Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

Στην Ερμιόνη παρουσιάζεται το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης» του Σπύρου Ευαγγελάτου


 

Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και ο Θεατρικός Όμιλος Ερμιονίδας παρουσιάζουν το ιστορικό δράμα του Σπύρου Ευαγγελάτου «Νικόλαος Γαλάτης» σε διασκευή Τίνας Αντωνοπούλου και σκηνοθεσία Δημήτρη Σίδερη, το Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Συμμετέχει το Γυμνάσιο και το Λύκειο Ερμιόνης.

Η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση  (1827) στην Ερμιόνη.

Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

O σκηνοθέτης Σπύρος Α. Ευαγγελάτος (1940-2017) υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους σκηνοθέτες του Ελληνικού θεάτρου, πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός. Σπουδαίος δημιουργός, με πλήθος σκηνοθεσίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος  (1977-1980).

Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ για πρώτη φορά το 1964, με τη διπλή ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, παρουσιάζοντας το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης», με την οποία το ΚΘΒΕ συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

 

Νικόλαος Γαλάτης

Φιλική Εταιρεία

Ο Νικόλαος Γαλάτης γεννήθηκε το 1792 στην Ιθάκη. Στη Φιλική Εταιρεία τον μύησε στις 7 Ιουλίου 1816 στην Οδησσό ο Σκουφάς, λίγο μετά την ίδρυσή της. Τον Σκουφά, στην κυριολεξία, τον κατέκτησε ο Γαλάτης με την ευφυΐα του.

Ο Τσακάλωφ, φέρεται ως κατηγορών τον Γαλάτη, ότι ζητούσε χρήματα από την Εταιρεία, άλλως θα τους πρόδιδε στην Πύλη. Λέγεται, επίσης, ότι ο Γαλάτης ήθελε να του δώσουν το Ταμείο και τα Αρχεία της Εταιρείας, για να είναι αυτός το «Κέντρον». Και τότε κατά τον Πατριαρχέα, οι Φιλικοί γνωμοδότησαν για το θάνατό του.

Αυτός που εξετέλεσε, κατ’ εντολήν των Φιλικών, τον Γαλάτη, ήταν ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο οποίος είχε υπηρετήσει στα στρατιωτικά σώματα των ξένων στα Επτάνησα. Επειδή δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν στην Πόλη, χάλκευσαν, το 1819, μια αποστολή στο Μοριά, όταν ο Γαλάτης ήλθε με τον υπηρέτη του, όπου τον σκότωσε ο Δημητρακόπουλος, που ήξερε από όπλα. Ο φόνος έγινε στην Ερμιονίδα. Ο Τσακάλωφ που παρευρίσκετο, φυγαδεύτηκε πρώτα στη Μονεμβασιά και από εκεί στη Μάνη και Ιταλία…

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 και ώρα 8:00 μ.μ. Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού).

Η παράσταση Θα επαναληφθεί τη Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019 την ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο.

Συνδιοργάνωση: Δήμος Ερμιονίδας

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Μουσική Παράσταση – Αφιέρωμα στη ζωή και τα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 


 

Την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου), θα τιμήσουμε στην πόλη του Άργους τον μεγάλο και αγαπημένο μας ποιητή, στιχουργό και πεζογράφο, Μάνο Ελευθερίου για την διαρκή ποιότητα στην 80άχρονη διαδρομή της ζωής του, για την αισθητική κατεύθυνση που έδωσε στο τραγούδι με τους στίχους του, για τον εύστοχο λόγο του, και για την πολυεπίπεδη ανάγνωση της γραφής του. Έναν Έλληνα που το πνεύμα και η γλώσσα, του οφείλουν πολλά.

 

Ποιητής, στιχουργός, πεζογράφος, ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του ελληνικού πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών. Η συνεισφορά του άλλωστε στο ελληνικό τραγούδι είναι αξεπέραστη με περισσότερα από 400 τραγούδια. Μερικές από τις επιτυχίες του είναι: Το παλληκάρι έχει καημό (Μ. Θεοδωράκης), Μαλαματένια λόγια (Γ. Μαρκόπουλος), Παραπονεμένα λόγια (Γ. Μαρκόπουλος), Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (Ηλ. Ανδριόπουλος), Η Διαθήκη (Χρ. Νικολόπουλος), Στα χρόνια της υπομονής (Στ. Κουγιουμτζής)…

 

Ένα μεγάλο και επίκαιρο οπτικοακουστικό αφιέρωμα σε μια ξεχωριστή παράσταση, πλημμυρισμένη από 80 χρόνια «Μαλαματένια Λόγια» γεμάτα με μουσικές, Video και εικόνες από την ζωή και την πένα της γραφής του (1938-2018).

 

Επιμέλεια Παρουσίασης-Ερμηνεία & Κιθάρα: Γιάννης Νανόπουλος.

 

Ερμηνεία & Πιάνο: Κατερίνα Σκουλή.

 

Μπουζούκι: Χριστόφορος Παπασαχόπουλος.

 

Παραδοσιακά Τύμπανα: Βασίλης Μαντζούνης.

 

Η εκδήλωση θα παρουσιαστεί την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 στην αίθουσα τέχνης και πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, με την υποστήριξη του Δήμου Άργους Μυκηνών και της ΚΕΔΑΜ.

Η είσοδος για το κοινό, 7.30 το βράδυ, θα είναι ελεύθερη.

 

Αίθουσα Τέχνης & Πολιτισμού: Μέγας Αλέξανδρος.

 

  • Συμμετέχουν οι μουσικοί:

Κατερίνα Σκουλή: Ερμηνεία & Πιάνο
Γιάννης Νανόπουλος: Ερμηνεία & Κιθάρα
Κώστας Αγκιναρασταχάκης: Κλαρινέτο & Φλογέρα
Χριστόφορος Παπασαχόπουλος: Μπουζούκι
Βασίλης Μαντζούνης: Παραδοσιακά Τύμπανα

Επιμελούνται:

Επιμέλεια Παρουσίασης & Video: Γιάννης Νανόπουλος

Επιμέλεια Ενορχήστρωσης: Κώστας Αγκιναρασταχάκης

Επιμέλεια Ήχου-Φωτισμού & Χειρισμού Video: Κώστας Τσεβόπουλος

Επιμέλεια Φωτογράφισης: «Φωτοσύνθεση» Άργος-Ναύπλιο

 

Read Full Post »

Αφιέρωμα στον Jorge Luis Borges, με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του


 

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Βιβλιοπωλείο «Δουλτσίνος 1964» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας διοργανώνουν εκδήλωση για τον μεγάλο Λατινοαμερικανό συγγραφέα Jorge Luis Borges (1899-1986) με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννησή του.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 16 Μαρτίου 2019 και ώρα 19:30 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου, επί της οδού Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο.

Για τον κοσμοπολίτη συγγραφέα, ποιητή, δοκιμιογράφο και πνευματικό άνθρωπο Borges θα μιλήσουν οι:

  • Δημήτριος Λ. Δρόσος, Καθηγητής Ισπανικού – Ισπανοαμερικανικού Πολιτισμού, Πρόεδρος του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
  • Αχιλλέας Κυριακίδης, Συγγραφέας – Μεταφραστής, και ο
  • Αριστοτέλης Σαΐνης, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας.

Οι εκλεκτοί φιλοξενούμενοί μας θα μας ταξιδέψουν στον γοητευτικό και πολυσχιδή κόσμο του Borges.

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες


 

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή.

Από παιδί ακόμα ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν δίγλωσσος, αφού παράλληλα με τα ισπανικά, η αγγλόφωνη γιαγιά του τον δίδαξε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Ο μικρός δήλωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικία επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας.

Οκτώ χρονών γράφει το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μεταφράζει και δημοσιεύει τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ. Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς εγκαινιάζει της λυκειακές σπουδές του και αποκτά μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, καθώς τελειοποιεί τις γνώσεις στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Ανακαλύπτει την εξπρεσιονιστική ποίηση, την γερμανική φιλοσοφία, τελειοποιεί τα λατινικά του και το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκληρώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του «Οι κόκκινοι ρυθμοί» όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επιστρέφουν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και θα παραμείνει.

Τώρα ο Μπόρχες ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos («μόρτες») γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και «φαντασίες», ιδρύει διάφορα περιοδικά, παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και από το 1925, που θα δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή «Η απέναντι Σελήνη» και τα δοκίμια «Έρευνες», θα δίνει το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985 που θα δημοσιευθεί και η τελευταία ποιητική συλλογή του, «Οι συνωμότες». Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη.

 

Read Full Post »

Νέο βιβλίο – Έρευνα. «Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη και της Τζένης Δ. Ντεστάκου, με τίτλο  «Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)». Είναι το τρίτο κατά σειρά  βιβλίο της έρευνας των συγγραφέων για την Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ερμιονίδα κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.

  • Πότε ξεκίνησαν οι Διδυμιωτοπούλες να πηγαίνουν στο σχολείο;
  • Πότε ιδρύθηκε και πού στεγάστηκε για πρώτη φορά το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Διδύμων;
  • Πότε απόκτησαν τα κορίτσια του χωριού τη δική τους σχολική στέγη;
  • Ποιες ήσαν οι μαθήτριες της σχολικής χρονιάς 1928 – 1929, τελευταίας που λειτούργησε ξεχωριστό σχολείο για τα κορίτσια;

 

«Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»

Η Δημοτική Εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του Ιωάννη Καποδίστρια, οργανώθηκε με τον από 6-18/Φεβρουαρίου 1834 «Περί δημοτικών σχολείων» νόμο, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 11/3 Μαρτί­ου 1834. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του ως άνω νόμου σε κάθε δήμο έπρεπε να ιδρυθεί ένα Μικτό Δημοτικό Σχολείο. Σε περίπτωση, όμως, που ο αριθμός των μαθητριών ξεπερνούσε τις 15 και υπήρχε οικονομι­κή δυνατότητα, ήταν δυνατή η σύσταση ξεχωριστού Σχολείου Θηλέων (Παρθεναγωγείου), με την προϋπόθεση ότι θα δίδασκαν αποκλειστικά δημοδιδασκάλισσες.

Οι πεποιθήσεις, ωστόσο, της εποχής δεν αναγνώριζαν, εκτός εξαιρέσε­ων, το δικαίωμα της εκπαίδευσης στα κορίτσια, καθώς προορίζονταν μόνο για τις δουλειές του σπιτιού, τη μητρότητα, το μεγάλωμα των παι­διών και τις βοηθητικές εργασίες εκτός σπιτιού. Έτσι το γενικότερο κλίμα που επικρατούσε σχετικά με τη σύσταση Σχολείων Θηλέων στους δή­μους της χώρας δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό και πρόσφορο. Αλλά και το οικονομικό κόστος που προέκυπτε για τους δήμους με την ίδρυση και λειτουργία ξεχωριστών σχολείων (αγορά οικοπέδων, ανέγερ­ση νέων διδακτηρίων, ενοικίαση αιθουσών, μισθοί διδασκαλισσών, έξοδα εξοπλισμού και συντήρησης) ήταν, σχεδόν, απαγορευτικό. Δυσκολίες, επι­προσθέτους, υπήρχαν και στη φοίτηση των κοριτσιών στα μικτά σχολεία εξ αιτίας των κοινωνικών αντιλήψεων, που απέτρεπαν τη συναναστροφή των δύο φύλων.

Όλες οι παραπάνω «απαγορευτικές συνθήκες» ήταν ιδιαίτερα ορατές στους μικρούς δήμους. Έτσι η εκπαίδευση των κοριτσιών στη χώρα μας, υστερούσε σημαντικά έναντι εκείνης των αγοριών…

Στα πλαίσια της έρευνας των συγγραφέων «Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ερμιονίδα» έχουν εκδοθεί και τα παρακάτω βιβλία:

  • «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική Περίοδο (1829 – 1862)», Έκδοση Β΄ βελτιωμένη, Αθήνα 2016 και
  • «Το Ελληνικό Σχολείο (Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890 – 1909)» με συμπληρωματικό τεύχος, Αθήνα 2017.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τα βρουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 48

ΙSBN 978-618-83000-2-6

Read Full Post »

Ιωάννα Παπαντωνίου – Ντουλαμάς ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τ’ άλλα – Μουσείο Μπενάκη, κτήριο οδού Πειραιώς


 

Το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα διοργανώνει την έκθεση «Ιωάννα Παπαντωνίου. Ντουλαμάς ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τ’ άλλα».

Σκοπός της έκθεσης είναι να παρουσιάσει τη μακρόχρονη σχέση της Ιωάννας Παπαντωνίου με τον ντουλαμά, ένα σπάνιο, εξαιρετικό ένδυμα, που φορέθηκε στα Δυτικά Βαλκάνια την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: μια σχέση ερευνητική, η οποία αναδεικνύει τις διαφορετικές τοπικές εκδοχές του ενδύματος, αλλά κυρίως μια σχέση δημιουργική, εφόσον το ένδυμα αυτό αποτέλεσε μια σταθερή πηγή έμπνευσης κατά την πολυετή πορεία της στο θέατρο. Δείγματα της δημιουργικής αυτής σχέσης από τη συνεργασία της με το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Θεσσαλικό Θέατρο και την Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζονται στην έκθεση.

 

Άποψη της έκθεσης. Φωτογραφία: Σταμάτης Ζάννος.

 

Εκτός αυτού, η Ιωάννα Παπαντωνίου ωθεί τη δημιουργική αυτή διαδικασία ένα βήμα παραπέρα, εμπλέκοντας τη σύγχρονη σκηνή της ελληνικής μόδας. Μια πρώτη προσπάθεια είχε ήδη γίνει όταν, με την ευκαιρία της συμμετοχής της στη συνάντηση του ICOM Costume Committee 2017 στο Λονδίνο, πρότεινε σε επιλεγμένους Έλληνες σχεδιαστές μια πειραματική έκθεση, που πραγματοποιήθηκε στον πολιτιστικό χώρο του ΠΛΙ «Κανάρη 4» στο Κολωνάκι, με βάση τον ντουλαμά και το «πιρπιρί», έχοντας ως παράδειγμα την έκθεση «Inspirations» του Dries van Noten στο MoMu, στην Αμβέρσα το 2015.

 

«Κλυταιμνήστρα». Κοστούμι της Ιωάννας Παπαντωνίου για τη Λυδία Κονιόρδου στις Χοηφόρες του Αισχύλου. Σκηνοθεσία: Κώστας Τσιάνος, Θεσσαλικό Θέατρο 1992. Φωτογραφία: Νίκος Σαριδάκης.

 

Ο Ντουλαμάς του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, είναι ένα μοναδικό κειμήλιο της πόλης του Άργους αλλά και ολοκλήρου του ελληνισμού, καθώς η ύπαρξη του στην καρδιά της Πελοποννήσου αποδεικνύει την ελληνικότητα του συγκεκριμένου ενδύματος! Είναι λοιπόν ιδιαίτερη τιμή και χαρά για μας, το ότι ο Ντουλαμας αυτός παρουσιάζεται απόψε στα εγκαίνια της έκθεσης του ΠΛΙ στο Μουσείο Μπενάκη, αναφέρει στην ιστοσελίδα του το Λύκειο Ελληνίδων Άργους.

 

Τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας, εμπλουτισμένα με δημιουργίες περισσότερων σχεδιαστών που προστέθηκαν στην πορεία, παρουσιάζονται στην τελευταία ενότητα της έκθεσης. Οι σχεδιαστές που παίρνουν μέρος είναι (με αλφαβητική σειρά): Angelos Bratis, Dimitris Dassios, Deux Hommes, Tina Karageorgi, Sophia Kokosalaki, Loukia, Maison Faliakos, Mi-Ro, Marcello Nyktas, Parthenis, Aristeides Tzonevrakis – «Aristotechnima», Daphne Valente, Zeus & Dione και Vassilis Emmanuel Zoulias.

 

Άποψη της έκθεσης. Φωτογραφία: Σταμάτης Ζάννος.

 

Παρουσιάζονται τέλος και λευκοί ντουλαμάδες, ειδικά κατασκευασμένοι για την έκθεση από τον Αριστείδη Τζονευράκη, για να καταδειχθεί η δυναμική του ντουλαμά ακόμα και στο λευκό χρώμα.

Την έκθεση συνοδεύει δίγλωσσος κατάλογος, με την επιστημονική επιμέλεια της Ιωάννας Παπαντωνίου.

Διοργάνωση: Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη.

Μουσείο Μπενάκη, κτήριο οδού Πειραιώς

Διάρκεια έκθεσης: 7 Μαρτίου-26 Μαΐου 2019.

Ώρες λειτουργίας: Πέμπτη και Κυριακή:10:00-18:00, Παρασκευή και Σάββατο:10:00-22:00.

 

Read Full Post »

Το ζήτημα των δικαστικών καταδέσμων της κλασικής αρχαιότητας – © Ηρακλής Π. Καραμπάτος


 

Μέσα στα πλαίσια μιας προσπάθειας  προώθησης των διαφορετικών ενδιαφερόντων των διαδίκων και της τελικής επιτυχίας στη δίκη, οι διάδικοι ήταν πολύ πιθανό να προσφύγουν σε μία σειρά πρακτικών. Nιώθοντας αδύναμοι και αβοήθητοι στο να  ανταπεξέλθουν απέναντι σε αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται ως ισχυρά υποστηρικτικά δίκτυα των αντιπάλων τους, καταφεύγουν σε μαγικές πρακτικές.  Οι δικαστικοί κατάδεσμοι μπορούν να ειδωθούν υπό το πρίσμα μίας προσπάθειας κατάκτησης νομικών πλεονεκτημάτων στη δίκη. Είναι λοιπόν μια δημοφιλής πρακτική η οποία επιβιώνει μέσα στους αιώνες και αποτελεί δηλωτικό του γεγονότος, ότι υφέρπει μία βαθιά ριζωμένη τάση προς μία μεγάλη μερίδα του αρχαϊκού και κλασικού πληθυσμού, που θέλει να πάρει – κατά κάποιον τρόπο –  τον νόμο στα χέρια του.  Ένας τρόπος αντιμετώπισης  των μαγικών αυτών πρακτικών, είναι ως εδραίωση μιας συνολικότερης δυσπιστίας απέναντι στο σύνολο του νομικού συστήματος και των συστατικών μερών του. Έτσι λοιπόν, οι διάδικοι χρησιμοποιούν τον κατάδεσμο ενάντια στους αντιδίκους και στους υποστηρικτές τους, σε μια προσπάθεια να κερδίσουν κάθε δυνατό πλεονέκτημα στο δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο, οι κατάδεσμοι γίνονται ανορθόδοξες και αντιστασιακές – απέναντι στο νόμο – πρακτικές, γίνονται ρητορικοί λόγοι, οι οποίοι ανταγωνίζονται τη δομή ενός πολύπλοκου και ενδεχομένως πολλές φορές ανομοιόμορφου νομικού συστήματος.

 

Εισαγωγή

 

Oι κατάδεσμοι, είναι μαγικές πρακτικές και ενέργειες που έχουν ως σκοπό να βλάψουν ή (λιγότερο πιθανό) να αποτρέψουν κάποιο κακό. Ο κατάδεσμος αποσκοπεί στο να υποτάξει το υποψήφιο θύμα στη θέληση του ατόμου που τελεί την μαγική αυτή πρακτική. Η μεθοδολογία της σύνταξης ενός καταδέσμου, απαιτεί από το συντάκτη του την ένταξη σε ένα πλαίσιο συγκεκριμένων και συστηματικών βημάτων, ούτως ώστε η μαγική αυτή πρακτική να τελεσφορήσει. Έτσι λοιπόν, υπάρχουν δύο τρόποι, δύο μορφές αν θέλετε, καταδέσμων. Το «κάρφωμα» και το «δέσιμο». Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πως η πρακτική η οποία ακολουθήθηκε στον Ελλαδικό χώρο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά και την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας είναι αυτή του «δεσίματος». Αυτό, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την πρακτική η οποία ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αρχαιότητας. Στη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, συναντούμε ως επί το πλείστον καταδέσμους με τη μορφή του «καρφώματος» (Defixiones) [1]. Η πρακτική την οποία ονομάζουμε κατάδεσμο, αναφέρεται ουσιαστικά στη σύνταξη μιας κατάρας σε μια μολύβδινη πινακίδα και σπανιότερα σε άλλα υλικά [2].

Η αρχαιολογική σκαπάνη, απέδειξε ότι πολλές φορές η πρακτική αυτή συνοδεύτηκε και από μαγικά είδωλα τα οποία βρέθηκαν παρακειμένως των καταδέσμων [3]. Το κείμενο του καταδέσμου τοποθετείται μαζί με τα λοιπά μαγικά αντικείμενα συνήθως σε έναν τάφο [4] ή σε ένα σημείο που θεωρείται πως συνδέεται κάπως με τον κάτω κόσμο. Οι κατάδεσµοι είναι νεκρικά ευρήµατα προερχόµενα από τάφους αώρων ή βιαιοθάνατων. Οι αδικοχαµένοι αυτοί νεκροί, ήταν το καλύτερο µέσο επίτευξης των στόχων που αναγράφονται στους καταδέσµους και αυτό γιατί πιστεύεται πως τα πνεύµατά τους ήταν πρόθυμα για οποιαδήποτε εκδίκηση, είτε δραστηριοποιούµενα αυτά τα ίδια, είτε µεταφέροντάς τα ως αγγελιαφόροι στις χθόνιες θεότητες.

Είναι εύλογο λοιπόν το γεγονός ότι πολλοί κατάδεσμοι βρέθηκαν μέσα σε πηγάδια. Αν συνδυάσουμε αυτό το γεγονός με αυτό που μόλις προαναφέρθηκε, με την επιθυμία σύνδεσης αυτής της πρακτικής με τις χθόνιες θεότητες, τις οποίες οι κατάδεσμοι επικαλούνται τις περισσότερες φορές, μπορούμε να εξάγουμε κάποια σημαντικά συμπεράσματα που σχετίζονται με το ρόλο που επιτελούν οι θεότητες αυτές στην απόδοση της δικαιοσύνης.

Η επιστήμη, έχει καταλήξει σε μία τετραμερή διάκριση αναφορικά με τους καταδέσμους. Αρχικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για αντιπαλότητα στο θέατρο, για ερωτική αντιπαλότητα, για δικαστικές διαμάχες και τέλος για φθορές παντός τύπου [5]. Είναι ευνόητο ότι θα ασχοληθούμε περισσότερο με τις δικαστικές διαμάχες.

 

Ο κατάδεσμος της Πέλλας. ΜΙα ερωτική μαγική επωδός από μια γυναίκα για να εμποδίσει τον αγαπημένο της να παντρευτεί κάποια άλλη, γραμμένη σε φύλλο μολύβδου, χρονολογείται στον 4ο π.Χ. Βρέθηκε στην Πέλλα το 1986 και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας.

 

Κατάδεσμος από την Πέλλα, σχεδιαστική αναπαράσταση (Voutiras 1998).

 

Οι δικαστικοί κατάδεσμοι

 

«Καταδῶ Εὐάρατον καὶ ὅσοι σύνδικοι καὶ Τελεσῖνον τὸν Ἰδιῶταν

καὶ τὴν ψυχὴν καταδῶ ἰδιώτου, γλῶτταν καὶ αὐτόν[…] [6]»

 

Ο δικαστικός κατάδεσμος, σύμφωνα και με την τυπολογία την οποία προαναφέραμε, είναι μία μαγική ενέργεια που έχει σκοπό να βλάψει τον αντίδικο του συντάκτη του καταδέσμου ή τους μάρτυρες, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να καταθέσουν εναντίον του συντάκτη. Κρίνεται εποικοδομητικό να αναφερθούν μερικά νευραλγικά στοιχεία σχετιζόμενα με τους δικαστικούς καταδέσμους.

Αρχικά, οφείλουμε να αναφέρουμε, ότι ειδικά στην κλασική περίοδο οι δικαστικοί κατάδεσμοι δεν εμφορούν ούτε τη δικαιολόγηση, ούτε το όνομα του συντάκτη. Αυτό, θα γίνει λίγο αργότερα με τις λεγόμενες «προσευχές για δικαιοσύνη», τις οποίες διεξοδικά θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Αναφορικά τώρα με την ανυπαρξία στοιχείων σχετιζόμενων με τον συντάκτη, αυτό μπορεί εύλογα να ερμηνευτεί, αν εξετάσουμε τον κατάδεσμο όχι ανεξάρτητα, αλλά ενδογενώς με την καθημερινότητα τον αρχαϊκών και κλασικών αντιλήψεων. Μπορούμε να εντοπίσουμε, ότι στις αξιώσεις του συντάκτη, είναι ήδη γνωστό ότι υπάρχει μία επιθυμία βλάβης του αντιδίκου. Είναι όμως εξίσου πιθανό, ο φόβος μίας ενδεχόμενης «ταυτοπαθητικής ποινής» [7], να αναγκάζει κατά κάποιον τρόπο τον συντάκτη να αποκρύπτει την ταυτότητα του. Είναι ξεκάθαρο, ότι κινούμαστε μέσα στη σφαίρα της λαϊκής δεισιδαιμονίας του κλασικού και αρχαϊκού κόσμου. Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη μεθοδολογία κατά τη διάρκεια της σύνταξης μίας τέτοιας πινακίδας, ενώ ταυτόχρονα, μορφολογικά, συντακτικά και λεξιλογικά, οι κατάδεσμοι είναι παρεμφερείς μεταξύ τους. Οι συντάκτες των δικαστικών καταδέσμων μάλιστα, χρησιμοποιούν κάποιες «φόρμουλες» για να εισάγουν την θεότητα όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο όλο ζήτημα. Οι περισσότεροι των ερευνητών, συμφωνούν πως αυτoί είναι τέσσερις [8].

  1. Ο τύπος του άμεσου δεσίματος.
  2. Ο τύπος του προσευχητικού καταδέσμου.
  3. Ο τύπος του επιθυμητικού καταδέσμου.
  4. Similia similibus formula [9].

Η Επιστήμη της αρχαιολογίας θεώρησε αρχικά, πως αυτό που σήμερα ονομάζεται  δικαστικός κατάδεσμος ήταν στην πραγματικότητα μια εκδικητική κατάρα. Μία κατάρα δηλαδή, η οποία συντασσόταν μετά την έκβαση της δίκης, προφανώς από τον ηττημένο διάδικο. Αυτό σήμερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως προαναφέρθηκε, οι δικαστικοί κατάδεσμοι αποσκοπούν στην αφαίρεση της ικανότητας του αντιπάλου διαδίκου από το να σκεφτεί και να μιλήσει με διαύγεια την ώρα της δίκης. Εδώ μπορεί να εξαχθεί και ένα πάρα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Οι δικαστικοί κατάδεσμοι ασχολούνται με τις νοητικές και φωνητικές ικανότητες του θύματος. Αυτό, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με κάθε άλλο τύπο κατάρας ή κατάδεσμου. Όπως στη συνέχεια θα δούμε, ο συντάκτης του δικαστικού καταδέσμου έχει σκοπό να κατακτήσει τον νου και τη γλώσσα του αντιπάλου διαδίκου. Δεν τον απασχολούν τα συναισθήματά του ή η ικανότητα του να κινείται (όπως ενδεχομένως θα απασχολούσε τον συντάκτη ενός ερωτικού ή ακόμη και τον συντάκτη ενός καταδέσμου αθλητικής  αντιπαλότητας).

Μέσα στα πλαίσια μιας προσπάθειας  προώθησης των διαφορετικών ενδιαφερόντων των διαδίκων και της τελικής επιτυχίας στη δίκη, οι διάδικοι ήταν πολύ πιθανό να προσφύγουν σε μία σειρά πρακτικών. Οι δικαστικοί κατάδεσμοι μπορούν να ειδωθούν υπό το πρίσμα μίας προσπάθειας κατάκτησης νομικών πλεονεκτημάτων στη δίκη. Η επίκληση των θεοτήτων για την απονομή της δικαιοσύνης και της τελικής τιμωρίας κινητοποιείται στην πραγματικότητα από την απόλυτη πεποίθηση, ότι η δικαιοσύνη είναι πρώτα απ’ όλα θεόπνευστη. Είναι λοιπόν μια δημοφιλής πρακτική η οποία επιβιώνει μέσα στους αιώνες και αποτελεί δηλωτικό του γεγονότος ότι υφέρπει μία βαθιά ριζωμένη τάση προς μία μεγάλη μερίδα του αρχαϊκού και κλασικού πληθυσμού που θέλει να πάρει – κατά κάποιον τρόπο –  το νόμο στα χέρια του.

Στοχεύουν έτσι σε έναν αριθμό νομικών παραγόντων, συνήθως τον αντίπαλο διάδικο όπως επίσης και τους αυτόπτες μάρτυρες που τον υποστηρίζουν.

 

Τυπολογία δικαστικών καταδέσμων

 

Οι δικαστικοί κατάδεσμοι, ως μέρος του συνολικότερου αυτού φαινομένου της «μαγικής δέσμευσης», απασχόλησαν ιδιαιτέρως τους κλασικούς φιλολόγους και αρχαιολόγους. Για πολλά χρόνια, στην επιστήμη, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι θα ήταν σωστότερο, να αναπτυχθεί κάποιου είδους τυπολογία μέσα στο φαινόμενο των δικαστικών καταδέσμων. Αναμφίβολο είναι το γεγονός πως η προθετικότητα των συντακτών των δικαστικών καταδέσμων αποσκοπεί στην τελική τιμωρία του αντιδίκου. Αυτό όμως που εδώ έχει σημασία, είναι το μέσο, η πιο σωστά ο τρόπος μέσα από τον οποίον θα επιτευχθεί η αξίωση των συντακτών. Όπως προαναφέραμε, το σημείο που επιτίθεται ο δικαστικός κατάδεσμος είναι η γλώσσα ή το μυαλό του αντιδίκου. Έτσι λοιπόν, στη πρώτη περίπτωση είναι πλέον αποδεκτός ο όρος «φιμωτικοί»  κατάδεσμοι. Είναι ακριβώς αυτοί οι κατάδεσμοι, οι οποίοι επιτίθενται στην γλώσσα του αντιδίκου. Στην άλλη περίπτωση θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κατάδεσμους οι οποίοι επιτίθενται στη νοητική ικανότητα του αντιδίκου.

Ένα  παράδειγμα φιμωτικού κατάδεσμου:

«Καταδέω τον Σμινδυρίδην και όσους τον υποστηρίζουν προς την Ερμή τον Εριόνιο και προς την Περσεφόνη και προς τη Λήθη. Καταδέω το νου του, τη γλώσσα του, την ψυχή του και όσα κάνει εναντίον μου σε σχέση με τη δίκη που ο Σμινδυρίδης έχει ξεκινήσει εναντίον μου». [10].

Άξιο αναφοράς, είναι το γεγονός ότι στο παρελθόν έγινε κάποια προσπάθεια  περαιτέρω διαίρεσης των δικαστικών καταδέσμων με κριτήριο τον δέκτη του κατάδεσμου. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς τους καταδέσμους επιτίθενται εναντίον πολιτικών προσώπων.  Όπως είναι εύλογο βέβαια μια τέτοια διάκριση, δεν έχει γίνει δεκτή από την επιστήμη. Αυτό είναι απότοκο πολλών παραγόντων. Αρχικά, δεν μπορεί να γίνει μια ασφαλής αντιστοίχιση μεταξύ των ονομάτων που αναγράφονται στο κατάδεσμο και των πολιτικών προσώπων. Έπειτα, ο όρος «πολιτικοί κατάδεσμοι», αν γίνει δεκτός, τίθεται στα όρια της σφαίρας των  δικαστικών καταδέσμων [11]. Απεναντίας, μπορεί να γίνει λόγος για κατάδεσμους οι οποίοι στρέφονται εναντίον των μαρτύρων και κατάδεσμους οι οποίοι στρέφονται εναντίον των «συνδίκων». Αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στους καταδέσμους της κλασικής περιόδου. Οι κατάδεσμοι αυτοί έχουν πολύ περισσότερο πληροφοριακό περιεχόμενο. Αυτό φυσικά σχετίζεται με τις αυξημένες συγκριτικά με την αρχαϊκή περίοδο γνώσεις μας για τα νομικά καθεστώτα των πόλεων.

 

Α) Κατάδεσμοι ενάντια στους μάρτυρες

Στους περισσότερους δικαστικούς καταδέσμους, ο συντάκτης επιτίθεται εναντίον των μαρτύρων. Οι μάρτυρες, απολαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της προσοχής των συντακτών των δικαστικών κατάδεσμων και αυτό φυσικά αντικατοπτρίζει και την σημαντικότητά τους στα μάτια των διαδίκων για την  έκβαση μίας υπόθεσης. Άξιο αναφοράς, είναι πως ως  μάρτυρες μπορούσαν να καταθέσουν οι Αθηναίοι άνδρες που είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα ενώ υπάρχουν αμφιβολίες για το αν θα μπορούσαν οι γυναίκες να δίνουν μαρτυρική κατάθεση. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως κανένας δικαστικός κατάδεσμος δεν επιτίθεται σε γυναίκα μάρτυρα. Κρίνεται εποικοδομητικό να αναφερθεί πως οι μάρτυρες καταθέτουν για ό,τι γνωρίζουν, όχι ως αυτήκοοι, άλλα ως αυτόπτες μάρτυρες.

Στην έρευνα ενός μεγάλου μέρους δικαστικών καταδέσμων, καταφέραμε να εντοπίσουμε αρκετούς οι οποίοι απευθύνονται και επιτίθενται ενάντια στους μάρτυρες. Για λόγους οικονομίας χώρου, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε ενδεικτικά έναν, ο οποίος όμως μορφολογικά συντακτικά και νοηματικά δεν διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από τους υπόλοιπους. Βρέθηκε στην περιοχή του Δαφνίου το 1866:

 

«ἈΡΟΣ Καλλ[ία]ς Εὐκτήμονος

Χαραῖς Καλλίας ἐφ’ ὑμῖν

Καλλίa[ν] μάρτυρες η δικασταί […] [12]«

 

Β) Καταδεσμοι ενάντια στους «συνδίκους»

Εντοπίσαμε κατά την έρευνα επίσης κατάδεσμους οι οποίοι επιτίθενται εναντίον των «συνδίκων». Προφανώς, οι συντάκτες των καταδέσμων αυτών, επιτίθενται εναντίων των συνδίκων των αντιδίκων. Άλλωστε, όπως παρακάτω θα δούμε, υπάρχει μια άλλη ομάδα δικαστικών καταδέσμων, η οποία επιτίθεται ευθέως απέναντι στον αντίδικο.

Για την οικονομία της εργασίας αυτής, κρίνεται σκόπιμο να παραθέσουμε κάποιους από αυτούς τους καταδέσμους. Ο πρώτος βρέθηκε το 1881 στην Αθήνα και επιτίθεται εναντίον του «Ευάρατου και των συνδίκων του».

 

» Καταδῶ Εὐάρατον καὶ ὅσοι σύνδικοι καὶ Τελεσῖνο[ν]

 Τ[ὸ]ν Ἰδιῶτα[ν] καὶ τὴν ψυχὴν καταδῶ ἰδι[ώ]το[υ],

γλῶτταν κα[ὶ] αὐτόν[…] [13]«

 

Ένας άλλος κατάδεσμος από την Αττική, καλεί τον Ερμή προσδίδοντας του το κατηγόρημα «κάτοχος»:

 

«  Ἑρμῆ κάτοχε,

κάτεχε φρενας γλῶτ[τ]αν

(τοῦ Καλλίου δέω)

 ἐναντίαν εἶναι Καλλίαν πρὸς Μικίωνα

 ὅτι ἄν εἴποι καὶ τοιαῦτα

Καλλίου συνδίκοις

 κατὰ Μικίωνος[…] [14]»

 

Άλλος ένας δικαστικός κατάδεσμος ο οποίος βρέθηκε στην οδό Πειραιώς το 1877, επικαλείται τον Ερμή και την Περσεφόνη (είναι και οι δύο χθόνιες θεότητες [15]) να επέμβουν και να βοηθήσουν τον συντάκτη του καταδέσμου:

 

«Ἑρμ[ῇ] καὶ Φερσεφ[ό]ν[ῃ ]

τήνδε ἐπιστο[λ]ὴν ἀποπέμπω

 ὁπότε ταῦτα ἐς ἀνθρώπο[υ]ς ἁμαρτωλοὺς φέρω αὐτο[ύ]ς

 Δίκη, τυχεῖν τέλο[υ]ς δίκης[…] [16]«

 

Και λίγο παρακάτω ο συντάκτης γράφει:

 

«Λυσίμαχος, Φιλοκλῆς, Δημόφιλος καὶ σύνδικοι

καὶ εἵ τις ἄλλος φίλος αὐτοῖς. [17]»

 

Γ) Κατάδεσμοι εναντίων συνηγόρων, δικαστών και αντίδικων

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως από την έρευνα μας διαπιστώσαμε πως αρκετοί κατάδεσμοι επιτίθενται ενάντια στους συνηγόρους. Επίσης, σημαντικό κρίνεται ότι εντοπίστηκε κατάδεσμος, ο οποίος περιλαμβάνει στην επίθεση και τους δικαστές. Έτσι, το corpus των δικαστικών καταδέσμων, εχει μια ποικιλία αναφορικά με τους δέκτες της κατάρας. Οι συντάκτες των καταδέσμων, προσπαθούν να αποκτήσουν νομικά πλεονεκτήματα και στο βωμό της απόκτησής τους, εντάσσουν στους καταδέσμους τους και τους ίδους τους δικαστές. Εικάζω πάντως, πως η περίπτωση επίθεσης μέσω καταδέσμων στους δικαστές, ενδέχεται να είναι μια από τις περιπτώσεις σύνταξης  κατάδεσμου μετά την λήξη της δικαστικής διαμάχης και ίσως να σχετίζεται με  καταδικαστική απόφαση κατά του συντάκτη του κατάδεσμου:

 

«[…]καὶ  μετ’ ἐκείνων μηνυτῶν καὶ τῶν δικαστῶν [18]

 

Ο κατάδεσμος που θα παραθέσουμε τώρα, είναι ένας από αυτούς που εμφορούν  περισσότερο πληροφοριακό περιεχόμενο. Ο συντάκτης του κάνει λόγο για «αντίδικους», «δικαιώματα», «Δηκαστηρίωι» και «δίκαιον».

 

«Δέσποτα κάτοχε

καταδηνύω Διοκλέα ὡς τὸ(ν) ἐμὸν ἀντίδικον,

τὴν γλῶτταν καὶ τὰς φρένας καὶ τοῖς Διοκλέους βοηθοῖς

πάντας καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ τὰς μαρτυρίας καὶ τὰ δικαιώματα

 ἅπαντα τὰ παρασκευάζεται ἐπ᾽ ἐμὲ καὶ κάτεχε αὐτόν

ἅπαντα τὰ δικαιώματα Διοκλέους

 τὰ ἐπ’ ἐμὲ παρασκευάζεται

μὴ ἀνύσσαι τοὺς βοηθοὺς τοῦ Διοκλέους

 καὶ ἡττᾶσθαι Διοκλέα ἀπ’ ἐμοῦ

 ἐν παντὶ δικαστηρίῳ

καὶ μεθ’ ἓν ἀντῇ Διοκλεῖ δίκαιον. [19]»

 

Η εξέλιξη των καταδέσμων – «Προσευχές για δικαιοσύνη»

  

Σταδιακά, η πρακτική της σύνταξης δικαστικών καταδέσμων φαίνεται πως υποχωρούσε. Φυσικά είναι ιδιαίτερα πιθανό πως αυτό δε συνέβη μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Υπάρχουν στοιχεία, για μία άλλη μαγική πρακτική, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προέκταση του δικαστικού κατάδεσμου. Φυσικά, μπορεί να ειδωθεί και ως μία εντελώς ανεξάρτητη πρακτική συγκριτικά με αυτή των δικαστικών καταδέσμων [20]. Εντοπίζουμε, πάντως, κάποια κοινά στοιχεία με τους καταδέσμους. Την παρουσία αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας καταδέσμων  επισήμανε πρώτος ο Ολλανδός ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Η. Versnel [21], o οποίος και πρότεινε τον όρο «προσευχές για δικαιοσύνη», για να διακρίνει αυτά τα μαγικά κείμενα από τις απλές κατάρες που δεν περιέχουν κάποια έμμεση η άμεση αιτιολόγηση [22]. Εδώ λοιπόν, έχουμε έναν κοινό παρονομαστή. Ο συντάκτης του δικαστικού καταδέσμου, όπως επίσης και ο συντάκτης μιας προσευχής για δικαιοσύνη, έχουν ως απώτερο σκοπό την απονομή της, όπως επίσης και την άρση κάποιων νομικών σφαλμάτων. Η ειδοποιός διαφορά είναι η εξής: Στην περίπτωση των «προσευχών για δικαιοσύνη» υπάρχει αιτιολόγηση ενδογενώς στο κείμενο [23]. Σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτό, στον δικαστικό κατάδεσμο οι αιτιολογήσεις δεν υπάρχουν.

Μία άλλη ειδοποιός διαφορά, είναι το ζήτημα της μορφολογίας και του ύφους που χρησιμοποιείται σε αυτά τα οι δύο είδη μαγικών πρακτικών. Όπως είδαμε στους δικαστικούς κατάδεσμους, έτσι και εδώ, υφέρπει η πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύεται από τις θεότητες, γιατί η δικαιοσύνη είναι κατά βάθος θεόπνευστη και αυτός είναι και ο λόγος που μεταβάλλονται και οι διατυπώσεις. Στους καταδέσμους, τα ρήµατα που «εξαναγκάζουν» τους θεούς να υπακούσουν και να εκτελέσουν τις εντολές του καταδέσµου είναι τα: «ξορκίζω σε»   «καταδίδηµι», «καταδέω», «δέω», «καταγράφω», «ανατίθηµι».

Στις προσευχές για απονομή δικαιοσύνης, ο συντάκτης είναι ιδιαίτερα προσεκτικός απέναντι στον δέκτη αυτού του μηνύματος. Οι συντάκτες εδώ υποβιβάζουν τον εαυτό τους σε θέση εξάρτησης από τις θεότητες, θυμίζοντας τους πως είναι αδύναμοι και πως πρέπει να υπερασπιστούν ένα άτομο που βρίσκεται στην εξουσία του. Θα μπορούσαμε να δούμε τις νέες αυτές διατυπώσεις κάτω από το πρίσμα των θεωριών της ευγένειας, εκείνου του τομέα της γλωσσολογίας που σήμερα ονομάζουμε «πραγματολογία». Στους δικαστικούς κατάδεσμους αυτό είναι ένα στοιχείο που λείπει. Ο συντάκτης των δικαστικών καταδέσμων θεωρεί πως είναι υποχρέωση και καθήκον της θεότητας να βοηθήσει. Αν ο δικαστικός κατάδεσμος είναι υπενθύμιση, οι προσευχές για δικαιοσύνη είναι παράκληση. Για την οικονομία αυτού του υποκεφαλαίου θα παραθέσουμε εδώ μεταφρασμένο το κείμενο μιας «προσευχής για δικαιοσύνη».

 

«Κύριε παντοκράτωρ, εσύ με δημιούργησες, αλλά ένας κακός άνθρωπος με κατέστρεψε. Να εκδικηθείς τον θάνατο μου γρήγορα. [24]»

 

 

Χάλκινο πινακίδιο (πιπάκιον) με «προσευχή για δικαιοσύνη», από τη Λυδία (;) (Museum Helveticum 35, 1978, 241-244, αρ. εικ. 8).
Πρόκειται για ένα χάλκινο πινακίδιο των αυτοκρατορικών χρόνων. Αγοράστηκε από το Μουσείο της Γενεύης χωρίς γνωστή προέλευση, αλλά η ομοιότητα του με επιγραφές της Λυδίας δικαιολογεί την υπόθεση ότι προέρχεται από τη Λυδία (Μαιονονία;). Μια ανώνυμη γυναίκα, θύμα κλοπής, απελπισμένη από την ανικανότητα της επίγειας δικαιοσύνης, χάραξε την κατάρα της. Παραχωρώντας τα κλοπιμαία στη θεά, τα καθιστά ιδιοκτησία της θεάς κι έτσι η κλοπή τους αποκτά διαστάσεις ιεροσυλίας. Εάν η θεά δεν εισακούσει την προσευχή της γυναίκας, αυτή θα γίνει ρεζίλι (κι όχι η γυναίκα που έπεσε θύμα κλοπής):
[Αναθέτω σε σένα, Μητέρα των Θεών, όλα τα χρυσά αντικείμενα που έχασα, ώστε να τα αναζητήσεις και να τα φανερώσεις όλα και να τιμωρήσεις αυτούς που τα έχουν, πως αξίζει στη δύναμη σου, ώστε να μη γίνεις περίγελως].
(Κείμενο από ανακοίνωση του Άγγελου Χανιώτη με τίτλο «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας παρομοίωσης»).

 

Κατάδεσμοι και λογοτεχνικές πηγές

 

Υπάρχουν πολλά λογοτεχνικά στοιχεία που δείχνουν ότι μια κακή απόδοση στο δικαστήριο από έναν ταλαντούχο ρήτορα για παράδειγμα, θα μπορούσε συχνά να οδηγήσει στην κατηγορία ότι αυτός είχε πέσει θύμα δεσμευτικών κατάδεσμων. Ο Αριστοφάνης στις «σφήκες» αναφέρει για παράδειγμα την ξαφνική παράλυση του γνωστού ομιλητή Θουκυδίδη, γιο του Μελέσιου, κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής δίκης. Ένα άλλο παράδειγμα, μας έρχεται από την ρωμαϊκή αρχαιότητα, από την όψιμη περίοδο της δημοκρατικής Ρώμης. Ο Κικέρωνας αναφέρει πως ένας αντιτιθέμενος δικηγόρος ξαφνικά ξέχασε την υπόθεση του και στη συνέχεια έχασε την αγωγή. Ο άτυχος αυτός άνδρας αργότερα ισχυρίστηκε ότι η κακή του απόδοση ήταν αποτέλεσμα μαγείας (Veneficiis et cantionibus) [25].

Στο τέλος της αρχαιότητας, οι ρήτορες συνέχισαν να κατηγορούν τη μαγεία για ξαφνικές παραλείψεις της μνήμης και των στιγμών ανεξήγητου φόβου και άγχους που αισθάνονταν κατά τη διάρκεια μίας ομιλίας τους. Ο Λιβάνιος, στην αυτοβιογραφία του μας λέει, πως σε κάποιο σημείο της ζωής του έγινε σοβαρά άρρωστος και δεν ήταν πλέον σε θέση να διαβάσει, να γράψει ή να μιλήσει ενώπιον των μαθητών του. Όλοι αυτοί κατηγορούν τους καταδέσμους (την επίδραση των δικαστικών καταδέσμων) για την κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν [26].

 

Νόμοι ενάντια στους καταδέσμους

 

Υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία αναφορικά με τη νομοθεσία ενάντια σε μαγικές πρακτικές όπως αυτή των δικαστικών καταδέσμων. Για την Αθήνα για παράδειγμα, δεν σώζεται νομοθεσία που να αφορά άμεσα οποιαδήποτε μορφή μαγείας, ενώ σε άλλες περιοχές όπως στη βόρεια ακτή της Εφέσου, υπάρχει η απαγόρευση κατά της παρασκευής επιβλαβών φαρμάκων. Αναφορικά με το όλο φάσμα των μαγικών δραστηριοτήτων όπως οι κατάρες, οι κατάδεσμοι, τα ξόρκια, ο ελληνικός νόμος είναι ανεξήγητα σιωπηλός. Φυσικά, από αυτό, δεν τεκμαίρεται πως η έλλειψη νομοθεσίας υποδηλώνει την απουσία ανησυχίας για τη μαγεία, ούτε έχουμε ένα ολόκληρο σώμα νόμου πάνω στο οποίο θα βασιστούν οι κρίσεις μας [27]. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πολλές έμμεσες αποδείξεις ότι ορισμένοι τύποι μαγείας θεωρήθηκαν πιο επιβλαβείς από άλλους. Αυτός ο τύπος μαγείας, ο οποίος θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε ζημία της περιουσίας ή του ατόμου, ήταν σίγουρα απαγορευμένος ακόμα κι αν εμείς δεν έχουμε κάποιο σώμα νόμου που να επιβεβαιώνει την υπόθεση μας [28]. Δυστυχώς, όσες νομοθετικές ανησυχίες μπορούμε να βρούμε, συνήθως αναλώνονται και συγκλίνουν αναφορικά με τη χρήση της φαρμακείας. Μέσω της πλαγίας λογοτεχνικής κριτικής φυσικά, μπορούμε μέσα από το έργο του Πλάτωνα, τους νόμους, να βρούμε αναφορές που  σχετίζονται με μαγικές πρακτικές όπως οι κατάδεσμοι [29].

                                                                    

Από την αρχαία Ρώμη έρχεται αυτός ο κατάδεσμος (κατάρα για τους αρχαίους) που συντηρήθηκε πρόσφατα και εκτίθεται στο κοινό του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου Johns Hopkins της Βαλτιμόρης των ΗΠΑ. Μαζί μάλιστα εκτίθεται και το καρφί από σίδηρο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για να στερεωθεί η πινακίδα με τον κατάδεσμο.
Η προσφάτως συντηρημένη ρωμαϊκή πινακίδα, ηλικίας 2.000 ετών, είναι μία από τις πέντε που κατέχει το πανεπιστήμιο από το 1908. Το κείμενό της αποκρυπτογραφήθηκε χάρη σε έναν μεταπτυχιακό φοιτητή του πανεπιστημίου, τον Ουίλιαμ Σέργουντ Φοξ, ο οποίος πραγματοποίησε τη μελέτη της.
(Θερμού Μαρία, εφημ. «ΒΗΜΑ», 12 Δεκεμβρίου 2011)

 

Συμπεράσματα

 

Ανεξάρτητα από τις ανθρωπολογικές συμπερασματικές προτάσεις που απορρέουν από την καταδεσμική πρακτική, υπάρχει αναμφίβολα ένα σημαντικό πληροφοριακό περιεχόμενο για την συνολική κατανόηση των αντιλήψεων των διαδίκων της κλασικής περιόδου. Ένας τρόπος αντιμετώπισης αυτών των πρακτικών, είναι ως εδραίωση μιας συνολικότερης δυσπιστίας απέναντι στο σύνολο του νομικού συστήματος και των συστατικών μερών του. Οι διάδικοι, νιώθοντας αδύναμοι και αβοήθητοι στο να  ανταπεξέλθουν απέναντι σε αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται ως ισχυρά υποστηρικτικά δίκτυα των αντιπάλων τους, καταφεύγουν σε μαγικές πρακτικές.  Εναλλακτικά, μπορούμε να εξετάσουμε τους κατάδεσμους ως μία στρατηγική, η οποία αναπτύσσεται από τους διαδίκους στο σύνολο της τότε επικρατείας. Με αυτόν, τον δεύτερο τρόπο όμως, ο νόμος δεν είναι μία κυρίαρχη δύναμη με την οποία κάποιος πρέπει παθητικά να συμμορφωθεί, αλλά γίνεται ένα κοινωνικό δημιούργημα το οποίο μπορεί να χειραγωγηθεί στο βωμό της επίτευξης των σκοπών του συντάκτη του κατάδεσμου.

Έτσι λοιπόν, οι διάδικοι χρησιμοποιούν τον κατάδεσμο ενάντια στους αντιδίκους και στους υποστηρικτές τους σε μια προσπάθεια να κερδίσουν κάθε δυνατό πλεονέκτημα στο δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο οι κατάδεσμοι γίνονται ανορθόδοξες και αντιστασιακές – απέναντι στο νόμο – πρακτικές, γίνονται ρητορικοί λόγοι, οι οποίοι ανταγωνίζονται τη δομή ενός πολύπλοκου και ενδεχομένως πολλές φορές ανομοιόμορφου νομικού συστήματος. Η πρακτική των δικαστικών κατάδεσμων, δέχτηκε μεγάλα πλήγματα αρχικά από την αυξανόμενη συνοχή της ιατρικής κοινότητας της Αθήνας, η οποία αντιστάθηκε απέναντι στην θρησκευτική ιατρική. Τα έργα του Ιπποκράτη, όπως το  «Περί ἀέρωνὑδάτωντόπων», αποτελούν ύμνο στην ορθολογικότητα και θα έπρεπε να εξετάσουμε την «υποχώρηση» της πρακτικής των καταδέσμων σύμφωνα με το συνολικότερο ιστορικό συγκείμενο. Αν παρ’ όλα αυτά εξετάσουμε Βυζαντινά κείμενα, θα διαπιστώσουμε πως η πρακτική αυτή συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Μ. Ψελλού ο οποίος γράφει αναφορικά µε τα δαιµόνια ότι «κατεργάζονται τραγικά πάθη δεµένα µε λεπτό τµήµα κεριού ή µολύβδου», ενώ ο Θεόδωρος Βαλσαµών κάνει λόγο για «κηρόπλαστα ειδώλια» τα οποία έριχναν οι µάγοι στους ταφικούς θαλάµους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Aπό το ρήµα defigere που σηµαίνει καρφώνω, αλλά επίσης και παραδίδω κάποιον στις υποχθόνιες δυνάµεις.

[2] Α. Βακαλούδη, «Η εξέλιξη της μαγείας στην Αρχαία Ελλάδα», H μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Eπιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ.145.

[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν κάνουμε λόγο για «Καταπασσαλεύσεις», όπου ουσιαστικά  αποτελούν μολύβδινα  ή κηρόπλαστα ομοιώματα του θύματος τα οποία κατατρυπούσαν με καρφιά.

[4] Η. Versnel, “Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers”, Magica Hiera, Oxford University press, New York 1991, p.81.

[5] Ο.π., σελ. 61.

[6] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ.52

[7] Ο ερευνητής C. Faraone πρώτος εισήγαγε αυτήν την υπόθεση, δίνοντας της τον όρο «Counter Magic».

[8] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera», Oxford University press, New York 1991, p. 5

[9] Οι δικαστικοί κατάδεσμοι, χρησιμοποιούν περισσότερο τον πρώτο και τον δεύτερο τύπο.

[10] Α. Χανιώτης, «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς», Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ. 52.

[11] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 16.

[12] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum, Berlin 1873, σελ. 52.

[13] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ. 52

[14] O.π.,σελ. 20

[15] Η. Versnel, Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 64

[16]Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ. 66

[17] O.π., σελ. 66

[18] Ο.π., σελ. 75

[19] Ο.π.,σελ.62

  1. 18 Βλ. Ι.Βελισσαροπούλου, Ευχές, κατάρες και δίκαιο, Αντικήνσωρ, τ.1ος, 2013.

«Τα στοιχεία που, κατά τον Versnel, διαφοροποιούν τις «δικαιοδοτικές παρακλήσεις» από τους κοινούς καταδέσμους είναι : 1. Η μνεία (κατά κανόνα) του ονόματος του αποδέκτη της κατάρας. 2. Η δικαιολόγηση της προσφυγής στον κατάδεσμο μέσω αναφοράς της αδικίας που προκλήθηκε. 3. Ορισμένες δικαιοδοτικές παρακλήσεις περιλαμβάνουν αίτημα ατιμωρησίας του δημιουργού του καταδέσμου ή την απαλλαγή του από ενδεχόμενες επενέργειες της πράξης του. 4.Μαζί με τις χθόνιες θεότητες αναφέρονται και άλλοι θεοί. 5.Στις δικαιοδοτικές παρακλήσεις επιδεικνύεται σεβασμός απέναντι στις θεότητες (κύριος, δέσποινα ή ακόμα φίλος). 6. Περιλαμβάνουν παρακλητικές εκφράσεις όπως ἱκετεύω, βοήθει μοι, βοήθησον αὐτῷ, κλπ. 7. Τέλος, καθοριστικό στοιχείο των δικαιοδοτικών παρακλήσεων είναι το αίτημα του παρακαλούντος προς τους θεούς να τιμωρήσουν (κολάζειν) τον ένοχο και η επέμβασή τους να οδηγήσει στην απονομή της δικαιοσύνης».

[21] Η. Versnel, Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 61

[22] Α. Χανιώτης, Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς,που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο «Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα», Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ. 63

[23] O.π., σελ. 63

[24] Ο.π., σελ. 66

[25] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 16

[26] O.π., σελ. 16

[27] D. Collins, Magic in the ancient Greek World,Blackwell publishing,Oxford 2008, p. 135

[28] O.π., σελ. 135

[29] Ο.π., σελ. 139

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βακαλούδη Α., «Η εξέλιξη της μαγείας στην Αρχαία Ελλάδα», που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο «H μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα», Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008.
  • Βελισσαροπούλου Ι., «Ευχές, κατάρες και δίκαιο», Αντικήνσωρ, τ.1ος, 2013.
  • Collins D., «Magic in the ancient Greek World», Blackwell publishing, Oxford 2008.
  • Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873.
  • Versnel Η., “Beyond Cursing: The Appeal to justice in judicial prayers”,«Magica Hiera», Oxford University press, New York 1991.
  • Χανιώτης Α., «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς», που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008.

© Ηρακλής Καραμπάτος, 2018.

 Μεταπτυχιακός φοιτητής νομικής

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »