Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποταμιά’

Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου – Παναγιώτης Καμπόσος, Πτυχιακή εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Αθήνα, 2016.


 

[…] Σε ότι αφορά αντιπλημμυρικά έργα, στους χειμάρρους Χάραδρο και Ίναχο έχουν διεξαχθεί από τη δεκαετία του 1940 και μετά έργα διάνοιξης και διευθέτησης τμημάτων των κοιτών στο Αργολικό πεδίο. Μάλιστα κατά τμήματα έχουν αναπτυχθεί και τραπεζοειδή αναχώματα.

Η κοίτη του χειμάρρου Χαράδρου από την συμβολή του με τον ‘Ιναχο διαθέτει διευθετημένη κοίτη μήκους περίπου 2,5 km, μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, στη συνέχεια και για μήκος 1,5 km μέχρι τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, η κοίτη του έχει επενδυθεί ολικώς στη δεξιά όχθη για προστασία της πόλης του Άργους και μερικώς στην αριστερή όχθη.

Πάντως, τα παραπάνω έργα κατά καιρούς δεν αποδείχθηκαν επαρκή για την αποτελεσματική αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής, δεδομένου ότι στο μεν Ίναχο, λόγω ρηγμάτωσης των αναχωμάτων, προκλήθηκε υπερχείλιση της αριστερής όχθης του στο παρελθόν, από τη γέφυρα Κουρτακίου μέχρι την γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, στο δε Ξεριά σημειώθηκαν επανειλημμένες υπερχειλίσεις, ιδιαίτερα δε στο τμήμα από τη συμβολή του στον Ίναχο μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, με αποτέλεσμα την κατάκλυση οικισμών του Άργους και την πρόκληση σημαντικών ζημιών.

 

Η κατεστραμμένη γέφυρα στη θέση Άκοβα Άργους κατά τα πλημμυρικά φαινόμενα του 2013.

 

[….] Από τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου έως και τη θέση Διπόταμα, όπου συμβάλλει στον Ίναχο, η κοίτη του Ξεριά είναι πολλαπλά τροποποιημένη σε διάφορες περιόδους στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Διατέμνεται από μια σειρά από γέφυρες που ενώνουν την πόλη του Άργους με τους οικισμούς του Δήμου και πριν από τη θέση Διπόταμα, στον Άγιο Βασίλειο, διατέμνεται σε πολύ μικρή απόσταση από οδική και σιδηροδρομική γέφυρα. Οι διαστάσεις της κοίτης του Ξεριά στη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου ξεπερνούν τα 90m σε μήκος και φθάνουν τα 3,5m σε ύψος. Αντίθετα στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου η κοίτη είναι διαμορφωμένη σε διατομή τραπεζίου με βάση μικρή 18,9m (πυθμένας), βάση μεγάλη 26,1m, ενώ το ύψος στην οδική γέφυρα φθάνει τα 3,7m και στη γέφυρα του τρένου τα 3,3m. Η σημαντική αυτή μείωση της ωφέλιμης διατομής του Ξεριά δημιουργεί σε συνδυασμό με ακραίες βροχοπτώσεις πλημμυρικά φαινόμενα. Από γεωμορφολογικής άποψης, το τμήμα αυτό του Ξεριά, αποτελεί ένα ενεργό αλλουβιακό ριπίδιο, το οποίο διαμορφώνεται ήδη από τους ιστορικούς χρόνους. Σύμφωνα με τους (FOUACHE & GAKI – PAPANASTASSIOU, 1997) και (ZAMANI et al., 1991), οι ρυθμοί απόθεσης του σύγχρονου αλλουβιακού ριπιδίου του Ξεριά στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου στην περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων φθάνουν τα 3,1 χιλ./έτος. Η τιμή αυτή υπολογίστηκε με βάση τα θαμμένα ερείπια γεφυρών των Ρωμαϊκών χρόνων σε βάθη 7m (2ος – 3ος αιώνας μΧ) και 5,5m (4ος αιώνας μΧ).

Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κάνεις, ο ρυθμός απόθεσης σε χιλιοστά/έτος, δε διατηρείται σταθερός. Η τάση όμως καταδεικνύει, πως ο Ξεριάς βρίσκεται σε δυναμικό καθεστώς απόθεσης με υψηλούς ρυθμούς, πάνω από 2.000 χρόνια. Οι αποθέσεις αυτές δημιούργησαν το σημερινό του ριπίδιο, το οποίο δεν είναι ορατό εύκολα, δεδομένου ότι διαχέεται στο Αργολικό πεδίο. Όμως η πόλη του Άργους, που βρίσκεται δυτικά της κοίτης του Ξεριά, είναι συστηματικά σε χαμηλότερα υψόμετρα, δημιουργώντας μια ξεχωριστή υδρολογική λεκάνη, η οποία μέσω τάφρων διοχετεύει τα νερά της στα κατάντη, στη περιοχή της λεκάνης του Ερασίνου. Η κοίτη του Ξεριά, από τη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου έως και τα Διπόταμα, όπως έχει διαμορφωθεί κατά θέσεις, αποτελεί το σχετικό όριο (υδροκρίτη) των επιφανειακών υδάτων. Έτσι σε κανονικές περιόδους βροχοπτώσεων, όσο δεν υπερχειλίζει ο Ξεριάς, το δίκτυο των τάφρων νότια του Άργους, έχει την ικανότητα να μεταφέρει τα επιφανειακά νερά στα κατάντη, έστω και με αργούς ρυθμούς. Σε περιόδους όμως ακραίων και ραγδαίων βροχοπτώσεων, όταν η κοίτη του υπερχειλίζει, ο όγκος του νερού που διοχετεύεται προς τη πόλη του Άργους είναι τέτοιος που τόσο το αποχετευτικό σύστημα ομβρίων, όσο και οι τάφροι στη κατάντη περιοχή αδυνατούν να το οδηγήσουν γρήγορα στη θάλασσα, με άμεσο αποτέλεσμα τη πλημμύρα σε περιοχές εντός της πόλης του Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου

 

 

Read Full Post »

Ποταμιά (Ξωβριό) – Αρχαίοι ποταμοί


 

 Το Μουχλί και οι πηγές του

 

Το ρέμα αυτό σχηματίζεται από δυο νεροσυρμές, που κατεβαίνουν από τα βουνά Παρθένιο (Ροΐνό) και Κτενιάς και ενώνονται Δ. του χωριού  Αχλαδόκαμπος, με το κοινό όνομα Ποταμιά, αφού περιβάλλουν τον κωνικό λόφο, όπου ήταν χτισμένη η περίφημη οχυρή μεσαιωνική πόλη Μουχλί, από την οποία απέμειναν διάσπαρτα λείψανα. Στη νότια πλαγιά του λόφου, η μικρή πηγή της «Κάτω-βρύσης» στέλνει με δυσκολία το λιγοστό νεράκι της στη ρεματιά που σχηματίζεται στην πρώτη χαράδρα μεταξύ Παρθενίου και Μουχλίου. Η δεύτερη χαράδρα μεταξύ Κτενιά και Μουχλίου ονομάζεται Ποταμιά ή Γύρος και γκρεμίζεται από τον Κτενιά, διαγράφοντας τις βόρειες υπώρειες του λόφου του κάστρου. Στη δεξιά της όχθη τοποθετείται ένα από τα ιερά που ήταν αφιερωμένα στην περιοχή αυτή στην Αρτέμιδα.

Εκτός από την «Κάτω-Βρύση», άλλες τρεις μικρότερες πηγές αναβλύζουν γύρω από τον λόφο. Ο Κωνσταντίνος Διοικητής, στο χρονικό που συνέταξε το 1715, περνώντας από εδώ, αναφέρεται σε μια από αυτές τις πηγές και ύστερα στην Κάτω-βρύση, χωρίς να γνωρίζει το όνομά τους: …πιο κάτω υπάρχει ένας γκρεμός από βράχια, τον οποίο χωρίζει κατακόρυφα ένα βουνό στρογγυλό όπως αυτό της Κορίνθου, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή ωραίου νερού [1]. Και μετά από αυτήν την πηγή υπάρχει ένα παλιό κάστρο, πάνω στην πλαγιά αυτού του βουνού, εδώ ανοίγεται το φαράγγι μιας κλεισούρας…και πιο χαμηλά από το κάστρο προς τον δρόμο, μια άλλη πηγή αναβλύζει κάτω από έναν βράχο [2].

 

Μουχλί – Ερείπια Παναγίας Μουχλιώτισας. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, exploring-greece.

 

Βυζαντινή Πολιτεία Μουχλί (Αρχαιολογικός Χώρος). Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, exploring-greece.

 

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης ιστορεί πως το 1458, ο Μωάμεθ Β΄ πολιορκώντας το Μουχλί, απέκοψε το νερό ο εκτός ην της πόλεως, εξαναγκάζοντας το Δημήτριο Ασάνη που υπερασπιζόταν το κάστρο, να το παραδώσει. Το ίδιο αναφέρει και ο συγγραφέας του Βαρβερινού Κώδικα: …οι Τούρκοι επήρανε το νερό τους οπού ήτονε όξω του κάστρου [3]. Πιθανότατα πρόκειται για μια πηγή, που βρίσκεται στην  Ν.Α. πλαγιά του κάστρου, η οποία ρέει με κατεύθυνση τη ρεματιά της Κάτω-βρύσης.

Η περιοχή ήταν πολυσύχναστο πέρασμα. Πάνω από την κοίτη της Ποταμιάς περνούσε ο – μέχρι το 1852 σε χρήση και διανοιγμένος επί Τουρκοκρατίας – δρόμος ΆργουςΤρίπολης. Αυτός ακολουθούσε την πορεία Μύλοι Άργους – Σκαφιδάκι – Αχλαδόκαμπος, ανέβαινε στο Παρθένιο όρος, όπου ως σήμερα σώζονται λιθόστρωτα τμήματά του και περνώντας έξω από την Μπερτζοβά (σήμερα Παρθένι), κατέληγε στην πρωτεύουσα του Μωριά.

 

Η παλαιά σιδηροδρομική γέφυρα Αχλαδοκάμπου (1892-1944). Η παλαιά σιδηροδρομική γέφυρα Αχλαδοκάμπου είς χιλιόμετρον 90,139 της γραμμής Κορίνθου – Τριπόλεως – Καλαμών έκ πέντε ανοιγμάτων 36+54+72+54+36 = 252 μέτρων, Μέγιστον ύψος από της γραμμής μέχρι της κοίτης της κοιλάδος 60 μέτρα. Ολικόν βάρος της μεταλλικής κατασκευής 850 τόνοι. Κατασκευάσθεισα το 1892 ανετινάχθη το 1944 υπό των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής κατά την αποχώρισιν των έξ Ελλάδος. Φωτογραφία, λεζάντα από το διαδικτυακό τόπο Σύρτης.

 

Πρώτη γέφυρα Αχλαδόκαμπου. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο http://www.lifo.gr

 

Το ρέμα της Κάτω Βρύσης περνάει υπό την σκιά του Μουχλίου, κάτω από μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα της γραμμής Τρίπολης – Άργους, την ψηλότερη της Πελοποννήσου, που κατασκευάστηκε το 1890, ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς το 1944 και στήθηκε πάλι το 1974 στηριγμένη σε 12 βάθρα. Η ντόπια παράδοση, μια πιο εξευγενισμένη εκδοχή αυτής του γεφυριού της Άρτας και της «Γέφυρας της Κυράς» στον αρκαδικό Λάδωνα, θέλει να καρφώνεται εδώ η σκιά της γυναίκας του πρωτομάστορα [4].

 

Η έξοδος του Σαρανταπόταμου στην Πνίκοβη

 

Νοτιοδυτικά του Αχλαδοκάμπου, η ενιαία κοίτη δέχεται νερά που κατεβαίνουν από τη γραφική και καταπράσινη θέση Πνίκοβα ή Πνίκοβη ή Πηνίκοβη, νερά που σχηματίζοντας μικρό ρυάκι βγαίνουν από τα πόδια ψηλού και απότομου βράχου, λίγο χαμηλότερα από μια σπηλιά [5]. Τα νερά αυτά είναι η εκροή του ποταμού Γαρεάτη και του τεγεατικού Σαρανταπόταμου (πιθανολογούμενου αρχαίου άνω ρου του Αλφειού,  εκτρεπόμενου τότε στις καταβόθρες του Βορείου όρους, εκεί που σήμερα είναι η νεότερη λίμνη Τάκα), που σήμερα  σμίγουν και εξαφανίζονται σε καταβόθρα, στους νότιους πρόποδες του Παρθενίου. H oνομασία Πνίκοβη δείχνει σε μια πρώτη ματιά να παραπέμπει σε πνίξιμο, ίσως όμως παράγεται από το πίνω και αqua [6] (νερό), προφανώς υπό την επίδραση του Φραγκοκρατούμενου Μουχλίου. Καταγράφεται [7] όμως και η ονομασία κεφαλάρι του Μπενικόβη, οπότε Πνίκοβη πρέπει να είναι παραφθορά του αρχικού ονόματος.

 

Μουχλί. Τα νερά που τροφοδοτούσαν τους 3 διαδοχικούς μύλους,
δίπλα στον αρχαίο δρόμο. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο «Όρειος άνεμος».

 

Μουχλί. Τα νερά που τροφοδοτούσαν τους 3 διαδοχικούς μύλους,
δίπλα στον αρχαίο δρόμο. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο «Όρειος άνεμος».

 

Οι Υσιές, τα Ανιγραία και ο Ελαιούντας

 

Η ρεματιά της Ποταμιάς ακολουθεί τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης – Άργους, διασχίζοντας το αναπεπταμένον πεδίον, θέατρο της μάχης του 669 π.Χ. μεταξύ Αργείων και Σπαρτιατών, που περιγράφει ο Θουκυδίδης, πεδίο που κάποτε διαφεντευόταν από τις αρχαίες Υσιές, τα ερείπια των οποίων βρίσκονται κοντά στο χωριό Αχλαδόκαμπος. Στο τελευταίο τμήμα της, διασχίζει φαράγγι και μετονομάζεται σε Ξωβρυό ή Ξεροβοριό [8], από ομώνυμη πηγή κοντά στην Ανδρίτσα, η οποία παρουσιάζει περιοδική ανά επταετία ή οκταετία μείωση των νερών της, τροφοδοτούμενη από την καταβόθρα της Μηλιάς βόρεια της Τρίπολης. Έχοντας δεξιά της το βουνό Ζάβιτσα, τέμνει λίγο πριν κατέβει στην πεδιάδα του Κιβερίου, στην περιοχή του Ελαιούντα, κοντά στο χωριό Σπηλιωτάκης, τα Ανιγραία την αρχαία οδό η οποία συνέδεε τη Λέρνη με την Θυρεάτιδα. Το δάπεδο ναού, που ανασκάφτηκε στο αρχαίο πόλισμα του Ελαιούντα, ήταν στρωμένο με ψηφιδωτό, του οποίου τα περιθώρια διακοσμήθηκαν με μαίανδρο, φτιαγμένο από μικρά μαύρα και λευκά ποταμίσια βότσαλα, που πιθανότατα προέρχονται από την και σήμερα γεμάτη από κροκάλες ποταμιά του Ξωβριού.

 

Η Κεγχρεία πηγή

 

Χαμηλότερα η ποταμιά ενώνεται με τον χείμαρρο Ξεριά. Ο τελευταίος κατεβαίνει από τη δασώδη περιοχή «Νερά» του Αχλαδόκαμπου, ονομαζόμενη έτσι από τις πηγές που τον τροφοδοτούν. Εδώ κοντά ήταν χτισμένο το χωριό Παλιοσκαφιδάκι, ενώ μερικοί τοποθετούν στο μέρος αυτό και το πόλισμα των αργολικών Κεγχραιών, κτισμένο στην αρχαία ορεινή οδό του «Τρόχου» που ένωνε το Άργος με την Τεγέα. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε κάποια από τις πηγές  είναι η Κεγχρεία ή Κερχνεία, όπου έτρεξε η αλλοπαρμένη δαμάλα Ιώ προς εύποτον Κερχνείας ρέος [9].  Η πολύρρυτη απομονωμένη περιοχή, όπου παλιότερα έβοσκαν εδώ χιλιάδες αιγοπρόβατα, συνέχισε να κατοικείται και στους μεσαιωνικούς χρόνους, όπως προκύπτει από ερείπια κτισμάτων και ναών εκείνης της εποχής.

Ακολούθως ο Ξεριάς διασχίζει μια χαράδρα στα νότια του Ποντίνου όρους και μαζί με την Ξαβριά εκβάλλουν στον Αργολικό κόλπο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρέπει να εννοεί την πηγή Βρυσούλα ή Βοργιά, Β.Δ. του λόφου.

[2] Εδώ εννοεί την Κάτω Βρύση, που πηγάζει στην αρχή της χαράδρας κάτω από βράχο.

[3] Βλ. Ζώρα Γεωργ. Θ., «Η μετά την άλωσιν εκστρατεία Μωάμεθ του Β΄ κατά της Πελοποννήσου, κατά τον Βαρβερινόν Ελληνικόν κώδικα 111», Πελοποννησιακή πρωτοχρονιά, 1963.

[4] Πετρονώτη Αργ., «Τα πέτρινα γεφύρια της Πελοποννήσου». Περιοδικό «Επτά ημέρες», εφημερίδας Καθημερινή, 13-2-2000.

[5] Στην κορυφή του βράχου διακρίνεται σκαλισμένο ομοίωμα χελώνας, είδος εν αφθονία στο αρχαίο Παρθένιο, νομιζόμενο ότι ανήκε στον Πάνα. Ο τοπικός συγγραφέας Ι. Αναγνωστόπουλος θεωρεί ότι το σπήλαιο ήταν αφιερωμένο στον Πάνα. [Αναγνωστόπουλου Ι. Σ., «Η Αγία Παρασκευή της περιοχής Νερά του Αχλαδόκαμπου», 1988.

[6] Kατά τον Παναγ. Κομνηνό («Λακωνικά, Χρόνων Προϊστορικών…»-1896).

[7]  Fougeres ss 30-31. Γριτσόπουλος. Μπεϊνίκοβα ή Βοϊνίκοβα ονομάζεται και καταβόθρα της Παμβώτιδος, λίμνης των Ιωαννίνων. Η ομοιότητα δεν μπορεί να είναι τυχαία.

[8] Το τελευταίο αναφέρεται έτσι από τον Ν. Η. Αναγνωστόπουλο «Η Αργολική…». [Αναγνωστόπουλου Ν. Η. -Γάγαλη Γ. Α., «Η Αργολική πεδιάς», Αθήναι 1938, έκδ. Α.Τ.Ε.

[9] Αισχύλου «Προμηθεύς δεσμώτης», 687.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

 

Read Full Post »