Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποίηση’

Βεργιόπουλος Ανδρέας


 

Ανδρέας Βεργιόπουλος, φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Περί εκλεπτύνσεων», στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Παρασκευή 7-12-2018.

Ο ποιητής και εκπαιδευτικός Ανδρέας Βεργιόπουλος γεννήθηκε στην πόλη του Ναυπλίου το 1959 και έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, όπου βρέθηκε στην Πάτρα για σπουδές στον τομέα της Φυσικής. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την ποίηση και την λογοτεχνία, διάβαζε έργα μεγάλων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τα δικά του ποιήματα. Το 1980, σε ηλικία 23 ετών,  φοιτητής ακόμη, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δορκάδες». Καθηγητής πια στην μέση εκπαίδευση και με μεταπτυχιακό στην κβαντική φυσική, συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει ποιητικές συλλογές έως και το 2018 όπου και εκδόθηκε η τελευταία, με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων».

Ενδιάμεσα, γράφει άλλες τρείς ποιητικές συλλογές, «…με την οπλή του αλόγου…» το 1991, «Φαινομενολογία Αργυρότητος» το 1997 και «Ωραιότατοι συνδαιτυμόνες» το 2005.

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο (Τεύχος 210-211, Σεπτέμβριος 2016). Στα κείμενα αυτά όπως και στα ποιήματά του, θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο γραφής διαδοχής εκλεπτυσμένων νοητικών χειρισμών που θα ενσωματωθούν και στην «Περί εκλεπτύνσεων» νέα ποιητική του συλλογή.

 

Το έργο του

 

Το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου χαρακτηρίζεται από άκρατο λυρισμό με έναν εσωστρεφές ρομαντισμό που υποφώσκει σε πολλά από τα ποιήματα του.

Τα πρωτόλεια ποιήματα του που εμπεριέχονται στην συλλογή με τίτλο «Δορκάδες» (1980), τίτλος που δεν σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο των ποιημάτων μιας και δορκάς, αρχαία ελληνική, δορκάς σημαίνει το ζαρκάδι, έχουν έναν χαρακτήρα πιο ερωτικό και ένα ταπεραμέντο πιο έντονο γεγονός που δικαιολογείται απόλυτα από το νεαρό της ηλικίας του ποιητή και την κοσμοθεωρία του. Η ορμή της ηλικίας, των επιθυμιών και των σκέψεων καταγράφονται μέσα από λέξεις που δημιουργούν εικόνες.

Η δεύτερη συλλογή που ονομάζεται «…με την οπλή του αλόγου…»  (1991) είναι μάλλον και η πιο δημοφιλής από το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου. Εδώ το θέμα που πραγματεύεται είναι καθαρά ο αγώνας της ζωής του ανθρώπου. Από την γέννηση του ο άνθρωπος ξεχύνεται σε μία μάχη επιβίωσης και έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια, συναισθήματα συνθήκες τα οποία καλείται να τα υπερπηδήσει στην κούρσα της ζωής και να βγει νικητής.  Το Κιρκάκι, το άλογο που αναφέρεται στο ποίημα είναι όλα αυτά που τελικά πεθαίνουν σε αυτή την κούρσα και ένα από αυτά είναι και ο έρωτας. Συναίσθημα που δεν κρατά για πάντα και όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, έρχεται και ο θάνατος του. Το δημιούργημα αυτό είναι μία καμπή στην γραφή του Ανδρέα Βεργιόπουλου, καθώς μετά από την συγκεκριμένη συλλογή ο λόγος γίνεται πιο δομικός και οι κανόνες στην γραφή του και στη σημασία χαράζονται πιο έντονα και δεν υπάρχουν οι συναισθηματικές εξάρσεις που συναντώνται έως τώρα.

Στη συνέχεια εκδίδεται, το 1997, η «Φαινομενολογία Αργυρότητος», η οποία περιγράφει όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται ασημένια, δηλαδή σημαντικά  και έχει ως πρωταγωνιστή το ασημένιο χρώμα. Κύριο λόγο εδώ έχει η νύχτα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για αυτήν ή η εικόνα που περιγράφουν είναι ένα βράδυ μεταξύ άλλων βραδιών, όπου το φεγγάρι κάτι έχει να δηλώσει, να δείξει κάτι δηλαδή με το μοναδικό ασημένιο του χρώμα. Τα φαινόμενα της νύχτας είναι φαινόμενα που μας κυριεύουν «καθώς στην οθόνη του’ ουρανού τ’ αστέρια σπιλώνουν συνειδήσεις».

Η ποιητική συλλογή «Ωραιότατοι Συνδαιτυμόνες». Ένα έργο μνεία στην φιλία και στις στιγμές της παιδικής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που έρχονται στο νου. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών μαζεύεται στο Μπούρτζι, το οποίο μπορεί να μην κατονομάζεται αλλά περιγράφεται με την φράση «επιθαλάσσιο κάστρο». Το έργο αυτό ξεκινά με μία εισαγωγή που μας φέρνει στο μυαλό την προηγούμενη συλλογή του (Φαινομενολογία Αργυρότητος) και είναι εμφανές ότι όλα τα έργα έχουν μεταξύ τους μία μυστική σύνδεση  που ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν είναι νοηματική είναι σίγουρα γλωσσική. Σύμφωνα με τον ποιητή: «…η σελήνη κατοικούσε εικοσιτέσσερις φορές πλουσιότερη και τρομαχτικά αργυρότερη του λησμονημένου νομίσματος τριάντα δραχμών κοπής ασημιού, τις μορφές των βασιλέων και τους γάμους Δία και Πανδώρας, φιλοξενώντας στις όψεις του».

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο. Σε αυτά τα κείμενα όπως και στα ποιήματα του συνεχίζει να μη δίνει τίτλους παρά αριθμούς. Στις ποιητικές συλλογές το κάθε ποίημα αντιστοιχούσε σε έναν λατινικό αριθμό και κατατασσόταν μέσα στον ευρύ τίτλο της εκάστοτε συλλογής. Εδώ, θίγονται θέματα θεμελιακά όπως η μητρική στοργή, η σχέση με τον Θεό, η παιδική αλλά και νεανική ηλικία. Μεταβατικά στάδια της ζωής του ανθρώπου και αξίες καθοριστικές περιγράφονται με γλαφυρότητα και εικόνες που σε μεταφέρουν σε δικές σου αναμνήσεις και σκέψεις με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς.

Στην τελευταία ποιητική του συλλογή που έχει εκδοθεί με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων», 2018, καταθέτει συμβολισμούς μιας νέας δυναμικής συνάρτησης ανάμεσα στον Κόσμο και όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς. Μιας δυναμικής που παραμένει στο βάθος της μυστική και απροσπέλαστη στην απλή λογική. Για να την καταλάβει κανείς χρειάζεται να ασκηθεί στην κατανυκτική της ανάγνωση, να την προσεγγίσει με την ψυχή και να καταθέτει από το υστέρημά του σε κοινό σκοπό μαζί με όσους φτιάχνουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της έκστασης.

 

Πηγές


  • Αθανασοπούλου Μαρία, Συνέντευξη με τον ποιητή Ανδρέα Βεργιόπουλο, Ναύπλιο 2017.
  • «Αργολικά», Ανδρέας Βεργιόπουλος: η «Περί εκλεπτύνσεων» ποιητική συλλογή, του Γ. Κόνδη.

 

Read Full Post »

 Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή  Αντώνη Αναπλιώτη  και παραθέτει  πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.

 

«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»

 

Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν  την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.

Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες»,  τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.

Ας απολαύσουμε  πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του  τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν  καλύτερα το Άργος των πατεράδων και  των παππούδων  τους  και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.

 

ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…

 

Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά

– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –

Μουστάκες ξαγριεμένες

Και «πατατούκες» στόνα τους

Μανίκι, φορεμένες !…

– Ζουνάρες – κρεμασμένες…

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,

 

Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά

Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)

Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…   

 

– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

– Κιλίμι ασημοπότηρο,

Γυαλί, μαλλί, μπακίρι

Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,

Μύλο, λιβανιστήρι,

– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

 

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,

Αργείτικο καμάρι,

– Ψηλά – στραβά το φέσι της,

– Η φούντα του, ως τη μέση της –

Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.

Μιά μικροπαντρεμένη,

Στο πανηγύρι μπαίνει…

 

Κρατάει το νηό – το ταίρι της,

– Στο χέρι του το χέρι της –

Πυρρή και ξαναμμένη,

(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη

Στο πανηγύρι μπαίνει…)

 

Και γουρνοπούλα Άργείτικη,

Ροδοκοκκινισμένη,

– Μαστόρικα ψημμένη,

(Η κοσμοξακουσμένη !…)

Μυρίζει της – μυρίζει της,

Και στέκει ζαλισμένη,

Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·

Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…

* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.

 

ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

Στη «σούστα» την καμπίτικη,

– Κάμπος – κάμπος –

τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·

– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –

Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,

Του κάμπου λουλουδάκια,

Και με τα χρυσοκόκκινα

στις ρόδες της «παρμάκια»,

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,

Νά ξανακαβαλλήσω,

Κανονικό κι ανάλαφρο

Κουδούνι ν’ αγροικήσω

Με της αυγούλας τη δροσιά,

– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,

Να σιγοτραγουδήσω…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Βλάγκα φοράδα**

(Φέλπα ή γυαλάδα!)***

Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα

(Το βελουδένιο σου πετσί,)

Πως να σηκώση καμουτσί;

– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…

– Γκέμι – γερό!

– Σούζες – σωρό!

– Τρέκλες – Χορό!

– Βλάγκα – φοράδα,

(Ομήρου Ιλιάδα…)

Με μπάσταρδο πουλάρι

Καμπίσιο θρεφτάρι

– Καμπίσιο βλαστάρι!

Του κάμπου καμάρι.

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·

– Κάμπος – κάμπος –

Στου χρόνου τα γυρίσματα,

Για τα καλωσωρίσματα,

Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –

Αργείτικα κιλίμια

Στο καμουτσί, στα γκέμια της

Αργείτικα «τσαλίμια…»

 

* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.

** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.

*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.

**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

 

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ

 

«Τουμπουρλού μωρή,

Το σαλβάρι* σου,

Στρογγυλό παχύ,

Το ποδάρι σου».

