Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Περρούκας’

Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο – Μάρθα Πύλια στο: Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.


 

Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω εδώ τον όρο «χριστιανικές κοινότητες της τουρκοκρατίας» για να προσεγγίσω τις οικονομικές δραστηριότητες των κοινοτικών μηχανισμών που λειτουργούσαν στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας[1], επειδή η επανειλημμένη επιγραμματική του χρήση από την παραδοσιακή ιστοριογραφία παραπέμπει στη μεγιστοποίηση της αυτονομίας και του ρόλου των εν λόγω κοινοτήτων χωρίς να την προσγειώνει στον ιστορικό της περίγυρο. Άλλωστε, είναι γνωστό πως η κοινοτική οργάνωση των αλλόδοξων πληθυσμών της αυτοκρατορίας στηριζόταν σε παλιά μουσουλμανική πρακτική[2] και πως η οθωμανική διοίκηση δεν αναγνώριζε νομικά πρόσωπα αλλά λειτουργίες που επιτελούσαν τα φυσικά πρόσωπα, γι’ αυτό ακριβώς απευθυνόταν ονομαστικά στους εκάστοτε αντιπροσώπους των κατακτημένων χριστιανών ή εβραίων[3]. Θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω άλλη μια φορά και εδώ το διοριστήριο ιεροδικαστικό έγγραφο του Ρήγα Παλαμήδη στη θέση του αντιπροσώπου Μονεμβασιάς, γιατί επεξηγεί απολύτως την παραπάνω έννοια της χριστιανικής εκπροσώπησης αλλά και τη διαδικασία διορισμού των αντιπροσώπων:

«Οι πρόκριτοι της επαρχίας Μπενέφσε της Κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του βαρούς και όλων των χωρίων […] άπαντες υπήκοοι (ραγιάδες) προσωπικώς δι’ εαυτούς και επιτροπικώς ως αντιπρόσωποι των άλλων ραγιάδων, εμφανισθέντες ενώπιον ημών εν τω δικαστηρίω τούτω […] εδήλωσαν ότι προς υπεράσπισιν, διεξαγωγήν και διευθέτησιν των αφορωσών την επαρχίαν των υποθέσεων εν τη πρωτευούση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επειδή παρίσταται ανέφικτος ανάγκη να διορισθή αντιπρόσωπός τις, ο δε ειρημένος Ρήγας τυγχάνει ικανός […] διά το λειτούργημα, διορίζουσι και αποκαθιστώσι τούτον γενικόν αντιπρόσωπον και πληρεξούσιον αυτών. Ο δε ειρημένος […] εδήλωσεν ότι αποδέχεται [..]»[4].

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο:  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Στηριγμένη, λοιπόν, σ’ αυτή την πολιτική λογική επιχειρώ να ψαύσω τις ιδιωτικές οικονομικές συμπεριφορές των προσώπων που ήταν επιφορτισμένα με κοινοτικούς ρόλους, και μάλιστα τις οικονομικές στρατηγικές που ανέπτυσσαν για να ενισχύσουν κατά περίπτωση τα συμφέροντα της κομματικής τους φατρίας[5] αλλά και τη δική τους θέση μέσα στο τοπικό πολιτικό στερέωμα. Η επιχειρηματολογία που ακολουθεί, στηριγμένη στις πληροφορίες των πηγών, αποκαλύπτει οικονομικές συμπεριφορές που εξελίσσονταν στις παρυφές της οθωμανικής νομιμότητας και μαρτυρούσαν τον βαθμό απορρύθμισης του συστήματος: Οι εκμισθώσεις των φορολογικών εισοδημάτων από τους τοπικούς άρχοντες κατέληγαν σε δυσβάσταχτα ποσά για τους φορολογούμενους, ενώ οι υψηλές αμοιβές τής οποιασδήποτε μεσολάβησης προς την κεντρική διοίκηση επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τους ήδη καταχρεωμένους ραγιάδες. Οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί εξυπηρετούσαν εν τέλει τους τοπικούς άρχοντες που μεσολαβούσαν, καθώς η κεντρική διοίκηση εισέπραττε υποπολλαπλάσιο ποσό από εκείνο που τελικά βάρυνε τον φορολογούμενο πληθυσμό[6]. Η κεντρική εξουσία με τη σειρά της επιχειρώντας να ελέγξει την αυξανόμενη πολιτική και οικονομική εξουσία των τοπικών αρχόντων «έλαιον και θείον έρριπτεν εις το πυρ των έριδων»[7], οι οποίες ενδημούσαν στις αυλές των τοπικών αρχόντων, με αποτέλεσμα την πολιτική, την οικονομική αλλά και τη φυσική εξόντωση των τοπικών αυθεντιών, κατάσταση που επιβάρυνε ολοένα και περισσότερο την αστάθεια του συστήματος.

Το πληροφοριακό υλικό αντλώ κυρίως από την αλληλογραφία που βρίσκεται στο Αρχείο Ρήγα Παλαμήδη[8], γραμματέα του πασά του Μοριά και κατόπιν αντιπροσώπου (vekil) των καζάδων Τριπολιτσάς και Μονεμβασιάς στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας[9], από το Αρχείο Περρούκα[10] – αρχείο της επιφανούς οικογένειας προεστών του Άργους, που επίσης διατηρούσε προεπαναστατικά επίσημο αντιπρόσωπο στην Πόλη[11]– και από τα Αρχεία της γνωστής οικογένειας προεστών Δεληγιάννη[12].

Οι βεκίληδες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των διοικητικών περιφερειών στην «πηγή της εξουσίας»[13] (όπως ενδεικτικά χαρακτηρίζεται η οθωμανική πρωτεύουσα στην αλληλογραφία που προανέφερα), λειτουργούσαν ως μεσολαβητές για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων των αρχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων) των παραπάνω περιφερειών, αλλά ταυτόχρονα φρόντιζαν για τα δικά τους ιδιαίτερα οικογενειακά ή προσωπικά, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες των πηγών, φαίνεται πως οι βεκίληδες αναλάμβαναν την προαγορά δημόσιων εισοδημάτων (iltizam) για λογαριασμό εντολέων που μπορούσαν να είναι ακόμη και οθωμανοί αξιωματούχοι, την κατάθεση αναφορών (arz ve mahzar) στην οθωμανική ή πατριαρχική αυλή αλλά και την καταγγελία των δικών τους πολιτικών αντιπάλων ή των εντολέων τους ως καταχραστών ή ταραξιών[14]. Μάλιστα, σχετικά με το iltizam, στην αλληλογραφία Παλαμήδη γίνεται σαφές ότι επρόκειτο αποκλειστικά για ετήσιες προαγορές εισοδημάτων (mukata’a)[15] και όχι για ισόβιες (malikane), καθώς οι πρώτες επέτρεπαν στο οθωμανικό ταμείο να διαπραγματεύεται κάθε χρόνο και να μεγιστοποιεί με την αναπροσαρμογή τις εισπράξεις του.

Οι βεκίληδες επιχειρούσαν επίσης να επηρεάσουν τον διορισμό των δραγουμάνων του Μοριά[16] και φρόντιζαν για την έκδοση ή την αναίρεση αφορισμών από την Ιερά Σύνοδο και για τον εκθειασμό ή, αντίθετα, τη διαβολή ιερέων στο Πατριαρχείο ανάλογα με τις συμμαχίες και τις σχετικές συγκυρίες που εξελίσσονταν στις περιφέρειες που εκπροσωπούσαν. Πάσχιζαν, επίσης, να υποστηρίζουν τις αναφορές και τις καταγγελίες τους προς την Πύλη με την υποστήριξη του Πατριαρχείου[17].

Το αξίωμα του δραγουμάνου, δηλαδή του διερμηνέα του πασά του Μοριά, προσώπου σε άμεση και καθημερινή επικοινωνία με τον πασά και κύριου μεσολαβητή ανάμεσα σε αυτόν και τους χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, φαίνεται πως ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους διορισμούς, μία από τις υψηλότερες πολιτικές θέσεις που οι μεγάλες χριστιανικές οικογένειες προεστών επιχειρούσαν να προσεταιριστούν για δικό τους όφελος. Εν τούτοις, συνέβαινε να αφανίζονται από τα έξοδα ακόμη και εκείνοι που κατόρθωναν τον διορισμό του δικού τους υποψήφιου[18]. Ούτως ή άλλως, οποιοδήποτε διάβημα των αρχόντων «εις την πηγήν της εξουσίας» είχε τη δική του λαθραία χρηματική τιμή.

Με αυτή την υπόγεια και πάγια τακτική μεταφέρονταν γενναία εισοδήματα προς την κορυφή της ιεραρχίας (την τοπική αλλά και την κεντρική), τα οποία οι διαμεσολαβητικοί μηχανισμοί αφαιρούσαν λεηλατικά από την παραγωγική διαδικασία και εξαιρούσαν από το οθωμανικό θησαυροφυλάκιο. Και μάλιστα, οι μεσολαβητές αυτοί που δεν ήταν άλλοι από τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες ή τους μουσουλμάνους αγιάνηδες, επιχειρούσαν σταθερά, όσο το επέτρεπε η φοροδοτική αντοχή των υπηκόων, να ενσωματώνουν τα υπέρογκα έξοδα των υπόγειων πολιτικών μεσολαβήσεων στους καταβαλλόμενους φόρους. Η οικογένεια Ζαΐμη είχε δε καταφέρει να μετατρέψει σε σταθερή φορολογική υποχρέωση της επαρχίας Καλαβρύτων το γιγαντιαίο ποσό που όφειλε στην οθωμανική διοίκηση για να της επιστραφεί η δημευθείσα περιουσία της, λόγω της συμμετοχής της στην εξέγερση του 1769[19].

Εν τέλει, οι μοραΐτες τοπικοί άρχοντες στο περιθώριο των λειτουργιών που επιτελούσαν και του οποιουδήποτε άμεσου οικονομικού οφέλους επιχειρούσαν να αποκομίσουν από αυτές, ασκούσαν παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες που ευνοούσε η πολιτική τους θέση, ενώ ταυτόχρονα η οικονομική τους επιφάνεια ενίσχυε την πολιτική τους μακροβιότητα. Με άλλα λόγια η πολιτική εξουσία επέτρεπε την απολύτως αντιπαραγωγική διαχείριση του παραγόμενου προϊόντος και, εν πολλοίς, μέσα από τη διαδικασία αυτή η οικονομική εξουσία προσδιόριζε τους πολιτικούς ρόλους, τις θέσεις και τις αποφάσεις[20].

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Ανάμεσα στις αντιπαραγωγικές συνήθειες που ενδημούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οφείλω να προσθέσω επιγραμματικά τον αποθησαυρισμό που προκαλούσε η συνεχής υποτίμηση του νομίσματος, και την επιδεικτική καταναλωτική συμπεριφορά που υπαγόρευε το απολύτως ασταθές οικονομικό και πολιτικό μοντέλο της ύστερης οθωμανικής εποχής: Συνήθως αποθησαυρίζονταν πολύτιμα μέταλλα και υφάσματα για να ρευστοποιηθούν τη στιγμή της κρίσης, ενώ η επιδεικτική κατανάλωση από πρόσωπα ανώτερων αλλά και χαμηλότερων αξιωμάτων και εισοδημάτων αποσκοπούσε στο να αναπαραστήσει την πραγματική ή εικονική συμμετοχή σ’ ένα υψηλότερο κοινωνικό καθεστώς[21]. Η καταγραφή των δημευθέντων κινητών περιουσιακών στοιχείων από το σπίτι της οικογένειας Δεληγιάννη μετά την εκτέλεση του γενάρχη της (Φεβρουάριος 1816) αλλά και μια δεύτερη καταγραφή των κινητών περιουσιακών στοιχείων που η ίδια οικογένεια αποθήκευσε λίγο πριν την ελληνική Επανάσταση (1η Μαρτίου 1821), αποκαλύπτει πληθώρα κοσμημάτων, πολύτιμων αντικειμένων και πολυτελών υφασμάτων[22].

Οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες υιοθετούσαν, λοιπόν, τις παραπάνω προσωπικές συμπεριφορές και απολάμβαναν τα οφέλη της επικοινωνίας τους με τις οθωμανικές αυλές. Σε επιστολή του προς τους Περρουκαίους ο Ρήγας Παλαμήδης αναφέρει σχετικά με διαφιλονικούμενη καλλιεργημένη γη ότι «εις το χωράφι αυτό εξαρχής χέρι δεν έβανα, εάν κατά την προσταγήν του ιτζέτπεη εφένδη δεν εδιορίζετο ναζύρης[23] εις τούτο ο άρχων πατέρας της και εάν η ευγενεία του δεν μοι έδιδεν την άδειαν»[24]. Είναι προφανές πως η κατοχή της γης δεν υποστηρίζεται με άλλους «τίτλους» εκτός από τη σύμφωνη γνώμη του οθωμανού αξιωματούχου.

Σε άλλη περίπτωση οι άνθρωποι του «ενδοξομεγαλοπρεπέστατου μουσταφέμπεϊ»[25] των Πατρών παρακάμπτουν συμφωνίες του ίδιου του μπέη για πώληση σταφίδας σε χριστιανό έμπορο, για να την δώσουν τελικά – ακόμη και στην ίδια τιμή – στον Χαράλαμπο Περρούκα: «Ο ενδοξομεγαλοπρεπέστατος μουσταφέμπεϊ εφένδης μας είχεν σταφύδαν αυτού εις βοστίτσαν και πάτραν την οποίαν έγραψεν να την δώση με το να ευρέθη εδώ ο μόνον Χ» Φιλιππής και εζήτησεν να αγοράσει [… όμως] οι αυτού επιτροποί του είχαν προσυμφωνίσει με την ευγενεία σας […]. η ενδοξομεγαλοπρεπεία του μαθών τούτο εδυσαρεστήθη ευχαριστούμενος κατά πάντα λόγον να την λάβει η ευγενεία σας […] η τιμή οπού ο Φιλιππής έδωσεν είναι τάλαρα 70: το μεγαλίτερον χισμέτι σας είναι το να παρθή εις αυτό και προσπάθισον όσον γίνεται να μην λάβη την παραμικράν δυσαρέσκειαν»[26].

Σχετικά – και απολύτως συνοπτικά – με το οικονομικό προφίλ των χριστιανών προκρίτων στην προεπαναστατική Πελοπόννησο επισημαίνω και εδώ[27] α) πως κατείχαν περιορισμένη γαιοκτησία σε σχέση με εκείνη των οθωμανών ντόπιων αρχόντων, πως καταπιάνονταν με εμπορικές και κυρίως με δανειστικές δραστηριότητες που ευνοούσε η αρμοδιότητά τους να συγκεντρώνουν και να καταβάλουν στη διοίκηση τους φόρους[28], β) πως σε περιορισμένη κλίμακα συμμετείχαν στις εκμισθώσεις δημόσιων προσόδων και, τέλος, γ) πως κάποιοι από αυτούς επιδίδονταν σε χρυσοφόρες εκμισθώσεις εισοδημάτων της οθωμανικής αυλής στον Μοριά[29].

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στην κλίμακα των εισοδημάτων και των περιουσιών οι μοραΐτες χριστιανοί τοπικοί άρχοντες υπολείπονταν κατά πολύ των αντίστοιχων μουσουλμάνων αγιάνηδων οι οποίοι δεν κατείχαν μόνο τις πιο εκτεταμένες και προσοδοφόρες καλλιέργειες, όπως και τη μερίδα του λέοντος στις αστικές ιδιοκτησίες, αλλά σχεδόν μονοπωλούσαν τις εκμισθώσεις των δημόσιων προσόδων[30]. Εν τέλει, οι χριστιανοί περιορίζονταν στο στενό πλαίσιο που επέτρεπαν οι δραστηριότητες των μουσουλμάνων αρχόντων και είχαν συντριπτικά μικρότερη συμμετοχή στην ιδιοποίηση του παραγόμενου προϊόντος[31].

Οι μοραΐτες αγιάνηδες στήριζαν την οικονομική παντοδυναμία στην πολιτική τους επιρροή που προέκυπτε από την άμεση σχέση με την οθωμανική διοίκηση, ενώ οι ίδιοι, τουλάχιστον σε αυτή την ύστερη περίοδο, δεν είχαν καμία εξοικείωση με τα στρατιωτικά αξιώματα[32]. Κατείχαν συχνά το αξίωμα του βοϊβόδα, δηλαδή του εντεταλμένου της οθωμανικής διοίκησης για την εκμίσθωση και τη συγκέντρωση των φόρων των επαρχιών. Με αυτή την ιδιότητα βρίσκονταν σε διαρκή επικοινωνία με τους χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους κατένειμαν και περισυνέλεγαν για λογαριασμό του βοϊβόδα τις φορολογικές υποχρεώσεις στις δικές τους περιφέρειες[33]. Η παραπάνω σαφώς ιεραρχημένη σχέση ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς τοπικούς άρχοντες αποτυπωνόταν στη μεγαλύτερη ευχέρεια πρόσβασης των πρώτων στον παραγόμενο πλούτο και στην προφανή πολιτική εξάρτηση των δεύτερων από τους πρώτους.

Οι διαθέσιμες πηγές μάς επιτρέπουν να προσεγγίσουμε ενδεικτικά τις τάσεις κερδοφορίας των χρηματικών δραστηριοτήτων των χριστιανών αρχόντων: Αν θεωρήσουμε πως ο συνήθης ετήσιος τόκος δανεισμού κυμαινόταν από 12% έως 20%[34], στα οικονομικά κατάστιχα της οικογένειας Δεληγιάννη το ετήσιο κέρδος από δύο εκμισθώσεις τοπικών φορολογικών προσόδων ανέρχεται αντίστοιχα σε 19% και 31%[35], ενώ ο Παπατσώνης, σε ένα μόνο έτος, το 1772, κατόρθωσε να υπερτετραπλασιάσει το κεφάλαιο που κατέβαλε για την προαγορά των εισοδημάτων της σουλτάνας «Μπεϊάν»[36]. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το είδος των παραπάνω εισοδημάτων που συγκέντρωναν οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες, οφειλόταν στην εύνοια και τη συναίνεση των οθωμανικών αρχών. Όσο για τα «υπερκέρδη» του Παπατσώνη, αν και περιορίστηκαν από τις διεκδικήσεις των αντιπάλων του[37], παρέμειναν πολλαπλάσια της καταβαλλόμενης ετήσιας προαγοράς του εισοδήματος της σουλτάνας[38].

Με την προνομιακή εκμίσθωση των εισοδημάτων της ίδιας σουλτάνας στην Πελοπόννησο καταπιάνονταν άλλωστε οι Δεληγιανναίοι και ο Παπαλέξης[39], ενώ από τα κοινά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της εν λόγω δραστηριότητας φαίνεται τελικά πως προέκυψε η συμμαχία που ο Μιχαήλ Οικονόμου ονόμασε «καρυτινομεσσηνιακό» κόμμα[40]. Συμπερασματικά, από τις διαθέσιμες μαρτυρίες προκύπτει πως η προαγορά των φόρων και των εισοδημάτων της αυτοκρατορικής αυλής αποτελούσε εξαιρετική και σπάνια διέξοδο για τα κεφάλαια των χριστιανών αρχόντων οι οποίοι επιδίδονταν στον δανεισμό των καταχρεωμένων φορολογουμένων αλλά και τον δανεισμό των επίσης καταχρεωμένων κοινοτήτων που εκπροσωπούσαν[41].

Τα εισοδήματα που εν τέλει συγκέντρωναν οι χριστιανοί τοπικοί άρχοντες, ήταν πολλαπλά: Δίπλα από τη μικρή ή μεγάλη γαιοκτησία και την ενδεχόμενη αστική περιουσία[42], δίπλα από τον δανεισμό και την ενδεχόμενη συμμετοχή στις εκμισθώσεις δημόσιων εισοδημάτων, δίπλα ενδεχομένως και από τις μικρές ή μεγαλύτερες εμπορικές επιχειρήσεις[43], δίπλα από τους νόμιμους μισθούς, είχαν τη δυνατότητα να κερδίζουν και από τις μεσολαβήσεις που επιχειρούσαν: Ο Π. Παπατσώνης στη λιτή αλλά πολύ κατατοπιστική αφήγηση των οικονομικών δραστηριοτήτων της δικής του οικογένειας το δηλώνει ρητά: «Ο δε προεστός ωφελείτο και από τα βασιλικά δοσίματα αν ήθελεν, εκτός δε τούτων των ωφελημάτων είχε και τυχηρά πάμπολλα ετησίως»[44]· αυτό σημαίνει ότι ιδιοποιείτο τη διαφορά ανάμεσα στον εκάστοτε εισπραττόμενο φόρο και σε αυτόν που καταβαλλόταν στο οθωμανικό δημόσιο, και ακόμη ότι «ωφελείτο» ξεχωριστά από όλες τις πολιτικές υπηρεσίες που παρείχε, όπως για παράδειγμα την κατάθεση και την παρακολούθηση των καταγγελιών και τη διεκδίκηση θέσεων και εκμισθώσεων για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.

Είναι αποκαλυπτική προς αυτή την κατεύθυνση η προαναφερθείσα αλληλογραφία του Ρήγα Παλαμήδη. Ως απεσταλμένος του καζά της Μονεμβασιάς στην Πόλη, ο Παλαμήδης αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, να διεκπεραιώσει την εξορία ενός επικίνδυνου (κατά την αλληλογραφία) μουσουλμάνου αξιωματούχου[45] – με τη σύμφωνη γνώμη των αγάδων και των κοτζαμπάσηδων – έναντι 2.500 γροσιών καταρχάς και 3.000 κατόπιν[46]. Επίσης αναλαμβάνει να εξασφαλίσει για λογαριασμό του «ενδοξοτάτου» Μουσταφά Μπέη Χασάν Μπέη Ζαδέ, αγά της Μονεμβασιάς, την εκμίσθωση του μουκατά[47] και του σαλιανέ[48] της περιοχής, με «χετιγιέν», δηλαδή δώρο για τις υπηρεσίες του «πολλά μεγαλήτερον» από 1.000 γρόσια[49]. Μάλιστα, ο Παναγιωτάκης Καλογεράς, προεστός Μονεμβασιάς, προετίθετο από την πλευρά του να συμπληρώσει την «τιμή» της μεσολάβησης για τη διεκπεραίωση της εξορίας του εν λόγω ανεπιθύμητου με άλλα 500 γρόσια για τους κόπους του Παλαμήδη, αποβλέποντας βέβαια και στην εύνοια του Μπέη[50]. Ο δε Μουσταφά Μπέης, από τη δική του πλευρά, εκτιμούσε ότι 2.000 γρόσια αρκούσαν και για το «χισμέτι» του Παλαμήδη, δηλαδή τις υπηρεσίες του για την επίτευξη της εξορίας[51].

Βέβαια, το ζήτημα που προέκυψε ήταν ότι ο Παλαμήδης ζητούσε πολλαπλάσια ποσά για την τελεσφόρηση των υποθέσεων. Εν τέλει προσέκρουσε στην άρνηση και τον θυμό των εντολέων του, οι οποίοι με τη σειρά τους του υπενθύμισαν πως τα προτεινόμενα ποσά για την κατακύρωση των εκμισθώσεων ξεπερνούσαν όχι μόνο το προσδοκώμενο κέρδος αλλά και αυτό ακόμη το προσδοκώμενο συνολικό ποσό του εισπραττόμενου φόρου: «διά του σαλιανέ την υπόθεσιν, μας εδίξατε ένα πλήθος άσπρων όπου πρέπει να πουλήσωμεν και αυτόν τον σαλιανέν και να μην εμπορέσωμεν να δώσωμεν αυτήν την ποσότητα»[52]. Η διατύπωση αυτή μας πληροφορεί για την πρακτική της μεταπώλησης των ήδη προαγορασμένων δημόσιων εισοδημάτων και για την παρεμβολή εν τέλει περισσότερων ενδιαμέσων από εκείνους που τυπικά προβλέπονταν. Το αποτέλεσμα έχει ήδη αναφερθεί: Υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση για τους υπηκόους και λιγότερα εισοδήματα στο οθωμανικό θησαυροφυλάκιο.

Όταν ο Παλαμήδης δεν πέτυχε καμία από τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, ο Παναγιωτάκης Καλογεράς τον απείλησε ότι στο εξής πρέπει να αρκεσθεί στον μισθό της αντιπροσώπευσης του καζά: «Ο μισθός του βετζαλετίου σας είναι διά γρόσια εξακόσια τον χρόνον και ό,τι δούλευσιν κάμετε κατά τον μαδέν να γίνεται και το ηκράμι σας. λοιπόν βαστάτε το παρόν γράμμα μου διά βεβαίωσίν σας ότι μόνον εξακόσια γρόσια έχετε να λαμβάνετε από τον καζάν μας χρόνον καιρόν διά το βετζαλετλίκι σας, και να μην ηξεύρωμεν τίποτα άλλο»[53]. Πράγματι η είσπραξη του ετήσιου μισθού και μόνον συνιστούσε απειλή για τον Παλαμήδη, καθώς αποτελούσε πενιχρή υποδιαίρεση των προσδοκώμενων αμοιβών του και ισοδυναμούσε περίπου με το προτεινόμενο «δώρο» για τη διεκπεραίωση της εξορίας, υπολειπόταν δε από το «δώρο» για την εξασφάλιση του μουκατά κατά 40%.

Θα μπορούσαμε να χρεώσουμε την αποτυχία στον Παλαμήδη και να του αποδώσουμε αναποτελεσματικότητα και πλεονεξία. Είναι όμως γεγονός πως ανεξάρτητα από τις προσωπικές του ικανότητες, οι σύγχρονες πηγές μαρτυρούν συλλήβδην τη δραματική υπερφόρτωση των φορολογικών υποχρεώσεων αλλά και του κόστους των προσφυγών προς την εξουσία από εντεταλμένους διαμεσολαβητές, μουσουλμάνους ή χριστιανούς τοπικούς άρχοντες, ή και οθωμανούς αξιωματούχους.

Ενδεικτικό της διαφθοράς και της συνακόλουθης επιβάρυνσης των οικονομικών της κεντρικής εξουσίας αλλά και των πνιγηρών κοινοτικών υποχρεώσεων είναι το παρακάτω παραστατικό απόσπασμα που προέρχεται από επιστολή των προεστών της Πάτρας προς «ενδοξομεγαλειώτατον» αξιωματούχο του Μορέως:

«ηδέ τώρα τίνος να αναφέρομεν τοιαύτες προτάσεις, και ποίος να μας δώση ακρόασιν επειδή και το σεντούκι της πολιτείας μας έχει πληρωμένα τριών χρόνων αγαλίκι της ενδοξομεγαλειότητός σας, έχει και πληρωμένα εις βασιλεύουσαν εξήντα τόσες χιλιάδες γρόσια, και από μουκατά ένας παράς δεν έπεσε μέσα εις το σεντούκι, καθώς σας είναι γνωστόν, τι να ειπούμε του κόσμου εφένδη μου;» (1817, Ιουλίου 7, Πάτρα, υπογράφουν οι Νικόλαος Λόντος και Γεράσιμος Μαντζαβίνος)[54].

Ένα χρόνο νωρίτερα, πριν διαδραματιστούν τα όσα αναφέρθηκαν για τη Μονεμβασιά, ο Παλαμήδης, ως αντιπρόσωπος του καζά της Τριπολιτσάς στην Πόλη, είχε αναλάβει να επηρεάσει τον διορισμό του νέου δραγουμάνου του Μοριά, την ίδια στιγμή που η ανταγωνιστική συμμαχία των Περρουκαίων του Άργους επιχειρούσε στην Κωνσταντινούπολη να διορίσει στην ίδια θέση έναν δικό της άνθρωπο.

Ο Σωτήρος Κουγιάς, προεστός στην Τριπολιτσά, αφού εξηγεί πώς ο απερχόμενος δραγουμάνος Γεώργιος Ουαλεριανός απέσπασε 15.000 γρόσια εκβιάζοντας τους κοτζαμπάσηδες ότι θα γνωστοποιήσει μυστικές συμφωνίες τους κατά των οθωμανών τοπικών αρχόντων, συμβουλεύει τον βεκίλη και ανηψιό του, τον Ρήγα Παλαμήδη, να φροντίσει για τον διορισμό κάποιου από την οικογένεια των Σαμουρκάσηδων και τον διαβεβαιώνει πως τόσο αυτός όσο και ο νέος δραγουμάνος θα πληρωθεί από το «κοινόν» για τα έξοδα του σχεδιαζόμενου διορισμού:

«προ ημερών εμίσευσεν απ’ εδώ ο δραγουμάνος, διά τα αυτόθι [… και] διά να μην μαρτυρήση μερικά μυστικά οπού είχε με τους προεστούς περί βουτζούχηδων[55] τους επήρε μετρητά διά χαρτζιράχι[56] γρόσια δεκαπέντε χιλ:δ […] κάμε τρόπον να πάρη την δραγομανίαν κανένας από τους σαμουρκάσηδες και πάρε τον και ένα χετιέ, και αν κάμη και τίποτες έξοδα, με τον ερχομόν του τα παίρνει από τον μωρέα, καθώς και η ευγενεία σου, και η προκοπή σας είναι το να παρακινήσης να μας έλθη παρόμοιον υποκείμενον ως άνωθεν σοι γράφω.» (Τριπολιτζά, μαΐου 31, 1819, υπογράφει ο Σωτήρος Κουγιάς)[57].

Κατά παραγγελία, λοιπόν, του Σωτήρου Κουγιά, ο Παλαμήδης με ομολογία στο δικό του όνομα εκταμίευσε 5.300 γρόσια από τον έμπορο και τραπεζίτη Γεώργιο Ιωάννου για να αντιμετωπίσει τα λεγόμενα έξοδα «της Δραγουμανίας». Από την πλευρά του το ταράφι[58] των Περρουκαίων «διά την αποπεράτωσιν της Δραγουμανίας εις υποκείμενον οπού η εποχή απαιτεί»[59] και του «βεκιαλετίου», δηλαδή της αντιπροσωπίας, καταχρεώθηκε με 20.250[60] γρόσια. Μετά τον διορισμό του Σταυράκη Ιωβίκη που φαίνεται πως υποστήριζαν οι Περρουκαίοι, και τα δύο μέρη βρέθηκαν φρικτά καταχρεωμένα.

Ο Ρήγας Παλαμήδης αρνήθηκε να πληρώσει την οφειλή του και ο Γεώργιος Ιωάννου, ως «πραγματευτής που δεν ημπορεί να σφαλιέται με τόσην ποσότητα διά καιρό»[61], επειδή και αυτός «χρεωστούσε πολλά άσπρα, και περισσότερον δεν Ιμπορούσε να υποφέρει»[62], δρομολόγησε εν τέλει την αναγκαστική τμηματική εξόφληση του κεφαλαίου (5.300 γρόσια) και των τόκων (1.000 γρόσια, επιτόκιο 19%) μετακυλίωντας σε τρίτους το χρέος του Παλαμήδη[63]. Επειδή ούτε και αυτό τελεσφόρησε, ασκήθηκαν στον Παλαμήδη συναισθηματικές πιέσεις και προτροπές ακόμη και από το προσωπικό του περιβάλλον και, τέλος, διατυπώθηκαν απειλές για παρέμβαση του εν ενεργεία δραγουμάνου, του Κιαμήλμπεη, και των οθωμανικών αρχών[64], τις οποίες, κατά πάσα πιθανότητα, απέφυγε λόγω της έκρηξης της Επανάστασης.

Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω μια σειρά από ενδεικτικές τιμές, έτσι όπως παρουσιάζονται στα τεκμήρια, ώστε τα υπέρογκα ποσά που μόλις προηγουμένως αναφέρθηκαν, να τοποθετηθούν στην κλίμακα των τιμών της εποχής:

Σύμφωνα με τις τιμές που καταγράφονται στα κατάστιχα καθημερινών εξόδων της οικογένειας Δεληγιάννη, το 1818 μία οκά σιτάρι κόστιζε 19 παράδες, ενώ στις αρχές του 1821 το «μεροδούλι» του ράφτη ετιμάτο 1,5 γρόσια[65]. Με δεδομένο ότι ο Felix Beaujour εκτιμά σε 154 οκάδες το βιοτικό ελάχιστο της κατανάλωσης δημητριακών κατ’ άτομο και αρκετά λιγότερες από 265 τις εργάσιμες μέρες του χρόνου – επειδή οι θρησκευτικές αργίες ήταν 100 –[66], αν εφαρμόσουμε τις παραπάνω τιμές στις εκτιμήσεις του, ο «χετιγιές» των 1.000 γροσιών αντιστοιχούσε περίπου στην ετήσια κατανάλωση δημητριακών 13 ατόμων, ενώ το ετήσιο εισόδημα ενός ράφτη που απασχολείτο 200 μέρες τον χρόνο, αποτελούσε το μισό από το κανονικό εισόδημα της βεκιλίας, με το οποίο «απειλήθηκε» από τον δυσαρεστημένο κοτζάμπαση της Μονεμβασιάς ότι θα αμειφθεί ο Παλαμήδης, αν δεν διεκπεραίωνε τις υποθέσεις που ανέλαβε.

Σ’ αυτές τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ακόμη και τα μέρη της αντίπαλης συμμαχίας, ο Αθανάσιος Κανακάρης και ο Δημήτριος Περρούκας, οι οποίοι πέτυχαν τον διορισμό του δικού τους ανθρώπου στη θέση του δραγουμάνου του Μοριά, δεν βρίσκονταν σε καλύτερη θέση. Από την Κωνσταντινούπολη απηύθυναν δραματική έκκληση προς τους υπολοίπους της κομματικής τους μερίδας για την εξόφληση των χρεών που προκάλεσαν οι σχετικές μεθοδεύσεις: «ημείς δε αδελφοί ευρισκόμεθα εις τας στενοχωρίας των εξόδων μας διά τα συμβάντα μας δεινά και την αποπεράτωσιν και της Δραγουμανίας και του βεκιαλετίου και τους κινδύνους υπερπηδήσαντες τη θεία δυνάμει προλαβόντως ήδη επηρρεαζόμεθα υπό των δανειστών και χρήζομαι της αδελφικής συνδρομής και βοηθείας σας […] ελπίζομεν να μεταχειρισθήτε διά την ησυχίαν ημών εκείνον τον ζήλον και την προθυμίαν οπού εμείς εδείξαμεν εις εκτέλεσιν των γεγραμμένων σας»[67].

Η αλυσίδα των χρηματισμών και της καταχρέωσης, που μόλις παρακολουθήσαμε απορρύθμιζε ολοκληρωτικά τους οικονομικούς συντελεστές της τοπικής κοινωνίας αλλά και της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης. Οι διαμεσολαβητές, όσο και αν χρηματίζονταν, εν τέλει συνθλίβονταν από το βάρος της εντεινόμενης πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, το δε εμπορικό κεφάλαιο φαίνεται πως έβγαινε επίσης ζημιωμένο κάθε φορά που αναλάμβανε να χρηματοδοτήσει τις συνήθεις οθωμανικές «επενδύσεις». Αυτή είναι και η άποψη ενός συνεργάτη του Γεωργίου Ιωάννου σε εμπορική επιστολή που του απευθύνει στις 31/12/1820 για την εκτέλεση χρηματικών εντολών, αλλά και για να εκφράσει τις ευχές του για το «αίσιον νέον έτος» 1821: «βλέπομεν τα περί αγοράς μουκατάδων λεγόμενά σας αλλά παρόμοια μασλαχάτια[68] φίλοι δεν ανακατωνόμεθα επειδή είναι τούρκικες δουλειές»[69]. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η νέα εποχή έχει ανατείλει.

Η βεβαιότητα για τις ανατροπές που εκβάλλουν στην επανάσταση δεν προκύπτει και μόνο εκ του ασφαλούς γεγονότος της επιτέλεσής της. Έχουν ήδη κατατεθεί στη βιβλιογραφία οι ραγδαίες οικονομικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις που επέφερε η τοποθέτηση των κεφαλαίων των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας σε εμπορικές και διαμετακομιστικές δραστηριότητες εκτός του ασφυκτικού χώρου της οθωμανικής επικράτειας[70]. Εν ολίγοις, το κολοσσιαίο κόστος της πολιτικής μεσολάβησης στη διαχείριση του παραγόμενου προϊόντος, έτσι όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται και στα παραδείγματα που εκτίθενται παραπάνω, απεργάστηκε τη γενικευμένη αποδιάρθρωση του συστήματος. Χωρίς αμφιβολία οι ενδημικές εξωοικονομικές παρεμβάσεις στον χώρο της παραγωγής και του εμπορίου, τις οποίες πραγματοποιούσε λεηλατικά και ανορθολογικά η οθωμανική πολιτική, κατέληξαν στην ασφυκτική δυσλειτουργία και εν τέλει στην κατάλυση του πολιτικού και οικονομικού της μοντέλου. Στην ευχετήρια επιστολή που ο προαναφερθείς χριστιανός και ελληνόφωνος έμπορος έστειλε στον Γεώργιο Ιωάννου, κατατίθεται εύγλωττα μια ήδη συντελεσμένη ανατροπή: Τα χριστιανικά κεφάλαια των υπηκόων της αυτοκρατορίας όχι μόνο έχουν βρει κερδοφόρα διέξοδο στο εξωτερικό, αλλά μπορούν να περιφρονούν τις επενδυτικές στρατηγικές που ευδοκιμούσαν στην καρδιά της οθωμανικής εξουσίας, και να προσανατολίζουν τις δικές τους σε άλλα θεσμικά και οικονομικά περιβάλλοντα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Από τη σχετική βιβλιογραφία αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: Σ. Ασδραχάς, «Φορολογικές και περιοριστικές λειτουργίες των κοινοτήτων στην τουρκοκρατία», στο Σ. Ασδραχάς (επιμ.), Οικονομία και νοοτροπίες, Αθήνα 1988, σ. 123-143, του ιδίου, «Νησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες», Τα Ιστορικά, 5/8 (1988), σ. 3-36, 5/9 (1988), σ. 229258, Σ. Πετμεζάς, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών και κοινωνική ιεραρχία. Η στρατηγική των προυχόντων. Ζαγορά 1784-1822», Μνήμων, 13 (1991), σ. 77-102, Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821)», Μνήμων, 23 (2001), σ. 67-98.

[2] Μ. Πύλια, ό.π., σ. 68.

[3] Βλ. και Μ. Πύλια, ό.π., σ. 70-74.

[4] Στο ίδιο, σ. 74.

[5] Αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: J. Alexander, «Some aspects of the strife among the moreot Christian notables, 1789-1816», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, 5 (1974-75), σ. 473-504, Δ. Σταματόπουλος, «Κομματικές φατρίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο», Ίστωρ, 10 (1997), σ. 185-233, M. Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chre- tiens…», στο Antonis Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850, Proceedings of an International Conference, December 2003, Ρέθυμνο 2007, σ. 137-147.

[6] Βλ. παρακάτω την περίπτωση Δεληγιάννη, Παπατσώνη και Παπαλέξη, υποσημ. 36, 38, 39.

[7] Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, Αθήνα 1976, σ. 28.

[8] ΓΑΚ, Συλ. Γιάννη Βλαχογιάννη, φάκελος Γ1β, υποφάκελος Ρ. Παλαμήδη.

[9] Χρημάτισε σε πολύ νεαρή ηλικία γραμματέας του πασά του Μοριά, και μάλιστα κατά την περίοδο που δραγουμάνος ήταν ο πατριός του Θεοδόσης Μιχαλόπουλος, και διορίστηκε βεκίλης το 1818, σε ηλικία 24 ετών· βλ. ΓΑΚ, ό.π.

[10] Πρόκειται για πλούσιο αρχείο που βρίσκεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (ΙΕΕΕ). Παραθέτω παρακάτω τα έγγραφα που χρησιμοποιώ με την ταξινομική τους ένδειξη.

[11] Όπως προκύπτει από το αμέσως παραπάνω αρχειακό υλικό· βλ. και υποσημ. 55-56, 65.

[12] Ευτυχία Λιάτα, Αρχεία της Οικογένειας Δεληγιάννη, Γενικό Ευρετήριο, Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αθήνα 1992.

[13] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Σωτήρου Κουγιά, Τριπολιτζά 01/05/1819.

[14] Τα αρχεία που χρησιμοποιώ εδώ αλλά και τα Απομνημονεύματα των προεστών βρίθουν από σχετικές καταγγελίες. Πρόκειται για πάγια τακτική τόσο των χριστιανών τοπικών αρχόντων όσο και των οθωμανών αξιωματούχων, την οποία υποδαύλιζε η κεντρική εξουσία για να διατηρεί τον έλεγχο. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, τ. 16/1, Αθήνα 1957, σ. 19-21, Π. Παπατσώνη, Απομνημονεύματα από των χρόνων της τουρκοκρατίας μέχρι της βασιλείας Γεωργίου Α’, Αθήνα 1993, σ. 32-34, 52-53.

[15] «Ηξεύρω αυθέντα μου ότι οι μουκατάδες και μποξιάδες έρχονται του μόρα βαλισί και όθεν θέλει τους δίδει, πλην και από αυτού ανίσως και γράψουν του μόρα βαλισί δεν κάνει αλέως», ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[16] Η υπόθεση αυτή απασχολεί τόσο τον προεστό Τριπολιτσάς Σωτήρο Κουγιά που καθοδηγεί τον Ρήγα Παλαμήδη, όσο και την οικογένεια Περρούκα. Είναι προφανές πως υποστηρίζουν διαφορετικό υποψήφιο. Βλ. υποσημ. 57, 67.

[17] ΓΑΚ, επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, ό.π.

[18] Βλ. παρακάτω, υποσημ. 67.

[19] «Δοσίματα δι’ άλλα τινά αντικείμενα λεγόμενα, […] μάλι μουρτεκιμπίν [;] Διά τα δημευθέντα κατά την επανάστασιν των 1769 πράγματα τινά, αλλ’ επιστραφέντα διά της αποδοχής της επαρχίας του να πληρώνει δι’ αυτά ετήσιον τι δόσιμον ως τοιούτον, επλήρωνε η επαρχία αύτη διά τα κτήματα των Ζαΐμηδων αδελφών, Παναγιώτη και Αδρούτζου και Γιάν- νη», ΓΑΚ, ό.π., φάκελος Γ1α, έγγραφο 82.

[20] Σωρεία μαρτυριών μας πληροφορούν για τον χρηματισμό των αρχών και την εξαγορά των αξιωμάτων. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει και η διαδικασία που ακολουθείται στην προαγορά των φόρων από τον Ρήγα Παλαμήδη για λογαριασμό του Χουσεΐν Μπέη Χασάν Μπέη Ζαδέ. Βλ. παρακάτω, υποσημ. 49.

[21] Για τις συμπεριφορές αυτές γενικά βλ. Σ. Ασδραχάς, Οικονομία και νοοτροπίες, σ. 167, 168· για τον αποθησαυρισμό βλ. Ε. Φραγκάκη-Syrett, Το εμπόριο της Σμύρνης τον 18ο αιώνα (1700-1820), Αθήνα 2010, σ. 2· για την επιδεικτική κατανάλωση βλ. Μ. Καλλινδέρης, Τα λυτά έγγραφα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης 1676-1808, Θεσσαλονίκη 1951, σ. 90-102 και Ν. Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό κράτος από το χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη, Αθήνα 1993, σ. 309-311.

[22] Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Οικογένειας Δεληγιάννη, ΙΙΙ. Λογαριασμοί, φάκελος 1, υποφάκελος 4: «ότι πράγμα μας επήραν από τα οσπίτια μας 1816: Φεβρουαρίου 7:» και φάκελος 2, υποφάκελος 3.

