Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Παλαμήδι’

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Δ’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου – Ομιλία του Δρ. Γεωργίου Κόνδη στην Αίθουσα Βουλευτικού στις 28 Νοεμβρίου 2015


 

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,

ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι

και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

 

Μέσα σε βάναυσα σκοτεινιασμένο χώρο, φτιαγμένο πρώτα ν’ αποθέτουν οι χριστιανοί με προσευχή τις ελπίδες του βίου τους, μεταλλαγμένο όμως σε χαμώγι όπου η μούχλα και η πνιγηρή σκόνη του χρόνου έχουν βασίλειο˙ με πρόσωπο θαμμένο κάτω από μπάλες πέτρινες ολέθρου˙ εκεί φως μυστικό ελπίδας ανάλαμψε στους τοίχους του και ο ψαλμός του Αγίου Ανδρέα ακούστηκε εξαγνιστικός, χρόνια πολλά μετά τον ερχομό της τυραννίας και της σκλαβιάς.

Μια εικόνα, λίγα εκκλησιαστικά σκεύη δανεικά από παρακείμενη εκκλησία κι ένα απλό σιδερένιο μανουάλι με κεριά. Κι ήταν το μεγαλείο του ναού απερίγραπτο, όσο απερίγραπτος είναι ο δεύτερος άθλος της αναγέννησής του και άλλο τόσο απερίγραπτη η απλότητα και η ταπεινή ευχαριστήρια επίκληση των νικητών στον Άγιο, που τους αξίωνε να ζήσουν μέρα τέτοιου θριάμβου.

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο λεβεντόπαπας Γιώργης Βελίνης γέμιζε με την κορμοστασιά του την ωραία πύλη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του Παλαμηδιού.  Μαζί με όλο το εκκλησίασμα έψαλαν και πάλι το απολυτίκιο για τη μεγάλη εορτή που είχε ξημερώσει. Την εορτή του Αποστόλου Ανδρέα. Την εορτή της μεγάλης χαράς για το Ανάπλι και τους Έλληνες. Δεν πρόδιδε τούτη η λιόλουστη μέρα όσα είχαν προηγηθεί. Ούτε τα πρόσωπα του παπά και των άλλων αγωνιστών πρόδιδαν αγώνα, κούραση, αγωνία. Ίχνος ρυτιδιασμένου προσώπου δεν υπήρχε. Όλων τα πρόσωπα έλαμπαν. Πρώτος και καλύτερος ο καπετάνιος της μεγάλης νίκης ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ζωσμένος ακόμα τ’ άρματά του όπως και οι άλλοι συντρόφοι του, με πρόσωπο λαμπερό και σώμα ανδρείο παρουσιαζόταν μπροστά στον Άγιο να τον ευχαριστήσει που στάθηκε αρωγός σε τούτη την υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δίπλα του γαλήνιος ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, ένιωθε βαθιά μέσα του τη χαρά της δικής του αντρειοσύνης. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που κάνοντας μέσα στο βροχερό σκοτάδι το σταυρό του, σαλτάρισε στο τείχος του προμαχώνα Γκιουρούς-τάμπια και έδωσε σινιάλο για να αρχίσει η απελευθέρωση του Παλαμηδιού. Και τώρα τίποτα δεν έδειχνε στο πρόσωπό του την ένταση εκείνων των στιγμών. Δίπλα σ’ αυτόν χαρούμενος και ντούρος σαν όλα τα παλικάρια, ο γέροντας Μανόλης Σκρεπετός. Ο Κρανιδιώτης αγωνιστής, γνώστης βήμα προς βήμα του Παλαμηδιού, εκείνος που κάτω από τον τεράστιο σωρό από λίθινες μπάλες έφερε στο φως της  λιόλουστης μέρας το ναό. Και σαν ο Απόστολος, αλαφρωμένος από το βάρος τόσων χρόνων να τον ευχαριστούσε, έβαζε το φως των κεριών από το μανουάλι να τονίζει τη γαλήνια σοφία που ανάβλυζε από το καθαρό πρόσωπο του γέροντα. Δίπλα και παραδίπλα του και σ’ όλο το εκκλησάκι που φωτιζόταν από τα κεριά και τα λαμπερά πρόσωπα, έστεκαν τα παλικάρια που πήραν μέρος σε τούτονε τον άθλο. Και παραέξω στην αυλή άλλοι πολλοί ευχαριστούσαν τον Απόστολο που τους ξημέρωσε σε τέτοια ένδοξη μέρα. Ο παπα-Βελίνης τους μοίρασε στο «Δι’ ευχών» το λιγοστό αντίδωρο που σαν από θαύμα άρτων έφτασε για όλους και τους ζήτησε να ψάλουν όλοι μαζί το μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα πριν πάρουν την κατεβασιά για την πόλη, εκεί όπου οι συζητήσεις για το αύριό της θα δυνάμωναν ξανά την αγωνία.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής

χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,

χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου

Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 

Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εις ανάμνησιν, είναι μια ιστορία ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ. Από εκείνες τις μεγάλες που έκαναν τούτο τον τόπο να περάσει από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Από εκείνες που τάραζαν τους τυράννους  όταν οι Έλληνες τις έκαναν πράξη, καθώς φαινότανε στα μάτια τους αδύνατον να γίνουν από θέληση και σώμα ανθρώπου και δεν λογάριαζαν πως στις αποκοτιές είναι η ψυχή που έχει τον πρώτο λόγο και κείνη που οδηγεί μυαλό και σώμα.  Από εκείνες, τέλος, τις αποκοτιές, που ύμνησε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης χαράζοντας διαχρονικά τις λέξεις του πάνω στην Ιστορία : «Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν». Ταράχτηκαν γιατί ο ίδιος ο ξεσηκωμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη αποκοτιά που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους  μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και να που τώρα ερχόταν να προστεθεί μια ακόμη και να αμφισβητήσει την άτρωτη δύναμη της τυραννίας.

Ποια δύναμη μπορούσε να οπλίσει με τόσο κουράγιο και παράτολμο θάρρος τις καρδιές του Σταϊκόπουλου και των συντρόφων του ώστε, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου να ξεκινήσουν κάτω από συνεχή βροχή για να καταλάβουν το Παλαμήδι και να φέρουν στον Εθνικό ξεσηκωμό μια περίλαμπρη νίκη στο αρχικό και δύσκολο ξεκίνημά του.

Στις πάνω βίγλες του Παλαμηδιού δυο σκιές που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, τριγυρνούσαν από βίγλα σε βίγλα με την ίδια απορία. Ο Αυγουστίνος Σαγρέδος διοικητής τ’ Αναπλιού στο όνομα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από το 1711 και δίπλα του ο φημισμένος για τις οχυρωματικές κατασκευές του αρχιτέκτων-μηχανικός Λασάλ που ανέλαβε την κατασκευή του Παλαμηδιού.  Πέρασαν μήνες και χρόνια να φτιάξουν κάστρο άπαρτο από τις μεγάλες και δυνατές στρατιές των Τούρκων και να που λίγοι επαναστατημένοι Έλληνες ανέτρεπαν τώρα το μεγαλείο του έργου τους. Όσο κι αν επιθεωρούσαν τα τείχη για να εξηγήσουν στρατιωτικά τα γεγονότα, λογική εξήγηση δεν έβρισκαν, καθώς η ψυχή του αντρειωμένου είναι άυλη και μόνο με ψυχή μπορείς να καταλάβεις τους άθλους της.

Και την ψυχή αυτή εκφράζει ο λόγος του Στάικου στα παλικάρια του λίγο πριν προσπαθήσουν για μια ακόμη αλλά τελευταία φορά να καταλάβουν το κάστρο το άπαρτο :

 

«Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι».

Καμπόσους αιώνες μετά, το 2000, ο κ. Ιωάννης Δρούλιας πλέκοντας το εγκώμιό του Στάικου που περιλαμβάνεται στην «Ανάμνηση του Ζατουνίτη Σταϊκόπουλου ως πορθητή του Παλαμηδίου»  μέρος της οποίας ακούστηκε σε τούτη την αίθουσα, θα επαναλάβει με όρους γλωσσολογικούς το ίδιο ερώτημα, την ίδια απορία : «Το Παλαμήδι ως «μέγα τείχος» – «τείχος και οχύρωμα» δυσπόρθητο, ήταν «άρρηκτον (ακατάλυτο) τείχος», καταφανώς απόρθητο και κατά λέξη «ανάλωτον» (δηλονότι αδύνατον να αλωθεί, ήτοι να κυριευθεί). Παρά ταύτα, η αδιανόητη, αδύνατη, απίθανη και απροσδόκητη άλωση ( = κατάληψη, κατάκτηση, κατακυρίευση) του Παλαμηδίου επιτελέσθηκε. Πως επιτελέσθηκε αυτή η εκπόρθηση;»

Παρ’ ότι τα γεγονότα είναι γνωστά και υπάρχει, μεταξύ άλλων σημαντικών μελετών, η κλασική πια «Ναυπλία» του Μιχαήλ Λαμπρινίδη και πιο πρόσφατα το εξαιρετικό ιστορικό του κ. Πάνου Λαλιάτση, θα παρακολουθήσουμε ένα σύντομο χρονικό καταγεγραμμένο σε ένα κείμενο σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποτελεί όμως μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες και περισσότερο έγκυρες καταγραφές της Επανάστασης. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του Νικολάου Σπηλιάδη ο οποίος σημειώνει πως ο Στάϊκος λίγες μέρες πριν την προσπάθεια κατάληψης του κάστρου είχε ήδη «κατασκευάσει αναβάθρας, έχων σκοπόν να κυριεύσει εξ εφόδου το Παλαμήδι». Το βράδυ όμως εκείνο χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες μιας γυναίκας και δυο ανδρών τουρκαλβανών, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς μην πρόκειται για παγίδευση, ο Στάικος και τα παλικάρια του παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.