 

Τουμπουρλού μωρή

Τουμπουρλού μωρή

Μπήκε η Αποκρηά,

Στρώσανε οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Φέκα το κλαρίνο,

Κανείς δεν το βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή

Του Μπόγια το ζουνάρι,

Κανείς δεν το φορεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**

– Άργείτη μακελλάρι –

Ο Χάρος χάρισέ του,

Λεπίδα κοφτερή,

Τουμπουρλού μωρή…

Κι’ έκοβεν ανθρώπους

(Χρόνια καί καιροί)

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τ’  Αργείτικο μαχαίρι,

(Δεν το πιάνει χέρι)

Βγήκε απ’ το θηκάρι

Κι’ άσπλαχνο βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Ο Μάνος ο Καλλέργης,***

Άγάπησε Κορώνα,

Βασίλισσα, γοργόνα,

Να ζήση δεν μπορεί,

Τουμπουρλού μωρή.

Και παλαβωμένος,

Στα σοκάκια του Άργους

Κλαίει και καρτερεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τα κορίτσια του Άργους,

Τα καλοφτειασμένα,

Κοσμοξακουσμένα,

Τ’ Άργους οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.

** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.

*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.

 

Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ

 

Ο Γιαλελής ο Κίτσος,

Καρίπης αμαξάς,

Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης

Ο Καραμουτζάς,

Το βλάγχο τον ανέμη,

Το βλάγκο τον ασίκη,

Πού δεν σηκώνει γκέμι,

Δεν παίρνει καμουτσίκι,

Τον ζέψανε στη σούστα,

Στη φτεροσούστα τους,

Και βγήκανε στην τσάρκα,

– Αμάν, και διπλοστράκα –

Και βγήκανε να κάνουν

Στ’ Άργος τα γούστα τους.

 

Ο Αραμπάς περνάει,

Κι’ ο αραμπατζής τρελλός

Φεύγατε Αργειτοπούλες,

Να μη σας πάρη ομπρός…

 

Τα μάγκικα τραγούδια,

– Της λεβεντιάς λουλούδια –

Τα μάγκικα τραγούδια

Τ’ αποκρέψανε,

Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν

Κάνα – δύο μαχαιρώσαν

Και… ξεζέψανε…

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο Άγγελος Τερζάκης και το Ναύπλιο[1]


 

  1. Εισαγωγή

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

 

  1. Το Ναύπλιο, σκηνικό, άνθρωποι και ιστορία

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

Έτσι περιγράφει ο Τερζάκης την γενέτειρα του, το Ναύπλιο. Παρόλο που έζησε λίγα από τα παιδικά του χρόνια εδώ, από το 1907 που γεννήθηκε μέχρι το 1916 που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, το Ναύπλιο υπήρξε θεμελιώδες στη ζωή και στο έργο του.

Καταρχήν χρησίμευσε ως τόπος έμπνευσης για πολλά γραπτά του. Και τούτο με δύο τρόπους:

α) Από τη μια το Ναύπλιο χρησιμεύει ως υπόδειγμα για οποιαδήποτε μικρή επαρχιακή πόλη και τα προβλήματά της. Ως γνωστόν ο Τερζάκης έγραψε κυρίως για τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους κι αυτοί οι περιορισμένοι επαρχιώτες, συνήθως μικροαστοί,  κινούνται και ζωντανεύουν σε πολλά βιβλία του όπως π.χ. στα διηγήματα του «Έρωτα και του Θανάτου» 1943 και του «Απρίλη» 1946, βιβλίο που αφιερώνει στο γιο του.

β) Επίσης η ιστορία του Ναυπλίου έδωσε έναυσμα στον Τερζάκη να χρησιμοποιήσει διάφορες εποχές της ως χρόνο ανάπτυξης των ηρώων του. Αναφερόμαστε εδώ σε έργα όπως  «Η Πριγκηπέσα  Ιζαμπώ» το 1945 που εξελίσσεται στην Φραγκοκρατία με ήρωα τον αυθέντη του Ναυπλίου Νικηφόρο Σγουρό κι ακόμα το θεατρικό «Νύχτα στη Μεσόγειο» 1958 που χρησιμοποιεί την παράδοση της πόλης από τους τελευταίους Φράγκους στους Βενετσιάνους το 1388. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δυο εκδοχές της Πριγκηπέσας, η πρώτη σύμφωνα με τις επιφυλλίδες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Καθημερινή μέσα στην Κατοχή, πιο παραδοσιακή και άλλη εκδοχή, με διαφορετικό τέλος στο τυπωμένο βιβλίο του 1945.