[23] nazir: Επιβλέπων.

[24] Στα παραθέματα διατηρείται η ορθογραφία των πηγών. 13/07/1817, Τριπολιτζά, ΙΕΕΕ, έγγραφο 47396. Ίσως πρόκειται για τα 50,25 στρέμματα που φέρεται να κατέχει και να εκμεταλλεύεται στον Βάλτο του Άργους· βλ. ΓΑΚ, ό.π

[25] Πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για τον βοϊβόδα των Πατρών, «άνθρωπον εγνωσμένης φρονήσεως», όπως παρατηρεί ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο οποίος από τον Ιούνιο ώς τον Νοέμβριο του 1820 διορίστηκε καϊμακάμης, δηλαδή αντικαταστάτης του νέου πασά του Μοριά Χουρσίτ. Βλ. Κ. Δεληγιάννης, ό.π., σ. 100-101.

[26] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45416/2, 18/03/1820, Τριπολιτζά, (υπογραφή Σωτήρος).

[27] Βλ. περισσότερο αναλυτικά, Μ. Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIX siecle: fonctions et comportements», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Paris I, Pantheon Sorbonne, Παρίσι 2001, σ. 203-213, 217-242, 338-348 και της ιδίας, «Η γαιοκτησία στην περιοχή της Τριπολιτσάς κατά την τουρκοκρατία», Τα Ιστορικά, 17/33 (2000), σ. 229-252.

[28] Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[29] Πρόκειται για τους Δεληγιανναίους, την οικογένεια Παπατσώνη και Παπαλέξη: «η προστάτριά μας Μπεϊάν Σουλτάνα αδελφή του Σουλτάν Σελίμη, είχε μαλικιαινά (φέουδον) τας εξ επαρχίας της Πελοποννήσου, την Καρύταιναν, το Φανάρι, την Αρκαδιάν, το Νεόκαστρον, τα Εμπλάκικα και την Καλαμάταν εις τας οποίας είχεν επιτρόπους τον πατέρα μου Δεληγιάννη, τον Παπααλέξην και τον Παπατσώνην υπέρ τα εικοσιπέντε έτη, και εσύναζον τα εισοδήματά της»· βλ. Κ. Δεληγιάννης, ό.π., σ. 58.

[30] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 124, 125, 188, 344, της ιδίας, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 79-80.

[31] Μ. Πύλια, «Η γαιοκτησία», ό.π., σ. 242-243.

[32] Y. Nagata, Muhsin-zads MehmetPa^a ve Ayanhk Muessesesi, Τόκιο 1976, σ. 63.

[33] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 55-56.

[34] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 75 και της ίδιας, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[35] Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Δεληγιάννη, ΙΙΙ, Λογαριασμοί, υποφάκελος 2.

[36] «Ενοικίασεν δε ταύτην [την επαρχίαν] ο παπούλης ημών συγχρόνως τον επικαρπίας φόρον αυτής διά δέκα πέντε χιλιάδας γρόσια κατ’ έτος […] Εις δε το πρώτον έτος της ενοικιάσεως του 1772 εισεπράχθησαν κατά τα σωζόμενα κατάστιχα του παπούλη μου […] εγέμισεν το όλον της ενοικιάσεως της εσοδείας της πρώτης χρονιάς εξήκοντα οκτώ χιλιάδες και οκτακόσια γρόσια, αριθ. 68.800», Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 30-31.

[37] Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 32-34.

[38] Στο ίδιο, σ. 32.

[39] M. Pylia, «Conflits politiques», ό.π., σ. 142.

[40] Μ. Οικονόμου, ό.π., σ. 26.

[41] Μ. Πύλια, «Λειτουργίες και αυτονομία των κοινοτήτων», ό.π., σ. 80-81.

[42] M. Pylia, «Les notables moreotes», ό.π., σ. 138, 139.

[43] Στο ίδιο, σ. 224-229.

[44] Π. Παπατσώνη, ό.π., σ. 31.

[45] «[…] και από τον ρηθέντα αλή μπέην ηπραχήμ μπέη ζαδέν έγινεν ηντιφάκι, και εσυνάχθησαν όλον επτά αγάδες και συνομίλησαν μυστικώ τω τρόπω ότι δεν είναι άλλος τζαρές παρά να τον γράψουν εις το κραταιόν δεβλέτι, οπού να γίνη νέφι. και να σταλθή εις ένα μέρος να ησυχάση ο τόπος. να παύσουν τα νευσανιγιέτια και τα κακά του τόπου […] όθεν διά αγάπην θεού πάσχισε εις τούτο οπού να γενή νέφι και να εξορισθή εις τόπον μακρινόν, να ησυχάση ο κόσμος, ότι μας εχάλασεν τον τόπον δύο φοραίς έφερε το κάστρον εις το φεσάτι, και ακολούθησαν έξι επτά σκοτώματα τουρκών και δύο χριστιανών. και ώστε να ειρηνεύσουν εδοκίμασεν ο κόσμος τόσα έξοδα»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[46] ΓΑΚ, ό.π., στην ίδια επιστολή, και σε άλλη του ιδίου, Τριπολιτζά, 25/11/1820.

[47] mukata’a: Εκμίσθωση δημόσιων εισοδημάτων για περιορισμένη διάρκεια, κατά προτίμηση ετήσια.

[48] salyane: Χρονιάτικο, ετήσια δημόσια εισφορά.

[49] «Ανίσως και μας αληβερντίζετε και τον μουκατάν, χίλια γρόσια σας υπόσχομαι διά χετιγιέν σας. ανίσως και διά τον σαλιανέν με του θεού την βοήθειαν μας ηθέλατε τον μισόν διά να τον λάβω, τάξιμον φίλε μου δεν σας κάνω, όμως το χισμέτι σας είναι μεγάλον ο χετιγιέ σας είναι πολλά μεγαλήτερος και εγώ όλος ηδικός σας»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Μουσταφά Χασάν Μπέη Ζαδέ, Μονεμβασιά, 12/04/1820.

[50] «Φαίνεται ότι σας έδειξαν διά αυτήν την υπόθεσιν δύο χιλιάδες γρόσια, όμως εγώ ο δούλος σας ημπορώ να τα κάνω δύο ήμισυ χιλιάδες γρόσια οπού να εξοδεύσετε εις ταις πόρταις και να μείνουν και της ευγενείας σας διά τους κόπους σας»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[51] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Μουσταφά Χασάν Μπέη Ζαδέ, Μονεμβασιά, 02/04/1820.

[52] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Παναγιωτάκη Καλογερά, Τριπολιτζά, 23/09/1820.

[53] Στο ίδιο.

[54] ΙΕΕΕ, έγγραφο 47395.

[55] vucuh: Οι μουσουλμάνοι τοπικοί άρχοντες.

[56] harc-i rah: Οδοιπορικά

[57] ΓΑΚ, ό.π.

[58] taraf: Κομματική μερίδα.

[59] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45415/1.

[60] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45412.

[61] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Σωτήρου Κουγιά, Τριπολιτζά, 27/12/1719.

[62] ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Γεώργιου Ιωάννου, Τριπολιτζά 06/07/1720.

[63] «Λοιπόν αδελφέ το χάλι μου σου το έγραψα […] σήμερον σας τραβώ μίαν πόλιτζαν εις βάρος σας και εις ορδινίαν των κωνσταντίνου δεσποτόπουλου διά γρόσια έως 300: οπού ήταν το κεφάλαιο γρόσια 5300: και το διάφορον ενός χρόνου γρόσια 1000: τα οποία παρακαλώ τον αδελφόν να τα πληρώσετε, λαμβάνοντες την πόλιτζάν μου, και το ίσον της ομολογίας σας οπού εις χείρας της σας στέλνω, και έπειτα με γράφετε και σας στέλνω και την καθ’ αυτό σας ομολογίαν»· βλ. στο ίδιο.

[64] «Λοιπόν παρακαλούμε φίλοι κάμετε ό,τι κάμετε, βιάσατέ τον η αυθεντία σας έχετε αυτού μέσα πολλά και διά του Δραγουμάνου σας υποχρεώσατέ τον να μας πληρώση το αυτό χρέος του οσάν περικλείομε και δύο μανσούπια τουρκικά προς τον καμίλ μπέϊν και μέσον της ενδοξότητος του προσπαθήσατε να αποσπάσετε το δίκαιόν μας επειδή εις την πα- ραμικράν άργηταν είμεθα βιασμένοι να στέλωμεν μουμμπασίρην να τον φέρη εδώ και τότε αν δύναται ας μη μας πληρώση»· βλ. ΓΑΚ, ό.π., επιστολή Αθανασίου Παπάζογλου, χωρίς τόπο, 31/12/1820.

[65] Εταρεία των Φίλων του Λαού, Αρχεία Οικογενείας Δεληγιάννη, ΙΙΙ, Λογαριασμοί, φάκελος 1, υποφάκελοι 3 και 6.

[66] F. Beaujour, Tableau du Commerce de la Grece, τ. 2ος, Παρίσι 1800, σ. 169.

[67] ΙΕΕΕ, έγγραφο 45415/1, επιστολή Αθανάσιου Κανακάρη και Δημητρίου Περρούκα, Κωνσταντινούπολις 22/09/1819.

[68] maslahat: Δουλειές.

[69] ΓΑΚ, ό.π

[70] Βλ. ενδεικτικά, Β. Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, Αθήνα 1980, σ. 229-271, Ο. Κατσιαδή – Herring, Η ελληνική παροικία της Τεργέστης, 1751-1830, Αθήνα 1986, Απόστολος Διαμαντής, Τύποι εμπόρων και μορφές συνείδησης στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 2007, σ. 47-87, Μ. Α. Στασινοπούλου – Μ.-Χ. Χατζηϊωάννου (επιμ.), Διασπορά – δίκτυα – διαφωτισμός, [Τετράδια Εργασίας 28], ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2005.

 

Μάρθα Πύλια (1959-2012)

Ιστορικός – Καθηγήτρια Πανεπιστημίου

Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Λεπτομέρειες από την «Εν Άργει Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν» και οι Αργείοι πληρεξούσιοι στην «Της Γ’ Σεπτεμβρίου Α’ Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν» – Διονύσιος Αλικανιώτης, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής


 

Ο Γ. Τερτσέτης σε διάλεξή του το 1872, έλεγε: «Από τα αναφερόμενα είδη των πολιτευμάτων, η Ελλάς εδιάλεξε, πιστεύω, το καλλίτερον, το συνταγματικόν. Ποία η καλωσύνη του; Θα μας το είπει η επιτηδεία απόκρισις ενός Λάκωνος, ενός Μανιάτη, η οποία εδόθη εις το Άργος, εις τα 1829, εις τον αείμνηστον Κυβερνήτην Καποδίστριαν κατά την συγκάλεσιν τότε της Εθνικής Συνελεύσεως. Εις μίαν ομήγυριν λοιπόν, έξω του αμφιθεάτρου (εννοεί το αρχαίο θέατρο του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως), ο Κυβερνήτης ηρώτησε: «Καταλαβαίνετε τι θέλει να πει Σύνταγμα;». Σιωπή. Ένας, όμως, «μάλιστα εξοχότατε» του λέγει «ημπορώ να σου το δείξω εις την απαλάμην μου». «Πως;» «Ιδού. Από το ένα μέρος της παλάμης μου γράφω: Οι αντιπρόσωποι του λαού ψηφίζουν τα δοσίματα. Και από την άλλην: Η εξουσία δίδει λόγον των εξοδευμένων». «Ο Κυβερνήτης» έλεγε ο Τερτσέτης, «ενθουσιάσθη εις αυτήν την απάντησιν του νοήμονος Σπαρτιάτου, ως έχω από αυτήκοον μάρτυρα, και έλεγεν αργότερα εις τον Σπηλιάδην (δηλ. τον Γραμματέα, τότε, της Επικρατείας): «Αυτό είναι πνεύμα αρχαίον, πνεύμα ελληνικόν. Ιδού ότιη αρχαιότης επιζεί εις τους άνδρας τούτους» [1].

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν εχθρός του Συντάγματος, όπως συνήθως νομίζεται λόγω της καταργήσεως, με το λεγόμενο πραξικόπημα της 18ης Ιανουαρίου 1828, του περίφημου Συντάγματος της Τροιζήνος. Ήθελε όμως να φθάσει σ’ αυτό με ωριμότητα και αφού ολοκληρωθεί το έργον της Εθνικής Αποκαταστάσεως. Είχε δείξει ωριμότητα δημοκρατικής ευαισθησίας όταν, νεώτερος, είχε εργασθεί για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας της Ελβετίας και είχε προκαλέσει τότε τον θαυμασμό του τσάρου Αλεξάνδρου του Α’ που του είχε πει: «Πολύ αγαπάτε τας δημοκρατίας, κύριε κόμη, και εγώ επίσης τας αγαπώ». Δεν ήταν λοιπόν δικτάτωρ ο Κυβερνήτης, και στην κυριαρχία του λαού απέβλεπε ως την υπέρτατη πηγή της πολιτικής εξουσίας. Από τις πρώτες μάλιστα πράξεις του ήταν η υπόσχεση συγκλήσεως (συγκαλέσεως όπως έλεγαν τότε) Εθνικής Συνελεύσεως την οποία, κατ’ αρχήν, προσδιόρισε για τον Απρίλιο ήδη του 1828, δηλαδή σε χρονικό σημείο που δεν απείχε παρά μόνο τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Η Συνέλευση αυτή αφού αναβλήθηκε δυό φορές «έως ότου η Πατρίς ευρεθή υπό περιστάσεις καταλληλοτέρας», συνήλθε τελικά στο Άργος στις 11 Ιουλίου του 1829.

Εδώ θα αναφερθούμε για λίγο στους τόπους που ήσαν τα χρόνια εκείνα οι καθέδρες των κυβερνήσεων και των Εθνικών Συνελεύσεων, και όλ’ αυτά πάντα σχετικά με το Άργος. Ο Κυβερνήτης όταν έφθασε στην Ελλάδα, έδρα της κυβερνήσεως, δηλαδή της λεγόμενης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, επομένως πρωτεύουσα της Ελλάδος, ήταν η Αίγινα, ήδη από της 11ης Οκτωβρίου 1827. Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε μεν στις 8 Ιανουαρίου του 1828 στο Ναύπλιο, αλλά αυτό έγινε μόνο και μόνο λόγω καιρικών συνθηκών. Άλλωστε σχεδόν αμέσως ανεχώρησε για την Αίγινα όπου έφτασε στις 27 Ιανουαρίου. Από τον Ιανουάριο λοιπόν του 1828 έδρα της κυβερνήσεως του Καποδίστρια ήταν η Αίγινα. Ήδη όμως από τον Αύγουστο του 1828 υπήρξαν εισηγήσεις προς τον Κυβερνήτη να μεταφέρει την πρωτεύουσα στο Ναύπλιο ή το Άργος. Εντοπίσαμε στην Συλλογή του Ανδρέα Μάμουκα την γνωστή δηλαδή Συλλογή που με τον τίτλο «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος», που περιέχει όλα τα έγγραφα της Εθνικής Παλιγγενεσίας από του 1823 έως του 1832, έγγραφο του Πανελληνίου προς τον Κυβερνήτη με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1828 σύμφωνα με το οποίον [2]: «Το Πανελλήνιον δια λόγους τους οποίους στοχάζεται θεμελιώδεις και να τους εκθέση εγγράφως κρίνει περιττόν, είναι της γνώμης, αν είναι αρεστόν και εις την Εξοχότητά Σας, να μεταβή η καθέδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον. Τους λόγους τούτους επεφορτίσθησαν οι δυό πρόβουλοι κύριοι Ανδρέας Ζαΐμης και Αναγνώστης Δεληγιάννης να εκθέσωσι προφορικώς προς την Εξοχότητά Σας». Ο Καποδίστριας με έγγραφό του της επομένης ημέρας δέχεται «με ευχαρίστησίν του», όπως γράφει, να μεταφερθεί η έδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον και εξαρτά το ποιά από τις δύο θα είναι τελικά η πρωτεύουσα του κράτους από το «ποία μέσα κατοικίας δύνανται το Άργος ή το Ναύπλιον να μας χορηγήσωσι εις ολίγον διάστημα καιρού». Τελικά προτιμήθηκε το Ναύπλιο δεκατέσσερις μήνες αργότερα, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1829. Βλέπουμε λοιπόν ότι το Άργος «έπαιξε» (για να χρησιμοποιήσουμε ένα νεολογισμό) ως οριστική πρωτεύουσα της Ελληνικής Πολιτείας, ισότιμα με το Ναύπλιο, για ένα περίπου έτος. Ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον Didot (Διδότον) με ημερομηνία 4.10.1828 εξηγεί ότι προτιμήθηκαν οι δυό αυτές πόλεις «ίνα επιταχυνθή η ανακάθαρσις και ανοικοδόμησις του τε Ναυπλίου και του Άργους» .[3]

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Πάντως το Άργος υπήρξε Πρωτεύουσα της Ελλάδος από τις 11 Ιουλίου έως τις 6 Αυγούστου 1829. Διότι, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ΛΑ’/16 Μαΐου 1829 Ψήφισμα του Κυβερνήτη (Προεδρικό Διάταγμα που θα λέγαμε σήμερα) που καθορίζει τα της οριστικής συγκλήσεως της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως:

  1. Η Εθνική Συνέλευσις θέλει συγκροτηθή εις την πόλιν του Άργους… και
  2. Η κυβέρνησις θέλει έχει την επίσημον καθέδραν αυτής εις την ρηθείσαν πόλιν καθ’ όσον διαρκέση η Εθνική Συνέλευσις και εκεί θέλει εκδίδεσθαι και τα δημόσια έγγραφα (εννοεί δηλαδή τις κυβερνητικές αποφάσεις και τις άλλες κρατικές πράξεις).

Έχουμε εντοπίσει στον 11ο τόμο της Συλλογής του Μάμουκα και στον Β’ τόμο των Αρχείων της Εθνικής Παλιγγενεσίας, που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων, 11 κυβερνητικά ψηφίσματα (δηλαδή διατάγματα) και 5 επίσημες επιστολές του Καποδίστρια (δηλαδή με την ιδιότητά του ως Κυβερνήτη) κατά το διάστημα αυτών των 26 ημερών που το Άργος ήταν η πρωτεύουσα του Κράτους [4].

Ο Ιω. Καποδίστριας φαίνεται πως είχε ιδιαίτερη προτίμηση προς το Άργος. Στον επίσημο απολογισμό των είκοσι πρώτων μηνών της κυβερνήσεώς του, που έκαμε ενώπιον της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως στις 11 Ιουλίου του 1829, έκαμε επανειλημμένες αναφορές στο Άργος. Ανέφερε λ.χ. με λεπτομέρειες τις προσπάθειές του για την καταπολέμηση της πανώλους που είχε ενσκήψει εδώ το 1828, μεταδοθείσα από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Επίσης την κατασκευή από την κυβέρνηση του «ευρύχωρου στρατώνος» για τον στρατωνισμό τεσσάρων λόχων ιππικού με στρατιωτικό νοσοκομείο και «στεγασμάτων δια τας αποθήκας». Ακόμα την ονομασία, με το όνομα του Άργους [5], ενός πολεμικού πλοίου «εξ κανονίων». Αν ανατρέξουμε στην έκθεση της «Επί των λογαριασμών του Ναυάρχου Σαχτούρη Εξεταστικής Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1828» βλέπουμε ότι, από τα αναφερόμενα εκεί 56 πολεμικά πλοία του ελληνικού στόλου μόνον ένα ακόμα έχει λάβει όνομα ελληνικής πόλεως, το «Μεσολόγγιον». Το γεγονός επίσης ότι ο Κυβερνήτης άλλαξε την αρχική απόφασή του να συνέλθει η Δ’ Εθνική Συνέλευση στην καθέδρα της κυβερνήσεως [6], δηλαδή την Αίγινα, και αποφάσισε τελικά να συνέλθει στο Άργος δείχνει αφ’ ενός μεν την προτίμησή του στην πόλη γενικώς και αφ’ ετέρου ότι ίσως τότε να υπερίσχυε μέσα του η επιλογή του Άργους ως οριστικής πρωτεύουσας, κάτι που τελικά, βέβαια, δεν έγινε και προτιμήθηκε το Ναύπλιο λόγω της παράλιας θέσης του.

Πάντως ο Κυβερνήτης συνεκάλεσε λίγο πριν από τη δολοφονία του και την E’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος, αλλά η Συνέλευση εκείνη δεν μπόρεσε να συνέλθει πριν από τις 27 Σεπτεμβρίου 1831 (ημέρα της δολοφονίας). Συνεκλήθη εκ νέου από την διάδοχο του Καποδίστρια κατάσταση και συνήλθε στο Άργος (στην Εκκλησία της Παναγίας) στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους για να μετατεθεί 10 ημέρες αργότερα στο Ναύπλιο.

Δημήτριος Τσώκρης

Αλλά και οι Αργείοι ανταπέδιδαν τα ίδια αισθήματα στον Κυβερνήτη. Επανερχόμαστε στο 1829. Στις αρχές Μαΐου έγινε στο Άργος η εκλογή των Αντιπροσώπων της επαρχίας στην Δ’ Εθνική Συνέλευση και εκλέχτηκε ως μοναδικός Αντιπρόσωπός της ο ίδιος ο Καποδίστριας. Το Άργος έδωσε το παράδειγμα αυτό το οποίο ακολούθησε η πλειοψηφία των επαρχιών, δηλαδή τριάντα πέντε επαρχίες. Τελικά ο κυβερνήτης δεν αποδέχτηκε την εκλογή του αυτή από τόσες μάλιστα επαρχίες και διέταξε την επανάληψη των εκλογών, με άμεσο δε τρόπο (γιατί ο μέχρι τότε προβλεπόμενος τρόπος εκλογής ήταν ο έμμεσος), σε όσες επαρχίες είχαν εκλέξει τον ίδιο. Έτσι επαναλήφθηκε η εκλογή και στο Άργος, το οποίο εξέλεξε ως Αντιπροσώπους του στην Δ’ Εθνική Συνέλευση τον Δημήτριο Τσόκρη και τον Δημήτριο Περρούκα [7], της μεγάλης εκείνης οικογένειας που έχει το εθνικό εύσημο ότι ίδρυσε το πρώτο ελληνικό σχολείο στο Άργος το 1798.

