Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολωνία’

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849) 

 

  

«Όμορφες νότες που η λύρα μου εμπνέει

ανταμώνουν μία σκέψη σκοτεινή και από πόνο βαριά:

διάβηκα το κατώφλι του τάφου του Αγαμέμνονα

Και σιώπησα στο βάθος της καταπακτής

Που με το αίμα τους το στυγερό λέρωσαν οι Ατρίδες

¨Πόσο είμαι θλιμμένος¨ η καρδιά μου κοιμωμένη, το όνειρό μου

ζωντανό»

 Με αυτά τα διαποτισμένα από λυρισμό λόγια ξεκινά ο Πολωνός ποιητής το ποίημά του «Ο Τάφος του Αγαμέμνονα», γραμμένο το 1836, με αφορμή την επίσκεψή στο Άργος και τις Μυκήνες.

 

Julius Słowacki

Julius Słowacki

Ο Julius Slowacki, φιλέλληνας, λυρικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυστικιστικός στοχαστής, γεννήθηκε σε επαρχία της Πολωνίας  το 1809, (θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ποιητές). Με πατέρα φιλόλογο και μητέρα που διατηρούσε ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, ο Slowacki είχε ήδη στα είκοσί του χρόνια αναπτύξει δεξιότητες συνειδητοποιημένης ποιητικής γραφής. Το 1830, λίγο καιρό αφού εγκατασταθεί στην Βαρσοβία, ξεσπά εθνικό επαναστατικό κίνημα που στοχεύει στην ανεξαρτησία της Πολωνικής γης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1795, η χώρα είχε χάσει την ανεξαρτησία της, και παρόλη τη δημιουργία Πολωνικού Βασιλείου το 1815, εξαπτόταν διοικητικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία. Ο νεαρός Julius στρατεύεται με μεγάλο ενθουσιασμό και δέχεται να μεταβεί στην Αγγλία, επιφορτισμένος από την επαναστατική κυβέρνηση με τη διεκπεραίωση μυστικής αποστολής.

Κατά τη διάρκεια όμως της απουσίας του, το κίνημα πνίγεται στο αίμα και οι ελπίδες ανάκτησης της εθνικής ελευθερίας χάνονται. Ο Slowacki αδυνατώντας να επιστρέψει στην πατρίδα, θα πάρει το δρόμο της εξορίας για το Παρίσι, τόπος διαφυγής των Πολωνών επαναστατών. Όμως, η ανάμνηση της εξέγερσης, η δίψα για ελευθερία και παλινόρθωση της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένουν τα κατ’ εξοχήν θέματα της ποίησης του Julius Słowacki.

Γνώστης της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματολογίας, ο Slowacki δεν εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Ενεργός παρατηρητής των σύγχρονων αγώνων των Ελλήνων και υποστηρικτής του Φιλελληνισμού, εκδίδει το 1832 το ποιητικό έργο του Lambró, όπου η ξεκάθαρη ελληνολατρία και ο φιλελληνισμός του αποτυπώνονται αφενός ως σταθερές συντεταγμένες της λυρικά και υποκειμενικά ρομαντικής ποιητικής υπερχείλισης, και αφετέρου ως ιδεολογικά πρότυπα της επιθυμούμενης Πολωνικής επανάστασης. Επιπρόσθετα, τον Αύγουστο του 1836, συνοδευόμενος από τον Zenon Brzozowski και τους αδελφούς Holynski ο Słowacki θα ξεκινήσει από την Νάπολη το ταξίδι του για την Ελλάδα.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1836, ο Slowacki φθάνει με την συντροφιά του στην Κέρκυρα και εκεί συναντά τον Διονύσιο Σολωμό. Μετά από τέσσερις μέρες, το καράβι τους δένει στην Πάτρα και εκεί θα επισκεφθούν μία πολύ σημαντική μορφή της Επανάστασης, τον Κανάρη. Εύλογο είναι ότι οι δύο αυτές επαφές του Słowacki με προσωπικότητες των οποίων η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία φαίνεται, καταδεικνύουν πρωτίστως το εύρος γνώσης του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία και ποίηση, και δευτερευόντως τα φιλελληνικά του συναισθήματα, μεθερμηνευόμενα όμως και ως εφαλτήριο για το όραμα της απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

19 Σεπτεμβρίου 1836 και ο Słowacki επισκέπτεται το Άργος και τις Μυκήνες. Τα απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος των Ατρειδών, μα πάνω από όλα ο τάφος του Αγαμέμνονα θα τον συγκλονίσουν. Θα τον σκιτσάρει στο περιηγητικό του ημερολόγιο, θα γράψει για αυτόν στην μητέρα του και, το πιο σημαντικό, θα εμπνευστεί από τον «Τάφο του Αγαμέμνονα».

  

Ο  Τάφος του Αγαμέμνονα

 

 

ΒιβλίοΤο ποίημα αποτελείται από 32 στροφές εξάστιχων σε δωδεκασύλλαβο ρυθμό, χαρακτηριστική επιλογή των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα. Αν προσπαθήσουμε να αναδύσουμε τη βασική θεματική του Τάφου του Αγαμέμνονα, θα επιμέναμε σε δύο άξονες: ο πρώτος, τοπιογραφικός και προσιτός στον ποιητή – αφηγητή, είναι αυτός της αργείας γης και του μυκηναϊκού τοπίου που, μέσω υποκειμενικών συνειρμών, μεταλλάσσεται σε εικόνες που διασταυρώνουν από την μια πλευρά ιστορικά γεγονότα και τόπους της αρχαίας Ελλάδας και  από την άλλη μυθικά πρόσωπα ή χώρους.

Ο δεύτερος άξονας, η ανάμνηση της Πολωνίας, που αν και επίσης τοπιογραφικός, ξεφεύγει από την εγγύτητα του ποιητή, καταλήγει σε μία μεγάλη ιδέα, στο όραμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης κατά το πρότυπο των αγώνων του ελληνικού έθνους. Κατ΄επέκταση, όλο το ποίημα, βασιζόμενο στην ασύμμετρη ζεύξη μεταξύ υπόδουλης Πολωνίας και επικής ηρωικής Ελλάδας, μοιάζει να είναι ένα όνειρο, μία φευγαλέα σκέψη, που ο ποιητής εμπνέεται χάρη στην κοινωνία του με τον κόσμο των Μυκηνών.

Αναπαράγοντας με ένα τελείως προσωπικό τρόπο τον ενδοσκοπικό αρνητισμό που διακήρυτταν οι Ρομαντικοί ποιητές, τον επονομαζόμενο και «κακό του αιώνα», ως ψυχική κατάσταση αναταραχής, απόγνωσης και μη ικανοποίησης βαθύτερων οραμάτων και προσδοκιών, ο Τάφος του Αγαμέμνονα ξεκινά με την επίκληση του λυρικού ποιητή στη Μούσα και την επίσκεψή του στο μακάβριο θέαμα του τάφου του Αγαμέμνονα. Το ποίημα παίρνει τις διαστάσεις μίας προσωπικής εξομολόγησης κατευθείαν βγαλμένης από την καρδιά.

Μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο, διχοτομημένο σε ζωή, που εκφράζεται μέσα από τη μυρωδιά της ρίγανης και το τραγούδι των γρύλων, και σε θάνατο, που εκφράζεται από την επίκληση στη γενιά των Ατρειδών, ο ποιητής θέλοντας συμβολικά να υπονοήσει την υποδούλωση των Πολωνών, στέκεται σιωπηλός μπροστά στη δόξα και την περηφάνια που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Και όμως, οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα μοιάζουν να ανασταίνονται, ενώ η ελπίδα, με τη μορφή λύρας της έμπνευσης του Ομήρου, αποκτά επική ορμή, λίγο πριν σβήσει και ρίξει τον αφηγητή σε κατάσταση σιωπής.

 

(απόσπασμα)

Φανταστικά συγκερασμένο το λαγούτο,

Ας συνοδεύει τον πικρό και μαύρο λογισμό’

Ότι να, μπήκα στου Αγαμέμνονα τον τάφο,

Και στον υπόγειο θόλο, από τον Ατρειδών

Το τρομερό το αίμα ραντισμένον, στέκω σιωπηλός.

Αποκοιμήθηκε η καρδιά, μα ονειρεύεται. Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Ω! μακρινά π’ ακούγεται τούτη η άρπα η χρυσή,

Που μόνο τον παντοτινό αχό της αγροικάω!

Είναι σπηλιά των δρυϊδών από μεγάλα βράχια,

Οπού ‘ρχεται στ’ ανοίγματα ο αέρας να στενάξει

Και της Ηλέκτρας έχει τη λαλιά – λευκαίνει

ετούτη το πανί Κι από τις δάφνες αποκρίνεται: Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Εδώ πάνω στις πέτρες, με την εργατική Αράχνη

Καυγαδίζει το αγέρι και της τσακίζει τον ιστό’

Εδώ μοσκοβολάνε μες στις καμένες ράχες τα θυμάρια λυπημένα’

Εδώ ο άνεμος το σταχτερό σωρό των ερειπίων μόλις ζώσει,

Τους σπόρους κυνηγάει των λουλουδιών – κι αυτά τα χνούδια

Παν και μες στον τάφο σάμπως ψυχές πλανιούνται.

 

Εδώ ανάμεσα στις πέτρες τα τζιτζίκια των αγρών,

Κρυμμέν’ από τον ήλιο που στους τάφους πάνω στέκει,

Σα να ‘θελαν σιωπή να μου επιβάλουν,

Τερετίζουν. Της Ραψωδίας η φρικαλέα η επωδός

Είν’ το τερέτισμα αυτό, που ακούγεται στους

τάφους – Είν’ αποκάλυψη, είναι ύμνος, τραγούδι της σιωπής.

 

Ω! είμαι σιωπηλός, όπως εσείς Ατρείδες,

Που η στάχτη σας κοιμάται φυλαγμένη απ’ τα  τζιτζίκια.

Ούτε η μικροσύνη μου εμένα τώρα με ντροπιάζει,

Μήτε οι λογισμοί σαν τους αητούς ζυγιάζονται.

Βαθιά είμαι ταπεινός και σιωπηλός

‘δω, στο μνημείο αυτό, της δόξας, του φονικού, της ξιππασιάς.

  

Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη

Μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά,

Τη φύτεψαν σπουργίτια ή περιστέρια,

Και με τα μαύρα φυλλαράκια πρασινίζει,

Και στο μνημείο το σκοτεινό τον ήλιο να ‘μπει δεν αφήνει’

Έκοψα από το μαύρο θάμνο ένα φύλλο.

  

Δεν τον προστάτεψε πνεύμα κανένα μήτε ξωτικό,

Κι ούτε μες στα κλωνιά γόγγυσε κάποια οπτασία’

Μόνο του ήλιου φάρδυνε το πέρασμα,

Και πρόστρεξε χρυσός στα πόδια μου να πέσει.

Νόμισα στην αρχή πως τούτη οπού περνά

Η λάμψη, ήταν χορδή από του Ομήρου την Άρπα,

  

Και άπλωσα το χέρι στα σκοτάδια,

Να την αδράξω, να την τεντώσω και όπως τρέμει

Να τήνε κάνω να βουρκώσει, να τραγουδήσει, να κακιώσει

Πάνω στο μέγα τίποτα των τάφων και στο βουβό

Σωρό της τέφρας: όμως μέσα στο χέρι μου

Τούτη η χορδή τρεμόπαιξε κι έσπασε δίχως βόγκο <…>

(Ο τάφος του Αγαμέμνονα, μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης, Γαβριηλίδης, 2006) 

 

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Και πάλι το μακάβριο βασιλεύει, ο ποιητής βρίσκεται σε μία αποχαυνωτική και απαθή κατάσταση φύλαξης του τάφου, ξεκάθαρο σύμβολο της Πολωνίας που καταπλακώνεται από τον ξένο ζυγό. Ξαφνικά, ο ποιητής μεταμορφώνεται σε στρατηλάτη που δίνει το πρόσταγμα της μάχης και υποδεικνύει τους στόχους των υπόδουλων: το φως, τη δύναμη, τη γενναιότητα. Το ποίημα οδηγείται σε επική κορύφωση, μέσα από την ηρωική επέλαση του ποιητή. Ένα συμπαγές σημειωτικό πεδίο σχηματίζεται, αποτελούμενο από λέξεις όπως «δάφνες», «χείμαρρος», «λάμψη», «κατακλυσμός», και που υποδηλώνουν την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων.

Πλέον, στο όραμα του ποιητή η επανάσταση της Πολωνίας και η αρχαία Ελλάδα με τους ήρωες και τους θρύλους της έχουν αγγίξει το απόλυτο σημείο συγκερασμού. Πού σταματά το άλογο του ποιητή-αγωνιστή; Στις Θερμοπύλες; Στη Χαιρώνεια; Όχι! Ο ποιητής θα το πει πια ξεκάθαρα: στη χώρα από όπου κατάγεται, εκεί ανήκει το όνειρο. Ο τάφος του Αγαμέμνονα χάνει πια την σημαινόμενη αναφορά του και αποκτά διαστάσεις συμβολικές, υπέρ-ελληνικές.

Το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει τον ηρωϊσμό των αγωνιστών είναι ο τάφος, δηλαδή ο χαμός στο πεδίο της μάχης. Δεν πρόκειται όμως για έναν οποιοδήποτε τάφο, αλλά για ένα χώρο ισάξιο με αυτόν του Αγαμέμνονα, επικού, σχεδόν μυθικού ήρωα. Το σύμβολο έχει πια λυθεί και ο ποιητικός λόγος του ρομαντικού Słowacki ξεχύνεται με εξατομικευμένη υποκειμενικότητα, συναίσθημα, παλμό, συγκίνηση. Μιλάει καθαρά, χωρίς περιστροφές: «προέρχομαι από μία λυπημένη χώρα ειλώτων», δηλώνει ο ποιητής, πριν και πάλι ανακτήσει τη γενναιότητα του ονείρου. Η καρδιά του Πολωνού παραμένει ζεστή και αναφωνεί: « καλύτερα ο θάνατος παρά οι αλυσίδες» Τι απόλυτη ταύτιση με το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος»! Τα πνεύματα των πεσόντων στις Θερμοπύλες, με πρωτεργάτη τον Λεωνίδα, ανασταίνονται ωσάν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του ποιητή για βοήθεια στην υπόδουλη χώρα του. Από αυτό το σημείο και μετά η Πολωνία προσωποποιείται.

Γίνεται γυναίκα που δήμιοι τυραννούν το κορμί της, αδύναμη να υπερασπιστεί την οντότητά της, να εκδικηθεί και να τιμωρήσει. Ο ποιητής την καλεί να πετάξει από πάνω της τα παλιοκούρελα, να αναστηθεί, να εξαγνιστεί στα νερά της Στυγός και να αναδυθεί ως μία νέα και αθάνατη Πολωνία. Απέναντί της στέκεται εκείνος, ο ρομαντικός ποιητής, σε απόλυτη σύγχυση και συναισθηματική έξαρση. Είναι ο εξόριστος, ο εκπατρισμένος, ο σκλαβωμένος, ένας γιος του Προμηθέα που τον κατατρώει ο νόστος για την πατρίδα και η ανάμνηση της υπόδουλης γης. Δηλώνει την ασημαντότητά του, ακούει φωνές, βλέπει αντικατοπτρισμούς, αφήνει τη σκέψη του να πετάξει σαν πουλί πέρα από την Ελλάδα, θέλει να πολεμήσει, δακρύζει, πονάει, και τέλος επικαλείται ξανά την Πολωνία που εμφανίζεται με τον απόλυτο θηλυκό ρόλο της Μητέρας.

Το ποίημα πλησιάζει στη λήξη του και ο ποιητής, συνειδητοποιώντας την ρεαλιστική αδυναμία να πραγματοποιήσει έστω και ένα από τα όνειρά του, δεν βλέπει άλλο διέξοδο από την κατάληξη. Βρισκόμαστε εν μέσω σκηνής θανάτου, ψυχορραγήματος. Είναι το μακάβριο τέλος του ονείρου, το αντίο της ψυχής στην Πολωνία, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του κενού. Στην τελευταία στροφή, διαποτισμένη από λυρική απόγνωση και καταληκτική αποτυχία, ο ποιητής, παρουσιάζοντας τη συμβολική εικόνα ενός βουνού που το φεγγάρι έκαψε και το μεταμόρφωσε σε κόκκινο ενός αιματοβαμμένου κρατήρα, δηλώνοντας απευθυνόμενος στην Πολωνία ότι ξεγελάστηκε από τα τιτιβίσματα κάποιων σπουργιτιών και τα πρώιμα ξυπνήματα του κόκορα, θα ομολογήσει με πικρή διαύγεια και υποταγή: «ο θάνατος συχνά μιλά μετά τον θάνατο, με φράσεις ακατάληπτες, γεμάτες θλίψη». Και πράγματι, λόγια τόσο προφητικά για τον ίδιο τον ποιητή Słowacki, που θα πεθάνει δεκατρία χρόνια αργότερα στο Παρίσι, εξόριστος, χωρίς να έχει μπορέσει ποτέ πια να επισκεφθεί την Πολωνία και χωρίς να έχει γευθεί την ελευθερία της.

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής κι Συγκριτικής Γραμματολογίας Πανεπιστημίου Σορβόννης, PARIS IV.

Λέκτορας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Πηγή

  •  Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

   

Read Full Post »