Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποίηση’

Η ποίηση για τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου


 

Ο λαός το ονόμασε Πάσχα, Πασχαλιά ή Λαμπρή. Η λέξη Πάσχα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και δήλωνε τον αέναο κινούμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Αργότερα ο χριστιανισμός ονόμασε Πάσχα, τα πάθη του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το θυσιαστικό θάνατο και την εκ νεκρών ανάστασή του. Στην Ελλάδα, το Πάσχα έθρεψε την έμπνευση των ποιητών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς ύμνους, μοιρολόγια και ποιήματα.

 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων ανά τους αιώνες που έχει ως επίκεντρό της τα Πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, τα οποία σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

Επιτάφιος Θρήνος

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;

Οι ύμνοι του Πάσχα ξεκινούν την Μεγάλη βδομάδα με αποκορύφωμα το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως.  Ο επιτάφιος θρήνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή είναι γνωστός και ως «Eγκώμια». Ο δημιουργός των εγκωμίων δεν έχει βρεθεί αν και όλοι οι μελετητές εικάζουν πως η συγγραφή του ποιήματος έγινε στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453).

 

Η ζωή εν τάφω  

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

 

Η «σταύρωση» του Χριστού, οι θρήνοι της Παναγίας και η Ανάσταση του Θεανθρώπου ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Νίκος Καρούζος, «Άσμα μικρό»

Από τη Συλλογή: Τα πάθη της ποίησης

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

 

Κωστής Παλαμάς, «Γιορτές» (1904)

Από τη Συλλογή:  Ασάλευτη ζωή

 

Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

   

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή» (1950)

Από τη Συλλογή: Εποχή των ισχνών αγελάδων

 

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

 

 Κική Δημουλά:  «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες» (1998)

Από τη Συλλογή: Ενὸς λεπτού μαζί

 

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι

σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα

και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο

η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος

να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών

τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν

τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.

Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής

και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου

για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.

Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση

όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα

από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε

σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.

Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα

αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση» (1951)

Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της έπαρσης                                                 

 

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.   Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.   Χρόνια τώρα, δεν Είναι δυνατόν,
τίποτα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;   Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.   «Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.   Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.   Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.   Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής» (1829)

Από τη Συλλογή:  Ο Λάμπρος

 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

 

Οδυσσέας Ελύτης  Κυριακή (Πάσχα) 26 (1984)

Από τη Συλλογή: Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου

 

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί

με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.

Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,

κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις

τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (2009)  

Από τη Συλλογή: Ο άνθρωπος μόνος

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

Γιάννης Ρίτσος,  «Εαρινή Συμφωνία» (1938)

(Απόσπασμα)

 

«Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Ανάσταση» (1972)

Από τη Συλλογή: Νυχτερινός επισκέπτης

 

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν, κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους, κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου, τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος, γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

 

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης, της ελπίδας, της συμφιλίωσης με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας πάψουν, λοιπόν, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι έχθρες, τα μίση και ο πόλεμος. Ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να λεγόμαστε άνθρωποι με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Αφιέρωμα στον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε στη Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Βιβλιοπωλείο «Δουλτσίνος 1964» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν εκδήλωση για τον μεγάλο Γερμανό – Ευρωπαίο πνευματικό άνθρωπο Johann Wolfgang von Goethe (1749-1832) με αφορμή τα 270 χρόνια από τη γέννησή του.

 

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

 

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 30 Μαρτίου 2019 και ώρα 20:00 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», επί της οδού Κωλέττη 3, Ναύπλιο.

Για τον παγκοσμίου αναστήματος συγγραφέα, ποιητή, δοκιμιογράφο, επιστήμονα, και πνευματικό άνθρωπο Goethe θα μιλήσουν:

  • Η Αικατερίνη Μητραλέξη, Καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας και Πρόεδρος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.
  • Η Αικατερίνη Καρακάση, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ίδιο Τμήμα.
  • Ο Ιωάννης Ρουβάς, Καθηγητής Γερμανικής Γλώσσας και Υποψήφιος Δρ. του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Μαθήτριες του Γυμνασίου Δρεπάνου θα απαγγείλουν το ποίημα Der Zauberlehrling («Ο μαθητευόμενος μάγος»).

 

Για τον Goethe

 

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (Johann Wolfgang Goethe) γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη στις 28 Αυγούστου 1749. Η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα εύπορη, γεγονός που του προσέφερε τη δυνατότητα, για να αποκτήσει μια πολύ καλή μόρφωση. Από μικρός εκδήλωσε την κλίση του προς τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και το θέατρο. Διδασκόταν κατ’ οίκον, κλασικούς συγγραφείς, γλώσσες (ελληνικά, λατινικά, αγγλικά, γαλλικά) και πολλά άλλα θέματα.

Στα 15 του χρόνια έγραψε τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία στη συνέχεια κατέστρεψε. Το 1765 μετέβη στη Λειψία, όπου ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική, ύστερα από επιθυμία του πατέρα του. Εκεί, ήλθε σε επαφή με το έντονο ελληνικό στοιχείο της πόλης. Η αγάπη του για την Ελλάδα και τους Έλληνες, τον οδήγησαν στο να αφιερώσει πολλά έργα του στην ελληνική αρχαιότητα. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική, ασχολήθηκε και με τις εικαστικές τέχνες.

 

Johann Wolfgang von Goethe, (1749 – 1832) – National Galleries of Scotland.

 

Το 1767 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο, με αφορμή έναν άτυχο έρωτα. Το 1769 αρρώστησε, γεγονός που τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω στην Φρανκφούρτη και ένα χρόνο αργότερα, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική και άρχισε να ασκεί τη δικηγορία. Παράλληλα, παρακολουθούσε μαθήματα ιατρικής, χημείας και βοτανικής.

Η αυτοκτονία ενός φίλου του το 1774 έγινε η αιτία για να γράψει «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» δημιουργώντας έτσι το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα. Το μυθιστόρημα αυτό του χάρισε την πανευρωπαϊκή αναγνώριση, στην ηλικία των 25 χρόνων.

Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος, 70 χρόνια πριν το Δαρβίνο, διατύπωσε τη θεωρία της ενότητας και της συνέχειας στη φύση, παρατηρώντας τις μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ των ειδών. Ήταν από τους πρωταγωνιστές της κίνησης «Κλασικισμός της Βαϊμάρης» και εμπνευστής της ιδέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τις λογοτεχνίες άλλων χωρών καθώς και της Αραβικής, Περσικής και Αρχαιοελληνικής.

Υπήρξε ένας από τους γίγαντες του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πνεύματος. Διακρίθηκε ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, φιλόσοφος, ζωγράφος, θεολόγος, επιστήμονας και πολιτικός. Πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για μία από τις κορυφαίες διάνοιες όχι μόνο της Γερμανίας αλλά ολόκληρου του κόσμου.

Το magnus opus είναι το μνημειώδες έργο του «Φάουστ», το δημιούργημα ολόκληρης της ζωής του, πάνω στο οποίο δούλεψε για 60 χρόνια και το οποίο ολοκληρώθηκε με τον δεύτερο τόμο, ένα χρόνο πριν το θάνατό του.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Μαρτίου 1832 στη Βαϊμάρη.

 

Read Full Post »

Μουσική Παράσταση – Αφιέρωμα στη ζωή και τα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 


 

Την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου), θα τιμήσουμε στην πόλη του Άργους τον μεγάλο και αγαπημένο μας ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο, Μάνο Ελευθερίου για την διαρκή ποιότητα στην 80άχρονη διαδρομή της ζωής του, για την αισθητική κατεύθυνση που έδωσε στο τραγούδι με τους στίχους του, για τον εύστοχο λόγο του, και για την πολυεπίπεδη ανάγνωση της γραφής του. Έναν Έλληνα που το πνεύμα και η γλώσσα, του οφείλουν πολλά.

 

Ποιητής, στιχουργός, πεζογράφος, ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του ελληνικού πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών. Η συνεισφορά του άλλωστε στο ελληνικό τραγούδι είναι αξεπέραστη με περισσότερα από 400 τραγούδια. Μερικές από τις επιτυχίες του είναι: Το παλληκάρι έχει καημό (Μ. Θεοδωράκης), Μαλαματένια λόγια (Γ. Μαρκόπουλος), Παραπονεμένα λόγια (Γ. Μαρκόπουλος), Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (Ηλ. Ανδριόπουλος), Η Διαθήκη (Χρ. Νικολόπουλος), Στα χρόνια της υπομονής (Στ. Κουγιουμτζής)…

 

Ένα μεγάλο και επίκαιρο οπτικοακουστικό αφιέρωμα σε μια ξεχωριστή παράσταση, πλημμυρισμένη από 80 χρόνια «Μαλαματένια Λόγια» γεμάτα με μουσικές, Video και εικόνες από την ζωή και την πένα της γραφής του (1938-2018).

 

Επιμέλεια Παρουσίασης-Ερμηνεία & Κιθάρα: Γιάννης Νανόπουλος.

 

Ερμηνεία & Πιάνο: Κατερίνα Σκουλή.

 

Μπουζούκι: Χριστόφορος Παπασαχόπουλος.

 

Παραδοσιακά Τύμπανα: Βασίλης Μαντζούνης.

 

Η εκδήλωση θα παρουσιαστεί την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 στην αίθουσα τέχνης και πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, με την υποστήριξη του Δήμου Άργους Μυκηνών και της ΚΕΔΑΜ.

Η είσοδος για το κοινό, 7.30 το βράδυ, θα είναι ελεύθερη.

 

Αίθουσα Τέχνης & Πολιτισμού: Μέγας Αλέξανδρος.

 

  • Συμμετέχουν οι μουσικοί:

Κατερίνα Σκουλή: Ερμηνεία & Πιάνο
Γιάννης Νανόπουλος: Ερμηνεία & Κιθάρα
Κώστας Αγκιναρασταχάκης: Κλαρινέτο & Φλογέρα
Χριστόφορος Παπασαχόπουλος: Μπουζούκι
Βασίλης Μαντζούνης: Παραδοσιακά Τύμπανα

Επιμελούνται:

Επιμέλεια Παρουσίασης & Video: Γιάννης Νανόπουλος

Επιμέλεια Ενορχήστρωσης: Κώστας Αγκιναρασταχάκης

Επιμέλεια Ήχου-Φωτισμού & Χειρισμού Video: Κώστας Τσεβόπουλος

Επιμέλεια Φωτογράφισης: «Φωτοσύνθεση» Άργος-Ναύπλιο

 

Read Full Post »

Βεργιόπουλος Ανδρέας


 

Ανδρέας Βεργιόπουλος, φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Περί εκλεπτύνσεων», στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Παρασκευή 7-12-2018.

Ο ποιητής και εκπαιδευτικός Ανδρέας Βεργιόπουλος γεννήθηκε στην πόλη του Ναυπλίου το 1959 και έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, όπου βρέθηκε στην Πάτρα για σπουδές στον τομέα της Φυσικής. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την ποίηση και την λογοτεχνία, διάβαζε έργα μεγάλων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τα δικά του ποιήματα. Το 1980, σε ηλικία 23 ετών,  φοιτητής ακόμη, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δορκάδες». Καθηγητής πια στην μέση εκπαίδευση και με μεταπτυχιακό στην κβαντική φυσική, συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει ποιητικές συλλογές έως και το 2018 όπου και εκδόθηκε η τελευταία, με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων».