 

Η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση είναι αξιοσημείωτη για ένα πολιτικό και για ένα νομικό λόγο:

 

  1. Ο πολιτικός λόγος είναι ότι επεκύρωσε όλες τις μέχρι τότε οργανωτικές και αναδιοργανωτικές πράξεις της κυβερνήσεως του Καποδίστρια και ότι χάραξε τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνηση εκείνη στο μετέπειτα οργανωτικό της έργο. Η πολιτική αυτή δραστηριότητα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως ενσωματώνεται σε δεκατρία ψηφίσματα που εξέδωσε από τις 22 Ιουλίου μέχρι της 2 Αυγούστου 1829. Δηλαδή το Άργος είναι ο τόπος στον οποίο λήφθηκαν όλες οι αποφάσεις του κυρίαρχου οργάνου του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που αφορούσαν το κοσμογονικά δημιουργικό έργο της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Δεν είναι της παρούσης εισηγήσεως να αναφερθούμε διεξοδικότερα στο πάσης φύσεως έργο της Συνελεύσεως αυτής. Είναι όμως αναγκαίο να αναφερθούμε στον επόμενο λόγο, τον νομικό, γιατί ως προς αυτόν η Συνέλευση εκείνη διαφέρει των άλλων εθνικών Συνελεύσεων της Ελλάδος τόσο του Αγώνος όσο και των μετά την Ανεξαρτησία.
  1. Βασικό στοιχείο του Αντιπροσωπευτικού Συστήματος, όπως ίσχυσε από τον 19ο αιώνα, είναι ότι οι Αντιπρόσωποι του Λαού (του Έθνους όπως έλεγαν παλαιότερα) μπορούν να εκφράζουν οποιαδήποτε βούληση εν ονόματι του Λαού, δεν μπορεί όμως να καθορίζεται κάθε φορά από τους εκλογείς το περιεχόμενο αυτής της εκφραζόμενης βουλήσεώς τους.

Αποκλείεται δηλαδή η λεγόμενη «επιτακτική εντολή» [8]. Αυτό ίσχυσε σε όλες τις περιπτώσεις που συνεκλήθη στην Ελλάδα αντιπροσωπευτικό σώμα δηλαδή είτε Συντακτική Συνέλευση, είτε απλή η αναθεωρητική βουλή, από το 1821 έως σήμερα. Μόνο το 1921 στην Γ’ Συντακτική Συνέλευση που συνεκλήθη από την αντιβενιζελική Κυβέρνηση του Νοεμβρίου του 1920, ο Δ. Γούναρης είχε διατυπώσει θεωρητικές απόψεις υπέρ της χρησιμότητος, ενίοτε, της επιτακτικής εντολής, αλλά δεν επροχώρησε περισσότερο. Μοναδική εξαίρεση στα αντιπροσωπευτικά αυτά σώματα υπήρξε η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση. Κατά τις εκλογές, στις διάφορες επαρχίες, για την ανάδειξη των αντιπροσώπων, οι εκλογείς δέσμευσαν εγγράφως τους πληρεξουσίους να ακολουθήσουν μία ορισμένη πολιτική, την πολιτική του Κυβερνήτη. Αυτό θυμίζει τις δεσμεύσεις των πληρεξουσίων έναντι των εκλογέων κατά την σύγκληση των Γενικών Τάξεων στη Γαλλία το 1789 με τα περίφημα Cachiers. Υπάρχει βέβαια η άποψη, ότι κυβερνητικά όργανα υπέδειξαν στους εκλογείς των επαρχιών αυτήν την ενέργεια, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί η υπόθεση αυτή. Δεν έχουν διασωθεί τα κείμενα των εγγράφων αυτών δεσμεύσεων παρά μόνον του Μεσολογγίου. Κατά το κείμενο αυτό που έχει διασώσει ο Ν. Δραγούμης [9], οι πληρεξούσιοι της επαρχίας αυτής που, σημειωτέον, μόλις είχε απελευθερωθεί, δεσμεύονται: «Να μη κατηγορήσωσι με κανένα τρόπον τας παρελθούσας πράξεις της σεβαστής ημών Κυβερνήσεως», «Να ακολουθήσωσι τας συμβουλάς και την γνώμην του σεβαστού ημών κυβερνήτου», «Να κηρύξωσι εις την Εθνικήν Συνέλευσιν ότι δεν θέλομεν άλλον αρχηγόν παρά τον Ι. Α. Καποδίστριαν» κλπ, επτά εν όλω εντολές. Δεν έχουμε τις δεσμεύσεις που έθεσε στους πληρεξουσίους της η πολύ καποδιστριακή πόλις του Άργους, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν ένα παρόμοιο κείμενο. Ο μόνος από τους

εκλεγέντες πληρεξουσίους που αρνήθηκε τότε να συμμορφωθεί προς τις έγγραφες οδηγίες ήταν ο αντιπρόσωπος του Μεσολογγίου Σπ. Τρικούπης, που ασκούσε τότε ήπια αντιπολίτευση στη Κυβέρνηση Καποδίστρια και ο οποίος παραιτήθηκε από πληρεξούσιος και δεν μετέσχε της Συνελεύσεως. Αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες υπάρχουν ακόμα για την Δ’ εν Άργει Συνέλευση, αλλά ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Τώρα θα έλθουμε για δυό μόνον λεπτά στο δεύτερο σκέλος της ανακοινώσεως, δηλαδή στους Αργείους πληρεξουσίους στην Εθνική Συνέλευση του 1844.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Όπως και στην Δ’ εν Άργει, έτσι και στην Α’ εν Α θήναις, δυό ήσαν οι πληρεξούσιοι του Άργους: Πρώτον, ο Δημήτριος Περρούκας (πάλι) και δεύτερον, ο Χρηστάκης Βλάσσης, από τη μεγάλη επίσης οικογένεια Βλασση [10]. Η παρουσία τους στην Α’ εκείνη Εθνοσυνέλευση της ελεύθερης Ελλάδος δεν ήταν σπουδαία. Ο Δημήτριος Περρούκας δεν φαίνεται να έλαβε διόλου τον λόγο στην Ολομέλεια της Συνελεύσεως. Εξελέγη βέβαια μέλος της Επιτροπής καταρτίσεως του Σχεδίου Συντάγματος, αλλά δεν σώζονται πρακτικά της Επιτροπής αυτής για να δούμε αν έλαβε και σ’ αυτήν τουλάχιστον τον λόγο και τι απόψεις υποστήριξε. Ο Χρηστάκης Βλάσσης έκαμε δυό βραχείες προφορικές παρεμβάσεις οι οποίες όμως δεν ήσαν υπέρ των θέσεων που έχουν έκτοτε ιστορικώς δικαιωθεί. Στο ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κατεπολέμησε το υποβληθέν τότε μετριοπαθές ψήφισμα του Μαυροκορδάτου που απέκλειε την διαρκή διάκριση των αυτοχθόνων του Ελληνικού βασιλείου κατοίκων από τους ετερόχθονες και υποστήριξε το λεγόμενο ψήφισμα Κορφιωτάκη που ήταν σκληρό για τους ετερόχθονες, διότι τους απέκλειε από κάθε δημόσια υπηρεσία. Το ψήφισμα εκείνο ήταν προϊόν μικροελλαδίτικης νοοτροπίας και εμπνεύσεως κοτζαμπασικής. Ως ελαφρυντικό όμως του Χρηστάκη Βλάσση αναφέρουμε ότι το σχέδιο Ψηφίσματος του Νικ. Κορφιωτάκη υποστήριξαν τότε μεταξύ βεβαίως πολλών άλλων και οι Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ρήγας Παλαμήδης και Κολίνος Κολοκοτρώνης [11].

Η δεύτερη φορά που ο Χρηστάκης Βλάσσης έλαβε τον λόγο ήταν στις 22 Φεβρουαρίου 1844 οπότε κατεπολέμησε το αίτημα των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου που ζητούσαν ο φόρος του 20% που είχε επιβάλει στα εισοδήματα της Μονής η κυβέρνηση Άρμανσμπεργκ, δηλαδή η κυβέρνηση της ξενοκρατίας, όταν απεφάσιζε την κατάργηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μονών, να περιορισθεί στο 10% που πλήρωνε η μονή στους Τούρκους. Ο Χρ. Βλάσσης υποστήριξε ότι πρέπει να παραμείνει το 20% και εξέφρασε την απλοϊκή άποψη ότι «η κυβέρνηση αντί να χαρίσει το «διπλοδέκατον» εις τους μοναχούς πρέπει να διαθέσει αυτό υπέρ χηρών και ορφανών και απόρων κορασίδων, διότι ο μοναχικός βίος απαιτεί λιτότητα». Για να λάβει όμως αμέσως την απάντηση από τον Ιω. Φαρμάκη ότι «Ο κλήρος της Ελλάδος τον περισσεύοντα οβολόν του δίδει πάντοτε εις έργα εθνικής ευποιΐας, εις την περίθαλψιν των ενδεών και εις την καλλιέργειαν της ελληνικής παιδείας. Η ξενοκρατία δι’ ενός απλού διατάγματος, είπε ο Φαρμάκης, επέβαλεν εις τας διατηρηθείσας μονάς το «διπλοδέκατον» δια να τας εξουθενώση, διο και η παρούσα Συνέλευσις πρέπει αν όχι να το καταργήση, να το περιορίση όμως εις ο ποσοστόν απήτει από την μονήν ο Οθωμανός δυνάστης» [12].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα, τομ. Β’ επιμ. Γ. Βαλέτα, Αθήναι.

[2] Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. 11ος, Πειραιεύς, 1852, σ. 276.

[3] Βλ. Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, μεταφρασθείσαι εκ του γαλλικού παρά Μ. Σχινά, τομ. Γ’, αθήνησιν 1841, σ. 246, 248.

[4] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, εκδ. της Βουλής των Ελλήνων, τομ. 4ος, σ. 33 και 46-47.

[5] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. 4ος, σ. 496.

[6] Βλ. Ψήφισμα ΚΓ’/ 4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 33. Βλ. όμως και ψήφισμα ΛΑ’/4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 46.

[7] Βλ. Αρχεία, τ. 4ος, σ. 75.

[8] Βλ. Α λεξ. Σβώλου, Συνταγματικόν Δίκαιον, τομ. Α’, σ. 270.

[9] Βλ. Ν. Δραγούμη, ιστορικαί Αναμνήσεις, πρόλογος Κωνσταντίνου Α μάντου, τομ. Α’, σ. 82, 83 [ανατ. Ερμής 1973].

[10] Βλ. Πρακτικά της Της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Α’ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα-Κομοτηνή, Α ντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σ. 700.

[11] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 748 με την ένδειξη «Συνεδρία ΛΒ’/15 Ιανουαρίου 1844».

[12] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 754 την ένδειξη «Συνεδρία ΝΘ’ 22 Φεβρουαρίου 1844».

 

Διονύσιος Αλικανιώτης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από την υπογεγραμμένη και το πολυτονικό σύστημα.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας (Κατεδαφισμένος)


 

Στην πλατεία Ομονοίας, [1] όπως τότε λεγόταν η σημερινή πλατειά Αγίου Πέτρου Άργους, στο δυτικό τμήμα της βόρειας πλευράς της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου σε ελαφρώς λοξή θέση και σε κυμαινόμενη απόσταση 6,30 – 3,50 μ. από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βρισκόταν ο ναός του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού. Ο ναός αυτός είχε κτισθεί τα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τη γνωστή σημαντική οικογένεια Περούκα και κατεδαφίσθηκε το 1865, όταν κτίσθηκε η νέα μεγάλη εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Μάλλον, για το λόγο αυτό, το βόρειο κλίτος της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Λαμβάνοντας υπόψη το όνομα του τιμώμενου Αγίου, πιθανόν να κτίσθηκε από το Δημογέροντα και Βεκίλη, Νικόλαο Περούκα, [2] ο οποίος πέθανε το 1822.

Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά. [3] Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι.  Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους, οι οποίοι ετάφησαν σε λάκκο στα ανατολικά του Αγίου Νικολάου, της σημερινής πλατείας του Αγίου Πέτρου καθώς και στα ΒΔ της εκκλησίας του Αγιάννη. Ο ναός χρησίμευε και ως νεκροταφείο της οικογένειας Περούκα.

Τα εγκαίνια του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα  Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε  κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει. Βλέποντας  αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: «Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε  τρία κεραμίδια από την στέγη· έτσι έγινε η έναρξη της κατεδαφίσεως [δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ξεκίνησε η κατεδάφιση] μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά. [4] Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

 

Ο Τσακόπουλος για τον ναό του Αγίου Νικολάου

 

Ο Αναστασίος Τσακόπουλος, το 1953, στο βιβλίο του «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος» έγραφε για τον κατεδαφισμένο ναό του Αγίου Νικολάου:

 

Χάριν της ιστορίας της Εκκλησίας Αργολίδος, σημειούμεν περί του ναού του Αγίου Νικολάου, ουχί των νεκροταφείου, αλλά του προϋπάρξαντος τοιούτου εν τη κεντρική πλατεία, προτού κτισθή ο μεγαλοπρεπής και πάνσεπτος ναός του πολιού­χου Άργους Αγίου Πέτρου, του θεοσόφου και θαυματουργού.

Ο ναός ούτος, αφιερωμένος εις την μνήμην του εν αγίοις Πατρός ημών Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού, ου η μνήμη εορτάζεται εις τας 6 Δεκεμβρίου, κατά βάσιμον παράδοσιν ήτο οικογενειακός ναός της επιφανούς και ιστορικής οικογενείας Μπερρούκα, άγνωστον όμως πότε εκτίσθη. Ήτο καθ’ όλα όμοιος με τον του Αγίου Δημητρίου, απέχων περί τα 6-7 μέτρα εκ της βορείου θύρας του ήδη ναού· του Αγίου Πέτρου, προς την πλατείαν. Η είσοδός του ήτο εκ της Β. αυτού πλευράς και ο εισερχόμενος κατήρχετο δια τριών βαθμίδων εντός του ναού. Είχεν ούτος μήκος 14 μ., πλάτος 7 μ. και ύψος 3 1/2μ., άνευ τρούλλου, πιθανώτατα Βυζαντινού ρυθμού. Εις το Β. Δ. μέρος ήτο το ξύλινον κωδωνοστάσιον, ου ο κώδων είναι ο σημερινός μικρός του Αγίου Πέτρου.

Προς Ν. είχεν υπόστεγον εκ κεράμων, κατά την τότε συνήθειαν των ναών, είχε και μικρόν πεζούλι ή πεζούλα, (=τοιχίσκος λιθόκτιστος, χρησιμεύων ως κάθισμα), όπου μετά την θείαν λειτουργίαν οι εκκλησιαζόμενοι, καθήμενοι, συνεζήτουν διάφορα ζητήματα είτε ατομικά είτε κοινοτικά, όπως και σήμερον γί­νεται τούτο εις πλείστα χωρία.

Παράθυρα είχε τέσσαρα, 2 προς Βορράν και 2 προς Νότον, θύρας δε τρεις, μίαν προς Β., εξ ης ή είσοδος, άλλην προς Δ., και την του ιερού προς Νότον.

Ο ναΐσκος περιεβάλλετο δια ξυλίνων κιγκλιδωμάτων. Εις τον περίβολον τούτου ήσαν ολίγαι μορέαι και τίνες κυπάρισσοι. Προς Β. αυτού ήτο και η «ημεριδιάνα» δηλ. ηλιακόν ημερολόγιον, το οποίον διετηρήθη εις άλλην θέσιν μέχρι του 1895. Τώρα, άχρηστον πλέον, ευρίσκεται εις το Αρχαιολογικόν Μουσείον Άργους. Όπισθεν του ιερού υπήρχε και πηγάδι, το οποίον απε­καλύφθη το 1932 κατά την επισκευήν της πλατείας, ολίγα βή­ματα προς Ν. της προς Α. σημερινής ηλεκτρικής στήλης.

Το εικονοστάσιον ή τέμπλον, αι εικόνες, τα Ιερά σκεύη και λοιπά έπιπλα του ναού, μετά τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Πέτρου, μετεφέρθησαν εις αυτόν, και όταν ανεκαινίσθη ούτος μετεφέρθησαν ταύτα εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Κωνσταν­τίνου, ένθα σώζονται μέχρι σήμερον εξ αυτών, μία εικών του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας (0,99Χ 0,60μ.) 1824, δύο μανουάλια 1,35 μ. ύψος εκ λευκού μαρμάρου, άτινα προς το άνω μέρος φέρουν τρεις αγγέλους και προς το κάτω 3 χερου­βείμ. Προσέτι δε σώζεται και προσκυνητάριον εξ εκλεκτού λευκού μαρμάρου, το οποίον φέρει ένθεν και ένθεν καλλιτεχνικωτάτους κύκνους.

Εχρησίμευεν ο ναός ούτος και ως νεκροταφείον, ένθα ανα­παύονται και τα οστά όλων των αποβιωσάντων μελών της με­γάλης και αρχαίας οικογενείας Μπερρούκα. Εν τω αυτώ ναώ και όπισθεν του ιερού ετάφη και ο τελευταίος γόνος της ιστορι­κής οικογενείας Δημήτριος Μπερρούκας, δολοφονηθείς τη 12-13 Νοεμβρίου 1851. Η κηδεία του εγένετο πάνδημος την μ.μ. της 13ης Νοεμβρίου.

Ο εν λόγω ναός εκτός της αρχαιολογικής αυτού σημασίας συνδέεται και με τα γεγονότα της νεωτέρας ιστορίας. Διότι, φονευθέντες πλέον των 250 αθώων Αργείων, υπό των Γάλλων, κατά την αποφράδα εκείνην ημέραν της 4 Ιανουαρίου του 1833 ετάφησαν εκεί. Ο απαισίας μνήμης Γάλλος διοικητής Νώδ εφάνη τόσον θηριώδης, ώστε όχι μόνον δεν επέτρεψε την συνάθροισιν των τεθλιμμένων συγγενών αλλά και αυστηρώς απηγόρευσε πάσαν νεκρώσιμον ακολουθίαν και εκκλησιαστικήν πομπήν. Τα πτώματα αυτών ετάφησαν ή μάλλον ερρίφθησαν ακήδευτα, δίκην κυνών, εις δύο παμμεγέθεις λάκκους εξ ων ο εις ανεώχθη όπισθεν του ιερού του ειρημένου ναού και προς το Α. μέρος της πλατείας και ο άλλος εις το Β. Δ. μέρος του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Από της μεσημβρίας της ημέρας εκείνης, μέχρι της δύσεως του ηλίου διήρκεσεν η απάνθρωπος και αγριωτάτη σφαγή, καθ’ ην κατά θετικωτέρους υπολογισμούς, εκτός των τραυματισθέντων, εφονεύθησαν άνω των διακοσίων πεντήκοντα.

Εν τη συγχύσει όμως ταύτη και ταραχή, κατά την μοιραίαν εκείνην ημέραν ανεφάνη, ως από μηχανής σωτήρ της πόλεως ο εκτελών χρέη τοποτηρητού, ο πρώην Ηλιουπόλεως (Επισκο­πής Εφέσου) Άνθιμος ο Κομνηνός. Ήτο μεγαλοπρεπής, επι­βλητικός, νοήμων και πλήρης σθένους και θάρρους ανήρ. Ο φιλάνθρωπος και φιλόπατρις ούτος ιεράρχης, βλέπων παρατεινόμενον το ανήκουστον κακόν, περιεβλήθη την μεγάλην αρχιερατικήν του στολήν, έλαβε μεθ’ εαυτού τον διάκονόν του φέροντα λευκόν μανδήλιον επί της ράβδου του και εξελθών της οικίας του, μετέβη κατ’ ευθείαν εις τον στρατώνα εν μέσω των ανά τας οδούς πυρο­βολισμών, αλαλαγμών, θρήνων και κοπετών. Εγένετο αμέσως δεκτός παρά τω Γάλλω διοικητή Νώδ, εις όν μετά παρρησίας ωμίλησε και εξήγησε την αθωότητα της σφαζομένης πόλως κατά τας θηριωδίας των Γάλλων στρατιωτών, επικαλεσθείς την δικαιοσύνην και την φιλανθρωπίαν του. Λέγεται ότι ωμίλει απταίστως την Γαλλικήν. Ο Γάλλος διοικητής τόσον εξεπλάγη και ελυπήθη εξ όσων έμαθεν εκ του στόματος του σεβασμίου ποιμενάρχου, ώστε ευθύς διέταξε γενικήν αποχώρησιν. Οι Γάλλοι στρατιώται επανήλθον εις τον στρατώνα και ούτω η πόλις απηλλάγη της περαιτέρω σφαγής. Επήλθε δε η νυξ και εκάλυψεν αυτήν σιγή και πένθος!!….

Και όλη αυτή η τραγωδία εγίνετο ένεκα παρεξηγήσεως και παρανοήσεως των Γάλλων στρατιωτών. Τας λεπτομέρειας και τα αληθή αίτια τα προκαλέσαντα την άδικον επίθεσιν και σφαγήν των δυστυχών Αργείων αποφεύγομεν ν’ αναφέρωμεν δια λόγους πολιτικής σκοπιμότητος, διότι τούτο είναι και εκτός του θέμα­τός μας. Η εν Άργει σφαγή υπήρξεν μία ανεξίτηλος και ανεξάλειπτος ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΗΛΙΣ δια τούς πεπολιτισμένους Γάλλους.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου διετηρήθη εν καλή καταστάσει και ελειτουργείτο μέχρι της 18ης Απριλίου του έτους 1865, ότε εγένοντο τα εγκαίνια του ήδη υπάρχοντος Μητροπολιτικού τοι­ούτου του Αγίου Πέτρου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εφ. «Η Αργολίς», φ. 108/1870.

[2] Ο Αρχαιολόγος Χρήστος Πιτερός στην αδημοσίευτη μελέτη του «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους» γραφεί: Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους σώζεται η μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, διαστ. 1,54 Χ 0,61 Χ 0,08 μ., της Αγγελικής Περούκα, συζύγου του Νικολάου, με επιτύμβιο επίγραμμα σε δακτυλικό εξάμετρο και αρχαϊζουσα γλώσσα. Η Αγγελική το γένος Ιωάννου Συλλιβέργου είχε συγγένεια με τη σημαντική οικογένεια των Νοταράδων της Κορινθίας, γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1756 και απεβίωσε στο Άργος την 8η Μαρτίου 1836. Η επιτύμβια πλάκα φέρει επίγραμμα με κεφαλαία γράμματα, είκοσι στίχων, ύψος γραμμάτων 3,5 εκ. και διάστιχο 1,5 εκ. με το εξής κείμενο: «Τύμ­βε τιν ὧ­δε κέ­κευ­θας’ ἰ­αὺ / ονθ’ἐς μα­κρὸν ὕ­πνον / οἵ­ης τ᾽αὖ γε­νε­ῆς ἥ δ᾽ ἀ­ρε / τῆς ὁ­πό­σης; / Ἀγ­γε­λι­κὴ μὲν ἔ­ην τήδ᾽ / οὔ­νο­μα ξεῖ­νε ἀ­γλα­ὸν / Κερ­νο­τέ­ων Νο­τα­ρῶν εὒ­χετ᾽ / ἔ­μεν προ­γό­νων / Νι­κο­λέ­ων δ᾽ ἔ­χει Περ­ρού­κα / πό­σιν ἒ­ξοχ᾽ ἄ­ρι­στον / ἀν­δρῶν ὅσσ᾽ Ἄρ­γους ἐν­νά­ε / ται γε λά­χον. / Αὐ­τὰρ ἀρ᾽εὐ­σε­βί­ης τρὸ/φι­μος πέ­λεν ἀ­σκέ­ε ταύ­τιν / ἔρ­νος ἐ­οῦσ᾽ ἀ­ρε­ταῖς θὲ / σπε­σί­η­σι βρῖ­θον. / Ἐ­σθλοῖς δ᾽ ἐν πολ­λοῖ­σι κα / κῶν ἅ­λις οὐκ ἀ­μέ­θε­κτος / ἐς χεί­ρας τήν ψυ­χήν παρ / κα­τέ­θη­κε Θε­οῦ». « Ἐ­γεν­νή­θη τὴν 1η Μαρ­τί­ου 1756 καὶ ἐτελεύτησε τήν 8η Μαρ­τί­ου 1836.» Μετάφραση: «Τάφε αυτός που εσύ καλύπτεις και αναπαύεται σε βαθύ ύπνο / από ποια γενιά κατάγεται και πόση είναι η αρετή του; / Αγγελική ξένε είναι το όνομά της το ένδοξο / και τους πλούσιους Νοταράδες καυχιέται ότι έχει προγόνους. / Τον Νικόλαο Περούκα έχει έξοχο σύζυγο / τον πιο άριστο / από όλους τους άνδρες, που έτυχε να κατοικούν στο Άργος. / Αυτή πάλι μεγάλωσε με ευσέβεια, με πολλή φροντίδα, / όντας ένα κλαδί γεμάτο με θεσπέσιες αρετές. / Έζησε μέσα σε πολλά καλά, / αλλά δεν έμεινε αμέτοχη πλήθους συμφορών / και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού».

[3] Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από  έφιππους Τούρκους.

[4] Ζεγκίνης ό.π. 336

 

Πηγές


 

  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
  • Αναστασίου Τσακόπουλου, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος», τεύχος Ά, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήνα, 1953.
  • Χρήστος Πιτερός, «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους», αδημοσίευτη μελέτη.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική γενεαλογία στην Τουρκοκρατία. Οι πρόδρομες σχέσεις της κοινωνικής συγκρότησης του Άργους», Δαναός ΙΙΙ, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο


 

« Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο, περιοχή  Άργους,  1809-1810 »

 (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)

 

Το θέμα της εισηγήσεως αυτής αναφέρεται σε αρπαγή αρχαιοτήτων από την περιοχή του Άργους κατά το 1809-1810 και στηρίζεται στη μαρτυρία ενός ανέκδοτου εγγράφου που φυλάσσεται στα ιστορικά αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Φά­κελο που περιέχει το αρχείο Ζυγαλάκη. Ο κωδικός αριθμός του εγγράφου είναι 18.875. Το ανωτέρω έγγραφο το είχα εντοπίσει εδώ και δέκα περίπου χρόνια, στο πλαίσιο έρευνάς μου για την περίοδο της διακυβερνήσεως της Πελοποννήσου από τον δευτερότοκο γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασά (1807-1812).

Πρόκειται για επιστολή ενός Έλληνα, ο οποίος υπογράφεται Μπάκας, (σε άλλο έγγραφο της ίδιας συλλογής διαβάζουμε και το βαπτιστικό του όνο­μα: Αναστάσης [1]) και απευθύνεται σε Οθωμανό μπέη στην Τριπολιτσά. Το όνομα του παραλήπτη της επιστολής δεν αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά μπο­ρεί με ασφάλεια να θεωρηθή ότι πρόκειται για τον στενό συνεργάτη, προσω­πικό φίλο και σύμβουλο του Βελή πασά, τον Ισμαήλ Πασόμπεη [2]. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 20 Αυγούστου 1810 και συντάχθηκε στο Άργος.

Tο περιεχόμενο της επιστολής σχετίζεται με τη δράση ενός Άγγλου ευγενούς, «μιλόρδο» τον αποκαλεί, του οποίου επίσης δεν αναφέρεται ρητά το όνομα αλλά μετά βεβαιότητος μπορεί να ταυτιστή με τον λόρδο Sligo, γό­νο ισχυρής ιρλανδικής οικογένειας, συμφοιτητή στο Καίμπριτζ και προσω­πικό φίλο του λόρδου Byron.

Όπως προκύπτει από την επιστολή, ο συντάκτης της, ο οποίος συνό­δευε τον λόρδο Sligo στις αρχαιοθηρικές του εξορμήσεις, είχε επιφορτισθή από τον Πασόμπεη να κατασκοπεύη τις κινήσεις του και να τον ενημερώνη σχετικά. Το έγγραφο αυτό έχει, κατά την άποψή μας, πολλαπλό ιστορικό ενδια­φέρον και μπορεί να φώτιση πολλές πλευρές της ιστορίας της προεπανα­στατικής Πελοποννήσου, θα εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στα ακό­λουθα σημεία που θεωρούμε ως κατεξοχήν ενδιαφέροντα για τον μελετητή της Ιστορίας αυτής:

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Είναι γνωστό ότι κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, εποχή ιδιαιτέρως κρίσιμη για το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και για τις βαλ­κανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ελληνικές περιοχές δέχθηκαν περισσότερους ξένους επισκέπτες, από ό,τι σε ολόκληρο το 18° αιώνα [3].

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές κλασικές αρχαιότητες, που κορυφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα από τον προηγούμενο (18°) αιώνα, ιδιαίτερα μετά την έκδοση (1764) της Ιστορίας της τέχνης της Αρχαιότητας από τον Βίνκελμαν και την ανάπτυξη του κι­νήματος του κλασικισμού, στο πλαίσιο του οποίου «η λέξη ελληνικό» χρη­σιμοποιήθηκε «για να περιγράψη έργα που έφταναν το ύψιστο ιδανικό της τελειότητας»[4].

Κορυφαίες πνευματικές μορφές, όπως ο Γκαίτε, έθεσαν σκο­πό της ζωής τους την αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους, ενώ στη Βρετα­νία λαμπρά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τα πρότυπα των κτηρίων της κλασικής Αθήνας. Η απόκτηση ελλη­νικών αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε τότε έκφραση ενός συρμού που τον τροφοδοτούσαν οι περιηγητές του ελληνικού χώρου.

Οι μαρτυρίες όμως που έχουμε για το βίο, την πολιτεία και τη δράση των περιηγητών αυτών προ­έρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα απομνημονεύματα και τις ταξιδιω­τικές περιγραφές που δημοσίευσαν οι ίδιοι ή από τις επιστολές τους. Είναι, επομένως, μονόπλευρη και γι’ αυτό έντονα υποκειμενική η πληροφόρηση που διαθέτουμε.

Το έγγραφο 18.875 της IEEE μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια άλλη οπτική του θέματος, εκείνη της ελληνικής πλευράς, η οποία σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έχει διασωθεί. Εξάλλου, η διεθνής ιστορική συγκυρία της περιόδου κατά την οποία η Γαλλία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανέτρεψε με τις σαρωτικές της νίκες επί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών το διεθνές εδαφικό status quo και προκάλεσε αναδιάταξη των συμμαχιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ειδικότερα, προκειμένου για τον ελληνικό χώρο, στην πολιτική που άσκησαν τόσο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, όσο και ο γιος του Βελής στο Μοριά. Στο έγγραφο αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εντοπιστούν και να διερευνηθούν πλευρές της πολιτικής αυτής όχι μόνο στον τομέα των εξωτερικών τους σχέσεων αλλά και της εσωτερικής διακυβερνήσεως των πασαλικίων τους.

Ένα ακόμη σημείο, στο οποίο έμμεσα μόνο θα αναφερθούμε, αλλά πι­στεύουμε ότι διαφωτίζεται από το περιεχόμενο του εγγράφου είναι ο υλικός πολιτισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο (διατροφή, κατοικίες, πλοία), καθώς και γενικότερα οι συνθήκες της ζωής των Ελλήνων υπό την οθωμανική κατοχή.

Αφετηρία και άξονα, όμως, της εισηγήσεως, με τον οποίο συνδέονται όλα τα προηγούμενα, θα αποτελέση το μεγάλο ζήτημα της αρπαγής αρχαιο­τήτων από την Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η επιστολή του Μπάκα, καθώς και η στάση του επιστολογράφου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ο Browne Howe Peter, δεύτερος μαρκήσιος του Sligo (1788-1845), κο­μητείας της δυτικής Ιρλανδίας, υπήρξε ένας από τους πολλούς επώνυμους Ευρωπαίους που επισκέφθηκαν την Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση και που επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες που τους πα­ρείχαν η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η επιτηδειότητά τους για να συναποκομίσουν, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ελληνικές αρχαιότητες. Ο φίλος και συμφοιτητής του, λόρδος Byron κάνει λόγο στις επι­στολές του [5] για ένα ολόκληρο φορτίο από αγγεία, προερχόμενα από την Αθήνα που είχε πάρει ο Sligo, ενώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της IEEE, αρκετές αρχαιότητες αφαίρεσε και από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας.

Πύλη Λεόντων.

Το πιο σημαντικό όμως από τα αρχαιολογικά του αποκτήματα υπήρξαν οι κίονες που πλαισίωναν την είσοδο του θολωτού τάφου των Μυ­κηνών, που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέως». Για τους κίονες αυτούς γίνεται λόγος και στο έγγραφο, γνωρίζουμε όμως και από τη σχε­τική αρχαιολογική βιβλιογραφία [6] ότι παραχωρήθηκαν ως δώρο από τον Βελή πασά στον Sligo, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια από αυτόν στην έπαυλή του στο Westport της Ιρλανδίας, όπου και παρέμειναν ξεχασμένοι στα κε­λάρια του κτηρίου επί περίπου 100 χρόνια, ως το 1904, όταν αναγνωρίστη­καν από τον λόρδο Almont και δόθηκαν από τους κληρονόμους του Sligo στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και αναστηλώθηκαν [7]. Ως αντάλλαγμα για τη δωρεά των κιόνων στο Βρετανικό Μουσείο οι απόγονοι του λόρδου πήραν από το Μουσείο ακριβή αντίγραφα με τα οποία κόσμησαν την είσοδο του μεγάρου τους, το οποίο από τη δεκαετία του 1960 και εξής είναι ανοικτό στο κοινό ως ιδιωτικό μουσείο κατά τους θερινούς μήνες [8].

Στη λεηλασία της διακοσμήσεως της εισόδου του «Θησαυρού του Ατρέως» από τον Βελή και τον Sligo αναφέρεται και ο Πουκεβίλ, αλλά λό­γω ελλιπούς πληροφορήσεως κάνει λόγο για το υπέρθυρο της εισόδου [9].

Ο λόρδος Sligo εμφανίζεται στο έγγραφο: να διακατέχεται κυριολεκτικά από μανία για την απόκτηση αρχαιοτήτων («Σήμερον πάλιν κατά την συνήθειάν του το μεσημέρι με πήγεν εις τους Μύλους[10] και τον εβούρλισαν [11] οι πλάκες από τα μνήματα· είπε και εις ποίους οδάδες [12] του είχε να τις βάλη και εις ποίον τόπον»), να επείγεται για να εξασφάλιση την κυριότητά τους («του άρεσαν οι κο­λόνες και βιάζει το κατέβασμά τους εις Μύλους») και να επιδίδεται σ’ ένα πραγματικό κυνήγι για την ανεύρεσή τους: μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι από την Τριπολιτσά προς το Άργος δεν στέκεται ούτε να ξαποστάση άλλά, όπως μαρτυρεί ο συντάκτης της επιστολής, «…εις το χάνι δεν εστάθη τρόπος να τον καταπείσω να μείνη έως να γί­νουν τα κοτοπούλια και το αρνί, αλλ’ από την άβραστη γίδα του χανιτζή έφαγε ορθός και με όλον το κάμα εκαβαλίκευσεν χωρίς να σταθή….φθά­νοντας εδώ επήγεν ευθύς εις το σπίτι του Μπερούκα και ανέβη επάνω και είδεν τρία είδωλα εις πλάκες ωσάν εκείνη η μια όπου άρεσε του Νόρτ[13], όπου είχεν μια γυναίκα και έναν άνδρα, έτσι είναι και αυτές οι τρεις όπου ευρέθησαν. Και ένα κεφάλι εύμορφο».

Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο Sligo είχε περίπου εν λευκώ τη δυνατότητα να οικειώνεται όσα αρχαιολογικά ευρήματα ήθελε. Με τι αντάλλαγμα άραγε; είναι γνωστό ότι ο Βελή πασάς εμπορευόταν τις αρχαιότητες του Μοριά [14], πρακτική όχι άγνωστη και σε άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους.

«Πελάτες» του Βελή πασά υπήρξαν κατά καιρούς οι Βρε­τανοί Gally-Knight και Fazakerley [15], καθώς και η ομάδα από Βρετανούς, Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους που διεξήγαγαν το 1812 ανασκαφές στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας. Για να είναι μάλιστα σε θέση να εκτιμά την αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων και να παζαρεύη ανάλογα το ποσοστό του κέρδους του, αναφέρεται ότι ο Βελή είχε μελετήσει τον Παυσανία, κατά πάσα πιθανότητα από ιταλική μετάφραση. Ενώ όμως ο Βελή κατά κανόνα εμπορεύεται τις αρχαιότητες, στην περίπτωση του Sligo τις δωρίζει και μάλιστα χωρίς να επιμένη ιδιαί­τερα στην ανταπόδοση των συνηθιζόμενων ευχαριστηρίων δώρων εκ μέρους του επισκέπτη του.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η τελευταία αυτή παράλειψη [16], αδιανόητη για τις πρα­κτικές της οθωμανικής διοικήσεως, προκαλεί απορία στον συντάκτη της επι­στολής, ο οποίος σπεύδει να ενημέρωση τον Πασόμπεη ότι ο Sligo παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, «…έχει μιαν ταμπακέλαν (:εννοεί ταμπακέρα) μέσα εις το καράβι πολλά αξιόλογην και ο μιλόρδος λέγει ότι του κακοφάνηκε οπού δεν είχεν αξιόλογα πράγματα δια να χαρίση του βελιγιουνιάμ [17] αφεντός μας, αλλ’ ευθύς όπου πάγει εις Μάλταν θέλει γράψει αμέσως εις την Εγγλετέραν δια να του έρθουν. Εις την παλιόπολη [18] άκου­σα ο σκλάβος σου από το στόμα του μιλόρδου ότι είχε μιαν ώραν καλήν [19]εις το καράβι και εδώ εις το Άργος είπε ότι είχε και δυο όμορφα μικρά κυάλια…».

Είναι επομένως απαράδεκτο, κατά τον Μπάκα, το γεγονός ότι ο Sligo αποφεύγει να προσφέρη δώρα στον πασά. Φαίνεται ότι η καταγγελία του Μπάκα έπιασε τόπο, γιατί σε επιστολή προερχόμενη από το ίδιο αρχείο [20], που συντάχθηκε στα ελληνικά από τον δραγουμάνο πιθανώς του Sligo και υπογράφεται από τον ίδιο τον λόρδο, απευθύνεται δε στον ίδιο τον μόρα βαλεσί (:τον πασά της Πελοποννήσου) αναφέρεται επί λέξει ότι: «ειδοποιώ ότι από τον τατάρην (:έφιππο αγγελιοφόρο) οπού μαξούς (:ειδικά, επίτηδες) σήμερον ήλθεν δια να λάβη το ωρολόγιον, θέλετε το λάβει αμέ­σως εις την θέλησίν σας».

Στη συνέχεια της επιστολής του αυτής ο λόρδος Sligo δικαιολογείται για την καθυστέρηση της αποστολής του δώρου ισχυριζόμενος ότι «επειδή είναι ολίγον χαλασμένον είχα απόφασιν, αφού το φτιάσω, να το στείλω τη υψηλότητι σας». Ακόμη υπόσχεται ο Sligo ότι θα στείλη στον Βελή και «άλλα μεγαλύτερα και καλλιώτερα πεσχέσια (:δώρα) από την Εγγλετέ­ραν», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, όλα αυτά τα δώρα μπροστά στην «φιλίαν μας δεν είναι τίποτε». Είναι πολύ πιθανόν να ασκήθηκε πίεση στον Sligo από το περιβάλλον του Βελή μετά την επιστολή του Μπάκα προς τον Πασόμπεη, υπενθυμίζοντάς του την εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών του ως φιλοξενουμένου του πασά.

Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι τα ωρολόγια εθεωρούντο πολύ αξιόλογα δώρα κατά την εποχή εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις ξένων περιηγητών [21]. Αλλά ο Βελή πασάς δεν θα παραχωρούσε αρχαιολογικό θησαυρό, της αξίας των κιόνων του «θολωτού τάφου του Ατρέως», για να εξασφάλιση ένα «ωρολόγιον» και μάλιστα «ολίγον χαλασμένον», έστω και προσδοκών­τας σε μελλοντικές πλουσιότερες προσφορές δώρων από την «Εγγλετέρα». Το ουσιαστικό αντάλλαγμα που ζητούσε ο μόρα βαλεσί από τον Sligo ήταν κυρίως πολιτικό και διπλωματικό, όπως ρητά δηλώνεται και στην προανα­φερθείσα επιστολή του τελευταίου: «χωριστά από τούτα [22] είμαι έτοιμος αν και η υψηλότης σου έχει τίποτε χρείαν από το γκοβέρνο της Εγγλετέρας, όπου αμέσως να τη τελειώσω κάθε της ζήτημα». Ο Sligo, δηλαδή, υπόσχεται πολιτική και διπλωματική υποστήριξη προς τον Βελή από την πλευρά της βρεταννικής κυβερνήσεως.

Είναι φυσικό να γεννηθή η εύλογη απορία, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη μια παρόμοια μεγαλεπήβολη υπόσχεση. Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι η πολιτική επιρροή της οικογένειας του Sligo, ιδιαίτερα από την πλευρά της μητέρας του, ήταν πολύ μεγάλη. Οι διασυνδέσεις της έφθα­ναν ως τα βασιλικά ανάκτορα της Μ. Βρετανίας και ο λόρδος Sligo εθεω­ρείτο από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο στενούς προσωπικούς φίλους του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου IV. Η πολιτική δύναμή του ενι­σχυόταν επίσης από την αμύθητη περιουσία της οικογένειάς του, η οποία, μεταξύ άλλων περιλάμβανε εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Τζαμάϊκα [23] (2.301 εκτάρια ήτοι 23.010 στρέμματα).

Η έκταση της επιρροής του Sligo υποδηλώνεται και από την αλληλογραφία του Byron, όπου γίνεται λό­γος για μεσολάβηση του πρώτου ώστε να απελευθερωθούν εγκάθειρκτοι φί­λοι του [24], καθώς και από την αλαζονεία με την οποία αντιμετώπισε το 1816 το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την επάνοδό του στην πατρί­δα του με την κατηγορία ότι εξώθησε ή και εξανάγκασε σε λιποταξία άνδρες του βασιλικού βρετανικού ναυτικού, αδίκημα που εθεωρείτο βαρύτατο [25]. Μπορούμε εξ αυτού να εικάσουμε, ότι παρά τη γενικότερη αναξιοπιστία του χαρακτήρα του, ο Sligo ήταν σε θέση να ασκήση την επιρροή του υπέρ του Βελή πασά στην αγγλική αυλή, σε μια εποχή κατά την οποία η εύνοια της τελευταίας ήταν κυριολεκτικά πολύτιμη για την οικογένεια Αλή.

Πιο συγκεκριμένα: η ανάθεση της διοικήσεως της Πελοποννήσου στο Βελή δεν είναι άμοιρη της διεθνούς ιστορικής συγκυρίας στη Νοτιοανατο­λική Ευρώπη: συνδέεται αναπόσπαστα με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812. Σύμμαχοι των Γάλλων οι Ρώσοι από το 1807 (δυ­νάμει της συνθήκης του Τίλσιτ που συνήφθη ανάμεσα στον τσάρο Αλέξαν­δρο Α’ και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη) έθεσαν τότε για μια ακόμη φο­ρά, σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κίνδυνος αυτός θορύβησε την Υψηλή Πύλη η οποία αποφάσισε να ενίσχυση περαιτέρω την άμυνα των επαρχιών που είχαν σημαντική στρατηγική θέση και ύποπτο επαναστατικό παρελθόν, όπως ο Μοριάς.  Απέστειλαν λοιπόν στην Πελοπόννησο τον Βελή, επικεφαλής ισχυρού στρατού, για να διασφάλιση την τάξη και την πειθαρχία των κατοίκων. Η ρωσική επίθεση θο­ρύβησε όμως και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έσπευσε να σύσφιγξη τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς και ειδικότερα με τους πιο ισχυρούς πα­σάδες των δυτικών βαλκανικών περιοχών [26]. Ισχυρότερος ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αλής είχε ήδη εδραιώσει την εξουσία του στη Νότιο Αλβανία και την Ήπειρο, όταν το 1809 άρχισαν οι Άγγλοι να επιδίδωνται στην κατάληψη των Ιόνιων νησιών.

Η τριετία 1809-1811 χαρακτηρίζεται από τόσο θερμές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον Αλή και τους Άγγλους, ώστε ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάν­νενα Φρανσουά Πουκεβίλ θα γράψη αγανακτισμένος ότι «ο Μοριάς και το πασαλίκι των Γιαννίνων αποτελούν τώρα βρετανικές επαρχίες» [27].

Η φιλοβρετανική αυτή πολιτική του Αλή και του Βελή πασά εγγράφεται ασφαλώς στη συνολική εξωτερική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως κατά το ίδιο διάστημα. Αλλά οι ισχυροί αυτοί πασάδες καλλιεργούν υπό το πρόσχημα της νομιμοφροσύνης προς τις εντολές της κεντρικής εξουσίας μια δική τους προσωπική πολιτική τόσο στο εσωτερικό των επαρχιών τους όσο και στις διπλωματικές σχέσεις τους με εκπροσώπους των δυνάμεων.

Οι Άγγλοι εξα­σφαλίζουν μέσω του Αλή απρόσκοπτο ανεφοδιασμό για το στόλο τους που προσπαθεί εκείνη την εποχή να κυριάρχηση στο Ιόνιο. Η σημασία της πα­ρεχόμενης στους Βρετανούς δυνατότητας ανεφοδιασμού στα λιμάνια της επικράτειας του Αλή και του Βελή πασά ήταν πολύ μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά των Άγγλων τον οποίο είχε επι­βάλει από το 1806-1807 [28] ο Ναπολέων σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας του ή των συμμάχων της. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη αυτή ο Αλής και οι γιοι του δέχονται μεγάλη οικονομική ενίσχυση από την Αγγλία [29] και χρησιμοποιούν ένα μέρος της για να ενισχύσουν την αγγλόφιλη μερίδα στην Κωνσταντι­νούπολη.

Η Βρετανία παρεμβαίνει τότε διπλωματικά υπέρ των συμμάχων της και ο Αλή επιτυγχάνει την άρση μιας σειράς μέτρων που είχε λάβει η Υψηλή Πύλη εναντίον του, θορυβημένη από τις υπερβολικές ηγετικές του τάσεις, τις οποίες εκδήλωνε ήδη φανερά. Η ευνοϊκή αυτή παρέμβαση της Αγγλίας υπέρ του Αλή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1810 και σχεδόν αμέσως, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ακριβώς δηλαδή κατά την εποχή που ο λόρδος Sligo βρισκόταν στο Άργος και επιδιδόταν στην αφαίρεση όσων αρχαιοτήτων υπέπιπταν στην αντίληψή του, σημειώνεται δραστική αύξηση της αγγλικής οικονομικής βοήθειας προς τον Αλή και τους γιους του.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Στο μεταξύ ο οθωμανικός στρατός αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες δυσχέρειες στο μέτωπο του Δούναβη και η Υψηλή Πύλη αποφασίζει να επιστρατεύση τον Βελή, ο οποίος, με μεγάλη απροθυμία, αναχωρεί τελικά από το Μοριά το επόμενο φθινόπωρο επικεφαλής ισχυρού εκστρατευτικού σώ­ματος. Κατά τον Byron [30] ο Sligo είχε προσφερθή να συνοδέψη τον Βελή στο μέτωπο, πράγμα που φαίνεται ότι τελικά δεν συνέβη. Πάντως στις 2 Οκτωβρίου 1810 ο Βελή βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή, στο μέτωπο, ενώ ο Sligo εξακολουθεί να παραμένη στο Άργος.

Η απουσία του Βελή από το Μοριά δρομολόγησε, όπως κι ο ίδιος φο­βόταν, μια σειρά από εξελίξεις που επρόκειτο να καταλήξουν στην απομά­κρυνσή του από το αξίωμα του μόρα βαλεσί. Οι πολιτικοί του εχθροί, Τούρκοι και Έλληνες, εκμεταλλεύθηκαν τη δυσαρέσκεια που είχαν προκα­λέσει αφενός στο λαό της Πελοποννήσου οι ληστρικές φορολογικές του πρακτικές και αφετέρου στους ισχυρούς ντόπιους οθωμανούς αγιάνηδες (:οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι) ο παραγκωνισμός τους από την ουσιαστική συμ­μετοχή στη διακυβέρνηση της Πελοποννήσου, για να υποβάλουν στην Πύλη το αίτημα της αντικαταστάσεώς του, που έγινε τελικά δεκτό [31].

Σε ό,τι αφορά τον παραλήπτη της επιστολής, τον Ισμαήλ Πασόμπεη, που ο Βελή θεωρούσε συνεργάτη της απόλυτης εμπιστοσύνης του, δεν είναι απόλυτα σαφείς οι πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στο Βελή, είναι όμως βέβαιη η κακή του σχέση με τον Αλή, ο οποίος επανειλημμένα επι­δίωξε την απομάκρυνσή του και την εξόντωσή του ακόμη, θεωρώντας ότι υπονομεύει το σεβασμό του Βελή προς τον πατέρα του και τον παρασύρει σε αντίθετη πολιτική προς τη δική του. Είναι πιθανόν, στο πλαίσιο της τα­κτικής του αυτής, ως προς την οποία ο Αλή είχε μάλλον δίκιο, να επιδίω­κε ο Πασόμπεης τον περιορισμό της απροκάλυπτα αγγλόφιλης στάσεως του Βελή και, ενδεχομένως, για το λόγο αυτό ανέθεσε στον Μπάκα την απο­στολή να κατασκοπεύη τις κινήσεις του Sligo.

Η αρνητική διάθεση του Πα­σόμπεη απέναντι των Βρετανών, την οποία συμμεριζόταν, άλλωστε, και το ντόπιο τουρκικό στοιχείο του Μοριά, μπορεί να ανιχνευθή ήδη από το Νοέμβριο του 1809, δέκα περίπου μήνες πριν από τη σύνταξη της επιστολής 18.875, όταν ο ίδιος επιστολογράφος είχε αποστείλει μιαν άλλη επιστολή [32] και πάλι προς τον Πασόμπεη, από τη Ζάκυνθο αυτή τη φορά, με θέμα την παρακολούθηση των Άγγλων που επιχειρούσαν την επέκτασή τους στα Επτάνησα.

Το γεγονός μάλιστα ότι στο λεξιλόγιο του Μπάκα υπεισέρχον­ται και λέξεις επτανησιακές (π.χ. το ρήμα βουρλίζομαι) καθώς και αρκετές ιταλικές υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν ήταν ντόπιος Αργείος αλλά κατα­γόταν από τη δυτική Ελλάδα, πιθανόν από τα Ιόνια νησιά· ίσως είχε έλθει στο Μοριά, ως άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Πασόμπεη, για να διεκπεραιώνη εμπιστευτικές αποστολές. Γενικότερα, πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι η ύπαρξη ενός πολύπλοκου δικτύου αλληλοκατασκοπεύσεως ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματούχους της αποτελούσε μια από τις συ­νηθέστερες πρακτικές στην οθωμανική επαρχιακή διοίκηση κατά το 18° και το 19° αιώνα. Έτσι, ενώ ο Πασόμπεης κατασκοπεύει τον Sligo, έμμεσα κατασκοπεύει και τον ίδιο το Βελή σε ό,τι άφορα τις πολιτικές και διπλω­ματικές του διασυνδέσεις.

Η θέση των Άγγλων στο Μοριά κλονίζεται όταν το φθινόπωρο του 1810 ο Βελή επιστρατεύεται και αναχωρεί για το μέτωπο, οπότε οι «μιλόρδοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα, δυσάρεστη γι’ αυτούς πραγματικότητα. Πολύ παραστατικά αποδίδει την εικόνα του νέου σκηνικού που διαμορφώθηκε τότε στην Πελοπόννησο ο Byron [33] με την έντονη διαμαρτυρία του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρ. Κάννιγκ, με μια επιστολή του την οποία μάλιστα ανέλαβε να εγχειρίση στον πρεσβευτή ο ίδιος ο Sligo.

Στην επιστολή του καταγγέλλει την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν, όπως είχε συνηθίσει από τον καιρό της εξουσίας του Βελή «δεν γνωρίζω κανένα ελαφρυντικό, γιατί μια λέξη από τον μπέη ή τον κοτζαμπάση θ’ αρκούσε για να γίνω δεκτός σε οποιοδήποτε σπίτι του χωριού, όπου παλιότερα (τον καιρό του Βελή πασά) είχα βρει πολύ καλύτερη φιλοξενία». Η καταγγελία αυτή του Byron για έλλειψη διάθεσης φιλοξενίας από την πλευρά των τοπικών αρχών της Κορίνθου θέτει όμως και ένα ακόμη ζή­τημα: αυτό της συμπεριφοράς των φιλοξενουμένων ξένων και ειδικότερα όσων είχαν την εύνοια του πασά.

Στην οθωμανική επικράτεια η πλουσιοπάροχη φιλοξενία των επίσημων επισκεπτών, καθώς και των περιοδευόντων κρατικών αξιωματούχων ήταν δι­οικητικά θεσμοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις είχε αποκτήσει τη μορφή αναγκαστικής έκτακτης ή και τακτικής φορολογήσεως του τοπικού πληθυ­σμού μιας περιοχής, όπως προκύπτει από τη μελέτη των αντίστοιχων φορο­λογικών καταστίχων [34].

Πολλές περιοχές όμως απαλλάσσονταν από τις υπο­χρεώσεις αυτές και στην κατηγορία αυτή υπαγόταν η πόλη και η ευρύτερη πε­ριοχή του Άργους, που τελούσε υπό την προστασία της Μαριέμ σουλτάνας. Βέβαια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λήκ (1805) η απαλλαγή αυτή είχε σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγηθή, με αποτέλεσμα το Άργος να υφί­σταται, όπως και η Κόρινθος, όλες τις συνέπειες της γεωγραφικής του θέ­σεως στο δρόμο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου Τριπολιτσά με τη Στερεά Ελλάδα. Η υποχρεωτική αυτή φιλοξενία αποτελούσε μια επαχθή υποχρέωση, την οποία επωμιζόταν όλη η κοινότητα, έστω κι αν ως χώρος επιλεγόταν η οικία του κοτζαμπάση ως η πλέον ευπρόσωπη της πόλεως ή του χωριού.

Φαίνεται όμως, όπως τουλάχιστον μπορούμε να συμπεράνουμε από την επιστολή του Μπάκα, ότι μεγάλο πρόβλημα προκαλούσε και η απρεπής, απαιτητική και αλαζονική στάση κάποιων από τους φιλοξενουμένους. Ο Sligo αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αγενούς φιλοξενουμένου:

 

«Τα μπερουκόπουλα όμως τραβούν περισσότερο διάβολο ότι είναι στο μέσα και ο σκλάβος σου είμαι στο έξω κονάκι, διατί εμπήκεν η αρχόντισσα μέσα στον οδά να ανοίξη το δουλάπι της, είπεν ο μιλόρδος ότι του εκλάπησαν τρεις βελόνες, δια τις οποίες άκουσαν βρισιές και φοβερισμούς όσους στοχασθούν… ο ιμσαξής του διατί έχει νερόν το κρασί εβάρεσεν του μικρού μπερουκόπουλου δυο καλούς μπάτζους και με όλον όπου είναι παιδιά δια την αφεντικήν προσταγήν τα υποφέρουν χωρίς κακοφανισμόν και χωρίς να του λείψη τίποτες».

 

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για το χαρακτήρα και τη νοο­τροπία του μαρκήσιου Sligo, για τον οποίο κάνει άλλωστε διακριτικά αλλά ευδιάγνωστα σχόλια ο Byron «με λύπη μου λέω ότι ο μαρκήσιος έχει κάνει αρκετές επιπολαιότητες, γιατί πιστεύω πως είναι έξυπνος και δεν αμφιβάλ­λω καθόλου πως είναι καλός άνθρωπος» [35]. Εκείνο που ταλανίζει πάντως τους Έλληνες αμφιτρύονες αυτού του αγενούς φιλοξενουμένου δεν είναι τόσο ο επιπόλαιος χαρακτήρας του αλλά, όπως σαφώς τονίζεται στην επι­στολή, «η αφεντική προσταγή», δηλαδή το καθεστώς της υποδουλώσεως.

Η επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου βεβαίως συντάχθηκε ως είδος υπηρεσιακής αναφοράς σε προϊσταμένη αρχή και, όπως είναι φυσικό, δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε με ασφάλεια στις μύχιες σκέψεις του συντάκτη της. Παρά ταύτα, για τον προσεκτικό ανα­γνώστη είναι σαφής η δυσφορία που αισθάνεται ο Μπάκας τόσο για τη συμπεριφορά και την αναξιοπιστία του Sligo, όσο και για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποιες φράσεις από το κείμενό του που θεωρούμε ότι στηρίζουν τη διαπίστωση αυτή:

 «….αυτά (σημ: τα αρχαία) τα είχεν εις τον οντά και (ο Sligo) τα είδεν τα εσήκωσα ο σκλάβος σου από αυτού και τα πήγα εις άλλο σπίτι….» ή αλλού «αύριο στοχάζομαι θα με πάγη εκεί οπού σκάφτει ο Δημήτρης και ο Περούκας και εις το Ανάπλι, όπου αν δεν ημπορέσω να τον αποκόψω, μόνον εις το βαρούσι (=εξοχή) τον εμπάζω».

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στην αγενή στάση του Sligo απέ­ναντι στα μέλη της σεβαστής για τους Αργείους της προεπαναστατικής πε­ριόδου οικογένειας Περούκα, στην κρυψίνοια και τις αντιφάσεις του «οπού εις Τριπολιτσάν είπεν ότι το καράβι είναι εδικό του και εδώ λέγει ότι αυτός είναι οπού το αρμάτωσεν αυτό το καράβι και εύγαλεν εις τον κούρσο και άλλην φοράν είπεν ότι το έχει ναυλωμένο δια να σεργιανίση την Ελλάδα. Τον ερώτησα ο σκλάβος σου πόσους ανθρώπους έχει εις το καράβι και μου απεκρίθη ότι δεν ηξεύρει, επειδή μιαν φοράν τους κάνει ογδόντα και άλλην φοράν σαράντα διατί έως τώρα είχε τρεις φορές οπού τους έδιωξεν» [36] · τέ­λος η διατύπωση των προσωπικών του παραπόνων στον Πασόμπεη «τι να κάμω τα έχασα, λόγον δεν δέχεται να του ειπή άνθρωπος- στέκομαι ορθός μπροστά του και πηγαίνω νηστικός κονδά του δια να τον ευχαριστήσω» υποδηλώνουν ότι παρά τη ρητή εντολή που του έχει δοθή να ικανοποιή τις αξιώσεις του Sligo, η συνείδησή του επαναστατεί. Καταλήγει να χαρακτηρίση την όλη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την παροιμιακή έκφρα­ση «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».

Η δυσφορία του Μπάκα για τη συμπεριφορά και τις αρχαιοθηρικές αξιώσεις των ξένων δεν είναι μεμονωμένη. Αντίθετα από την άποψη που συχνά διατυπώνουν οι ξένοι περιηγητές για δήθεν αδιαφορία των Ελλήνων προς τα έργα των προγόνων τους δεν λείπουν από τις ελληνικές πηγές της περιόδου εκείνης παρόμοια παραδείγματα [37]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η επιστολή του Μπάκα τόσο για την εσωτερική διοίκηση του πασαλικίου της Πελοποννήσου, όσο και για την εξωτερική πολιτική του οθωμανικού κράτους στα ταραγμένα χρόνια της να­πολεόντειας περιόδου, είναι, πιστεύουμε, μεγάλο.

Εξίσου μεγάλη είναι, κατά την άποψή μας, και η σημασία της συγκεκαλυμμένης αλλά δραματικής κραυγής διαμαρτυρίας που αρθρώνει ένας απλός, άσημος Έλληνας της προεπαναστατικής περιόδου για την περιφρόνηση της προσωπικής αξιοπρέ­πειας και το σφετερισμό της πολιτισμικής κληρονομιάς του γένους του στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η κραυγή αυτή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρ­τυρία για την ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821.

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Τα κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

Πρακτικά του ς΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτενβρίου 2000), ανάτυπον, Αθήναι, 2001-2002.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] IEEE 18790.

[2] Πρόκειται για τον γνωστό στρατηγό στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η διεξαγωγή του πολέμου της Πύλης κατά του Αλή πασά το 1821. Ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι αυτός είναι ο άγνωστος παραλήπτης της επιστολής είναι η ύπαρξη και άλλης επι­στολής του Μπάκα στο ίδιο αρχείο, η οποία απευθύνεται στον Πασόμπεη με την ίδια ακριβώς διατύπωση ως προς το χαιρετισμό (αναφέρονται οικογενειακές πληροφορίες π.χ. ευχές για μακροημέρευση του γιου του μπέη) και με παρόμοιο περιεχόμενο, σχετι­ζόμενο με παρακολούθηση της δραστηριότητος Άγγλων στο χώρο της ευρύτερης πε­ριοχής του Ιονίου.

[3] Γ. Τόλια, Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός, Αθήνα 1996, σ. 8-9.

[4] Richard Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 177.

[5] Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996.

[6] βλ. Α. Η. Smith, Lord Elgin and his collection, JHS, τ. 36 (106), σ. 281-293 «Veli pasa of the Morea has had various fragments of sculpture which he has sold to Messrs Knight and Fazakerly and some columns which he has given to Lord Sligo». Παρακάτω ο Σμίθ αναφέρει ότι οι κίονες αυτοί ήταν από το «Θησαυρό του Ατρέα», και παρέμειναν σχεδόν 100 χρόνια στο Westport της Ιρλανδίας.

[7] Βλ. σχετικά και Catherina Philippa Bracken, Κυνηγοί Αρχαιοτήτων στην Ελλάδα 1800-1830, (μετάφραση Λίζας Λάμπρου, επιμ. Κ. Δεμερτζή), έκδ. οίκ. Π. Δ. Γεωργίου και Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 195, όπου αναφέρεται ότι ο Βελή «το μόνο σίγουρο είναι ότι έδωσε στον μαρκήσιο Sligo δυο θραύσματα κιόνων από την πρό­σοψη της εισόδου του Θησαυρού, που ο Φωβέλ – αγνοώντας τη μυκηναϊκή τεχνοτροπία- τα χαρακτήρισε περσικά ή φοινικικά. Ο Σλίγκο ανταπέδωσε το δώρο με δυο κανόνια και μετέφερε τα θραύσματα στον πύργο του στο Co Mayo του Westport. Το 1904 ο τότε μαρκήσιος έστειλε μια περιγραφή των δυο τεμαχίων στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Όταν καθόρισαν εκεί την ταυτότητά τους, τα χάρισε στο Μουσείο. Δυο άλλα τεμάχια είχαν ήδη δωρηθή στο Μουσείο το 1843 και άλλο ένα ακολούθησε το 1900. Όλα μαζί είναι εκτεθειμένα μαζί με τα γλυπτά του Έλγιν. Και άλλα θραύσματα του Θησαυ­ρού βρίσκονταν στην Αθήνα και σ’ άλλα Μουσεία».

[8] Σήμερα έχουν ιδρύσει και ζωολογικό κήπο δίπλα στην είσοδο του Westport, για να αυξήσουν τα έσοδά τους.

[9] Στο Voyage, 1826, IV, 468. Τη μαρτυρία αυτή αναφέρει ο I. Γεννάδειος στο «Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα αρχαιολογήσαντες επιδρομείς», Αθήναι 1930, σ. 103.

[10] Εννοεί τους Μύλους της Λέρνας, παραθαλάσσιο οικισμό στη δυτική ακτή του αργολικού κόλπου, που χρησίμευε ως λιμάνι του Άργους. Στην περιοχή έγινε σημαντική μάχη το 1825 κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν το στρατό του Ιμπραήμ.

[11] Το ρήμα παραπέμπει σε πιθανή επτανησιακή καταγωγή του συντάκτη της επι­στολής.

[12] Οιά = δωμάτιο, εσωτερικός χώρος σπιτιού (τουρκική λέξη).

[13] Εννοεί τον Fr.North Guilford.

[14] Βλ. σχετικά Αναστασία Κυρκίνη – Κουτουλά, η οθωμανική διοίκη­ση στην Ελλάδα, η περίπτωση της Πελοποννήσου 1715-1821, Αθήνα 1996, σ. 111.

[15] Βλ. Bracken, όπ.π. σ. 199.

[16] Κατά την Bracken, βλ. παραπάνω σημ. 7, το αντάλλαγμα ήταν δυο κανόνια. Εκτός όμως από αυτά οι Οθωμανοί αξιωματούχοι ζητούσαν συνήθως και προσωπικά δώρα, τιμαλφή ή προϊόντα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας της εποχής.

[17] Η λέξη βελιγιουνιάμ είναι παλαιά οθωμανική, συνόδευε ως τίτλος τους διοι­κητές επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμαινε «αυτόν που παρέχει τα αγαθά» στους υπηκόους.

[18] Δεν μπόρεσα να ταυτίσω το τοπωνύμιο. Ο κ. Δ. Βαγιακάκος μου είπε ότι ήταν σύνηθες να ονομάζουν έτσι παλιούς οικισμούς, εγκαταλελειμμένους, σε αντιδιαστολή με άλλους νεότερους. Αν λοιπόν βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, ίσως αναφέρεται σε κάποιο παλιό οικισμό.

[19] Εννοεί ωρολόγι καλό.

[20] IEEE 18844.

[21] Γνωρίζουμε ότι ο Έλγιν πρόσφερε ωρολόγιο στο λαό της Αθήνας ως αντάλ­λαγμα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Luisieri συμφώνησε με τον Σαΐδ Αχμέτ, το διάδοχο του Βελή στο αξίωμα του Μόρα βαλεσί, να κάνη ανασκαφές στην Ολυμπία με αντάλλαγμα 500 φλωριά και 1 χρυσό ωρολόγι (Γεννάδιος, δπ.π. σ. 40).

[22] Εννοεί τα δώρα στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

[23] Στη Τζαμάϊκα ο Sligo διετέλεσε αργότερα (1834-36) διοικητής και συνέδεσε τη διαχείριση αυτού του αξιώματος με μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορία του νησιού, όπου έχει ιδρυθή και πόλη με το όνομά του (Sligoville).

[24] Δείγμα της πολιτικής επιρροής του Sligo αποτελεί και η μαρτυρία του Μπάϋρον κατά την οποία ο κοινός γνωστός τους Wallace που ήταν εγκάθειρκτος ζητούσε, να εγγυηθεί ο Sligo γι’ αυτόν. Επίσης το γεγονός ότι ο Μπάϋρον σε αρκετές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του Silgo με εκδότες, διπλωμάτες κλπ.

[25] Τα επίσημα Πρακτικά της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δίκης, όπου γίνε­ται λόγος για τις δραστηριότητες γενικά του αγγλικού στόλου στην Ανατολική Μεσό­γειο κατά την προεπαναστατική περίοδο, είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας (http://www.law.utexas.edu/lpop/ etext/newgate5/sligo.htm)

[26] Βλ. Γκριγκόρι Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IΗ’και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, τα Δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, (μετάφραση Αντ. Διάλλα, Εισαγωγή και σχόλια Βασίλης Παναγιωτόπουλος) Gutenberg, Αθήνα, 1994, σ. 243.

[27] Βλ. Γιώργος Α. Σιορόκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων, από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1999, σ. 153.

[28] Διατάγματα Βερολίνου (1806) και Μιλάνου (1807). Βλ. Σχετικά Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τ. 1, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη, (με­τάφραση Αν. Δημητρακόπουλος), έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 518.

[29] Με τα χρήματα των Άγγλων μισθοδοτούνται αυτήν την περίοδο οι στρατιώτες του Βελή και του Μουχτάρ.

[30] Μπάϋρον, Επιστολές, όπ.π., σ. 88.

[31] Οι σχέσεις του Βελή με τους ντόπιους Τούρκους αγιάνηδες της Πελοποννή­σου ήταν πράγματι ψυχρές. Ο Βελή ασκούσε προσωπική πολιτική, υπαγορευμένη από τις προσωπικές του φιλοδοξίες και τις γενικότερες αντιπαλότητες ανάμεσα στους αγιάνηδες και στην κεντρική εξουσία, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαινόταν να εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, όπως π.χ. ο Σωτηράκης Λόντος από ό,τι τους Τούρκους τοπάρχες του Μοριά. Απόλυτη όμως εμπι­στοσύνη έδειχνε σε ένα μόνο πρόσωπο: τον συμπατριώτη και παλαιό φίλο και συν­εργάτη του Ισμαήλ Πασόμπεη, τον παραλήπτη της επιστολής για την οποία γίνεται λόγος.

[32] IEEE 18790.

[33] Ο Byron διαμαρτύρεται έντονα στον Άγγλο πρέσβη Στρ. Κάννιγκ στις 13 Οκτωβρίου 1810 για την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν όπως του άρμοζε και όπως είχε συνηθίσει επί Βελή (Μπάϋρον, Επι­στολές, όπ.π., σ. 96).

[34] Δεδομένη ήταν επίσης η υποχρέωσις εξυπηρετήσεως των περιηγητών στις εκδρομές τους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Sligo υπήρξε απαράδεκτα απαιτητικός σε ση­μείο που οι αξιώσεις του ξεπερνούν τα όρια του θράσους: «μου λέγει να στείλω μενζήλ καΐκι (: ταχυδρομικό καΐκι) δια να φέρω το τζιαντίρ (: αντίσκηνο) και πάλιν μου λέγει να στείλω τατάρη (έφιππο ταχυδρόμο) και με όλον οπού δεν είναι κανένα εις το χέρι του σκλάβου σου…»

[35] Μπάϋρον, όπ.π., σ. 84. Επιστολή της 23 Αυγούστου 1810.

[36] Η απροθυμία του Sligo να αναφερθή με λεπτομέρειες στο πλήρωμα του καραβιού του, σχετίζεται και με μια άλλη πλευρά της δραστηριότητάς του, για την οποία μας διαφωτίζουν τα πρακτικά της δίκης στην οποία παραπέμφθηκε το 1813, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα του, όπου αποδείχθηκε ότι είχε συγκαταλέξει στο πλήρω­μά του και λιποτάκτες του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, τους οποίους χρησιμο­ποιούσε ως δικούς του υπαλλήλους. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και σε υψηλό πρόστιμο. Βλ. παραπάνω σημ. 25.

[37] Βλ. σχετικά και Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα, ο ελληνικός λαός και οι Αρχαιότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τόμος Α2, Αθήνα 1999, σσ. 121-131.

 

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812 στη ζωή των κατοίκων του Άργους


 

Η ζωή των υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλήνων αντιμετωπίζεται συνήθως ως αποκομμένη από τα διεθνή της συμφραζόμενα και εξετάζεται με σχετική εσωστρέφεια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κατά βάση τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πλειονότητας των διασωθεισών πηγών, συνήθως κοινοτικών και οικογενειακών αρχείων ή απομνημονευμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι πολεμικές συγκρούσεις και οι συμμαχίες του σουλτάνου με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τις τύχες των κατοίκων του οθωμανικού κράτους.

Το θέμα της σημερινής μου εισήγησης αναφέρεται ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: Τις επιπτώσεις που είχε για τους κατοίκους της Πελοποννήσου και μάλιστα του Άργους ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812. Ο πόλεμος αυτός δεν εγγράφεται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μάχη στο Αούστερλιτς (1805) και τη σύναψη συμμαχίας με τον Σελίμ Γ΄ το 1806.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Ο τελευταίος, με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η ισχυρή αυτή συμμαχία, έκλεισε τα Στενά για τα ρωσικά πλοία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έπαυσε τους ρωσόφιλους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Υψηλάντη και Μουρούζη και τους αντικατέστησε με άλλους γαλλόφιλους, παραβιάζοντας έτσι συμφωνία με τη Ρωσία που είχε συναφθεί το 1802 και που ρητά προέβλεπε τη ρωσική συναίνεση για την αντικατάσταση των ηγεμόνων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Η Ρωσία αντιμέτωπη με την άρνηση της Υψηλής Πύλης να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την παραβίαση της συμφωνίας, εισέβαλε στις Ηγεμονίες και τις κατέλαβε. Λίγο αργότερα, τον επόμενο Δεκέμβριο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η διάρκεια του πολέμου ξεπέρασε τα πέντε χρόνια ως την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812. Στο διάστημα αυτό η ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων ανετράπη κατ επανάληψιν με τρεις κορυφαίες καμπές:

Τη γαλλορωσική συνθήκη του Τίλσιτ (1807), την αγγλοτουρκική συνθήκη των Δαρδανελλίων (1809) και τη διπλωματική προσέγγιση του Ναπολέοντα με τους Αψβούργους, η οποία επισφραγίστηκε με τον επίσημο αρραβώνα του Γάλλου αυτοκράτορα με την αυστριακή αρχιδούκισσα Μαρία Λουΐζα (1810). Από τις ανακατατάξεις αυτές τη σημαντικότερη επίδραση στην εξέλιξη του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε η συνθήκη του Τίλσιτ, η οποία ανάγκασε το Σουλτάνο να υπογράψει τον Αύγουστο του 1807 ανακωχή με τον Τσάρο.

Ωστόσο, η συνθήκη των Δαρδανελλίων (Ιανουάριος 1809) έδωσε στο Σουλτάνο προς στιγμήν ελπίδες ότι με την υποστήριξη της Αγγλίας θα μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να αποσύρει το ρωσικό στρατό από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο πόλεμος άρχισε ξανά για να διακοπεί και πάλι την άνοιξη του 1811, όταν οι στρατιωτικές και διπλωματικές προετοιμασίες του Ναπολέοντα για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας έγιναν πια εμφανείς και η Ρωσία επιδίωκε διακαώς να κλείσει τους λογαριασμούς με τους Οθωμανούς γείτονές της.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) η Ρωσία εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, κέρδισε όμως, ως ουσιαστική νικήτρια του πολέμου, τη Βεσσαραβία. Κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε ιδιαίτερα για την τύχη των παραμεθόριων προς την Ευρώπη επαρχιών της οθωμανικής επικράτειας, από τη στιγμή μάλιστα που λόγω και της επίδρασης από τη Γαλλική Επανάσταση και από τη ναπολεόντεια προέλαση οι κάτοικοί τους εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για εθνική χειραφέτηση.

Ενισχύθηκαν, λοιπόν, οι εξουσίες των επαρχιακών διοικητών και, σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, απεστάλη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο δευτερότοκος γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελή πασάς[1] έχοντας ως κύρια αποστολή με την ιδιότητα του Μόρα Βαλεσί τη διατήρηση της νομιμότητας και της τάξης. Σύμφωνα με τον Κανέλλο Δεληγιάννη[2], μάλιστα, οι ίδιοι οι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν ζητήσει την επαύξηση της ασφάλειάς τους, ώστε να μην επαναληφθούν τα Ορλωφικά.

Πράγματι, ο Βελής κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή, ακολουθώντας ως προς αυτό το πρότυπο τον πατέρα του. Η επιτυχής διοίκηση της Πελοποννήσου θα αποτελούσε, εξάλλου, πρόκριμα για την ανέλιξη του φιλόδοξου πασά σε υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας, ευοδώνοντας το διακαή πόθο του Βελή.

Η Υψηλή Πύλη, ωστόσο, εννοούσε να εμπλέξει τον Αλή πασά και τους γιους του στον πόλεμο με τη Ρωσία. Περί τα μέσα του 1809, όταν οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία έχουν πια ναυαγήσει και οι εχθροπραξίες έχουν αναζωπυρωθεί, ο Αλή καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να αποφύγει τη στράτευση και στέλνει τον πρωτότοκό του Μουχτάρ στη θέση του. Ο Μουχτάρ υφίσταται δυο σημαντικές ήττες και τρέπεται σε φυγή.

Τον Μάιο του 1810 ο σουλτάνος στέλνει εντολή στον Αλή να τεθεί επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στο Δούναβη[3], αλλά εκείνος αποφεύγει με διάφορες προφάσεις και τελικά κατορθώνει να σταλεί αντ’ αυτού ο Βελής[4] από την Πελοπόννησο. Ο Βελής λαμβάνει το φιρμάνι της επιστράτευσής του στις 27 Ιουλίου 1810[5] και, επί κεφαλής 8.000 στρατιωτών[6], αναχωρεί για το μέτωπο. Εκεί γνωρίζει την ήττα στη Σόφια και στο Ρουστσούκ και χάνει σημαντικές δυνάμεις.

Το κυριότερο όμως πρόβλημά του είναι ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του οι εχθροί του στην Πελοπόννησο συνωμοτούν εναντίον του και ασκούν πίεση στην Κωνσταντινούπολη για την αντικατάστασή του. Οι ανάγκες του σε χρήμα είναι τεράστιες. Εκτός από τη συντήρηση του στρατού του πρέπει να εξασφαλίσει τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά που απαιτούνται για να δωροδοκήσει εκείνους από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμά του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να βρει χρήματα έχει δυστυχείς αποδέκτες τους ραγιάδες του πασαλικιού του. Οι Μοραΐτες έχουν ήδη γνωρίσει την απληστία του.

Με πολιτικά και άλλα προσχήματα (π.χ. ρωσοφιλία) έχει ήδη κατασχέσει περιουσίες προεστών, όπως π.χ. του Λιμπεράκη Μπενάκη από τον πρώτο κι όλας χρόνο της θητείας του. Αλλά η ληστρική αυτή δραστηριότητα δεν αποτελούσε παρά το προανάκρουσμα όσων θα επακολουθούσαν με αφορμή τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Από το Αρχείο Περρούκα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αυξομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του καζά Άργους για την αντιμετώπιση των κοινών εξόδων της διοίκησης της Πελοποννήσου.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:

1807   (και τα δυο εξάμηνα)                          14.353  γρόσια

1808   (και τα δυο εξάμηνα)                          19.174  γρόσια

1809   (και τα δυο εξάμηνα)                          16.938  γρόσια

1810   (επιστράτευση Βελή)                          32.455  γρόσια

1811   (νέα αναχώρηση για μέτωπο)         77.393  γρόσια

1812   (επιστροφή και αντικατάσταση)    51.320  γρόσια

1820                                                                        16.125[7] γρόσια

 

Από την παρατήρηση και τη σύγκριση αυτών των δεδομένων προκύπτει ότι κατά τα τρία χρόνια της συμμετοχής του Βελή στον πόλεμο η επιβληθείσα στον καζά του Άργους φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 17.000 περίπου γρόσια ανέβηκε το 1810 στα 32.500, το 1811 στα 77.400 και το 1812 στα 51.300. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από τις αυξομειώσεις του αριθμού των χωριών του καζά[8], τα όρια του οποίου παρέμεναν, άλλωστε, σε γενικές γραμμές σταθερά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να δικαιολογηθεί από την προϊούσα υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, αφού, εξάλλου, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1820 το καταβλητέο ποσό είχε αισθητά μειωθεί. Και ασφαλώς ούτε λόγος γίνεται για την προσαρμογή του ύψους του φόρου στη φοροδοτική δυνατότητα του πληθυσμού, κάτι που ήταν εντελώς έξω από τη δημοσιονομική λογική των Οθωμανών.

Η παρατηρηθείσα αύξηση του φόρου αφορούσε ασφαλώς όλο το πασαλίκι του Μοριά. Ήταν όμως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το Άργος, αφού το 1812 σε σύνολο 200.000 περίπου γροσίων που αντιστοιχούσαν στα δοσίματα όλης της Πελοποννήσου, περισσότερες από 50.000 γρόσια, δηλαδή το ένα τέταρτο, εισπράχθηκαν από τον καζά του Άργους. Για να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της δυσμενούς συνθήκης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης το Άργος αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό και συγκοινωνιακό κόμβο, άρα και σταθμό, για όσους ταξίδευαν στη διαδρομή από και προς την έδρα του Μόρα Βαλεσί, την Τριπολιτσά[9].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Η θέση αυτή έδινε στο Άργος το θλιβερό και δυσβάστακτο «προνόμιο» της αναγκαστικής «φιλοξενίας» των στρατιωτικών δυνάμεων και των αξιωματούχων που εισέρχονταν στο πασαλίκι ή το εγκατέλειπαν. Οι Αργείοι είχαν επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες την απαλλαγή τους από αυτή την υποχρέωση με ειδική εντολή της προστάτιδάς τους Μπεϋχάν σουλτάνας, αδελφής του σουλτάνου Σελίμ Γ, στην υψηλή δικαιοδοσία της οποίας ανήκε ο καζάς τους.

Στην προστασία αυτή μάλιστα οφείλεται και η δυσφορία και η απροθυμία που εκδήλωναν οι Αργείοι προεστοί αλλά και οι απλοί κάτοικοι οσάκις τους εζητείτο από τις οθωμανικές αρχές η πλουσιοπάροχη φιλοξενία επώνυμων ξένων περιηγητών μετά της ακολουθίας τους, που επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους των Μυκηνών και της Τίρυνθας, προς μεγάλη αγανάκτηση, κυρίως των Βρετανών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θητείας του Βελή πασά θεωρούσαν αυτοδίκαια ως χώρο προνομιακής μεταχείρισής τους την Πελοπόννησο[10]. Ήταν τόσο μεγάλες οι αξιώσεις τους, που καθύβριζαν τους ντόπιους όταν αρνούνταν να τους ανοίξουν τα καλύτερα σπίτια τους[11].

Ωστόσο, η απαλλαγή του Άργους από την υποχρέωση αυτή δεν ίσχυε σε περίπτωση πολέμου. Έτσι, όταν ο Βελή πασάς αναχωρεί με το στρατό του τον Αύγουστο του 1810 και για δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 1811[12], είναι κυριολεκτικά σαν να πέρασε τυφώνας από την πόλη.

Σε κατάστιχο του αρχείου Περρούκα[13] υπάρχουν οι εξής καταχωρήσεις: 8 Αυγούστου 1810 «πέρασμα Βελή για το ορδί 15.500 γρόσια», 5 Ιανουαρίου 1812 «Μεσαρίφι εις τον εμβασμόν του Βελή πασά 12.608,33 γρόσια» και 3 Σεπτεμβρίου 1812 «εις τον ευγαλμόν του Βελή πασά μεσαρίφι 11.039,12 γρόσια». Με άλλα λόγια, μία έξοδος και η αντίστοιχη είσοδος του πασά με το στρατό του στοίχιζαν συνολικά στους Αργείους περίπου 25.000-30.000 γρόσια, ποσό υπερδιπλάσιο του ετήσιου συνολικού φόρου του καζά υπό κανονικές συνθήκες.

Και βέβαια, το Άργος συμμετέχει επίσης αναλογικά στην επιβάρυνση για την αποστολή τροφίμων στο στρατό[14]. Στις 10 Αυγούστου 1810 άνθρωπος του Αλή πασά φεύγει από το Μοριά με 6.000 φορτία σταριού για το μέτωπο στο Μπεράτι, ενώ στις 31 του ίδιου μήνα 20.000 πρόβατα προορίζονται από την Πελοπόννησο για το «ορδί χουμαγιούν», τον σουλτανικό στρατό[15].

Οι υποχρεώσεις αυτές είναι δυσβάστακτες. Οι κοινοτικοί άρχοντες αδυνατούν να συλλέξουν και να καταβάλουν εγκαίρως τις οφειλές. Οι οθωμανικές αρχές τους βομβαρδίζουν με έγγραφα για τις χρηματικές απαιτήσεις του Βελή, οι δανειστές τους στην Κωνσταντινούπολη επίσης (είναι χαρακτηριστική η διατύπωση των σχετικών επιστολών «όθεν και του λόγου σας πρέπει να σφιχθείτε» Χιβζί εφέντης[16], «να προφθάσετε τα άσπρα ότι το μιρί έχει σφίξιν»[17], «να κατανοήσετε την σφίξιν και στενοχώρεση οπού κάνει (ενν. ο Βελής) δια να του προφθάσομεν… Λοιπόν, αδελφοί, βιασθείτε, στενοχωρηθείτε και κάμνετε ως γράφομεν… προς τοις άλλοις στοχασθείτε ότι είναι κεχαγιάς τώρα ο ενδοξότατος Σαΐτ αγάς, τον οποίο βιάζει το ύψος του κατά πολλά δια την ταχείαν αποστολήν των άσπρων και πάρτε τα μέτρα σας»[18].

Από την πλευρά των άλλων καζάδων υπάρχει φραστική μόνο συμπαράσταση στο πρόβλημα των Αργείων. Έχουν, εξάλλου, κι εκείνοι τα δικά τους βάσανα: Χαρακτηριστική είναι επιστολή[19] της 21 Αυγούστου 1810 που υπογράφουν και αποστέλλουν από την Τριπολιτσά στον Περρούκα ο δραγομάνος Μορέως και ο Σωτηράκης Λόντος και Αναγνώστης Παπάζογλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν «για το σικλέτι που εδοκίμασες εις την διάβαν του βελιγιουνιάμ εφένδη μας και ελυπήθημεν αλλά εχάρημεν όπου έμεινε το ύψος του ευχαριστημένον από μέρους σου».

Ζητούν και αυτοί χρήματα και τον παρακαλούν να στείλει ό,τι μπορεί «ότι δεν συμφέρει εις το παρόν διάστημα η ψύχρα του ύψους του και κάμε, αδελφέ, όπως ημπορείς δια να του προφάσομεν μερικά εις την Λάρισαν, καθώς προστάζει ». Στην ίδια επιστολή υπάρχει το εξής υστερόγραφο: « οι νέοι δοβλέτ μουμπασιραίοι από όπου περνούν τα όσα δοκιμάζομεν δεν περιγράφονται και ο Θεός ίλεως».

Πράγματι, οι οθωμανικές αρχές δεν αστειεύονται καθόλου. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1810 και στις 22 του επόμενου Οκτωβρίου ο Νικόλαος Περρούκας είναι αποδέκτης δυο επιστολών του καϊμακάμη του Μορέως[20], με τις οποίες του ζητεί την αποστολή χρημάτων για τον Βελή. Στην πρώτη ο τόνος είναι περισσότερο ανθρώπινος «ότι ο καιρός στενοχωρεί το ύψος του και μας βιάζει εμάς».