 

«Ο δε ρηθείς Μοσχονησιώτης», γράφει ο Σπηλιάδης, «προβάλλει ν’ αναβή πρώτος αυτός, προσφέρων εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος. Τους λέγει δε, αν ακούσωσι κρότον πιστόλας, να πιστεύσωσιν ότι εφονεύθη από τους Τούρκους˙ και αν τον ακούσωσι κραυγάζοντα, να εικάσωσιν ότι συνελήφθη ζων και να φύγωσιν. Επομένως αποφασίζουσι να παρακολουθήσωσι τριακόσιοι πενήντα στρατιώται˙ ο μεν Στάικος με πενήντα σωματοφύλακας˙ ο δ’ αδελφός του Αθανάσιος με διακοσίους εβδομήντα και ο Γκομπερνάτης με τριάντα τακτικούς.

Εκινήθησαν δε προς το Παλαμήδι και αφού επλησίασαν εις θέσιν κατάλληλον, ίστανται, και ο Μοσχονησιώτης προχωρεί με μιαν αναβάθραν, την οποίαν φέρουσι καλόγηρός τις Μεγαλοσπηλαιώτης, καλούμενος Παφνούτιος και Έλλην τις, Πορτοκάλης ονόματι, και την βάλλουσιν εις το τοίχος του προμαχώνος Γκιουρούς τάμπια. Ανεβαίνει δ’ ο Μοσχονησιώτης, παρατηρεί,… επικαλείται την βοήθειαν του Εσταυρωμένου και προπατεί ακροποδιτί….».

Η κατάληψη του προμαχώνα του Αχιλλέα (Γκιουρούς τάμπια) αναίμακτα, θα δώσει φτερά στους μαχητές. Οι πύλες ανοίγουν και οι προμαχώνες καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο: Φωκίων (Ταβίλ τάμπια), Θεμιστοκλής (Καρά τάμπια), Φρουραρχείο (Διζδάρ τάμπια), Επαμεινώνδας (Σεϊτάν τάμπια), Μιλτιάδης (Μπαζιργιάν τάμπια), Λεωνίδας (Τοπράκ τάμπια) και η κοινώς λεγομένη Αναβάθρα ή Ρομπέρ (Δενίζ καπού). Ο Σταϊκόπουλος έχει δώσει εντολές να μην ανοίξει μύτη όπου οι Τούρκοι παραδίδονται και μάλιστα στον προμαχώνα Μιλτάδη, όπου έχουν συγκεντρωθεί όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στην πόλη, με σκοπό να ανατιναχθούν με την πυρίδα που διαθέτουν, διαδραματίζεται η παρακάτω σκηνή με τον Σταϊκόπουλο :

«εξελθών ολίγον προ της πύλης, όθεν ευκόλως ακούεται και προσκαλέσας τους αρχηγούς και τους προκρίτους, τους ελάλησε με τρόπον φιλάνθρωπον και τους εβεβαίωσε δια την ασφάλειαν της ζωής και της τιμής των και συνάμα αφήκεν ελευθέρους τους εν τω προμαχώνι Μπαζιργιάν τάμπια και κατήλθον εις την πόλιν όλως ανεπηρέαστοι και τους καθησύχασε».

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Το πρωινό της 30ης Νοεμβρίου η βροχή έχει τελειώσει και ένα λαμπρός ήλιος χαρίζει γιορταστικές ανταύγειες στα τείχη του Παλαμηδιού. Μια μεγάλη νίκη ξημέρωσε για την ελληνική επανάσταση και ένας άθλος προστέθηκε στην ιστορική της πορεία. Με εξαίρεση την πτώση από την σκάλα και τον τραυματισμό του αρχιμανδρίτη Διονύσιου Βυζαντίου που ακολουθούσε το Μοσχονησιώτη στην κατάληψη του προμαχώνα Θεμιστοκλή (Καρά τάμπια) δεν άνοιξε μύτη και ούτε σκηνές αντεκδίκησης από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγράφονται.

Όταν κατελήφθη και ο τελευταίος προμαχώνας χωρίς αντίσταση περιγράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης:  «οι Τούρκοι προφθάσαντες έφυγον δια της προς την θάλασσαν πύλης και κατήλθον εις την πόλιν. Επειδή δε εις τις εξ αυτών επιστόλισεν, ήρχισαν τας ιαχάς οι Έλληνες και τότε ηκούσθη μεγάλη οχλοβοή εις το Ναύπλιον, ένθα οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, ήρχισαν να θρηνώσι και να οδύρωνται, καθόσον νομίζουσιν εαυτούς απολωλότας, φέροντες κατά νουν την αθέτησιν των προ ολίγου γενομένων συνθηκών, τα απειλάς του Κολοκοτρώνη και τα φρικτά εν Τριπολιτσά εκ της εφόδου πηγάσαντα δεινά».

Στην πιο σκληρή μάχη, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους άθλους της ελληνικής επανάστασης, η Ιστορία πρέπει να υπογραμμίσει με εντονότερα γράμματα το έλεος και τη φιλανθρωπία που επέδειξαν οι νικητές στους ηττημένους.

«Οι δ’ Έλληνες», σημειώνει και πάλι ο Σπηλιάδης, «εδόξασαν τον Παντοδύναμον, όστις τους εχάρισε  πάλιν το εξακουστόν φρούριον του Ναυπλίου, το οποίον θ’ αποκατασταθή επομένως καθέδρα της Κυβερνήσεως και άσυλον των Ελλήνων και εις το οποίον η Ελλάς θα χρεωστή κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν της».

Η κατάληψη του Παλαμηδιού αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης. Το μέγεθος και η βαρύτητα του γεγονότος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκαλώντας το θαυμασμό στις εχθρικές προς την επανάσταση ηγεσίες και τη χαρά στους φιλελληνικούς κύκλους.

O Γάλλος λοχαγός Gracy γράφει σε έκθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου 1822 : Το Ανάπλι εκυριεύθη και τώρα έχουμεν εκτός από το φοβερόν φρούριον και λιμένι θαυμάσιον δια τα καράβια μας» και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις που προκάλεσε το γεγονός στην Ευρώπη σημειώνει : «Το Ναύπλιον, το Γιβραλτάρ τούτο της Πελοποννήσου, ού ο λιμήν προστατευόμενος υπό της νησίδος του Βουρτσίου δύναται να περιλάβη εν ασφαλεία εξακόσια περίπου πλοία, περιελθόν ήδη εις τας χείρας των Ελλήνων εξασφαλίζει εντελώς την εν Πελοποννήσω επικράτησιν αυτών».

Ταυτόχρονα, η νίκη αυτή φώτισε σε μια δύσκολη αρχική περίοδο του Εθνικού Ξεσηκωμού τη σημασία της προσωπικότητας των ανθρώπων που ανέλαβαν το βάρος της αποκοτιάς και οδήγησαν την πατρίδα και το λαό της βήμα βήμα στην ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωριστή βέβαια θέση κατέχει η προσωπικότητα του Σταϊκούλη και δεν είναι τυχαία η χρήση του χαϊδευτικού, ακόμη σήμερα, που υπογραμμίζει αυτή τη θέση στις καρδιές των ανθρώπων και όχι μόνο της Ιστορίας. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας και από νεαρή ηλικία γνωστός για τις δεξιότητές του στο εμπόριο, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έμπορο και να γευτεί τα οφέλη μιας πλούσιας και ήρεμης ζωής.

Ο Σταϊκόπουλος όμως ήταν φτιαγμένος από άλλα υλικά. Από εκείνα που η Ιστορία ρίχνει στην ανθρώπινη πάστα για να φτιάξει άτομα ξεχωριστά που προσανατολίζουν και οδηγούν τους λαούς μέσα από τα σκοτάδια στα μεγάλα της ξέφωτα. Εκεί όπου η Δόξα δίνει στους ήρωες το ζηλευτό φιλί της.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κωστούρος θα αποτυπώσει τη στιγμή με τον καλύτερο τρόπο στους στίχους του.

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντά μας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης

που δέχτηκες στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Αντί λοιπόν για εμπορικό οίκο, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο νέος από τη Ζάτουνα της Γορτυνίας, θα χρηματοδοτήσει την οργάνωση  στρατιωτικού σώματος και θα πάρει μέρος στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Έθνους. Μόλις 24 ετών θα γίνει, όπως γράφει ο Φωτάκος, «παντοτεινός πολιορκητής του Ναυπλίου» και η Ιστορία θα τον ανταμείψει, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την κατάληψη του φημισμένου κάστρου του Παλαμηδιού και την απελευθέρωση της πόλης. Ο πρώτος λοιπόν και μεγαλύτερος βαθμός στο άνθος της νεαρής του ηλικίας ήταν «Στάικος Σταϊκόπουλος ο Πορθητής» και δευτερευόντως εκείνος του χιλιάρχου και του στρατηγού. Ως Πορθητής περνάει στην Ιστορία και με τον άθλο αυτό του Πορθητή φτάνει στ’ αυτιά και τις καρδιές των επαναστατημένων Ελλήνων. Ήδη πριν από αυτό, η επίσημη αναγνώριση της δράσης του καταγράφει στα  έγγραφα απόδοσης τιμής και στρατιωτικού βαθμού την πραγματική αξία του αγωνιστή :

Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη…

Το επίσημο δε κείμενο της αγγελίας της μεγάλης νίκης που φτάνει σε όλες τις πόλεις και τις φρουρές της επαναστατημένης χώρας εκφράζει ταυτόχρονα και τη χαρά των Ελλήνων για ένα σημαντικό βήμα στο δίκαιο αγώνα τους και τους εμψυχώνει για να συνεχίσουν νικηφόρα:

«Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Διακηρύττει: Μεθ’ ημών ο Θεός…. Η ανδρεία και η φρόνησις του γενναιοτάτου μας χιλιάρχου Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξεν πορθητήν. Εκυρίευσε το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον. Εις τα εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι, κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του Σταυρού. Χαίρετε Έλληνες, νέοι, χαίρετε!

Ερμιόνη 1 Δεκεμβρίου 1822. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Χαμηλά στα πόδια του Παλαμηδιού ακούγονταν χαρούμενα στίχοι τραγουδισμένοι από δεκάδες στόματα παλικαριών :

«Όλα τα κάστρα κι αν χαθούν και όλα κι αν ρημάξουν

Το Παλαμήδι τόμορφο Θεός να το φυλάξη»

Ο Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Θανάσης, ο παπα-Γιώργης Βελίνης, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, ο γερο-Μανόλης Σκρεπετός, ο Μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Παφνούτιος, ο Πορτοκάλης και ολόκληρο το εκκλησίασμα του Αγίου Ανδρέα, είχαν ήδη φτάσει στο κέντρο τ’ Αναπλιού όπου κορυφωνόταν η αγωνία για τις ώρες και τις μέρες που έρχονταν.

Στην πόλη οι συζητήσεις του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που είχε στο μεταξύ φτάσει με μήνυμα του Σταϊκόπουλου, με τους αγάδες είχαν σχεδόν καρποφορήσει. Ο Γέρος του Μοριά ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επανάληψη της αιματοχυσίας που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς  αμαυρώνοντας τη νίκη των Ελλήνων στα μάτια των ξένων. Οι  αγάδες είχαν συμφωνήσει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι με πλοία ελληνικά στα μικρασιατικά παράλια χωρίς τον οπλισμό τους. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα και συμφωνημένα, όπως μας μεταφέρει την εικόνα ο Μιχαήλ Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» του,  ένας Αλβανός αγάς αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα απειλώντας μάλιστα να πάρει τους άντρες του και να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα στην πόλη και την γύρω περιοχή. Οργισμένος ο Κολοκοτρώνης του απάντησε μ’ εκείνους τους αξεπέραστους συμβολισμούς της ελληνικής αποκοτιάς που χαράζουν και θα χαράζουν τα βήματα του Έθνους μέσα στην Ιστορία: «Ετούτη την πατρίδα αν μπορείτε κάφτε την! Οι πατέρες μας την έφτιασαν κι εμείς πάλι την ξαναφτιάνουμε…».

Χρόνια πολλά στο Ναύπλιο

Στην Αργολίδα.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους εσάς.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Πικρός Πέτρος – Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας


 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές…

 

[Κυριακή, 2 Μαΐου 1926] 

Ένα κομμάτι Μεσαίωνας παραστρατημένο, λησμονημένο μέσα στο σύγχρονό μας «υψηλό πολιτισμό».

Ένα κομμάτι Νύχτα στις παραμονές μιας αυγής.

Τ’ Ανάπλι με τα κάστρα του και με τις φυλακές του.

Τ’ Ανάπλι με τους σκοτεινούς τους θρύλους, τα βαριά τα σίδερα, κανόνια κι αλυσίδες. Με τα λυπητερά τραγούδια τα μακρόσυρτα:

…Αν είσαι μάννα και πονής

έλα στ’ Ανάπλι να με δεις…

…Και με το μαρμαρένιο λεοντάρι τ’ Αγίου Μάρκου.

Pax tibi.

Ας φύγαν τα χρόνια κι ας έχουν διαβή «κερβάνια αιώνες και χάροντες καβάλα…».

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα:

Στου τουρκοβενετσιάνικου

παλιού Αναπλιού τη στράτα

περνά περνά ή παράτα

τ’ αλλοτινού καιρού

– Ανάπλι! Τί δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι;

– Σαν πώς μου λες να χαίρουμαι και να βαρώ παιχνίδι οπούμ’  Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο…

Αλήθεια ξακουστό κι αλήθεια παινεμένο Ανάπλι! Μα πώς να χαίρεται, όταν έχη ένα Μπούρτζι, ένα Ίτς Καλέ, ένα Παλαμήδι;

Και μόν’ αυτά; Να! κι οι φυλακές του Λεονάρδου, οι γυναικείες φυλακές, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας, οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθος.

Πώς να βαράη παιχνίδι άλλο εξόν απ’ το παραπονιάρικο «μπαγλαμαδάκι» μέσα στους πνιγερούς αχνούς του χασισιού;

 …Μας έσπασες τον ναργιλέ

κυρ λοχαγέ στον Ίτς Καλέ…

Ωχ, τα μεράκια!… Που μέσα τους κλαίει το μαύρο φτωχολόι -κι όλα τους κι ή χαρά τους, μοιρολόι πικρό κι αργό…

…Έλα στ’ Ανάπλι δυο σκαλιά

να σου φιλήσω την ελιά…

 

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

 

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στην ερευνά του, το 1926, ο Πέτρος Πικρός για τις φυλακές του Ναυπλίου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Μια έρευνα που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, σε μορφή βιβλίου με τίτλο «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη, χάρη στην πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια του Νίκου Βαρβατάκου, επιμελητή και σχολιαστή της έκδοσης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζουμε:

Δημοσιογραφική και λογοτεχνική περιήγηση «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας», γραμμένη από τον πρωτοπόρο διανοούμενο της Αριστεράς του μεσοπολέμου, Πέτρο Πικρό. Κατά την τακτική του των «ζωντανών ρεπορτάζ», βιώνει ο ίδιος την κατάσταση που περιγράφει, συναναστρέφεται με τους κρατουμένους, βλέπει με τα μάτια του την αθλιότητα των καταλυμάτων τους και διαπιστώνει τις απάνθρωπες και μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσής τους.

Ως δημοσιογράφος αποκαλύπτει και ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα του σωφρονιστικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την άμεση λήψη μέτρων από την πολιτεία, ώστε να σταματήσει η τραγική κατάντια των φυλακισμένων. Παράλληλα, το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο συμπληρώνει το έργο του μαχητικού δημοσιογράφου, εμπλουτίζοντας την έρευνά του με ιστορικές και λαογραφικές αναφορές και προσδίδοντάς της λυρισμό, αμεσότητα και ανθρώπινη ζεστασιά.

Η έρευνα αυτή, που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, αποτελεί ένα δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα συγγραφικό σταθμό στην έως τώρα ταραχώδη ιστορική διαδρομή των φυλακών και της ποινής του εγκλεισμού. Συνιστά επίσης ένα ιστορικό ντοκουμέντο, προσφέροντας στο σημερινό αναγνωστικό κοινό μια διεισδυτική ματιά σε μια «σκοτεινή», αθέατη πτυχή της νεοελληνικής κοινωνίας την εποχή του μεσοπολέμου.

Είναι μια δημοσιογραφική-λογοτεχνική καμπάνια του 1926 που διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα, διατηρώντας συγχρόνως μια θαυμαστή επικαιρότητα.

Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας

Εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη

Ιούλιος 2016 – Σελίδες 308

Επιμέλεια:  Νίκος Βαρβατάκος

Πρόλογος: Γιαλαννης Μπάρτζης

ISBN 9786185161323

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η κατάληψη του Παλαμηδίου και του Ναυπλίου από τους τούρκους το 1715, όπως περιγράφεται από τον Αλέξανδρο Καοτόρτα (Caotorta)


 

 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά. Η Τουρκία εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 

 Η Έκθεση Caotorta

9 Αυγούστου 1715 Ε.Ν.

 

Αλέξανδρος Καοτόρτα υπηρετούσα ως λογιστής του Δημοσίου στο Ναύπλιο. Βρισκόμουν στο Ναύπλιο τον καιρό που αιχμαλωτίστηκα από τους Τούρκους. Εκεί σκλαβώθηκα από ένα Γενίτσαρο και με τη βοήθεια του Υψίστου, βρήκα τον τρόπο να αποδράσω. Κατέληξα σήμερα εδώ, ερχόμενος από τη Γαστούνη.

Οφείλοντας να περιγράψω τη μεγάλη ατυχία αυτού του Φρουρίου (του Ναυπλίου), θα πω όσα γνωρίζω.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου, καρτ ποστάλ των εκδόσεων Νικ. Στουρνάρα, δεκαετία 1950.

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου, καρτ ποστάλ των εκδόσεων Νικ. Στουρνάρα, δεκαετία 1950.

 

Την Τρίτη, που ήταν η εννάτη του περασμένου μηνός, φάνηκε ένα τμήμα από Τούρκους στην πεδιάδα του Άργους. Την Τετάρτη και την Πέμπτη αυξήθηκαν πολύ και προχώρησαν και ακροβολίστηκαν με τους δικούς μας μέχρι την Πρόνοια, όπου όλοι οι τοίχοι των σπιτιών ήσαν ακόμη όρθιοι, έτσι μπόρεσαν να επωφεληθούν από αυτούς τους τοίχους για να καλύπτουν τις κινήσεις τους. Την Παρασκευή συνέχι­σαν να αυξάνονται και το Σάββατο το στρατόπεδό τους εκτείνονταν από του Σερεμέτη μέχρι το Παλαιόκαστρο (Τίρυνθα), ήσαν όμως και σκηνές μέχρι το Άργος.

Κατά την διάρκεια των ακροβολισμών που αναφέραμε πάρα πάνω, τραυματίστηκαν δύο ή τρείς από τους δικούς μας. Την Κυριακή πέντε κανόνια τοποθετημένα πάνω στα Τείχη (Τίρυνθα) άρχισαν να κτυπούν τις γωνίες των δύο προμαχώνων (Baloardi) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] του Dolfin και του Mocenigo και την ίδια ημέρα κατά τις 15 (ώρα) επετέθηκαν στο Bonetto, που ήταν ένα οχυρό έξω από την Τανάλια. Δεν ήσαν σε αυτή τη θέση περισσότεροι από 30 έως 40 άνδρες της Φρουράς, τους οποίους εύκολα ανάγκασαν να υποχωρή­σουν και χωρίς να χάνουν καιρό επετέθηκαν και στην Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Επροχώρησαν μέχρι την τάφρο (Fossa), όπου αναχαιτίστηκαν επα­νειλημμένα με εκρηκτικές χειροβομβίδες. Τελικά, επαναλαμβάνοντας τις προσπάθειες και μεταφέροντας αρκετά ξύλα και χώματα έγιναν κύριοι του Περιβόλου, περιτειχίσματος (Palissata), όπου επολέμησαν στήθος με στήθος με τους δικούς μας. Οι φρουροί μας συνέχισαν να αμύνονται. Παραμένοντας εκεί οι Τούρκοι άρχισαν να ανοίγουν μιάν υπόνομο και την ανετίναξαν το Σάββατο το πρωί και, αφού δημιουρ­γήθηκε ένα ρήγμα, κατέλαβαν την Τανάλια, συνέχισαν να καταλαμ­βάνουν το ένα οχυρό μετά το άλλο, και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγιναν κύριοι των πάντων και κατέβηκαν μέχρι την Πύλη της Ξηράς.

Έτρεξαν και από το Στρατόπεδο (το Τουρκικό) πολλοί και από την παραθαλάσσια οδό, έφτασαν σ’ ένα σημείο μεταξύ των προμαχώνων του Dolfin και του Mocenigo, που αμέσως εγκαταλείφθηκαν. Φτάνον­τας στο Μώλο και βρίσκοντας τα τείχη εγκαταλελειμμένα, ανεβαίνον­τας ο ένας πάνω στον άλλο μπόρεσαν να μπουν μέσα στην πόλη και ανοίγοντας κατόπιν τις Πύλες δεν άργησε να πλημμυρίσει απ’ αυτούς η πόλη.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Ο Εξοχότατος S.r P.r Gñl (Bon) και ο S. Gñl Zacco κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών στο Παλαμήδι, βρίσκονταν κάτω από την αψίδα της Πύλης της Ξηράς και βλέποντας ότι οι Τούρκοι θα ήσαν νικηταί, αποφάσισαν αμέσως να διασωθούν στην Ακροναυπλία (Fortezza) σηκώνοντας λευκή σημαία πάνω στα τείχη της πόλης και σπεύδοντας, έδωσαν με τον υπασπιστή του Stae διαταγή στην Ακροναυπλία να κάνουν το ίδιο και να πάψουν να πυροβολούν. Οι Τούρκοι δεν ασχο­λήθηκαν καθόλου με τις σημαίες, κατέλαβαν την πόλη και χωρίς να χάσουν καιρό έτρεξαν στην Ακροναυπλία. (Μπήκαν) από τη μία Πύλη και από την άλλη και βρήκαν εκεί πολλούς από τη Φρουρά αλλόφρο­νες, και για να ανοίξουν δρόμο να περάσουν [προσπαθούσαν να φτάσουν το συντομότερο εκεί που ήσαν συγκεκριμένα τα γυναικόπαιδα, για να τα αιχμαλωτίσουν] σκότωσαν πολλούς. Έπειτα έπαψαν να σκοτώνουν και αιχμαλώτισαν τους λοιπούς.

Στο Μοναστήρι των Φραγκισκανών Πατέρων βρίσκονταν ο S.E. Prov.r Geñl με τον S.r Geñl Zacco, και τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν κατόπιν στον Βεζύρη. Ο Geñl Zacco ήταν πληγωμένος στο κεφάλι από μιά πέτρα που πετάχτηκε κατά την έκρηξη μιάς οβίδας πάνω στην αψίδα, κάτω από την οποία είχαν καταφύγει, και τα μολύβια (τα θραύσματα) (πέρασαν) πάνω από το κεφάλι του. Ο S.E. Prov. Geñl δεν έπαθε τίποτα.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί. Το τέμενος μετατράπηκε κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας σε χριστιανικό ναό του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο και κατά τον Λαμπρυνίδη, (Ναυπλία 130), παραχωρημένος στους Φραγκισκανούς Πατέρες.  Κατά τη διάρκεια της Β’ Οθωμανικής περιόδου χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την Απελευθέρωση δικαστήριο, αλληλοδιδακτικό σχολείο, σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκθέσεων. Η υδατογραφία είναι του βαυαρού αξιωματικού G. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί. Το τέμενος μετατράπηκε κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας σε χριστιανικό ναό του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο και κατά τον Λαμπρυνίδη, (Ναυπλία 130), παραχωρημένος στους Φραγκισκανούς Πατέρες. Κατά τη διάρκεια της Β’ Οθωμανικής περιόδου χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την Απελευθέρωση δικαστήριο, αλληλοδιδακτικό σχολείο, σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκθέσεων. Η υδατογραφία είναι του βαυαρού αξιωματικού G. Haubenschmid που υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

 

Εγώ κατά τη διάρκεια όλων αυτών βρισκόμουν στην Ακροναυπλία και εκεί αιχμαλωτίστηκα από ένα Γενίτσαρο, που με οδήγησε στο (Τουρκικό) στρατόπεδο και με πούλησε σε άλλον για 50 ρεάλια. Πέρασα από χέρι σε χέρι και τελικά με πήρε ένας Τουρκαλβανός από αυτούς που θα πήγαιναν να ενωθούν με τα τμήματα του Πασά που βρίσκεται στη Γαστούνη και όπου, χάρις στο Θεό, βρήκα τη δυνατότητα να ελευθερωθώ και να καταλήξω εδώ.

Την Κυριακή, την ώρα που βρισκόμουν στο Στρατόπεδο, έμαθα ότι ο Βεζύρης έβγαλε μία διαταγή, ότι όποιος είχε στην κατοχή του σκλάβους, ώφειλε να τους παραδώσει στη διάθεσή του και όσους έφερναν τους πλήρωνε 30 ρεάλια τον καθένα, και σε ένα τόπο που είχε ετοιμάσει με τους στρατιώτες του εκεί γύρω, έβαλε και τους έκοψαν τα κεφάλια. Ο Τούρκος που με είχε συλλάβει με κρατούσε κρυμμένο και με οδήγησε μακριά από εκεί.

Τη Δευτέρα το πρωΐ, δεν γνωρίζω να πω αν συνεχίστηκε αυτή η ωμότητα. Γνωρίζω ότι τις γυναίκες και όλα τα παιδιά τα απάλλαξαν από αυτό το μαρτύριο (Flagello), και ακόμη ότι την ημέρα της κατάλη­ψης, έκοψαν όλους τους γέρους και όσους δεν μπορούσαν να περπατή­σουν γρήγορα.

Την ημέρα που οι Τούρκοι στερέωσαν το πόδι τους στον Περίβολο της Τανάλιας, πέθανε χτυπημένος από πυροβόλο όπλο στο στήθος ο συνταγματάρχης Διοικητής Cardosi και ο συνταγματάρχης La Salla, που ήταν και αυτός στο Παλαμήδι ως συνταγματάρχης και μηχανικός, παρέμενε εκεί ως αντικαταστάτης του Cardosi.

Την Τρίτη, αφού είχαν στερεώσει (οι Τούρκοι) την κατοχή τους στο Περίβολο της Τανάλιας, «εκάρφωσε» τα κανόνια, έτσι που να μη μπορούν πια να λειτουργή­σουν, γιατί όταν οι εχθροί θα κατελάμβαναν αυτό το οχυρό, να μη μπορέσουν να τα αξιοποιήσουν. Αλλά κακά ερμηνευμένη από τους στρατιώτες και από τους Έλληνες του Παλαμηδίου αυτή η ενέργεια, έφτασε η πληροφορία στον Εξοχότατο Διοικητή, ο οποίος τον καθήρεσε από τη θέση του, διέταξε να τον συλλάβουν και να του απαγγεί­λουν κατηγορία.

Σε αντικατάστασή του απεστάλη ο συνταγματάρχης Medin βοη­θούμενος από τον Ιππότη La Silua, μηχανικό. Ο συνταγματάρχης κατά τη διάρκεια της μεγάλης επίθεσης της Τανάλιας πληγώθηκε στο κεφάλι από βλήμα πυροβόλου όπλου και πέθανε. Αμέσως μόλις ο Ιπ. La Silua βρέθηκε πάνω στο Παλαμήδι, προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία τα κανόνια, και άκουσα ακόμη ότι αποκαλύφτηκε προσυνεννόηση, (προδοσία). Τι απέγινε με τον συνταγματάρχη La Salla δεν γνωρίζω, αλλά άκουσα ότι από τη δίκη του δεν αποδείχτηκε η ενοχή του.

Ο (Τουρκικός) Στόλος δεν βοήθησε σ’ αυτή την περίσταση. Εκτός από το ότι προώθησε «παλάντρες» στην Καραθώνα, απ’ όπου έρριξε δύο οβίδες και όταν είδαν ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν στο Φρούριο (Ναύπλιο), έσπευσαν να υποχωρήσουν. Τότε αξίωσαν οι ναύτες (Le-venti: πεζοναύτες) αυτού του Στόλου μερίδιο στη λεία, για το οποίο γεννήθηκε μεγάλη φιλονικία. Αλλά προσέφυγαν στον Βεζύρη ο οποίος αποφάσισε υπέρ εκείνων της ξηράς, λέγοντας ότι τέτοια ήταν και η πρόθεση του Μεγάλου Κυρίου και ότι για τους Λεβέντες είχε επιφυλάξει όλη τη λεία που είχε καταλάβει ο Στόλος του Καπετάν Πασά στη θάλασσα.

Την ώρα που απομακρυνόμουν από το στρατόπεδο είδα το Στόλο, και από τους Τούρκους με τους οποίους ήρθα στη Γαστούνη, άκουσα να λένε ότι ο Βεζύρης είχε την πρόθεση να επιτεθεί στη Μεθώνη όπου θα ωδηγούσαν και τον Στόλο.

Δεν ήταν μικρή η ζημιά που υπέστησαν οι Τούρκοι στο Παλαμήδι και πιστεύω ότι δεν σκοτώθηκαν περισσότεροι από 6000, αντίθετα με τους ελάχιστους δικούς μας. Καμιά από τις οβίδες τους δεν βρήκε το παραμικρό σπίτι, έτσι που όσοι είχαν καταφύγει σε μέρη όπου οι οβίδες δεν μπορούσαν να τους φθάσουν, ξαναγύρισαν κατά το μεγαλύ­τερο μέρος στα σπίτια τους.