Σε ορισμένα έργα του ο Τερζάκης προβαίνει στην ανάμειξη των δύο στοιχείων, δηλαδή και της επαρχιακής μονοτονίας αλλά και των ηρωικών περιόδων της πόλης και της Ελλάδας, όπως π.χ. στα διηγήματα του «Απρίλη» όπου βρίσκουμε περιγραφές των ημερών των Βαλκανικών Πολέμων, με την αναχώρηση και άφιξη των στρατιωτών στο λιμάνι, καθώς και το σύμβολο που αποτελούσε για τους νέους το αίμα των πολεμιστών πάνω στις σημαίες. Αξίζει να πούμε ότι σημαντική συμβολή είχε στους Βαλκανικούς Πολέμους η Ναυπλιακή Τέταρτη «Σιδηρά Μεραρχία», το όνομα της οποίας φέρει μια κεντρική λεωφόρος της πόλης. Το Ναύπλιο ήταν τότε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο με το Όγδοο Σύνταγμα πεζικού, το Τέταρτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, το Οπλοστάσιο του στρατού (μέσα στο κέντρο της παλιάς πόλης) καθώς και την Κεντρική Ιματιοθήκη του. Έτσι, μαζί με τους δικαστικούς και τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι στρατιωτικοί κατείχαν ανέκαθεν μια ουσιώδη θέση στην κοινωνιολογία της πόλης. Στο ίδιο βιβλίο έχουμε και το διήγημα «Παλαμήδι» όπου παρουσιάζεται μια σύνθεση της ιστορίας του κάστρου με το μάτι ενός παιδιού.

Η βαθιά αγάπη του Τερζάκη για το Ναύπλιο εμφαίνεται κι από άλλες περιγραφές που υπάρχουν στα διηγήματά του για περισσότερες ακόμα γωνιές της πόλης: την πλατεία Συντάγματος, το τζαμί, το Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, τη γειτονιά των Εβραίων, τα μαγαζιά, το παζάρι, την παραλία, τα καράβια, τα παρά θίν αλός καφενεία.

Ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη του, παρακολουθούσε τη ζωή της, παρέμβαινε με δυναμικό τρόπο όταν χρειαζόταν. Στην Αθήνα ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βοηθούσε Αναπλιώτες συμπατριώτες του, ψώνιζε από μαγαζιά που τους είχαν υπαλλήλους.

Ο πατέρας του Τερζάκη Δημήτριος, υπήρξε Δήμαρχος Ναυπλίου για μια περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Η εκλογή του ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο διότι αντιτάχθηκε στα δύο πανίσχυρα τοπικά κόμματα (Δεληγιαννικούς και Τρικουπικούς) και μπόρεσε να εκλεγεί ως φιλελεύθερος και ανεξάρτητος δήμαρχος, σε ηλικία 29 ετών και υπήρξε τότε ο νεότερος δήμαρχος της Ελλάδος. Η φήμη του ήταν μεγάλη για την εξυπνάδα, γενναιότητα και αποφασιστικότητά του. Τον αποκαλούσαν ο Αετός. Κατά την διάρκεια της θητείας του προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες της πόλης,  ιδιαίτερα την καθαριότητα και την εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεχίσει για δεύτερη θητεία, μπροστά στις κομματικές φατρίες που επικράτησαν και πάλι. Μπορεί κι αυτός να ήταν ένας λόγος που τον ώθησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

3. Ο Τερζάκης – ακτιβιστής

  

Η σεμνότητα του Τερζάκη δεν τον ωθούσε προς τα αξιώματα. Είναι γνωστό ότι αρνήθηκε επανειλημμένα μια θέση στην Ακαδημία, παρά – όπως δήλωσε ο γιος του Δημήτρης – τις έντονες προτροπές της συζύγου του και του Βενέζη. Εξάλλου, η στενή παρακολούθηση των πραγμάτων του Ναυπλίου, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όταν παρά τον θεσμοθετημένο από τις αρχές της δεκαετίας του 60 αρχιτεκτονικό έλεγχο της παλιάς πόλης, γκρεμίζονταν προστατευόμενα παλιά κτίσματα για να κτιστούν μοντέρνα κι αταίριαστα τερατουργήματα όπως το Ξενία και το Ναυπλία Παλάς πάνω στην Ακροναυπλία και η κακόγουστη πολυκατοικία πάνω στην παραλία στη θέση του ξενοδοχείου Νέον, τον ώθησαν να ψέξει τούτες τις παρατυπίες που αλλοίωναν τον χαρακτήρα της πόλης με εντονότατο άρθρο του στις 7-10-1973 στο Βήμα, με τίτλο «Οίστρος ακολασίας». Εκεί, ο σεμνός διανοητής περιέγραψε με μελανά χρώματα τον αρχοντοχωριατισμό του νεοέλληνα, ο οποίος, χάριν της «τουριστικής αξιοποιήσεως», βάζει χέρι στα κειμήλιά του, ασελγεί στο ζωτικό του χώρο και «σκοτώνει την ψυχή του για να εισπράττει». Και, αφού δείχνει πως η Ελλάδα είναι κεφάλαιο αποκλειστικά πνευματικό, διαπιστώνει με πικρία: «Όλο με λόγια, λόγια πομπώδη, διεκδικούμε την ένδοξη πατρότητα. Με τις πράξεις την ρεζιλεύουμε». Και κλείνει διαπιστώνοντας ότι: «Ευτυχώς, η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα, αντιστέκεται σιωπηρά, με τη τραυματισμένη αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς της. Ως πότε όμως;». Τούτο για τον Τερζάκη ήταν πραγματική ιεροσυλία, διότι τ’ Ανάπλι «ζωντανή παρουσία του Αγώνα» είναι ιερό κι απαραβίαστο.

 

 

4. Οι λογοτέχνες του Ναυπλίου – Καρούζος και Τερζάκης

 

Υπάρχουν πόλεις στην Ελλάδα που υπερηφανεύονται για τους πολλούς Πρωθυπουργούς που έχουν δώσει. Σε μία απ’ αυτές μάλιστα, υπάρχει και μια πλατεία των «πέντε πρωθυπουργών». Το Ναύπλιο παρά το μικρό μέγεθός του, μπορεί να υπερηφανεύεται για το πλήθος των συγγραφέων και καλλιτεχνών που είδαν το φως ή ανδρώθηκαν εδώ. Μερικά ονόματα: οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Δημήτριος Βυζάντιος , συγγραφέας της «Βαβυλωνίας», αλλά και οι νεότεροί τους Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ιστορικός και πολιτικός, συγγραφέας της μνημειώδους πραγματείας «Η Ναυπλία» (1898), ο Δημήτριος Κακλαμάνος, δημοσιογράφος και συνεργάτης του Βενιζέλου, ο Στέφανος Δάφνης, ο Α. Αναπλιώτης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Γιώργιος Καραμάνος, η Τερέζα Ρούβαλη, ο Πάνος Λιαλιάτσης, η Ελένη Δρούζα, οι μουσουργοί Μιχάλης Βούρτσης και Κωνσταντίνος Νόνης και πολλοί άλλοι.

Ένας από αυτούς, είναι κι ο ποιητής Νίκος Καρούζος που κι εκείνος τραγούδησε την πόλη του, το φως και τις σκιές της. Ο Καρούζος κι ο Τερζάκης, παρά τη διαφορά ηλικίας, έκαναν παρέα τα καλοκαίρια κυρίως τα βράδια «στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας». Αυτό το Ναύπλιο, όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο, δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο, ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό – λέει ο Καρούζος. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζουμε και νοσταλγούμε τη παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σ’ αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. «Το Ναύπλιο έχασε τη δραματική του διάσταση», είναι η φράση του κι είχε δίκιο. [2]

Ο Καρούζος έγραψε κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον συμπολίτη του στο δεύτερο βιβλίο – αφιέρωμα των Τετραδίων του περιοδικού «Ευθύνη» αριθμός 4, με τίτλο Προσφορά στον Άγγελο Τερζάκη, για τα 70χρονά του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, 2000.

Ο τίτλος της μελέτης του Καρούζου είναι η στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη και ασχολείται με τα δοκίμιά του. Καταρχήν διαπιστώνει το βάθος του στοχασμού του Αναπλιώτη συγγραφέα και το πλήθος των ερωτημάτων που διατυπώνει. Σταματά ο Καρούζος στη διαπίστωση του Τερζάκη για την ευτέλεια η οποία, περισσότερο από την κακία χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος. Και ευτέλεια ο Τερζάκης ορίζει την εξ’ υπαρχής απουσία κάθε αναστήματος, όπου αντίθετα με την κακία όπου χωράει πάθος και  μεταφυσική ανταρσία, η ευτέλεια παραπέμπει στον πρωτογονισμό.

Σύμφωνα με τον Καρούζο, ο Τερζάκης αγκαλιάζει συνηθέστατα στη στόχασή του το άγνωστο, λαχταρώντας μιαν απόκριση, η οποία είναι και μια ανύψωση.

Και παραθέτει τέλος τους εξής στίχους του Τζόρτζιο ντε Κίρικο:

Ζωή, ζωή μεγάλο μυστηρώδικο όνειρο !

Εσύ όπου αναδείχνεις όλα

τα αινίγματα∙ χαρές και ολάξαφνες λάμψεις

Στοές στον ήλιο. Αγάλματα στον ύπνο παραδομένα.

Καμινάδες κόκκινες∙ νοσταλγίες αγνώστων οριζόντων…

Και του σκολειού το αίνιγμα, κι η φυλακή και ο στρατώνας.

Κι η οπού σφυρίζει τη νύχτα  ατμομηχανή

Κάτωθε απ’ τον παγερώτατο θόλο

Και τ’ αστέρια.

Πάντα το άγνωστο∙ Η αφύπνιση το πρωί και το όνειρο,

Οιωνός θεοσκότεινος, χρησμός από μυστήριο πλήρης…

 

  1. Τιμές στον Τερζάκη

 

Η πόλη του Ναυπλίου τίμησε όπως του αξίζει τον συγγραφέα της. Η προτομή του στέκει στη μέση της ήσυχης πλατείας Αγίου Σπυρίδωνος, στην καρδιά της παλιάς πόλης, όχι μακριά από το σπίτι του. Επίσης, ένας κεντρικός δρόμος φέρει το όνομά του. Με φροντίδα του γιου του Δημήτρη, η βιβλιοθήκη του βαθυστόχαστου συγγραφέα δωρήθηκε στην Δημοσία Κεντρική Βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, όπου μία πτέρυγα φέρει το όνομά του.

Κι άλλα μπορούν να γίνουν:  το σπίτι του, στην ομώνυμη οδό, πρέπει να αναπαλαιωθεί και να γίνει μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του. Ακόμα, στο σχεδιαζόμενο Μουσείο της πόλης του Ναυπλίου, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, θα μπορούσε να στηθεί μια αίθουσα στη μνήμη των Αναπλιωτών λογοτεχνών όπου, φυσικά, κεντρικότατη θέση αρμόζει στον Άγγελο Τερζάκη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε κι άλλο συνέδριο που συνήλθε τα τελευταία χρόνια, το έτος 2000, στην βιβλιοθήκη Ο Παλαμήδης, αφιερωμένο στο θέατρο και τις επιφυλλίδες του, τα πρακτικά του οποίου έχει εκδόσει η Βιβλιοθήκη. Και βέβαια, οι νέοι Αναπλιώτες δεν ξεχνούν τον Τερζάκη. Απόδειξη το πρόσφατο (2006) ανέβασμα από το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου του σχεδόν άγνωστου έργου του Το μεγάλο Παιχνίδι, 1947, το οποίο δεν είχε παιχτεί σχεδόν καθόλου. Την παράσταση συμπλήρωσε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα με πλήθος δοκιμίων και αναφορών στον θεατρικό συγγραφέα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Άργος, Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010, σελ. 16-17. Παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών για τον Τερζάκη στο Ναύπλιο τον προηγούμενο χρόνο.

[2]  Απόπειρα λόγου και τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 92, Ναύπλιο.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Στο Ελάχιστο Μόλις»


 

Τη Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017 στις 6 το βράδυ, στην αίθουσα εκδηλώσεων «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, θα πραγματοποιηθεί η  παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής «Στο Ελάχιστο Μόλις» της φιλολόγου Μαρίας Α. Βελιζιώτη, έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

«Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της, και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή»),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« τα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρής / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν. […] Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτή, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια. Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν αισθήματα και χυμοί γεμάτοι ρωγμές. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του Άλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;», γράφει ο Γιάννης Λεοντάρης  στο προλογικό σημείωμα.

Στο Ελάχιστο Μόλις

 

Για τη νέα ποιητική συλλογή θα μιλήσουν: ο Γιάννης Λεοντάρης, Καθηγητής Πανεπιστημίου – Σκηνοθέτης, η Κωνσταντίνα Δοντά, Φιλόλογος – Καθηγήτρια του Γυμνασίου Κουτσοποδίου και η Καλλιόπη Καλποδήμου, Φιλόλογος – Καθηγήτρια του Μουσικού Γυμνασίου Άργους.

Ποιήματα θα απαγγείλουν μεταπτυχιακές φοιτήτριες των Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου. Η παρουσίαση θα πλαισιωθεί μουσικά από μαθητές του Γυμνασίου Κουτσοποδίου.

Η εκδήλωση διοργανώνεται από την Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών, ενώ, τα έσοδα από την πώληση του βιβλίου θα διατεθούν εξολοκλήρου υπέρ του Συλλόγου Ατόμων με Αναπηρίες Ν. Αργολίδας.

Read Full Post »

Γαλλοφωνία – Βραδιά Γαλλικής ποίησης και μουσικής


 

Ο Σύλλογος Άργος – Abbeville με την υποστήριξη του Δήμου Άργους Μυκηνών διοργανώνει «Βραδιά Γαλλικής ποίησης και μουσικής» στην αίθουσα τέχνης και πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος, στο Άργος, την Κυριακή 19 Μαρτίου, στις 7 μ.μ.

Εισαγωγή: «Η Ελλάδα μέλος της Γαλλοφωνίας» από τον Γιώργο Κόνδη

Τραγούδι: Κατερίνα Βεργάδου
Πιάνο: Καίτη Γρατσέα
Αναλόγιο: Αρίστη Κούρτογλου, Κατερίνα Βεργάδου και Alexis Roys

 

Eifel Tower – Φωτογραφία από το blog – A Peaceful Heart, by Miki.

 

Γαλλοφωνία

Η γαλλοφωνία, που πρωτοεμφανίστηκε το 1880 κάτω από τη γραφίδα του γεωγράφου Ονήσιμου Ρέκλου για να περιγράψει τη γλωσσική και πολιτιστική κοινότητα που αποτελούσε η Γαλλία με τις αποικίες της, έχει σήμερα απελευθερωθεί από την αποικιακή χροιά και προσδιορίζει δυο διαφορετικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες πραγματικότητες. Στην ευρύτερή της έννοια, περιλαμβάνει το σύνολο των δράσεων προώθησης της γαλλικής γλώσσας και των αξιών των οποίων είναι φορέας, ανεξάρτητα από τις χώρες στις οποίες αυτές αναπτύσσονται. Με τη θεσμική έννοια, η Γαλλοφωνία προσδιορίζει μία διεθνή οργάνωση 57 κρατών και κυβερνήσεων και 20 κρατών-παρατηρητών, που έχουν επιλέξει να προσχωρήσουν στον Καταστατικό της Χάρτη.

Louvre Museum, Daru Gallery, Παρίσι, 1927. Η Galerie Daru φιλοξενεί σπουδαίες Ελληνικές Αρχαιότητες.

Η Γαλλοφωνία κληρονόμησε τις δημοκρατικές αξίες και την ανθρωπιστική φιλοσοφία που προασπίζεται από την Ελλάδα. Επίσης, η γαλλική γλώσσα συνδέεται στις ρίζες της με την ελληνική, όχι μόνο ετυμολογικά όσον αφορά στο λεξιλόγιό της, αλλά και νοητικά και πνευματικά, όσον αφορά στις αντιλήψεις της και την κατανόηση των πραγμάτων που εκφράζονται μέσω της γλώσσας. Το ό,τι ο πρώτος πολιτισμός στην Ευρώπη συναντά τη γαλλόφωνη οικογένεια είναι ένα γεγονός μεγάλης συμβολικής αξίας και δυνατό μήνυμα υπέρ της πολιτιστικής ποικιλίας.

Για την Ελλάδα, η Γαλλοφωνία αποτελεί, ταυτόχρονα, άνοιγμα σε ένα δίκτυο σχέσεων στις πέντε ηπείρους σε όλους τους τομείς, αλλά και ανακάλυψη νέων αλληλεγγυών πέραν της κοινής γλώσσας. Το επίσημο διάβημα ένταξης πρέπει να συνοδεύεται από μία πραγματική δέσμευση και κινητοποίηση όλων των γαλλόφωνων σε όλους τους κλάδους της ελληνικής κοινωνίας: καθηγητές, συγγραφείς, εκδότες, καλλιτέχνες, αλλά και επιστήμονες, δημοσιογράφους, οικονομικούς φορείς και απλούς πολίτες.

Αυτή είναι η σημασία της Γενικής Συνάντησης Γαλλοφωνίας, που αναφέρεται σε όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας που θέλουν την αναγέννηση μιας μοντέρνας Γαλλοφωνίας στον ελληνικό χώρο.

Στις 26 Οκτωβρίου 2004, η Ελλάδα συνάντησε την μεγάλη γαλλόφωνη οικογένεια και έγινε συνεργαζόμενο μέλος της Διεθνούς Οργάνωσης Γαλλοφωνίας. Η απόφαση αυτή των ελληνικών αρχών τιμά όσες και όσους επιλέγουν καθημερινά, στην Ελλάδα, τη γαλλική γλώσσα, στον εργασιακό, οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος της Διεθνούς Οργάνωσης Γαλλοφωνίας στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2006, κατά την Διυπουργική Διάσκεψη της Γαλλοφωνίας, στο Βουκουρέστι.

Read Full Post »

Ο Καρούζος μας εμπνέει


 

Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard, σε συνεργασία με τον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», στο πλαίσιο του 1ου Πανελληνίου Συμποσίου «Αργολίδα, ο τόπος της συν-γραφής» διοργανώνουν εκδήλωση εις μνήμην του ποιητή Νίκου Καρούζου, «Ο Καρούζος μας εμπνέει», την  Τρίτη, 12 Απριλίου 2016, και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard, Πλατεία Φιλελλήνων στο Ναύπλιο.

 

Εισηγήσεις:

  • «Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα», Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας.
  • «Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου», Fernanda Lemos de Lima, Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου», Luciana Póvoa de Almeida Silva, Καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα»,  Δώρα Μέντη, Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, Διδάσκουσα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης.
  • «Ο Καρούζος ως άνθρωπος», Άρης Βετούλης, Ιατρός
  • «O ποιητής Νίκος Καρούζος και η δυσημερία του στήθους», Γιώργος Πατρινιός, Ποιητής.

Προβολή αφιερώματος στο Νίκο Καρούζο, εκπομπή Μονόγραμμα αφιερωμένη στο Νίκο Καρούζο (Αρχεία της ΕΡΤ).

Παράλληλη έκθεση (έως τα τέλη Ιουνίου) με τα ζωγραφικά έργα και χειρόγραφα του Νίκου Καρούζου (ιδιωτική συλλογή Γεωργίου και Χριστίνας Ξένου) στις Αίθουσες της Δημοτικής Πινακοθήκης του Βουλευτικού Ναυπλίου.

 

Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα

Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας

Περίληψη:

Ο Στρατής Χαβιαράς θα ανατρέξει τη γνωριμία και τη φιλία του με τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο στις δεκαετίες 1950 και 1960 στο πλαίσιο των λογοτεχνικών ομάδων στο καφέ του Λουμίδη (Πατάρι), τότε Σταδίου 32. Θα αναφερθεί στις λογοτεχνικές προσωπικότητες που σύχναζαν εκεί, τις φιλίες, τις έριδες, την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα τριών γενεών δημιουργών, εστιάζοντας στην ποίηση και την προσωπικότητα του Νίκου Καρούζου.  Ο Χαβιαράς θα ολοκληρώσει την ομιλία του εστιάζοντας στην αλληλογραφία του με τον ποιητή και τις μεταφράσεις έργων του στην αγγλική γλώσσα, την απαγγελία τους στο WILD Radio Boston, στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα The Voice of Greece, καθώς και τη δημοσίευσή τους στο λογοτεχνικό περιοδικό Arion’s Dolphin

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ο Στρατής Χαβιαράς είναι συγγραφέας, γεννήθηκε στη Νέα Κίο Αργολίδας, και μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου σπούδασε ιστορία, λογοτεχνία, δημιουργική γραφή και μετάφραση. Εργάστηκε στο Harvard, σε διάφορες θέσεις στις βιβλιοθήκες και διορίστηκε διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα μυθιστορήματα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ίδρυσε και διηύθυνε την έκδοση του περιοδικού ποίησης Arion’s Dolphin και το λογοτεχνικό περιοδικό Harvard Review. Έχει διδάξει συγγραφή μυθιστορήματος στο Harvard, την τέχνη του γραπτού λόγου στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου στην Αθήνα. Είναι ενεργό μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.


Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου

Fernanda Lemos de Lima

Περίληψη:

Ο στόχος μου σε αυτή την ανακοίνωση είναι να διερευνήσω την καθημερινότητα ως σημαντικό θέμα στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Το θέμα αυτό εκφράζεται στις αντίθεσεις των συναισθημάτων μπροστά σε αυτό που κερδίζουμε και χάνουμε εξαιτίας της ταχύτητας της νεωτερικότητας της ζωής και του κενού νόηματός της. Ακόμα κι αν υπάρχει η ελπίδα σε κάποια ποιήματα, αυτή συχνά χάνεται για την ποιητική φωνή του Καρούζου. Η ποιητική αυτή φωνή εκδηλώνεται μέσα από την αίσθηση της καθημερινότητας  στην εποχή της νεωτερικότητας. Με τη βοήθεια των θεωριών του Μπένγιαμιν και του Αντόρνο θα εξετάσω επίσης τον ρόλο του ποιητή ως κριτικού της σύγχρονης εποχής.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ή Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα είναι καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro – UERJ) και είναι διευθύντρια του τομέα Ελληνικών Σπουδών στο ίδιο πανεπιστήμιο. Σπούδασε στο διδακτορικό της την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Έχει παρουσιάσει μελέτες από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.


Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου

Luciana Póvoa de Almeida Silva

Περίληψη:

Η «πτώχευση», η οποία διαπερνάει την ανθρώπινη κατάσταση, εκφράζεται από την ποιητική φωνή στο έργο του ποιητή της Αργολίδας Νίκου Καρούζου. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στο θέμα της αισθητικής της πτώχευσης, χρησιμοποιώντας ως θεωρητική βάση τις μελέτες του Σαίρεν Κίρκεγκωρ σχετικά με την αγωνία και την απόγνωση, οι οποίες είναι εγγενείς στο άτομο.

Μέσα από αυτόν τον φιλοσοφικό προβληματισμό, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον διάλογο μεταξύ του έργου του Νίκου Καρούζου και των θεωριών και των αντιλήψεων του Κίρκεγκωρ και, επομένως, την έκφραση μιας συγκεκριμένης αισθητικής που σχετίζεται με την πτώχευση των βεβαιοτήτων και των εσωτερικών και εξωτερικών διαδικασιών του ανθρώπου.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Η Λουσιάνα Πόβοα ντε Αλμέιντα Σίλβα είναι καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστήμιου του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro) και έκανε το μεταπτυχιακό της στο Universidade Federal do Rio de Janeiro – UFRJ. Έχει γράψει, μαζί με τη Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα, δύο βιβλία με τις μεταφράσεις από τα ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη και έχει παρουσιάσει μελέτες από την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη.


Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα

Δώρα Μέντη

Περίληψη:

Στα πρώτα ποιητικά βιβλία του Νίκου Καρούζου εγγράφεται μια ενδιαφέρουσα ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας. Η πόλη της δεκαετίας του ’60 που τον φιλοξενεί είναι φτωχή («φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος») μα οι ωχροί  Έλληνες κοιτούν ψηλά στον ουρανό, στ’ αστέρια. Παράλληλα, οι πραγματικές αλλά και οι ονειρικές διαφυγές που του προσφέρει η φύση τροφοδοτούν με λυρική ευαισθησία την καταγραφή των σύγχρονων κοινωνικών αδιεξόδων. Πρόκειται κυριολεκτικά για έναν λογοτεχνικό χάρτη ενός ανέστιου ή πλάνητα, ο οποίος πορεύεται σε μια διαρκή αναζήτηση της  ομορφιάς, ανακαλώντας τις ποικίλες μυθολογικές και ιστορικές επιστρώσεις που συνθέτουν την πατρίδα. Με οδηγό αυτόν τον λογοτεχνικό χάρτη θα μεταφερθούμε σε παλαιότερες μορφές ζωής που αποτύπωσε η ποίηση και θα κινηθούμε σταδιακά από την αστική περιήγηση της Αθήνας στα αργολικά μέρη της γενέτειρας.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Η Δώρα Μέντη διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, ενθαρρύνοντας τη φιλαναγνωσία και τη δημιουργική γραφή (βλ. http://efsv.webnode.gr/). Εξέδωσε τις μελέτες: Μεταπολεμική πολιτική ποίηση, Κέδρος 1995, Ο προσωπικός μύθος. Ένα ερμηνευτικό κλειδί στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2004, Πρόσωπα και προσωπεία, Gutenberg 2007. Επιμελήθηκε δύο ανθολογίες κριτικών κειμένων, τη θεματική Η Αθήνα από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Πατάκη 2009, και την επίτομη ανθολογία ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν, Gutenberg 2015. Δημοσίευσε πολλά κείμενα φιλολογικής και λογοτεχνικής κριτικής σε περιοδικά και σε σύμμεικτους τόμους (βλ. https://independent.academia.edu/TheodoraMenti).

 

Read Full Post »

Older Posts »