Ενδιάμεσα, γράφει άλλες τρείς ποιητικές συλλογές, «…με την οπλή του αλόγου…» το 1991, «Φαινομενολογία Αργυρότητος» το 1997 και «Ωραιότατοι συνδαιτυμόνες» το 2005.

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο (Τεύχος 210-211, Σεπτέμβριος 2016). Στα κείμενα αυτά όπως και στα ποιήματά του, θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο γραφής διαδοχής εκλεπτυσμένων νοητικών χειρισμών που θα ενσωματωθούν και στην «Περί εκλεπτύνσεων» νέα ποιητική του συλλογή.

 

Το έργο του

 

Το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου χαρακτηρίζεται από άκρατο λυρισμό με έναν εσωστρεφές ρομαντισμό που υποφώσκει σε πολλά από τα ποιήματα του.

Τα πρωτόλεια ποιήματα του που εμπεριέχονται στην συλλογή με τίτλο «Δορκάδες» (1980), τίτλος που δεν σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο των ποιημάτων μιας και δορκάς, αρχαία ελληνική, δορκάς σημαίνει το ζαρκάδι, έχουν έναν χαρακτήρα πιο ερωτικό και ένα ταπεραμέντο πιο έντονο γεγονός που δικαιολογείται απόλυτα από το νεαρό της ηλικίας του ποιητή και την κοσμοθεωρία του. Η ορμή της ηλικίας, των επιθυμιών και των σκέψεων καταγράφονται μέσα από λέξεις που δημιουργούν εικόνες.

Η δεύτερη συλλογή που ονομάζεται «…με την οπλή του αλόγου…»  (1991) είναι μάλλον και η πιο δημοφιλής από το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου. Εδώ το θέμα που πραγματεύεται είναι καθαρά ο αγώνας της ζωής του ανθρώπου. Από την γέννηση του ο άνθρωπος ξεχύνεται σε μία μάχη επιβίωσης και έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια, συναισθήματα συνθήκες τα οποία καλείται να τα υπερπηδήσει στην κούρσα της ζωής και να βγει νικητής.  Το Κιρκάκι, το άλογο που αναφέρεται στο ποίημα είναι όλα αυτά που τελικά πεθαίνουν σε αυτή την κούρσα και ένα από αυτά είναι και ο έρωτας. Συναίσθημα που δεν κρατά για πάντα και όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, έρχεται και ο θάνατος του. Το δημιούργημα αυτό είναι μία καμπή στην γραφή του Ανδρέα Βεργιόπουλου, καθώς μετά από την συγκεκριμένη συλλογή ο λόγος γίνεται πιο δομικός και οι κανόνες στην γραφή του και στη σημασία χαράζονται πιο έντονα και δεν υπάρχουν οι συναισθηματικές εξάρσεις που συναντώνται έως τώρα.

Στη συνέχεια εκδίδεται, το 1997, η «Φαινομενολογία Αργυρότητος», η οποία περιγράφει όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται ασημένια, δηλαδή σημαντικά  και έχει ως πρωταγωνιστή το ασημένιο χρώμα. Κύριο λόγο εδώ έχει η νύχτα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για αυτήν ή η εικόνα που περιγράφουν είναι ένα βράδυ μεταξύ άλλων βραδιών, όπου το φεγγάρι κάτι έχει να δηλώσει, να δείξει κάτι δηλαδή με το μοναδικό ασημένιο του χρώμα. Τα φαινόμενα της νύχτας είναι φαινόμενα που μας κυριεύουν «καθώς στην οθόνη του’ ουρανού τ’ αστέρια σπιλώνουν συνειδήσεις».

Η ποιητική συλλογή «Ωραιότατοι Συνδαιτυμόνες». Ένα έργο μνεία στην φιλία και στις στιγμές της παιδικής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που έρχονται στο νου. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών μαζεύεται στο Μπούρτζι, το οποίο μπορεί να μην κατονομάζεται αλλά περιγράφεται με την φράση «επιθαλάσσιο κάστρο». Το έργο αυτό ξεκινά με μία εισαγωγή που μας φέρνει στο μυαλό την προηγούμενη συλλογή του (Φαινομενολογία Αργυρότητος) και είναι εμφανές ότι όλα τα έργα έχουν μεταξύ τους μία μυστική σύνδεση  που ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν είναι νοηματική είναι σίγουρα γλωσσική. Σύμφωνα με τον ποιητή: «…η σελήνη κατοικούσε εικοσιτέσσερις φορές πλουσιότερη και τρομαχτικά αργυρότερη του λησμονημένου νομίσματος τριάντα δραχμών κοπής ασημιού, τις μορφές των βασιλέων και τους γάμους Δία και Πανδώρας, φιλοξενώντας στις όψεις του».

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο. Σε αυτά τα κείμενα όπως και στα ποιήματα του συνεχίζει να μη δίνει τίτλους παρά αριθμούς. Στις ποιητικές συλλογές το κάθε ποίημα αντιστοιχούσε σε έναν λατινικό αριθμό και κατατασσόταν μέσα στον ευρύ τίτλο της εκάστοτε συλλογής. Εδώ, θίγονται θέματα θεμελιακά όπως η μητρική στοργή, η σχέση με τον Θεό, η παιδική αλλά και νεανική ηλικία. Μεταβατικά στάδια της ζωής του ανθρώπου και αξίες καθοριστικές περιγράφονται με γλαφυρότητα και εικόνες που σε μεταφέρουν σε δικές σου αναμνήσεις και σκέψεις με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς.

Στην τελευταία ποιητική του συλλογή που έχει εκδοθεί με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων», 2018, καταθέτει συμβολισμούς μιας νέας δυναμικής συνάρτησης ανάμεσα στον Κόσμο και όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς. Μιας δυναμικής που παραμένει στο βάθος της μυστική και απροσπέλαστη στην απλή λογική. Για να την καταλάβει κανείς χρειάζεται να ασκηθεί στην κατανυκτική της ανάγνωση, να την προσεγγίσει με την ψυχή και να καταθέτει από το υστέρημά του σε κοινό σκοπό μαζί με όσους φτιάχνουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της έκστασης.

 

Πηγές


  • Αθανασοπούλου Μαρία, Συνέντευξη με τον ποιητή Ανδρέα Βεργιόπουλο, Ναύπλιο 2017.
  • «Αργολικά», Ανδρέας Βεργιόπουλος: η «Περί εκλεπτύνσεων» ποιητική συλλογή, του Γ. Κόνδη.

 

Read Full Post »

 Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή  Αντώνη Αναπλιώτη  και παραθέτει  πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.

 

«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»

 

Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν  την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.

Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες»,  τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.

Ας απολαύσουμε  πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του  τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν  καλύτερα το Άργος των πατεράδων και  των παππούδων  τους  και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.

 

ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…

 

Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά

– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –

Μουστάκες ξαγριεμένες

Και «πατατούκες» στόνα τους

Μανίκι, φορεμένες !…

– Ζουνάρες – κρεμασμένες…

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,

 

Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά

Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)

Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…   

 

– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

– Κιλίμι ασημοπότηρο,

Γυαλί, μαλλί, μπακίρι

Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,

Μύλο, λιβανιστήρι,

– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

 

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,

Αργείτικο καμάρι,

– Ψηλά – στραβά το φέσι της,

– Η φούντα του, ως τη μέση της –

Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.

Μιά μικροπαντρεμένη,

Στο πανηγύρι μπαίνει…

 

Κρατάει το νηό – το ταίρι της,

– Στο χέρι του το χέρι της –

Πυρρή και ξαναμμένη,

(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη

Στο πανηγύρι μπαίνει…)

 

Και γουρνοπούλα Άργείτικη,

Ροδοκοκκινισμένη,

– Μαστόρικα ψημμένη,

(Η κοσμοξακουσμένη !…)

Μυρίζει της – μυρίζει της,

Και στέκει ζαλισμένη,

Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·

Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…

* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.