Δεν μπορώ να κατονομάσω ποια διακεκριμένα πρόσωπα σκοτώ­θηκαν, με εξαίρεση τους προρρηθέντες συνταγματάρχες Cardosi και Medin και τον σεβασμιότατο αρχιεπίσκοπο Carlini, που τον είδα την ημέρα που κατελήφθη η πόλη πεσμένο πάνω στο δρόμο απέναντι από την είσοδο του σπιτιού του Πλανήτερου, παρετήρησα εν τω μεταξύ ότι από τον ίδιο δρόμο με ωδήγησαν έξω στο στρατόπεδο, και άκουσα ακόμη να λένε ότι μεταξύ εκείνων που αποκεφάλισε ο Βεζύρης ήταν και ο λογιστής (;) (Raggionato) Καλογεράς.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η κατάληψη του Παλαμηδίου και του Ναυπλίου από τους τούρκους το 1715, όπως περιγράφεται από τον Μάνθο Ιωάννου


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά. Η Τουρκία εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

Ο Μάνθος Ιωάννου ο εξ Ιωαννίνων, άγνωστο πως, βρέθηκε στη πολιορκία του Ναυπλίου από τους Τούρκους (1715). Είχε την ατυχία να ιδεί να σκλαβώνονται τα τέσσερα παιδιά του και ο ίδιος να συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Σε αφελείς δεκα­πεντασύλλαβους διηγείται τις περιπέτειές του στο στιχούργημα «Συμφορά και αιχμαλωσία του Μωρέως, Βενετία 1876». Από το κείμενο αυτό αποσπάστηκαν οι στίχοι εκείνοι που ενδιαφέρουν το θέμα μας.

 

 

Τρίτη 28/6 Απόγευμα. (Ο Τούρκος Αλή Νταμάτ Πασάς)

«Την Τρίτην το απόγευμα στον Αρμυρό[1] κονέβει»

 

Τετάρτη 29/6. Αυγή.

«Και την Τετάρτην την αυγήν , για ως το μεσημέρι

Ογλίγωρα κοβαλίστηκε[2] όλο του το ασκαίρι

Την ίδια ώραν έβαλε βουλήν στ’ Ανάπλι να ζυγώση

Και εις το Παλαιόκαστρο[3] άρχισε να τεντώσει.

Όλος ο κάμπος γέμωσε οκτά πολλά παβιόνια[4]».

Προτάσεις του Βεζύρη για συνθηκολόγηση και παράδοση του Ναυπλίου απορρίπτονται από τον διοικητή του Ναυπλίου Γενεράλην (Bon).

 

Πέμπτη 30/6. Απόγευμα.

Μερικοί νεαροί Ναυπλιώτες επιχειρούν μία κίνηση αντιπερισπασμού.

«Ρωμιόπουλα ευγήκασιν εκείνην την ημέραν

εξήντα ήταν όλα τους και είχανε παντιέραν»

Επιστρέφουν προστατευόμενοι από το πυροβολικό του προμαχώνα Dolfin.

 

Ο προμαχώνας του Dolfin. Ήταν στο τρίγωνο μεταξύ του αγάλματος του Καποδίστρια, του προαυλίου του Νέου Γυμνασίου και της Πλατείας των Τριών Ναυάρχων. Κατεδαφίστηκε μεταξύ των ετών 1920-30, για να «πάρει αέρα η πολιτεία». (Από το λεύκωμα της κ. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο).

Ο προμαχώνας του Dolfin. Ήταν στο τρίγωνο μεταξύ του αγάλματος του Καποδίστρια, του προαυλίου του Νέου Γυμνασίου και της Πλατείας των Τριών Ναυάρχων. Κατεδαφίστηκε μεταξύ των ετών 1920-30, για να «πάρει αέρα η πολιτεία». (Από το λεύκωμα της κ. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο).

 

Σάββατο 2/7. Ανταλλάσσονται πυρά πυροβολικού.

Κυριακή 3/7. Οι Τούρκοι επιτίθενται στο Παλαμήδι και φτάνουν μέχρι και μέσα στην τάφρο, όπου και οχυρώνονται.

«Οι Τούρκοι έβαλαν απάνω μετερίζι.[5]

Μέρα και νύχτα πολεμούν δίχως να κλείσουν μάτι

και πάσα βραδύ έφευγαν, του Σάλα οι σολδάτοι»

 

Δευτέρα 4/7.

«Και την Δευτέραν την αυγήν με φούρια του Βεζίρη

οι σκοτωμένοι έπεφταν σταις πέτραις σαν οι χοίροι».

 

Τρίτη 5/7.

«Την Τρίτην εριβάρησε των Τούρκων η Αρμάτα

  …

Ρωμιόπουλα έβαλαν βουλήν εκείνην την ημέρα,

Στο μετερίζι των Τούρκων να πάρουν την παντιέρα[6]».

Από παρεξήγηση:

«Και ο Σάλας έρριξε κοντά κανόνι με σακέτα[7]»

με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και να τραυματισθούν αρκετά από τα «Ρωμιόπουλα».

 

Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και της Ακροναυπλίας, όπως ήταν στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715).

Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και της Ακροναυπλίας, όπως ήταν στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715).

 

Τετάρτη 6/7. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας μετέφεραν μία πυροβολαρχία πάνω στο Παλαμήδι.

«την Τετάρτην εξημέρωσαν οι Τούρκοι μπαταρίαν

το Παλαμίδι έδερναν μετά μεγάλην βίαν».

Αλλά:

«Τα κάστρα του Παλαμιδιού κανόνια με την μπάλα

την μπαταρία των Τούρκων εχαλάσαν μεγάλα».

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

 

Εδώ ο Ιωάννου εμφανίζει τον Γάλλο συνταγματάρχη του μηχανικού De la Salle, ο οποίος εκείνη την ημέρα αντικαθιστούσε τον φρούραρχο του Παλαμηδίου Cardosi που είχε σκοτωθεί, να:

«τρέχει στ’ Ανάπλι γλίγωρα τον Γενεράλη να γελάση

με τραδιμέντο[8] του έδωσε την φόρμα[9] στα φορτία[10]

για να του δώση θέλημα να φτιάσουν τα καρφία.

Ορδίνιασε και έκαμαν καρφία διά κανόνια»,

και,

«Το μεσημέρι έδραμεν ως μανιωμένο φίδι,

και με την κάψι του Ηλιού τρέχει στο Παλαμήδι,

και άρχισε με την σπουδήν κανόνια να καρφώση

ότι είχεν γνώμην το σκυλί, το κάστρο να προδώση.»

 

Πέμπτη 7/7.

Οι αξιωματικοί του Παλαμηδίου κατεβαίνουν στην πόλη και ζητούν από τον Διοικητή να πληροφορηθούν το λόγο του «καρφώματος των κανονιών».

Πρέπει και εμείς να ηξεύρωμεν σαν τ’ είναι η αιτία

Αν έχωμεν να αφίσωμεν όλα μας τα φορτία,

Και έπρεπε την είδησην να δώσης στον καθένα

Κανόνια και μουρτάρια, γιατ’ είναι καρφωμένα;

Κ’ ευθύς εκακοφάνηκε πολλά του Γενεράλη

και έστειλε και τον έπιασε με ορδινά μεγάλη

και όντας τον κατέβασαν από το Παλαμίδι

ο Γενεράλης παρ’ ευθύς την ορδινία δίδει.

Τον Σάλα αυτόν τον έδωσε του Καπετάνιου Πάλη»[11]

 

Κι ο Πάλης οργισμένος γιατί του είχε σκοτώσει, από παρεξήγηση, όπως ανεφέρθη πάρα πάνω, τα «Ρωμιόπουλα», τον παρέδωσε στους «Ρωμαίους», κι αυτοί:

«τον κάμασι λιανά ωσάν τ’ αυτί του».

Συμφορά και αιχμαλωσία Μωρέως, Βενετία, 1820.

Συμφορά και αιχμαλωσία Μωρέως, Βενετία, 1820.

Εδώ πρέπει να σταθούμε για λίγο, γιατί γύρω από τον επεισόδιο «του Σάλλα», έχει πλεχτεί ολόκληρος μύθος περί προδοσίας κ.λ.π.

Και ο τελευταίος δεκανέας του πυροβολικού μαθαίνει ότι, όταν πρόκειται να εγκαταλειφθεί ένα κανόνι, πρέπει να αχρηστεύεται γιατί αλλιώς προσφέρεται ακόμη ένα όπλο στα χέρια του εχθρού. Ο Σάλλα είχε συνεννοηθεί με τον Διοικητή του Ναυπλίου για την ανάγκη του «καρφώματος» και μάλιστα είχε πάρει και την άδεια να ετοιμάσει και τα καρφιά, όπως γράφει και ο ίδιος ο Ιωάννου. Άλλωστε το «κάρφωμα» έγινε τις μεσημβρινές ώρες. Η φρουρά που ήταν; Για το κάρφωμα ενός πυροβόλου χρησιμοποιείται ένα μακρύ ατσάλινο καρφί, που μπήγεται μέσα στο σωλήνα πυροδοτήσεως που μεταδίδει τη φλόγα στην εκρηκτική γόμωση και έως ότου το βγάλουν οι πυροτεχνουργοί, περνά αρκετός πολύτιμος χρόνος.

Στην έκθεση του Daniel Dolfin, Γενικού Διοικητού Μορέως και Νήσων, διετάχθησαν ανακρίσεις γι’ αυτό το θέμα. Από τις ανακρίσεις όμως αυτές δεν προέκυψε περίπτωση «mala fede» (κακοπιστίας) εις βάρος του Σάλλα, παρ’ όλον ότι οι Βενετοί είχαν κάθε συμφέρον να ρίξουν τις ευθύνες της αποτυχίας τους σε βάρος ενός νεκρού Γάλλου.

Περίεργη και δυσεξήγητη παραμένει η επιμονή του Μιχ. Λαμπρυνίδη [12] στη γνώμη ότι επρόκειτο περί προδοσίας, ενώ φαίνεται ότι γνώριζε το κείμενο της έκθεσης του Βενετού Γενικού Προβλεπτού Daniel Dolfin. Ο Αθαν. Κομνηνός – Υψηλάντης, που κι αυτός ομιλεί περί προδοσίας, ίσως να μην είχε υπ’ όψη του τα Αρχεία της Βενε­τίας [13] .

Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και η άποψη του Γάλλου περιηγητή Depellegrin, που επεσκέφθη το Ναύπλιο τρία χρόνια μετά την άλωσή του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Σάλλας δεν λυντσαρίστηκε αλλά σκοτώθηκε μαχόμενος πάνω στο Παλαμήδι μαζί με ένα Μαμωνά [14]. Ας επανέλθουμε όμως εκεί που είχαμε διακόψει την αφήγηση του Μάνθου Ιωάννου.

 

Παρασκευή 8/7.

Αποβιβάζονται τουρκικά στρατιωτικά τμήματα στην Καραθώνα (παραλία νοτιοανατολικά από το Παλαμήδι). Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι ετοιμάζουν μία μίνα (υπόνομο) στην Τανά­λια, για να γυρίσουν (ανατινάξουν) του αμυνόμενους.

Σάββατο 9/7

«Και το Σάββατο την αυγήν δίδει φωτιάν στη μίναν

κ ‘ εγύρισαν τους Χριστιανούς, λίγοι αναμείναν».

Το ρήγμα που δημιουργήθηκε στο τείχος από την έκρηξη δεν ήταν τόσο μεγάλο ώστε να μη μπορέσουν να συγκρατήσουν τους επιτιθέμενους, αλλά ήταν τέτοιος ο τρόμος και ο πανικός που επεκράτησαν στο ήδη σπασμένο ηθικό της φρουράς, που εγκατέλειψε τα πάντα και ετράπη σε φυγή προς την κάθοδο για την πόλη. Οι Τούρκοι, μόλις κατακάθησε η σκόνη, εισέβαλαν μέσα στο οχυρό και εστράφησαν προς την σκεπαστή κάθοδο, όπου και σκότωσαν και τους περισσότερους. Ταυτόχρονα εκδηλώθηκε επίθεση και εναντίον των τειχών του Ναυπλίου, στα οποία δεν προεβλήθη καμμία αντίσταση. Η όλη επιχείρηση, έχει το θλιβερό ρεκόρ ότι κράτησε μόνο 2-3 ώρες.

… Το μεσημέρι εμπήκασι εννιά του Ιουλίου»

 

Κυριακή 10/7. Οι Τούρκοι σφάζουν τους αιχμαλώτους.

«Την Κυριακήν αρχήνισε κ’ έκοφτεν ως το γέμα»

 

Εν συνεχεία περιγράφει τη σύλληψη του και τις ταλαιπωρίες του κατά την συνοδοιπορεία του μέχρι Γαστούνης με τον Αλέξανδρο Καβο­τόρτα, αυτόν που συναντούμε και στην έκθεση Dolfin.

«Κ’ εγώ σκλάβος επιάστηκα εκ τους Αρβανιτάδες

Γλήγωρα ξεσκλαβώθηκα, και πάλιν μ’ εσκλαβώσαν,

Ευχαριστώ τους Χριστιανούς όπου μ’ ελευθέρωσαν.

Το τρίτον ήτον θλιβερόν από τον Σερασκαίρη

Οπ’ άδικα με έπιασε στο εδικό του χέρι.

Τ’ Αγά του Κάστρου ηθέλησε, διά να με παραδώση

Και στον γουλά του Αναπλιού, για να με φυλακώσει.

Και άλλους σαραντατέσσαρους άδικα φυλακώσαν,

Σε τρεις ημέραις ύστερα και τους επαλουκώσαν[15]

Και εγώ είχα την ελπίδα μου, για να μ’ ελευθερώσουν

Κ’ έκαμε την απόφασι για να με παλουκώσουν».

 

Κατορθώνει να βγάλει τα σίδερα από τα πόδια του, ελευθερώνει και δύο άλλους ακόμη, και δένοντας ένα σκοινί σε ένα κανόνι, διέφυγαν στη Καραθώνα.

Στην αφήγησή του υπάρχει μία ασυμφωνία. Ενώ εμφανίζεται με τον Καβοτόρτα συνοδοιπορών για την Γαστούνη ως αιχμάλωτος, αλλού αναφέρει την δραπέτευση του από το Παλαμήδι.

 

Διαβάστε ολόκληρη την αφήγηση του Μάνθου Ιωάννου στον σύνδεσμο: Συμφορά και αιχμαλωσία Μωρέως

 

 Υποσημειώσεις


[1] Ο Αλμυρός είναι περιοχή μεταξύ της Νέας Κίου και Μύλων, όπου και μικρό ρυάκι.

[2] Κουβαλήθηκε, μεταφέρθηκε.

[3] Παλαιόκαστρο. Η σημερινή Νέα Τίρυνς.

[4] Οι σκηνές.

[5] Meteriz: Λέξη τουρκική, σημαίνει το πρόχειρο οχύρωμα.

[6] Προ των τειχών του Ναυπλίου ήταν ένα μικρό μεμονωμένο οχυρό που το κατέλα­βαν οι Τούρκοι από την πρώτη ημέρα. Προς τα εκεί είχε στραφεί η επίθεση των «Ρωμιόπουλων».

[7] Σακέτα. Λέξη ιταλική (sachetta): Με αφθονία.

[8] Η προδοσία. Η εξαπάτηση.

[9] Περιέγραψε την κατάσταση.

[10] Φορτία: Οι θέσεις των πυροβόλων στα οχυρά.

[11] Ο Καπετάν Πάλης ήταν ο αρχηγός των «Αρβανητάδων» που είχαν στρατολογηθεί από τους Βενετούς.

[12] Μι χ. Λαμπρυνίδου. «Η Ναυπλία», έκδ. Β’, Αθήναι 1958, σ. 143 κ.ε.

[13] Αθαν. Κομνηνού-Υψηλάντου. «Τα μετά την Άλωσιν, εν Κωνσταντινουπόλει», 1878, σ. 298-299.

[14] Μι χ. Λαμπρυνίδου. ο.π.σ. 155-6.

[15] Το «παλούκωμα» ή «ανασκολοπισμός» όπως λέγεται στην καθαρεύουσα, ήταν μια ιδιαίτερα σκληρή μορφή θανατικής ποινής, που οι Τούρκοι την επεφύλασσαν για ειδικές περιπτώσεις. Υπάρχουν περιγραφές πως γινόταν. Ξάπλωναν τον μελλο­θάνατο κατάχαμα, του έβαζαν ένα σαμάρι πάνω στο οποίο κάθονταν δύο στρατιώ­τες ή βοηθοί του δήμιου, και ένας τρίτος του περνούσε από τον πρωκτό του ένα σουβλί άλλοτε μεταλλικό και άλλοτε ξύλινο, προσπαθώντας να το βγάλει από κάποιο σημείο του λαιμού του. Αν ο κατάδικος είχε λίγη τύχη, κάποιο ευαίσθητο όργανο καταστρεφόταν και ο θάνατος ερχόταν γρήγορα, αλλιώς το μαρτύριό του μπορούσε να διαρκέσει και δύο ημέρες.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

 Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου

Read Full Post »

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου


 

Πάνω από την ΝΑ άκρη του παλαιού Ναυπλίου (γιατί το νεότερο έχει επεκταθεί πολύ ανατολικότερα) υψώνεται το Παλαμήδι. Ένας συμπα­γής βράχος, ύψους 216 μέτρων, και διαστάσεων στην κορυφή του, 500Χ1000 μέτρων περίπου. Εκεί επάνω, πρώτος ο Μοροζίνης όταν ανακατέλαβε το Ναύπλιο από τους Τούρκους το 1686, υπέδειξε στις Βενετσιάνικες αρχές την ανάγκη να γίνουν οχυρωματικά έργα, που να προστατεύουν το Παλαμήδι, και διά του Παλαμηδίου, το Ναύπλιο. Και το 1687, ο Μοροζίνης άρχισε τα προκαταρτικά έργα. Επειδή εντωμεταξύ, προήχθη και πήγε στην Βενετία και λίγο αργότερα πέθανε στο Ναύπλιο, το έργο της οχύρωσης συνεχίστηκε από τους διαδόχους του προνοητές του Ναυπλίου. Έτσι το 1690, ο Ιάκωβος Κορνέρ, Γενικός Προβλεπτής του Μορέως, σε έκθεσή του προς τις Βενετικές αρχές, αναγράφει ότι είχε κάνει επί του Παλαμηδίου οχυρωματικά έργα και την κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη.

Η περάτωση των έργων έγινε επί των ημερών του Agostino Sagredo, όπως αναφέρεται στο σχετικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος την 20.11.1714 προς τις αρχές της Βενετίας.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

 

Η οχύρωση του Παλαμηδίου

Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) [1]. (Σελίδες 742-747)

Εκτός από τα οχυρά που ανεγέρθηκαν υπό των εξοχότατων προκατό­χων μου για την υπεράσπιση της πόλης του Ναυπλίου, αποφάσισα κατ’ αρχήν το σπουδαιότερο, που μου κάνει τιμή να θέσω στην υπηρεσία των Εξοχοτήτων Σας, να προσθέσω δηλ. φρούρια με τα οποία κατέχεται το όρος Παλαμήδι, που υπέρκειται σ’ αυτή την πόλη, και να ενισχύσω τα δύο άλλα που ανέφερα παρά πάνω, της Μεθώνης και το Κάστρο του Μορέως (Ρίον).

Μετά την άφιξή μου στη θέση μου, αν και δεν είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων, άρχισε να διαφαίνεται κάποια συγκεχυμένη πληροφορία για σκοτεινά σχέδια για το Μοριά, γι’ αυτό αποφάσισα τη χωρίς αναβολή λήψη των πιο ενδεικνυόμενων μέτρων. Βοηθούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια πότε από τον ευγενέστατο κύριο Zorzi Grimani και πότε από τον ευγενέστατο κύριο Antonio Civran, αμιλλόμενους σε ζήλο και σε επιμέλεια, εξετέλεσα το σημαν­τικότερο έργο πάνω στο Παλαμήδι, που εθεωρείτο άλλοτε ο μεγαλύ­τερος κίνδυνος, και τώρα έχει μετατραπεί στον σπουδαιότερο προμα­χώνα του Ναυπλίου με τις εργασίες που έγιναν εκεί, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια.

 

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal. Αρχές του 18ου αιώνα.

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal.
Αρχές του 18ου αιώνα.