Στη δεύτερη, όμως, επειδή ο Περρούκας δεν μπόρεσε να στείλει παρά μόνον 13.000 άσπρα, ήτοι μέρος του  απαιτουμένου υπέρογκου ποσού ο αναπληρωτής του πασά γράφει: «όλα τα άσπρα να μου τα στείλεις» χωρίς να λείψει ούτε ένας παράς, «διότι αν φερθείς αλλέως, μα το όνομα του Θεού…..θα υποστείς τόσα βάσανα από την δικαίαν μου οργήν οπού να μην τα στοχάζεσαι...».

Οι απειλές και ιδίως η αποστολή οικονομικών επιθεωρητών, με επαπειλούμενη την επιβολή επιπλέον προστίμων και άλλων ποινών, προκαλεί αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και διαμάχες ανάμεσα στους κοινοτικούς εκπροσώπους των χωριών του καζά. Ανταλλάσσονται οργισμένες επιστολές με υπαινιγμούς για κακή διαχείριση του κοινού ταμείου του καζά[21] και επακολουθούν δυσάρεστα γεγονότα, που τον απόηχό τους μαθαίνουμε από επιστολές του Αποστόλη Περρούκα, εγκατεστημένου στην Πάτρα προς τα αδέλφια του στο Άργος.[22]

Φαίνεται ότι η οικονομική δυσπραγία και οι απειλές των οθωμανικών αρχών οδήγησαν σε αμφισβήτηση την προυχοντική ηγεσία του καζά και ο Περρούκας ένιωσε να κλονίζεται η αδιαφιλονίκητη ως τότε αποδοχή του από το λαό του Άργους. Δεν γνωρίζω πως και πότε ακριβώς ηρέμησαν τα πνεύματα. Φαίνεται όμως ότι για τους Μοραΐτες ξεχείλισε πια το ποτήρι.

Αφού ο Βελής ενεργούσε για την αποστολή οικονομικών επιθεωρητών εις βάρος της κοινοτικής τους διαχείρισης εκβιάζοντας για όλο και περισσότερα χρήματα, επιδίωξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους, μέσω των βεκιλήδων τους στην Κωνσταντινούπολη, σε συνεργασία μάλιστα με τους Τούρκους συντοπίτες τους την αποστολή οικονομικού επιθεωρητή για τον έλεγχο της διαχείρισης του ίδιου του Βελή πασά.

Η προστάτιδα του Άργους Μπεϋχάν σουλτάνα, κατά τον Δεληγιάννη[23], και ο νισαντζής Χαλέτ εφέντης, ισχυρός αξιωματούχος του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι ανταποκρινόμενοι στις εκκλήσεις των Πελοποννησίων, μερίμνησαν ώστε να αποσταλεί στα μέσα του 1812 ως ειδικός ελεγκτής ο Γιουσούφ Αγγιάχ Εφέντης, ο οποίος έφερε στο φως το μέγεθος των οικονομικών αυθαιρεσιών και υπερβάσεων του Βελή και προκάλεσε την απομάκρυνση του από το πασαλίκι τον Αύγουστο[24].

Στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου του ίδιου χρόνου η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη περίτρομη τον Ναπολέοντα να ετοιμάζει την μεγάλη του εκστρατεία εναντίον της, έσπευσε να υπογράψει με την Οθωμανική αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο, η διεξαγωγή του οποίου τόσα δεινά προξένησε στο Άργος. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμη και η υπογραφή «της ειρήνης του Μοσκόβου», επιβάρυνε με 420.26 γρόσια τους Αργείους[25].

Η ανακούφιση που ένιωσαν οι κάτοικοι του Άργους από τον τερματισμό του πολέμου και από την αντικατάσταση του Βελή δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο επόμενος μόρα Βαλεσί, Ίντζελι Αχμέτ αποδείχθηκε ακόμη σκληρότερος και απαιτητικός από τον προκάτοχό του[26]. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια το Άργος επρόκειτο να είναι μία από τις πρώτες ελεύθερες πόλεις του επαναστατημένου ελληνικού έθνους.

  

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. σχετικά με τις συνθήκες ανάληψης της διοίκησης της Πελοποννήσου από τον Βελή πασά, καθώς και για όλη την περίοδο της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσί, εις Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Αθήνα, Αρσενίδης 1996, σσ. 107 και εξής.

[2] Βλ. Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’ , σ. 46.

[3] Βλ. Γεώργιος Α. Σιόροκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815). Ιωάννινα, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1999, σσ. 179-180.

[4] Βλ. Καν. Δεληγιάννης, οπ.π., σ. 55.

[5] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο με αριθμ. 17610/3.

[6] Κατά τον Σιόροκα, οπ.π., σ. 180, ο στρατός του ανερχόταν σε 10.000 στρατιώτες.

[7] Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αιώνα). Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2003, σσ. 74-75.

[8] Οπ.π., σ. 75.

[9] Βλ. Δημήτρης Ανωγειάτης – Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα. Αθήνα, Παπαζήσης, 1993, σ. 31. 

[10] Βλ. σχετικά John Galt, Voyages and Travels in the years 1809, 1810 and 1811 containing

statistical, commercial and miscellaneous observations. Λονδίνο 1812, σ. 172-173 και Λιάτα, οπ.π., σ.55.

[11] Βλ. τις έντονες διαμαρτυρίες του Λόρδου Μπάυρον , Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μτφ. Δ. Κούρτοβικ. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1996, σ. 96. Επίσης Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα «Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)», Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου2000), τόμος Γ . Αθήναι 2001-2002, σ. 204 για την περίπτωση του λόρδου Sligo.

[12] Η ακριβής ημερομηνία αναχώρησής του ήταν, σύμφωνα με τα χρονολογικά ενθυμήματα του Ρήγα Παλαμήδη (Βλ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2. Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ 19975, σ. 115, υποσημ. 2), η 8η Απριλίου 1811.

[13] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[14] Βλ. Γκριγκόρι Λ. Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ  και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα. Τα δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Αντ. Διάλλα, εισαγωγικό σχόλιο-επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα, Gutenberg, 1994, σ. 264.

[15] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[16] οπ.π., έγγραφο 17269/11

[17] οπ.π., έγγραφο 17274/6 της 9-8-1811.

[18] Αρχείο Περούκα, επιστολή με ημερομηνία 22-11-1811, υπογραφόμενη από δραγομάνο Μορέως Γιάννη Παπαγιαννόπουλο. Αντίγραφο του εγγράφου, του οποίου αγνοώ τον αύξοντα αριθμό, μου δόθηκε από τον Ομότ. Καθηγητή κ. Βασίλειο Σφυρόερα σε μεταγραφή δική του.

[19] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο 17269/1

[20] Πρόκειται για τα έγγραφα της ΙΕΕΕ με αριθμό 17269/3 και 17.269/6 αντίστοιχα.

[21] Πρόκειται για παράπονα των γερόντων Κοσμά, Παλαιοχωρίου, Αηβασιλείου, Πλατανακίου και Περούκα για το χάλι που ορισμένοι κατήντησαν το βιλαέτι. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17269/12: «φανερώνομεν ότι εδώ ήλθεν ο Νουμάνμπεης και μας είπε περί του Αναγνώστη Γκέλμπερη ότι του εκατέβη μουμπασίρης όμως εμείς αυτά δεν καλοπιστεύομεν, εάν όμως αληθεύει αυτό το πράγμα δεν ήλθεν αυτουνού ο μουμπασίρης μόνον ολονών εμάς και ηξεύρομεν ότι είμαστε όλοι δια Τριπολιτσά και όχι μόνον δια Τριπολιτσά παρά και εις την Πόλη…»

[22] Πρόκειται για τις επιστολές της 30-4-1811 ΙΕΕΕ 17.273/4 «προ ημερών έμαθον την σύγχυσιν και αλληλομαχίαν της πατρίδος μας και μεγάλως ελυπήθην…και άμποτε ο Κύριος να τους φωτίσει να ησυχάσουν εις το εξής», και της 1ης Μαΐου 1811 (17.273/5), όπου ο Αποστόλης κάνει λόγο για «την λύπην και πίκραν οπού εδοκίμαζεν ο αδελφός μου κυρ Νικολής εις την Τριπολιτσάν, δια τις ζημίες και τα δοσίματα της πατρίδος μας και όχι άλλος προεστός του Μορέως…» και αποδίδει «τα βάσανα του αδελφού του στο φθόνο των αντιζήλων του..»

[23] Βλ. Κ. Δεληγιάννη, οπ.π., σ. 58-59.

[24] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα, οπ.π. σ.118.

[25] Βλ. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17611/3. Η καταχώριση έχει ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1812.

[26] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, οπ.π., σ. 119, υποσημ. 138.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Δ΄ (Άργος, 11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) 


 

Τα γεγονότα πριν από την Εθνοσυνέλευση

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με το αγγλικό πολεμικό Γουωρσπάιτ στις 6 Ιανουαρίου 1828, για να καταλήξει στην Αίγινα στις 11 του ίδιου μήνα, είχε δώσει από την αρχή την υπόσχεση ότι εντός του Απριλίου 1828 θα λογοδοτούσε για τα μέχρι τότε πεπραγμένα του ενώπιον εθνικής συνέλευσης. Εν τούτοις, απέφυγε να τηρήσει την υπόσχεσή του, γιατί πίστευε ότι έπρεπε ν’ αγωνιστεί πρωτίστως για την οργάνωση κράτους και να δώσει μάχη στον διπλωματικό τομέα. Εξάλλου, ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Και κατά συνέπεια, δεν ήταν εφικτή η διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη πληρεξουσίων ενόψει της τέταρτης κατά σειρά εθνοσυνέλευσης.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne. Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Κυρίως για το λόγο αυτό εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια σε βάρος του. Τελικά, η πίεση τον ανάγκασε να ζητήσει από το Πανελλήνιο –27 μέλη, που ασκούσαν μαζί του τη νομοθετική εξουσία– να συντάξει νόμο περί εκλογής πληρεξουσίων. Όμως, ο Καποδίστριας δε συμφώνησε με το νομοσχέδιο του Πανελληνίου και θέλησε να δημοσιεύει άλλο εκλογικό νόμο με προσωπική του ευθύνη. Τότε ο Γραμματέας της Επικρατείας (πρωθυπουργός) Σπυρ. Τρικούπης διαφώνησε και παραιτήθηκε. Μετά από λίγες μέρες διόρισε σ’ αυτή τη θέση το Νικ. Σπηλιάδη. Οι πληρεξούσιοι για την εθνοσυνέλευση, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί ύστερα από εκλογές, κατέφθασαν στο Άργος τέλη Ιουνίου – αρχές Ιουλίου 1829, συνολικά 236. Από αυτούς 81 αντιπροσώπευαν την Πελοπόννησο, 56 τη Στερεά Ελλάδα, 16 τη Βόρεια Ελλάδα, 41 τα νησιά, 4 την Εύβοια και 38 τη Σάμο, Χίο και Κρήτη.

Στις εργασίες συμμετείχαν ως πληρεξούσιοι από το Άργος ο Δημ. Τσώκρης και ο Δημ. Περούκας.

 

Η συνέλευση

Πριν από τις εργασίες έγινε δοξολογία από τον πρώην Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως Άνθιμο Κομνηνό στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, παρόντος και του Ι. Καποδίστρια, και οι πληρεξούσιοι έδωσαν τον εξής όρκο:

 

«Ορκίζομαι εν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Πατρίδος, μήτε να προβάλω μήτε να ψηφίσω τι εναντίον των συμφερόντων του Έθνους, κινούμενος από ιδιοτέλεια ή πάθος, να μην αποβλέπω εις πρόσωπον, και να μην παραβλέπω το νόμιμον και το δίκαιον».

 

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829

Κατόπιν πορεύθηκαν στο αρχαίο θέατρο Άργους, που είχε διασκευάσει ειδικά για το σκοπό αυτό ο Θ. Κολοκοτρώνης. Η προκαταρκτική συνεδρίαση έγινε την ίδια μέρα (11 Ιουλίου) με Πρόεδρο τον πιο ηλικιωμένο Γεώργιο Σισίνη. Ο Ι. Καποδίστριας προσφώνησε τους παρισταμένους με λίγα λόγια και στη συνέχεια ο Γραμματέας της Επικρατείας Νικ. Σπηλιάδης ανέγνωσε από χειρόγραφο μακροσκελέστατη έκθεση του Κυβερνήτη, η οποία αναφερόταν σε όλες τις ενέργειες και τα επιτεύγματά του στον πολεμικό, πολιτικό και διπλωματικό τομέα από τότε που πληροφορήθηκε στο εξωτερικό για την εκλογή του από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως κυβερνήτη του έθνους έως την ημέρα εκείνη. Η έκθεση τελείωνε στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κυβερνηθεί η χώρα στο άμεσο μέλλον.

Οι κανονικές εργασίες της εθνοσυνέλευσης άρχισαν την επομένη, αφού οι σύνεδροι εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γ. Σισίνη και Γραμματείς τον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό και Νικ. Χρυσόγελο. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 20 συνεδρίες από 12 Ιουλίου έως 5 Αυγούστου. Στη δεύτερη συνεδρία (13 Ιουλίου) συστάθηκε επταμελής Επιτροπή για τις επαφές των πληρεξουσίων με τον Κυβερνήτη και άλλη μία πενταμελής «επί των αναφορών». Η συνέλευση στην ουσία ενέκρινε τα σχέδια ψηφισμάτων που συντάσσονταν από τον Κυβερνήτη και μεταβιβάζονταν στους συνέδρους από την επταμελή επιτροπή, η οποία είχε λάβει την εντολή να σχεδιάζει τα ψηφίσματα με τις οδηγίες του Κυβερνήτη. «Τούτων ούτως εχόντων – σημειώνει ο Σπυρ. Τρικούπης στην ιστορία του – επανελάμβανον προσφυώς οι αστειότεροι των πληρεξουσίων το «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει»».

 

Το έργο της Εθνοσυνέλευσης

 

Τα σημαντικότερα από τα θέματα, με τα οποία ασχολήθηκε η Εθνοσυνέλευση, ήταν σε γενικές γραμμές τα εξής:

  • Εγκρίθηκαν 13 ψηφίσματα, που αναφέρονταν στην οργάνωση της δημόσιας διοίκησης.
  • Εγκρίθηκε η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια.
  • Εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις του με τις Μεγάλες Δυνάμεις για την αναγνώριση ελεύθερου και ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
  • Στη θέση του Πανελληνίου, το οποίο αυτοδίκαια είχε καταργηθεί, συστάθηκε 27μελής Γερουσία. Τους 21 από τους 27 Γερουσιαστές θα επέλεγε ο Κυβερνήτης από τριπλάσιο αριθμό υποψηφίων που θα του υποδείκνυε η Συνέλευση, ενώ τους υπόλοιπους έξι θα όριζε μόνος του. Αποστολή της Γερουσίας ήταν μόνο να γνωμοδοτεί για όλα τα μη διοικητικής φύσεως ψηφίσματα.
  • Καθορίστηκαν οι βάσεις για την αναθεώρηση του συντάγματος.
  • Εγκρίθηκαν ψηφίσματα για την τακτοποίηση οικονομικών θεμάτων (προϋπολογισμό ενός έτους, σχέδια για την απόσβεση δανείων, θέματα για την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα και για το «Γενικόν Φροντιστήριον» κ.ά.).
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την αγορά πλοίων και τη συγκρότηση εθνικού στόλου.
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την κοπή εθνικού νομίσματος με μονάδα τον Φοίνικα, υποδιαιρούμενο σε 100 λεπτά.
  • Ψηφίστηκε ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων για τον Καποδίστρια – ύστερα από έγγραφη αίτηση του Κολοκοτρώνη-, την οποία όμως ο Κυβερνήτης αρνήθηκε να δεχθεί.
  • Απαγορεύτηκε η εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα.
  • Θεσπίστηκαν μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπό τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου Αίγινας και της παιδείας.
  • Ψηφίστηκε νόμος για την εκδίκαση των υποθέσεων από τα δικαστήρια κ.ά.π.

Στις 6 Αυγούστου έληξαν πανηγυρικά οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, παρουσία και πάλι του Καποδίστρια, ο οποίος χαιρέτισε τους συνέδρους. Επίσης, απηύθυνε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό, την οποία διάβασε ο Γραμματέας της Επικρατείας.

 

Πολιτική σημασία – συμπεράσματα

Με τις εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης εγκρίθηκε η μέχρι τότε πολιτική του Ι. Καποδίστρια και τέθηκαν οι βάσεις για τη νέα οργάνωση του κράτους. Η άσκηση των εξουσιών και η μορφή του κράτους είχαν προσαρμοστεί στις τότε δυνατότητες και ανάγκες του έθνους. Όμως, οι πολλές αρμοδιότητες του Κυβερνήτη, η πρόσληψη Επτανησίων σε σημαντικές δημόσιες θέσεις, ο διορισμός των αδελφών του Αυγουστίνου και Βιάρου σε υψηλά αξιώματα, καθώς επίσης και ο παραγκωνισμός των προκρίτων, τροφοδότησαν τη συνεχώς αυξανόμενη αντιπολιτευτική διάθεση.

Ο συγκεντρωτισμός και η αυταρχικότητα του Ι. Καποδίστρια – μολονότι οι προθέσεις του ήταν αγνές και αποσκοπούσαν στην οργάνωση του κράτους – ώθησαν ακόμη πολλούς φιλελεύθερους προς την αντιπολίτευση, που μέχρι τότε την αποτελούσαν κυρίως οι μεγαλονοικοκυραίοι της Ύδρας και πολλοί πρόκριτοι. Η μεγάλη πολιτική νίκη, την οποία είχε κερδίσει ο Ι. Καποδίστριας το καλοκαίρι 1829 στο Άργος, προκάλεσε σύντομα μία ισχυρή και συνεχώς εντεινόμενη αντιπολίτευση μέχρι τη δολοφονία του.

 

Πηγές


 

  • «Πρακτικά της εν Άργει Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη, Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, 1829.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Σχολή του Άργους 1798

 

 

Το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους ιδρύθηκε το 1798 από τον ευπατρίδη και σεμνό προεστό Ιωάννη Περρούκα. Μόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει η εθνική συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων και η διψασμένη ψυχή τους δεχόταν με αγαλλίαση κάθε παρηγορητικό μήνυμα από ομοεθνείς που ζούσαν και δρούσαν σε χώρες της Ευρώπης. Σε αυτά τα μηνύματα και τις παραινέσεις κυριαρχούσε η βαθειά επιθυμία και αδήριτη ανάγκη της πνευματικής  καλλιέργειας  των σκλαβωμένων παιδιών της Πατρίδας.

 

Από την Βενετία, όπου λειτουργούσε η περίφημη Σχολή των Ελλήνων, έφταναν μηνύματα αγάπης, υποστήριξης και προτροπής για μόρφωση.  Φλογεροί ιερωμένοι με περίσσιο ζήλο, αψηφώντας τους κινδύνους, επιχειρούσαν να ανεβάσουν το ηθικό των σκλαβωμένων αδελφών με πύρινους λόγους  και έσπερναν το σπόρο της αναγέννησης του Έθνους και της πνευματικής ανάπτυξης. Μόνον έτσι  θα προέκυπτε το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Η Λευτεριά.

Ήδη, στην Αθήνα, στα Γιάννενα αλλά και στη Δημητσάνα λειτουργούσαν σχολεία και κάποιες ιερατικές σχολές.

 

Στην μείζονα περιοχή μας όμως, δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο σχολείο. Ο Περρούκας, που ήξερε μερικά γράμματα, είχε χρήματα αλλά κυρίως λαχταρούσε την ελευθερία της υπόδουλης Πατρίδας, κατάλαβε ότι μόνον αν αναπτυχθεί η πνευματική και πολιτιστική κατάσταση του λαού θα κερδιζόταν η υπόθεση. Ύστερα από χρονοβόρες και μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατάφερε να άρει τις απαγορευτικές διαταγές των Τούρκων και κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

 

Το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας. Στα στενά κελιά της ακούστηκε ξανά ο Ελληνικός λόγος και τα Ελληνόπουλα του Άργους μάθαιναν γραφή, ανάγνωση, ιστορία και αριθμητική. Όλοι βοηθούσαν το σχολείο. Η κοινότητα, οι εύποροι Αργείοι με πρώτο τον Ιωάννη Περρούκα αλλά και ξένοι. Ακόμη και από την Πάτρα δέχτηκε το σχολείο μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Ο αδελφός του Περρούκα Δημήτριος, που τότε ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ως πληρεξούσιος στην υψηλή πύλη του σουλτάνου, έδωσε εντολή στον Ιωάννη να καταθέτει για λογαριασμό του συμπατριώτη Βελισάριου Διογενίδη, 300 γρόσια  το μήνα στο Διευθυντή της σχολής Ησαΐα Λεονάρδο. Ήταν τόση η τιμιότητα και η καθαρότητα του Ιωάννη Περρούκα που στο βιβλίο των οικονομικών του, καταχωρούσε λεπτομερώς τα χρήματα που προορίζονταν για το σχολείο.

 

Ο Φραντζής, εκτός του Ησαΐα Λεονάρδου, αναφέρει ακόμα ονόματα διδασκάλων και υποδιδασκάλων της Σχολής του Άργους: Νικηφόρος 1813, Ιωάσαφ 1816, Νεόφυτος 1811, κ.α.

 

Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο « Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825.

 

Ας θυμίσουμε, ότι ο ευεργέτης και εμπνευσμένος ιδρυτής του πρώτου σχολείου του Άργους Ιωάννης Περρούκας, πιάστηκε όμηρος από τους Τούρκους και ύστερα από έξι μήνες φυλάκισης και μαρτυρικής ζωής στην Τρίπολη, παρέδωσε το πνεύμα στο Δημιουργό του.   

 

Πηγή

 

 

Read Full Post »