 

ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

Στη «σούστα» την καμπίτικη,

– Κάμπος – κάμπος –

τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·

– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –

Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,

Του κάμπου λουλουδάκια,

Και με τα χρυσοκόκκινα

στις ρόδες της «παρμάκια»,

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,

Νά ξανακαβαλλήσω,

Κανονικό κι ανάλαφρο

Κουδούνι ν’ αγροικήσω

Με της αυγούλας τη δροσιά,

– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,

Να σιγοτραγουδήσω…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Βλάγκα φοράδα**

(Φέλπα ή γυαλάδα!)***

Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα

(Το βελουδένιο σου πετσί,)

Πως να σηκώση καμουτσί;

– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…

– Γκέμι – γερό!

– Σούζες – σωρό!

– Τρέκλες – Χορό!

– Βλάγκα – φοράδα,

(Ομήρου Ιλιάδα…)

Με μπάσταρδο πουλάρι

Καμπίσιο θρεφτάρι

– Καμπίσιο βλαστάρι!

Του κάμπου καμάρι.

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·

– Κάμπος – κάμπος –

Στου χρόνου τα γυρίσματα,

Για τα καλωσωρίσματα,

Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –

Αργείτικα κιλίμια

Στο καμουτσί, στα γκέμια της

Αργείτικα «τσαλίμια…»

 

* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.

** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.

*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.

**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

 

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ

 

«Τουμπουρλού μωρή,

Το σαλβάρι* σου,

Στρογγυλό παχύ,

Το ποδάρι σου».

 

Τουμπουρλού μωρή

Τουμπουρλού μωρή

Μπήκε η Αποκρηά,

Στρώσανε οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Φέκα το κλαρίνο,

Κανείς δεν το βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή

Του Μπόγια το ζουνάρι,

Κανείς δεν το φορεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**

– Άργείτη μακελλάρι –

Ο Χάρος χάρισέ του,

Λεπίδα κοφτερή,

Τουμπουρλού μωρή…

Κι’ έκοβεν ανθρώπους

(Χρόνια καί καιροί)

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τ’  Αργείτικο μαχαίρι,

(Δεν το πιάνει χέρι)

Βγήκε απ’ το θηκάρι

Κι’ άσπλαχνο βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Ο Μάνος ο Καλλέργης,***

Άγάπησε Κορώνα,

Βασίλισσα, γοργόνα,

Να ζήση δεν μπορεί,

Τουμπουρλού μωρή.

Και παλαβωμένος,

Στα σοκάκια του Άργους

Κλαίει και καρτερεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τα κορίτσια του Άργους,

Τα καλοφτειασμένα,

Κοσμοξακουσμένα,

Τ’ Άργους οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.

** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.

*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.

 

Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ

 

Ο Γιαλελής ο Κίτσος,

Καρίπης αμαξάς,

Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης

Ο Καραμουτζάς,

Το βλάγχο τον ανέμη,

Το βλάγκο τον ασίκη,

Πού δεν σηκώνει γκέμι,

Δεν παίρνει καμουτσίκι,

Τον ζέψανε στη σούστα,

Στη φτεροσούστα τους,

Και βγήκανε στην τσάρκα,

– Αμάν, και διπλοστράκα –

Και βγήκανε να κάνουν

Στ’ Άργος τα γούστα τους.

 

Ο Αραμπάς περνάει,

Κι’ ο αραμπατζής τρελλός

Φεύγατε Αργειτοπούλες,

Να μη σας πάρη ομπρός…

 

Τα μάγκικα τραγούδια,

– Της λεβεντιάς λουλούδια –

Τα μάγκικα τραγούδια

Τ’ αποκρέψανε,

Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν

Κάνα – δύο μαχαιρώσαν

Και… ξεζέψανε…

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Older Posts »