 

Πάνω στην πρώτη κορυφή του Παλαμηδίου, ανήγειρα το φρούριο το αποκαλούμενο Άγιος Γεράρδος [προμαχώνας Αγίου Ανδρέου] που είναι συμπληρωμένο τελείως, με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας των στρατιωτών, καταλήγει στον ακραίο πύργο (Maschio) και προστατεύει την κεφαλή της καθόδου από το Βουνό (Παλαμήδι) προς την Πόλη. Αυτό το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει εννέα υπόγειες κρύπτες (αποθήκες, γαλαρίες), διαρρυθμισμένες για τις ανάγκες των στρατιωτών, μια αποθήκη για πυρίτιδα, δύο άλλες που χρησιμοποιούνται για τον ναό, το σκευοφυλάκιο, και το ενδιαίτημα του εφημέριου. Υπάρχουν εκεί και άλλοι τοξωτοί σηκοί (αποθήκες, γαλαρίες), που χρησιμεύουν για την εναποθήκευση μηχανημάτων (όπλων) και πολεμοφοδίων, μία μεγάλη δεξαμενή χωρισμένη σε τρία διαμερίσματα, χωρητικότητας 17.000 Mezarole [2] περίπου νερού, το φυλάκιο της φρουράς της Πύλης που βρίσκεται στην έξοδο αυτού του φρουρίου, και στην προωθημένη αυτή θέση, και που προστατεύεται εξωτερικά με τείχος και συρόμενη καγκελωτή θύρα (rastello). Περιλαμβάνει την κατοικία του διοικητή της φρουράς, και μία άλλη πυριτιδαποθήκη. Ο πύργος (Maschio) έχει δύο υπόγειες κρύπτες και μία έξοδο στο πλευρό του, και στην κεφαλή της καθόδου, κλείνει με μία πύλη η οποία προστατεύεται εσωτερικά με άλλο τείχος και καγκελωτή θύρα.

 

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

 

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Από τον πύργο αυτό (Maschio) μέχρι το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει κατασκευαστεί εσωτερικά, στα πόδια του τείχους προστα­σίας της επικοινωνίας, μία άνοδος με σκαλοπάτια φαρδιά δέκα πόδια, που διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία.

Στα πόδια της καθόδου από το Όρος (Παλαμήδι), στην κορυφή του οχυρού (Caponiera) ανεγέρθηκε εντελώς στην άκρη πάνω από τον γκρεμό, μία οχυρωμένη θέση (Posto) [3], που προστατεύει τα πλευρά αυτού του οχυρού (Caponiera) από το μέρος της Καραθώνας.

Από το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, βγαίνοντας από την πύλη εξόδου που δεξιά βλέπει προς τη θάλασσα, ένας ανηφορικός δρόμος επικοινωνεί με το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου, [προμαχώνας Θεμιστοκλή] που χτίστηκε στα χείλη του γκρεμού, πάνω στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή (του Παλα­μηδίου), και το οποίον είναι ολοκληρωμένο.  Αυτό το οχυρό, απέναντι ενός ενδιάμεσου οχυρού, παρουσιάζει το μέτωπο του εστραμμένο προς την κορυφή του Όρους, η οποία επιμηκύνεται έτσι.

 

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

 

Προστατεύεται αυτό το μέτωπο με μία τάφρο πλάτους σαράντα και πλέον ποδών (13 μέτρων), και βάθους 27 ποδών (9 μέτρων), σκαμμένη σε καθαρό βράχο. Εις το πλευρό υπάρχει επίσης άλλη τάφρος όχι μικρότερου βάθους. Το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου κλείνει με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας, στη γωνία του πλευρού του Αγίου Γεράρδου. Περιλαμβάνονται σ’ αυτό, (το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου) τέσσαρες μεγάλες υπόγειες κρύπτες, και μία άλλη αρκετά επιμήκης, απέναντι από την Caponiera, ένας πολύ ευρύ­χωρος στρατώνας, οι απαραίτητες κατοικίες για τον διοικητή της Φρουράς, τους λοχαγούς των μονάδων και τους κατώτερους αξιωμα­τικούς, όπως επίσης για τον αρχιπυροβολητή και τους πυροβολητές [4].

Στα δεξιά του οχυρού αυτού του Αγίου Αυγουστίνου, σ’ απόσταση λίγων βημάτων από την γωνία, χτίστηκε στο χείλος του γκρεμού, μία πύλη εξόδου από την οποία κατέρχεται κανείς με μια σκάλα σκαμ­μένη στο βράχο, μερικά σκαλοπάτια, για να επικοινωνήσει μέσω μιας στενής προεξοχής του βράχου με την τάφρο, και απ’ αυτήν με το οχυρό το αποκαλούμενο Διπλή Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας], που βρίσκεται μακρύ­τερα πάνω στο ίδιο το βουνό και καταλαμβάνει μιάν άλλη κορυφή αλλά λιγότερο ψηλή [5].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Αυτή η Διπλή Τανάλια, όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν χρειαζό­ταν τίποτ’ άλλο, παρά κάποια καλύτερη εκβάθυνση της τάφρου της στο βράχο και κάποια διευθέτηση του εδάφους στην αριστερή της πλευρά, για να μπορέσει να θεωρηθεί τελειοποιημένη, οι οποίες εργασίες θέλω να πιστεύω ότι ήδη θα έχουν γίνει. Σ’ αυτό το οχυρό βρίσκονται επίσης τέσσερις υπόγειες αποθήκες, και σε ένα μικρό πλευρό, χτισμένο στα χείλη του γκρεμού, είναι μία πύλη εξόδου που προορίζεται για επικοινωνία με ένα σκεπαστό δρομάκι [6].  Στ’ αριστερά αυτού του οχυρού του Αγίου Αυγουστίνου που αναφέρ­θηκε πάρα πάνω, αφού διευρύνθηκε η κορυφή (το έδαφος) και πήρε μέτωπο μεγαλύτερο, χτίστηκε ένας προμαχώνας (Baloardo) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] με εννέα μεγάλες υπόγειες αποθήκες, μια μεγάλη δεξαμενή και με ένα πολύ ευρύχωρο κατάλυμα για τους αξιωματικούς.

 

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Πέρα από τη θύρα εξόδου, στο δεξιό του πλευρό, έχει ομοίως στο μέρος που κλείνει αυτό το άνοιγμα (gola), άλλη κύρια Πύλη ασφαλισμένη εξωτερικά με τοίχο του οποίου το ένα πλευρό χρησιμεύει για να υποστηρίζει με τυφεκιο­φόρους το ανάχωμα (κρηπίδωμα) (Piattaforma) που έβαλα να κάμουν στ’ αριστερά αυτού του οχυρού [προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα], πάνω στο χείλος της από­κρημνης προεξοχής που δεσπόζει της αρχής του στενού δρόμου, που οδηγεί από την ύπαιθρο στην πόλη. Αυτό το κρηπίδωμα, έχει τέσσερις υπόγειες κρύπτες και μία μικρή στέρνα. Όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν έμενε εκεί άλλη εργασία, παρά να ανυψωθούν μερικά τείχη πάνω από τις υπόγειες αποθήκες, για να σχηματιστεί το ανάχωμα και τα παραπετάσματα.

 

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Σ’ αυτή την κατάσταση άφησα τις εργασίες στο Παλαμήδι. Έγι­ναν όλες με πέτρα καθαρή και ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες και τα μαρμάρινα διαζώματα δουλεύτηκαν a la rustica. Ανέρχονται τα τείχη σε κυβικά βήματα 7505. Όλα τα προαναφερθέντα οχυρά έχουν αμυν­τική διάταξη τέτοια που να μην είναι ευάλωτα, ώστε με μεγαλύτερη ασφάλεια να εκπληρώσουν το σκοπό τους.

Το τείχος που πρέπει από το κρηπίδωμα (Piattaforma) να επεκταθεί για να περιλάβει το αριστερό μέτωπο του Χωριστού Οχυρού, (προ­μαχώνας του Μιλτιάδη) είναι ήδη μερικά πόδια σκαμμένο στο βράχο και πρέπει να βαθύνει μέχρι 20 πόδια, οπότε το ύψος του τείχους που αναφέραμε, θα είναι χαμηλότερο από το βάθος του βράχου, (σ.σ. Δηλαδή οι αμυνόμενοι θα βρίσκονται ψηλότερα από το τείχος, και επομένως σε πλεονεκτική θέση) και θα μείνει γι’ αυτό, και χάρη στο πλεονέκτημα της απόκρημνης και απότομης μπροστινής κατωφέ­ρειας, τελείως έξω από κάθε επίθεση. Κατόπιν η απόσταση που θα μείνει μεταξύ του περιβόλου του Χωριστού Οχυρού και του προμαχώ­να του Αγίου Αυγουστίνου, θα πρέπει να συνδεθεί με ένα δρόμο προστατευόμενο με τείχος, πάνω στο αντέρεισμα, μέχρι τη Διπλή Τανάλια, και στη μέση του διαστήματος αυτού του παραπετάσματος θα πρέπει να γίνει η Κυρία Πύλη που θα είναι και η κανονική έξοδος του Φρουρίου.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οχυρά τόσο μεγαλοπρεπή, των οποίων η φήμη είναι διασπαρμένη παντού, με την επιδοκιμασία των υπηκόων και προς δόξαν του ονόματος της Δημοκρατίας, απαιτούν το βάρος μιάς πολυάριθμης φρουράς, αλλά εγώ θα μπορούσα αντίθετα να διαβεβαιώσω τις Υμετέρες Εξοχότητες, με τη σύμφωνο γνώμη των στρατιωτικών αρχηγών, ότι ο υπάρχων ή λίγο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών, θα μπορούσε να είναι επαρκής για το Παλαμήδι και για την ίδια την πόλη, γιατί η φρουρά του Παλαμηδίου είναι ταυτόχρονα και φρουρά της ίδιας της πόλης, η οποία δεν είναι ποτέ δυνατόν να υποστεί επίθεση, παρά μόνο στην περίπτωση που θα έχουν καταλη­φθεί τα οχυρά του Παλαμηδίου.

