόμα ότι ο Παλαμήδης γυμνός ήταν κάτι ανάμεσα σε βαρύ και ελαφρύ αθλητή και το κεφάλι του ήταν πιο ωραίο από τους χρυσούς πλοκάμους του Ευφόρβου. Είχε ρυπαρή κόμη και αυτό οφειλόταν στο ότι κοιμόταν όπου τύχαινε, γιατί παραμελώντας τελείως τον εαυτό του, έστρεφε όλη την φροντίδα του σε πολέμους φάλαγγες και την σωτηρία του στρατού. Πολλές φορές μάλιστα σε περιόδους ανακωχής, κατασκήνωνε στην κορυφή της Ίδης, διότι οι σοφοί από τις κορυφές μπορούν να μελετούν και να κατανοούν τα ουράνια φαινόμενα.  

Δεν είχε ακόλουθο ούτε κάποια δούλα ούτε Τέκμησσα ή Ίφη[5] για να τον λούζει ή να του στρώνει το κρεβάτι, αλλά όλα τα έκανε μόνος του και χωρίς τα απαραίτητα σκεύη.  

Όταν κάποτε του είπε ο Αχιλλέας «Παλαμήδη, ο κόσμος θα σε θεωρήσει αγροίκο επειδή δεν έχεις κάποιον να σε υπηρετεί», απάντησε: «Κι αυτά Αχιλλέα τι είναι;» απλώνοντας του τα δυο του χέρια».  

Επίσης και ο Αθαν. Σταγειρίτης (Ωγυγία Βίβλος Γ’σελ.460 ), γράφει:  

«Ο Παλαμήδης ήτο μακρόσωμος, λευκός, ξανθοκόμης και πιναροχαίτης (με ρυπαρή κόμη), επειδή δεν εφρόντιζε περί καλλωπισμού, αλλά περί πολέμου και φαλαγγών και σωτηρίας των στρατιωτών».  

Στη Λέσχη των Κνιδίων που υπήρχε στους Δελφούς, ο Παλαμήδης ήταν ο μοναδικός ήρωας του Τρωικού πολέμου που εικονιζόταν χωρίς γενειάδα:  

«Πάνω απ’ την Κασοτίδα είναι ένα κτίριο με τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.  Είναι αφιέρωμα των Κνιδίων και ονομάζεται από τους κατοίκους των Δελφών Λέσχη, επειδή τα παλιά χρόνια σ’ αυτό το κτίριο συνήθιζαν να συχνάζουν και να συζητούν για τα σοβαρότερα θέματα για τις μυθικές ιστορίες… Μέσα σ’ αυτό το οίκημα, ολόκληρη η ζωγραφιά προς τα δεξιά, παριστάνει την άλωση της Τροίας και τον απόπλου των Ελλήνων. Όλοι αυτοί εκτός του Παλαμήδη εικονίζονται με γενειάδα.»  [6]  

   

Τρωικός Πόλεμος  

 


  
 

Παλαμήδης - Η ανωτέρω προμετωπίδα δημιουργήθηκε από τον F. Bleys Wijck (1671-1746).

Όπως μας πληροφορεί ο Δίκτυς, στην Αυλίδα θεωρήθηκε ο πλέον άξιος να αντικαταστήσει τον Αγαμέμνονα, ιδιαίτερα χάρη στα πνευματικά και ηγετικά του προσόντα. Όταν τα πλοία με τα αχαϊκά στρατεύματα αναχωρούσαν για την Τροία, οι αρχηγοί της στήριξαν τις περισσότερες ελπίδες τους για νικηφόρα έκβαση της επιχείρησης στην σύνεση και ιδιοφυΐα του Παλαμήδη.  

Με την αποβίβαση των Αχαιών στα Τρωικά παράλια και από τις πρώτες εχθροπραξίες, ο εφευρετικός νους, η οργανωτική και στρατηγική μεγαλοφυΐα του Παλαμήδη, κυριάρχησαν, επισκιάζοντας τους άλλους ηγέτες. Φροντίζει για το στόλο, για τα οχυρωματικά του έργα, επιθεωρεί τις φρουρές.  

Πρώτη του φροντίδα ήταν η κατασκευή ενός ισχυρού αμυντικού τείχους, που θα αναχαίτιζε τις επιθέσεις των Τρώων και θα εμπόδισε την πρόσβασή τους προς το μέρος που είχαν αγκυροβολήσει τα αχαϊκά πλοία.  

Πριν από κάθε μάχη εκπονούσε το σχέδιο διεξαγωγής της και τον τρόπο παρατάξεως των στρατευμάτων, για να εξασφαλίσει την νικηφόρα και με τις λιγότερες απώλειες έκβαση της. Όπως γράφουν ο Φιλόστρατος στον «Ηρωικό» και ο Αθ. Σταγειρίτης στην «Ωγυγία», παραμελούσε τελείως τον εαυτό του, και το μόνο που τον απασχολούσε, κυρίως στις παραμονές των μαχών, ήταν ο σχεδιασμός της, ώστε να έχει αίσια έκβαση και η σωτηρία των ανδρών.  

Ως πολεμικός αρχηγός παρατάσσει και ενθαρρύνει τον ναυπλιακό στρατό για τη μάχη, πολεμά με γενναιότητα αλλά και σύνεση. Γι’ αυτό ακόμη και ο Αχιλλεύς επιζητούσε να τον έχει κοντά του στις μάχες και στις εκστρατείες κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων και χαιρόταν όταν πολεμούσαν ο ένας πλάι στον άλλον.  

Ανάμεσα στον Παλαμήδη και τον πιο γενναίο ήρωα του Τρωικού πολέμου είχε αναπτυχθεί μια στενή φιλική σχέση και συνεργασία. Είχαν αναλάβει τις εκστρατείες που πραγματοποιούσαν οι Αχαιοί στα περίχωρα της Τροίας και σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. I, 328-9) – που παραλείπει όπως πάντα τη συμμετοχή του Παλαμήδη – είχαν εκπορθήσει 23 πόλεις:  

«Όταν ο Αχιλλεύς ετοίμαζε την εκστρατεία κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων, ζήτησε να εκστρατεύσουν οι Αχαιοί μαζί με τον Παλαμήδη. Ο Παλαμήδης πολεμούσε με γενναιότητα και σύνεση, ενώ ο Αχιλλέας ήταν ασυγκράτητος και η υπερβολική ορμή του τον οδηγούσε σε αταξία. Γι’ αυτό χαιρόταν όταν πολεμούσε μαζί του ο Παλαμήδης, διότι συγκρατούσε την ορμητικότητά του και του υποδείκνυε πως πρέπει να πολεμά.  

Έμοιαζε με θηριοδαμαστή που μπορεί να ηρεμεί και να ξεσηκώνει γενναίο λιοντάρι και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να αφήνει τη θέση του, αλλά τοξεύοντας ταυτόχρονα και προφυλασσόμενος από τα βέλη, αποκρούοντας με την ασπίδα του και καταδιώκοντας τα στίφη των εχθρών».[7]  

Με τις ιατρικές του γνώσεις αντιμετώπισε αποτελεσματικά μια θανατηφόρα επιδημία λοιμού που μάστιζε την γύρω περιοχή και απειλούσε με αφανισμό τον αχαϊκό στρατό. Με την επινόηση των φρυκτωριών εγκατέστησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του δίκτυο επικοινωνίας με τις Μυκήνες και αναδείχθηκε ο πρόδρομος των τηλεπικοινωνιών.  

Παράλληλα ο Παλαμήδης συνέχισε να έχει την επιμελητεία, την ευθύνη δηλαδή του επισιτισμού όλου του στρατεύματος, που ήταν μία ακόμη αιτία της σύγκρουσης του με τον Οδυσσέα.  

Με τις διάφορες εφευρέσεις του, απαυγάσματα της «εντέχνου σοφίας» του, πρόσφερε παραμυθία, ψυχαγωγία και ειρηνική απασχόληση στους πολεμιστές, όταν δεν βρίσκονταν στα πεδία των μαχών, απομακρύνοντας τα δυσάρεστα επακόλουθα των επιδημιών που ενέσκηπταν στο στρατόπεδο και της απραξίας: Έριδες, κρούσματα απειθαρχίας, κρίσεις νοσταλγίας της πατρικής γης.  

Ο Παλαμήδης ήταν «ο από μηχανής θεός», η προσωποποίηση της ευρηματικότητας με μοναδική ικανότητα να δίνει την ιδανικότερη λύση και στην πιο δύσκολη κατάσταση, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και εκτός του πολέμου. Κάθε φορά που οι Αχαιοί συναντούσαν κάποιο δύσκολο εμπόδιο που τους έφερνε σε αδιέξοδο και άλλοτε σε απόγνωση, πρόστρεχαν στον Παλαμήδη. Και αυτός απλούστευε και το πιο δύσκολο πρόβλημα με τον δικό του ιδιοφυή τρόπο που άλλος δεν μπορούσε: Με την επινόηση μιας νέας εφευρέσεως, γέννημα της ιδιοφυίας του, που είχε χαρακτηριστικό της την σφραγίδα της τελειότητας.  

Και όταν οι έγνοιες του πολέμου του άφηναν για λίγο ελεύθερο τον σοφό νου, τότε έστρεφε το πρόσωπό του ψηλά στον έναστρο ουρανό, από όπου «τήν κατάληψιν των μετεώρων εντεύθεν από των υψηλοτάτων οί σοφοί ποιού­νται…», Άλλοτε πάλι αποθανάτιζε τις ηρωικές πράξεις που ζούσε σε έπη με συντροφιά τον μαθητή του Κόριννο, ή σκυμμένος στους άβακες, στοχαζόταν και σχεδίαζε γράμματα, αριθμούς, πεσσούς, για να κάνει καλύτερη την ζωή των ανθρώπων.  

Με τις τόσες υπηρεσίες που προσέφερε, είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων των ανδρών. Ο Αχιλλεύς και ο Αίας τον τιμούσαν ως ίσο τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία μαζί του.  

Προκάλεσε όμως το μίσος του Οδυσσέα όταν αποκάλυψε ότι η παραφροσύνη του ήταν τέχνασμα για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και τον φθόνο του, καθώς ο Οδυσσεύς ένιωθε μειωμένος μπροστά στη σοφία και την στρατηγική ιδιοφυία του Παλαμήδη στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου:  

   

«τά δέ Παλαμήδους ούκ ακήκοας πάθη;  

Τούτον γάρ δή πάντες υμνούσιν  

ώς διά σοφίας φθονηθείς υπό Οδυσσέως απόλλυται». [8]   

   

Για τα παθήματα του Παλαμήδη δεν έχεις ακούσει;  

Γιατί γι’ αυτόν όλοι συνέθεσαν ύμνους,  

ότι χάθηκε, επειδή φθονήθηκε από τον Οδυσσέα για τη σοφία του.  

(ελεύθερη απόδοση)  

   

Χρησιμοποιώντας ο Οδυσσεύς τις προσφιλείς του μεθόδους της δολοπλο­κίας και της διαβολής, κατόρθωσε να τον παρουσιάσει ένοχο εσχάτης προδοσίας, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό και μαρτυρικό θάνατο του σοφού παλικαριού.  

  

 Ο θάνατος του Παλαμήδη  

 


 

 Η αρχή της αιτίας που προκάλεσε τον άδικο και ατιμωτικό θάνατο του Παλαμήδη, ξεκινά από το αδυσώπητο μίσος του φθορέα ηρώων και εχθρού των αρίστων Οδυσσέα, στο οποίο προστέθηκε στη συνέχεια και ο φθόνος. Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί.  

Κάποτε ο Οδυσσέας αιχμαλώτισε ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ.  

Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις. Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, ο Οδυσσέας έβαλε κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη.  

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα.  

Συγκροτήθηκε αμέσως δικαστήριο που τον κήρυξε ένοχο προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο δια λιθοβολισμού, χωρίς να του επιτρέψουν το στοιχειώδες δικαίωμα να υπερασπισθεί την αθωότητα του.  

Έτσι αναπολόγητος ο αθώος σοφός ήρωας, μετά από τις τόσες υπηρεσίες που πρόσφερε σε ηγεμόνες και στρατό, οδηγήθηκε στον τόπο του θανάτου, σπιλωμένος από την επαχθή κηλίδα του προδότη.       

Μόνο ο στρατός του Αγαμέμνονα και του Οδυσσέα παρατάχτηκε για τον λιθοβολισμό του Παλαμήδη. Οι άλλοι άνδρες αρνήθηκαν να πάρουν μέρος και παρακολουθούσαν με την ψυχή πλημμυρισμένη από οργή και θλίψη για την ανόσια πράξη.   

Η άκρατη φιλαρχία του Αγαμέμνονα και ο φόβος απώλειας της εξουσίας, το σκοτάδι της ψυχής, η πανουργία και η προσφιλής συνήθεια του Οδυσσέα να εξυφαίνει υποχθόνια τεχνάσματα για να εξοντώνει τους καλύτερούς του, με συνεργό το φθονερό Διομήδη, σε μια ανίερη συμμαχία, είχαν υπερισχύσει  μπροστά στην αρετή, την πνευματική υπεροχή και την καθαρότητα της σοφίας του Παλαμήδη.    

   

 Η εκδίκηση του Ναυπλίου  

 


  

Το δεύτερο πιο τραγικό πρόσωπο της σκευωρίας, ήταν ο αδελφός του Παλαμήδη Οίαξ. Γνωρίζοντας καλύτερα από κάθε άλλον ότι ο αδελφός του έπεσε θύμα άθλιας πλεκτάνης, ζητούσε να πάρει εκδίκηση, αλλά ήταν ανήμπορος, μπροστά στους πανίσχυρους συνωμότες. Τον ναυπλιακό στρατό διοικούσε τώρα ο Διομήδης, ύστερα από εντολή του Αγαμέμνονα. Η μόνη του ελπίδα ήταν να βρει τρόπο να πληροφορήσει τον πατέρα του Ναύπλιο, για τον φρικτό θάνατο του αθώου Παλαμήδη.  

Ο γερο θαλασσοπόρος και παλιός πειρατής,[9] θα εύρισκε τον τρόπο να εκδικηθεί και να πάρει πίσω το αίμα του παιδιού του. Κατά τραγική ειρωνεία, ο μόνος τρόπος που μπορούσε να επικοινωνήσει με την μακρινή πατρίδα ήταν οι φρυκτωρίες, που είχε εφεύρει ο σοφός αδελφός του. Έπρεπε όμως να έχει την άδεια του Αγαμέμνονα, που τώρα ήταν ο χειρότερος εχθρός του.  

Καθώς τριγυρνούσε περιφρονημένος και αποξενωμένος στην παραλία γύρω από τα ναυπλιώτικα πλοία, το αδελφικό δαιμόνιο μίλησε μέσα του! Μάζεψε μερικά κουπιά και έπιασε να χαράζει με το ξίφος του στο πλατύ μέρος τους την θλιβερή είδηση . Έπειτα τα έριχνε ένα ένα στη θάλασσα, με την ελπίδα ότι κάποιο θα έφτανε στα χέρια του βασιλιά πατέρα τους.  

Πράγματι ένα κουπί έφτασε μέχρι τις ακτές της Εύβοιας όπου βρισκόταν ο Ναύπλιος. Διαβάζοντας το χαραγμένο οδυνηρό μήνυμα, επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο και ξεκίνησε για την Τροία. Εκεί παρουσιάστηκε στους υπαίτιους και απαίτησε να αποκαταστήσουν την τιμή του παιδιού του. Συνάντησε όμως την σκαιή συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και των συνενόχων του. Όσο για τους άλλους ηγεμόνες, κανένας δεν τολμούσε να εναντιωθεί στον βασιλιά αρχιστράτηγο και να αγνοήσει τις διαταγές του.  

Ο Αχιλλεύς και ο Αίας ήταν νεκροί.  

Έχοντας πειστεί ο Ναύπλιος για την αθωότητα του παιδιού του, πήρε τον Οίακα και έφυγε, αφού έδωσε όρκο ότι θα τιμωρήσει σκληρά τους συνωμότες προκαλώντας τους όσο πιο πολύ κακό μπορούσε.  

Φτάνοντας στην πατρίδα έβαλε αμέσως σε εφαρμογή τα εκδικητικά του σχέδια. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να περιέρχεται τα παλάτια των ενόχων βασιλιάδων που πολεμούσαν στην Τροία, και να τους κατηγορεί παντού, και πρώτα στις γυναίκες τους, τις οποίες παρακινούσε να απιστήσουν, φανερώνοντας τους ότι οι άνδρες τους είχαν συνάψει σχέσεις με άλλες γυναίκες και παλλακίδες, τις οποίες μάλιστα θα έφερναν μαζί τους όταν θα επέστρεφαν.  

Το ίδιο έκανε και ο Οίαξ, αρχίζοντας από την Κλυταιμνήστρα. Τα αποτελέσματα αυτών των διαβημάτων ήταν ολέθρια για τους ένοχους ηγεμόνες…  

Όταν τελείωσε ο πόλεμος και γύριζαν οι Αχαιοί στις πατρίδες τους νικητές, έβαλε τους άνδρες. του να ανάβουν μεγάλες φωτιές στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές του Καφηρέα, που ήξερε ότι ήταν ο θαλασσινός δρόμος της επιστροφής τους.  

Αυτές οι φωτιές ήταν παγίδες που παραπλανούσαν τα πλοία που περνούσαν. Οι κυβερνήτες οδηγούσαν προς το μέρος τους τα πλοία, πιστεύοντας ότι είναι υπήνεμοι όρμοι, με αποτέλεσμα να συντρίβονται πάνω στους κοφτερούς βράχους. Όσοι ναυαγοί γλίτωναν και τα κύματα τους έβγαζαν στη στεριά, έβρισκαν πιο φρικτό θάνατο. Οι άνδρες του Ναυπλίου τους κομμάτιαζαν με τα ξίφη τους.  

Από τότε έμεινε παροιμιώδης η φράση «Ναυπλίου Ευβοϊκά πυρπολήματα», που συνήθιζαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας όταν τις νύχτες έβλεπαν φωτιές στις παραλίες.  

Ανεβασμένος σ’ έναν ψηλό βράχο ο Ναύπλιος «ώς θαλάσσιος δαίμων»[10] όπως τον χαρακτήρισαν όσοι γνώρισαν την κακή πλευρά του, παρακολουθούσε με άγρια ικανοποίηση τον χαλασμό των καραβιών και τον εξολοθρεμό των ανδρών.  

Ανάμεσα στα λίγα πλοία που γλίτωσαν από την εκδικητική μανία του Ναυπλίου ήταν και του Οδυσσέα, αυτό που ήθελε να συντριβεί όσο κανένα άλλο. Την τελευταία στιγμή απομακρύνθηκε, παρασυρμένο από αντίθετο άνεμο.  

Όταν είδε ο Ναύπλιος ότι ο κύριος υπεύθυνος για τον θάνατο του παιδιού του σώθηκε, κυριευμένος από απελπισία ρίχτηκε στη θάλασσα, για να βρει το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Όσο για τον Οδυσσέα, βρήκε την τιμωρία που του άξιζε από τον Ποσειδώνα.  

Ο θεός της θάλασσας οργισμένος όχι εξαιτίας του ανθρωποφάγου Πολύφημου που θέλει ο Όμηρος, αλλά για τις δολοπλοκίες που είχε εξυφάνει σε βάρος του Παλαμήδη, που όπως είδαμε ήταν απόγονός του, αφού τον καταδίκασε να θαλασσοδέρνεται δέκα ολόκληρα χρόνια, του έστειλε τέλος μέσα από το θαλασσινό βασίλειό του τον θάνατο.  

Η ιστορία του Ναυπλίου, του τραγικού πατέρα, που τόσο σκληρά τον χτύπησε η μοίρα ενώ πλησίαζε στη δύση της ζωής του, δεν άφησε ασυγκίνητους τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές μας. Τα έργα όμως που έγραψαν γι’ αυτόν, είχαν την ίδια τύχη με αυτά που είχαν θέμα τον Παλαμήδη, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα.    

     

Οι εφευρέσεις του Παλαμήδη  

 


  

Τον σοφό γιο του Ναυπλίου και τραγικό ήρωα του Τρωικού πολέμου Παλαμήδη, εκτός από την ενασχόλησή του με τις επιστήμες και την επική ποίηση, του αποδίδεται και ένας μεγάλος αριθμός σπουδαίων εφευρέσεων, προϊόντων της εντέχνου σοφίας του, με χαρακτηριστικό τους την άμεση πρακτική εφαρμογή.  

Οι εφευρέσεις του αυτές τον έχουν κατατάξει μεταξύ των πρώτων ευρετών όπως ονομάστηκαν μυθικά αλλά και ιστορικά πρόσωπα, θεοί και ήρωες, στους οποίους αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις, όπως ο Απόλλων, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Εργάνη Αθηνά, ο Λίνος, ο Δαίδαλος, ο Προμηθεύς, ο Φορωνεύς κ. ά.  

Υπήρξε ιατρός, αστρονόμος και άριστος εποποιός, αλλά όπως μας πληροφορεί το λεξικό Σουίδα και η αρχαία παράδοση, τα έπη του εξαφανίστηκαν από τους απογόνους του Αγαμέμνονος δια βασκανίαν δηλ. από ζηλοφθονία.  

Εφεύρε ακόμη την αλφαβητική γραφή, και τους αριθμούς, τους πεσσούς και τους κύβους, τα μέτρα και τα σταθμά, επινόησε τις φρυκτωρίες, τον άβακα, τα νομίσματα και την υποδιαίρεση του χρόνου.  

   

 Το τέλος μιας ένδοξης γενιάς   

 


  

Μετά τον τραγικό χαμό του Παλαμήδη και του βασιλιά πατέρα του, στο Ναύπλιο κυβερνούσαν τα παιδιά που είχαν απομείνει, ο Οίαξ και ο Ναυσιμέδων. Αλλά η κακοδαιμονία που μάστιζε τον Ναυπλιακό οίκο δεν έλεγε να τελειώσει. Ο Ορέστης θεωρούσε τον βασιλιά Ναύπλιο και τον Οίακα υπεύθυνους για τον θάνατο του πατέρα του, επειδή είχαν ξελογιάσει την μητέρα του και την είχαν παρακινήσει στην απιστία. Αφού γύρισε στις Μυκήνες και τιμώρησε τον φονιά του πατέρα του, θέλησε να αποτελειώσει το εκδικητικό έργο του, ξεκληρίζοντας και αυτήν την εχθρική του γενιά.  

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι τα αδέλφια είχαν συμμαχήσει με τον Αίγισθο. Μία παλαιότερη τραγωδία του Στησιχόρου που λίγα αποσπάσματά της έχουν διασωθεί, ανέφερε ότι ο Οίαξ είχε πάρει γυναίκα του την κόρη του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας Ηριγόνη. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν στις μάχες που ακολούθησαν, τα αδέλφια παρατάχθηκαν στο πλευρό του Αίγισθου. Εκεί έπεσαν πολεμώντας από το σπαθί του Πυλάδη.  

Στην Πινακοθήκη της Ακρόπολης των Αθηνών, υπήρχε μια ζωγραφική σύνθεση, που εικονίζε τον Ορέστη να θανατώνει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη τους γιους του Ναυπλίου:  

 «Υπάρχει επίσης αριστερά των Προπυλαίων κτίριο με ζωγραφιές… εδώ ανάμεσα στις ζωγραφιές, είναι και αυτή που παριστά τον Ορέστη να φονεύει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη να σκοτώνει τα παιδιά του Ναυπλίου, που ήλθαν σε βοήθεια του Αιγίσθου».[11]  

Η θεογέννητη Ναυπλιώτικη δυναστεία που είχε ξεκινήσει από τον γιο του Ωκεανού Ίναχο, πρόγονο της Αμυμώνης και αυτή με τον Ποσειδώνα γέννησε τον πρώτο Ναύπλιο, βρήκε αυτό το οικτρό και άδοξο τέλος, από τον δολοπλόκο Οδυσσέα που έκανε την αρχή, για να συνεχίσει η μισητή απ’ τους θεούς γενιά των Ατρειδών.  

     

Πηγή   

 


  
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.   

   

Υποσημειώσεις   


 [1] Παλάμη: η εσωτερική επιφάνεια του χεριού \ έργο της χειρός \ ευφυΐα \ τέχνη \ επινόημα \  

 σχέδιο \ τέχνασμα \ έργο τέχνης.  

«παλάμαι αί χείρες καί αί τέχναι επεί δι’αυτών πολλά μαιόμεθα»  

 (επιζητούμε, κατασκευάζουμε) Ησύχιος.  

«θεού σύν παλάμα» ( τέχνασμα θεού). Σοφοκλής.  

«ώ παλάμαι (έργα, επινοήματα) θεών» Πίνδαρος.  

«τέκτονος έν παλάμησι δαήμονος, ός ρα τε πάσης εύ ειδή σοφίης…» (Ιλ. Ο, 412)   

(στις παλάμες ειδήμονα τέκτονα που καλά γνωρίζει κάθε σοφία…)   

«…συλλέξας έλεγε σφιν ώς δοκέοι έχειν παλάμην, τή ελπίζοι των βασιλέος  

συμμάχων αποστήσειν τους αρίστους» (συγκέντρωσε – ο Θεμιστοκλής – τους στρατηγούς και τους είπε ότι έχει ένα σίγουρο σχέδιο να υποκινήσει την λιποταξία των καλύτερων συμμάχων του βασιλιά), (των Περσών).    

Η λέξη παλάμη σημαίνει επομένως την επιδεξιότητα των χεριών, την επινοητικότητα αλλά και την ευφυΐα και τη σοφία, ιδιαίτερα την πρακτική σοφία. Αντίστοιχα η λέξη σοφία σημαίνει και εμπειρία, επιδεξιότητα.  

Παλάμημα: επινόημα, σχέδιο, τέχνασμα.  

παλαμάομαι: εκτελώ, μηχανώμαι.  

μέδομαι, μήδομαι: άρχω, φροντίζω, σκέπτομαι, προστατεύω, μηχανεύομαι, επινοώ.  

[2] Στα άλλα παιδιά του ο Ναύπλιος έδωσε τα ονόματα Οίαξ (πηδάλιο πλοίου αλλά και πηδαλιούχος). Ναυσιμέδων = ο κυβερνήτης του πλοίου (ναύς (πλοίο) + μέδω, μέδομαι = κυβερνώ, προστατεύω, φροντίζω). Δαμάστωρ (δαμαστής \ εξημερωτής).  

[3] Από την διδακτορική διατριβή της Γερασ. Ζωγράφου-Λύρα.   

[4] Ηρωικός, 715, 9 μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.  

 [5] Η Τέκμησσα ήταν σκλάβα και γυναίκα του Τελαμώνιου Αίαντα, που τον συνόδευσε στην Τροία.  

Η Ίφις ήταν σύντροφος του Πατρόκλου στην Τροία, σκλάβα που του έδωσε ο Αχιλλέας από τα λάφυρα της Σκύρου.   

 [6] Παυσανίου Φωκικά 25,1 και 31,3 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. Α Παπανδρέου:  

«Υπέρ δέ τήν Κασσοτίδα εστίν οίκημα γραφάς έχον του Πολυγνώτου, Ανάθημα μέν Κνιδίων, καλείται δέ ύπό Δελφών Λέσχη, ότι ενταύθα συνιόντες το αρχαίον τά τε σπουδαιότερα διελέγοντο καί οπόσα μυθώδη… Ές τούτο ούν εισελθόντι τό οίκημα το μέν σύμπαν τό έν δεξιά της γραφής Ιλιός τε εστίν εαλωκυία καί απόπλους ό Ελλήνων…τούτοις πλήν τω Παλαμήδει γενειά έστι τοις άλλοις».  

[7] Φιλοστράτου, Ηρωικός Χ, 5, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:  

«τον Αχιλλέα στρατεύονται επί τάς νήσους καί τάς ακταίας πόλεις αιτήσαι τους Αχαιούς ξύν Παλαμήδει στρατεύσαι. Εμάχοντο δέ ό μέν Παλαμήδης γενναίως καί σωφρόνως, ό δέ Αχιλλεύς ου καθεκτώς, ό γάρ θυμός εξαίρων αυτόν ες άταξίαν ήγεν όθεν έχαιρε τω Παλαμήδει ξυνασπίζοντι καί ακάγοντι μέν αυτόν της φοράς, υποτιθεμένω δέ, ως χρή μάχεσθαι καί γάρ δή καί εώκει λεοντοκόμω λέοντα γενναϊον πραύνοντι και εγείροντι, καί ουδέ εκκλίνων ταύτα έπραττεν, αλλά καί βάλλων καί φυλασσόμενος βέλη καί ασπίδα αντερείδων καί διώκων στίφος».  

[8] Ο Σωκράτης στον Ευθύδημο. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, Δ,33.  

[9] Η πειρατεία εκείνα τα χρόνια δεν είχε τίποτα το επιλήψιμο και εξομοιωνόταν με την αλιεία και το κυνήγι. Ήταν μάλιστα η πιο επίζηλη επαγγελματική επιλογή των αρίστων, που ήθελαν να αποκτήσουν φήμη σπουδαίου άνδρα.  

[10] Η φήμη της θανάσιμης οργής και της άγριας εκδίκησης του Ναυπλίου, έγινε αιτία να θεωρηθεί θαλάσσιος δαίμων και πειρατής και όταν οι ναυτικοί κινδύνευαν, έκαναν θυσίες για να τον εξευμενίσουν.  

[11] Παυσανίου Αττικά, 22, 6 εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδου:   

«…έστι δέ έν αριστερά των Προπυλαίων οίκημα έχον γραφάς… ενταύθα έν ταις γραφαίς Ορέστης εστίν Αίγισθον φονεύων καί Πυλάδης τούς παίδας Ναυπλίου, βοηθούς ελθόντας Αιγίσθω». Πάντως άδοξο ήταν και το τέλος του Ορέστη. Ενώ βρισκόταν στην Αρκαδία, τον δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. (Απολλοδώρου «Επιτομή», VI, 28)  

 

Read Full Post »

Older Posts »