Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποινική ευθύνη των Υπουργών’

Το Σύνταγμα του 1864 –  Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1864 θεσπίσθηκε από Συντακτική Συνέλευση (την Β’ Εθνική Συνέλευση) χωρίς τη σύμπραξη του βασιλιά. Κορυφαίο χαρακτηριστικό του νέου Συντάγματος αποτελεί η εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, με την οποία αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο το δημοκρατικό κεκτημένο των συνταγμάτων της Επανάστασης, αν και μετριασμένο από τον θεσμό του «ισόβιου και κληρονομικού ανωτάτου άρχοντος». Ο συνδυασμός των δυο αυτών στοιχείων, της δημοκρατικής αρχής και του βασιλικού θεσμού, συνεπάγεται την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της «βασιλευόμενης δημοκρατίας», το οποίο έμελλε να διαρκέσει, με ορισμένα διαλείμματα, για έναν αιώνα περίπου (μέχρι το 1967). Με το Σύνταγμα του 1864, το πιο μακρόβιο στην ελληνική συνταγματική ιστορία, δημιουργούνται οι θεσμικές προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό του πολιτικού συστήματος – ο οποίος εδραιώνεται με την εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875 – και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Το Σύνταγμα του 1864 αποτελείται από 110 άρθρα κατανεμημένα σε δώδεκα μέρη: «Περί θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί Συντάξεως της Πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής», «Περί των Υπουργών», «Περί Συμβουλίου Επικρατείας», «Περί Δικαστικής Εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Κυριότερα πρότυπά του υπήρξαν τα δημοκρατικά Συντάγματα του Βελγίου του 1831 και, λιγότερο, της Δανίας του 1849. Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου Συντάγματος σε σχέση με εκείνο του 1844 είναι αναμφίβολα η ρητή και πανηγυρική καθιέρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και, γενικότερα, η εδραίωση του δημοκρατικού του χαρακτήρα. Παράλληλα, ενισχύονται και τα φιλελεύθερα στοιχεία του Συντάγματος.

Η νομική φύση του νέου Συντάγματος απορρέει τόσο από τον τρόπο παραγωγής του όσο και από το περιεχόμενό του. Σε αντίθεση προς το Σύνταγμα του 1844, στη θέσπιση του οποίου συνέπραξαν ο λαός (εθνοσυνέλευση) και ο μονάρχης – φορέας της κυριαρχίας και το οποίο, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως «σύνταγμα-συνάλλαγμα», το Σύνταγμα του 1864 αποτελεί προϊόν μιας πραγματικής συντακτικής συνέλευσης, όπου ο λαός  -φορέας της κυριαρχίας άσκησε γνήσια συντακτική εξουσία, μονομερώς και αδέσμευτος από κάθε άλλη εξουσία. Έτσι, παρόλο που ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην παραγωγή του, το γεγονός ότι η Β’ Εθνική Συνέλευση ήταν κυρίαρχη και αποκλειστικός φορέας της συντακτικής εξουσίας αποκλείει τη θεώρηση του Συντάγματος του 1864 ως «συμβολαίου» μεταξύ λαού και μονάρχη. Εξάλλου, η αντίληψη αυτή, παρόλο που υποστηριζόταν ευρέως εκείνη την εποχή, έρχεται σε αντίφαση και με τη «λαϊκή κυριαρχία», δηλαδή με τη θεμελιώδη αρχή του νέου Συντάγματος.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η επιβίωση της αντίληψης περί συντάγματος-συμβολαίου

 

Η αντίληψη περί Συντάγματος – συμβολαίου ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στους θεωρητικούς της εποχής. Χαρακτηριστικά είναι, από την άποψη αυτή, ορισμένα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής:

 

«Τί είναι το Σύνταγμα; Συμβόλαιον δι’ ου το έθνος εν τη κυριαρχία αυτού εξεχώρησεν ωρισμένα προς τον βασιλέα δικαιώματα και ώρισε κανόνας διέποντας τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Το Σύνταγμα λοιπόν, το επίσημον τούτο μεταξύ του Έθνους και του ηγεμόνος συμβόλαιον, ούτινος το κύρος ενόρκως ανεγνώρισε και απεδέξατο ο βασιλεύς είναι η καθαρά της βουλήσεως του έθνους έκφρασις, είναι το πολυτιμότερον της εθνικής κυριαρχίας εχέγγυον και δια τούτο φρουρός αυτού ετάχθη ο πατριωτισμός των Ελλήνων» (εφημ. «Συνταγματική», φύλλο υπ’ αρ. 1 της 9.6.1874).

«Το πνεύμα του ημετέρου Συντάγματος είναι η μετοχή του Λαού εις τα κοινά δια των υπ’ αυτού εκλεγομένων αντιπροσώπων, η σύμπραξις αυτού μετά του Στέμματος, αντιπροσωπευομένου υπό κυβερνήσεως εις την εκλογήν της οποίας συμπράττουσιν οι μεν εμμέσως, το δε αμέσως» (εφημ. «Εθνικόν Πνεύμα», φύλλο της 3.5.1874).

 

Τις αντιλήψεις αυτές ασπάζονταν και πολλά μέλη της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, μεταξύ των οποίων και οι θεωρητικοί του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Ι. Σαρίπολος και Δ. Κυριακός. Στις εργασίες της Συνέλευσης, ωστόσο, διατυπώθηκαν με ενάργεια και αντίθετες θέσεις. Έτσι, στην άποψη του Ν. Ι. Σαρίπολου ότι «το Σύνταγμα είναι συμβόλαιον μεταξύ του Έθνους και του Βασιλέως» και ότι, για τον λόγο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στον βασιλιά το δικαίωμα «του συμπράττειν εις τον καταρτισμόν του Συντάγματος», ο πληρεξούσιος Γ. Μίλησης αντέταξε:

 

«Η τροπολογία, κύριοι, του κ. Σαριπόλου, υποθέτει δύο δυνάμεις, δύο κυριαρχίας συνυπαρχούσας εν τη πολιτεία και συμπραττούσας εις έν και το αυτό έργον. Αλλ’ η υπόθεσις αυτή είναι ψευδής εις την θεωρίαν και ανεφάρμοστος εις την πράξιν. Η κυριαρχία είναι μία και αδιαίρετος (…). Ο βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων της πολιτείας, συντεταγμένης ήδη, αλλ’ η σύνταξις αυτής είναι καθήκον της Συνελεύσεως» [Επίσημος Εφημερίς της εν Αθήναις Β’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμ. Γ’, σ. 586].

 

Και ο πληρεξούσιος Αρ. Γλαράκης υπερθεμάτιζε:

 

«Αποδεχόμεθα το Σύνταγμα… ουχί ως συνάλλαγμα αλλ’ ως καταστατικόν χάρτην της πολιτείας, το οποίον επιβάλλει η κυριαρχία του έθνους εις όλους τους λειτουργούς του, από του πρώτου μέχρι του τελευταίου· ώστε, όπως δεν συναλλάσσεται με την Βουλήν, με τους υπουργούς, με τους αξιωματικούς και με τους λοιπούς υπαλλήλους, ούτω και με τον αρχηγόν της εκτελεστικής εξουσίας δεν συναλλάσσεται» [Επίσημος Εφημερίς, τόμ. Γ’, σ. 1018].

 

Η δημοκρατική αρχή στο Σύνταγμα του 1864

 

Με το Σύνταγμα του 1864 συντελείται η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή. Πυρήνα της δημοκρατικής αρχής αποτελεί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Περαιτέρω, τη δημοκρατική αρχή εξειδικεύει και επιβεβαιώνει ένα πλέγμα συνταγματικών θεσμών (καθολική ψηφοφορία κλπ.), που αποτελούν λειτουργικές εκφάνσεις της.

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας

 

Η σπουδαιότερη διάταξη του Συντάγματος του 1864 βρίσκεται στο περίφημο άρθρο 21, όπου ορίζεται ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουσιν εκ του Έθνους, ενεργούνται δε καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται – τριανταεπτά χρόνια μετά το Σύνταγμα της Τροιζήνας όπου είχε διακηρυχθεί για πρώτη φορά – η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία πηγή και φορέας όλων των εξουσιών είναι ο λαός. Υπέρ του λαού συντρέχει η υπέρτατη αρμοδιότητα εντός του κράτους (η λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»): ο λαός έχει την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητά του, καθώς και την αρμοδιότητα των άλλων κρατικών οργάνων.

Βέβαια, η χρήση του όρου «έθνος» θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι καθιερώνεται όχι η λαϊκή, αλλά η «εθνική κυριαρχία». Η διαφορά είναι λεπτή, όχι όμως αμελητέα, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικές εκδοχές της δημοκρατικής αρχής (παρόλο που την εποχή εκείνη οι δύο όροι χρησιμοποιούνταν συνήθως ως ταυτόσημοι). Το έθνος είναι μια έννοια υπερβατική και αφηρημένη, καθώς αναφέρεται σε ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με συναισθηματικούς δεσμούς, που δημιουργούνται κατά βάση από την κοινή ιστορία και τις κοινές παραδόσεις. Αντίθετα, ο λαός είναι μια έννοια συγκεκριμένη: αναφέρεται στο σύνολο των υπηκόων (πολιτών) ενός κράτους, οι οποίοι συνδέονται προς αυτό με τον νομικό δεσμό της ιθαγένειας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάκριση (εθνοτική, φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική κλπ.). Δεδομένου ότι ο λαός μπορεί να μην ταυτίζεται πάντοτε με το έθνος, η ισχύς της αρχής της εθνικής κυριαρχίας συνεπάγεται ότι η εξουσία μπορεί ενίοτε να ασκείται σε αντίθεση προς τη βούληση του λαού (και σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του υπερβατικού έθνους). Αντίθετα, υπό την ισχύ της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η εξουσία ουδέποτε μπορεί να ασκηθεί αντίθετα προς τη βούληση του λαού. Με την εθνική κυριαρχία συνδέεται συνήθως η περιορισμένη, τιμηματική ψηφοφορία (που υποτίθεται ότι εκφράζει τον «ορθό» λόγο και το «αληθινό» συμφέρον του έθνους), ενώ η καθολική ψηφοφορία (ως έκφραση της βούλησης του συνόλου των μελών της κοινωνίας, δηλαδή του λαού) αποτελεί λειτουργική έκφανση της λαϊκής κυριαρχίας.

Όλες οι επιμέρους εκφάνσεις της δημοκρατικής αρχής στο Σύνταγμα του 1864 (ιδίως η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας, η καθιέρωση «μονήρους» Βουλής κ.α.) συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατική αρχή κατοχυρώνεται υπό την εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, η χρήση του όρου «έθνος» εξηγείται, διότι συμβολίζει το αίτημα για εθνική ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους: αναφέρεται δηλαδή στο (σημαντικό ακόμη) τμήμα του έθνους που ζούσε τότε έξω από τα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η χρήση του όρου έχει έτσι ιστορική και συμβολική – ηθικοπολιτική σημασία, δεν έχει όμως νομικές συνέπειες: η κυριαρχία ανήκει στον ελληνικό λαό, δηλαδή στο σύνολο των πολιτών του ελληνικού κράτους, και όχι στο ελληνικό έθνος. Κατά συνέπεια, υπέρτατη θέληση εντός του κράτους είναι η θέληση των Ελλήνων πολιτών, η οποία εκφράζεται μέσω του εκλογικού σώματος (δηλαδή του λαού με τη στενή έννοια, που απαρτίζεται από τους ενήλικους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν) και εκδηλώνεται με τις εκλογές.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν τη δημοκρατική αρχή

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας συνοδεύεται από την εισαγωγή μιας σειράς θεσμών και ρυθμίσεων, που αποτελούν αφενός απόρροια της αρχής και αφετέρου προϋπόθεση της λειτουργίας της. Αλλά και γενικότερα, η δημοκρατική αρχή αντανακλάται σε ολόκληρο το συνταγματικό κείμενο. Έτσι, πολλές διατάξεις που μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το Σύνταγμα του 1844, όπως αυτές για τις αρμοδιότητες του βασιλιά, αναβαπτίζονται υπό το φως της αρχής αυτής και αποκτούν νέο νόημα.

Οι κυριότεροι συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν την καθιέρωση της δημοκρατικής αρχής, επιβεβαιώνοντας και ολοκληρώνοντας το περιεχόμενό της, είναι οι ακόλουθοι:

α) Καταργείται η Γερουσία και καθιερώνεται το λεγόμενο σύστημα της «μονήρους Βουλής». Σύμφωνα με το Ψήφισμα της Συνέλευσης της 7ης Οκτωβρίου 1863, η Γερουσία «θεωρείται καταλυθείσα από της 11ης Οκτωβρίου 1862». Με την κατάργηση αυτού του δημοκρατικά ανομιμοποίητου – καθότι τα μέλη του δεν εκλέγονταν, αλλά διορίζονταν από τον βασιλιά- σώματος ενισχύεται η λαϊκή κυριαρχία: πλέον το (ενιαίο) κοινοβούλιο ως όργανο της νομοθετικής λειτουργίας είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο στο σύνολό του, αφού όλα τα μέλη της Βουλής εκλέγονται από τον λαό. Ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτόν, ολοκληρώνεται το εννοιολογικό περιεχόμενο της καθολικής ψηφοφορίας.

Στη λογική του αποκλεισμού θεσμών χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση κινείται επίσης η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ένα χρόνο μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

β) Κατοχυρώνεται συνταγματικά η καθολική ψηφοφορία, η οποία μέχρι τότε προβλεπόταν μόνο στον Νόμο περί εκλογής βουλευτών της 18ης Μαρτίου 1844. Σε συνδυασμό με την κατάργηση της Γερουσίας, αυτό σήμαινε ότι η καθολική ψηφοφορία κατέστη η μόνη νομιμοποιητική βάση του πολιτεύματος.

Παράλληλα, ως στοιχεία του εκλογικού συστήματος που δεν μπορούν πλέον να μεταβληθούν με νόμο, καθιερώνονται με ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 66) οι αρχές της άμεσης, καθολικής, μυστικής (δια σφαιριδίων) και ταυτόχρονης σε όλη την επικράτεια εκλογής των βουλευτών. Εξάλλου, από το όλο πνεύμα της σχετικής συνταγματικής ρύθμισης συνάγεται, ως προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο της καθολικότητας, και η αρχή της ισότητας της ψήφου, η αρχή δηλαδή ότι κάθε πολίτης – εκλογέας έχει μία μόνο ψήφο και οι ψήφοι όλων των εκλογέων είναι νομικά ισοδύναμες.