Έχουν κατά τέτοιο τρόπο σχεδιαστεί και τοποθετηθεί, έτσι που το ένα οχυρό υποστηρίζει το άλλο, και το καθένα να μπορεί να αμυνθεί και να αντισταθεί με τις ίδιες του τις δυνάμεις, ειδικά το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, αλλά και τα άλλα, για ένα και δύο χρόνια εφόσον είναι επαρκώς εφοδιασμένα. Αν τα πεδινά οχυρά, που εγείρονται προσωρινά (πρόχειρα) στην εκστρατεία από χώμα και ξύλα για την αντιμετώπιση του εχθρού, θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, πολύ περισσότερο πρέπει να περιμένει κανείς από τα οχυρά του Παλαμηδίου, που δεν χτίστηκαν, όπως το είπα ήδη, από ξύλα και χώμα, αλλά από ασβεστοκονίαμα και πέτρα, εξαιρετικού μεγέθους, και με την πιο στέρεη κατασκευή, σε σημείο που καθένας που θα τα ιδεί, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ανεγέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και θα σχηματίσει τη γνώμη ότι η Υμετέρα Γαληνότητα θα έχει ξοδέψει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Και όμως είναι αληθέστατο, και το αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα η εσώκλειστη κατάσταση του Λογιστηρίου (της Οικονομικής Υπηρεσίας) του Ναυπλίου, ότι δεν εκόστισαν στην Υμετέρα Γαληνότητα περισσότερο από 53.081 ρεάλια [7].

Οι ίδιοι οι υπήκοοι δεν προσέφεραν άλλη συνδρομή, παρά μόνο τη μεταφορά της άμμου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί συνδρομή, δεδομένου ότι αυτοί με την πρόσκληση μου, έσπευσαν και εβοήθησαν με καλή διάθεση, όπως εκείνοι της επαρχίας της Αχαΐας και Μεσσηνίας εβοήθησαν για το Κάστρο του Μοριά (Ρίον), και της Μεθώνης, με εθελοντική προσφορά χρημάτων, γνωρίζοντας πολύ καλά όλοι, ότι δεν εργάζονται παρά για την άμυνα και ασφάλεια τους.

Εγώ από μέρους μου γνωρίζω ότι έκαμα, θα έλεγα ακόμη ότι ξεπέρασα τις δυνάμεις μου, για να βοηθήσω την επειγόμενη Δημοκρατία στην οχύρωση αυτού του πιο σημαντικού Φρουρίου του Βασιλείου (Regno).

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

Είναι βέβαιο  ότι μόνο το υλικό των τειχών δεν επαρκεί. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν με στρατεύματα και με κατάλληλα εφόδια. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Υπηρεσία μου. Εξαρτάται αποκλειστικά από την Υψηλή φροντίδα των Υμετέρων Εξοχοτήτων, και εδώ θα μου συγχωρηθεί αν δεν μπορώ να συγκρατήσω το ζήλο μου, (την επιθυμία μου) να ξαναθίξω εκείνο, που από παλιότερους καιρούς υποπτευόμουν (πίστευα), (και) να λάβω το θάρρος να γράψω πιο διεξοδικά γύρω από το θέμα της εγκατάλειψης των άχρηστων και μισοτελειωμένων οχυρών του Βασιλείου, που δε­σμεύουν με κίνδυνο και με έξοδα, 2000 στρατιώτες περίπου οι οποίοι αποσυρόμενοι από εκεί, θα μπορέσουν επωφελέστερα και οικονομικό­τερα να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση των σπουδαιοτέρων θέσεων, από τις οποίες θα μπορούσα να πω ότι εξαρτάται η διατήρηση αυτού του Βασιλείου (του Μοριά), δεδομένου ότι, όπως από αναρίθμητα παραδείγματα καταφαίνεται, λίγες οχυρωμένες θέσεις και καλά εφο­διασμένες, αποτέλεσαν εμπόδια σε ισχυρότερους εχθρούς κατά δια­φόρους καιρούς, και διέσωσαν κράτη από την καταστροφή.

 

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Μέσα σ’ αυτή την πόλη του Ναυπλίου, και αλλού έξω όπως τα ανωτέρω οχυρά, ανήγειρα πολλά άλλα κτίρια, αποτελείωσα όσα ήσαν μισοτελειωμένα, και επιδιόρθωσα άλλα που είχαν υποστεί ζημιές από το χρόνο. Αν ώφειλα να τα περιγράψω όλα, θα επιμήκυνα την ανία της Εξοχότατης Συγκλήτου. Θα πω μόνο ότι ίδρυσα μια μεγάλη αποθήκη στην κεντρική μεγάλη Πλατεία (Piazza d’ Armi) [σήμερα αρχαιολογικό μουσείο], που είναι τελειωμένη και μπορεί να περιλάβει 1000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο, μια πυριτιδαποθήκη στο Φρούριο [8], και άρχισα την κατα­σκευή μιας άλλης στην πόλη κοντά στις πυροβολαρχίες.

 

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Άφησα υπερυψωμένη μέχρι τα τόξα των παραθύρων, μιάν άλλη αποθήκη στο Φρούριο (Ακροναυπλία) για την αποθήκευση διαφόρων μηχανημά­των. Εις τα τείχη του Τρίτου Οχυρού (Ακροναυπλίας) περιέβαλα (περιέκλεισα) ένα ρήγμα (Εικ. 17), (Brecchia), και κατασκεύασα σ’ αυτό το σημείο ένα «πλευρό» με τέσσερα κανονιοστάσια (Imbrasure) για τέσσερα κανόνια, που σκοπό έχουν να υποστηρίζουν την Ακρο­ναυπλία, να καλύπτουν την πόλη και να προσβάλουν τον στενό δρόμο που οδηγεί στην Πύλη μεταξύ του Παλαμηδίου και της Θαλάσσης. Προσέθεσα μιάν άλλη πυροβολαρχία πάνω από την Πύλη του Δεύτε­ρου Οχυρού (την Πύλη της Ξηράς).

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Διά το Πρεσβυτέριο, που τόσες φορές κατέφυγε στην ευσπλαχνία των Υμετέρων Εξοχοτήτων, άρχισα την κατασκευή ενός κτιρίου, με την αποπεράτωση του οποίου, θα σταματήσει για το Δημόσιο Ταμείο, η επιβάρυνση των εισφορών που κατέβαλε ετησίως στους κληρικούς.

Στερέωσα την προκυμαία στο παραθαλάσσιο, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, από τις εισπράξεις της οποίας προκύπτει αντίθετα το κέρδος 621 ρεαλίων ετήσιο βέβαιο εισόδημα. Ανήγειρα στην προκυμαία ένα υπόστεγο για τις άγκυρες και ένα άλλο για τα κουπιά, απέναντι από τη θύρα του οποίου προς Δυσμάς, άφησα ανοικτό ένα χώρο, που θα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες αυτού του υπόστεγου. Οι Υ.Υ.Ε.Ε., θα διατάξουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί σε κανένα (αυτός ο ακάλυπτος χώρος).

Εις τον προμαχώνα του Mocenigo [9] χτίστηκε μια μεγάλη αποθήκη για τα κατάρτια που χρησιμοποιούν τα πλοία και οι γαλέρες. Ανύψωσα τον προμαχώνα και σχημάτισα το στηθαίο του κρύβοντας την εξωτε­ρική του πλευρά και τις υπόγειες κρύπτες που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες των σιδηρουργών και των αμαξών του Δημοσίου.

Στην ανέγερση αυτών των κτιρίων και μερικών άλλων, που όλα αποβλέπουν στην καλύτερη υποστήριξη του Φρουρίου, συνέδραμαν και μερικοί άλλοι με αξιέπαινη επιμέλεια, οι Ν.Ν.Η.Η. S. Giustin Dona και S. Zuane Foscarini. Στα έργα αυτά χρειάστηκαν άλλα 3.745 βήματα κυβικά τοιχοποιίας, όλα με πέτρα μάρμαρο και ασβέστι, είς τρόπον ώστε οι εργασίες του Ναυπλίου ανήλθαν σε κυβικά βήματα 11.250.

AGOSTINO SAGREDO

Ritornato Prov.

General da Mar [10]

Βενετία τη 20 Νοεμβρίου 1714           

                                                          

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρ. Λάμπρου. Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμενοι, Δ.I.E.Ε., 5 (1910), α. 605-823. Έκθεσις Αυγου­στίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού Πελοποννήσου (1715-16), σ. 736-765.

[2] Η Mezzarola ήταν μέτρο χωρητικότητας υγρών ίσον με 39,39 Its. Η δεξαμενή περιελάμβανε 680 τόννους νερό.

[3] Posto. Φυλάκιο

[4] Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Έχουν κατεδαφιστεί.

[5] Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Doppia Tenaglia. τ. Yürüyüs tabya.

[6] Η Πύλη εξόδου της Διπλής Τανάλιας.

[7] To real (ρεάλι) ήταν ασημένιο νόμισμα ισπανικό και αντιστοιχούσε σε μισή περίπου σημερινή χρυσή λίρα. Επομένως οι εργασίες του Παλαμηδίου εκόστισαν 53000 ρεάλια Χ 7.800 δρχ.: 400.000.000. Σημειωτέον ότι εργατικά πληρώθηκαν πολύ λίγα, διότι στις εργασίες χρησιμοποιήθηκαν και οι κατάδικοι και τα πληρώματα από τις γαλέρες.

[8] Η Ακροναυπλία.

[9] Ο προμαχώνας του Mocenigo ήταν χωρισμένος από την πόλη του Ναυπλίου με μία τάφρο γεμάτη νερό (φόσα), και βρισκόταν βορεινά από το σημερινό Γυμνάσιο και ανατολικά από την οικία Καράπαυλου μέχρι το άγαλμα του Κανάρη.

[10] Proweditor και Proveditor, ήταν ο Διοικητής επί των οικονομικών και στρατιω­τικών υποθέσεων. Rettor ήταν ο επί των αστικών και ποινικών. Σπυρ. Λάμπρου, Relazione del nobil homo Angelo Emo ritornato di Proweditor Generali(l)n Morea. Proweditor General in Regno, ήταν ο Γενικός Διοικητής της Πελoπoννήσoυ, και Proweditor General da Mar, ο Αρχιναύαρχος, ο ανώτερος όλων, αλλά κατώτερος από τον Proccuratore di San Marco, ο οποίος στην ιεραρχία ήταν αμέσως μετά τον Δόγη.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Older Posts »