 

Η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας: μια πρωτοποριακή συνταγματική αρχή

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας θεωρήθηκε τότε από πολλούς «πρώιμη», δεδομένου ότι στα ευρωπαϊκά κράτη εξακολουθούσε να ισχύει η περιορισμένη τιμηματική (με κριτήρια περιουσιακά) ψήφο. Είναι αλήθεια ότι πολλοί δεν συμφωνούσαν με την κατοχύρωση της καθολικής ψήφου, θεωρώντας ότι οι ευρύτερες λαϊκές μάζες ήταν «ανώριμες» για να έχουν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη, υπήρχαν κι αυτοί που στη σημαντική αυτή κατάκτηση του ελληνικού λαού προέβλεπαν (ορθά, όπως αποδείχθηκε) μια γενικότερη τάση που επρόκειτο να επικρατήσει στα πολιτεύματα των ευρωπαϊκών κρατών.

Μάλιστα, οι πιο ριζοσπαστικές φωνές έβλεπαν στην κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας ένα μέσο πολιτικής χειραφέτησης των ευρύτερων λαϊκών μαζών, που μπορούν να χρησιμοποιούν την ψήφο για την προβολή εκ μέρους τους κοινωνικών διεκδικήσεων, με απώτερη προοπτική και την κοινωνική τους χειραφέτηση. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» (φύλλο της 26.9.1864):

 

«Μεταξύ των θεμελιωδών αρχών και των πολιτικών αξιωμάτων… ενεγράφη εν τω Συντάγματι και η πάνδημος ψηφοφορία, ήτις είναι ο αγρυπνότερος φύλαξ και η ασφαλεστέρα εγγύησις των συνταγματικών ελευθεριών. Η νίκη αυτή, ως νίκη της προόδου κατά της οπισθοδρομήσεως και ως θρίαμβος των νεωτέρων αρχών της ισότητος κατά των οικτρών κοινωνικών διακρίσεων, διήγηρε παντού αγαθωτάτην εντύπωσιν».

 

Η καθολική ψήφος, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων του «συνέρχεσθαι» και του «συνεταιρίζεσθαι», αποτέλεσαν έτσι τις θεσμικές προϋποθέσεις για την ανάδειξη, στη συνέχεια, του λεγόμενου «κοινωνικού ζητήματος» και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Από την άποψη αυτή, η καθολικότητα της ψήφου, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης (δικαιώματα του «συνέρχεσθαι» και «συνεταιρίζεσθαι»), συνέβαλε στην ίδρυση των πρώτων εργατικών σωματείων και σοσιαλιστικών συλλόγων περί τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Πέρα από τη συνταγματική κατοχύρωσή της, διευρύνθηκε η καθολικότητα της ψήφου και, κατά συνέπεια, το ίδιο το εκλογικό σώμα, καθώς μειώθηκε το όριο της εκλογικής ηλικίας. Έτσι, ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε από την ίδια τη Β’ Εθνική Συνέλευση παράλληλα με το Σύνταγμα καθιέρωσε ως εκλογική ηλικία το 21ο έτος αντί του 25ου που ίσχυε μέχρι τότε. Δεν θα πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι, την εποχή εκείνη, μέλη του εκλογικού σώματος νοούνται αποκλειστικά οι άνδρες. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος και στις γυναίκες θα συντελεστεί στην Ελλάδα μόλις το 1952, οπότε η ψηφοφορία γίνεται πραγματικά καθολική.

γ) Κατοχυρώνεται για πρώτη φορά η καθολική ψηφοφορία για τις δημοτικές εκλογές. Το άρθρο 105 του Συντάγματος προβλέπει τη διενέργεια της εκλογής των δημοτικών αρχών με άμεση, καθολική, και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία. Μέχρι τότε, οι δημοτικές εκλογές διενεργούνταν ακόμη με τον εκλογικό νόμο που είχε θεσπιστεί επί βαυαροκρατίας και προέβλεπε ένα αυστηρά τιμηματικό σύστημα, περιορίζοντας το δικαίωμα ψήφου στους «μάλλον φορολογουμένους πολίτες». Η καθιέρωση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας στην εκλογή των δημοτικών αρχών ολοκληρώνει τον εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος, καθώς επεκτείνει την ισχύ της δημοκρατικής αρχής και στο τοπικό επίπεδο. Πρόκειται για μια επιλογή που διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοτυπία, κάτι που καταδεικνύει και τον ιδιαίτερα ριζοσπαστικό και πρωτοποριακό, για τα μέτρα της εποχής, χαρακτήρα της.

δ) Καθιερώνεται το τεκμήριο της αρμοδιότητας υπέρ του λαού και κατά του μονάρχη (υπέρ του οποίου συνέτρεχε υπό το μοναρχικό Σύνταγμα του 1844): ο βασιλιάς περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η διάταξη του άρθρου 44 του Συντάγματος («ο βασιλεύς δεν έχει άλλας εξουσίας, ειμή όσας τω απονέμουσι ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι Νόμοι») συμπληρώνει το εννοιολογικό περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας, καθιστώντας σαφές ότι η εξουσία του βασιλιά είναι δοτή και περιορισμένη: όπως όλες οι εξουσίες, έτσι κι αυτή έχει πηγή και όριο τη λαϊκή κυριαρχία.

δ) Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη ή συμμετοχή του βασιλιά στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στη Βουλή και διενεργείται απ’ αυτήν, με παρεμβολή του εκλογικού σώματος (διενέργεια εκλογών). Η ρύθμιση αυτή έχει χαρακτηριστεί ως η «ασφαλιστική δικλείδα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας». Και πράγματι, η επιφύλαξη τόσο του συντακτικού όσο και του αναθεωρητικού έργου στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αντιπροσώπων του λαού αποτελεί όχι μόνο συνέπεια, αλλά και προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας.

 

Το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας

 

Στο πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας ο ρυθμιστικός ρόλος του βασιλιά προσδιορίζεται και κατευθύνεται από την εκδηλωμένη λαϊκή θέληση, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία που αναδεικνύεται στις εκλογές. Η σχέση αυτή, όπου ο μοναρχικός θεσμός αποδυναμώνεται τόσο, ώστε να μην αναιρεί τη δημοκρατική αρχή, έχει αποτυπωθεί επιγραμματικά από τον Διομήδη Κυριακό [1], στις Παρατηρήσεις του επί του σχεδίου Συντάγματος, με τη φράση: «ο Βασιλεύς βασιλεύει και δεν κυβερνά». Ουσιώδης προϋπόθεση, ωστόσο, για να επιτευχθεί ο συγκερασμός του βασιλικού θεσμού με τη δημοκρατική αρχή είναι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση συλλογικά και ο κάθε υπουργός ατομικά υπέχουν πολιτική ευθύνη απέναντι στη Βουλή και εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της. Η κοινοβουλευτική αρχή, όμως, δεν καθιερώνεται ρητά στο Σύνταγμα του 1864. Κατά συνέπεια, το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας παραμένει ελλιπές με τη θέσπιση του Συντάγματος και δεν ολοκληρώνεται παρά με την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος το 1875.

 

Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος από τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής

 

Είναι αλήθεια ότι ούτε στο ίδιο το Σύνταγμα του 1864 ούτε σε κάποιο άλλο επίσημο κείμενο υπάρχει ρητός χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Σε συνταγματικό κείμενο ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1952. Την εποχή εκείνη, όπως φάνηκε και από τις εργασίες της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επικρατούσε εννοιολογική σύγχυση μεταξύ «συνταγματικής μοναρχίας» και «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Από τους θεωρητικούς της εποχής, ορισμένοι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τον όρο «συνταγματική μοναρχία», ενώ άλλοι έκαναν λόγο για «δημοκρατική βασιλεία». Ήταν όμως σαφές σε όλους ότι το νέο πολίτευμα διέφερε ριζικά από τη συνταγματική μοναρχία του Συντάγματος του 1844. Έτσι, με τον καιρό διαπλάστηκε και επικράτησε ο όρος «βασιλευόμενη δημοκρατία», που, με κριτήριο την όλη διάρθρωση της συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, αποδίδει εύστοχα τον χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Εκ πρώτης όψεως, ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως βασιλευόμενης δημοκρατίας φαίνεται να διαψεύδεται από την πρόβλεψη της Συνθήκης του Λονδίνου (Ιούλιος 1863) μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων και της Δανίας, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάς αποτελεί κράτος μοναρχικόν, ανεξάρτητον και συνταγματικόν». Απ’ τη διατύπωση αυτή θα μπορούσε κάποιος να συνάγει ότι το πολίτευμα παραμένει συνταγματική μοναρχία. Ωστόσο, ο προσδιορισμός του πολιτεύματος δεν είναι ζήτημα τυπικό, αλλά ουσιαστικό: καθοριστικό κριτήριο δεν είναι το πώς αυτό χαρακτηρίζεται στα επίσημα κείμενα, αλλά ποιος είναι στην πραγματικότητα ο φορέας της κυριαρχίας. Και δεν χωρεί αμφιβολία ότι την κυριαρχία την ασκούσε ο λαός μέσω της συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Αυτό εκφράστηκε πανηγυρικά στο άρθρο 21 του Συντάγματος, το οποίο, ενόψει και της συνολικής συνταγματικής ρύθμισης, ασφαλώς αποτελεί εγκυρότερο κριτήριο για το χαρακτηρισμό του πολιτεύματος απ’ ό,τι μια διεθνής συνθήκη.

 

Επιβεβαιώσεις του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος πριν από το Σύνταγμα του 1864

 

Αλλά και πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος, ο δημοκρατικός – και όχι μοναρχικός – χαρακτήρας του πολιτεύματος που επρόκειτο να εγκαθιδρυθεί είχε επιβεβαιωθεί κατ’ επανάληψη: α) Ήδη στο «Ψήφισμα του Έθνους» (10.10.1862) γινόταν λόγος για εκλογή ηγεμόνα από την (κυρίαρχη) Εθνοσυνέλευση. β) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 22.1.1863 προέβλεπε ότι ο πρίγκιπας Αλφρέδος (η εκλογή του οποίου μεταγενέστερα ματαιώθηκε) «εξελέχθη κυριαρχική του Έθνους θελήσει Συνταγματικός Βασιλεύς των Ελλήνων». γ) Με το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 18.3.1863 ο Γεώργιος αναγορεύθηκε σε «Συνταγματικό Βασιλέα των Ελλήνων». Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Γεώργιος πήρε τον τίτλο «Βασιλεύς των Ελλήνων» – και όχι, όπως ο Όθωνας, «ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» -, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι τα δικαιώματά του επί του θρόνου δεν τα έχει «εξ ιδίου δικαίου» ή «ελέω Θεού», αλλά επειδή του τα παραχώρησαν οι Έλληνες, δηλαδή από την κυρίαρχη θέληση του ελληνικού λαού. δ) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 9.10.1863 σχετικά με τα δικαιώματα του βασιλιά όριζε ότι αυτός έχει το δικαίωμα κύρωσης των νόμων πλην του Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτόν, η Συνέλευση απέκλεισε οποιαδήποτε σύμπραξη του βασιλιά από την άσκηση συντακτικής εξουσίας, την οποία επιφύλαξε κυριαρχικά για την ίδια. Ο Γεώργιος θα καλούνταν απλώς να υπογράψει το Σύνταγμα (σε αντίθεση με τον Όθωνα, ο οποίος είχε κυρώσει και εκδώσει το Σύνταγμα του 1844). ε) Τέλος, με την ολοκλήρωση του έργου της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, ο Πρόεδρός της κήρυξε στις 16.11.1864 «κατ’ εντολήν και εξ ονόματός της» τη λήξη των εργασιών της, αφού αυτή είχε συνέλθει μόνη της, ασκώντας κυρίαρχη συντακτική εξουσία. Αντίθετα, τη λήξη των εργασιών της Εθνικής Συνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου την είχε κηρύξει στις 18.3.1844 ο Όθωνας, ο οποίος συνέπραττε στην άσκηση συντακτικής εξουσίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην άσκηση της συντακτικής επιτροπής και όχι αυτού που επισυνάφθηκε στο βασιλικό διάγγελμα. Περαιτέρω, όταν η Συνέλευση υπέβαλε το τελικό κείμενο του Συντάγματος στον Γεώργιο για να το υπογράψει, αυτός με νέο διάγγελμά του στις 31.10.1864 δήλωσε ότι το «αποδέχεται», αλλά ζήτησε την τροποποίηση δύο διατάξεων. Η Συνέλευση έκανε δεκτό το αίτημά του όσον αφορά το άρθρο περί θρησκείας, όχι όμως όσον αφορά το άρθρο περί αναθεώρησης. Τέλος, κατά τη δημοσίευση του Συντάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Γεώργιος χρησιμοποίησε και πάλι την έκφραση ότι «αποδέχεται» το Σύνταγμα. Όλα αυτά δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δήθεν το Σύνταγμα «συμφωνήθηκε» μεταξύ του λαού και του βασιλιά, αφού την αποκλειστική και αδιαίρετη συντακτική εξουσία την είχε η κυρίαρχη Συνέλευση. Αλλά μάλλον πρέπει να ερμηνευτούν ως απλές προσπάθειες δημιουργίας εντυπώσεων εκ μέρους του βασιλιά. Κατά τα λοιπά, οι περί «αποδοχής» του Συντάγματος δηλώσεις του τελευταίου δεν έχουν σημασία άλλη παρά το ότι αυτός «δέχεται» να παραμείνει στο θρόνο υπό τους όρους και τους περιορισμούς του Συντάγματος που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Γεώργιος δεν αρνούνταν καταρχήν ότι η εξουσία του πήγαζε από τον ελληνικό λαό. Σε προκήρυξή του με αφορμή την άφιξή του στην Ελλάδα, η οποία διαβάστηκε στην Εθνοσυνέλευση στις 19.10.1863, έλεγε χαρακτηριστικά: «Έλληνες, αναβαίνων εις τον θρόνον εφ’ όν με εκάλεσεν η ψήφος υμών…». Το ότι ο βασιλιάς δεν συμπράττει ούτε από νομική ούτε από πολιτική άποψη στην παραγωγή του Συντάγματος επρόκειτο να επιβεβαιωθεί περίτρανα κατά την αναθεώρηση του 1911, στην οποία ο βασιλιάς δεν είχε καμία απολύτως συμμετοχή.

 

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Η εξέγερση της 10ης Οκτωβρίου 1862 είχε κατά κάποιο τρόπο προδικάσει τη μορφή του πολιτεύματος, καθώς το «Ψήφισμα του Έθνους» κατάργησε τη δυναστεία του Όθωνα, όχι όμως και τον βασιλικό θεσμό. Αντίθετα, προέβλεψε ρητά τη σύγκληση Συνέλευσης με σκοπό – πέρα από τη θέσπιση Συντάγματος – και την εκλογή νέου ηγεμόνα. Βέβαια, η Β’ Εθνική Συνέλευση που εκλέχθηκε στη συνέχεια, ως γνήσια συντακτική συνέλευση, δεν δεσμευόταν τυπικά απ’ το Ψήφισμα. Ωστόσο, η πολιτική τάση που επικρατούσε, ενόψει και της επιρροής των ξένων δυνάμεων, ήταν σαφέστατα υπέρ της διατήρησης του βασιλικού θεσμού. Κάποιες ριζοσπαστικές φωνές που επιθυμούσαν την εγκαθίδρυση γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος δεν ήταν δυνατό, στις συνθήκες αυτές, να βρουν ανταπόκριση. Πάντως, ήδη από το «Ψήφισμα του Έθνους», στο οποίο γινόταν λόγος για «εκλογή» του βασιλιά από την κυρίαρχη εθνοσυνέλευση, γινόταν αντιληπτό ότι η νομικοπολιτική θέση του βασιλιά θα ήταν διαφορετική στο νέο πολίτευμα.

Πράγματι, η μεταπολίτευση του 1862 και η Β’ Εθνική Συνέλευση διατήρησαν μεν τον βασιλικό θεσμό, αλλά μετέβαλαν ριζικά τη νομική φύση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατά το Σύνταγμα του 1844 το πρόσωπο του βασιλιά ήταν «ιερόν και απαραβίαστον», στο Σύνταγμα του 1864 χαρακτηρίζεται απλώς ως «ανεύθυνον και απαραβίαστον» (άρθρο 29). Ο βασιλιάς παύει να αποτελεί το ανώτατο όργανο της πολιτείας – που, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, δεν μπορεί παρά να είναι ο λαός – και περιορίζεται στο αξίωμα του «Ανωτάτου Άρχοντος» του κράτους. Η διαφορά είναι καίρια. Το ανώτατο όργανο έχει, ως φορέας της κυριαρχίας, τη λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»: είναι το όργανο που, ασκώντας συντακτική εξουσία, καθορίζει ποια θα είναι τα όργανα του κράτους και ποιες αρμοδιότητες θα έχουν. Ένα από αυτά τα όργανα είναι και ο ανώτατος άρχοντας, η τυπική και συμβολική «κεφαλή» του κράτους, ο οποίος, ασκώντας συντεταγμένη εξουσία, έχει μόνον αυτές τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή είχε, επομένως, την έννοια ότι φορέας της κυριαρχίας κατέστη ο λαός αντί του βασιλιά, ο οποίος έχασε το τεκμήριο της αρμοδιότητας (που πλέον συντρέχει υπέρ του λαού), περιοριζόμενος μόνο σε όσες εξουσίες του απονέμουν ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι νόμοι (άρθρο 44).

Έτσι, ο βασιλιάς έχασε τις υπερεξουσίες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα του 1844. Παραμένει βέβαια ο κύριος παράγοντας της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία του «ανήκει», και εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα διορισμού και παύσης των υπουργών «αυτού». Ωστόσο, μετά την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», δεν μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατά βούληση και χωρίς περιορισμούς, όπως μέχρι τότε. Επίσης ο βασιλιάς διατηρεί τις αρμοδιότητες έκδοσης των αναγκαίων για την εκτέλεση των νόμων διαταγμάτων, καθώς και διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων. Ως «ανώτατος άρχων του κράτους», εξάλλου, άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες – αρμοδιότητες που του επιτρέπουν την ανάμιξη στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Ο βασιλιάς διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες και στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας. Ωστόσο η συνολική επιρροή του σ’ αυτήν είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω της κατάργησης της Γερουσίας. Κατά τα λοιπά ο βασιλιάς διατηρεί την αρμοδιότητα να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους. Εάν μάλιστα ένα νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή δεν κυρωθεί από το βασιλιά εντός δύο μηνών από τη λήξη της βουλευτικής συνόδου, τότε αυτό θεωρείται ότι ακυρώθηκε (άρθρο 36). Πρόκειται για ένα δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) που δύσκολα συμβιβάζεται με τη δημοκρατική αρχή. Από την άλλη, το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, δηλαδή η δυνατότητα του βασιλιά να υποβάλλει νομοσχέδια προς ψήφιση στη Βουλή, περιορίζεται, καθώς πλέον ορίζεται ότι αυτό ενασκείται «δια των υπουργών».

Περαιτέρω, ο βασιλιάς διατηρεί έναν περιορισμένο ρόλο ως παράγοντας της δικαστικής εξουσίας, ιδίως όσον αφορά τις αρμοδιότητες απονομής χάριτος και διορισμού των δικαστών. Περιορισμό της εξουσίας του αποτελεί πάντως η ενίσχυση του θεσμού της ισοβιότητας των δικαστών. Σε συμβολικό επίπεδο, εξακολουθεί μεν να προβλέπεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται εν ονόματι του βασιλιά, απαλείφεται ωστόσο η πρόβλεψη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν. Ο βασιλιάς διατηρεί, τέλος, και τη λειτουργία του ρυθμιστή του πολιτεύματος, με την έκδοση των διαταγμάτων διορισμού και παύσης της κυβέρνησης, σύγκλησης και διάλυσης της Βουλής, καθώς και προκήρυξης εκλογών.

Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Συντάγματος, η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως την πρώτη Νοεμβρίου κάθε έτους, εκτός εάν ο βασιλιάς τη συγκαλέσει νωρίτερα.

Ενδεικτικό για τα κοινοβουλευτικά ήθη της εποχής είναι και το ακόλουθο περιστατικό, που αναφέρει ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης:

 

«Ληξάσης της Συνόδου του 1872 κατά Ιούνιον του 1873 δια της αποχωρήσεως των βουλευτών πριν έτι κηρυχθή η λήξις, και της 1ης Νοεμβρίου επελθούσης άνευ τινός υπό του Βασιλέως συγκαλέσεως, η μεν Βουλή δεν συνήλθεν αυτοδικαίως, είς δε και μόνος βουλευτής μετέβη εις το βουλευτήριον και επί πολύ μάτην παρέμεινε προς τήρησιν της διαάξεως του άρθρου 54» (Ελληνικοί κώδικες – Ελληνικά συντάγματα, 1901, σ. 183).

 

Ενόψει των παραπάνω, αποκτούν διαφορετικό νόημα οι αρχές του (πολιτικά) ανεύθυνου του βασιλιά και της προσυπογραφής των πράξεών του. Οι αρχές αυτές – σύμφωνα με τις οποίες ο βασιλιάς δεν φέρει καμία ευθύνη για τις πράξεις του, ενώ κάθε πράξη του πρέπει να προσυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό που αναλαμβάνει έτσι την ευθύνη – προβλέπονταν ήδη στο Σύνταγμα του 1844. Υπό την ισχύ του τελευταίου, όμως, ο βασιλιάς μπορούσε να ασκεί «προσωπική εξουσία» και ο ρόλος των υπουργών περιοριζόταν κατά βάση στο να καλύπτουν την πολιτική του βασιλιά: έτσι, άλλος κυβερνούσε κι άλλος είχε την ευθύνη. Αντίθετα, υπό την ισχύ ενός δημοκρατικού Συντάγματος, αυτοί που κυβερνούν πρέπει να έχουν και την ευθύνη: ο (ανεύθυνος) βασιλιάς δεν δικαιούται πλέον να ασκεί προσωπική εξουσία. («ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά»). Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «με δεδομένο ότι η εξουσία βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται και η ευθύνη και αντιστρόφως, η διάταξη του άρθρου 30 σύμφωνα με την οποία «ουδεμία πράξις του βασιλέως ισχύει ουδέ εκτελείται αν δεν είναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου υπουργού» αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τις εξουσίες του Στέμματος που μόνο τυπικά και κατ’ όνομα του ανήκουν». Η εξουσία τείνει κατ’ αυτόν τον τρόπο να μετατοπιστεί από τον ανεύθυνο βασιλιά στους υπεύθυνους υπουργούς.

Ωστόσο, το ότι ο βασιλιάς διατηρεί την εξουσία να επιλέγει χωρίς δεσμεύσεις τους υπουργούς του λειτουργεί ανασχετικά στην τάση αυτή. Έτσι, όσο δεν καθιερώνεται κοινοβουλευτικό σύστημα (οπότε ο βασιλιάς οφείλει να διορίζει τους υπουργούς που έχουν την εμπιστοσύνη της βουλής), ο βασιλιάς διατηρεί σημαντική εξουσία. Από την άποψη αυτή, η εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875, οπότε ο βασιλιάς δεν μπορεί πλέον να επιλέγει τους, υπεύθυνους και προσυπογράφοντες τις πράξεις του, υπουργούς κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του, συνεπάγεται σοβαρό, αν και άτυπο περιορισμό της συνολικής εξουσίας του.

 

Η Βουλή

 

Με την κατάργηση της Γερουσίας η Βουλή καθίσταται ο βασικός παράγοντας της νομοθετικής λειτουργίας. Τα μέλη της Βουλής εκλέγονται για τετραετή θητεία (ενώ υπό το Σύνταγμα του 1844 η θητεία ήταν τριετής) και είναι τουλάχιστον εκατόν πενήντα. Η θέση του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με τη θέση δημοσίου υπαλλήλου ή δημάρχου, όχι όμως και με αυτή του αξιωματικού. Αξιωματικοί που εκλέγονται βουλευτές τίθενται πάντως σε διαθεσιμότητα και επανέρχονται στην υπηρεσία μετά τη λήξη της βουλευτικής θητείας τους. Για την προστασία των βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προβλέπονται και οι σχετικές εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας: Δεν καταδιώκονται ούτε εξετάζονται για γνώμη που εξέφρασαν στη Βουλή ή για ψήφο που έδωσαν, ενώ, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος. Κατοχυρώνεται επίσης η αυτονομία της Βουλής, καθώς ορίζει η ίδια τον τρόπο λειτουργίας της με Κανονισμό που ψηφίζει [2].

Στο σύστημα της «μονήρους Βουλής», όπως αποκαλείται, ενισχύεται η πολιτική θέση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Αυτό αποτυπώνεται και σε μια σειρά νέων ρυθμίσεων που εισάγονται στο περί Βουλής κεφάλαιο του Συντάγματος. Διευρύνονται, έτσι, οι δυνατότητες άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου. Εξορθολογίζεται και ρυθμίζεται πληρέστερα το δικαίωμα της Βουλής να κατηγορεί τους υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου (και όχι, όπως πριν, ενώπιον της Γερουσίας) σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Κυρίως όμως θεσπίζεται για πρώτη φορά το δικαίωμα της Βουλής να συγκροτεί «εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές» για να ελέγχει τους υπουργούς. Βέβαια, οι ρυθμίσεις αυτές από μόνες τους (εκτός δηλαδή των πλαισίων του κοινοβουλευτικού συστήματος) δεν αρκούν για να επιφέρουν μια ουσιαστική μετατόπιση της εξουσίας από τον βασιλιά προς τη Βουλή. Θέτουν, ωστόσο, το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να καθιερωθεί το κοινοβουλευτικό σύστημα.

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές συγκρότησε η Βουλή στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι οποίες καταγράφονται από τον Γ. Δυοβουνιώτη: α) το Φεβρουάριο του 1882, ύστερα από πρόταση του πρωθυπουργού Αλ. Κουμουνδούρου, για να εξεταστεί υπόθεση του ελλείμματος του Ταμείου Θηβών· β) τον Απρίλιο του 1882, μετά από πρόταση του βουλευτή Ηλ. Παλαμίδη, προς εξέταση της μεταβίβασης του κτήματος Αδαμών· γ) το 1885, μετά από πρόταση των βουλευτών Κ. Μαυρομιχάλη και Δ. Λυμπερόπουλου, για να εξεταστεί η διαχείριση των έργων οδοποιίας, καθώς και το δάνειο των 170 εκατομμυρίων· δ) το 1891, συγκροτήθηκε επιτροπή, για να ελέγξει τις πράξεις του Χ. Τρικούπη ως Υπουργού των Στρατιωτικών.

Καμιά απ’ τις επιτροπές αυτές δεν κατέληξε στην άσκηση ποινικών διώξεων κατά υπουργών. Μόνο στην τελευταία περίπτωση αποφασίσθηκε η παραπομή του Χ. Τρικούπη σε δίκη, η οποία ωστόσο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.

 

Ποινική ευθύνη των Υπουργών

 

Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 80-81), η Βουλή μπορεί να κατηγορεί τους Υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και από δώδεκα δικαστές που κληρώνονται μεταξύ του συνόλου των αρεοπαγιτών και εφετών. Τη διαδικασία και τις ποινές ορίζει ειδικός νόμος περί ευθύνης υπουργών. Μέχρι την έκδοση του νόμου αυτού, οι υπουργοί μπορούν να κατηγορούνται και να δικάζονται για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας, παράνομης είσπραξης και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος και των νόμων στην οποία προβαίνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο Νόμος ΦΠΣΤ’ «περί ευθύνης των Υπουργών» ψηφίστηκε στις 23.12.1876 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23.2.1877. Πολύ σύντομα τροποποιήθηκε με τον Νόμο ΧΕ’ «περί μεταρρυθίσεως των διατάξεων του περί ευθύνης των Υπουργών νόμου», που δημοσιεύθηκε στις 11.3.1877. Πριν την έκδοση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, είχαν εισαχθεί σε δίκη, ευθέως βάσει του Συντάγματος, οι εξής υπουργοί: α) Οι Ι. Βαλασσόπουλος, υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, και ο Β. Νικολόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης, κατηγορούμενοι «επί σιμωνία». Τον Μάρτιο του 1876, ο Βαλασσόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και στέρηση της ικανότητάς του να λαμάνει δημόσιες θέσεις για τρία έτη, ενώ ο Νικολόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών. β) Όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Δ. Βούλγαρη, κατηγορούμενοι για εκλογικές παραβάσεις, οι οποίοι πάντως απαλλάχθηκαν λόγω ακύρωσης του κατηγορητηρίου τον Σεπτέμβριο του 1876.

Όπως το Σύνταγμα του 1844, έτσι και το Σύνταγμα του 1864 δεν επέβαλλε τη λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος, καθώς στις διατάξεις του δεν προέβλεπε την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ούτε την εξάρτησή της από την εμπιστοσύνη της βουλής. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Σύνταγμα, που φαινόταν να αποκλείει μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος, το Σύνταγμα του 1864 κάθε άλλο παρά αντίθετο με την εκδοχή αυτή ήταν. Η εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος αποτελούσε τη λογική ολοκλήρωση του πολιτεύματος που καθιέρωνε το Σύνταγμα. Μοιάζει, για το λόγο αυτόν, ως ανωμαλία η καθυστέρηση της καθιέρωσής του για περισσότερο από δέκα χρόνια.

 

Η (εκ νέου) κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Μετά την (πρώτη) κατάργησή του από το Σύνταγμα του 1844, το Συμβούλιο της Επικρατείας επανήλθε στο Σύνταγμα του 1864. Σ’ αυτό μάλιστα αφιερώθηκαν οι αρκετά αναλυτικές διατάξεις των άρθρων 83-86. Βέβαια, επρόκειτο για ένα θεσμό αρκετά διαφορετικό από τον ομώνυμο που είχε ιδρύσει η αντιβασιλεία. Αυτή τη φορά προβλέφθηκε αποκλειστικά ως συμβουλευτικό σώμα «προς παρασκευήν και βάσανον των νομοσχεδίων». Συγκεκριμένα, ως αποστολή του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίστηκε η διατύπωση γνώμης επί όλων των νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου που ψηφίζονται στη Βουλή επί της αρχής και προτού αυτά ψηφιστούν κατ’ άρθρον. Ωστόσο, η προδιάθεση προς το όργανο αυτό, που στη μνήμη του λαού είχε συνδεθεί με την απολυταρχία, ήταν μάλλον αρνητική. Η επαναφορά του στο Σύνταγμα συντελέσθηκε μετά από πολλή συζήτηση στην Εθνική Συνέλευση και έγινε αποδεκτή με πολύ μικρή πλειοψηφία. Ως παραχώρηση προς την ισχυρή μειοψηφία που αντιδρούσε στην εγκαθίδρυση ενός σώματος που θεωρούσε αριστοκρατικό, η Συνέλευση δέχτηκε κατ’ εξαίρεση τη δυνατότητα αναθεώρησης των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος.

Πράγματι, το όργανο αυτό δεν έμελλε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του. Ένα χρόνο μετά τη θέση του Συντάγματος σε ισχύ, ενεργοποιήθηκε η «ρήτρα αναθεώρησης» και με τον νόμο ΡΙΒ’/ 25.11.1865 καταργήθηκαν οι περί Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεις. Είναι η πρώτη φορά που τροποποιείται το Σύνταγμα (με κατάργηση διατάξεών του). Βέβαια, δεν κινήθηκε η (τακτική) αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 107, αλλά απλώς έγινε χρήση μιας εξαιρετικής πρόβλεψης του Συντάγματος για αναθεώρηση ενός πολύ συγκεκριμένου κομματιού της συνταγματικής ύλης. Δεν παύει, παρόλα αυτά, να πρόκειται για μια τυπική μεταβολή του συνταγματικού κειμένου, η οποία μάλιστα έγινε με τήρηση της προβλεπόμενης συνταγματικής διαδικασίας και όχι με συνταγματική εκτροπή.

Η ενίσχυση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος

Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος ενισχύεται, καθώς το Σύνταγμα του 1864 κατοχυρώνει πληρέστερα και αποτελεσματικότερα τις ατομικές ελευθερίες. Το Σύνταγμα του 1844 περιλάμβανε βέβαια έναν σχετικά πλήρη κατάλογο ατομικών ελευθεριών, ωστόσο, στην πράξη, η προστασία τους παρουσίαζε σοβαρά ελλείμματα. Με το Σύνταγμα του 1864 αφενός συμπληρώνεται ο κατάλογος με νέα δικαιώματα και αφετέρου προβλέπονται ορισμένες, διαδικαστικού κυρίως χαρακτήρα, εγγυήσεις, που καθιστούν αποτελεσματικότερη την άσκησή τους. Οι περισσότερες μάλιστα από αυτές τις προσθήκες και βελτιώσεις συνδέονται με τη δημοκρατική αρχή και, κατά τούτο, επιτυγχάνεται η σύζευξη του φιλελεύθερου με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Η σημαντικότερη, ωστόσο, εξέλιξη στην προστασία των ατομικών ελευθεριών επέρχεται περί τα τέλη του αιώνα, με την καθιέρωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια. Η δυνατότητα δικαστικής προστασίας των πολιτών απέναντι σε αυθαιρεσίες της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συμβάλλει στην εδραίωση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

 

Πληρέστερη κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα

 

Οι κυριότερες βελτιώσεις που το Σύνταγμα του 1864 επιφέρει στην προστασία των ατομικών ελευθεριών:

(α) Κατοχυρώνονται τα δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: η ελευθερία της συνάθροισης (ελευθερία του συνέρχεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις και άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, και η ελευθερία της συνένωσης (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Με τα δικαιώματα αυτά διευρύνεται η συμμετοχή του λαού στις αντιπροσωπευτικές διαδικασίες. Ειδικότερα, αποκτά συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των κομμάτων και λοιπών πολιτικών ενώσεων, εξέλιξη ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και περαιτέρω – κάτι το οποίο διευκρινίστηκε με την αναθεώρηση του 1911 – βρίσκει συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των επαγγελματικών ενώσεων και εργατικών σωματείων, παρέχοντας τη δυνατότητα στις εργαζόμενες τάξεις να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

 

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι στην ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου

 

«Η ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου θεωρούσε ανέκαθεν την ελευθερία του συνεταιρισμού ως την πιο στοιχειώδη εκδήλωση κοινωνικότητας του ανθρώπου, ως το δικαίωμα που επιβεβαιώνει και επικυρώνει την κοινωνική του διάσταση. Ο Ν. Ι. Σαρίπολος στην Πραγματεία του περί του Συνταγματικού Δικαίου, θεωρεί «την ελευθερίαν του συνεταιρίζεσθαι ως συμφυή εις την ανθρώπινον φύσιν», καθ’ ότι ο άνθρωπος «ον φύσει κοινωνικόν, λογικόν μάλλον παρά φυσικόν, χρήζει της από των ομοίων βοηθείας και αντιλήψεως», έχει δε έμφυτον «την ορμήν προς το φιλείν, την προς τον όμοιον ομιλίαν». Επικαλούμενος μάλιστα τη γνώμη του Αριστοτέλη (…), καταλήγει ότι είναι «φυσικόν τοις ανθρώποις το είναι συνηνωμένους, φυσικόν δε και το κατά μερικωτέρας ομάδας συνεταιρίζεσθαι».

(…) Η αυθόρμητη αυτή εκδήλωση της κοινωνικότητας του ανθρώπου δεν κατοχυρώθηκε, ωστόσο, νομικά παρά μόνο στους νεότερους χρόνους, στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το Δίκαιο «ήλθε να προσδώση εις την ελευθερίαν ταύτην ωρισμένον τύπον και σχήμα» (Αλεξ. Σβώλος). Πράγματι, τότε μόνο η ελευθερία του συνεταιρισμού αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, όταν με τους αγώνες και την πολιτική άνοδο των μαζών από «φυσικό» έγινε δικαίωμα νομικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του μέλους της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας. Ακόμη και ο Ν. Ι. Σαρίπολος ομολογεί ότι το δικαίωμα του συνεταιρισμού «κατάκτησις νέα της ελευθερίας εστί ως κατά πρώτον εν τω Συντάγματι του 1864 ομολογηθέν». Έως τότε η ίδρυση πολιτικών και επαγγελματικών οργανώσεων απαγορευόταν ή η σύστασή τους εξαρτιώταν από άδεια της αρχής.

Ο ισχύων τότε Ποινικός Νόμος στα άρθρα 212 και επόμενα απαγόρευε τη σύσταση, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης, ενώσεων δύο ή περισσοτέρων προσώπων για οποιοδήποτε σκοπό εκτός από επιστημονικό ή φιλανθρωπικό. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με ποινές φυλάκισης. Το 1864, ο συνταγματικός νομοθέτης έθεσε υπό την προστασία του Συντάγματος (άρθρο 11) ιδίως τους συνεταιρισμούς που επεδίωκαν σκοπούς πολιτικούς καθώς και τις φιλανθρωπικές και θρησκευτικές ενώσεις. Κατά την αναθεώρηση του 1911 η συνταγματική προστασία της ελευθερίας του συνεταιρισμού επεκτάθηκε και στα επαγγελματικά σωματεία, μετά από σχετική δήλωση ότι ο όρος «συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει ου μόνον τους πολιτικούς συλλόγους, αλλά και τα κοινωνικούς σκοπούς επιδιώκοντα σωματεία και πάσαν εν γένει ένωσιν πλειόνων προς οιονδήποτε θεμιτόν σκοπόν». Μετά την ερμηνευτική αυτή δήλωση, το άρθρο 11 κάλυπτε πλέον όλο το φάσμα των οργανώσεων, δηλαδή και τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές οργανώσεις. Η σημασία της συνταγματικής κάλυψης των πολιτικών συνεταιρισμών είναι προφανής, αν σκεφθεί κανείς ότι στο Σύνταγμα του 1864/1911/1952 δεν υπήρχε άλλο συνταγματικό έρεισμα για τη δράση των πολιτικών κομμάτων» (Αντώνης Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1981, σ. 235-237).

Στην πράξη, τα νεοπαγή αυτά δικαιώματα αντιμετωπίστηκαν με πολλή επιφύλαξη – αν όχι εχθρότητα – από τους κρατούντες. Οι ισχύοντες νόμοι έθεταν σοβαρούς περιορισμούς στη συλλογική δράση, ιδίως των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν έλειψαν και περιπτώσεις βίαιης καταστολής των εργατικών δικαιωμάτων, όπως στην περίπτωση των Λαυρεωτικών. Στο κλίμα αυτό, η ίδρυση των πρώτων εργατικών και σοσιαλιστικών συλλόγων βρήκε περιορισμένη μόνο απήχηση.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

 

Οι πρώτοι νεκροί διαδηλωτές

 

Στις 15 Ιανουαρίου 1878 διαδηλώνουν 5000 άτομα στα Προπύλαια, στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά στο σπίτι του Κουμουνδούρου.

 

«Ο λαός διετάχη να διαλυθεί. (…) Οι αξιωματικοί διέταξαν εκφόβισιν… Στρατιώται επυροβόλησαν. Τινές πολίτες δια πιστολίων αντεπυροβόλησαν… Αίφνης φωνή ηκούσθη: ‘Σε κρέας τώρα’. Τρεις πολίται έπεσαν. Τρεις χωροφύλακες πληγώθησαν. Οι πυροβολισμοί συνεχίσθησαν. Επί κάρρων εφέροντο οι φονευθέντες και πληγωθέντες και το πλήθος διεσκορπίζετο. Έγιναν και συλλήψεις. Ο υπουργός στρατιωτικών Πετμεζάς απαγόρευσε τα συγκεντρώσεις. Έγινε και συζήτηση στη Βουλή όπου με μεγάλη πλειοψηφία εγκρίθηκαν τα κυβερητικά μέτρα» (Εφημερίς, 16.1.1878).

 

(β) Προστατεύεται πληρέστερα η ελευθερία του τύπου. Η κατοχύρωσή της στο Σύνταγμα του 1844 υπήρξε ατελής, καθότι απαγόρευε μεν τη λογοκρισία, όχι όμως και την κατάσχεση. Στο Σύνταγμα του 1864 (άρθρο 14) οι εγγυήσεις υπέρ του τύπου διευρύνονται: απαγορεύεται η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο, καθώς επίσης και η κατάσχεση των εφημερίδων και άλλων εντύπων. Κατ’ εξαίρεση, κατάσχεση είναι επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις προσβολής της χριστιανικής θρησκείας και του προσώπου του βασιλιά και μόνο μετά την δημοσίευση. Η επιβολή κατάσχεσης συνοδεύεται, πάντως, από ορισμένες διαδικαστικού χαρακτήρα εγγυήσεις (απόφαση εισαγγελέα, βούλευμα δικαστικού συμβουλίου για τη διατήρηση ή άρση της κατάσχεσης, δυνατότητα ανακοπής κατά του βουλεύματος).

(γ) Καταργείται η απάνθρωπη ποινή του πολιτικού θανάτου.

(δ) Τα πολιτικά εγκλήματα υπάγονται σε επιεικέστερο, σε σχέση με τα κοινά εγκλήματα, καθεστώς: περιορίζονται τα ανώτατα χρονικά όρια προφυλάκισης (μέχρι τρεις μήνες), παρέχεται η δυνατότητα πρόωρης απόλυσης του προφυλακισμένου με απόφαση δικαστικού συμβουλίου, ενώ, για τα αμιγώς πολιτικά εγκλήματα, καταργείται η θανατική ποινή.

(ε) Προστατεύεται πληρέστερα, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1844, η προσωπική ασφάλεια, καθώς στη σχετική συνταγματική διάταξη (άρθρο 5) εισάγονται ορισμένες εγγυήσεις διαδικαστικού βασικά χαρακτήρα (άμεση προσαγωγή του συλληφθέντα στον ανακριτή, ανώτατα χρονικά όρια κράτησης). Ορίζεται μάλιστα ότι οι υπάλληλοι (δεσμοφύλακες κλπ.) που παραβαίνουν τις σχετικές διατάξεις και κρατούν τον συλληφθέντα πέρα από τα επιτρεπτά όρια θα θεωρείται ότι διαπράττουν το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης και θα τιμωρούνται.

(στ) Ορίζεται (στο άρθρο 20) ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο» (ενώ το Σύνταγμα του 1844 όριζε απλώς ότι «είναι απαραβίαστο»). Μ’ αυτή την, συμβολικής κυρίως σημασίας, επίταση της διατύπωσης της διάταξης εκφράζεται η αντίδραση της Β’ Εθνικής Συνέλευσης στις σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος αυτού από την οθωνική εξουσία.

 

Οι Σ. και Θ. είχαν προφυλακιστεί για να δικαστούν ως ληστές. Τα στοιχεία βάσει των οποίων παραπέμφθηκαν σε δίκη προέρχονταν από μια επιστολή, που έχει βρεθεί στο πτώμα του ληστή Κ. και απευθυνόταν σ’ αυτούς. Ο Άρειος Πάγος, σε μια πρωτοποριακή απόφασή του (την 89/1871), έκρινε ότι «η επιστολή αυτή δεν ηδύνατο να ληφθή υπ’ όψιν, διότι το άρθρο 20 του Συντάγματος διαλαμβάνει επί λέξεσιν ότι το απόρρητον των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστον»∙ διέταξε έτσι την αποφυλάκιση των Σ. και Θ., επειδή, πέρα από την επιστολή, δεν υπήρχαν άλλες ενδείξεις για την παραπομπή τους σε δίκη.

 

ζ) Προστίθεται στο άρθρο 3 διάταξη στην οποία ορίζεται ότι σε Έλληνες πολίτες «δεν απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης». Η διάταξη αυτή, που απηχεί τις δημοκρατικές αντιλήψεις των μελών της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

(η) Κατοχυρώνεται πληρέστερα η θρησκευτική ελευθερία, χωρίς ωστόσο να απαλείφεται η ρήτρα της απαγόρευσης του προσηλυτισμού κατά της επικρατούσας θρησκείας και βέβαια χωρίς να αίρεται η σχέση έντασης που δημιουργείται από την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Πάντως, εξισώνεται το καθεστώτος των λειτουργών των (λοιπών) αναγνωρισμένων θρησκειών με αυτό των λειτουργών της επικρατούσας θρησκείας, ενώ καθιερώνεται και η ορκοδοσία των αλλόθρησκων βουλευτών κατά τον τύπο της θρησκείας τους. Με τις ρυθμίσεις αυτές διευκολύνονται τα μέλη άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων στην άσκηση της θρησκευτικής τους ελευθερίας.

 

Η συσχέτιση των ατομικών ελευθεριών με τη δημοκρατική αρχή

 

Η συνολική βελτίωση της προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει σε μεγάλο βαθμό να θεωρηθεί και αυτή ως απόρροια της καθιέρωσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Η δυνατότητα ακώλυτης συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ελευθεριών. Χαρακτηριστικά είναι, όσον αφορά τα πλέον «πολιτικά» από τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και την ελευθερία του τύπου, ορισμένα αποσπάσματα από τις συζητήσεις στην Εθνοσυνέλευση. Ο πληρεξούσιος Α. Διαμαντόπουλος επισημαίνει, έτσι, ότι:

 

«εις τας δημοσίας συναθροίσεις, εις τους δημοσίους συνεταιρισμούς μορφούται και αναπτύσσεται η κοινή γνώμη… Σύνταγμα, εκλογαί άνευ κοινής γνώμης είναι ψεύδος, απάτη… Ο συνεταιρισμός μόνον δύναται να φέρει εις ισορροπίαν τας δυνάμεις της Κυβερνήσεως και του ατόμου».

 

Και, σύμφωνα με τον Ν. Ι. Σαρίπολο [3],

 

«η ελευθερία του τύπου δίδει περισσοτέραν έντασιν εις την εν γένει ελευθερίαν του έθνους. Περιορίζοντες την ελευθερίαν του τύπου, προσβάλλετε του έθνους την κυριαρχίαν, ήτις είναι αλληλένδετος προς τη ελευθερίαν της ψήφου και την ελευθερίαν του εκφράζειν την διάνοιαν και την επί του πολιτευομένων κρίσιν…».

 

Η καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων

 

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα τα δικαστήρια αρνούνταν να προβούν σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής στη νομοθετική εξουσία. Ο δικαστής περιοριζόταν να εξετάσει εάν ένας νόμος φέρει τα τυπικά γνωρίσματα που απαιτεί το Σύνταγμα για τους νόμους, αλλά δεν εξέταζε το περιεχόμενό του. Τη θέση αυτή, που πρωτοδιατύπωσε ο Άρειος Πάγος το 1847 με την απόφαση 198/1847, επαναλάμβαναν έκτοτε τακτικά τα δικαστήρια. Στην απόφαση 254/1883, για παράδειγμα, ο Άρειος Πάγος τόνιζε ότι:

 

«εφ’ όσον ο νόμος φέρει πάντα τα εξωτερικά γνωρίσματα, ήτοι ότι εν αυτώ λέγεται ότι εψηφίσθη υπό της Βουλής, εκυρώθη υπό του Βασιλέως και εδημοσιεύθη δια της εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν δικαιούνται τα δικαστήρια να εξετάσωσιν αν, κατά την κατάρτισιν αυτού, ετηρήθησαν αι εσωτερικαί διατυπώσεις, ήτοι εάν εψηφίσθη σύμφωνα με τα εν τω Συντάγματι ως προς τούτο διαγραφόμενα».

 

Παρομοίως, με την απόφαση 1850/1896, το Εφετείο Αθηνών αρνήθηκε να κρίνει τη συνταγματικότητα ενός νόμου ο οποίος ανέτρεπε ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενός ιδιώτη, επισημαίνοντας ότι:

 

«ο δικαστής δεν επικρίνει αλλά εφαρμόζει τον νόμον, επομένως έστιν αρμόδιος να εξετάσει μόνον εάν η νομοθετική πράξις φέρει τους παρά του Συντάγματος αναγραφόμενους τύπους… ουχί δε και να εξελέγξη τας τοιαύτας νομοθετικάς αποφάσεις ως προς το περιεχόμενον αυτών, διότι τότε η δικαστική εξουσία. θα καθίστατο ανωτέρα της νομοθετικής».

 

Η στάση αυτή των δικαστηρίων σήμαινε ότι ο πολίτης δεν μπορούσε να προστατευθεί απέναντι σε νομοθετικές πράξεις αντίθετες προς το Σύνταγμα και ιδίως απέναντι σε νόμους που προσβάλλουν τις ατομικές ελευθερίες. Βέβαια, θεωρητικά, ο νομοθέτης ήταν εκπρόσωπος του έθνους και εκφραστής του «κοινού καλού» και, ως εκ τούτου, επικρατούσε η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πράττει σε βάρος των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς, όμως, γινόταν αντιληπτό ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα το «κοινό καλό» δεν προσδιορίζεται από το ενιαίο και υπερβατικό έθνος, αλλά από τον συγκεκριμένο λαό και ότι η γενική βούληση σχηματίζεται μέσα από τις συγκρούσεις των επιμέρους κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων, άρχισε να συνειδητοποιείται και η ανάγκη προστασίας των ατομικών ελευθεριών απέναντι στη συγκυριακή βούληση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Άλλωστε, η παραμέριση ενός νόμου υπέρ του Συντάγματος δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως προσβολή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας – με τη δικαιολογία ότι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης αποτελεί την γνησιότερη έκφρασή της -, αλλά αντίθετα ως επιβεβαίωσή της: καθώς το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους και την πρωταρχική έκφραση της λαϊκής θέλησης, είναι εύλογο να υπερισχύει έναντι των κοινών νόμων.

Σταδιακά, η αντίληψη αυτή άρχισε να επικρατεί και στα δικαστήρια. Για πρώτη φορά, το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση 3504/1892, δέχτηκε ότι:

«τα δικαστήρια, οσάκις ήθελον συναντήσει προφανή αντίφασιν μεταξύ Συντάγματος και νόμου, μη δυνάμενα να θεωρήσωσι καταργημένον το αμετάβλητο Σύνταγμα, κατ’ ανάγκη θέλουσι λύσει την αντινομίαν, αποδίδοντα εις τούτο την επικράτησιν και θεωρούντα τον νόμον ανίσχυρον».

Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση 1847/1893, έκρινε ότι:

«ο κατά το περιεχόμενον αντισυνταγματικός νόμος δεν δύναται ποτέ να θεωρηθή ως ισχύον όπως δήποτε και εφαρμοστέος. Καθ’ όσον εν τοιαύτη περιπτώσει αποτελεί καθαρώς κατάλυσιν πλήρη ωρισμένης διατάξεως του Συντάγματος (όπερ αναμφισβητήτως είναι υπέρτερον και επικρατέστερον παντός νόμου…)» και, κατά συνέπεια, «ο δικαστής… δύναται χωρίς να κατακριθή επί υπερβάσει των οικείων της εξουσίας αυτού ορίων ου μόνον να εξετάζη εκάστοτε εάν ο νόμος φέρη πάντα τα γενεθλιακά αυτού στοιχεία, και εάν δεν αντίκειται κατ’ ουσίαν προς το Σύνταγμα, αλλά και να αποφαίνηται τούτο επικρατέστερον εκείνου. Καθ’ όσον και εν τοιαύτη περιπτώσει υποτίθεται ουχί ότι αρνείται υποταγήν εις τον Νόμον. αλλ’ ότι κηρύττει μη καταργηθέν δια νόμου το Σύνταγμα».

Το αποτέλεσμα του παραπάνω σκεπτικού ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος ΡΟΓ’ του 1867 και ειδικότερα οι διατάξεις του που καταργούσαν αναδρομικά τα δικαιώματα κυριότητας που είχαν οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες της λίμνης Κωπαΐδος, χωρίς όμως να έχει καταβληθεί προηγουμένως αποζημίωση, όπως όριζε το άρθρο 17 του Συντάγματος. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα και από τον Άρειο Πάγο. Με την ιστορική απόφαση 23/1897 διακήρυξε ότι:

«όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδην διάταξιν αυτού, δικαιούται το δικαστήριον να μην εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει».

Με την παραπάνω εξέλιξη της νομολογίας τους, τα δικαστήρια καθιερώνουν μια σπουδαία εγγύηση του κράτους δικαίου. Αναγνωρίζεται ότι το Σύνταγμα και ιδίως οι διατάξεις του που κατοχυρώνουν ατομικές ελευθερίες δεσμεύουν κάθε κρατική εξουσία, επομένως ακόμη και την νομοθετική. Και αναδεικνύεται ο ρόλος των δικαστηρίων να προστατεύουν τον πολίτη απέναντι σε κάθε είδους προσβολή των δικαιωμάτων του, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ακόμη δηλαδή κι αν συντελείται με νόμο ψηφισμένο από την πλειοψηφία της Βουλής.

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος και η λειτουργία του πολιτεύματος

 

Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1864 και μέχρι την αναθεώρηση του 1911, η λειτουργία του πολιτεύματος διέρχεται δύο στάδια, με ορόσημο την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875. Κατά το πρώτο στάδιο (1864-1875) σταθεροποιείται η λειτουργία του πολιτεύματος, ενώ το δεύτερο στάδιο (1875-1911) χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή και λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Παράλληλα με αυτή την πορεία εξορθολογισμού του πολιτικού συστήματος και εξομάλυνσης του δημόσιου βίου, το ελληνικό κράτος επεκτείνεται εδαφικά και αναπτύσσεται οικονομικά.

 

Το πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων και η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους

 

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδίως στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του μια νέα εποχή αρχίζει να διαμορφώνεται στις διεθνείς σχέσεις. Οι κυριότερες τάσεις μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Οι μεγάλες δυνάμεις τείνουν να εγκαταλείψουν οριστικά το, παρωχημένο υπό τις νέες συνθήκες, δόγμα της διατήρησης της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάτι που επιταχύνει την αποσύνθεσή της. Οι συνέπειες είναι εμφανείς ιδίως στα Βαλκάνια, όπου αυξάνει διαρκώς – και μάλιστα μετά τη νέα τουρκική ήττα στον ρωσοτουρκικό πόλεμο – η επιρροή της Ρωσίας. Οδηγούμαστε έτσι στις επαναστάσεις της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και της Βουλγαρίας (το 1875 και το 1876 αντίστοιχα) και τελικά στην αναγνώριση της βουλγαρικής και της σερβικής ανεξαρτησίας το 1878 με τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου.

β) Με την ενοποίηση της Ιταλίας το 1870 και της Γερμανίας το 1871, νέες δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους στη διεθνή σκηνή. Ιδίως η Γερμανία διεκδικεί ένα σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Αρχίζει πια να γίνεται αντιληπτό ότι η εποχή όπου η διεθνής πολιτική επικαθοριζόταν από την αντιπαράθεση των δυο βασικών δυνάμεων (Αγγλία – Ρωσία) τείνει να παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ένας ιδιότυπος πολυπολισμός αναδύεται, με συνέπεια οι μικρότερες χώρες να αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών: δεν είναι πλέον αναγκασμένες να προσδένονται στο άρμα της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, αλλά μπορούν να δημιουργούν νέες συμμαχίες και να τις αλλάζουν, ανάλογα με τη συγκυρία.

γ) Με τη διεθνή οικονομική ύφεση των ετών 1870-1890 συνειδητοποιείται η σημασία του οικονομικού παράγοντα για τις διεθνείς εξελίξεις. Για την ελληνική οικονομία, που έφερε το δυσβάστακτο βάρος των δανείων του ελληνικού κράτους, η διεθνοποίηση της οικονομίας και ιδίως η κινητικότητα των κεφαλαίων στη διεθνή αγορά λειτούργησε θετικά: με την προσέλκυση των παροικιακών κεφαλαίων δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και, μαζί μ’ αυτήν, για τη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης.

Η θέση της Ελλάδας στο νέο αυτό διεθνές πλαίσιο χαρακτηρίζεται ιδίως από την, περιορισμένη έστω, εδαφική επέκτασή της. Η κρητική επανάσταση του 1864-1867 μπορεί να μην οδήγησε τελικά στην ένωση της μεγαλονήσου, ωστόσο με την προσχώρηση των επτανήσων το 1864 και της Θεσσαλίας και Άρτας το 1881 το ελληνικό κράτος αυξάνει την εδαφική του έκταση κατά το εν τρίτο περίπου. Η εδαφική επέκταση συνοδεύεται από οφέλη οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά ακόμη και πολιτικά (αρκεί να σκεφτούμε τη συμβολή των επτανήσιων πληρεξουσίων στην επικράτηση των δημοκρατικών στοιχείων κατά τις εργασίες Β’ Εθνικής Συνέλευσης). Σημαντική συνέπεια των εξελίξεων αυτών αποτελεί, εξάλλου, και το ότι εξορθολογίζεται η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Αποβάλλει έτσι το ρομαντικό περίβλημά της (με αναφορές στο Βυζάντιο και την αρχαιότητα) και επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο – και γι’ αυτό ρεαλιστικό – αίτημα δημιουργίας ενός ισχυρού νεοελληνικού κράτους. Στην περίοδο αυτή τίθενται τα θεμέλια της εθνικής ολοκλήρωσης, τα αποτελέσματα της οποίας δεν φάνηκαν παρά αρκετά αργότερα – και ύστερα από αρκετές αποτυχίες, με κορυφαία την ήττα του 1897-, με τους βαλκανικούς πολέμους.

 

Η σταθεροποίηση της λειτουργίας του πολιτεύματος (1864-1875)

 

Η πρώτη δεκαετία εφαρμογής του Συντάγματος του 1864 και πρώτη περίοδος λειτουργίας του πολιτεύματος της βασιλευόμενης δημοκρατίας έμεινε αρκετά πίσω από τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η δημοκρατική επανάσταση του 1862. Ύστερα από τριάντα χρόνια μοναρχίας (απόλυτης και συνταγματικής), δεν είχε ακόμη αφομοιωθεί πλήρως ο φιλελεύθερος και, ιδίως, ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος. Έτσι, πολλές από τις ατυχείς πρακτικές της προηγούμενης περιόδου φαίνεται να επιβιώνουν και στο νέο καθεστώς.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Ο βασιλιάς Γεώργιος διεκδικεί, αν και με λιγότερο απροκάλυπτο τρόπο απ’ ό,τι ο προκάτοχός του, άμεσο πολιτικό ρόλο, κυρίως μέσω της αρμοδιότητάς του να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις. Στη λογική του πολιτεύματος ανήκει – εν δυνάμει, αλλά χωρίς να κατοχυρώνεται ρητά – και η κοινοβουλευτική αρχή, δηλαδή η υποχρέωση του βασιλιά να διορίζει κυβερνήσεις που έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Παρόλα αυτά ο Γεώργιος ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατ’ αρέσκειαν: κατά κανόνα διορίζει φιλικές προς αυτόν κυβερνήσεις, τις οποίες δεν διστάζει να παύει όταν γίνονται ανεπιθύμητες. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότερες από τις 18 συνολικά κυβερνήσεις που διορίστηκαν μέχρι το 1875 δεν διέθεταν την πλειοψηφία στη Βουλή. Σε κάποιες περιπτώσεις – όπως με την κυβέρνηση Επ. Δεληγεώργη το 1872 – ο βασιλιάς επέμενε να διατηρεί «τεχνητά» στην εξουσία κυβερνήσεις που εξυπηρετούσαν τους προσωπικούς πολιτικούς του σχεδιασμούς. Σε άλλες περιπτώσεις απομάκρυνε από την εξουσία κυβερνήσεις, όταν διαφωνούσε με την πολιτική που ακολουθούσαν. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο εξαναγκασμός σε παραίτηση της κυβέρνησης Αλ. Κουμουνδούρου το 1867, η οποία μάλιστα διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γιατί ο βασιλιάς διαφωνούσε με το χειρισμό του κρητικού ζητήματος. Η αποπομπή της κυβέρνησης Κουμουνδούρου υπήρξε η απαρχή μια πολυετούς πολιτικής κρίσης, η οποία δεν παρήλθε παρά με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875.

Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της βασιλείας του, ο νεαρός και άπειρος Γεώργιος επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από διάφορους συμβούλους των ανακτόρων και «αυλοκόλακες», οι οποίοι έτσι αποκτούν σημαντική (εξω-θεσμική) εξουσία και δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής. Διαβόητος υπήρξε ιδίως ο Δανός μυστικοσύμβουλος κόμης Σπόνεκ, η συμπεριφορά του οποίου κατά τα δυο πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου εξήγειρε εναντίον του την κοινή γνώμη, ώστε τελικά να εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα.

 

Η αποτυχημένη συναίρεση του βασιλικού θεσμού με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: ένας αιώνας πολιτειακής κακοδαιμονίας

 

Η πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Γεώργιο αναφορικά με τον διορισμό και την παύση κυβερνήσεων δημιούργησε ένα αρνητικό προηγούμενο και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας μοναρχικής «ανάγνωσης» και ερμηνείας της σχετικής αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς έχει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας κατά την άσκηση της. Η ερμηνεία αυτή έρχεται όμως σε αντίθεση με τη δημοκρατική αρχή, η οποία διαπνέει το Σύνταγμα στο σύνολό του και, άρα, θα έπρεπε να αποτελεί και το ερμηνευτικό κριτήριο όσον αφορά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βασιλιά.

Στην εδραίωση της φιλομοναρχικής αυτής ερμηνείας – και, ως εκ τούτου, στην ενίσχυση του πολιτικού ρόλου του στέμματος – συνέβαλε και η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε σε αγόρευσή του στη Βουλή (9.11.1865) ο Επ. Δεληγεώργης,

 

«Το δικαίωμα του Βασιλέως είναι πλήρες, δύναται να καλέση ον αυτός βούλεται ίνα κυβερνήση τον τόπον. Το δικαίωμα του Βασιλέως δεν υπόκειται εις κανένα περιορισμόν. Αι κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, αφού κυβερνήσωσιν, υπό του έθνους και της Βουλής ή δύνανται να πέσωσιν αυθωρεί…».

 

Η αντίληψη αυτή δεν εγκαταλείφθηκε ούτε μετά την εισαγωγή της αρχής της «δεδηλωμένης», ούτε καν μετά τη ρητή συνταγματική καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος με το Σύνταγμα του 1864/1911/1952. Η επιβίωση μοναρχικών «υπολειμμάτων» σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα αποτέλεσε πηγή πολιτικών ανωμαλιών, που χαρακτήρισαν ολόκληρο της περίοδο της βασιλευόμενης δημοκρατίας μέχρι τα «κύκνειο άσμα» της, τη βασιλική εκτροπή του 1965–1967. Έναν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864, με αφορμή τα Ιουλιανά του 1965, ο Φαίδων Βεγλερής συνόψιζε τις βασικές αιτίες της κακοδαιμονίας που ταλάνιζε τη λειτουργία του πολιτεύματος:

 

«Το πολίτευμα που προσπαθεί, από το Σύνταγμα του 1864, να συναιρέση την αρχήν ότι «ο Βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων του Κράτους» με την αρχήν ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Έθνους» και που το ισχύον Σύνταγμα ονομάζει ‘Βασιλευομένην Δημοκρατίαν’, δεν έχει αφομοιωθη από τον Θρόνον, ούτε, καθώς φαίνεται, από μεγάλην μερίδα του πολιτικού κόσμου. Με σταθερότητα και επιμονή ο Θρόνος διεκδίκησε πάντοτε το δικαίωμα να διορίζη κυβερνήσεις και υπουργούς της προσωπικής εμπιστοσύνης του και να τους παύη όταν διαφωνή προς την πολιτική που ακολουθούν, την γενικήν ή την ειδικήν…» («Το Σύνταγμα, το ήθος και το έθνος», πρωτοσέλιδο άρθρο στην εφημερίδα ‘Το Βήμα’, 5.9.1965).

 

β) Παράλληλα με το στέμμα, στη νόθευση του πολιτεύματος συντέλεσαν, με την μικροπαραταξιακή τακτική τους, και οι κομματάρχες. Τα κόμματα της εποχής, χαλαρά οργανωμένα γύρω από ιδεολογικές αρχές και ηγέτες, λειτουργούσαν κατά βάση ως μηχανισμοί διαμεσολάβησης για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων και συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών. Σύμφωνα με τον Γ. Αναστασιάδη, «οι κομματικοί σχηματισμοί της περιόδου, ως συντονιστές των πελατειακών σχέσεων, ήταν ουσιαστικά οι οργανισμοί που αναλάμβαναν τον ρόλο του συλλογικού εκπροσώπου των εκλογικών συμφερόντων των βουλευτών και του συλλογικού αντιπροσώπου των προσωπικών συμφερόντων των ψηφοφόρων απέναντι στους ελεγχόμενους από τους βουλευτές και την κυβέρνηση κρατικούς μηχανισμούς». Εξάλλου, η πολιτική ολιγαρχία ταύτιζε κατά βάση τα συμφέροντά της με αυτά του κυρίαρχου κοινωνικο-πολιτικού συγκροτήματος, απ’ όπου και προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό οι πολιτευόμενοι.

Στις συνθήκες αυτές – και στο πλαίσιο ενός δικτύου όπου συμμετέχουν πολιτικοί ηγέτες, οικονομικοί παράγοντες και τοπικοί κομματάρχες – βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι πελατειακές σχέσεις, το ρουσφέτι, η διαφθορά και η κακοδιοίκηση. Η εφημερίδα «Εθνικόν Πνεύμα», ασκώντας σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση Βούλγαρη, γράφει χαρακτηριστικά στο φύλλο της 26.2.1868:

 

«Μόλις η εξουσία περιήλθεν εις χείρας σας, επί των δημοσίων θέσεων επεπέσατε ως λύκων αγέλη, όπως τα πάντα διαρπάσητε, τα πάντα καταφάγητε και κατασπαράξητε… Τι έμεινε πλέον δι’ υμάς ιερόν και όσιον; Διακόσια πεντήκοντα διατάγματα προσωπικών διορισμών υπεγράφησαν εν μία μόνη ημέρα κατά την παρελθούσαν εβδομάδα, και τούτο όπως κορέσητε την ακόρεστον αδηφαγίαν των υπουργικών συνδυασμών».

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι «παλαιοκομματικές» πρακτικές και οι «μικροπολιτικές» σκοπιμότητες οδηγούσαν σε απαξίωση το πολιτικό και κομματικό σύστημα και αναβάθμιζαν έτσι έμμεσα το ρόλο του βασιλιά. Όπως επισημαίνει ο Π. Πετρίδης, «οι κομματικοί αρχηγοί της εποχής, εμμένοντας στον παλαιοκομματισμό, ευνοούσαν, ακούσια μάλλον, τον αυξανόμενο πολιτικό ρόλο του στέμματος».

 

Οι μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου

  

Ο μεταμφιεσμένος αντισυνταγματισμός – αντικοινοβουλευτισμός στα πρώτα χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος του 1864.

 

«Ένα άρθρο της εφημερίδας ‘Παλιγγενεσία’ (27.3.1869) απέκρουε τις επιθέσεις εναντίον των κομμάτων και μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που δεν ήθελαν να είναι το Κοινοβούλιο ο κυρίως παράγοντας της διακυβέρνησης της χώρας δεν παρουσιάζονταν ως αντισυνταγματικοί – αντικοινοβουλευτικοί. (…)

 

Η εφημερίδα υπενθύμιζε ότι κοινοβουλετικό πολίτευμα δίχως κόμματα δεν μπορούσε να υπάρξει και ότι το ζητούμενο ήταν η μετάβαση σ’ ένα δικομματικό σύστημα και η ηθικοποίηση των κομμάτων – όχι η εξάλειψή τους.

 

Ένας λόγος γι’ αυτήν ή και για άλλες μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου ήταν ότι το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είχε τις ρίζες του στην Επανάσταση του 1821 με τον διπλό εθνικό και κοινωνικό της χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, το συνταγματικό θεωρούνταν το μόνο εθνικό πολίτευμα, ενώ και η πολιτική εμπειρία των Ελλήνων ενίσχυε τη συνταγματική ιδεολογία, αφού όσοι ως τότε είχαν κυβερνήσει τη χώρα ‘δικτατορικά’ είτε ήταν ξένοι, όπως οι Βαυαροί, είτε ετερόχθονες, όπως ο Καποδίστριας. Επομένως, η διακήρυξη ενός καθαρού αντικοινοβουλευτισμού επέσυρε σχεδόν αυτόματα την κατηγορία του ανθελληνισμού (…). Η πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού από Έλληνες, ιδιαίτερα όταν συνδεόταν με την υλική και πολιτισμική υστέρηση του κράτους, μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ότι ταυτιζόταν με την ευρωπαϊκή ή ξενική ανθελληνική καταδίκη της Ελλάδας, καθώς και την υπονόμευση της πίστης της στην εκπλήρωση της εθνικής αποστολής…» (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003)

 

γ) Η ξενική επιρροή παραμένει ισχυρή. Τα παλιά ξενώνυμα κόμματα (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό) δεν υφίστανται πλέον, ωστόσο οι κύριοι κομματικοί σχηματισμοί και οι ηγέτες τους (Αλ. Κουμουνδούρος, Δ. Βούλγαρης, Επ. Δεληγεώργης, Θρ. Ζαΐμης) εξακολουθούν να εντάσσονται στο πεδίο επιρροής της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, επιλέγοντας ή αλλάζοντας «στρατόπεδα» ανάλογα με τη συγκυρία. Ιδίως στον ευαίσθητο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι ξένες δυνάμεις ασκούν επιρροή τόσο μέσω των ηγετικών πολιτικών ομάδων όσο και μέσω του βασιλιά, ο οποίος, πέρα από το θεσμικό ρόλο που το Σύνταγμα του αναγνωρίζει σε θέματα διεθνών σχέσεων, επιδιώκει να ασκεί και προσωπική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική του κράτους συνδιαμορφώνεται έτσι από δύο εν μέρει αντίρροπους στόχους: αφενός την ικανοποίηση του εθνικού φρονήματος, στο πλαίσιο της πάντοτε δημοφιλούς πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας, και αφετέρου τη σύμπλευση με τους σχεδιασμούς και τις επιταγές των Μεγάλων Δυνάμεων.

δ) Ενόψει όλων των παραπάνω, ο λαός παραμένει στο περιθώριο, αδυνατώντας να ασκήσει αποτελεσματικά τις εξουσίες που το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα τού αναγνωρίζει. Οι εκλογές, που αποτελούν την κύρια μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της εξουσίας, συχνά αμαυρώνονται από αθέμιτους επηρεασμούς των ψηφοφόρων και φαινόμενα βίας και καλπονοθείας. Παράλληλα, οι ατομικές (πελατειακές) εξαρτήσεις αποπροσανατολίζουν τους πολίτες από την εξυπηρέτηση των ευρύτερων κοινωνικών ή ταξικών τους συμφερόντων.

Σύμφωνα με τον Π. Πετρίδη,

 

«υπό αυτά τα δεδομένα, η συμμετοχή των πολιτών στη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας, ενώ φαινομενικά ήταν ευρεία, στην ουσία παρέμενε περιορισμένη, αφού εξαρτιώταν καθοριστικά από την πολιτική επιρροή, την κοινωνική επιβολή και την ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης, που εξασφάλιζε κατά κανόνα την ποθητή αντιπροσώπευσή της στο Κοινοβούλιο. Μοιραία, ο λαός, αποκλεισμένος από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης από τις πολιτικές διαδικασίες, ήταν υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί ή να ταυτίζεται με τον εκάστοτε αρχηγό του ισχυρότερου, κατά περίπτωση, κόμματος που κι αυτό ήταν εξαρτημένο από τοπικούς κομματικούς παράγοντες».

 

Τα παραπάνω φαινόμενα, ωστόσο, όσο αρνητικά κι αν είναι καθεαυτά, δεν αναιρούν μια γενικότερη τάση εξομάλυνσης του πολιτικού βίου της χώρας. Καταρχάς, την περίοδο αυτή λείπουν οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και διχοτομήσεις. Όπως επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρά τις αναμφισβήτητες απόπειρες επηρεασμού του εκλογικού αποτελέσματος, σε τελευταία ανάλυση, «οι εκλογές αποτέλεσαν τον κανόνα του παιχνιδιού και, με την περιοδική διεξαγωγή τους, λειτούργησαν πάντοτε ως ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή γενικευμένων συγκρούσεων». Περαιτέρω, οι σημαντικές πολιτικές κρίσεις και διενέξεις επιλύονται σχετικά ‘ανώδυνα’, καθώς η διευθέτησή τους παραμένει στα πλαίσια του συνταγματικού πολιτεύματος, και δεν εξελίσσονται σε συνταγματικές εκτροπές. Ως συνέπεια των παραπάνω, αναβαθμίζεται ο ρόλος της λαϊκής αντιπροσωπείας, σε βάρος μάλιστα των ‘προνομιών’ του στέμματος. Εξάλλου, η αντίφαση που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή, δηλαδή από τη μια η ενίσχυση του πολιτικού και θεσμικού βάρους της Βουλής και από την άλλη η εμμονή του θρόνου να παρεμβαίνει στην κοινοβουλευτική ζωή, υπήρξε η βαθύτερη αιτία για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρας μας.

«Εχθροί του πολιτεύματος»!

«Κηρύττομεν εχθρούς του πολιτεύματος όλους εκείνους οίτινες νοθεύουν και έναν μόνον όρον του Συντάγματος και μάλιστα τον αφορώντα την εκλγογήν του λαού, ήτις είναι η βάσις ολοκήρου του οικοδομήματος… Είναι λοιπόν εχθροί άσπονδοι της βασιλείας του Γεωργίου οι υπουργοί του Βούλγαρη, προεξάρχοντος αυτού, διότι νοθεύουν το Σύνταγμα.» (εφημ. «Εθνοφύλαξ», 13.8.1868)

«Ζήτω το Σύνταγμα»!

«Φοιτηταί κραυγάζοντες προ του Πανεπισημίου: ‘Ζήτω το Σύνταγμα’! Μετ’ ολίγον έφθασεν το πεζικόν, το ιππικόν, η χωροφυλακή, οι πυροσβέσται μετ’ αντλιών και διέλυσαν τους κραυγάζοντας» («Εφημερίς», 13.11.1873)

«Έκαυσαν εφημερίδες»

Φοιτητές «έκαυσαν δύο εφημερίδας της πρωτευούσης εις ένδειξιν αποδοκιμασίας του πικρού ύφους μεθ’ ου αύται επραγματεύθησαν και διέστρεψαν το ζήτημα των φοιτητών» («Εφημερίς», 17.11.1873)

(Πιθανώς η πρώτη φορά που καίγονται εφημερίδες σε συλλαλητήριο στην Αθήνα).

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος (1875-1911)

 

Από το 1870 και μετά αρχίζει να τίθεται επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής του κυβερνήσεων που υποδεικνύονται από την πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή το ζήτημα της εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος. Η πολιτική ανωμαλία που χρόνιζε, τουλάχιστον από το 1868, κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του Δ. Βούλγαρη στις 19 Μαρτίου 1875. Η γενική κατακραυγή που η συνταγματική αυτή εκτροπή προκάλεσε είχε τελικά ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», με τον λόγο του θρόνου που εκφώνησε ο Γεώργιος στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 18ης Ιουλίου 1875. Δικαιώθηκαν έτσι οι αγώνες του Χ. Τρικούπη, παρόλο που ο ίδιος υπέστη ήττα στις εκλογές εκείνες.

Η εξέλιξη αυτή, που συνεπάγεται την απαρχή της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και ολοκληρώνει τη μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή, είχε καταλυτικές συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτεύματος και, πράγματι, άλλαξε τη φυσιογνωμία του. Η εξαγγελία της αρχής της δεδηλωμένης, παρόλο που δεν δέσμευε τον Γεώργιο τυπικά-νομικά, παρά ηθικοπολιτικά μόνο, συνιστά μιαν άτυπη, αλλά εξαιρετικά σημαντική μεταβολή του Συντάγματος. Πρόκειται ουσιαστικά για την επίσημη επαν-ερμηνεία της βασιλικής αρμοδιότητας διορισμού και παύσης των κυβερνήσεων – και συνακόλουθα της αρμοδιότητας διάλυσης της Βουλής – υπό το φως της δημοκρατικής – κοινοβουλευτικής αρχής. Η συνεπής εφαρμογή της αρχής αυτής θα σήμαινε ότι ο βασιλιάς δεν συμμετέχει παρά τυπικά μόνο στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης: ότι δηλαδή περιορίζεται απλώς να διαπιστώσει ποιος πολιτικός αρχηγός διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, ώστε να του αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Αυτό θα σήμαινε, με άλλα λόγια, ότι πραγματώνεται η αρχή «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά».

Στη συνταγματική πρακτική, η εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης υπήρξε πιο περιορισμένη, καθώς επικράτησαν δύο ερμηνείες που τη σχετικοποιούσαν. Πρώτον, ο βασιλιάς ανέθετε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης όχι αμέσως μετά την εκλογή της Βουλής, αλλά μετά την ψηφοφορία για την ανάδειξη του προεδρείου της, στην οποία θεωρούνταν ότι αποτυπώνεται ασφαλέστερα η κοινοβουλευτική δύναμη του κάθε κόμματος. Και δεύτερον, οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν ενώπιον της Βουλής για να λάβουν ψήφο εμπιστοσύνης μετά το διορισμό τους από το βασιλιά. Η εμπιστοσύνη της Βουλής θεωρούνταν, ως εκ τούτου, αναγκαίο, αλλά όχι επαρκές προσόν για την παραμονή μιας κυβέρνησης στην εξουσία, ενώ δεν θεωρούνταν απαραίτητη για το διορισμό της. Ουσιαστικά δηλαδή υπήρχε διπλή εξάρτηση της κυβέρνησης, τόσο από τη Βουλή όσο και από τον Ανώτατο Άρχοντα. Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς αποκτούσε ορισμένα, καθόλου ευκαταφρόνητα, περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Από την πλευρά του Γεωργίου δεν έλειψαν, έτσι, οι παρεμβάσεις, ακόμα μάλιστα και παύσεις κυβερνήσεων που είχαν την εμπιστοσύνη της Βουλής, όπως στην περίπτωση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη τον Φεβρουάριο του 1892.

Πέρα από τη διαμάχη γύρω από τη δεδηλωμένη, δύο κυρίως στοιχεία χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή: η διαμόρφωση του πρώτου ελληνικού δικομματισμού και οι εκλογικές μεταρρυθμίσεις.

α) Στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η εφαρμογή της αρχή της δεδηλωμένης, κατέστη σαφές ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος προϋποθέτει οργανωμένα και σταθερά κόμματα, ούτως ώστε να είναι ευκρινής η κοινοβουλευτική δύναμη που στηρίζει τον κάθε αρχηγό. Εξάλλου, εφόσον πλέον η βασιλική εύνοια δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για το διορισμό κυβερνήσεων, μοιραία αναβαθμίζεται η αντιπαράθεση πολιτικών επιλογών και προγραμμάτων. Αυτά είχαν ως συνέπεια την μετατροπή των κομμάτων από χαλαρούς προσωποπαγείς συνδέσμους σε πραγματικά κόμματα αρχών (έστω και συσπειρωμένα γύρω από έναν ισχυρό ηγέτη), τα οποία χαρακτηρίζονταν από συνεκτικούς κομματικούς δεσμούς και κομματική πειθαρχία. Παράλληλα, συνεπαγόταν και την εγκαθίδρυση συστήματος δικομματισμού, όπου δύο κυρίαρχα κόμματα μονοπωλούν την εξουσία εναλλασσόμενα σ’ αυτήν. Στον δικομματισμό συνέτεινε, εξάλλου, και η ενίσχυση του θεσμικού ρόλου της κυβέρνησης σε βάρος της Βουλής, την οποία επιδίωξε με διάφορα μέτρα ο Τρικούπης. Έτσι, ιδίως η περίοδος 1885-1895 συνδέθηκε με την αντιπαράθεση του Τρικουπικού – «νεωτεριστικού» κόμματος με το Δηλιγιαννικό – «εθνικόν» κόμμα.

Ο δικομματισμός, βέβαια, δεν επαρκούσε από μόνος του για να εγγυηθεί την πολιτική σταθερότητα. Τόσο οι παρεμβάσεις του βασιλιά όσο και οι καιροσκοπικές πρακτικές των πολιτικών δυνάμεων είχαν ως αποτέλεσμα ότι μέχρι το 1890, δηλαδή μέσα σε μία εικοσιπενταετία, άσκησαν εξουσία ούτε λίγο ούτε πολύ 25 κυβερνήσεις. Παρά ταύτα, καθόλου δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι όλο αυτό το διάστημα – σε μια άνευ προηγουμένου διάρκεια – ο κοινοβουλευτισμός λειτουργεί απρόσκοπτα και σε συνθήκες συνταγματικής ομαλότητας.

β) Με τον νέο εκλογικό νόμο, τον ν. ΧΜΗ’ της 17.9.1877, που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης Κουμουνδούρου, η εκλογική διαδικασία εκσυγχρονίζεται. Προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών στην οργάνωση και διενέργεια των εκλογών, η παρουσία δικαστικών αντιπροσώπων στα εκλογικά τμήματα και η ολοκλήρωση των εκλογών σε μία ημέρα, που έπρεπε να είναι Κυριακή. Προβλέφθηκαν επίσης ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν την εκλογική νομοθεσία. Με τον ίδιο νόμο, εξάλλου, καταργούνται και οι τελευταίοι περιορισμοί του δικαιώματος της ψήφου (η προϋπόθεση του να έχει ο ψηφοφόρος κάποια ιδιοκτησία ή να μετέρχεται οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα), έτσι ώστε η καθολικότητα της ψήφου επεκτείνεται πλέον στο σύνολο του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ιδίως μετά την προσάρτηση των νέων εδαφών, τίθενται οι όροι για την οικονομική ανάπτυξη και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Η ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας, ο εκχρηματισμός της οικονομίας, η ανάπτυξη σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά και ο μετασχηματισμός των κομμάτων και η αποδυνάμωση του πελατειακού συστήματος και των αθέμιτων σχέσεων μεταξύ πολιτικής και διοίκησης υπήρξαν οι κύριες επιδιώξεις των κυβερνήσεων Τρικούπη. Οι προσπάθειες αυτές ανακόπηκαν, ωστόσο, από δύο κυρίως παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό, που οδήγησε την Ελλάδα, όταν κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση των δανείων, στην κήρυξη πτώχευσης τον Δεκέμβριο του 1893 και στην επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, που οδήγησε σε έναν άφρονα ελληνοτουρκικό πόλεμο και στη στρατιωτική ήττα του 1897.

Κατά την περίοδο αυτή, την εξουσία διαχειρίζεται μια, σχετικά αυτόνομη από τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα, πολιτική ολιγαρχία, στην οποία ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό ρόλο. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόταν, αν δεν υποδαύλιζε, τις κομματικές αντιπαραθέσεις, προκειμένου να παρουσιάζεται ως συνδετικός κρίκος των φυγόκεντρων τάσεων μέσα στο πλέγμα της εξουσίας, αλλά και ως σύμβολο ενότητας του έθνους. Ταυτόχρονα βέβαια λειτουργούσε και ως «εγγυητής» της εξάρτησης της χώρας από τις ξένες δυνάμεις. Ο ρόλος του αυτός, ωστόσο, δοκιμάστηκε κατά την κρίση του 1896-1897, οπότε το βασιλικό γόητρο υπέστη ρωγμές, μεταξύ άλλων και λόγω των ευθυνών του αρχιστράτηγου των ελληνικών δυνάμεων, διαδόχου Κωνσταντίνου, στην ήττα του 1897. Μόνο μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Γεωργίου στις 14.2.1898 θα αρχίσει να μεταστρέφεται η κοινή γνώμη και η δυναστεία θα επανακτήσει μέρος της χαμένης δημοτικότητάς της.

Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, τα ανεπίλυτα προβλήματα συσσωρεύονται: στη Θεσσαλία το αγροτικό ζήτημα προξενεί ταραχές, η κακοδιοίκηση και η φαυλοκρατία εξακολουθούν να ταλανίζουν το κράτος, η αποχώρηση του Τρικούπη αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό ηγεσίας, ενώ οι νέες πολιτικές δυνάμεις υποχωρούν υπέρ του παλαιοκομματισμού. Διέξοδο από την κατάσταση αυτή αναλαμβάνει τελικά να δώσει ο στρατός: το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, μολονότι ξεκίνησε με περιορισμένα αιτήματα, στην πορεία «στέγασε» ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις. Παράλληλα, κατέστη σαφές ότι ο αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας προϋποθέτει μιαν ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος.

 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος

Η ρύθμιση της αναθεώρησης στο Σύνταγμα

 

Σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 1844, που ήταν από τα συντάγματα που χαρακτηρίζονται ως «απολύτως αυστηρά» (δεν προβλέπουν δηλαδή καμία δυνατότητα αναθεώρησης), το Σύνταγμα του 1864 ήταν «σχετικώς αυστηρό». Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 107, τη δυνατότητα αναθεώρησής του, ωστόσο υπό δύο σοβαρούς περιορισμούς. Πρώτον, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα στο σύνολό του, αλλά μόνον ορισμένες διατάξεις του, οι «μη θεμελιώδεις». Υπάρχει δηλαδή ένας «σκληρός και αναλλοίωτος πυρήνας της ελληνικής συνταγματικής τάξης», που τον συνθέτουν οι θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στον αντιπροσωπευτικό, κοινοβουλευτικό, φιλελεύθερο και δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος (Αντ. Μανιτάκης). Και δεύτερον, η αναθεώρηση επιτρέπεται να διενεργηθεί μόνον εφόσον τηρηθούν ορισμένες αυστηρές διαδικαστικές προϋποθέσεις, που είναι οι εξής: πρέπει να έχουν παρέλθει τουλάχιστον δέκα έτη από τη δημοσίευσή του· η ανάγκη αναθεώρησης πρέπει να βεβαιωθεί από τη Βουλή σε δύο διαδοχικές βουλευτικές περιόδους· την αναθεώρηση πρέπει να ζητήσουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού των βουλευτών· αφού ληφθεί η απόφαση περί αναθεώρησης πρέπει να διαλυθεί η Βουλή και να συγκληθεί, ύστερα από τη διενέργεια εκλογών, νέα, ειδική Αναθεωρητική Βουλή με διπλάσιο αριθμό βουλευτών.

Σχετικά με το περί αναθεώρησης άρθρο του Συντάγματος πρέπει να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που προέβλεπε ήταν τόσο αυστηρές ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι απαγορευτική την αναθεώρηση. Στην πράξη, άλλωστε, ουδέποτε εφαρμόστηκε η διαδικασία αυτή. Παρόλο που υπήρξαν επανειλημμένες απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης, το Σύνταγμα του 1864 αναθεωρήθηκε μόλις το 1911 και μάλιστα χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107. Δεύτερον, φορέας της αναθεωρητικής λειτουργίας είναι ένα σύνθετο όργανο, το οποίο αποτελείται από δύο διαδοχικές Βουλές και από το εκλογικό σώμα, το οποίο παρεμβάλλεται για την εκλογή της Αναθεωρητικής Βουλής. Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη άλλου οργάνου, και ιδίως του βασιλιά, είτε κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης είτε εκ των υστέρων (πράγμα που σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν εάν η συντελεσθείσα αναθεώρηση έγινε κατά παράβαση των προϋποθέσεων που θέτει το Σύνταγμα).

 

Οι (αποτυχημένες) απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης

 

Ήδη από το 1874-1875, όσο δηλαδή πλησίαζε η συμπλήρωση της δεκαετίας που απαιτούνταν για την αναθεώρηση, υπήρξαν διάφορες απόπειρες για κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει άλλωστε να γίνει αντιληπτή και η παρέμβαση του Χ. Τρικούπη με το «Τίς πταίει», παρόλο που δεν κατέληξε σε πρόταση αναθεώρησης. Αλλά και νωρίτερα υπήρξαν κάποιες παρασκηνιακές προτάσεις προς τον Γεώργιο να επιδιώξει αναθεώρηση του Συντάγματος «επί το μοναρχικώτερον» κατά παράβαση των όρων του άρθρου 107, που ισοδυναμούσαν βέβαια με προτάσεις πολιτειακής εκτροπής. Το 1874 μάλιστα κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι επίκειται πραξικοπηματική μεταρρύθμιση – ή «βελτίωση», όπως κατ’ ευφημισμό ονομαζόταν – του Συντάγματος μετά από συνεννόηση της Αυλής με τον Δ. Βούλγαρη.

 

«‘Οι περισσότεροι άνθρωποι’ – γράφει σε αναφορά του ο βρετανός πρέσβης – ‘που δεν ανήκουν στην τάξη των από πεποίθηση πολιτικών’ (δηλαδή Αθηναίοι των διευθυντικών τάξεων και μέλη της ανώτατης κρατικής υπαλληλίας) τάσσονταν υπέρ της μεταρρύθμισης του Συντάγματος σε βάθος και σε αντιδημοκρατική κατεύθυνση. (…) Ο πρέσβης δεν σημείωνε τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, αν και γνωρίζουμε απ’ άλλες πηγές ότι υπήρχε αντίθεση του κόμματος του Κουμουνδούρου καθώς και μερίδας του Τύπου απέναντι σ’ ό,τι θεωρούσαν αντισυνταγματικές προθέσεις του στέμματος». (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003).

 

Μετά τη εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης (με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875) οι προτάσεις αναθεώρησης πλήθυναν. Τον Φεβρουάριο του 1883 ο Ν. Ι. Σαρίπολος, σε επιστολή του προς τον Γεώργιο, διατύπωσε την άποψη ότι «το περί αναθεωρήσεως άρθρο 107 του Συντάγματος δεν ισχύει διότι αντίκειται εις την κυριαρχίαν του έθνους και τον ορθόν λόγον» και προέβη σε δύο (φιλομοναρχικές) προτάσεις αναθεώρησης: τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος (Γερουσίας) και την επανασυγκρότηση του (καταργηθέντος από το 1865) Συμβουλίου της Επικρατείας. Επρόκειτο φυσικά για απροκάλυπτη πρόταση συνταγματικής εκτροπής. Η πρώτη «γνήσια», δηλαδή σύμφωνη με τους όρους του Συντάγματος, πρόταση αναθεώρησης κατατέθηκε από τον βουλευτή Ι. Μεσσηνέζη (παλαιό κοινοβουλευτικό, που είχε διατελέσει πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης) στη Βουλή στις 4.2.1884. Ο Μεσσηνέζης πρότεινε να συσταθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής 15μελής Επιτροπή που θα μελετήσει τις διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης, προκειμένου να υποβάλλει σχετική πρόταση αναθεώρησης. Υποδείκνυε μάλιστα ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τη σύσταση Γερουσίας, τη διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας, τον περιορισμό της ανάμιξης του στρατού στην πολιτική, καθώς και την αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου περί αναθεώρησης, προκειμένου να απλουστευθεί η διαδικασία. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή πρόταση δεν απασχόλησε τελικά τη Βουλή.

Το 1885 εκδίδεται η εφημερίδα «Χρόνος των Αθηνών», που αναδεικνύει την αναθεώρηση του Συντάγματος σε «προγραμματικό» της στόχο. Ιδίως μετά το 1890 η ιδέα της αναθεώρησης κερδίζει έδαφος σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης. Η ανάγκη συνταγματικών μεταρρυθμίσεων προβάλλεται από δημοσιογράφους, βουλευτές, ακόμα και πολιτικούς συλλόγους που ιδρύονται για το σκοπό αυτόν. Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, αρχίζει να συνειδητοποιείται ευρύτερα η ανάγκη ριζικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Στην πρωτοπορία των σχετικών προτάσεων βρίσκεται μια νέα γενιά διανοουμένων, που δραστηριοποιούνται μέσα από πολιτικούς και επιστημονικούς συλλόγους (με πιο διακεκριμένο ίσως την «Κοινωνιολογική Εταιρία» που ιδρύθηκε το 1908 από τους Αλ. Παπαναστασίου, Αλ. Δελμούζο, Π. Αραβαντινό, Κ. Τριανταφυλλόπουλο κ.α.).

 

«Ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός»

«Αυτό το σύστημα της πολιτικής και κυβερνητικής ρεμούλας δεν είναι ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός, αλλά καθαρά λαφυραγωγία της χώρας, τας ευθύνας της οποίας θα ζητήσει ο λαός, όταν χάσει τελείως την υπομονήν του» (εφημ. «Χρόνος», 24.11.1908)

 

Τελικά, αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864 δεν συντελέστηκε παρά μόνον αρκετά αργότερα, το 1911, ως αποτέλεσμα του κινήματος στο Γουδί (1909) και της δυναμικής εμφάνισης του Ελ. Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή.

 

Αποτίμηση

 

Η σημασία του Συντάγματος του 1864 ξεπερνά τα χρονικά πλαίσια της εποχής του. Υπήρξε το πιο μακρόβιο Σύνταγμα στην ελληνική πολιτική ιστορία. Με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952, και παρά τις εν μέρει σημαντικές τροποποιήσεις του, κατ’ ουσίαν αναβαπτίστηκε και συνέχισε την ύπαρξή του. Εξάλλου, πολλές διατάξεις του επιβιώνουν με την ίδια σχεδόν διατύπωση στο ισχύον Σύνταγμα του 1975. Η μεγάλη συνεισφορά του Συντάγματος του 1864 υπήρξε βέβαια η καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η διατήρηση, παράλληλα, του βασιλικού θεσμού (πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας) φαίνεται πως αποτέλεσε έναν ιστορικά αναγκαίο συμβιβασμό, ωστόσο η σχέση έντασης που δημιουργήθηκε με τη δημοκρατική αρχή υπήρξε πρόξενος ενός αιώνα πολιτειακών περιπετειών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Διομήδης Κυριακός (Σπέτσες 1811 – Νεάπολη 1869 ). Νομομαθής και πολιτικός. Καθηγητής του Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξελέγη πληρεξούσιος Σπετσών στην Α΄ και τη Β΄ Εθνοσυνέλευση (1844, 1864). Διετέλεσε πρόεδρος της Β΄ Εθνοσυνέλευσης (20  Μαΐου – 19 Ιουλίου 1863) και εξελέγη μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη του σχεδίου του Συντάγματος. Στις 29 Ιουλίου 1864 υπέβαλε «Παρατηρήσεις επί του συνταχθέντος υπό της επιτροπής της Συνελεύσεως σχεδίου του Συντάγματος». Πηγή: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).

[2] Ο Κανονισμός της Βουλής, που ψηφίστηκε το 1865 και τροποποιήθηκε αρκετές φορές έκτοτε, περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με: τον έλεγχο των διαφορών σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, τη συγκρότηση Προεδρείου, τη διαδικασία των συνεδριάσεων και των συζητήσεων, τη διαδικασία κατάθεσης και συζήτησης προτάσεων νόμου, τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών, τους κανόνες ψηφοφορίας, την τήρηση πρακτικών, την αντιπροσώπευση της Βουλής κ.α.

[3] Ν. Ν. Σαρίπολος (Λάρνακα 1817–Αθήνα 1887). Αναμφισβήτητος «γενάρχης» της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, ο Νικόλαος Ν. Σαρίπολος έμεινε γνωστός ως «Σαρίπολος πατήρ», προκειμένου να διακρίνεται από τον συνώνυμο γιο του, επίσης συνταγματολόγο.

Ο Ν. Ν. Σαρίπολος γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1817. Σε μικρή ηλικία βρέθηκε στην Τεργέστη, όπου κατέφυγε η οικογένειά του, προκειμένου να γλιτώσει από τους διωγμούς που είχαν εξαπολύσει η Τούρκοι στην Κύπρο μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821. Το 1840 πήγε στο Παρίσι και άρχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και η θέσπιση του Συντάγματος του 1844 τον ώθησαν να ειδικευτεί στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου, αφενός – όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του – «ως πολλώ τη πατρίδι χρησίμου μετά την νέαν των πραγμάτων τάξιν», αλλά και «ουδενός προς την τούτου διδασκαλίαν ειδικού Καθηγητού υπάρχοντος εν τω Πανεπιστημίω της Ελλάδος». Πράγματι, ο προστάτης του, Ι. Κωλέττης, πέτυχε την ίδρυση έδρας Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο, στην οποία ο Σαρίπολος διορίστηκε ως έκτακτος καθηγητής το 1846.

Το 1851 δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του μνημειώδους έργου του Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου. Το 1852, αντιπολιτευόμενος τη βασίλισσα Αμαλία, παύθηκε από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα και ασχολήθηκε με το δικηγορικό επάγγελμα. Το 1862 εξελέγη τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου, την οποία διατήρησε μέχρι το 1875, όπου δίδαξε Ποινικό και Διεθνές Δίκαιο.

Πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Οκτωβρίου 1862 και συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου και των αποδήμων Κύπρου, Βηρυττού, Αδριανουπόλεως κ.α. Κατά τις εργασίες της Συνέλευσης εξελέγη μέλος «της επί της συντάξεως του πολιτεύματος Επιτροπής» και ορίστηκε εισηγητής του τελικού σχεδίου του Συντάγματος. Χρησιμοποιήθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ ως σύμβουλός του σε συνταγματικά ζητήματα. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε άδοξα στη συγκυρία του 1875 (Στηλιτικά), όταν απομακρύνθηκε οριστικά ως υποστηρικτής του Δ. Βούλγαρη. Εκτός από τις μελέτες του που δημοσιεύθηκαν σε ελληνικά και ευρωπαϊκά νομικά περιοδικά, έγραψε και τα ‘Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα’ (1889) που περιέχουν πολύτιμες μαρτυρίες για την πολιτική ζωή της χώρας.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α’ 1821­1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821-1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Κοινοβούλιο και μοναρχία στην Ελλάδα (1995).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979).
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844-1994 (2000).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Ν.Ι. και Ν.Ν. Σαριπόλων βίος και θεωρία», σε: περιοδικό Το Σύνταγμα 1998, σ. 5-21.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Η δημοκρατική αρχή εις το Σύνταγμα του 1864» [1966], σε: Συνταγματική θεωρία και πράξη (1980), σ. 65-117.
  • Μανιτάκης, Αντώνης, «Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα», σε: Τιμητικό Τόμο Κ. Μπέη (2003), σ. 3121-3154.
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Β’ 1862-1917 (1997).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55-104.
  • Σωτηρέλης, Γιώργος, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909 (2003).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Το Σύνταγμα του 1864 και η εφαρμογή του μέχρι το 1909», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 67-72.

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 13, Νεώτερος Ελληνισμός 1862- 1895 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 64-113. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »